ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 16 ΡΟΜΠΕΡΤ ΧΑΪΣ: ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΙ. ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ, ΜΑΡΞ
ΑΘΗΝΑ 1980
ΧΕΓΚΕΛ,
...
198 downloads
1024 Views
18MB Size
Report
This content was uploaded by our users and we assume good faith they have the permission to share this book. If you own the copyright to this book and it is wrongfully on our website, we offer a simple DMCA procedure to remove your content from our site. Start by pressing the button below!
Report copyright / DMCA form
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 16 ΡΟΜΠΕΡΤ ΧΑΪΣ: ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟΙ. ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ, ΜΑΡΞ
ΑΘΗΝΑ 1980
ΧΕΓΚΕΛ,
Ρόμπερτ Χάις Καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τοΰ Φράιμπουργκ
ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΑΛΕΚΉΚΟΙ ΧΕΓΚΕΛ - ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ - ΜΑΡΞ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Λευτέρης Άναγνώστου
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΑΘΗΝΑ
Ή μετάφραση εγινε από τό γερμανικό πρωτότυπο: Robert Heiss, Die grossen Dialektiker des 19. Jahrhunderts, Hegel, Kierkegaard, Marx. Χρησιμοποιήθηκε ή έκδοση Kiepenheuer & Witsch, KölnBerlin, 1963.
1963 Kiepenheuer & Witsch, Köln - Berlin 1978 Thomas Heiss, Berlin - Hilde Heiss, Freiburg i/Br. 1978 Εκδόσεις «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» (Γεώργιος I. Βαμβαλής), 'Αθήνα
Φωτοστοιχειοθετήθηκε στό ΦΩΤΟΓΡΑΜΜΑ ΕΠΕ, Κεραμεικοΰ 23, τηλ. 5245846, 'Αθήνα, καί τυπώθηκε στόν Θ. Μπαλλίδη και υιό O.E. τηλ. 2797039, γιά λογαριασμό των εκδόσεων «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ», Σόλωνος 116, Αθήνα 145, τηλ. 3619724.
Εκδόσεις «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ», Σόλωνος 116, 'Αθήνα 145, τηλ. 3619724 «EPICOUROS» Publications, 116, Solonos St., Athens 145, Greece — tel. 3619724
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ Πρόλογος ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΟ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ
Πηγές της χεγκελιανης σκέψης Τά νεανικά χρόνια τοΰ Χέγκελ Ή κατάστριοση τοϋ συστήματος Ή φαινομενολογία: ό πρόλογος Ή φαινομενολογία σάν σύνολο 'Από τή φαινομενολογία στή Αογική Ή Λογική Ή διαλεκτική Ή Χαϊδελβέργη καί ή έγκυκλοπαίδεια Τό σύστημα στίς μεταβολές του Ή φιλοσοφία τής ιστορίας Ή φιλοσοφία τοϋ Δικαίου καί τό πεπρωμένο της Ή διαλεκτική διάρθρωση τής φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου Ή θεωρία των κοινωνικών σχημάτων στην φιλοσοφία τοϋ Δικαίου Ή παραπέρα τύχη της διαλεκτικής
11 27 41 53 64 76 89 102 114 126 136 147 156 164 175
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ
'Από τόν Χέγκελ στόν Κίρκεγκαρντ καί τόν Μάρξ . . . Σέρεν Κίρκεγκαρντ: Στοιχεία καί γεγονότα Ή έννοια τής ειρωνείας στόν Κίρκεγκαρντ Ή «έμμεση μέθοδος» καί ή έμμεση ζωή Ή ψευδωνυμική παραγωγή Ή θρησκευτικότητα καί «τό πάθος τής φρίκης» Τά φιλοσοφικά συγγράμματα Οί τελευταίοι σταθμοί Ή διαλεκτική τοϋ Κίρκεγκαρντ
181 191 199 205 213 225 239 252 258
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΙ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ
Πορτραίτο της ζωής του Κάρλ Μάρξ Προσωπογραφία Ή εξέλιξη της σκέψης Ή διαλεκτική στά νεανικά του έργα Ή θεωρία τής επανάστασης Τό πέρασμα στον οικονομικό παράγοντα Ή κριτική πάνω στον Χέγκελ Ή άποπεράτωση των νεανικών έργων: Ή γερμανική ιδεολογία Ή υλιστική θέση: Ή παραγωγή σάν κινητήρια δύναμη τής ιστορίας Θεωρία καί πράξη Επανάληψη καί συγγραφή του «ιστορικού υλισμού» στήν κριτική τής πολιτικής οικονομίας Τό Κεφάλαιο Ή μέθοδος τού «Κεφαλαίου» Τό ουτοπικό στόν Μάρξ Τό τυπικό σύστημα τής διαλεκτικής τού Μάρξ Ή διαλεκτική άφετηρία στόν Μάρξ Ή διαλεκτική πορεία Ό διαλεκτικός στόχος
271 280 287 293 299 309 319
Πηγές, παραθέματα, συμπληρώματα
370
321 326 329 335 340 347 351 356 361 364 367
ΠΡΟΛΟΓΟΣ 'Απέναντι στήν «κλασική» και άριστοτελική, την αποκαλούμενη τυπική Λογική, πού σήμερα τυποποιήθηκε με μαθηματικά σύμβολα, όλοι οι διαλεκτικοί θέλησαν νά άντιπαρατάξουν τήν «διαλεκτική Λογική». Στήν τελευταία στήριξαν τίς ελπίδες τους για βαθύτερη γνώση της πραγματικότητας· πίστεψαν μάλιστα, δτι μόνο μέ τήν διαλεκτική μπορεί νά συλληφθεί ή πραγματικότητα. Είναι σωστός αυτός ό ισχυρισμός; Κι άκόμα: ποιά πραγματικότητα πρόκειται νά συλληφθεί; Σέ αυτά τά ερωτήματα μπορούμε νά άπαντήσουμε, μόνο αν εξετάσουμε τί εννοούσαν κάτω από τόν δρο διαλεκτική οι διαλεκτικοί στοχαστές καί μέ ποιόν τρόπο εκπλήρωναν τήν αξίωση πού εθεταν. Στόν 19ο αιώνα ή άξίωση της διαλεκτικής σκέψης πραγματοποιήθηκε τρεις φορές. Κάθε φορά δμως εμφανίστηκε μιά άλλη μορφή της διαλεκτικής. Ό Χέγκελ άνάπτυξε τό ^|.αλεκτικό σύστημά του, 6 Κίρκεγκαρντ τήν «υπαρξιακή διαλεκτική» του καί ό Μάρξ τήν «ίστορική-ύλιστική» διαλεκτική. Καθένας τους εγείρει μέ δικό του τρόπο τήν απόλυτη άξίωση καί τήν εκφράζει μέ ξεχωριστά μέσα. Σέ αυτά προστίθεται ένα άκόμη άξιοσημείωτο γεγονός. Ή διαλεκτική σκέψη, στήν μαρξική της μορφή, άσκησε στήν ιστορία της άνθρωπότητας μιά επιρροή, πού έπιφυλάχτηκε μόνο στίς μεγάλες θρησκευτικές διδασκαλίες. Πραγματοποιήθηκε έτσι ό ισχυρισμός του Χέγκελ, μολονότι σέ άλλη μορφή, δτι ή διαλεκτική σκέψη είναι δργανο της πραγματικότητας. Ή ερευνά μας άκολουθει τή ροή της διαλεκτικής σκέψης άπό τόν Χέγκελ μέσω του Κίρκεγκαρντ ως τόν Μάρξ. Κρίθηκε άπαραίτητο νά εκτεθούν ή ζωή καί οι ιδέες αυτών τών στοχαστών. Δέν εγείρει τήν άξίωση, δίπλα στίς πολλές ειδικές μελέτες πάνω στόν Χέγκελ, τόν Κίρκεγκαρντ καί τόν Μάρξ, νά άξιολογήσει εξαντλητικά αυτούς τούς διανοητές. Όμως ό συγγραφέας ελπίζει νάχει πετύχει τήν λεπτομερειακή άναπαράσταση μιας εξέλιξης τού σύγχρονου σκέπτεσθαι, ή οποία εμφανίστηκε στόν δέκατο ένατο, άλλά καρπό-
φόρησε στόν εικοστό αιώνα. Ό Χέγκελ, ό Κίρκεγκαρντ καί ό Μάρξ είναι οι πατέρες του σημερινού σκέπτεσθαι. Ό εικοστός αιώνας αξιοποιεί την κληρονομιά, πού του παράδωσε ό δέκατος ένατος. Ή εργασία προσπαθεί πριν άπ' δλα νά άφήσει τις ϊδιες τις πηγές νά μιλήσουν. Παραθέσαμε αποσπάσματα της σχετικής βιβλιογραφίας μόνο όπου ή ϊδια χρησιμοποιήθηκε στό κείμενό μας. 'Αποσπάσματα άπό συναφείς εργασίες του συγγραφέα, πού δημοσιεύτηκαν παλιότερα, πάρθηκαν επίσης μόνο, δπου αυτό κρίθηκε αναπόφευκτα άναγκαίο. Ρόμπερτ Χάις
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΤΟ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ
ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΧΕΓΚΕΛΙΑΝΗΣ ΣΚΕΨΗΣ Ό Χέγκελ στέκει άνάμεσα στόν 18ο καί τον 19ο αιώνα. Μεγαλωμένος ολοκληρωτικά στις παραδόσεις του 18ου αιώνα, άναθρεμένος στό διαμαρτυρόμενο σχολείο του Τύμπιγκεν καί ποτισμένος μέ τό πνεύμα ενός χριστιανικού ουμανισμού, άπομακρύνθηκε βέβαια πολύ άπό τόν 18ο αιώνα. Ή κύρια δράση του πέφτει μέσα στόν 19ο αιώνα, τόν όποιο κατακυριαρχει ή δυνατή μορφή του. Μερικοί στοχαστές μπορούν νά χαρακτηρισθούν μέ μιά μόνο κεντρική σκέψη, π.χ. ό Κάντ μέ τήν ιδέα ενός «μεταφυσικού ιδεαλισμού». Μολονότι 6 Χέγκελ έχει άναγάγει τήν διαλεκτική σέ βασική μέθοδό του, δέν μπορεί παρ' δλα αυτά νά καλυφθεί μόνο άπό αυτή τήν ιδέα. Έχουν επιχειρήσει συχνά νά ερμηνεύσουν τήν χεγκελιανή φιλοσοφία στή βάση μιας νοητικής γραμμής· τόν άντιλήφθηκαν σάν διαλεκτικό, σάν τόν μεγαλύτερο σύγχρονο συστηματοποιό, σάν τόν στοχαστή της «ελευθερίας», καί άλλοτε σάν θεολόγο ή σάν «οντολογικό» στοχαστή. Μέ αυτόν τόν τρόπο δουλεύτηκαν μόνο επί μέρους άπόψεις, χωρίς νά συλληφθεί ό μεγάλος καί κεντρικός στόχος του: νά γνωρίσει τήν «άλήθεια τού συνόλου» καί νά επεξεργαστεί μιά σφαιρική σύνθεση. Ό νεαρός Χέγκελ έμφανίζεται τό 1801 στό πανεπιστήμιο της Γιένας σάν υφηγητής μέ τόν στόχο: νά άναπτύξει ενα σύστημα, τό σύστημά του. Έ ξ ι χρόνια μοχθεί γύρω άπό αύτό τό σύστημα, τό άναγγέλλει κάθε τόσο, υπόσχεται τή δημοσίευσή του καί κρατάει γιά χρόνια τή φήμη ενός σκοτεινού καί άκατανόητου στοχαστή. Στά τέλη της περιόδου της Γιένας. ξεχειλίζει άπό μέσα του άκάθεκτα σάν ποταμός τό πρώτο μέρος αυτού τού συστήματος μέ τή μορφή της Φαινομενολογίας. Στό έξής μένει στήν τροχιά πού χάραξε. Τό σύστημα άναπτύσσεται κομμάτι μέ κομμάτι· μέ σκληρή καί κοπιαστική δουλειά ένα πεδίο μετά τό άλλο ενσωματώνεται στό σύστημα. Τό άνεγειρόμενο οικοδόμημα μεταβάλλεται, ή εσωτερική διάταξη τού συστήματος άλλάζει, τά μέρη άναπλάθονται καί άλληλομεταθέτονται. 11
Ή κεντρική ιδέα του επιχειρήματος δμως παραμένει τόσο σταθερή οσο καί οι τελικές στοχεύσεις. Ό π ω ς δλα τά μεγάλα δημοσιεύματα καί οι πανεπιστημιακές παραδόσεις του Χέγκελ έχουν οικοδομηθεί σύμφωνα με τό διαλεκτικό σχήμα, έτσι δλα τά έργα του βρίσκονται κάτω από τό έμβλημα του «άπόλυτου πνεύματος», πού επιστρέφει στόν έαυτό του, άκολουθώντας τή δική του πορεία. Παντού κυριαρχεί ή επιδίωξη νά συμφιλιωθεί ή «πραγματικότητα μέ τή λογική», νά καταδειχτεί ή δράση του άπόλυτου καί νά γίνει σαφές, πώς τό άπόλυτο πνεύμα διακατέχει τά πράγματα μέ εξουσία καί δόλο. 'Αλλά πίσω άπό αυτή τήν αδιάκοπα συνεχιζόμενη εργασία, πού εντυπωσιάζει μέ τήν άδιάρηκτη συστηματικότητά της, διαφαίνεται μέ άκριβέστερη παρατήρηση ή πολλαπλότητα των ξεχωριστών βημάτων, 6 διαδραματιζόμενος πλούτος τών σκέψεων καί τών νοημάτων καί ή άφθονία τών διάφορων πεδίων. Ό σ ο βαθύτερα διεισδύουμε στήν χεγκελιανή σκέψη, τόσο εντονότερα διακρίνουμε πίσω άπό τήν παγιότητα του συστήματος τήν πολυτάραχη καί περίλαμπρη κινητικότητα της κύριας νοητικής εργασίας. Έ δ ώ βρίσκεται ή δυσκολία μιας άναπαράστασης, πού οφείλει νά καθρεφτίζει σωστά όλόληρο τόν Χέγκελ. Μπορεί κανείς βέβαια νά περιγράψει τόν Χέγκελ άπό τούτη ή εκείνη τή σκοπιά, άλλά σημασία δέν έχουν οι μερικές άπόψεις, παρά ή ισορροπία τών διάφορων άπόψεων, δπως τήν επινόησε ό ϊδιος. Μόλις υπερτιμηθεί τούτη ή εκείνη ή σκοπιά, παραποιείται τό σύνολο. Ά π ' αυτό επωφελήθηκαν οι μεγάλοι μαθητές, Κίρκεγκαρντ καί Μάρξ. Μέ μιά καί μόνη άποφασιστική διόρθωση, ή δομή του σύνολου μεταρμολογήθηκε σέ «ιστορικό υλισμό» ή σέ «υπαρξιακή διαλεκτική». Έτσι μπορεί κανείς γιά μιά πρώτη περιγραφή τής χεγκελιανής σκέψης καί του νοητικού οικοδομήματος, νά άκολουθήσει τήν μέθοδο τής παρουσίασης τών βασικών νημάτων γιά τήν ύφανση ενός συνεκτικού ιστού. Στόν Χέγκελ πρωτοστατεί ή ιδέα του «άπόλυτου πνεύματος», πού στήν έξέλιξή του επιστρέφει στόν έαυτό του. Ή παράσταση ενός άπόλυτου πνεύματος περικλείει τήν χριστιανική σκέψη ενός 12
προσωπικού και δημιουργικού θεού. 'Ακολουθεί ή διαπίστωση οτι ό Χέγκελ είναι προσκολλημένος στήν παλιά φιλοσοφική σκέψη, σύμφωνα μέ την οποία ή φιλοσοφία είναι ή άνώτερη επιστήμη, ή μόνη ικανή να αναπτύξει τήν αλήθεια σάν «σύνολο». Ό Χέγκελ βεβαίωνε κάθε τόσο, οτι στόχος του είναι νά συμβάλει, ώστε ή φιλοσοφία νά πλησιάσει τή μορφή της επιστήμης, γιατί «ή αληθινή μορφή, στήν οποία υπάρχει ή αλήθεια, είναι μόνο τό επιστημονικό σύστημα της ίδιας της αλήθειας»^. Σέ αυτές τίς δυό πρωτογενείς πηγές τού δυτικού σκέπτεσθαι, τήν χριστιανική καί τήν αρχαία παράδοση, προσθέτονται άλλες. Έτσι οικοδομείται τό σφαιρικό, γιγαντιαίο καί από μερικές απόψεις τερατουργικό σύμπλεγμα της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Ή φιλοσοφία του θεωρείται συνθετικό σύμπλεγμα μιας μακρόχρονης εποχής. Γεννήθηκε από τή θέληση νά συνενωθεί τό σύνολο τού δυτικού σκέπτεσθαι σέ ένα ενιαίο, άλλά πολυδιακλαδισμένο «σύστημα». Αυτό τό σύνολο - οχι τό μερικό - είναι γιά τόν Χέγκελ ή αλήθεια. Στήν πρόθεσή του, νά συναναγκάσει τό σύμπαν μέ τό σκέπτεσθαι, νά συμφιλιώσει τήν «πραγματικότητα μέ τή θεωρία» καί νά κατανοήσει τά πάντα, ό Χέγκελ συνεχίζει τήν πορεία πού χαράχτηκε από τήν αρχαία καθώς καί τήν χριστιανική σκέψη. Ό π ω ς οι μεγάλοι φιλόσοφοι τού μεσαίωνα σκοπεύει καί αυτός νά συναγάγει τό «άθροισμα» των γνώσεων καί, σέ μιά εποχή των διασπώμενων γνώσεων, οικοδομεί τό καθολικό του σύστημα καί τήν 'Εγκυκλοπαίδεια των επιστημών. Αυτό όμως δέν σημαίνει, ότι ό Χέγκελ παύει νά επιμένει στήν επεξεργασία των λεπτομερειών. Ή σκέψη του είναι ανάγλυφη, άλλά καί κριτική. Ή διάπλαση τού μερικού, ή κατεύθυνση τών σκέψεων καί ή σφάιρική συγκρότηση των γνώσεων σάν στόχοι προσδίδουν κάτι τερατουργικό στό χεγκελιανό σκέπτεσθαι. Δυό παραπέρα πηγές της χεγκελιανής φιλοσοφίας μπορούν νά κατονομαστούν: ή επίσημη παράδοση της δυτικής φιλοσοφίας, δπως αναπτύχθηκε ώς τόν Κάντ, καί ή εμπειρία της ιστορίας. Ό Χέγκελ γνωρίζει οσο κανένας στοχαστής 13
της εποχής του την ίίττορια της φιλοσοφίας. 'Ακόμη καί σήμερα οι πανεπιστημιακές του Παραδόσεις πάνω στην Ιστορία της- φιλοσοφίας είναι άξιομελέτητο έργο, άφού με τή βαθύτατη γνώση του υλικού προσφέρει μιά κυρίαρχη καί πρωτότυπη παρουσίαση. Είναι χαρακτηριστικό του νά μή θεωρεί άκατανόητη καμιά κατεύθυνση τής φιλοσοφίας · διαπέρασε μέ τή σκέψη του τόσο τήν άρχαία όσο καί τή χριστιανική καί σύγχρονη φιλοσοφία, τόσο τούς σκεπτικιστές δσο καί τούς μυστικιστές. Σέ μεγάλο μέρος του έργου του ό Χέγκελ καταξιώνεται σάν ιστορικός μέ εκείνη τήν αντιληπτική ευρύτητα πού χαρακτηρίζει τόν γνήσιο ιστορικό. Καί αυτό τό χάρισμα, ή μεγάλη ιστορική διαίσθηση, προσδίδει στό έργο του καί άλλες προοπτικές. Δέν είναι σύμπτωση, δτι 6 Χέγκελ γονιμοποίησε ολες τίς ιστορικές επιστήμες καί οτι άπό τήν χεγκελιανή σκέψη προέρχεται ό ιστορικός υλισμός του Μάρξ. Γιατί ό Χέγκελ ζει τήν ιστορία μέ νέο καί πολύ ιδιόμορφο τρόπο · τή συλλαμβάνει μέ μιά ματιά, ή οποία δεσμεύει τούς απογόνους του. Όλοι μας, στήν θεώρηση τής ιστορίας, σκεφτόμαστε σύμφωνα μέ τόν Χέγκελ καί μέσω του Χέγκελ· ή άντίληψή του τής ιστορίας χρωμάτισε τή σκέψη του 19ου αιώνα καί άκόμη καί ό εικοστός αιώνας δέν ξεφεύγει άπό αυτή τήν κεντρομόλο δύναμη. Έ δ ώ άρχίζει λοιπόν ό σύγχρονος Χέγκελ, πού τό σύστημά του καταθρυμματίστηκε μέν, άλλά οι βάσεις ενός ιστορικού σκέπτεσθαι επικράτησαν σέ πολλές εκδοχές. Αυτό έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε δχι μόνο ό 19ος αιώνας, άλλά καί ό εικοστός βαδίζει στά ϊδια ϊχνη. 'Επιχειρώντας μιά σύντομη γενική χαρακτηρολογία των μερικών πηγών του χεγκελιανού σκέπτεσθαι, πρέπει νά κατονομάσουμε σέ πρώτη γραμμή τήν φιλοσοφική παράδοση. Ό τ α ν άρχίζει ό Χέγκελ, προϋπάρχει ή φιλοσοφία του Κάντ. Ό Χέγκελ δμως τόν μελέτησε πολύ άργότερα. "Αν ό Χέγκελ διδάχτηκε πραγματικά άπό τόν Κάντ, μπορεί νά άμφισβητηθεί. Ό Κάντ δέν είναι ό στοχαστής, πού προσελκύει τόν Χέγκελ· πολύ έλκυστικότεροΓ είναι οι μεγάλοι μεταφυσικοί στοχαστές, δπως 6 Πλάτωνας, ό Άριστοτέ14
λης, ό Μπαιμε, ό Καρτέσιος ή ό Ρουσσώ. Άλλά δπως κανένας φιλόσοφος της εποχής του έτσι και ό Χέγκελ δεν μπορεί νά άντιπαρέλθει τον Κάντ. Πολύ περισσότερο, γιατί 6 Κάντ εθιξε ένα θέμα, πού για τόν Χέγκελ είναι εξίσου σπουδαίο. Είναι τό θέμα της διαλεκτικής. Ό Κάντ τιτλοφόρησε ολόκληρο τό δεύτερο μέρος τής Κριτικής του καθαρού Λόγου Μεταφυσική Διαλεκτική, κάτι πού εγινε ή βασική άρχή τής σκέψης του Χέγκελ. Όμως ή χεγκελιανή διαλεκτική διαφέρει άπό εκείνη του Κάντ, στό βαθμό πού μπορεί κανείς νά μιλάει γιά μιά τέτοια, τόσο θεμελιακά, όσο ή διαλεκτική του Κίρκεγκαρντ ή του Μάρξ άπό τήν χεγκελιανή. Ή μεταφυσική διαλεκτική του Κάντ καί γενικά ή κριτική του καθαρού Λόγου δέν πηγάζει, δπως ό ϊδιος αναφέρει ρητά σέ γράμμα του στόν Γκάρβε, άπό τά μεταφυσικά θέματα τής «ύπαρξης τού θεού, τής άθανασίας κλπ.», παρά άπό τις «αντινομίες τού καθαρού Λόγου». Αυτό είναι τό «σκάνδαλο τής άντίφασης τού καθαρού Λόγου μέ τόν εαυτό του», πού ό Κάντ θέλει, οσο γίνεται, νά παραμερίσει μιά γιά πάντα^. Στήν άρχή τής Κριτικής τον καθαρού Λόγου διαφαίνεται κιόλας τό πρόβλημα τής άντινομίας τού Λόγου, καθώς ό Κάντ λέει, δτι τό άνθρώπινο λογικό δυνάμει τής φύσης του εχει νά κάνει μέ ερωτήματα, πού δέν μπορεί νά άπωθήσει, άλλά δτι δέν μπορεί καί νά άπαντήσει σωστά, γιατί ξεπερνούν τίς δυνατότητές του. Κι έτσι ό Κάντ βρίσκεται μπροστά στό παλιό πρόβλημα τής «άντίφασης», δηλαδή στό πρόβλημα, πού έγινε άφετηρία τής λεγόμενης Λογικής. Καί δμως τό δυτικό σκέπτεσθαι έχει βρεί πρίν άπό χιλιετηρίδες τή λύση αυτού τού προβλήματος. Τό θεώρημα τής Λογικής, δτι ή εμφάνιση μιας άντίφασης εμποδίζει τή γνώση καί κατά συνέπεια ή γνώση είναι άδύνατο νά συνυπάρχει μέ άντιφάσεις, έγινε ή άπόλυτη μεθοδική βασική άρχή κάθε είδους επιστημονικής γνώσης. Αύτή τή σεβαστή σοφία, πού διατυπώθηκε γιά πρώτη φορά άπό τόν 'Αριστοτέλη, πιστοποιεί πάλι ό Κάντ· τώρα δμως ισχύει κάτω άπό ορισμένους δρους. Γιατί γι' αυτόν 15
υπάρχουν «αναπόφευκτες αντιφάσεις», «άναπόδραστα» προσαρτημένες στο άνθρώπινο σκέπτεσθαι σάν «φυσική αυταπάτη»^. 'Αναδύονται κάθε τόσο, ενυπάρχουν στη φύση του ανθρώπινου σκέπτεσθαι καί πρέπει νά αποκαλύπτονται σέ κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Έτσι ό Κάντ παραδέχεται τήν ύπαρξη της αντίφασης υπό δρους, ας πούμε, γιά νά προληφθεί κάτι χειρότερο. Άλλά τό γιατρικό γι' αυτά τά φαινόμενα είναι ό περιορισμός τού καθαρού Λόγου, ιδιαίτερα ή μεταφυσική διαλεκτική. Αυτή επιτηρεί τό σκέπτεσθαι σάν ένα είδος γνωσεολογικής άστυνομίας, τού δείχνει τά σημεία, δπου εμφανίζονται οι φαινομενικές αντιφάσεις, καί μέσω της μεταφυσικής διαλεκτικής στήνει τό μοντέλο τού αύτοεμπλεκόμενου σκέπτεσθαι. Σέ αυτή τή θεωρία μιας αντίφασης, πού «φαινομενικά» αναδύεται κάτω από όρισμένες συνθήκες, βρίσκεται τό μόνο καί πραγματικό σημείο επαφής μεταξύ Χέγκελ καί Κάντ. Όμως οι δυό κατευθύνσεις θεώρησης είναι θεμελιακά διαφορετικές. Ή «επίφαση» τής άντίφασης, γιά τήν οποία μιλάει ό Κάντ, είναι γιά τόν Χέγκελ τό «πρόσωπο» τού πραγματικού. Ά π ό τή μιά άποψη δέν όδηγεί καμιά γέφυρα πρός τήν άλλη. Έτσι ό Χέγκελ αντιμετωπίζει τόν Κάντ μάλλον άπροβλημάτιστα. Επαινεί τόν Κάντ: ενα άπό τά θετικότερα σημεία τού έργου του είναι δτι «τοποθέτησε ψηλά τή διαλεκτική» καί τήν άντιλήφθηκε σάν μιά «άναγκαία άσχολία τού λογικού». Άλλά ό Χέγκελ συνεχίζει, ψέγοντας: ή γνώμη τού Κάντ, δτι ή διαλεκτική «παίζει ένα ψεύτικο παιγνίδι» καί δτι ολόκληρη ή δύναμή της στηρίζεται μόνο στήν κάλυψη τής άντίφασης, δέν άξίζει «βέβαια μεγάλους επαίνους»"*. Ό τ α ν άντιμετωπίζει τόν Κάντ, ή γνώμη τού Χέγκελ είναι κιόλας έτοιμη. Ή άντίφαση υπάρχει, ή διαλεκτική δέν είναι μόνο άρνητική μέθοδος καί δέν χρησιμεύει στήν άποκάλυψη τής «επίφασης». Ό Κάντ δέν κατάλαβε δτι ή διαλεκτική είναι ή μέθοδος κατανόησης των φαινομένων. Έτσι ό Χέγκελ άπορρίπτει τελικά τή βασική σκέψη τού Κάντ, μολονότι διδάχτηκε άρκετά άπό τήν καντιανή διαλεκτική καί επίσης άπό τή θεωρία των άντινομιών. Στρέφει τή 16
ρόδα της γνώσης μέ τήν ϊδια κίνηση προς τά πίσω. 'Αφού ό Κάντ κατανοήθηκε καί «άνεραίθηκε», εμφανίζεται πάλι ό παλιός καί μεγαλοπρεπής στόχος της φιλοσοφίας, ή ολοκληρωτική μεταφυσική. Καί, τέλεια πεισμένος, κάνει τήν έπιστοφή. Διατυπώνει τήν πίστη του: Ένας λαός, πού «χάνει τή μεταφυσική του» «δέν εχει πραγματική θέση πιά γιά τό πνεύμα, πού άσχολεΐται μέ τή γνήσια ουσία του... Σέ αύτή τή θέλησή του νά διασώσει καί νά στερεώσει πάλι τή μεταφυσική σάν τήν ψηλότερη αρχή της γνώσης, 6 Χέγκελ είναι ριζωμένος πέρα γιά πέρα μέσα στήν παλιά παράδοση της δυτικής φιλοσοφίας, πού γι' αυτόν είναι αιώνια καί άθάνατη. Κι εδώ οι προσπάθειές του είναι τόσο μεγαλοπρεπείς δσο καί απεγνωσμένες. Ό μεταφυσικός Χέγκελ όμως καταφεύγει σέ σχεδόν μεγαλομανείς διατυπώσεις, πού τίς διαβάζει κανείς μ' ένα είδος σκεπτικιστικού θαυμασμού. Αύτός ό Χέγκελ αναγνωρίζει τό βασίλειο της αλήθειας, «όπως αύτή ή ίδια είναι, χωρίς κάλυμμα, καθενατή καί όί' εαυτή». Εννοεί τήν «άναπαράσταση τοϋ θεοϋ», «δπως αυτός είναι στήν αιώνια υπόσταση του πριν από τή δημιουργία της φύσης καί ενός πεπερασμένου πνεύματος»^. Ό μεταφυσικός Χέγκελ βρίσκει τήν άναγνώρισή του, αλλά μεγάλοι στοχαστές τού 19ου αιώνα εκφράζουν μόνο ειρωνεία γι' αυτόν τόν στόχο. Στήν απόρριψη της χεγκελιανής μεταφυσικής είναι άπόλυτα σύμφωνοι μεταξύ τους ό χριστιανός στοχαστής Κίρκεγκαρντ καί ό άθεϊστής Μάρξ. Ό Μάρξ χαρακτηρίζει τήν μεταφυσική τού Χέγκελ άπροκάλυπτα σάν «μυστικοποίηση». Ό Κίρκεγκαρντ δμως αντιδρά μέ πολύ μεγαλύτερη οξύτητα: «Όχι δά, Χέγκελ! - έπίτρεψέ μου νά σκεφτώ Ελληνικά! - πώς γέλασαν οι θεοί! Ένας τόσο σιχαμερός καθηγητής, πού διείδε πέρα γιά πέρα τήν άναγκαιότητα όλων των πραγμάτων καί διαρρύθμισε τά πάντα γιά φλυαρία: ώ θεοί!»'^. Ό Χέγκελ είναι ενας διπρόσωπος Ιανός, πού μέ μεγάλη συνθετική δύναμη συλλαμβάνει τή μορφή καί τό περιεχόμενο τού παρελθόντος καί τά οδηγεί ως τίς μέρες του. Δέν εμποδίζει δμως τή ματιά του νά κατευθύνεται ταυτόχρονα στό αδιαμόρφωτο άκόμη μέλλον. Ένώ σκέφτεται τό περασμένο, 2.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
17
του διανοίγεται τό μελλοντικό. Ή ψυχή του κοιτάζει τό μέλλον μέ κάποια εμπιστοσύνη στό αιώνιο και απόλυτο πνεύμα. Ό οξυδερκής και ανήσυχος νούς του όμως βλέπει άλλα σημάδια. Ό μαθητής τού Χέγκελ Χότο εγραφε γιά τόν Χέγκελ: «Στά βάθη τού φαινομενικά άναποκρυπτογράφητου, εκεί άκριβώς, άνασκάλιζε και ύφαινε εκείνο τό δεινό πνεύμα μέ μεγαλόπρεπα αύτασφαλή βολικρτητα και ηρεμία». Έτσι φαίνονταν ό ηλικιωμένος, επιτυχημένος Χέγκελ σέ πολλούς σύγχρονούς του: κυρίαρχος, αύτασφαλής καί γαλήνιος μέ τόν έαυτό του, έξουσιαστής της φιλοσοφίας. Επίσης 6 νεαρός Χέγκελ ήταν, σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τού καθηγητή Λόυτεβαϊν «εύχάριστος στή συντροφιά», τόν διέκρινε «πρόσχαρη άνεση καί ταβερνιάρικη βολικότητα»®. Όμως 6 Χέγκελ έχει διπλό πρόσωπο. Τό φαιδρό καί βολικό, ϊσως καί υπεροπτικό, δέν κρύβουν καλά τήν άλλη πλευρά. Γιά τόν έαυτό του έλεγε 6 Χέγκελ: «Ξέρετε, είμαι φοβιτσιάρης άνθρωπος, άγαπώ δμως καί τήν ησυχία...»^. Ή γυναίκα του πιστοποιούσε, σίγουρα οχι χωρίς λόγο, οτι 6 Χέγκελ άνήκει «σ' αυτούς τούς άνέλπιδους, πού δέν επιθυμούν, δέν ποθούν τίποτε»^®. Καί άλλη μιά φορά έγραψε 6 Χέγκελ, οτι «μερικά χρόνια έπασχε από υποχονδρία σέ άποδυναμωτικό βαθμό». 'Ακόμα άποκαλυπτικότερη είναι ή φράση, πού γράφει σχετικά μέ τό ϊδιο θέμα: «Γνωρίζω από δική μου εμπειρία τή διάθεση των αισθημάτων ή μάλλον της λογικής, δταν αύτή διεισδύει ερευνητικά στό χάος των φαινομένων... Όποιος ψάχνει γιά μιά εξήγηση αυτού τού φόβου καί της άβεβαιότητας τού Χέγκελ, θά τή βρεί ικανοποιητικά στό γεγονός οτι ό Χέγκελ ζεί μιά κοπιαστική καί ταπεινή ζωή. 'Ακολουθεί τό δρόμο των μορφωμένων της εποχής του. Φοιτά μέ υποτροφία στό Τύμπιγκεν καί ύστερα ζεί τήν άθλια ζωή τού οίκοδιδάσκαλου. Γίνεται υφηγητής χωρίς αποδοχές· άργότερα δέχεται μιά τόσο κακοπληρωμένη καθηγεσία, πού δέν μπορεί νά ζήσει από αύτή. Γίνεται συντάκτης, ύστερα καθηγητής γυμνασίου καί τελικά παίρνει, σέ ήλικία σαρανταέξι χρονών, μιά πανεπιστημιακή έδρα, πού 18
τον συντηρεί. Και άπό άλλες άπόψεις δμως δε ήταν εύκολη αύτη ή ζωή. 'Ακόμη και σαν καθηγητής γυμνασίου παίρνει τον μισθό του συχνά με καθυστέρηση μηνών κοντά σ' αυτά, συνοδεύουν τή ζωή του διάφορα περιστατικά της ιστορίας. Γεννημένος Σουηβός*, διορίστηκε στή Βαυαρία σάν «άλλοδαπός» · τελικά γίνεται καθηγητής στό Βερολίνο. Καί εκεί τόν διακατέχει άκόμη ή φροντίδα: «Είμριι άκριβώς 50 χρονών, πέρασα 30 άπό αύτά σέ τούτους τούς άτέλειωτα ταραχώδεις καιρούς του φόβου καί της προσδοκίας καί έλπιζα δτι θά πάρει τέλος, κάποτε, ό φόβος καί ή προσδοκία. Καί τώρα υποχρεώνομαι νά βλέπω τό κακό νά συνεχίζεται καί, οπως μου φαίνεται σέ ωρες σκοτεινές, νά χειροτερεύει» 'Αλλά τέτοιες δηλώσεις δέν άρκούν, γιά νά κατανοήσουμε τόν στοχαστή Χέγκελ καί ιδιαίτερα τήν πορεία της σκέψης του. Ό θολός καί σκοτεινός Χέγκελ δμως είχε πλατύτερη καί ισχυρότερη επίδραση άπό τόν συστηματοποιό Χέγκελ. Στόν σκοτεινό Χέγκελ βασίζεται ό Μάρξ, πού άπορρόφησε κάθε άράδα του. Αυτόν έχει μπροστά του ό Κίρκεγκαρντ. Γιά τήν άκρίβεια, ό Κίρκεγκαρντ ξαναμελετά, μέ βάση τίς χεγκελιανές άντιλήψεις, τίς σκοτεινές δυνατότητες. Αυτός ό Χέγκελ επιδρά πάνω στόν δικό μας αιώνα. Ό 20ός αιώνας εξέθρεψε καί άποπεράτωσε ολόκληρη τήν κληρονομιά αυτού του σκέπτεσθαι. Στή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίον ό Χέγκελ είπε, δτι κάθε φιλοσοφία είναι παιδί του καιρού της. Αύτή ή έκφραση δμως ισχύει σέ μεγάλο βαθμό γιά τόν ίδιο. Τό πανίσχυρο εποπτικό υλικό του είναι ή ιστορία: τόσο οι γενικές άντιλήψεις της ιστορίας δσο καί ή συγκεκριμένη βίωση της ιστορίας του καιρού του. Αύτή ή βίωση άρχίζει μέ τήν εμπειρία της Γαλλικής 'Επανάστασης, σάν οπαδοί της όποίας αισθάνονται οι τρεις φίλοι Χέγκελ, Σέλλινγκ καί Χαίλντερλιν στό σχολείο του Τύμπιγκεν. Θαυμάζουν τήν Γαλλική 'Επανάσταση, γιατί οικοδομεί πάνω στίς ιδέες της ελευθερίας τού λογικού. Ό τ α ν δμως τό νέο ξεκίνημα καταλήγει στήν τρομοκρατία, * Κάτοικος της νοτιοδυτικής Γερμανίας. (Σημ. τ. μεταφ.)
19
γιά τον Χέγκελ καταρρέει ενας κόσμος. 'Ακολουθεί ό Ναπολέοντας, πού ό Χέγκελ περιβάλλει μέ θαυμασμό. Τόν περιγράφει τήν ημέρα πού μπήκε στή Γιένα, μέρα πού γιά τόν Χέγκελ σημαίνει τό τέλος της υπηρεσίας του, μέ τά λόγια: «... είδα τόν Αυτοκράτορα - αυτή τήν παγκόσμια ψυχή - καβαλάρη, νά διασχίζει επίσημα τήν πόλη. Πρόκειται πραγματικά γιά ένα θαυμάσιο συναίσθημα, νά βλέπεις ένα τέτοιο πρόσωπο... Ό Ναπολέοντας καταρρέει. Γιά τόν Χέγκελ αυτό είναι τό πιό τραγικό πού μπορεί νά συμβεί· πενθεί γι' αυτό «τό τεράστιο δράμα, νά βλέπεις μιά υπέροχη μεγαλοφυία νά αύτοκαταστρέφεται»^"^. Όμως ή ιστορία συνεχίζεται, ακολουθεί τό Συνέδριο τής Βιέννης καί ή ανακατάταξη τής Ευρώπης. Ό Χέγκελ γίνεται καθηγητής στό Βερολίνο καί ό στοχαστής, πού κάποτε ήταν οπαδός τής επαναστατικής ιδέας τής ελευθερίας, μετά τό τελευταίο του έργο γιά πολλούς είναι ό φιλόσοφος τής παλινόρθωσης καί τής άντίδρασης. Ό Χέγκελ ζει αυτά τά περιστατικά φοβούμενος καί ελπίζοντας. "Ομως φόβος καί ελπίδα δέν αφορούν μόνο τήν προσωπική του μοίρα. Γι' αυτή βρίσκει ένα στωικό, φαιδρό ξόρκι. Πρέπει ναχουμε υπόψη «τό κινούμενο παγκόσμιο πνεύμα» καί νά παρακολουθούμε τό δρόμο του, πού τόν διανύει μέ «τρανές δρασκελιές». Αυτό είναι, έτσι νομίζω, «ό άσφαλέστερος (εσωτερικά κι εξωτερικά) κλήρος. Ή προαίσθηση, οτι τά πράγματα αυτού του κόσμου βρίσκονται σέ κίνηση καί πορεύονται πρός έναν άγνωστο στόχο, τόν κρατούσε δέσμιο από νωρίς. Στή Γιένα έκλεισε μιά φορά τήν παράδοσή του μέ τίς φράσεις: «Διερχόμαστε μιά σπουδαία εποχή, μιά ζύμωση όπου τό πνεύμα έκανε ένα άλμα, ξεπέρασε τήν προηγούμενη μορφή του καί τώρα παίρνει νέα μορφή. Ό λ ο τό πλήθος των ως τώρα παραστάσεων, οι δεσμοί του κόσμου, λύθηκαν καί καταρρέουν σάν όνειροπόλημα». Τά λέει φοβούμενος ή έλπίζοντας; 'Αδύνατο νά διαγνωστεί. Ό Χέγκελ παίρνει τή στάση, πού κρατάει συχνά. Συνεχίζει: «Ετοιμάζεται μιά άναγέννηση τού πνεύματος. Ή φιλοσοφία πρέπει κυρίως νά χαιρετίσει καί νά γνωρίσει τό φανέρωμά του, ενώ άλλοι, αντιστεκόμενοι από άδυναμία, 20
κολλούν στά περασμένα. Ή φιλοσοφία ομως, άναγνωρίζοντάς το σαν αιώνιο, πρέπει να του αποδώσει τιμές» Στά λόγια αυτά της περιόδου της Γιένας διακρίνουμε πάλι τό μεγάλο μεταφυσικό γνώρισμα του Χέγκελ, νά μελετήσει τό αιώνιο καί σταθερό, τό πνεύμα. Όμως αναμιγνύεται εδώ καί ένα άλλο στοιχείο· ό Χέγκελ μιλάει γιά λύσιμο δλων των δεσμών περιγράφει έναν κόσμο, πού γκρεμίζεται σάν όνειροπόλημα. "Οποιος βέβαια άντιλαμβάνεται αυτή τή φράση σάν περιθωριακή, γραμμένη μιά φορά μόνο, άπό μιά διάθεση της στιγμής, άντιπαρέρχεται μιά σπουδαία πλευρά τού Χέγκελ. Δέν άρχίζει έόώ ό σκοτεινός καί θολός Χέγκελ, πού «διεισδύει ερευνητικά στό χάος τών φαινομένων». Οι μελετητές δέν πρόσεξαν αρκετά αυτή τήν πλευρά τού Χέγκελ. Είναι άπό τά πιό άξιοπαρατήρητα γεγονότα, πόσο άγνωστη έμεινε αυτή ή πλευρά τού Χέγκελ, καί ρίχνει ένα παράξενο φως πάνω στίς άναγνωστικές ικανότητες. Πρέπει νά διερωτηθούμε, τί διαβάζει ένας άναγνώστης κάθε φορά καί τί όέν διαβάζει, άκριβέστερα: τί συλλαμβάνει ό ερμηνευτής καί τί όέν μπορεί νά συλλάβει; Βέβαια 6 Χέγκελ έχει εντοιχίσει συχνά τά σκοτεινά μέρη της διδασκαλίας του μέσα στή φωτεινότερη θεωρία τού άπόλυτου πνεύματος· έτσι μπορεί κανείς εύκολα νά τά παραβλέψει. Παρ' όλα αύτά τό σκοτεινό υπόβαθρο συνοδεύει κάθε βήμα του άπό τό πρώτο ως τό τελευταίο έργο. Καί τότε ομως θά έτεινε κανείς νά παραμελήσει αυτές τίς πλευρές της χεγκελιανής φιλοσοφίας, εάν δέν αποτελούσαν τό κινητήριο στοιχείο δλου τού συστήματος. Ή εμπειρία τού Χέγκελ σχετικά μέ τήν ιστορία είναι διχασμένη. Δέν ξεχνά τήν Γαλλική Επανάσταση, τήν περιγράφει πολλές φορές, καί πάντοτε άποτελει γι' αυτόν μοντέλο βαθιού διχασμού. Ά π ό τή μιά τήν χαρακτηρίζει σάν «υπέροχη άνατολή ήλίου», τήν οποία γιόρτασαν ολα τά σκεφτόμενα οντα^'^, καί άπό τήν άλλη τήν βλέπει σάν «τρόμο καί έρινύα τού άφανισμού»^®. Στή Φαινομενολογία τήν παρουσιάζει μέ τόν τίτλο Ή απόλυτη ελευθερία καί ό τρόμος. 21
Σέ αυτό τό μοντέλο ό Χέγκελ ζει τήν σκληρή συμπαρουσία του λογικού καί του μή λογικού. Συχνά πλάθει τήν εικόνα μιας πορείας, πού άρχίζει λογικά καί τελικά στρέφεται στό ανόητο. Στή Φιλοσοφία τον Δικαίου γράφει πώς ό Ρουσσώ διάγνωσε σωστά, δτι ή θέληση είναι τό θεμέλιο τού κράτους, άλλά δέν ήξερε, δτι δέν θεμελιώνει κράτος ή θέληση των ξεχωριστών ατόμων, γενόμενη συμβόλαιο, παρά ή άντικειμενική, ή «καθεαυτή καί δι' εαυτή» λογική θέληση. Καί συνεχίζει: «Όταν αυτές οι άφηρημένες ιδέες έγιναν εξουσία, άπό τή μιά πλευρά συντέλεσαν τό ιστορικά πρωτοφανέρωτο, τεράστιο έργο, τό σύνταγμα ενός μεγάλου, πραγματικού κράτους, γκρεμίζοντας κάθε δεδομένο καί κατεστημένο καί ξεκινώντας άπό τήν άρχή..., άπό τήν άλλη πλευρά, επειδή ήταν άνίδεες άφαιρέσεις, ή δοκιμή κατάντησε τό πιό φοβερό καί πιό χτυπητό γεγονός» Ό π ω ς τόσες φορές, συμπιέζει ό Χέγκελ κι εδώ σέ μιά φράση τό «άπό τή μιά πλευρά» καί τό «άπό τήν άλλη πλευρά», βλέπει τόσο τήν ισχυρή καί επιφανειακά λογική εξουσία της Γαλλικής Επανάστασης, δσο καί τό άποτέλεσμα: τό πιό φοβερό καί πιό χτυπητό γεγονός. 'Αναγνωρίζει αυτό τό ιστορικό γεγονός καί συγχρόνως τό άπορρίπτει. Αυτή τή διφορούμενη σύλληψη δέν τήν διδάχτηκε μόνο άπό τήν ιστορία. Στήν περίοδο της Γιένας έγραψε ένα άπόσπασμα, πού δέν εκτιμήθηκε σωστά άπό κανέναν ερμηνευτή. Παρουσιάζει έναν βίαιο, εσωτερικά διχασμένο καί διπλά σημαντικό θεό. Αυτός ό θεός «θυμώνει μέ τόν εαυτό του», γιατί «εξαπλώθηκε στόν πλούτο των διαπλάσεων» καί έχασε τή «σημειακότητά» του. Καταστρέφοντάς την, επιστρέφει στό κεντρικό του σημείο, «ό θυμός του καταβροχθίζει τίς διαπλάσεις του». Ό Χέγκελ άναπτύσσει, όπως λέει ό ϊδιος, μιά «βαρβαρική θεώρηση». Άλλά όλο τό άπόσπασμα δείχνει μυστικιστικά τήν άρχή της διαλεκτικής. Φεύγοντας άπό τόν εαυτό του, αύτός ό θεός επιστρέφει πάλι στόν εαυτό του. Αυτό είναι ή κυκλοφορία τών αιώνιων καί νέων διαπλάσεων. Έ δ ώ εμφανίζεται γιά πρώτη φορά ή εικόνα ενός έσωτε22
ρικά διχασμένου δντος. Πόσο δυνατά συγκινούσε τον Χέγκελ αυτή ή εικόνα, τό δείχνει κιόλας τό πρώτο του γραφτό. Τώρα γίνεται εκλογίκευση της μυστικιστικής εικόνας ενός θεού, πού εξαπλώνεται, αύταναλώνεται καί επιστρέφει στόν εαυτό του. Γιατί εδώ δηλώνει οτι ή «πηγή τής άνάγκης για φιλοσοφία» είναι ό «διχασμός». Ή φιλοσοφία πηγάζει «άπό τή ζωντανή πρωτογένεια τού πνεύματος», «πού άπό μόνο του άποκατάστησε τήν χαλασμένη αρμονία της καί τήν διαμόρφωσε αύτενεργά»^®. Μέ κάθε κατοπινότερο βήμα ή περιγραφή αυτών τών φαινομένων γίνεται ρεαλιστικότερη καί σαρκικότερη. Μιά άπό αυτές τίς περιγραφές βρίσκεται στή Φαινομενολογία, όπου εκτείνεται σέ σχεδόν εκατό σελίδες. Φέρνει τόν τίτλο Τό αλλοτριωμένο πνεύμα. Σέ μιά μακριά, οχι πιά μυστικιστική, άλλά άφηρημένη περιγραφή, προβάλλεται τό όραμα ενός πνεύματος, πού ξέφυγε άπό τόν εαυτό του. Καί χωρίς τό κεφάλαιο αυτό νά χωριζόταν στά υποκεφάλαια Ή μόρφωση, Ή διαφώτιση, Ή απόλυτη ελευθερία καί ό τρόμος, θά διακρίναμε οτι ό Χέγκελ δέν ιστορεί παρά τήν εποχή πού έζησε. Γιά τόν Χέγκελ ή μόρφωση είναι κιόλας τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα· σ' αυτή προσθέτει τήν διαφώτιση · σάν τελική πράξη τού δλου εμφανίζεται πάλι ή εξιστόρηση τής Γαλλικής Επανάστασης. Ή σκοτεινότητα αύτής τής σκιαγράφησης δμως ξεπερνάει κατά πολύ δλα δσα παρήγαγε ή κατοπινή κριτική τού πολιτισμού καθώς καί δλες τίς κατηγορίες, πού επέρριψε ό Ρουσσώ στήν εποχή του. Ιδιαίτερα δμως ό Χέγκελ επικρίνει τή μόρφωση, χαρακτηρίζοντάς την σάν «σαρκασμό τής ζωής, τής σύγχυσης τού δλου, καί αυτοσαρκασμό»^^. Οι σύγχρονοί του δέν κατανόησαν τήν εξουθενωτική κριτική εναντίον ενός κόσμου, πού ήταν άκόμα δικός τους κόσμος, ούτε διάβασαν μέ άνοιχττά μάτια τή συνέχεια αύτής τής σκιαγράφησης. Αύτή βρίσκεται στή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου, δπου ό Χέγκελ παρουσιάζει τήν άστική κοινωνία. Δέν τήν άναγνωρίζει σάν επίτευγμα τής Επανάστασης. Πάλι άναδύεται ή εικόνα τού αύτοκαταρρακωμένου κόσμου. Τώρα τό βλέμμα τού Χέγκελ καρφώνεται πάνω στήν κοινω23
νική καί οικονομική δομή αυτής της κοινωνίας, πού τήν περιγράφει κάτω άπό τήν άποψη τής «ήθικότητας πού χάνεται στά άκρα της»^^. Σε αυτή τήν κοινωνία, πού είναι προϊόν του σύγχρονου κόσμου, «καθένας είναι σκοπός του, δλα τά άλλα δεν του αξίζουν τίποτε»^^. Έχοντας χάσει κάθε μέτρο, ή αστική κοινωνία «εξωθείται πέρα άπό τόν εαυτό της», γιατί παρόλο τόν πλούτο της δέν είναι άρκετά πλούσια, «ώστε νά δώσει λύση στήν υπεροχή τής φτώχειας καί στήν έκταση του δχλου»^^. Άπορει κανείς πού ούτε ή σαφήνεια ούτε ή εξουθενωτική κριτική αυτής τής περιγραφής είχαν κάποια επίδραση. Ένας πάντως τή διάβασε μέ άνοιχτά μάτια καί αυτιά: ό Κάρλ Μάρξ, πού στά νεανικά του έργα στηρίζεται πάνω στό φαινόμενο του «αύταλλοτριωμένου πνεύματος» καί χρησιμοποιεί περικοπές του Χέγκελ. Τέτοιες λείπουν βέβαια στό Κεφάλαιο, δπου παρουσιάζεται ή οικονομική θεωρία τής κατάρρευσης τής άστικής κοινωνίας· μόνο περιθωριακά πιά άναγνωρίζεται 6 Χέγκελ, σάν εκείνος πού «πρώτος διατύπωσε» τήν διαλεκτική «στίς γενικές μορφές κίνησης μέ άρτιο καί συνειδητό τρόπο»^^. Άλλά ή κύρια ανακάλυψη του Χέγκελ δέν είναι τό διαλεκτικό φαινόμενο, μολονότι τό άναπαράστησε τόσο πλατιά, οσο κανένας πρίν άπό αυτόν. Πολύ σπουδαιότερη είναι ή σκέψη του γιά τό «άρνητικό», σάν τό κίνητρο τών συμβαινόντων. Ά π ό τή μαγεία αυτής τής σκέψης δέν ξεκόλλησε ούτε ό Κίρκεγκαρντ ούτε 6 Μάρξ, οσο κι άν πίστευαν καί οι δυό, δτι ή διαλεκτική του Χέγκελ ήταν λαθεμένη. Στή Φαινομενολογία βρίσκεται μιά περιγραφή του άρνητικου στό παράδειγμα τού θανάτου. Ξεκινώντας άπό εκεί ό Χέγκελ άναπτύσσει τήν ιδέα του γιά τή ζωή του πνεύματος. Τό πνεύμα δέν υπάρχει σάν άπουσία (ή παράβλεψη) τού άρνητικού ούτε «διαφυλασσόμενο άπό τήν εξαφάνιση», άλλά σάν κάτι πού «βρίσκει τόν εαυτό του στήν άπόλυτη καταρράκωση», «κοιτάζει κατά πρόσωπο» τό άρνητικό καί «παραμένει» κοντά του^^. Στή Λογική αυτό τό άξίωμα μεταβάλλεται σέ μεθοδική άρχή. Μόνο οποίος γνωρίσει ότι τό «άρνητικό είναι εξίσου 24
θετικό», κατανοεί τήν «πρόοδο», πού σημαίνει δμως τήν ουσία του πνεύματος καί της εξέλιξης του^^. Μόλις τώρα ή χεγκελιανή διαλεκτική βρίσκει τήν μορφή της. Οι άρνητικές όντότητες, πού περιγράφει κάτω άπό διάφορες όνομασίες, είναι οι φορείς κάθε κίνησης. Με αυτά αρχίζει ή θεωρία της δημιουργικής αντίφασης, πού άπό τόν 19ο αιώνα επιβάλλεται μέ εκπληκτικό τρόπο. Ένώ αυτή ή θεωρία διαδίδεται, εξελίσσεται καί αποστεώνεται, ξεχνιέται σχεδόν ό πραγματικός της δημιουργός. Οι άρνητικές όντότητες, πού ό Χέγκελ βέβαια δέν πρωτόπλασε, άλλά περίγραψε συχνά, συνεχίζουν νά ζουν. Γίνονται ολοένα ισχυρότερες καί εμφανίζονται ολοένα άπειλητικότερες. Όμως ό Χέγκελ, πού τίς είδε μέν, άλλά τίς προσέδεσε, τελικά, στό δν του εξελισσόμενου άπόλυτου πνεύματος, άπορρίπτεται κατηγορηματικά, καί ή τελευταία του πίστη ψέγεται σάν άφέλεια. Ά π ό τή σκοπιά αυτή θεωρείται άκυρη πιά στήν έποχή μας ή προσπάθεια του Χέγκελ νά συνδέσει τό «άρνητικό» καί τόν κόσμο του μέ τήν θετική πορεία του άπόλυτου πνεύματος. Ή έποχή μας δέν επιθυμεί πιά νά δεί δ,τι είδε ό Χέγκελ. Δέν πιστεύει πιά σέ κείνη τήν ιδέα, πού ό Χέγκελ περίγραψε στή Φιλοσοφία τον Δίκαιον: «Τό πνεύμα είναι πραγματικό, μόνο επειδή εσωτερικά αύτοδιχάζεται, βρίσκει στίς φυσικές άνάγκες καί στή συνάρτηση αυτών των εσωτερικών άναγκών τά δριά του καί τόν περασμένο χαρακτήρα του καί, διαμορφωνόμενο μέσα σ' αυτά, τά ξεπερνά καί βρίσκει μέσα τους τήν άντικειμενίκή του ύπόσταση»^®. Ένώ ό υπερασπιστής του άπόλυτου λογικού άπωθείται καί γενικά ή πίστη στό λογικό φαίνεται σιγά-σιγά νά σβήνει, ξεση>ίώνονται έξουσιαστικότερα καί απειλητικότερα τά οράματα του Μηδενός καί της κατάρρευσης. Ή συνθετική δύναμη, πού ό Χέγκελ απέδωσε στήν διαλεκτική, μεταβάλλεται σέ καταστροφική. Έτσι ή διαλεκτική στά χέρια τών άπόγονων του Χέγκελ γίνεται δργανο, πού καταρρακώνει παντού τήν πραγματικότητα, οξύνει καί διευ25
ρύνει τις άντιθέσεις και διασπά τον κόσμο σέ δυο στρατόπεδα.
26
ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΑ Ό Γκέοργκ Φρήντριχ Βίλχελμ Χέγκελ (Georg Friedrich Wilhelm Hegel) γεννήθηκε στις 27 Αύγουστου 1770. Ό πατέρας του ήταν γραμματέας στήν υπηρεσία του δούκα τής Βυρτεμβέργης. OL προγονοί του είχαν μεταναστεύσει τον 16ο αιώνα από τήν περιοχή τής Αυστρίας Κέρντεν στή νοτιοδυτική περιοχή τής Γερμανίας, τή Σουηβία. Ό Χέγκελ ενσαρκώνει στήν εντέλεια τον χαρακτηριστικό τύπο τής περιοχής. 'Από παλιά διατηρούν οι Σουηβοί μιά ξεχωριστή θέση άνάμεσα στα γερμανικά φύλα. Ά ν πιστέψουμε τούς Πρώσους, π.χ. τόν Haym^^, οι Νοτιογερμανοί είναι καλόκεφοι, άκίνδυνοι, απλοϊκοί καί βολικοί, ενώ στούς εαυτούς τους προσδίδουν άπεναντίας καλλιέργεια, συνετότητα καί «αυτοπειθαρχία σέ θέληση καί σκέψη». "Αν πιστέψουμε τούς Νοτιογερμανούς, αυτοί είναι περήφανοι γιά τήν παλιότερη κουλτούρα τους, πιστεύουν πώς είναι εγκάρδιοι καί θεωρούν τούς Πρώσους μεγαλόστομους καί φωνακλάδες. Πέρα άπό τέτοιες επιφανειακές κρίσεις, πού άκούμε εξάλλου σ' όλες σχεδόν τίς χώρες, νότιες καί βόρειες, οι Σουηβοί παίρνουν καί άνάμεσα στούς Νοτιογερμανούς μιά ξεχωριστή θέση. Ή μακριά προτεσταντική παράδοση χωρίζει τούς Σουηβούς άπό τούς Νοτιογερμανούς καθολικούς, άλλά ό προτεσταντισμός τους παίρνει μυστικιστικές διαστάσεις. Ό σ ο δυσεύρετοι κι άν είναι οι εύστοχοι γενικοί χαρακτηρισμοί γιά τό σύνολο ενός λαού, γιά τού Σουηβούς θά μπορούσε ίσως νά ισχύει σάν βασικό γνώρισμα ένα ιδιότυπο μίγμα βαθύνοιας καί νηφαλιότητας. Οι πηγές σχετικά μέ τά παιδικά χρόνια τού Χέγκελ δέν είναι πολύ πλούσιες. Σύμφωνα μέ σημείωμα τής άδελφής του Χριστίνας 6 Χέγκελ επισκέπτεται τό γερμανικό σχολείο σέ ηλικία τριών χρονών καί στά πέντε του άρχίζει νά μαθαίνει Λατινικά. Σέ ολες τίς τάξεις παίρνει βραβεία καί άπό τόν 10ο ως τόν 18ο χρόνο είναι πρώτος στήν τάξη. Ά π ό όλα, οσα γενικά γνωρίζουμε, συνάγεται δτι 6 γυμνασιόπαις Χέγκελ είναι ό χαρακτήρας τού «πρώτου». Μέ τί ζήλο επιδίδεται στά καθήκοντά του, μαρτυρούν τά ήμερο27
λόγιά του, διάφορα χειρόγραφα καί άλλα δείγματα. Τήν ευκρινέστερη γλώσσα μιλούν οί ήμερολογιακές του σημειώσεις της γυμνασιακής περιόδου στη Στουτγάρδη. Δείχνουν παντού τό «πρόωρα ώριμο» παιδί. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών γράφει: «"Ω, τί δυσάρεστες άγγελίες άπό τό Χοενχάιμ! Οί άγρότες, αυτοί οί παλιάνθρωποι, έσπασαν τά τζάμια τού δουκικού πύργου στό Σαρνχάουζεν». Λίγο πιό κάτω: «Σήμερα ήταν γιορτή · εγώ όμως δέν πήγα στήν εκκλησία, παρά έκανα περίπατο στό δάσος τού Μπόπς μαζί μέ τόν Ντοντενχόφερ καί τόν "Αουτενριτ»^®. Μιά άλλη σημείωση δείχνει τή σοφία τού δεκαπεντάχρονου: «Όταν κάποτε έτρωγα κεράσια μέ μεγάλη δρεξη καί τ' άπολάμβανα ευτυχισμένος, μέ κοίταζε κάποιος (μεγαλύτερός μου) μέ άδιαφορία καί μού ειπε: σά νέος πιστεύει κανείς, δτι δέν μπορεί νά περάσει δίπλα άπό μιά κερασιά (σημ. τού μετάφρ.: κερασοθήλυκο) χωρίς νά τού τρέξουν τά σάλια, (όπως λέμε εμείς οί Σουηβοί). 'Αργότερα δμως θά μπορούσε κανείς ν' άφήσει νά περάσει ολόκληρη ή άνοιξη, χωρίς νά λιώσει άπό τόν πόθο γι' αυτή. Έγώ σκέφτηκα τότε τήν γιά μένα ενοχλητική (άλλά κάπως σοφή) φράση: δτι στά νιάτα, όπότε θά μπορούσε κανείς άπό άσυγκράτητο πόθο νά εκθέσει τήν υγεία του σέ άσχημες συνθήκες, δέν θά μπορούσε κανείς νά τρώει τόσο πολύ, στά δέ γηρατειά δέν θά ήταν σέ θέση 31 Καί ένα χρόνο άργότερα: «Όλοι οι άνθρωποι έχουν τήν πρόθεση νά ευτυχήσουν», μερικοί θυσιάζουν, γιά νά χαρίσουν σ' άλλους ευτυχία, «προσωρινά συμφέροντα... άλλά δέν θυσιάζουν πραγματική ευτυχία... Όμως πρέπει πρώτα νά όρίσω τήν έννοια τής ευτυχίας...» Έδώ διακόπτεται ή σημείωση, φανερό πώς δέν βρήκε τήν έννοια τής εύτυχίας^^. Πολλοί βιογράφοι έχουν τήν τάση νά διακρίνουν ήδη στό παιδί τήν κατοπινή μεγαλοφυία. Στό βάθος, δμως, δλα δσα γνωρίζουμε γιά τόν μαθητή ''ν.έγκελ, δέν δείχνουν τίποτε παραπάνω άπό ένα άγόρι μέ επιμέλεια, φιλομάθεια καί τάση πρόωρης ωρίμανσης. Φαίνεται πάντως, δτι 6 νεαρός Χέγκελ δέν ήταν διαφορετικός άπό πολλούς άλλους νέους. Ό πρώτος τής τάξης Χέγκελ βγάζει τόν άποχαιρετιστήριο 28
γυμνασιακό λόγο τό 1788. Δύσκολα ακούγεται τόσο φρόνιμος λόγος σέ σημερινή γιορτή. Περιγράφει τό μαρασμό των τεχνών και επιστημών κάτω άπό τούς Τούρκους και ύμνει στή συνέχεια τό γυμνάσιο της Στουτγάρδης καί τή μορφωτική του δράση. "Ας ακούσουμε τήν αρχή μιας παραγράφου: «Σεις όμως, άριστοι φίλοι καί συμμαθητές, πού διατρέχετε άκόμη τόν στίβο,... έστε άσφαλείς, δτι... θά μάθουμε νά εκτιμούμε, τί αρνητικές επιδράσεις έχει κάθε παραμέληση τών συμβουλών τών δασκάλων καί προϊσταμένων μας... Σκεφτείτε μαζί μέ μας τήν καλοσύνη, μέ τήν οποία περιέβαλαν τήν νεολαία μας άκριβώς αυτοί οι δάσκαλοι καί άνατροφείς...»^^. . 'Ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη μας τό διαφορετικό ύφος καί τή διαφορετική εποχή, πιστεύουμε πάντως οτι εχουμε μπροστά μας τό πρότυπο του υποδειγματικού μαθητή. Έτσι μπαίνει υπότροφος στό πανεπιστήμιο, όπου γιά πέντε χρόνια σπούδασε φιλοσοφία καί θεολογία. Τώρα αλλάζει λίγο ή εικόνα, οι πληροφορίες γιά τόν Χέγκελ δέν είναι πιά τόσο μονοσήμαντες. Ό Χέγκελ εμφανίζει, όπως θά λέγαμε σήμερα, χωρίς αλλο καθυστερημένη εφηβεία, κι ετσι στό πανεπιστήμιο άναπληρώνει άρκετά άπό οσα παράλειψε σά μαθητής γυμνασίου. Ή περίοδος στό Τύμπιγκεν εχει ερευνηθεί καί περιγράφει συχνά καί διεξοδικά, π.χ. άπό τό Ντιλτάυ, τόν Χέρινγκ καί άλλους. Όλοι συμφωνούν στήν προβολή δυό γεγονότων. Τό ένα είναι ή φιλία τού νεαρού Χέγκελ μέ τόν πέντε χρόνια νεότερο Σέλλινγκ καί τόν συνομήλικο Χαίλντερλινγκ. Τό άλλο είναι ή εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης. Τά δυό γεγονότα συμβαδίζουν. Ή τριάδα Χέγκελ, Σέλλινγκ καί Χαίλντερλινγκ συνδέεται μέ μιά διάπυρη εφηβική φιλία. Διαβεβαιώνουν πίστη μεταξύ τους, αισθάνονται νά τούς συνδέει ή κοινή προσδοκία της βασιλείας τών ουρανών. Αυτή ή βασιλεία τού θεού δέν έχει άποκλειστικά καί μόνο θρησκευτικό χρώμα στήν εκκλησιαστική έννοια· καί οι τρεις περιμένουν μέ τό δίκιο της νιότης μιά πλήρη άναδιαμόρφωση της κοινωνικής, πολιτικής καί πνευματικής ζωής. Καί κάθε τόσο εμφανίζεται ή λέξη «ελευθερία»· έπιδιώ29
κουν ελευθερία των πνευμάτων και επαναλαμβάνουν τό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης, 'Ισότητα, Ελευθερία καί Άδελφικότητα. Κι έτσι τους περιβάλλει, δπως πιστεύουν, τό πνεύμα της Γαλλικής Επανάστασης. Στό πανεπιστήμιο ιδρύεται μιά πολιτική λέσχη. Γιά νά κατανοήσουμε τή σημασία της, πρέπει νά άναλογισθούμε τό τότε σχολείο τους. Ήταν ένα θεολογικό ίδρυμα, εσωτερικό οικοτροφείο, κι είχε αυστηρό κανονισμό καί προδιαγραφές. Σύμφωνα δμως μέ δλες τίς μαρτυρίες δέν ήταν στενοκέφαλο καί στενόκαρδο. Δίδασκαν εκεί σημαντικοί διανοητές, πού διαπνέονταν από ελεύθερο προτεσταντισμό· έχουμε επίσης τή μαρτυρία σύγχρονου οίκότροφου, πού λέει ρητά, δτι επιτρεπόταν τό διάβασμα χωρίς λογοκρισία. Ή σχολή δμως λειτουργεί κάτω άπό τήν προστασία του κυβερνήτη δούκα Κάρολου Ευγένιου. Ή Αυλή του ήταν πιστή άπεικόνιση τής Αυλής των Βερσαλλιών πρίν άπό τήν επανάσταση. Αέγεται δτι ό δούκας πληροφορήθηκε γιά τήν πολιτική κίνηση στή σχολή και άκουσε ότι εκεί τραγουδιέται ή Μασσαλιώτιδα. Εμφανίζεται λοιπόν ξαφνικά καί εξαπολύει έναν φιλιππικό στήν αίθουσα φαγητού. Αένε πώς στό τέλος ρώτησε τόν νεαρό Σέλλινγκ αν λυπάται γιά όλα αυτά. Ή άπάντηση του Σέλλινγκ δμως ήταν: «Μεγαλειότατε, απουσιάζουμε δλοι»^"*. Δέν ξέρουμε, δυστυχώς, τί του άπάντησε ό δούκας. 'Ακόμα καί τώρα ό Χέγκελ δέν έχει τά γνωρίσματα του κατοπινού μεγάλου καί σημαντικού άνδρα. 'Αναφέρεται μάλιστα, δτι πολλοί συμφοιτητές του, πού έζησαν τή δόξα του κατοπινού Χέγκελ, δήλωναν δτι δέν τό περίμεναν ποτέ άπό τόν Χέγκελ. 'Αξίζει νά άναφερθούν ακόμα μερικές ιστοριούλες, πού φωτίζουν τίς εκτιμήσεις τών τότε συντρόφων του. Στή σχολή ό Χέγκελ ισχύει σάν ό «γέρος»· ξέρουμε ένα σκίτσο πού εμφανίζει τόν Χέγκελ σάν γέρο καί περιέχει τήν φράση: « Ό θεός νά βοηθήσει τό γέρο». Άλλη ίστοριούλα άναφέρει δτι ό Χέγκελ έπινε πολύ καί συχνά επέστρεφε στό οικοτροφείο δχι ιδιαίτερα νηφάλιος. Μιά φορά, καθώς γύρισε μεθυσμένος, ό θαλαμάρχης του φώναξε άπεγνωσμένα: «Χέγκελ, θά 30
καταπνίξεις στό οινόπνευμα καί τό πολύ λίγο μυαλό ποΰχεις»35 Ό λ α αυτά ταιριάζουν στήν εικόνα, πού έδωσε σ' ένα γράμμα ό Λόυτεβαϊν, συμφοιτητής καί φίλος του Χέγκελ, καθώς καί στη μαρτυρία, πού δίνει γι' αυτόν 6 διευθυντής του οικοτροφείου Σνούρερ. Ό Λόυτεβαϊν λέει, δτι ό Χέγκελ ήταν σ' δλους συμπαθητικός, τόν χαρακτήριζε πρόσχαρη καταδεκτικότητα καί ταβερνιάρικη βολικότητα, κάνοντάς τον ευχάριστο στήν παρέα· παρίστανε όμως τόν «μεγαλοφυή» καί ή συμπεριφορά του δέν ταίριαζε πάντα στό μοναστηριακό καταστατικό^^. Στό οικοτροφείο τόν θεωρούσαν lumen obscurum (σκοτεινό φως). Καί ό Σνούρερ γράφει: «Στά τέλη του χρόνου ό κύριος Χέγκελ έχει εξετάσεις... Λίγη προσοχή δέν θά βλάψει καθόλου. 'Αμφιβάλλω πολύ, αν στό μεταξύ έχει μάθει νά δέχεται μέ υπομονή τίς θυσίες, πού συνήθως συνδέονται, τουλάχιστον άρχικά, μέ τή θέση του ιδιωτικού δασκάλου»^^. Ό τ α ν διαβάζει κανείς αυτές τίς πληροφορίες έχει γενικά τήν εντύπωση οτι ό Χέγκελ είναι καμωμένος άπό τό υλικό, από τό όποιο γίνεται ό καλός πολίτης. Έτσι μέ τό δίκιο τους ασχολήθηκαν πολλοί μέ τό ερώτημα, αν ό νεαρός Χέγκελ ήταν πραγματικά επαναστάτης. Ό βιογράφος του Χάυμ λέει, δτι δέν μπορούμε νά μιλάμε στά σοβαρά γιά επαναστατικό φρόνημα στήν περίπτωση του Χέγκελ, «ήταν μιά φοιτητική μέθη, πού συγκίνησε καί τόν νηφάλιο, άργότερα πέρα γιά πέρα άντεπαναστατικό Χέγκελ»^®. Ό Ντιλτάυ κατανόησε μέ βαθύτερο ένστικτο πόσο άποφασιστική ήταν γιά τόν Χέγκελ ή εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης, ενώ ό Χέρινγκ λέει δτι ό Ντιλτάυ υπερτίμησε πολύ τόν άντιπολιτευτικό χαρακτήρα του Χέγκελ^^. Βέβαια ό Χέγκελ, παρόλη τή φοιτητική του καταδεκτικότητα, πού του προσγράφει ό Λόυτεβαϊν, δέν ήταν αυτός, πού εκμυστηρεύεται σ' όλους τά ένδιαφέροντά του. 'Ακόμα βαρύτερα ζυγίζει ή εικόνα ενός ένθερμου ρήτορα της ελευθερίας καί της ισότητας, ενώ ή παράδοση άπό καθέδρας ήταν «άσχημη, σιγανή καί δέν κυλούσε»"^^. Τό βίωμα τής Γαλλικής 'Επανάστασης δέν τόν εγκατέλειψε ούτε στά προχωρη31
μένα γερατειά. Έτσι ό Χέγκελ, οταν ήταν ήδη καθηγητής στό Βερολίνο και αισθανόταν τον εαυτό του πιστό υπηρέτη του πρωσικοϋ κράτους, έλεγε στις Παραδόσεις πάνω στην φιλοσοφία της ιστορίας γιά τή Γαλλική Επανάσταση: «Ήταν λοιπόν μιά υπέροχη ανατολή ήλιου. "Ολα μαζί τά σκεπτόμενα οντα τή γιόρτασαν. Εκείνη τήν εποχή κυριάρχησε μιά επιβλητική συγκίνηση καί ένας ενθουσιασμός του πνεύματος διαπέρασε πυρετικά τόν κόσμο, λές καί συμφιλιώθηκε τώρα πραγματικά 6 θεός μέ τόν κόσμο»"^^. Άξιοπαρατήρητο σ' αυτή τή διατύπωση είναι ότι ό Χέγκελ άντιλαμβάνεται σχεδόν μυστικιστικά τή Γαλλική Επανάσταση, καθώς λέει, οτι συμφιλιώθηκε ό θεός μέ τόν κόσμο. Παρανόησε όμως τή Γαλλική Επανάσταση τόσο, πού δέν ειδε τήν πραγματικότητά της; Δέν πρόκειται γιά παρανόηση. Γιατί στή Φαινομενολογία, τό πρώτο έργο του Χέγκελ, ή περιγραφή της επανάστασης βρίσκεται σέ κεντρική θέση. Πιό κάτω θά μιλήσουμε περισσότερο γιά τό μέρος της Φαινομενολογίας, πού έχει τόν τίτλο 7/ απόλυτη ελευθερία καί ό τρόμος. Πάντως σέ αυτή τήν περιγραφή γίνεται σαφές οτι τήν ειδε σέ όλο της τό πλάτος. Έ ν α είναι βέβαιο: Ό Χέγκελ δέν άνηκε σέ εκείνους πού ξέχασαν τό βίωμα της Γαλλικής Επανάστασης· τό κρατά μέσα του, τό στοχάζεται συχνά καί βρίσκει κάθε τόσο νέες διατυπώσεις. Κι άκόμα: τό επαναστατικό στοιχείο είναι πραγματικά ξένο καί άντίθετο πρός τό πνευματικό κλίμα, μέσα στό όποιο ζει ό Χέγκελ. 'Αλλά εδώ προσκρούομε γιά πρώτη φορά στή μεγάλη ικανότητα, πού κάνει τόν Χέγκελ νά εξέχει πέρα άπό τόν αιώνα του καί του δίνει τήν πραγματική του θέση. Γιατί ό Χέγκελ ζει τή Γαλλική Επανάσταση μέ τρόπο πού τόν σημαδεύει. Αυτός πού άναζητεί τήν ησυχία καί τήν άστική ζωή, ζει τά ανθρώπινα γεγονότα μέ ιδιαίτερη ευαισθησία. 'Αστραπιαία μπορεί νά αλλάζει ή σκηνή της ιστορίας, σέ ξαφνική καί διαλεκτική ποιοτική άλλαγή (Umschlag) τά γεγονότα άλλάζουν τό πρόσωπό τους. Ζει τή Γαλλική 'Επανάσταση σάν μοντέλο. Ό σ α συμβαίνουν στόν κό32
σμο, δέν ακολουθούν ευθύγραμμη πορεία, δεν υπάρχει άμεση πρόοδος με τό νόημα της Διαφώτισης. Κυριαρχεί συνεχής άλλαγή και μεταβολή. Όποιος δεν τό καταλαβαίνει, δέν καταλαβαίνει τίποτε. Ά π ό αυτή τή σκοπιά είναι άδιάφορο, αν ό Χέγκελ σάν άτομο είναι επαναστάτης ή άντεπαναστάτης. Κάτι άλλο είναι σπουδαιότερο: Τό δυναμικό στοιχείο, ή διαλεκτική, πού χαρακτηρίζει τό σύστημά του, καθρεφτίζει τά γεγονότα καί τή μοίρα της Γαλλικής Επανάστασης. Συνάμα βλέπουμε σέ αυτά ένα γνώρισμα πού μας επιτρέπει γιά πρώτη φορά νά μιλάμε γιά τή μεγαλοφυία του. Σάν αυτόν έζησαν τή Γαλλική Επανάσταση μυριάδες καί τήν κατανόησαν ή δέν τήν κατανόησαν, δίνοντάς της κάποιες εξηγήσεις. Ό Χέγκελ κατάγεται άπό έναν άλλο κόσμο, τόν αυστηρά νοικοκυρεμένο προτεσταντισμό, τόν οποίο άκολουθεί σέ δλη του τή ζωή. 'Αλλά επιμένει νά κατανοήσει, τί συνέβει έκεί, καί νά εντοιχίσει τά συμβάντα στήν δική του σκέψη, οσο ξένα καί άν του είναι. Έ δ ώ κάνει τήν έμφάνισή του τό δυνατό συνθετικό πνεύμα, πού λειτουργεί διαφορετικά άπ' ο,τι στόν Κίρκεγκαρντ καί τόν Μάρξ. Γίνεται πιό κατανοητό όταν ξέρουμε δτι ό Χέγκελ στήν περίοδο τού Τύμπιγκεν διάβαζε βέβαια τόν Κάντ καί επίσης θεολογία καί φιλοσοφία, άλλά μέ γνήσιο πάθος κάθε τόσο καί τόν Ρουσσώ. Ό Λόυτεβαϊν μάς πληροφορεί σχετικά: «Ήρωάς του ήταν ό Ρουσσώ· συνέχεια διαβάζει τόν Αιμίλιο, τό Κοινωνικό Συμβόλαιο καί τίς 'Ομολογίες. Πίστευε, οτι διαβάζοντάς τα θά απαλλαγεί άπό ορισμένες γενικές προκαταλήψεις καί σιωπηρές προϋποθέσεις ή δεσμά, όπως έλεγε ό ίδιος.. Αυτή ή αιτιολόγηση άκούγεται σάν κάπως άφελής, είναι όμως τελείως σωστή. Τό φρόνιμο παιδί-πρότυπο, δπως τόν έδειξαν οι περιγραφές, θέλει νά ξεπεράσει τόν περιορισμένο του όρίζοντα, νά άπαλλαγεί άπό όλα τά δεσμά καί τίς προκαταλήψεις, γιά νά κατανοήσει τά πάντα. 'Ακολουθώντας αυτή τήν τάση, εμφανίζεται μιά δεύτερη, διαφορεΐική φύση μέσα του. Μεγάλωσε, οπως δείχνει 6 άποχαιρετιστήριος λόγος στό γυμνάσιο, μέσα σέ ένα σχεδόν 3.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
33
τυφλό κλίμα εμπιστοσύνης πρός τις αυθεντίες, άπλώνοντας την εμπιστοσύνη αυτή σ' δλα οσα του πρόσφερε τότε ό κόσμος της παιδείας. Και τώρα ή εμπιστοσύνη αύτη άρχίζει να κλονίζεται. Γιατί ξαφνικά διακρίνει ένα άλλο πρόσωπο του κόσμου. Γνωρίζει εκείνο της Διαφώτισης, πού με πλήρη εμπιστοσύνη στό λογικό κοιτάζει τό μέλλον καί αντιμετωπίζει τά μελλόμενα με αισιοδοξία. Ή Γαλλική Επανάσταση του δείχνει τό άλλο πρόσωπο αυτού του κόσμου, ένα σκοτεινό καί δαιμονικό, τό πρόσωπο της ελευθερίας καί συνάμα του άπόλυτου τρόμου. Θά περάσει άρκετός καιρός, ώσότου ό Χέγκελ βρει τή σύνθεση του καί συγκολλήσει καί τίς δυό πλευρές αυτού του κόσμου. 'Αποτέλεσμα είναι τό φιλοσοφικό του σύστημα, πού μας φαίνεται τόσο διπρόσωπο. Σέ αυτό τό σημείο δέν θά προαναφέρουμε παρά μόνο τά άπαραίτητα σημεία. Θά γνωρίσουμε μιά τεράστια ικανότητα, πού χαρακτηρίζει τόν Χέγκελ. Σέ αντίθεση πρός τόν Κίρκεγκαρντ καί τόν Μάρξ, βλέπει τό διπλό πρόσωπο αυτού του κόσμου καί προσπαθεί νά τό εννοήσει μέ δικό του τρόπο. Κι έτσι φτάνει στήν ιδέα της διαλεκτικής καί του διαλεκτικού σκέπτεσθαι. "Ομως δέν τοχει διατυπώσει άκόμα, καί στό αποσπασματικό έργο πού σύνταξε εκείνη τήν εποχή. Λαϊκή θρησκεία καί χριστιανισμός, δέν υπάρχουν ούτε υπονοήσεις. Σέ άντίθεση πρός άλλους σχολιαστές του παραιτούμαστε άπό τήν περιληπτική άναπαράσταση αυτού ή άλλων νεανικών έργων, πού πραγματεύονται διεξοδικά 6 Ντιλτάυ καί ό Χέρινγκ, καί συνεχίζουμε τή βιογραφική ανασκόπηση. Ό Χέγκελ εγκαταλείπει τό Τύμπιγκεν. Σκεφτόταν, μετά τίς θεολογικές καί φιλοσοφικές σπουδές, νά παρακολουθήσει νομικά. 'Αντί γι' αυτό παίρνει τό δρόμο της ταλαιπωρίας όπως τόσοι καί τόσοι διανοούμενοι της εποχής του. Γίνεται οίκοδιδάσκαλος στή Βέρνη της Ελβετίας στήν παλιά βερνέζικη οικογένεια Στάιγκερ φόν Τσούγκ. Εκεί γνωρίζεται μέ τήν αριστοκρατική ολιγαρχία τής Βέρνης· δυσαρεστημένος γράφει στόν Σέλλινγκ, δτι οι μηχανορραφίες στίς πριγκιπικές αυλές ωχριούν μπροστά στά πράγματα, πού γί34
νονται εδώ...."^^. Δέν έχουμε πολλές πηγές άπό τήν περίοδο της ιδιωτικής διδασκαλίας του, άλλα άρκετές γιά νά ξέρουμε πώς συνέχισε ενα έργο, πού είχε αρχίσει στο Τύμπιγκεν. Συγκεντρώνει σωρό ύλικοΰ, καταγράφει ένα μέρος του, όμως ολα τά τότε δείγματα δέν φανερώνουν κατά τη γνώμη μου πολλά άπό τόν κατοπινό Χέγκελ, οσο επίμονα κι αν τό ισχυρίζονται μερικοί σέ ειδικές άναλύσεις τους. Τά πρώιμα γραφτά του καί τά αποσπασματικά έργα, πού εκδόθηκαν άπό τόν Nohl, πραγματεύονται συνηθισμένα θέματα: τό πνεύμα του χριστιανισμού καί τη μοίρα του, τή ζωή τού Χριστού. Μέ αύτά τά κείμενα δέν θά άσχοληθούμε εδώ. Τό 1797 ό Χέγκελ εγκαταλείπει τή Βέρνη καί πηγαίνει, πάλι σάν οίκοδιδάσκαλος, στή Φρανκφούρτη. Ό Χαίλντερλινγκ τού βρήκε αύτή τή θέση. Ό Χέγκελ δέχεται τό κάλεσμα τού φίλου «χωρίς ενδοιασμούς», δπως γράφει. Μιλάει γιά άλλες προοπτικές, πού τελικά έγκαταλείπει · πρόκειται ϊσως γιά μιά θέση φροντιστή στό Τύμπιγκεν"*"^. Ό Χέγκελ είναι σχεδόν 28 ετών. Μετά άπό τριάμισι χρόνια, όταν άφήνει τή Φρανκφούρτη γιά νά μετοικήσει στή Γιένα, είναι 31 χρονών. Ό φίλος του Σέλλινγκ, νεότερος, είναι κιόλας φημισμένος μέ τήν άστραπιαία σταδιοδρομία του. 'Όταν ό Χέγκελ ήταν άκόμη στή Φρανκφούρτη, εκείνος κλήθηκε σέ πανεπιστημιακή έδρα στή Γιένα μέ μεσολάβηση τού Γκαίτε. Καί προτού ό Χέγκελ πάει στή Γιένα, δημοσιεύτηκε κιόλας τό σχέδιο τού πρώτου συστήματος τής Φυσικής φιλοσοφίας τού Σέλλινγκ. Πού βρίσκεται τότε ό Χέγκελ, τί έχει κάνει ό Χέγκελ σάν φιλόσοφος; Είπα ήδη, δτι πολλοί συγγραφείς έχουν άναλύσει καί ερμηνεύσει μέ άκρίβεια τήν εξέλιξη τού Χέγκελ καί ιδιαίτερα τά αποσπασματικά γραφτά εκείνης τής περιόδου, πού βρέθηκαν στά κατάλοιπά του. Οι ερμηνείες δμως διαφέρουν μεταξύ τους. Μερικοί έχουν τήν τάση νά άναζητούν στόν νεαρό Χέγκελ ολα τά στοιχεία τού ηλικιωμένου· άλλοι μελετούν τήν περίοδο αύτή χωρίς προκαταλήψεις. Εμείς προσπαθούμε τό τελευταίο. Είναι πάντα κάπως άχαρο νά βλέπει κανείς τούς βιογράφους στήν προσπάθεια 35
νά θεωρούν μια προσωπικότητα χυμένη μιά για πάντα σέ ενα καλούπι, όποτε ζώή και εργο μοιάζουν σάν λυμένη μαθηματική εξίσωση. Ό άνθρωπος δέν είναι ούτε γιά τόν εαυτό του ούτε γιά τούς άλλους άπλή άριθμητική άσκηση. Σίγουρα εμφανίζονται ήδη σ' εκείνα τά χρόνια πολλές ρίζες του μελλοντικού Χέγκελ, δταν γνωρίζει κανείς τήν έξέλιξή του. 'Αλλά γιά τόν άπροκατάληπτο παρατηρητή, πού δέν παρατηρεί μέσω τού μελλοντικού, ό νεαρός Χέγκελ είναι άρκετά ακαθόριστος. Οι πιό διαφορετικές δυνατότητες είναι άνοιχτές. 'Από δημοσιοϋπαλληλικό σπίτι, μεγαλωμένος στήν άτμόσφαιρα της προτεσταντικής Σουηδίας, άναθρεμένος στίς παραδόσεις τής άρχαιότητας καί τού χριστιανισμού, σπούδασε θεολογία καί φιλοσοφία. Πάνω σέ αυτές τίς βάσεις θά μπορούσε κανείς νά στηρίξει τήν πίστη, ότι ό Χέγκελ θά παραμείνει στήν προδιαγραμμένη σταδιοδρομία καί θά γίνει κάποιος σημαντικός λόγιος, πού εργάζεται σιωπηλά. 'Αλλά στόν Χέγκελ υπάρχει ενα άλλο στοιχείο, πού εκκολάπτεται σιγά-σιγά. Ή πρώτη ενδειξη βρίσκεται, όπως είδαμε, στήν στροφή του πρός τήν Γαλλική Επανάσταση. "Αλλα σημάδια προσθέτονται σποραδικά. Λόγου χάρη θέλει νά σπουδάσει νομικά. Καί κατά τρόπο άξιοπαρατήρητο ό φιλόσοφος καί θεολόγος γράφει ξαφνικά στή Φρανκφούρτη ενα κείμενο έξω άπό τόν άναμενόμενο κύκλο θεμάτων. Ό τίτλος του: Οί νεότερες εσωτερικές συνθήκες τής Βυρτεμβέργης, ιδιαίτερα οί αδυναμίες τής διοικητικής νομοθεσίας. Γενικά έρχεται, ιδίως στή Φρανκφούρτη, πάλι στήν επιφάνεια τό ενδιαφέρον γιά τήν πολιτική καί γιά κοινωνική δράση. Αυτή τήν περίοδο 6 Χέγκελ άποκτά τίς πολιτικοοικονομικές του γνώσεις. Στά 1798-99 γράφει ένα διεξοδικό κριτικό σχόλιο πάνω στό τότε γνωστό δημοσιονομικό έργο τού Stewart. Αυτή ή εξέλιξη αιφνιδιάζει κάπως. Μπορεί νά γεννήσει τήν εντύπωση δτι ό φιλόσοφος καί θεολόγος θέλει τώρα νά γίνει πολιτικός. "Ομως ό πολιτικός αυτός βρίσκεται στήν αντιπολίτευση. Αισθάνεται τόν εαυτό του σάν μεταρρυθμιστή. Τό κείμενο πάνω στό κρατίδιο τής Βυρτεμβέργης είναι 36
άπόλυτη κριτική. Ριεριγράφονται οι καταχρήσεις και υποστηρίζεται δτι οι κυβερνήσεις καί οι δημόσιοι υπάλληλοι αποστρέφονται άπό φύση τους κάθε πρόοδο καί μεταρρύθμιση. Όλόκληρο τό σύστημα - ετσι ισχυρίζεται - είναι καθαυτό ελαττωματικό καί χρειάζεται ολοκληρωτική άλλαγή. Έ ν α απόσπασμα δείχνει τήν πολεμική του ύφους του: « Ή επιτροπή τό βρήκε βολικό νά εχει άνδρες, πού μιλούσαν κι έγραφαν γιά λογαριασμό της καί στήν άνάγκη σκέφτονταν ϊσως γι' αυτή. Έ ν α μεγάλο μέρος των μελών σπατάλησε στό μεταξύ τό είσόδημά του σέ βολική απραξία, φρόντισε επί πλέον γιά τις ψυχικές του άνάγκες, παραμελώντας τίς υποθέσεις της χώρας, όπως τό θέλησαν ή πρόνοια καί οι αρχηγοί της. Τό φτωχό κοπάδι υπέφερε, καθώς ήθελαν νά τό οδηγούν ό ενας βοσκός τό πρωί καί ό άλλος τό βράδυ. Σέ αύτόν τόν τόνο συνεχίζει. "Αν ό Χέγκελ, καθώς λέγεται, μέ αύτό τό κείμενο ήθελε νά άποδείξει τά προσόντα του γιά τήν ανάληψη μιας δημόσιας θέσης στή Βυρτεμβέργη, ή δημοσίευση αύτού τού κειμένου θά τόν έβλαπτε περισσότερο άπό δσο θά τόν ωφελούσε, δπως τού είπαν οι φίλοι του. Ό νεαρός κρυφός μεταρρυθμιστής - γιατί τίποτε τέτοιο δέν φτάνει στή δημοσιότητα - κριτικάρει επίσης τήν τότε κατάσταση της Γερμανίας μέ καυτά λόγια: «Εκτός άπό τά δεσποτικά, δηλαδή τά χωρίς σύνταγμα κράτη», έτσι λέει, «κανένα κράτος δέν έχει άθλιότερο σύνταγμα... Αύτά είναι τσουχτερά λόγια. "Αν είχαν δημοσιευτεί, θά είχαν πλατιά άπήχηση, άλλά καί συνέπειες γιά τόν ϊδιο· ϊσως θά είχαμε έναν διαφορετικό Χέγκελ άπό κεινον πού ξέρουμε. Καί άν θέλαμε νά δεχθούμε τήν εξωπραγματική ιδέα, οτι ό Χέγκελ θά είχε γίνει πολιτικός, τότε ή γερμανική φιλοσοφία θά ήταν φτωχότερη κατά έναν άπό τούς άποτελεσματικότερους εκπροσώπους της. Θά είχε γίνει πλουσιότερη ή πολιτική; Ό σ ο άσκοπη κι άν φαίνεται ή ερώτηση αυτή, πρέπει εντούτοις νά τή θέσουμε, άν θέλουμε νά δούμε τόν άνθρωπο πού βρίσκεται πίσω άπό τό έργο τού Χέγκελ. Τονίστηκε συχνά δτι ό Χέγκελ, στήν άσχολία του μέ τά πολιτικά από-, χτησε καί τίς βασικές γνώσεις, μέ τίς όποιες μπόρεσε άργό37
τερα νά γράψει μέρη της Φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου. Όμως κανένας βιογράφος δέν μπορεί νά άγνοήσει τό γεγονός δτι ό Χέγκελ τελικά και κυρίως ήταν φιλόσοφος, Έτσι πολλοί βλέπουν τίς πολιτικές του προσπάθειες σάν μέρος τοϋ θεωρητικού του έργου. Τό ερώτημα είναι μήπως 6 Χέγκελ αρχικά ήθελε νά άκολουθήσει άλλη πορεία. Μάλιστα θά μπορούσαμε νά διερωτηθούμε μήπως 6 Χέγκελ είναι άποτυχημένος καί παρεμποδισμένος πολιτικός. Βέβαια, ή πραγματική εξέλιξη τού Χέγκελ πήρε άλλη κατεύθυνση. 'Αλλά γιά τήν κατοπινή πορεία του είναι πολύ σημαντικό οτι τουλάχιστον γιά ένα διάστημα θέλησε νά εγκαταλείψει τή θεωρία. Αυτή ή τάση γίνεται φανερή πολλές φορές καί άποτελει λειτουργικό συστατικό της κατοπινής του φιλοσοφίας. Οι περισσότεροι βιογράφοι τού Χέγκελ παρατήρησαν βέβαια αυτή τήν πολιτική τάση, άλλά τήν τοποθέτησαν στό περιθώριο. Δέν μπορεί όμως νά παραβλεφτεί, δτι στόν νεαρό Χέγκελ είναι ζωντανή καί δυνατή ή θέληση νά δράσει πολιτικά. Αυτός ό θεωρητικός μεγάλων διαστάσεων, εμφανίζει μιά δεύτερη, πολύ διαφορετική τάση, πού άντιτίθεται στήν καθαρή θεωρία. Σέ αυτή τή συνάρτηση παίρνουν ιδιαίτερη άξία τά γράμματα πού έγραψε στόν Σέλλινγκ, μερικά από τά οποία διασώθηκαν. 'Αναφέρθηκε συχνά τό γράμμα, πού έγραψε άπό τή Βέρνη τό 1795 στόν Σέλλινγκ. Τό απόδωσαν, οπως λέει 6 Χάυμ, σέ «επαναστατική μέθη», μερικοί όμως τό πήραν σοβαρά. Γράφει: «Οι φιλόσοφοι άποδείχνουν αυτή τήν άξιοπρέπεια (της άνθρωπότητας · σημ. τού συγγραφέα), οι λαοί θά μάθουν νά τήν αισθάνονται καί νά μή ζητούν τά καταπατημένα δίκαια, παρά θά τά ξαναπάρουν στά χέρια τους - θά τά ιδιοποιηθούν. Θρησκεία καί πολιτική βρέθηκαν σ' ενα καζάνι, ή πρώτη δίδαξε ό,τι ήθελε ό δεσποτισμός: περιφρόνηση τού άνθρώπινου είδους, ανικανότητα τού ίδιου γιά ο,τι καλό, γιά αύθυπαρξία. Μέ τή διάδοση των ιδεών, πώς πρέπε-ι νάναι κάτι, θά εξαφανιστεί ή άπάθεια των αδρανών ανθρώπων, πού δέχονται αιώνια τά πάντα, δπως είναι...». Ό τόνος οξύνεται καί τελικά λέει: «'Αναζητήστε τόν ήλιο, φίλοι, 38
γιά νά ώριμάσει σύντομα ή σωτηρία του άνθρώπινου είδους»"^^. Είναι εύλογο, διαβάζοντας αύτάτά λόγια, γιατί μίλησαν γιά νεανικό ενθουσιασμό καί επαναστατική μέθη. Όμως, άς μην ξεχνάμε, ό Χέγκελ μετά άπό αυτό τό γράμμα, τόσο στη Βέρνη οσο καί στη Φρανκφούρτη, ακολουθεί την ίδια πορεία σκέψης. Παντού, όπου βρίσκεται, ζητά νά διεισδύσει στά πολιτικά πράγματα· στη θέση τού ενθουσιασμού καί της μέθης, όπως διαφαίνονται σ' αυτό τό γράμμα, ερχεται μιά οξεία καί εμπεριστατωμένη πολιτική κριτική. Στοχεύει στό κρατούν πολιτικό σύστημα της Βέρνης, στά συντάγματα της Βυρτεμβέργης καί της Γερμανίας, καί παντού γίνεται φανερό, δτι ό Χέγκελ καλλιεργεί ριζική άντιπολίτευση. Πάντως ή τελευταία φράση της παραπάνω περικοπής έχει ιδιαίτερη σημασία γιά τόν θεωρητικό Χέγκελ, καθώς λέει: οι δεοντολογικές ιδέες άσκούν τήν καθοδήγηση καί καθορίζουν τήν πρακτική. Πρόκειται γιά τήν ιδια φράση, μέ τήν οποία καταπιάνεται αργότερα ό Μάρξ, δίνοντάς της τήν έξης ερμηνεία: Μέ τή διάδοση της ιδέας της επανάστασης θά άνατρέψετε τήν πραγματικότητα. Αύτή ή φράση τού Χέγκελ έχει δμως τήν ιστορία της, πού θά εκθέσω άργότερα διεξοδικότερα. Αύτή ή σκέψη, ή ιδέα δηλαδή της σχέσης μεταξύ θεωρίας καί πράξης, θά άπασχολήσει τόν Χέγκελ συχνά. Κι εδώ οι άπόψεις του μεταβάλλονται συνεχώς. Ό ηλικιωμένος Χέγκελ, τό λέμε προκαταβολικά, θά πεί ακριβώς καί κατά λέξη τό άντίθετο οσων έγραψε σέ ηλικία εικοσιπέντε χρονών. Είναι πραγματικά άξιοπαρατήρητο, πώς ό νεαρός Χέγκελ αιωρείται μεταξύ πολιτικής καί θεωρίας. Τί θά. συνέβαινε, αν είχε άλλες δυνατότητες; Οι συνθήκες ή ή δική του μοίρα τού χάραξαν τήν πορεία του; "Ας άφήσουμε τά γεγονότα νά μιλήσουν μόνα τους. Στά 1800 πεθαίνει 6 πατέρας του, άφήνοντάς του ένα μικρό μερίδιο κληρονομιάς, πού τού επιτρέπει νά παρατήσει τό επάγγελμα τού ιδιωτικού δάσκαλου. Έτσι άποφασίζει νά μετοικήσει στή Γιένα, δπου στό περίφημο πανεπιστήμιο διδάσκει ό φίλος του Σέλλινγκ, Μετά άπό μακρόχρονη σιωπή γράφει στόν Σέλλινγκ. Πρόκειται 39
γιά ενα γράμμα μέ φροντισμένη διατύπωση, όπου του άναγγέλλει, πώς αποφάσισε «νά περάσει ενα διάστημα σε οικονομική ανεξαρτησία» και νά αφιερωθεί σε εργασίες καί μελέτες, πού εχει άρχίσει, «προτού τολμήσω», λέει, «νά δοθώ στις φιλολογικές απολαύσεις της Γιένας, θέλω νά αντλήσω νέες δυνάμεις, κάνοντας κάπου διακοπές. Διάλεξα τή Βαμβέργη, γιατί ήλπιζα νά σέ συναντήσω έκει...». Τον παρακαλεί γιά διευθύνσεις στήν Βαμβέργη κλπ. Καί τελικά τό γράμμα περνάει στήν περιγραφή της δικής του εσωτερικής κατάστασης, πού επηρέασε τήν απόφαση. Γιά πολιτική δέν κάνει πιά λόγο. Λέει γιά τόν εαυτό του: «Τό ιδανικό τής εφηβείας χρειάστηκε νά πάρει έπιστημονικότερη μορφή καί νά γίνει σύστημα. 'Αναρωτιέμαι, τώρα πού ασχολούμαι ακόμα μ' αυτά, πώς θά βρεθεί πάλι ό δρόμος πρός πρακτικές επεμβάσεις στή ζωή τών άνθρώπων...»"^^. Ή τελευταία φράση θά μπορούσε ϊσως νά ερμηνευτεί έτσι: ό Χέγκελ αναζητά μιά πρακτικότερη δράση, άλλά ή άπόφαση φαίνεται παρμένη, δηλαδή ό Χέγκελ θέλει νά συνεχίσει τήν επιστημονική εργασία. Καί εδώ εμφανίζεται γιά πρώτη φορά σέ έγκυρο σημείο ή μεγάλη μαγική λέξη: ό Χέγκελ έχει άναπτύξει ένα σύστημα. Είναι φανερό πώς έχει βρεί αυτό πού πιστεύει δτι θά του γεμίσει ολόκληρη τή ζωή του: επιστημονική εργασία, δηλαδή τό σύστημα καί ή οίκοδόμησή του.
40
Η ΚΑΤΑΣΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ
Στις αρχές του 1801 ό Χέγκελ ερχεται στη Γιένα, δηλαδή στο πανεπιστήμιο πού, δπως λέει ό Χάυμ, εκείνη τήν εποχή ήταν ή πραγματική καρδιά της γερμανικής φιλολογίας καί φιλοσοφίας. Δρούσαν άκόμη ή είχαν δράσει πράγματι μεγάλα ονόματα. Δίδαξαν καί εργάστηκαν εκεί ό Σίλλερ, ό Βίλχελμ φόν Χούμπολτ, ό Νοβάλις καί ό Τήκ. Εκεί ό Φίχτε εφτασε στο άποκορύφωμα τής δόξας του, δίδασκε ό Σέλλινγκ, καί τό όνομα τού Γκαίτε είναι στενά δεμένο με τή Γιένα, μολονότι ζεί στή Βαϊμάρη. Ό Χέγκελ δίδαξε εξι χρόνια στό πανεπιστήμιο τής Γιένας μέ άμοιβή πού δέν τούφτανε νά ζήσει. Έφυγε μετά τίς μάχες τής Γιένας καί τού "Αουερστετ. Μέ τήν παρέλαση τού νικητή Ναπολέοντα τελείωσε καί ή αποστολή του. Ό π ω ς γράφει στόν Σέλλινγκ, έρχεται στή Γιένα μέ τήν πεποίθηση ότι ή μορφή των νεανικών ιδεών του άποκρυσταλλώθηκε σέ «σύστημα». Θά μπορούσαμε άπό αυτά νά συμπεράνουμε ότι ήλθε στή Γιένα μέ άποτελειωμένο σύστημα. "Ομως δέν είναι έτσι. 'Αντίθετα θάταν πιό σωστό νά πούμε ότι τό σύστημα τού Χέγκελ πρωτοδημιουργείται στή Γιένα. Στά τέλη αυτής τής περιόδου, τό 1807, δημοσιεύεται \\ Φαινομενολογία τον πνεύματος, τό πρώτο μεγάλο έργο τού Χέγκελ. Ό Μάρξ τό άποκάλεσε φύτρο τής χεγκελιανής φιλοσοφίας. Όλοι οι ερμηνευτές τού Χέγκελ συμφωνούν δτι άπό τή Γιένα άρχίζει ή κύρια εξέλιξη ή, όπως είπαν, ή ώρίμανση τού Χέγκελ. Μέ βάση τήν άγγελία του στόν Σέλλινγκ, ότι ή στοχαστική μορφή μεταβλήθηκε σέ σύστημα, πίστεψαν πολλοί, πώς σέ μερικά αποσπασματικά έργα τής τελευταίας περιόδου τής Φρανκφούρτης θά βρίσκονταν τά πρώτα σχέδια τού συστήματος. Έτσι έχουμε ένα φρανκφονρτειο απόσπασμα συστήματος, πού, σύμφωνα μέ τή δήλωση τού Nohl, άποτελούνταν άπό περίπου 47 χειρόγραφα φύλλα. Έχουν περισωθεί μόνο δύο φύλλα'^^. 'Αλλά, στό βαθμό πού επιτρέπεται εδώ γενίκευση, ό Χέρινγκ έχει σίγουρα δίκιο, όταν 41
λέει, πώς οα3τε τυπι>ί:ά οΰτε ουσιαστικά μπορεί νά γίνεται λόγος για «σύστημα». 'Αναμφισβήτητα όμως ό Χέγκελ πηγαίνει στή Γιένα μέ την πρόθεση νά δημιουργήσει «σύστημα». Ή πραγματική διαδικασία όμως διαρκεί εξι χρόνια. Έχουμε επίσης ενα πρώτο προσχέδιο, πού δημοσιεύτηκε μέ τίτλο Γεναϊκή Λογική, Μεταφυσική και Φυσική Φιλοσοφία^^. Καί όμως: αν συγκρίνει κανείς αυτές τις πανεπιστημιακές παραδόσεις μέ τήν Φαινομενολογία, είναι σάν νάχουμε κάτι τελείως διαφορετικό μπροστά μας. Οι κατάλογοι παραδόσεων του πανεπιστημίου της Γιένας δείχνουν τήν προσπάθεια του Χέγκελ νά διδάξει κάποιο σύστημα. Ή δ η τό 1804-5 δίδαξε «Όλόκληρο τό σύστημα της φιλοσοφίας σύμφωνα μέ προσωπικές υπαγορεύσεις»^^. Μετά τό 1802 επικαλείται συχνά τό βιβλίο του πού «κυκλοφορεί προσεχώς» καί κάθε τόσο τιτλοφορεί παραδόσεις του ώς «τό σύστημα της φιλοσοφίας». Τά ξεχωριστά μέρη παίρνουν σαφή μορφή, καθώς διδάσκει «Λογική καί Μεταφυσική», «Φιλοσοφία της Φύσης καί του Πνεύματος» καί κοντά σ' αυτά βέβαια καί παραδόσεις πάνω στήν ιστορία της φιλοσοφίας κι άκόμα πάνω στή γεωμετρία καί τήν άριθμητική. Τά εξι χρόνια στή Γιένα φαίνονται λοιπόν καλυμένα από τήν άποφασιστική καί αποκλειστική επεξεργασία ενός συστήματος. Γιατί όμως άπαιτεί έξι χρόνια αυτή ή συναρμολόγηση; Γιατί εμφανίστηκε σάν ιδιαίτερο έργο στό τέλος της εξαετίας τό μέρος, πού αρχικά είχε προοριστεί σάν μικρή εισαγωγή, παίρνοντας τή μορφή της Φαινομενολογίας, ενώ δέν ειχε περιληφθεί καθόλου στό ώς τότε προσχέδιο του συστήματος; Θά μπορούσαν νά τεθούν κι άλλα ερωτήματα. Ό τ α ν 6 Χέγκελ πήγε στή Γιένα, δέν είχε παρά μόνο τήν ιδέα νά οικοδομήσει ένα σύστημα. Θέλει δμως νά δημιουργήσει ένα σύστημα διαφορετικό από τά προηγούμενα. Τό φαντάζεται σάν ευκίνητο παιγνίδισμα τών επί μέρους μελών. Μπορεί νά κατέχει τά ξεχωριστά δομικά στοιχεία του οικοδομήματος, του λείπει δμως ή άρχιτεκτονική ιδέα πού θά συγκροτήσει τό σύστημά του. Κι αυτή θά πρέπει νάχει ξεχωριστές ιδιότητες: πρέπει νά κάνει τά δομικά στοιχεία νά 42
βλαρτάνουν πρός τά έξω, κινούμενα άπό εσωτερικά ελατήρια. Χυτή ή άρχιτεκτονική αρχή λέγεται διαλεκτική. Δεν είναι νοητό τό χεγκελιανό σύστημα χωρίς τή διαλεκτική και άντίστροφα ή χεγκελιανή διαλεκτική δεν νοείται χωρίς σύστημα. Γιά τον Χέγκελ αυτά τά δυό είναι αχώριστα. Ή ενότητα αυτή δεν θά διατηρηθεί πολύ. Ό Κίρκεγκαρντ καί ό Μάρξ θά αναγνωρίσουν βέβαια τή διαλεκτική, άλλά θά καταδικάσουν απόλυτα τό σύστημα του Χέγκελ. 'Αναλογιζόμενοι τήν ιστορική σημασία του Χέγκελ, πρέπει μάλιστα νά πούμε: τό σύστημα κατέρρευσε, άλλά συνεχίζει νά ζεί ή διαλεκτική. 'Ασχολούμαστε σέ αυτό τό κεφάλαιο κυρίως μέ τά δυό τούτα βασικά στοιχεία της χεγκελιανής φιλοσοφίας, επειδή δέν υπάρχει πρόσβαση στή φιλοσοφία του χωρίς τήν κατανόηση τους. Ό ϊδιος ό Χέγκελ. τοποθέτησε σέ πρώτη γραμμή τήν ιδέα τοΰ συστήματος. Τό σύστημα εξασκεί πάνω σέ πολλούς φιλοσόφους μιά μαγική δύναμη καί ολοένα άναβιώνει. Υπάρχουν τά αρχαία φιλοσοφικά συστήματα καί τά σύγχρονα, Ή μαγική έλξη ομως, πού άκτινοβολεί ένα σύστημα, εξηγείται εύκολα. Τό σύστημα είναι ένα μέσο νά κατανοηθεί τό σύνολο λεπτομερειακά, προσφέροντας, ας πούμε, τήν κατευθυντήρια γραμμή· καθετί πρέπει νά τοποθετηθεί στή θέση του καί νά γίνει κατανοητό. Στόν Χέγκελ ζεί άκόμα αυτή ή στάση άπέναντι στό σύστημα· αναζητά καί βρίσκει, κατά τή γνώμη του, αύτή τήν παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Ά π ό παλιά δμως, καί ιδιαίτερα γιά τόν Χέγκελ, ή ιδέα του συστήματος περιέχει καί μιά σταγόνα πίκρας. Τά συστήματα είναι θνητά, γεννιούνται, όπως όλα τά έμβια, γιά νά πεθάνουν. Ό Χέγκελ είχε πάντα στό νου του αυτό τό γεγονός. Στό τέλος της Φαινομενολογίας μιλάει γιά τά κρανία πού συνθέτουν τόν θρόνο του απόλυτου πνεύματος. Γιά μάς τούς σημερινούς έχει ξεθυμάνει ή ιδέα ενός συστήματος. Σέ αυτό έχει συντελέσει καί ή χεγκελιανή φιλοσοφία. Οι διάδοχοι του Χέγκελ στή φιλοσοφία επιφυλάσσουν μόνο ειρωνεία καί σαρκασμό γιά τά συστήματα. Μέ τό μάτι 43
στραμένο φανερά στον Χέγκελ λέει ό Κίρκεγκαρντ: « Ή φιλοσοφία, με κάθε νέο βήμα, πετάει τό παλιό της δέρμα· τό τελευταίο φοριέται άπό τους κουτότερους όπαδούς»^^. Και ό Νίτσε: «Δέν είμαι τόσο στενοκέφαλος, γιά νά φτιάξω σύστημα»'^^. « Ή οικοδόμηση συστημάτων είναι κάτι παιδαριώδες»^"^. Καί μέ φανερή κακία: « Ή θέληση γιά σύστημα οφείλεται σέ έλλειψη ήθους»^^^. Δέν είναι όμως μόνο αυτοί οι διανοητές · ένας πολύ νεότερος καί πολύ σχολαστικότερος στοχαστής, 6 Νικολάι Χάρτμαν, έλεγε συχνά: « Ή εποχή των συστημάτων πέρασε». Κι δταν ό ϊδιος ό Χέγκελ κοροϊδεύει τά συστήματα, πού χάνονται σέ «στείρα τυποκρατία», μοιάζοντας μέ «παλιομάγαζο μ π α χ α ρ ι κ ώ ν » δ π ο υ «έχουν άραδιαστεί κουτιά μέ ετικέτες», δέν απέχει καί πολύ άπό τή σημερινή κριτική πάνω στά φιλοσοφικά συστήματα. Παρόλα αυτά πιστεύει στό δικό του σύστημα, επειδή νομίζει πώς βρήκε «τή μόνη άληθινή μέθοδο». Κι αυτή είναι ή διαλεκτική. Έτσι ερχόμαστε πάλι στήν κεντρική έννοια του χεγκελιανου σκέπτεσθαι, πού πρέπει νά μας απασχολήσει, άφού δημιούργησε σχολή. Δέν θά ξεκινήσουμε ομως άπό τό έτοιμο προϊόν της διαλεκτικής μεθόδου, δπως τό άνάπτυξε περίτεχνα στή Φαινομενολογία καί στά κατοπινά έργα του. Περισσότερο μας ενδιαφέρει πώς έφτασε σ' αυτό πού ονομάζει διαλεκτική μέθοδο. Υπάρχει μιά άπλή εξήγηση γι' αυτό. Ό Χέγκελ δέν εφεύρε τήν έννοια τής διαλεκτικής, πού είναι έννοια της άρχαίας φιλοσοφίας. Ό Πλάτωνας κι ό 'Αριστοτέλης είχαν πραγματευτεί τήν διαλεκτική. Ό Κάντ άφιέρωσε τή μισή Κριτική τον καθαρού Λόγου στή μεταφυσική διαλεκτική. Μόλις πρίν άπό τόν Χέγκελ μίλησαν γιά τή διαλεκτική ό Φίχτε καί 6 Σέλλινγκ, ένσωματώνοντάς την στή φιλοσοφία. Φαίνεται εύλογο καί άναγκαιο τό συμπ;έρασμα: ό Χέγκελ παράλαβε τή διαλεκτική άπό πολλούς πρόδρομους. Όμως στήν ιστορία τής φιλοσοφίας οι άπόψεις γιά τή διαλεκτική άλλάζουν χαμαιλεοντικά. Τή μιά φορά εξυμνείται σάν ή άληθινή μέθοδος τής φιλοσοφίας, τήν άλλη ξεσκεπάζεται, άπό τόν Κάντ, σάν δόλος τής άπόλυτης λογικής, καί άλλοτε 44
την παρουσιάζουν σαν ρητορική τέχνη, μέ την όποια εξαπατά κανείς τόν άντίπαλο μέ λογικοφανή τρόπο. Ό Χέγκελ άσχολήθηκε μέ αυτές τις διαφορετικές άντιλήψεις για τη διαλεκτική, συχνά μάλιστα μέ άπότομο τρόπο και τσουχτερές φράσεις. Κατακρίνει τήν πλατωνική διαλεκτική, επαινεί βέβαια τόν Κάντ, του επιρρίπτει όμως καί τήν κατηγορία ότι παρανόησε τή διαλεκτική. Μήτε αυτή ή πολεμική του Χέγκελ, μήτε ύστερότερες δογματικές διατυπώσεις της διαλεκτικής, μας βοηθούν φυσικά νά εννοήσουμε, πώς ό ίδιος άντιλαμβάνεται τή διαλεκική. Πιστεύω πώς πρώτα πρέπει νά δούμε εποπτικά αυτό πού ό Χέγκελ όνόμασε διαλεκτική πραγματικότητα, γιά νά μπορέσουμε νά συλλάβουμε τό σύστημα εννοιών της διαλεκτικής. Καί μ' αύτά δίνεται συγχρόνως καί ή άπάντηση στό παραπάνω ερώτημα, γιατί ό Χέγκελ δούλευε τό σύστημά του εξι χρόνια. Σκεφτόταν πάντα διαλεκτικά· μας πείθουν γι' αυτό πολλά άπό τά πρώιμα άποσπασματικά του έργα. Κοιτάζει κάθε φορά μέ δυό διαφορετικά μάτια συγχρόνως, το ναί καί τό όχι, τό sie et non. Ή σύλληψη της πραγματικότητας στήν άντιθετική της δομή φαίνεται αναπόσπαστο συστατικό του. Δέν μπορούσε όμως άκόμα νά εκφράσει τόν τρόπο θεώρησης ή, άκριβέστερα, δέν μπορούσε νά ανεβάσει τήν θεωρία της διαλεκτικής στό ψηλό επίπεδο πού τή ζει. Ό τ α ν τελικά βρήκε τό δρόμο καί τό υλικό, πού τόν οδήγησαν στήν πλήρη καί άμεση θεώρηση, τότε τήν έγραψε μέ μιά μονοκοντυλιά. 'Αποτέλεσμα είναι ή Φαινομενολογία. Καί δέν είναι σύμπτωση ότι ή Φαινομενολογία, όπως θά δούμε όταν τήν εξετάσουμε άκριβέστερα, εμπεριέχει ένα είδος ιστορικής θεώρησης της συνείδησης. Καί γενικά άς σκεφτούμε ότι ό Χέγκελ ζει τή διαλεκτική μέσα στήν ιστορία μέ άμεσα εποπτικό τρόπο. Γιατί ζει ό,τι κι εμείς: τή ραγδαία αλλαγή τών λεγόμενων ιστορικών άληθειών. Ή εποχή του χαρακτηρίζεται άπό ένα άνεβοκατέβασμα της ιστορίας· ζει τήν Γαλλική Επανάσταση, τό τέλος της, τήν άνοδο τού Ναπολέοντα καί τήν πτώση του. Κάθε τόσο μεταβάλλεται ή ιστορική πραγματικότητα καί άλλάζει 45
ή σκηνή, όπου διαδραματίζεται ή ιστορία. Ό ϊδιος δεν στέκεται δίπλα άπό τα γεγονότα σάν παρατηρητής, παρά ζεί τίς άλλαγές στή σάρκα του. Φαίνεται λοιπόν, πώς ή πορεία της ιστορίας, ή άλλαγή άπό τήν επανάσταση στήν άντίδράση, ή άνοδος στήν εξουσία καί ή πτώση άπό αυτή, άποτέλεσαν τό εποπτικό υλικό, πού του ενέπνευσε τή διαλεκτική. Πρέπει νά ομολογήσουμε δτι ή Φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας του Χέγκελ είναι δημοφιλές εργο, γιατί δέν υπάρχει υλικό τόσο κατάλληλο γιά τή διαλεκτική θεώρηση δσο τό ιστορικό. Καί δμως δέν πιστεύω πώς ό Χέγκελ άνάπτυξε τήν διαλεκτική σκοπιά ή τή διαλεκτική εμπειρία επειδή εζησε έτσι τά ιστορικά γεγονότα. Ή διαλεκτική οπτική καί βίωση βρίσκονται βαθύτερα μέσα του. Είναι πιό αινιγματικά τά βάθρα αυτής της περίτεχνης μεθόδου άπ' δ,τι δείχνει ή πρώτη ματιά. Υπάρχει ένα ντοκουμέντο της χεγκελιανής εξέλιξης, πού γνώριζε καί τύπωσε ήδη ό Ρόζενκραντς, βιογράφος καί μαθητής του Χέγκελ, καί πού ξαναδημοσιεύτηκε άργότερα στά Ντοκουμέντα πάνω στήν εξέλιξη τον Χέγκελ (1936) του Χοφμάιστερ. Είναι άξιοπαρατήρητο οτι αυτό τό κείμενο δέν βρήκε ερμηνευτή, μολονότι υπάρχει στή δημοσιότητα πάνω άπό εκατό χρόνια. Κανένας άπό τούς τόσους πνευματώδεις ερμηνευτές του δέν τό πρόσεξε ιδιαίτερα. Υπάρχει μιά σειρά άπό άποσπασματικά έργα της περιόδου τής Γιένας μέ σημαντική άπόκλιση άπό τό γνωστό του ύφος. Δέν δείχνουν τό διδακτικό, άφηρημένο καί συχνά πολύ κοπιαστικό ύφος, πού θά γνωρίσουμε άργότερα. Στή θέση τής άκραίας άφαίρεσης, πού χαρακτηρίζει τόν Χέγκελ, έχουμε μιά ζωντάνια εικόνων καί μιά άμεση παραβολική πλαστικότητα. Όποιος βέβαια γνωρίζει καί διαβάζει τόν Χέγκελ άκριβώς, ξαναβρίσκει καί στά άλλα έργα δείγματα αυτού τού ύφους. Ξαφνικά ό Χέγκελ παραμερίζει τό άφηρημένο καί δίνει μιά έναργέστατη εικόνα, συχνά σκοτεινού τύπου. Έτσι καί ή εικόνα πού άναφέραμε παραπάνω: τό άπόλυτο πνεύμα κάθεται πάνω σέ θρόνο, άπαρτιζόμενο άπό κρανία. Καί 46
συνεχίζει, μετατρέποντας στίχους του Σιλλερ: «άπό τήν κρασοκανάτα'του βασιλείου των πνευμάτων τοΰρχονται οι αφροί της άπεραντοσύνης του»^"^ Τέτοιου είδους είναι οι λεγόμενοι άφορισμοί της περιόδου της Γιένας. Λέει κάπου: «Οι παλαβοί θεραπεύονται μέ τίς ζημιές, ομως οι έξυπνοι άνθρωποι μένουν άσύνετοι παρόλες τίς ζημιές». "Αλλη φορά δίνει έναν όρισμό του κόμματος: «Κόμμα είναι, οταν κομματιάζεται». Καί τρίτο παράδειγμα: «Μιά μπαλωμένη κάλτσα είναι καλύτερη άπό μιά σκισμένη · δέν συμβαίνει τό ϊδιο καί μέ τήν αύσοσυνείδηση». Αυτοί οι αφορισμοί είναι σκοτεινοί. Μιά μεγάλη παράγραφος άρχίζει μέ τίς λέξεις: «Ora et labora! Νά προσεύχεσαι καί νά βλαστημάς!»^®. Νά παραφράζει ένας θεολόγος τό λατινικό «προσεύχου καί έργάζου» σέ «νά προσεύχεσαι καί νά βλαστημάς» ακούγεται σκοτεινό καί άνευλαβές. Έ ν α ς τέτοιος Χέγκελ διαφαίνεται μέσα άπό τό παρακάτω απόσπασμα: « Ό θεός, άφού έγινε φύση, εξαπλώθηκε στόν πλούτο καί στήν μουγγή κυκλοφορία των διαπλάσεων, συνειδητοποιεί τήν επέκταση, τή χαμένη σημειακότητα, καί θυμώνει γι' αυτό. Ό θυμός είναι αυτό τό σχήμα, αυτή ή συστολή στό κενό σημείο. Έτσι βρίσκει τόν εαυτό του καί τήν ύπόστασή του πεταμένη, αδειασμένη στήν άνειρήνευτη άπεραντοσύνη, όπου δέν υπάρχει παρόν, αλλά μιά ερημική πτήση πέρα άπό τά σύνορα, πού όρθώνονται πάντα, καθώς ξεπερνιούνται. Αυτός ό θυμός, όντας τέτοιο τό πέταγμα, είναι ή καταστροφή της φύσης. Ή υπέρβαση των διαπλάσεων είναι καί πορεία πρός τόν εαυτό του, ή γένεση ένός επίκεντρου. Έ δ ώ ό θυμός καταβροχθίζει τίς διαπλάσεις του. Όλόκληρο τό εκτεταμένο βασίλειό τους πρέπει νά περάσει μέσα άπό αυτό τό επίκεντρο. Οι σκελετοί των διαπλάσεων καταθρυμματίζονται τότε καί ή σάρκα τους ρευστοποιείται». "Αν μείνουμε στήν πρώτη αυτή παράγραφο, βλέπουμε τήν εικόνα του «θεού» μπροστά μας. Είναι βέβαια ένας παράξενος θεός, πού δέν γνωρίζει ή χριστιανική θρησκεία. Θυμίζει κάπως τόν τιτάνα Κρόνο της ελληνικής μυθολογίας. Αυτός 47
καταβροχθίζει, όπως ξέρουμε, μετά τή γέννηση ολα τα παιδιά του, έκτος τόν Δία, πού σώζεται. Ό Δίας δμως εξαναγκάζει τον Κρόνο νά ξεράσει πάλι τά παιδιά του. Τό ϊδιο ζοφερός είναι κι αυτός ό θεός. 'Αλλά δέν θυμώνει μέ τά παιδιά του, παρά μέ τά πλάσματά του, εξοργίζεται μέ τόν εαυτό του, μέ την «ερημική πτήση του». Πάνω σ' αυτό τόν θυμό του καταβροχθίζει δ,τι έπλασε, καταθρυμματίζει τά κόκκαλα καί ρευστοποιεί τή σάρκα. Είναι λοιπόν ένας θεός, πού, διόλου ευχαριστημένος μέ τόν εαυτό του, καταστρέφει δ,τι έχτισε. Άλλά ενώ 6 Χέγκελ τά περιγράφει μέ αδρές λέξεις, παρεισφρύουν καί άλλα νοήματα. Αυτός ό θεός υπερβαίνει τά όρια τών διαπλάσεών του, αυτό δμως είναι καί μιά πορεία πρό τόν εαυτό του, εκεί «γίνεται επίκεντρο». Στεκόμαστε μπροστά σέ αυτή τήν εικόνα, πιστεύοντας πώς άκούμε έναν μυστικιστή νά σκιτσάρει κάποιον αινιγματικό θεό. Ένώ σέ αυτή τήν παράγραφο θριαμβεύει ακόμα ή εικόνα της αύτοεξόντωσης, άρχίζει νά διαφαίνεται ότι αυτή ή διαδικασία είναι αναγκαία. Παρουσιάζω μερικά αποσπάσματα από τή συνέχεια: « Ή οργή του θεού μέ τόν εαυτό του, στήν άλλη του δψη, ό εωσφόρος δηλαδή, έξανίσταται εναντίον του θεού καί ή ομορφιά του τόν κάνει κομπορρήμονα». Καί στίς επόμενες φράσεις επαναλαμβάνει 6 Χέγκελ πώς είναι ό θυμός, ή έξαψη τού θεού, πού «αύτοσυντρίβεται καί κατατρώγει τό κομπαστικό μεγαλείο του». Έπειτα λέει: « Ή καταφαγωμένη φύση εξυψώνεται σέ νέα ιδανική μορφή σάν βασίλειο σκιών, πού έχασε τήν πρώτη ζωή, τήν εμφάνιση τού πνεύματός της μετά τόν θάνατο της ζωής της. Αυτή ή νέα μορφή δμως είναι ή υπέρβαση τού κακού, μετά τήν έγκαρτέρηση στήν πυρά τού πόνου, δπου καθαρίστηκε (εξαγνίστηκε), άφήνοντας στό καζάνι ολα τά φτερά, δηλαδή ένα κατάλοιπο, πού είναι τό καθαρό τίποτε. Αυτή εξυψώνεται σάν ελεύθερο πνεύμα, πού βλέπει τόν έξαγνισμό της μόνο στήν φύση». Τώρα λοιπόν άλλάζει ή εικόνα. Ό εωσφόρος καί, μ' αυτόν, ό μύθος τού χριστιανισμού γίνεται ορατός. Ξεκινάει συγχρόνως μιά νέα διαδικασία. Μέσα άπό τό θεό πού κατα48
στρέφει τις διαπλάσεις του, ξεπροβαίνει σέ νέα, ιδανική μορφή ένα βασίλειο σκιών, δπου έξυψώνεται τό ελεύθερο πνεύμα. 'Ακολουθεί τρίτη παράγραφος, πού αρχίζει έτσι: «Τέτοιοι μύθοι, τέτοιες διαδικασίες, είναι βαρβαρικής εποχής». Σέ αυτή τή φράση λύνονται τά πάντα. Μήπως ήθελε ό Χέγκελ νά άναπαραστήσει τή βαρβαρική κοσμοθεωρία; Ό χ ι βέβαια. Γιατί ξεπροβαίνει πάλι ή προηγούμενη εικόνα άπαράλλαχτη. Συνεχίζει: «Τό είδος αυτών τών διδασκαλιών εξοντώνει τό άτομο ή μάλλον εδώ πρόκειται γιά τό θυμό ενάντια στό άπολυτοποιημένο». Πιό κάτω περιγράφει, πώς εκείνη ή κοσμοθεωρία διατρέχει πάλι μιά δεύτερη διαδικασία. 'Αρχίζει νά ξεκαθαρίζεται, τί εννοεί. Ή δεύτερη διαδικασία είναι ή επιστήμη ή ή γνώση, «εκείνη ή πορεία ζωής του θεού, άπ' όπου προέρχεται ή ϊδια ή γνώση». Γίνεται φανερό, πώς στήν πρώτη περιγραφή του αύτοεξοντωνόμενου κύκλου του θεού συνάπτεται μιά δεύτερη. Ό Χέγκελ ονομάζει τή διαδικασία αυτή δεύτερη κυκλοφορία του απόλυτου, πού, «άφού έγινε πνεύμα», «αύτοδημιουργείται»^^. Είναι μάλλον απίθανο νά μπορέσει κανείς νά μπει σωστά στό νόημα αυτού του άποσπασματικού έργου μέ τό άφάνταστο κράμα παραβολών καί αφαιρέσεων, αν θελήσει νά τό ερμηνεύσει φράση μέ φράση καί λέξη μέ λέξη. Πάντως είναι εντυπωσιακό, πώς ό Χέγκελ άπό τή σκοτεινή εικόνα ενός αύτοκατατρωγόμενού θεού, άπό τήν οψη της αύτοεξοντωτικής διαδικασίας παράγει τή φύση, τόν κόσμο καί τό πνεύμα. Ό λ α αυτά μένουν βέβαια τυλιγμένα σέ εικόνες - άργότερα τά στερεώνει σέ έννοιες. Εντυπωσιακός είναι επίσης ό πυρήνας αυτής της διαδικασίας, ή οποία περιγράφεται μερικά μέ εικόνες καί μερικά μέ έννοιες. Κάθε τόσο προβάλλει μιά παράσταση (ιδέα) τής «κυκλοφορίας», πού ξαναεμφανίζεται στόν Χέγκελ καί άργότερα. Τή συναντάμε γιά πρώτη φορά άδάμαστη καί ώμή στήν εικόνα του αύτοτρωγόμενου θεού· έπιστρέφει πάλι σάν κυκλοφορία του άπόλυτου καί γιά τρίτη φορά σάν «κυκλοφορία, πού αύτέποπτεύεται». Ά ν τώρα ισχυρίζομαι, οτι σέ αυτή τήν εικόνα εμφανίζεται 4.
Οι μεγάλοι διαλεκτικοί
49
ή διαλεκτική, είναι φυσικά σαφές, πώς αύτη ή μυθικά ντυμένη εικόνα σχετίζεται πρός την ύστερότερη, ορθολογικά επεξεργασμένη ιδέα της διαλεκτικής, περίπου οπως ή πλατωνική παραβολή τής σπηλιάς πρός τήν όρθολογικά άναπτυγμένη θεωρία περί ιδεών του Πλάτωνα. Σίγουρο είναι πώς 6 Χέγκελ ζει μέ εικόνες καί ζωγραφίζει μέ λέξεις δ,τι αργότερα επεξεργάζεται σέ κόσμο εννοιών καί πιό συγκεκριμένων απόψεων. Όμως αυτή ή εικόνα ρίχνει τίς σκιές της καί στό κατοπινό εργο. Έτσι διαβάζουμε στήν εισαγωγή τής Λογικής του, πού περιέχει τήν άφηρημένη καί εννοιολογική άνάπτυξη τής διαλεκτικής: «Μπορεί κανείς γι' αύτό νά πει, οτι τό περιεχόμενο (τής Λογικής: σημ. του συγγρ.) είναι ή άναπαράσταση του θεού, δπως αύτός είναι στήν αιώνια ύπόστασή του πρίν άπό τή δημιουργία τής φύσης καί ενός πεπερασμένου πνεύματος»^^. Αυτή ή φράση άκούγεται σάν υπεροψία, καί άπορει κανείς, πώς 6 Χέγκελ ξαφνικά καταφεύγει σέ τέτοιον ισχυρισμό. Πίσω άπό αύτά κρύβεται ϊσως άμεσα τό παραπάνω αποσπασματικό εργο, πού είχε γράψει στή Γιένα. Εκτός άπό αύτά εμπεριέχονται βέβαια σέ αύτή τήν εικόνα πραγματικά ολα τά συστατικά τής κατοπινής ορθολογικής διαλεκτικής. Στήν άρχή βρίσκεται τό άμεσα άπόλυτο, πού χαρακτηρίζεται σάν θεός. 'Ακολουθεί δ,τι 6 Χέγκελ άργότερα ονόμασε τήν «τεράστια δύναμη του άρνητικού», στήν εικόνα του θεού, πού εξοργίζεται μέ τόν εαυτό του καί σπαράζει τά πλάσματά του. Καί πιό κάτω επαναλαμβάνεται οτι αύτός 6 θυμός είναι συγχρόνως «μιά άπόλυτη πορεία πρός τόν εαυτό του», ή γένεση του επίκεντρου. Μέ τήν αύτογένεση του θεού άρχίζει ή κυκλοφορία του πνεύματος καί άνυψώνεται ύστερα σέ όλοένα ύψηλότερες βαθμίδες. Κι αύτό επανέρχεται σέ κατοπινές εργασίες, τόσο στή Φαινομενολογία όσο καί στή Λογική, καθώς καί στή Φιλοσοφία τον Δικαίου καί σέ άλλα κείμενα. 'Αλλά άς σταθούμε μιά στιγμή σέ αύτή τήν ζοφερή καί μυθική εικόνα, χωρίς τήν προοπτική τής κατοπινής διαλεκτικής. Θά δούμε τά κύρια συνθετικά τού χεγκελιανού κόσμου. Συναντάμε πρώτα όλον τόν πλούτο τών άρχαίων 50
παραστάσεων (ιδεών) ^ού άναμιγνύονται με τις χριστιανικές· ό Χέγκελ άνατράφηκε στόν κόσμο ένός χριστιανικού ουμανισμού. Συναντάμε άκόμα σε ιδιότυπο κράμα την άφηρημένη έννοιολογία, πού άναπτύχθηκε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία άπό τόν Καρτέσιο ως τόν Κάντ. Τό τρίτο συνθετικό δεν θά τό περιμέναμε άπ' αυτόν. Πρόκειται γιά τόν μυστικιστικό κόσμο της Δύσης, πού βρίσκουμε στόν Κουζάνο (Kues), στόν Μπαίμε καί σέ άλλους. Τό τελευταίο δέν είναι δικός μας ισχυρισμός. Ό ϊδιος έγραψε εξάλλου στην πολύ κριτική παρουσίαση της φιλοσοφίας του Μπαιμε, στό βιβλίο του Ιστορία της φιλοσοφίας, ότι «στόν άδρό ψυχικό του κόσμο κρύβεται πραγματικά μιά τεράστια βαρβαρική δύναμη, πού χρησιμοποιούσε τήν πραγματικότητα σάν έννοια»^^. Καί ό Μάρξ δέν είχε άδικο όταν κατηγορούσε τόν Χέγκελ γιά «μυστικοποίηση». Πάντως είναι αξιοθαύμαστη, γιά νά χρησιμοποιήσουμε τά δικά του λόγια, ή βαρβαρική δύναμη της σύνθεσης, μέ τήν οποία ό Χέγκελ συνθέτει τά διάφορα συστατικά τρύ ευρωπαϊκού καί δυτικού κόσμου. Τό ντοκουμέντο λοιπόν αυτό είναι καί άπό τούτη τήν άποψη μοναδικό. Βέβαια οι δυό σελίδες τού ατελούς έργου έχουν τήν ϊδια άναλογική σχέση πρός τό κατοπινό χεγκελιανό σύστημα, πού έχει τό όνειρο πρός τήν πραγματικότητα. 'Αλλά αυτό μάς ξαναθυμίζει κάτι, πού σήμερα εύκολα ξεχνάμε, δτι δηλαδή τελικά κάθε έννοια έχει τήν προέλευσή της στήν εποπτεία, στήν άπτή βίωση της πραγματικότητας. Ό μακρύς δρόμος, πού διανύει ό Χέγκελ, στοχεύει νά μεταφέρει τήν άόριστη εποπτεία στήν πραγματικότητα μέ τά μέσα της ορθολογικής καί φιλοσοφικής κατανόησης. Πρέπει όμως νά δώσουμε μιά άπάντηση στό ερώτημα, γιατί επιμένουμε εδώ σέ αυτή τήν άποσπασματική εργασία καί ποιά σχέση έχει αύτή πρός τή διαλεκτική σκέψη καί μάλιστα πρός τή διαλεκτική μέθοδο. Ή άπάντηση είναι άπλή, άν άναλογισθούμε τό ρυθμό, μ' άλλα λόγια, τό νόμο της κίνησης, πού διέπει αύτή τήν εικόνα. Αυτός ό θεός διχάζεται, άφού θυμώνει μέ τόν εαυτό του. Ό θυμός, αύτή ή άρνηση τού έαυτού του, δέν οδηγεί στήν αύτοεξόντωση, παρά τελικά 51
σέ μιά νέα ενότητα. Γι' αυτό λέει 6 Χέγκελ, δτι αυτή ή διαδικασία εξόντωσης είναι συγχρόνως μιά πορεία πρός τόν εαυτό (του), ή δημιουργία του επίκεντρου. 'Από την άντίθεση, πού εκφράζεται εδώ σάν έξαψη θυμού, «εξυψώνεται ή καταφαγωμένη φύση σέ νέα ιδανική μορφή». Κι αυτή ή κυκλοφορία δέν είναι μοναδική στό χρόνο· ολοένα έπιστρέφει. Έτσι αντιλαμβάνεται καί τήν επιστήμη σάν αύτοεξοντωτική διαδικασία, πού όδηγεί κάθε τόσο σέ νέες μορφές. Γιά τούτο στό τέλος της άποσπασματικής έργασίας βρίσκεται ή φράση: « Ή γνώση μεταβάλλει κάθε στοιχείο της θεώρησης (εποπτείας), τό όποιο καθαυτό είναι μιά άδιείσδυτη, ορισμένη μορφή, πού δέν αποκαλύπτει τά ένδόμυχά της, άλλά εμφανίζεται, δρα καί εξαφανίζεται μέσω ενός άλλου δρώντος, (τό μεταβάλλει λοιπόν) σέ εσωτερική διαδικασία ή σέ πνευματική φύση». Ή διαδικασία, τήν οποία περιγράφει σάν οπτασία, είναι ή διαλεκτική διαδικασία. Μας δείχνει τά χαρακτηριστικά συστατικά της: ένότητα-διχασμός-νέα ενότητα, πού προέρχεται άπό τόν διχασμό. Είναι ό τριπλός βηματισμός, πού εκφράζεται μέ τόν κλασικό τύπο: θέση, άντίθεση, σύνθεση. Ό Χέγκελ επιχειρεί εδώ μιά γενικότερη στροφή. Αυτός 6 ολοένα άνανεωνόμενος καί συνεχιζόμενος τριπλός βηματισμός, πού είναι μιά άτέλειωτη κυκλοφορία, δέν αποτελεί μόνο τό μυστικό του κόσμου παρά καί τό μυστικό της φιλοσοφίας. Ή άποσπασματική εργασία εμπεριέχει τόν πυρήνα του διαλεκτικού σκέπτεσθαι, ντυμένο μυθικά· ό Χέγκελ δέν μπορεί ακόμα νά τόν στερεώσει εννοιολογικά καί νά τόν άναπτύξει, έφαρμόζοντάς τον σάν θεωρία πάνω σέ πραγματικό υλικό. Σέ αύτό αποσκοπεί ή εργασία στή Γιένα. Όλες οι προηγούμενες προσπάθειες νά οικοδομήσει τό σύστημα της φιλοσοφίας στή βάση τέτοιων κυκλικών διαδικασιών, δέν τόν είχαν ικανοποιήσει. Ό τ α ν τελικά κατάφερε νά συγκεκριμενοποιήσει σέ ζωντανή εικόνα τίς θολές του απόψεις, έγραψε σέ σύντομο διάστημα τή Φαινομενολογία τοϋ πνεύματος. 52
Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ: Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ Προτού μπούμε στή Φαινομενολογία, θά συμπληρώσουμε τή βιογραφία τού Χέγκελ με μερικά δεδομένα. Στις 27.8.1801, τή μέρα πού ό Χέγκελ γινόταν 31 χρονών, έγινε δεκτή ή διατριβή καθηγεσίας τού Χέγκελ στή Γιένα. Σέ αυτό τό πανεπιστήμιο δίδαξε ώς τό 1799 6 Φίχτε. Μέτήν άποχώρησή του είχε μειωθεί ή έλξη αυτού τού πανεπιστημίου. Κρατάει ομως τή φήμη του ώς τό 1806. Μέχρι τό 1803 διδάσκει άκόμη ό Σέλλινγκ. Ή διατριβή γράφτηκε στά Λατινικά καί τιτλοφορείται Dissertatio philosophica de orbitis planetarum · ό Χέγκελ ξεκινά άπό φιλοσοφική σκοπιά καί φτάνει στήν άνάπτυξη τών νόμων τού Kepler: μιά φιλοσοφική-φυσικοεπιστημονική εργασία. Τόν ϊδιο χρόνο δημοσίευσε τήν εργασία του Διαφορά τών φιλοσοφικών συστημάτων τοϋ Φίχτε καί τον Σέλλινγκ. Πρόκειται γιά δυό πρωτόλεια· ή δεύτερη εργασία δείχνει όμως μέ αρκετή σαφήνεια μερικές νοητικές ιδιοτυπίες τού Χέγκελ. Έτσι ό πρόλογος είναι, όπως καί σέ δλες τίς ύστερότερες εργασίες του, ένα είδος σύντομης περίληψης ολόκληρου τού περιεχόμενου· ό πρόλογος, πού γραφόταν μετά τήν σύνταξη κάθε βιβλίου, θεωρήθηκε άπό πολλούς σάν τό π ιό ευανάγνωστο μέρος του. Προβάλλονται στήν ϊδια εργασία μερικές σκέψεις, πού ξαναεμφανίζονται άργότερα. Π.χ. ή σκέψη, δτι στή φιλοσοφία δέν υπάρχουν πρόγονοι καί άπόγονοι, παρά κάθε φιλοσοφική μορφή είναι «άληθινή» στό είδος της. Καί ή αιτιολογία; Τό άπόλυτο καί ή έμφάνισή του, ή λογική, είναι «πάντα ένα καί τό ϊδιο». Μέ τήν εμφάνιση της λογικής πραγματοποιείται κάθε φορά ή φιλοσοφία πού άντιστοιχει σέ αυτή καί διαλύεται πάλι, δταν περάσει ό καιρός της. Έ δ ώ άναγγέλλεται ή μεγάλη θεμελιακή άρχή της χεγκελιανής σκέψης: ή άπόλυτη λογική είναι ή άλήθεια τού κόσμου. Αυτό περιέχει καί μιά δεύτερη σκέψη, πού φαίνεται κατά κάποιο τρόπο νά άντιμάχεται τήν άρχική. Ή φιλοσοφία ξεφυτρώνει, δπως λέει ό Χέγκελ, άπό τόν «διχασμό». « Ό δι53
χασμός είναι ή πηγή της άνάγκης γιά φιλοσοφία». Μέ άλλα λόγια: Κάθε φιλοσοφικό σύστημα ενσωματώνει μόνο σ' ένα μέρος του τό συνολικό σκέπτεσθαι. «Όσο στερεότερο καί λαμπρότερο είναι τό οικοδόμημα του νου», λέει 6 Χέγκελ, «τόσο πιό άνήσυχη γίνεται ή τάση τη ζωής, πού άποτελεί μέρος του, νά βγει εξω στήν ελευθερία... Σέ αυτή τήν άντίθεση βλέπουμε τήν ένταση, πού διακατέχει ολο τό έργο του Χέγκελ. 'Από τή μιά πλευρά δείχνεται ή θέληση γιά ολοκληρωμένο σύστημα. Είναι ή αιώνια θέληση του άνθρώπου νά γνωρίσει τό σύνολο στή σταθερή του συγκρότηση. Ενάντια σέ αυτή κατευθύνεται ή άλλη θέληση, πού στηρίζεται στή γνώση, οτι αυτό τό σύνολο βρίσκεται σέ αιώνια κίνηση καί ώθείται άπό μιά δυναμική ορμή. Εκτός άπό τίς δυό εργασίες καί μερικές κριτικές βιβλίων, δέν δημοσιεύει κανένα μεγάλο έργο ως τή Φαινομενολογία τον πνεύματος. Ό Χέγκελ παραδίδει πανεπιστημιακά μαθήματα, αυτά ομως είναι στρυφνά καί δυσνόητα· διδάσκει χωρίς νά απομακρύνεται άπό τίς σημειώσεις του, καί όσες άπ' αυτές διασώθηκαν, είναι μακρότατα άφηρημένα νοητικά οικοδομήματα. Πολλές παραδόσεις ματαιώνονται άπό έλλειψη άκροατών. Ό λ α αυτά τά χρόνια ό Χέγκελ δέν καταφέρνει νά κερδίσει τά άπαραίτητα χρήματα γιά τή ζωή του. Είναι υφηγητής χωρίς άποδοχές, περιμένοντας νά ζήσει άπό τίς συνδρομές των άκροατών καί κυρίως άπό τή μικρή πατρική κληρονομιά. Τό 1805 διορίζεται καθηγητής, οι άποδοχές του δμως του χορηγούνται μετά άπό πολλές παρακλήσεις καί μάλλον μετά τήν επέμβαση του Γκαίτε, τό 1806. Ό Ι'διος γράφει σχετικά μέ πικρία στό φίλο του Νητχάμερ: «Έλαβα τελικά ένα μισθό 100! - όλόγραφα: εκατό - ταλήρων»^^. Εκατό αυτοκρατορικά τάληρα τό χρόνο ήταν καί τότε πολύ μικρό ποσό, πού δέν άρκοΰσαν νά ζήσει κανείς. Έτσι ό Χέγκελ γράφει πόλλά παρακλητικά γράμματα, γιά νά επιτύχει πλήρη καθηγεσία. Τά κατάφερε ομως μόλις 10 χρόνια μετά τήν άποχώρησή του άπό τή Γιένα. Ή οικονομική κατάσταση του Χέγκελ ήταν τόσο άθλια, 54 ·
πού άναγκαζόταν κάθε τόσο νά χρεώνεται. Τό 1806 ό Γκαίτε εξουσιοδότησε τόν φίλο του Κνέμπελ νά «δανείσει στόν Χέγκελ ενα ποσό μέχρι 10 τάληρα». Ή Καρολίνα Σέλλινγκ γράφει εκείνη την εποχή στόν άνδρα της: άκουσα δτι ό Χέγκελ δυσκολεύεται νά τά βγάλει πέρα, κανένας δέν ξέρει πώς τά καταφέρνει. Δέν ξέρουμε άκριβώς σέ ποιά διαστήματα γράφτηκε ή Φαινομενολογία · φαίνεται πώς ένα μεγάλο μέρος τυπώθηκε στίς αρχές του 1806. Κατά τή διάρκεια της συγγραφής τό έργο επεκτείνεται, οι προθεσμίες δέν τηρούνται, ό εκδότης περιμένει τό υπόλοιπο χειρόγραφο· άποτελειώνεται, σύμφωνα μέ δήλωση του Χέγκελ, τή νύχτα τής 12ης πρός τή 13η 'Οκτώβρη 1806. Σέ γράμμα του άναφέρει σχετικά τήν παραμονή τής μάχης τής Γιένας. Εύκολα άντιλαμβάνεται κανείς, οτι τό περιεχόμενο τής Φαινομενολογίας άπασχόλησε πολύν καιρό τόν συγγραφέα της, ή καταγραφή της όμως πρέπει νά έγινε σέ ραγδαίο ρυθμό. Ό Χέγκελ γράφει σχετικά στόν Σέλλινγκ οτι θά χρειαζόταν άκόμα πολύ χρόνο γιά νά τό κάνει «ευκρινέστερο καί τελειότερο»^"^. Ή Φαινομενολογία είναι προϊόν μιας άδιάκοπης ροής των σκέψεων, μολονότι ή ροή αυτή δέ είναι ομοιόμορφη. Μερικές φορές ό ποταμός λιμνάζει καί 6 άναγνώστης εχει τό συναίσθημα οτι πνίγεται στό πλήθος των άφαιρέσεων. Ή σκέψη φαίνεται τότε νά στροβιλίζεται στόν ϊδιο κύκλο. 'Ακολουθούν εδάφια καταπληκτικής φωτεινότητας καί κομψής άκριβολογίας. Είναι φυσικό νά επιμένουν οί ερμηνευτές του περισσότερο σέ αυτά τά σημεία. Γιά πρώτη φορά ή διαλεκτική οικοδόμηση διατηρείται αυστηρά καί σχηματοποιημένα ως τό τέλος. Στό εξής ό Χέγκελ διαμορφώνει δλα τά φιλοσοφικά έργα του καί τίς παραδόσεις μέ τήν ϊδια διάταξη. Καί μόνο γι' αυτό άξίζει τόν κόπο νά μελετήσει κανείς τήν οικοδόμηση, συμβουλευόμενος τόν πίνακα περιεχομένων. Ό λ ο τό βιβλίο χωρίζεται σέ τρία κύρια μέρη: συνείδηση (Α), αύτοσυνείδηση (Β), λογική (C). Τό τρίτο μέρος, ή λογική, χωρίζεται επίσης σέ τρία μέρη: λογική (ΑΑ), πνεύμα (ΒΒ), θρησκεία (CC). Τό κεφάλαιο-κατακλείδα: ή άπόλυτη 55
γνώση (DD). Καθένα άπό τά υποκεφάλαια χωρίζεται πάλι σε τρεις παραγράφους, μέ κάποιες εξαιρέσεις. Τό σχήμα δείχνει τήν οικοδόμηση πού βασίζεται σέ προοδευτική τριχοτόμηση:
C
(ΑΛ)
Ν^^
B C ^ B
b
(ΒΒ) VT ζ
(CC)
^Ι Β C;^ Π •ΠΙ
VII;
(DD) vm Τελειώνοντας τό εργο του, φαίνεται νά έχει άντιληφθει ό Χέγκελ πόσο παράξενη καί απόκοσμη θά φάνει στους περισσότερους αυτή ή διαδικασία γνώσης. Στήν έπιστολή, όπου άναγγέλλει στόν Σέλλινγκ τό βιβλίο του, γράφει οτι γενικά πρόκειται γιά «ένα διασταυρωμένο πέρα-δώθε»^^. Πάντως προτάσσει τώρα στή Φαινομενολογία έναν μακρύ 56
πρόλογο 70 σελίδων. Είναι μιά αυτοτελής πραγματεία μέ τίτλο: « Ή επιστημονική γνώση», ενα άριστοτέχνημα, πού έπιχειρεί να δείξει τό στόχο και τήν πορεία του συγγραφέα, πλέκοντας επιθέσεις, απολογίες καί επαγγελίες. Ά π ό τόν πρόλογο παίρνουμε τώρα ενα μοναδικό εδάφιο, επειδή ελπίζουμε πώς αυτό θά μας βοηθήσει να καταλάβουμε τί σημαίνει αυτή ή σχηματοποιημένη καί διαλεκτική δομή του βιβλίου. «Τό φαινόμενο είναι τό γίγνεσθαι καί τό παρέρχεσθαι · τό ιδιο τό φαινόμενο δέ γίνεται καί παρέρχεται, άλλά υπάρχει καθαυτό καί συνιστά τήν πραγματικότητα καί τήν κίνηση της ζωής της άλήθειας. Τό άληθινό», έτσι συνεχίζει, «είναι ή βακχική παραζάλη, μέσα στήν όποία κανένα μέλος δέν μένει άμέθυστο · κάθε μέλος διαλύεται άμεσα μόλις άποχωριστεί, καί ή παραζάλη είναι έτσι ή διαφανής καί άπλή ήρεμία^^. Ή πρώτη φράση κάνει λόγο γιά τό φαινόμενο, δμως φανερά δχι γι' αυτό πού εννοούμε συνήθως μ' αυτόν τόν δρο. Ό Χέγκελ ορίζει σάν φαινόμενο κάτι, πού δέν γίνεται καί δέν παρέρχεται, παρά άποτελει τήν «πραγματικότητα καί τήν κίνηση» της άλήθειας. Έ δ ώ βλέπουμε πώς βρήκαμε μιά ένδειξη, γιατί αυτό τό βιβλίο τιτλοφορείται Φαινομενολογία, δηλαδή θεωρία των φαινομένων. Είναι ή ύστατη θεωρία των φαινομένων, δπως τήν αντιλαμβάνεται ό Χέγκελ. Τόν τίτλο δέν εφεύρε έξάλλου ό Ι'διος. Πρίν άπό αυτόν τόν χρησιμοποίησαν άλλοι, άκόμα καί ό Κάντ τιτλοφόρησε φαινομενολογία ένα κεφάλαιο τού έργου του Κριτική του καθαρού Λόγου, Αύτά δέν έχουν καμιά σχέση μέ τήν χεγκελιάνή έννοια. Τό Ι'διο ισχύει καί γιά τή φιλοσοφία του Χούσερλ, πού τήν ονόμασε «Φαινομενολογία» καί «φαινομενολογική μέθοδο». Εντελώς παράξενα ήχεί όμως ή δεύτερη φράση, όπου μάς προσφέρεται σάν ορισμός της άλήθειας άκριβώς τό άντίθετο αυτού, πού συνήθως εννοούμε μέ τόν δρο άλήθεια. Στή συνηθισμένη επιστημονική γνώση μέ άλήθεια εννοούμε τή βεβαιωμένη γνώση. Βέβαια έδώ μάς είναι σαφές δτι καί ή έπιστήμη μόνο σπάνια φτάνει σέ αιώνια διασφαλισμένες άλήθειες, καί ό καθένας ξέρει πώς στήν προοδεύουσα επιστήμη 57
ή σημερινή άλήθεια μJroρει νά είναι, δπως είπε κάποιος, τό αυριανό λάθος. Ό Χέγκελ λέει δτι ή άλήθεια είναι συνεχής κίνηση· τήν ονομάζει, χρησιμοποιώντας μιά επιβλητική και άγριωπή εικόνα, «βακχική παραζάλη, μέσα στήν όποία κανένα μέλος δέν μένει άμέθυστο». Καί συνεχίζει: επειδή κάθε ξεχωριστό μέλος διαλύεται απομονωμένο, γι' αυτό τούτη ή βακχική παραζάλη είναι συγχρόνως ή άπλή κάί διαφανής ήσυχία. Βρισκόμαστε σ' ένα βασικό σημείο της χεγκελιανής φιλοσοφίας, μπροστά σ' εκείνη τήν έννοια της άλήθειας, πού δέν έχει πιά σχέση μέ τή συνηθισμένη έννοια της αλήθειας. Σύμφωνα μέ αυτή τήν χεγκελιανή έννοια δέν φαίνεται νά υπάρχει ή μεμονωμένη άλήθεια. Κάθε μεμονωμένη άλήθεια είναι ένα ξεχωριστό μέλος, πού εμφανίζεται καί πάλι έξαφανίζεται. Τό άληθινό δέν είναι ή μεμονωμένη άλήθεια, άλλά μιά διαρκής κίνηση, μέσα στήν όποία αυτές οί μεμονωμένες άλήθειες έρχονται καί άπέρχονται^'^. Ώ ς τώρα διαλευκάνθηκε τό έξης: ή χεγκελιανή άντίληψη της άλήθειας απομακρύνεται πολύ άπό τή συνηθισμένη. Μέ δικά μας ταπεινότερα λόγια θά λέγαμε: Ό Χέγκελ δέν κοιτάζει τή μεμονωμένη άλήθεια, τό μεμονωμένο άποτέλεσμα της γνώσης, παρά τή διαδικασία των άληθειών καί τήν κίνηση μιας διαρκώς προχωρούσας γνώσης. Μέ άλλα λόγια, δέν τόν σαγηνεύει ή ξεχωριστή άλήθεια σάν τέτοια καί ή ξεχωριστή σκέψη σά τέτοια, παρά ή κίνηση της σκέψης στή συνεχιζόμενη δυναμική της. Άλλά γιατί αυτή ή δυναμική είναι ταυτόχρονα ή διαφανής καί άπλή ήσυχία, οπως λέει ό Χέγκελ; Ή άπάντηση είναι άπλότερη άπ' δσο φαίνεται. Ό , τ ι μας εμφανίζεται σάν διαρκής κίνηση της γνώσης, είναι τελικά μιά μορφή μέ εσωτερική κίνηση. Ό Χέγκελ τήν ονομάζει «άπόλυτο πνεύμα». Ή Φαινομενολογία δέν περιέχει τίποτε άλλο άπό τήν περιγραφή του «συστήματος» αυτής της κίνησης. Τώρα μπορούμε νά ξετυλίξουμε ολόκληρο τόν πρόλογο μέ επίκεντρο τήν φράση της περικοπής πού παραθέσαμε τελευταία καί πού βρίσκεται περίπου στή μέση του πρόλογου. 58
Ειπα ήδη δτι οί πολεμικές καί οι ισχυρισμοί εναλλάσσονται πλεγμένοι. Πριν καί μετά την περικοπή υπάρχει μιά πολεμική ενάντια στήν συνηθισμένη έννοια τής αλήθειας. Οί επιθέσεις του εδώ είναι, γιά τήν εποχή του, άλλά καί γιά μας εκπληκτικές. Κριτικάρει τή μαθηματική άλήθεια καί τή μαθηματική γνώση μέ έναν τρόπο, πού αρχικά φαίνεται ανεπίτρεπτος. Έτσι δηλώνει - γιά νά παραθέσουμε μερικά σημεία άπό αυτή τή μεγάλη διαμάχη - ότι ή μαθηματική δουλειά είναι «πράξη άσχετη (ξώπετση) μέ τό άντικείμενό της», αυτή ή γνώση είναι «λειψή», ή «κίνηση της γνώσης διατρέχει τήν επιφάνεια, δέν άγγίζει τό ϊδιο τό αντικείμενο, τό ον ή τήν έννοια καί γι' αυτό δέν είναι κατανόηση»^®. Μέ τόν ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει τήν ιστορική γνώση, όταν αυτή άσχολειται μέ γεγονότα σάν τό ερώτημα: «πότε γεννήθηκε ό Καίσαρας»^^. Αυτό τό είδος διαπίστωσης γεγονότων, πού συνηθίζεται στήν ιστοριογραφία καί σέ άλλη μορφή στά μαθηματικά, είναι μιά γνώση άνάξια της φιλοσοφίας. Είναι λοιπόν φανερό δτι ή επίθεση κατευθύνεται ενάντια σέ έκείνη τήν έννοια της αλήθειας, πού ως τόν Χέγκελ ϊσχυε άδιάψευστα. Ή έμφαση άφορα τό σημείο, δτι ή άλήθεια δέν υπάρχει, όπως λέει, σέ «στερεοποιημένες, νεκρές» προτάσεις, γιατί τέτοιες προτάσεις περιέχουν μόνο επιφανειακές γνώσεις. Ή επιστήμη ξεπέφτει, δπως λέει, σέ «νεκρό σχήμα» καί ή «επιστημονική οργάνωση σέ ταμπέλα». Μιλάει γιά «στείρα τυποκρατία» αυτής της γνώσης, γιά «μονότονο σφύριγμα» τέτοιας σοφίας, γιά μιά επιστήμη, στήν οποία τό «ζωντανό άντικείμενό κρύβεται σέ κουτιά», γιά μιά «μονότονη τυποκρατία», οπου δλα «δσα βρίσκονται στόν ουρανό, στή γή καί κάτω άπό τή γή πασαλείφονται μέ τέτοια φτηνομπογιά», πού μοιάζει μέ τήν παλέτα ενός ζωγράφου, πού χρησιμοποιεί μόνο δυό χρώματα"^^. Πιό επίμονα επαναλαμβάνεται ό ψόγος, δτι αυτή ή γνώση μεταβάλλει τό ζωντανό σέ νεκρό καί γεννάει άψυχες, στερεοποιημένες, άκίνητες καί άκαμπτες προτάσεις. Γενικά γίνεται ήδη σαφές, ότι ό Χέγκελ, δσο λίγοι πρίν άπό αυτόν, δέν προσβλέπει στις γνώσεις πού συσσωρεύτηκαν σέ χιλιε59
τιες, παρά σέ κάτι άλλο: στή δυναμική, στή διαδικασία, στην κίνηση της γνώσης. Ναί, άκοΰμε κάθε τόσο τή μομφή, δτι ή γνώση καί ή θεωρία απέχουν άπό τή ζωή. «Όί,ες οι θεωρίες είναι γκρίζες, πράσινο είναι τό χρυσό δένδρο της ζωής». Αυτή ή φράση ειπώθηκε σέ κάθε εποχή μέ διάφορες παραλλαγές. Δέν περιμέναμε νά άκούσουμε μιά τέτοια φράση άπό τό στόμα ενός φιλόσοφου· τήν άκούμε άπό πρακτικούς, πού δέν έρχονται σέ επαφή μέ τή θεωρία. Έτσι μεγαλώνει ή περιέργειά μας νά πληροφορηθούμε τή συνέχεια μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας. Ρωτάμε λοιπόν τελείως άπλοϊκά: Τί καλύτερο έχει νά μας προσφέρει 6 Χέγκελ, ποιού είδους άντίληψη καί γνώση ισχύουν στή φιλοσοφία του; Γι' αυτό πρέπει νά άφήσουμε τώρα τήν πολεμική του κατά μέρος καί νά άσχοληθούμε μέ τό περιεχόμενο των ισχυρισμών της Φαινομενολογίας, δηλαδή μέ τή θετική θεωρία της διαλεκτικής γνώσης. Ό Χέγκελ δέν τήν άναπτύσσει, ούτε στόν πρόλογο ούτε στό κύριο έργο, μέ συστηματικότητα. 'Αντίθετα, οι παρατηρήσεις του εμφανίζονται σκόρπιες, μιά εδώ καί μιά εκεί, καί μιά άνάγνωση δέν άρκεί, γιά νά συνθέσουμε μιά άκέραια θεωρία. Πρέπει νά άνατρέχουμε άπό τήν άρχή στό τέλος καί άντίστροφα, γιά νά μπορέσουμε νά συνενώσουμε τά σκόρπια κομμάτια. Στόν πρόλογο συναντάμε πάλι επίμονα καί έντυπωσιακά επαναλαμβανόμενες παραστάσεις, σάν εκείνες του άποσπασματικού έργου της περιόδου της Γιένας, π.χ. τόν θυμωμένο θεό. Τρείς βασικές παραστάσεις (ιδέες, σκηνές) εμφανίζονται καί στόν πρόλογο. Περιγράφεται πρώτα (1) μιά κίνηση, πού κατόπιν (2) διχάζεται σέ άντιθέσεις καί σέ τρίτη φάση (3) τό σύνολο παίρνει χαρακτήρα κυκλοφορίας. Στόν πρόλογο της Φαινομενολογίας ό Χέγκελ παρουσιάζει καί πραγματεύεται κάθε μιά άπό αυτές τίς παραστάσεις. Εκεί προσθέτει μιά τέταρτη παράσταση, τήν ιδέα του «συστήματος». Μέ αυτή τήν Τελευταία άρχίζει ό πρόλογος. Σέ είκοσι σελίδες περίπου εξηγεί δτι ή φιλοσοφία είναι δυνατή μόνο σάν 60
επιστήμη και σύστημα: « Ή αληθινή μορφή, στήν όποια υπάρχει ή αλήθεια, δεν μπορεί νάναι παρά τό επιστημονικό σύστημα»'^^. Καί ενώ εξηγεί αυτό, υπεισέρχονται οι άλλες, οι σπουδαιότερες, παραστάσεις. Καταλαβαίνει τότε κανείς οτι στόχος του προλόγου δεν είναι τόσο μιά παραδοσιακή έννοια του συστήματος, δπως συνηθιζόταν τότε στή φιλοσοφία, παρά ή άνάπτυξη μιας νέας έννοιας. Σέ αυτή επικρατούν τώρα οι αντιλήψεις γιά τήν «κίνηση», πού διχάζεται σέ «αντιθέσεις», καί ή «κυκλοφοριακή» εμφάνιση του συνόλου. Γιά νά αποδώσουμε πιστά αυτές τίς παραστάσεις, πρέπει νά στραφούμε πρός τήν κεντρική έννοια, πού άναπτύσσει ό Χέγκελ. Δέν είναι εύκολα νοητή, περικλείει δμως τό εννοιολογικό μυστικό της διαλεκτικής. Ό όρος, πού χρησιμοποιεί ό Χέγκελ, λέγεται: αύτοκίνηση των εννοιών. Γιά νά εξηγήσουμε πώς ό Χέγκελ φαντάζεται τήν αύτοκίνηση τών εννοιών, παραθέτουμε μερικές περικοπές. «Τό αληθινό είναι τό σύνολο», καί προσθέτει αμέσως: «Τό σύνολο δμως είναι μόνο τό ον, πού τελειοποιείται μέ τήν έξέλιξή τ ο υ Σ τ ή συνέχεια εξηγεί μέ πολλούς τρόπους, ότι τό σύνολο μπορεί νά εννοηθεί μόνο σάν γίγνεσθαι, πού πρέπει νά θεωρηθεί σάν κίνηση, ή οποία άποσκοπεί στό άποτέλεσμά της από τήν αρχή κιόλας. Αυτό τό σημάδεμα του τελικού στόχου βασίζεται στήν ιδέα ότι τό τελικό αποτέλεσμα εμπεριέχεται στήν αρχή σάν πυρήνας. Ό Χέγκελ αποφεύγει ομως δρους φυσικών επιστημών. Εκφράζει τή σκέψη αύτή μέ εννοιες χαρακτηριστικές γι' αύτόν: «καθευατό» καί «δι' εαυτό». Τό έμβρυο είναι καθεαυτό άνθρωπος, δμως δχι ÖL' εαυτό' δι' εαυτό είναι άνθρωπος σάν διαπλασμένη λογική, πού εκανε τόν εαυτό της αυτό, τό οποίο είναι καθεαυτή. Μόλις τώρα είναι ή πραγματικότητά της»^^. Ό λ α αύτά είναι άκόμη εύνόητα, παρόλες τίς κριτικές επιφυλάξεις γιά τό ένα ή άλλο σημείο. Ή πραγματική δυσκολία άρχίζει μόλις καταπιαστούμε μέ τή σκέψη, τήν παράσταση σχετικά μέ τήν «αύτοκίνηση τών εννοιών». «Μέ τήν άναίρεση τών στερεών, ορισμένων σκέψεων νά μετατρέψουμε τό γενικό σέ πνευματικό καί πραγματικό», εδώ άρχίζει τό καθήκον της φιλοσοφίας του. Θέλει «νά ρευστοποιή61
σει τις στερεές σκέψεις» και επιδιώκει μια κίνηση της σκέψης, της φιλοσοφικής σκέψης, μέσω της όποιας «οι καθαρές σκέψεις» θά γίνουν «εννοιες» και κατόπιν «αυτό πού είναι στ' άλήθεια, αύτοκινήσεις, κύκλοι, δ,τι είναι ή ουσία τους, πνευματικές όντότητες»^^. Ό μέσος άναγνώστης δέν θά προσπεράσει μέν τέτοιου είδους φράσεις, άλλά ούτε θά δώσει ιδιαίτερο βάρος σ' αυτές. Περισσότερο θάχει προσέξει τό αμέσως προηγούμενο κείμενο χωρίς ισως νά δει τή στενή συνάρτηση μέ τήν τελευταία περικοπή. Παραθέτουμε εδώ αυτό τό προηγούμενο κείμενο: « Ό θάνατος, αν θελήσουμε νά αποκαλέσουμε έτσι εκείνη τήν μή-πραγματικότητα, είναι τό πιό φοβερό. Ή περιγραφή τοϋ νεκρού απαιτεί πολύ κόπο. Ή άδύναμη ομορφιά μισεϊ τό νου, γιατί ό νους ζητά άπό κείνη κάτι, πού ή ϊδια δέν μπορεί. Ή ζωή του πνεύματος δέν είναι ή ζωή πού φοβάται τό θάνατο καί γλιτώνει άπό τήν κατραστροφή, παρά εκείνη πού τόν άντέχει καί επιβιώνει μέσα άπό αυτόν. Τό πνεύμα βρίσκει τήν άλήθεια του μόνο όταν βρίσκει τόν έαυτό του στό άπόλυτο ξέσχισμα. Δέν κερδίζει τή δύναμή του, σάν κάτι θετικό, απαλλαγμένο άπό άρνητικά στοιχεία - όπως λέμε: αυτό είναι λάθος, είναι τίποτε, καί παρατώντας το στρεφόμαστε σέ κάτι αλλο. Ό θάνατος άποτελει δύναμη μόνο επειδή κοιτάζει κατάματα τό άρνητικό καί παραμένει κοντά του. Αυτή ή παραμονή είναι ή μαγική δύναμη, πού άντιστρέφει τήν άρνηση σέ εΐναι»'^^. Ένώ ό Χέγκελ περιγράφει τήν άρνηση της φιλοσοφικής σκέψης, μεταπηδά τήν ϊδια στιγμή σέ άλλη διάσταση. Μπροστά μας έχουμε σχεδόν μιά εικόνα θριάμβου. Μιλά γιά τόν θάνατο. Τόν ταυτίζει εδώ μέ τό άρνητικό. Κι έτσι συνεχίζονται οι σκέψεις γιά τήν τεράστια δύναμη του άρνητικού. Ταυτόχρονα, δμως, λέει πώς ή δύναμη καί ή ζωή του πνεύματος συνίστανται στήν «θεώρηση του νεκρού», στό «νά κοιτάζει κατάματα τό άρνητικό» καί, μέ τήν παραμονή στό άρνητικό, στήν «άντιστροφή σέ είναι». Αυτός είναι ό ιστορικός τόπος, δπου εμφανίζεται γιά πρώτη φορά τό Μηδέν καί ή αρνητική οντότητα, πού ξανα62
συναντάμε συχνά στόν Κιρκεγκαρντ, στόν Νίτσε καί ατήν υπαρξιστική φιλοσοφία. Ό Χέγκελ περιβάλλει αυτό τό Μηδέν με τή δύναμη του κυρίαρχου πνεύματος, τό όποιο ζει, παραμένοντας στό άρνητικό. 'Αφήνουμε γιά τήν ώρα άνοιχτό τό θέμα αυτού του πολύ δύσκολου καί πάρα πολύ άμφισβητημένου συστατικού της χεγκελιανής σκέψης. Θά πάμε τώρα στό κύριο κείμενο της Φαινομενολογίας. Είχαμε πει δτι ή Φαινομενολογία ειχε προοριστεί σάν εισαγωγή στό γενικό σύστημα, άλλά ότι επεκτάθηκε σέ αυτοτελές βιβλίο. Αυτό εχει σχέση μέ τό πρόβλημα της «αύτοκίνησης». Ή Φαινομενολογία δέν είναι παρά μιά περιγραφή της «αύτοκίνησης» τού πνεύματος καί γι' αυτό ένα είδος εφαρμογής της θεωρίας γιά τήν «αύτοκίνηση των εννοιών».
63
Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΠΑ ΣΑΝ ΣΥΝΟΛΟ ' ·ι Στρεφόμαστε τώρα στη Φαινομενολογία σφαιρικά καί ρωτάμε: Τί είναι λοιπόν ή Φαινομενολογία; Παραθέτουμε στήν άρχή μιά μικρή παράγραφο άπό τόν πρόλογο. Εκτός άπό σποραδικές παρατηρήσεις, είναι ή μόνη παράγραφος, όπου ό Χέγκελ δέν εκτείνεται σέ γενικούς στοχασμούς, πολεμικές καί μεθοδολογικές διαμάχες, παρά προσφέρει ενα είδος περίληψης περιεχομένου. « Ό στόχος της μεταβίβασης του ατόμου άπό τή θέση άδιαμόρφωτης γνώμης στή γνώση εξετάστηκε στήν πλατιά του έννοια, καί τό γενικό άτομο, τό αύτοσυνείδητο πνεύμα, θεωρήθηκε στή διαμόρφωσή του». Αυτή ή φράση μάς λέει κιόλας τί επιδιώκει ή Φαινομενολογία. Θέλει νά προσφέρει μιά συστηματική ιστορία, νά καταδείξει τή γένεση της συνείδησης καί γενικά τήν ιστορία της συνείδησης. Καί πού οδηγεί αύτή ή ιστορία; Ή φράση περικλείνει τήν άπάντηση: στό γενικό άτομο, τό αύτοσυνείδητο πνεύμα. Ό Χέγκελ συνεχίζει: «'Αναφορικά μέ τή σχέση μεταξύ των δύο: στό γενικό άτομο βλέπουμε σταδιακά πώς αύτό συγκεκριμενοποιείται, παίρνοντας δική του μορφή. Τό μερικό άτομο είναι τό ατελές πνεύμα, μιά ορισμένη μορφή, σ' όλη τήν ύπόσταση της οποίας επικρατεί ενας προορισμός καί οπου οι άλλοι υπάρχουν μόνο θολά σκιαγραφημένοι. Μέσα στό πνεύμα, πού στέκεται ψηλότερα άπό ένα άλλο, τό χαμηλότερο ορισμένο ÖV καταντάει άσημο στοιχείο· ο,τι πρώτα ήταν τό ϊδιο τό άντικείμενο, τώρα είναι ένα χνάρι· ή μορφή του περικαλύφθηκε καί έγινε μιά άπλή σκιά. Τό άτομο, ή ούσία τού οποίου είναι τό ψηλότερα στεκόμενο πνεύμα, διατρέχει αύτό τό παρελθόν, οπως εκείνος πού ξαναφρεσκάρει τίς προπαιδευτικές γνώσεις, όταν προετοιμάζεται γιά άνώτερη επιστήμη. Τίς ξανακαλεί στή μνήμη του χωρίς νά άναλώνει χρόνο κι ενδιαφέρον σ' αύτές. Ό ξεχωριστός άνθρωπος πρέπει νά διατρέξει καί άπό τήν άποψη τού περιεχομένου τίς βαθμίδες μόρφωσης τού γενικού πνεύματος, άλλά σάν μορφές πού τό πνεύμα ξεπέρασε κιόλας, σάν σκαλοπάτια ενός δρόμου δου64
λεμένου και ισοπεδωμένου. Έτσι βλέπουμε τις γνώσεις, πού κέρδισαν σέ προηγούμενες εποχές άνδρες μέ ώριμο πνεύμα, νά καταντούν γνώσεις, άσκήσεις και παιχνίδια ακόμη της εφηβικής ηλικίας · στήν παιδαγωγική ξαναβρίσκουμε τήν μόρφωση τού κόσμου σέ ιχνογραφημένη άναπαραγωγή»"^^. Περιεχόμενο καί διαδρομή τής Φαινομενολογίας περιγράφτηκαν έτσι μέ μάλλον άπλά λόγια. Κατά κάποιον τρόπο περιέχονται ιχνογραφημένες οι περασμένες βαθμίδες τού πνεύματος, τίς όποιες - δπως σημειώνει στό τέλος τού βιβλίου - τό πνεύμα άνακαλει στή μνήμη. Ή σκάλα των ιχνογραφημάτων, πού βρίσκεται μπροστά μας, ξεκινά άπό τό χαμηλό καί άτελές πνεύμα, οδηγώντας στό ψηλότερο. Τό κάθε φορά ψηλότερο περιέχει μέσα του τή μορφή πού ξεπέρασε σά χνάρι. Μιά ακόμα φράση άπό τήν περίληψη τού περιεχομένου είναι άξιοσημείωτη. Κάθε μερικό άτομο, κοιταγμένο άπό τή σκοπιά τού σύνολου, είναι άτελές πνεύμα, άλλά τό γενικό πνεύμα άναπτύσσεται, άφού ξεδιπλωθεί ολόκληρη ή συστοιχία βαθμίδων των άτελών πνευμάτων. Ή Φαινομενολογία μοιάζει έτσι μέ ένα δειγματολόγιο άπό ξεχωριστές, σχηματισμένες καί συγκεκριμένες μορφές ύπαρξης τού πνεύματος, μιά άλληλοδιαδοχή περασμένων μορφών, πού συμπτύσσονται πιά σέ σύνολο. Ή Φαινομενολογία είναι επιστήμη, γιατί συλλαμβάνει «αυτή τή διαμορφωτική κίνηση στή διεξοδικότητα καί άναγκαιότητά της». 'Αναπαριστάνει αυτό τό σύνολο σάν τό «αύτοτελειοποιούμενο ον μέσω τής έξέλιξής του». Περιγράφει τό αποτέλεσμα, δείχνοντας τή διαδικασία τής διαμόρφωσης καί των περασμένων μορφών. Είναι ή Φαινομενολογία ένα είδος ιστορικής άναπαράστασης; Ναί καί οχι. Ιστορική είναι αυτή ή άναπαράσταση μόνο εκεί πού διακρίνεται ένας ιστορικός σκελετός. Στό μισόφωτο σχεδόν ξεπροβάλλουν μορφές καί επεισόδια τής άρχαίας, τής ρωμαϊκής, τής μεσαιωνικής καί τής σύγχρονης ιστορίας. Συχνά δυσκολεύεται κανείς νά τά ξεχωρίσει, ή άναφορά τους γίνεται άπό άπόσταση. Ό σ ο πλησιάζει πρός τήν χεγκελιανή εποχή, ή Φαινομενολογία παίρνει πιό ίστο5.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
65
ρικό χαρακτήρα. Οί μορφές γίνονται ευκρινέστερες, οί περιγραφές σύγχρονων καταστάσεων γίνονται απροκάλυπτες. Όμως δέν πρόκειται γενικά γιά ιστορία. Μεταξύ αυτών των μισοκαλυμένων ιστορήσεων στέκονται οι άφηρημένοι συνδετήρες, τά πραγματικά πλοκάμια του συστήματος. Έτσι έχουμε ένα κεφάλαιο πάνω στήν αισθησιακή άντίληψη, ένα πάνω στήν «παρατηρούσα λογική», ένα τρίτο μάλιστα μέ θέμα τή φυσιογνωμική καί τήν κρανιολογία καί πολλά άλλα κεφάλαια. Τό σύνολο φαντάζει έτσι σάν παράξενο μίγμα. Ή αινιγματική γοητεία του βιβλίου, πού καί σήμερα, μετά άπό ένάμισον αιώνα, διαβάζεται τακτικά, οφείλεται ως ένα βαθμό σέ αυτή τή συνύφανση άφαίρεσης καί έποπτείας. Εκτός άπό τά κεφάλαια πού άναφέραμε, σημειώνουμε μερικά άκόμη: «ή δυστυχισμένη συνείδηση», «ό νόμος της καρδιάς καί ή παράνοια της υπεροψίας», «τό πνευματικό βασίλειο των ζώων καί ή άπάτη ή τό ϊδιο τό άντικείμενο» καί «ή αύταλλοτριωμένη συνείδηση» · τό τελευταίο θά μας άπασχολήσει άργότερα. Ό λ α αυτά είναι περίτεχνα συνυφασμένα μεταξύ τους μέ ευδιάκριτες δμως μεταβάσεις άπό τό ένα στό άλλο. Έτσι, μεταπηδά ξαφνικά άπό μιά άφηρημένη φράση σέ μιά περιγραφή σάν αυτή: «Ένα ώραΐο πρωί κι ένα μεσημέρι άναίμακτο, οταν ή κολλητική αρρώστια έχει διαπεράσει ολα τά όργανα της πνευματικής ζωής· μόνο ή μνήμη διατηρεί άκόμα τή νεκρή μελωδία της προηγούμενης μορφής του πνεύματος, ποιός ξέρει πώς· καί τό νέο φίδι της σοφίας, πού σηκώθηκε νά κάνει προσευχή, εναπόθεσε έτσι στή γή τό μαραμένο του πουκάμισο»'^'^. Κάθε τόσο παρεμβάλλει τέτοιες εικόνες, σά νά μή του άρκούσαν οί άφαιρέσεις. Έτσι στό κεφάλαιο «ή δυστυχισμένη συνείδηση» περιγράφει τό σκέπτεσθαι σάν όμορφο καμπανοχτύπημα ή σάν ζεστή όμίχλωση, ένα μουσικό σκέπτεσθαι, πού δέν κατασταλάζει σέ.... έννοια^®. Μέ πλαστικότητα άνάγλυφη παρουσιάζει περιόδους της ιστορίας του δυτικού πνεύματος, δπως τίς σχολές τών στωικών καί σκεπτικιστών. Ειχε δίκιο ό Χάυμ, οταν έλεγε, ότι ή Φαινομενολογία ει66
ναι ενα «παλίμψηστο» (σημ. μετάφρ.: ξαναχρησιμοποιημένος πάπυρος μετά τό σβήσιμο του άρχικοϋ κειμένου, γιά λόγους οικονομίας) · «πάνω και άνάμεσα άπό τίς αράδες του πρώτου κειμένου ανακαλύπτουμε ενα δεύτερο»^^. Θά μπορούσαμε νά χρησιμοποιήσουμε μιά άλλη παρομοίωση. Ό π ω ς στή μοντέρνα τέχνη, δπου στή βάση μιας άμεσης παρατήρησης ξεφυτρώνει μιά δεύτερη εικόνα, ή οποία σβήνει τή σιλουέττα καί τά χρώματα του είδωμένου, πραγματικού άντικείμενου, έτσι καί ή Φαινομενολογία είναι ένας άφηρημένος πίνακας, ζωγραφισμένος πάνω στήν σκιαγραφημένη ιστορική εποπτεία. Τέλος παραβλήθηκε ή Φαινομενολογία μέ τή Θεία Κωμωδία του Δάντη. «Πορευόμαστε», λέει ό Χάυμ, θυμίζοντας αυτή τή σύγκριση, «κατά κάποιον τρόπο μέσα στά πεδία πεθαμένων πνευμάτων, - 6 συγγραφέας μας κρατά άπό τό χέρι - βλέπουμε τά βάσανα του ενός καί άπολαμβάνουμε τήν άνδρεία, τήν ομορφιά καί τήν ευτυχία των άλλων, γιά νά χαρούμε τελικά στόν άπόλυτο ουρανό τήν μακαριότητα των γνώσεων, πού άνεγέρθηκαν πάνω στό ϊδιο τό πνεύμα»®^. Έ δ ώ ό Χάυμ υπονοεί τό τελευταίο κεφάλαιο της Φαινομενολογίας, οπου ή «άπόλυτη γνώση» εμφανίζεται σάν στεφάνωμα του συνόλου. Καί πραγματικά, μπορεί κανείς νά διαβάσει τή Φαινομενολογία σάν ηθικό κήρυγμα, πού στό τέλος προσφέρει τή νίκη του καλού. Μπορούμε νά συλλάβουμε αυτή τή διαλεκτική φορά της ιστορίας σάν άναγγελία της άσταμάτητης προόδου του πνεύματος. Καί τότε βλέπουμε έναν αισιόδοξο Χέγκελ, πού βρίσκει τήν τελευταία άρμονική σύνθεση. Κάτι άλλο άντιστέκεται, όμως, σέ μιά τέτοια άντίληψη. Ό σ ο ή περιγραφή του πλησιάζει τήν δική του εποχή, τόσο εύκρινέστερη γίνεται ή εικόνα καί τόσο άρνητικότερη ή έκτίμηση. Καμιά άξία αυτής της εποχής δέν άντέχει πιά τήν ματιά τού Χέγκελ. Τό προαναγγέλλει καί ό τίτλος της περιγραφής της εποχής του: «Τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα». Περίπου στή μέση τού βιβλίου άρχίζει τό κεφάλαιο μέ τόν απλό τίτλο «Τό πνεύμα». Είναι τό προτελευταίο κεφάλαιο, άν παραβλέψουμε τήν κατακλείδα « Ή άπόλυτη γνώση». 67
Χωρίζεται σέ τρία μέρη. Τό πρώτο λέγεται «Τό άληθινό πνεύμα· τό ήθος», τό δεύτερο «Τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα· ή μόρφωση» καί τό τρίτο «Τό αύτασφαλές πνεύμα· ή ηθικότητα». Ή τυπική διαλεκτική συνάρτηση είναι ή έξης: Τό άληθινό πνεύμα, σάν ήθος, εξαπολύει τήν άρνησή του, τό «αύταλλοτριωμένο πνεύμα». Σέ θετική μορφή επιστρέφει στόν εαυτό του καί γίνεται «τό αύτασφαλές πνεύμα», ή ήθικότητα. Αύτή ή τρίτη βαθμίδα, σύμφωνα μέ τόν διαλεκτικό νόμο, είναι ή σύνθεση των δύο πρώτων. Ή περιγραφή τού «αύταλλοτριωμένου πνεύματος» καταλαμβάνει τόν μεγαλύτερο άριθμό σελίδων. Έκεϊ αντιλαμβάνεται 6 αναγνώστης ότι ό Χέγκελ σκιαγραφεί τόν κόσμο της εποχής του. Αύτό τό ένδιάμεσο κεφάλαιο περιέχει τήν άρνητική περιγραφή καί εντυπωσιάζει ή έντονα άπαισιόδοξη καί κριτική ματιά τού Χέγκελ. 'Αξίζει νά προσέξουμε καί τόν τίτλο του, όπου στό «αύταλλοτριωμένο πνεύμα» παραθέτει τή «μόρφωση». Διερωτάται κανείς, μήπως ή μόρφωση είναι «τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα». Αύτό δέν ματορεί ν' άμφισβητηθεί. Κατά λέξη λέει: «Μέσω τής μόρφωσης γίνεται τό άτομο πραγματικό καί ισχύει σάν τέτοιο. Ή άληθινή του αρχική φύση καί ούσία είναι τό πνεύμα τής αλλοτρίωσης τού φυσικού είναι»®^. Πρέπει νάχουμε υπόψη μας πόσο ψηλά τοποθετεί 6 Χέγκελ τή μόρφωση σάν κατάκτηση καί ιδιοκτησία. 'Ανήκει σ' έναν κόσμο στεγανής παιδείας, τόσο κλειστό, πού δέν απαντάται σήμερα. Βαθιά ριζωμένος στό πνεύμα τού χριστιανισμού, χορτασμένος μέ λεπτομερειακή άρχαιογνωσία, γνώστης τής ευρωπαϊκής φιλολογίας τής εποχής του καί δεμένος εξίσου μέ τίς εικαστικές τέχνες, ζει πραγματικά εμποτισμένος στό πνεύμα τού χριστιανικού ούμανισμού. Τότε ήταν άκόμη δυνατή μιά μόρφωση πού άγκάλιαζε δλες τίς σφαίρες «τού επιστητού». Ή δ η ό Ρουσσώ ισχυρίστηκε δτι ή έπιστήμη καί ό πολιτισμός φθείρουν τόν φυσικό άνθρωπο. Μήπως άναδύονται εδώ τά άγαπημένα άναγνώσματα τής εποχής τού Τύμπιγκεν; Έχει παραλάβει τίς θέσεις τού Ρουσσώ; Σέ περίπτωση πού 68
θά αλήθευε κάτι τέτοιο, ό Χέγκελ θά ήταν πολΰ πιό τολμηρός άπό τον Ρουσσώ. Σχεδόν στήν αρχή του κεφαλαίου παρουσιάζει τήν γενική εικόνα του «αύταλλοτριωμένου πνεύματος»: « Ή ισορροπία του συνόλου δεν είναι ή συνεκτική του ενότητα και ή εσωστρεφής ηρεμία, παρά βασίζεται πάνω στήν αλλοτρίωση του άντίθετου. Γι' αυτό, τό σύνολο καθώς καί κάθε συστατικό του είναι μιά άλλοτριωμένη πραγματικότητα» Ό Δάντης περίγραψε στή Θεία Κωμωδία τήν κόλαση, άλλά μιά μεταθανάτια κόλαση. Ό Χέγκελ περιγράφει μιά προθανάτια. Στή γλώσσα του Χέγκελ πρόκειται γιά έναν κόσμο της «άπόλυτης καταρράκωσης» καί «άνουσίας», όπου κυριαρχεί «μιά καταστροφική ανακατωσούρα σέ ανυπόστατο πυθμένα». Σέ αυτόν τόν κόσμο έχει «σβήσει κάθε αντικειμενικότητα (Gegenständlichkeit)» καί ταυτόχρονα συγχυσθεί ή «αυτοσυνείδηση». Τό «καθαρό εγώ» είναι «εκτός εαυτού καί κοιτάζει καταρρακωμένο τόν εαυτό του», ό,τι «έχει γενικότητα καί άλληλουχία, δ,τι είναι νόμος, καλό καί δίκαιο, διαλύθηκε καί κατάρρευσε». Αυτή είναι ή εικόνα ενός ένδομαχόμενου κόσμου. Καί αυτός ό κόσμος ξεκινά άπό τή μόρφωση, γιατί τό πνεύμα λέει ρητά: «Είναι αυτή ή άπόλυτη καί γενική άντιστροφή καί άλλοτρίωση της πραγματικότητας καί της σκέψης· ή καθαρή μόρφωση»^^. Καί ή περιγραφή τελειώνει τό ϊδιο ζοφερή, όπως άρχίζει: « Ή καταρράκωση, πού άποκτά συνείδηση του έαυτού της κι εκφράζεται, είναι ό σαρκασμός της ζωής καί της γενικής σύγχυσης, ή αύτοειρωνεία · ταυτόχρονα είναι ή άκουγόμενη κατασίγαση δλης αυτής τής σύγχυσης»®"*. Τί περιγράφει άλήθεια ό Χέγκελ; Μιά άτμόσφαιρα, ένα όραμα, μιά πραγματικότητα; Θυμούμαστε τώρα δτι ό Χέγκελ ξαναμίλησε στόν ϊδιο τόνο στό απόσπασμα τής Γιένας. Καί τούτη ή περιγραφή θά μπορούσε νάχει τό Ι'διο μοτίβο μέ κείνη, δηλαδή τό μυθικό καί μυστικιστικό δραμα ενός θεού, πού, οργισμένος γιά τίς άγονες αίωρήσεις του καί τήν άπώλεια του επίκεντρου, καταστρέφει τά πάντα. Ρωτήσαμε αν αυτή ή περιγραφή καθρεφτίζει μιά άτμό69
σφαίρα, ενα όραμα ή μιά πραγματικότητα, ενώ θά μπορούσαμε νά πούμε: δλα αύτά μαζί. Ό σκελετός ομως αύτής της εικόνας είναι ή εξέλιξη, την τελευταία πράξη της όποιας πίστευε πώς ειδε στη Γαλλική Επανάσταση. Στόν τρίτο αυτό σταθμό οδηγούν όμως ή μόρφωση καί ή διαφώτιση, πού σάν μορφές τού αλλοτριωμένου πνεύματος καταλήγουν στόν τρόμο. Μέ άπλότερα καί ϊσως πιό συγκεκριμένα λόγια θά μπορούσαμε νά πούμε: Παντού στόν σύγχρονο κόσμο εμφανίζεται κατά τόν Χέγκελ μιά άδέσμευτη μόρφωση. Είναι ό κόσμος ένός ελεύθερου πνεύματος, πού δέν γνωρίζει άλλο νόμο άπό κείνον της προοδεύουσας γνώσης. Είναι τό σύγχρονο πνεύμα της προόδου, άπό τό όποιο περίμενε κανείς πώς θά διαπλάσσει έναν ελεύθερο κόσμο. Ό Χέγκελ τόν βλέπει άλλιώς: σάν αύταλλοτριωμένο καί καταξεσχισμένο πνεύμα. Κι έτσι δέν βλέπει πιά τή διαφώτιση, δπως τήν είχε ορίσει ό Κάντ, δηλαδή σάν τήν «έξοδο τού άνθρώπου άπό τήν άνηλικιότητα». 'Αναγνωρίζει βέβαια τό δίκιο της διαφώτισης, βλέπει ομως καί μιά άλλη πλευρά. Παρουσιάζει τή διαφώτιση σά «σκέτη άπιστία», πού έχασε τήν πίστη ματαιόδοξα καί δέν θέλει νά άκούει πιά γιά τό άπόλυτο όν. Κατηγορεί τή διαφώτιση γιά έλλειψη αύτοδιαφώτισης. Πάντως δέν είνα σαφές τί εννοεί στό τέλος τού κεφάλαιου «διαφώτιση», δταν λέει: «6 ούρανός μεταφυτεύτηκε κάτω στή γή». Στόν τρίτο σταθμό τελικά, στό «ή άπόλυτη ελευθερία καί ό τρόμος», άρχίζει μέ τήν περιγραφή της άπόλυτης ελευθερίας, πού ήχει θετικά στήν άρχή καί παρουσιάζεται σάν γενική θέληση, πού περικλείνει καί άναιρεί κάθε ξεχωριστό. Λέει εκεί, δτι αυτή ή άδιαίρετη υπόσταση της άπόλυτης ελευθερίας άνεβαίνει στό θρόνο τού κόσμου, χωρίς κάποια δύναμη νά μπορεί νά άσκήσει άντίσταση ένάντιά της. Κατόπιν ή περιγραφή παίρνει άρνητικό χαρακτήρα, καθώς εμφανίζεται μιά άπό κείνες τίς παράξενες εικόνες: «Τό άντίπερα αύτής της πραγματικότητάς του αιωρείται πάνω άπό τό πτώμα της εξαφανισμένης αύτοτέλειας τού πραγματικού ή πιστευτού, είναι σάν άναθυμίαση ένός άνοστου άερίου, τού 70
άδειου Etre supreme®^ (σημ. μετάφρ.: ανώτερο είναι). 'Αρχίζει νά υποδηλώνει ότι αύτη ή απόλυτη ελευθερία ειναι μέσα της μια κενή έννοια. Ό Χέγκελ τό λέει ανοιχτά: «Κανένα θετικό έργο ή πράξη δέν μπορεί νά παραγάγει τή γενική ελευθερία· της άπομένει μόνο ή άρνητική δράση· ή γενική ελευθερία είναι ή ερινύα της εξαφάνισης». 'Αργότερα συνεχίζει: « Ή μοναδική πράξη ή έργο της γενικής ελευθερίας είναι λοιπόν ό θάνατος, καί μάλιστα ένας θάνατος χωρίς έσωτερική διάσταση καί πλήρωση, γιατί δ,τι άρνούμαστέ, είναι τό άνεκπλήρωτο σημείο του απόλυτα ελεύθερου εαυτού· είναι λοιπόν 6 ψυχρότατος, ρηχότατος θάνατος χωρίς μεγαλύτερη σημασία άπό τό κόψιμο ενός κραμβολάχανου ή μιά γουλιά νερό»®^. Τώρα 6 Χέγκελ βλέπει μπροστά του σίγουρα τήν τελευταία φάση της Γαλλικής Επανάστασης, τήν εποχή πού κυριαρχεί ή τρομοκρατία καί ή λαιμητόμος. Μπορούμε τώρα νά άπαντήσουμε καί στό ερώτημα, τί περίγραψε παραπάνω 6 Χέγκελ. Ό σκελετός τής ιστορίας, δπως τόν βλέπει, είναι ή εξέλιξη ως τή Γαλλική Επανάσταση. Σέ αύτή βλέπει μιά μεγάλη συνάρτηση, πού αγκαλιάζει αιώνες, άρχίζοντας άπό τόν κόσμο του άλλοτριωμένου πνεύματος καί περνώντας άπό τή διαφώτιση, γιά νά καταλήξει σ' εκείνη τήν λαμπρή ιδέα: Ελευθερία, 'Ισότητα, Άδελφικότητα. Ό , τ ι άλλοι βλέπουν σάν εκφυλισμό αύτής τής ιδέας, δηλαδή τήν όψιμη τρομοκρατική φάση τής Γαλλικής 'Επανάστασης, αυτός τή θεωρεί έσωτερική συνέπεια ενός πνεύματος, πού έχασε τήν πραγματικότητά του. Έτσι είναι άναπόδραστη ή εξέλιξη άπό τήν ιδέα τής άπόλυτης ελευθερίας στήν τρομοκρατία. Ό Χέγκελ όμως δέν άκολουθεί τόν συνηθισμένο δρόμο του ιστοριογράφου, πού συνάγει τίς λεπτομέρειες καί καταδείχνει τελικά πώς ή άρχική ιδέα ξεφτίζει στήν πορεία των πραγμάτων καί μπαίνουν μπροστά άλλες δυνάμεις. Γι' αυτόν προκύπτει μιά τέτοια εξέλιξη άπό τόν διαλεκτικό νόμο τής μετάπτωσης. Σύμφωνα μέ αυτόν, μετά τήν συγκεκριμενοποίηση μιας ιδιαίτερης μορφής του πνεύματος, άκόλουθεί άναγκαία ή άρνηση αύτής τής συγκεκριμενοποίησης καί ή άναίρεσή της. 71
To πνεύμα ζει άπό την κίνηση του · άπό μιά μορφή ύπαρξης του μεταλλάζει στην άντίθετή του καί ετσι άνέρχεται σε ολοένα ψηλότερες βαθμίδες. Βασικό σ' αυτή τήν παράσταση είναι δτι παραμερίζεται ή άποψη πώς ή ανθρωπότητα κινείται προοδευτικά, με άργά καί λογικά βήματα. Προχωρεί μάλλον μέ λογικά άλματα, άλλάζοντας διαρκώς θέσεις άπό τό ένα άκρο, μεταπηδώντας στό άλλο, κάθε φορά μέ δυό βήματα. Αυτά άλληλοαναιροϋνται, στό νόημα του Χέγκελ, καί ή άνθρωπότητα ανεβαίνει σέ ψηλότερη μορφή. Ό Χέγκελ κατέδειξε αυτό τό νόμο της διαλεκτικής γιά πρώτη φορά στή Φαινομενολογία, αποτελεί όμως βασική άρχή του φιλοσοφικού του συστήματος. Τόν εφάρμοσε πάνω σέ υλικό μέ τους ευνοϊκότερους όρους. Γιατί είναι ολοφάνερο δτι ή παράσταση της προόδου σέ άντιθέσεις καί άλματα ισχύει στόν ιστορικό κόσμο όσο πουθενά άλλού. "Αν ό Χέγκελ καταφέρνει ετσι νά βάλει τόν σκελετό της ιστορίας σέ μιά ορισμένη, δηλαδή τή διαλεκτική τάξη, δέν μπορούμε εντούτοις νά παραβλέψουμε, δτι αυτή ή τάξη των ιστορικών δεδομένων εξαρτάται άπό τήν εμπειρία καί τήν άτμόσφαιρα, πού εξάγγειλε στόν πρόλογο. Νιώθουμε τώρα, γιατί εμφανίζονταν εκεί τόσο συχνά οι ιδέες τού άρνητικού καί της παραμονής στήν καταρράκωση καί γιατί ό Χέγκελ λέει δτι τό πνεύμα παίρνει ζωή μόνο άτενίζοντας τό άρνητικό κατάματα καί παραμένοντας σ' αυτό. Γιά τόν Χέγκελ αυτό είναι μιά άνθρώπινη καί μιά ιστορική εμπειρία. Ή ιστορία, έτσι μάς διδάσκει, δέν μένει κρεμασμένη στό άρνητικό · τό ξεπερνάει διαβιώνοντάς το, παραμένοντας σ' αυτό. Αυτό είναι, δπως λέει, ή μαγική δύναμη πού «άνατρέφει τό είναι». Ή Φαινομενολογία διακατέχεται λοιπόν σ' όλο τό πλάτος της άπό αυτό τό - θά λέγαμε - στωικό βασικά κλίμα, ή κεντρική ιδέα τού οποίου είναι νά άτενίζεις καταπρόσωπο τό νεκρό καί άρνητικό. Μέ άσάλευτο πρόσωπο, θά λέγαμε, ζωγραφίζει ό Χέγκελ τήν εικόνα ενός αύταλλοτριωμένου κόσμου, καταρρακωμένου μέσα του, γνωρίζοντας ταυτόχρονα δτι μέσα άπό τά ερείπια θά άναδυθεΐ ή επόμενη, vta 72
σκάλα της ιστορίας, όπως ό φοίνικας μέσα άπό τή στάχτη. Είναι τό βασικό δραμα, πού διακατέχει τή χεγκελιανή σκέψη · μέ δσα γεγονότα και νά τεκμηριωθεί, μένει μιά δραματική θεώρηση της ιστορίας. Μήπως είναι προφητικό τό δραμα τούτο, στρέφει δηλαδή τή ματιά μας πρός τό μέλλον; Μας κυριαρχεί άβεβαιότητα καί δισταγμός, αν επιχειρήσουμε νά δώσουμε απάντηση. "Ας πούμε, δτι ό Χέγκελ μπορεί νά διαβαστεί, εννοηθεί καί έτσι. Τού έπέρριψαν «αισιοδοξία καί στωικότητα» (Χάυμ). Όποιος εννοεί τόν Χέγκελ έτσι, θά πρέπει νά βρίσκει δτι αυτή ή φιλοσοφία, πού εμπιστεύεται στήν δύναμη τού πνεύματος, είναι μιά παρηγορητική κοσμοθεωρία. Ό μ ω ς δέν μπορεί νά αμφισβητηθεί πώς αυτή τήν εμπιστοσύνη στή δύναμη τού πνεύματος τή συνοδεύει μιά βαθιά σκεπτικιστική ματιά. Ό π ω ς φαίνεται στή Φαινομενολογία^ αλλά καί σέ κατοπινότερα έργα, ό Χέγκελ είναι διαποτισμένος καί άπό βαθιά δυσπιστία άπέναντι στόν κόσμο των ήμερων του. Περιγράφει πάντως στή Φαινομενολογία μιά πέρα γιά πέρα κρίσιμη κατάσταση. Μπορούμε δμως νά δεχθούμε πώς τή θεωρεί κιόλας ξεπερασμένη. Τό κεφάλαιο πού έγραψε γιά τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα, ξαναμπαίνει άργότερα στήν παγκόσμια σκηνή. Μεταξύ των αναγνωστών της Φαινομενολογίας βρίσκεται καί ό Κάρλ Μάρξ. Δέν τόν βολεύει, δπως εγραφε στόν πατέρα του, πρίν κλείσει τά είκοσι, ή «τραγική μελωδία της χεγκελιανής φιλοσοφίας», άλλά δέν μπορεί νά της διαφύγει. Θά περάσει καιρός γιά νά τά βγάλει πέρα μέ τόν δικό του τρόπο. Πόσο εντυπωσιάστηκε ό Μάρξ άπό τή Φαινομενολογία, τό ξέρουμε άπό τά νεανικά του έργα. Είναι δική του ή έκφραση, δτι ή Φαινομενολογία είναι «ή άληθινή γενέτειρα καί τό μυστικό της χεγκελιανής φιλοσοφίας». Ό π ω ς ό Χέγκελ διάβαζε στά φοιτητικά του χρόνια τά έργα τού Ρουσσώ καί εντυπωσιάστηκε άπό τήν πολιτιστική κριτική του, έτσι κι ό Μάρξ είχε γοητευτεί άπό τήν χεγκελιανή περιγραφή τού «αύταλλοτριωμένου πνεύματος». Ό Μάρξ παραλαβαίνει τήν παράσταση ενός άλλοτριωμένου κόσμου καί τήν επεκτείνει. Αυτή, πρέπει νά πούμε, γίνεται ή 73
βάση θεώρησης του κόσμου της εποχής του. Πρότυπο της μαρξικής θεωρίας της καπιταλιστικής εποχής, σάν μιας εποχής καταδικασμένης σε κατάρρευση, στάθηκε τό δραμα του άλλοτριωμένου κόσμου. Αυτό άποδείχνεται φράση μέ φράση. Ό τ α ν ό Μάρξ πρωτοεξαγγέλλει τήν άθλιότητα του καπιταλιστικού συστήματος και τήν αθλιότητα του προλεταριάτου, τόν οδηγεί όλοκληρωτικά αυτή ή παράσταση και ή εικόνα, πού σχημάτισε ό Χέγκελ πριν από 40 χρόνια στή Φαινομενολογία, Παίρνουμε μιά περικοπή άπό τόν Μάρξ, πού λέει δτι «ή ιδιοκτήτρια τάξη καί ή τάξη του προλεταριάτου εκφράζουν τήν ϊδια ανθρώπινη αύταλλοτρίωση. 'Αλλά ή πρώτη τάξη αισθάνεται άνετα μέσα στήν αύταλλοτρίωσή της, θεωρεί τήν αλλοτρίωση σάν δική της δύναμη καί σ' αυτή βρίσκει τήν επίφαση μιας ανθρώπινης ύπαρξης· ή δεύτερη αισθάνεται τόν εαυτό της μέσα στήν αλλοτρίωση έξουθενωμένο, διακρίνει σ' αυτή τήν παράλυση τήν πραγματικότητα μιας άπάνθρωπης ύπαρξης. Αύτό αποτελεί, γιά νά μεταχειριστούμε μιά έκφραση τού Χέγκελ, μέσα στήν απόρριψη τήν έξανάσταση ενάντια σ' αύτή τήν απόρριψη...»®^. Ή έκφραση είναι παρμένη άπό τή Φαινομενολογία, ιδιαίτερα άπό τό κεφάλαιο γιά τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα. Εκεί ό Χέγκελ λέει: « Ή γλώσσα της καταρράκωσης δμως είναι ή τέλεια γλώσσα καί τό άληθινό υπάρχον πνεύμα δλου αυτού τού κόσμου τής μόρφωσης». Αίγο άργότερα συνεχίζει: «Αύτή ή αύτοσυνείδηση, πού άντιστοιχεί στήν έξανάσταση, ή οποία απορρίπτει τήν άπόρριψη...»®®. Τά άφηρημένα νοήματα τού Χέγκελ, πολυσήμαντα τότε, γεμίζουν τώρα στά χέρια τού Μάρξ μέ πραγματικό περιεχόμενο. Αύτά πού στόν Χέγκελ εμφανίζονται σέ τελευταία άνάλυση σάν μεταφυσικές δυνάμεις, στόν Μάρξ παίρνουν πρόσωπο καί επικαιρότητα. Άργότερα ό Μάρξ θά πεί μέ υπερηφάνεια δτι ειχε διαγνώσει πολύ νωρίς τή «μυστικοποιητική πλευρά τής χεγκελιανής διαλεκτικής» καί έδωσε σέ αύτή τή «γερμανική μόδα» «ορθολογική μορφή». Δέν είναι εδώ άκόμα ό κατάλληλος χώρος νά συζητήσουμε τίς ποικίλες συναρτήσεις μεταξύ Χέγκελ καί Μάρξ, ιδιαίτερα τήν 74
εξέλιξη των ξεχωριστών μαρξικών θεωριών, όπως είχαν προδιαμορφωθεΐ ήδη στον Χέγκελ. Προανακοινώνω. δμως τό συμπέρασμα. 'Από αυτή τή στιγμή άρχίζει νά συμπορεύεται ή ιδέα της (παγκόσμιας) επανάστασης μέ τό διαλεκτικό σκέπτεσθαι καί τή θεωρία της διαλεκτικής. Στό εξής άλληλαδράχνονται οι δυό τους σάν οδοντωτοί τροχοί. Έ δ ώ βρίσκουν παγκόσμια άναγνώριση τά λόγια του Στάλ: « Ή επανάσταση είναι τό σήμα τής εποχής μας, οι άγώνες υπέρ καί κατά τής επανάστασης καλύπτουν τήν ιστορία»®^. 'Αξίζει νά σταματήσει κανείς πάνω στή δομή τών ιστορικών διαδικασιών, πού διαρκούν ακόμα, προσέχοντας τήν ιδιαίτερη μορφή τους. Ό Χέγκελ ειχε δημιουργήσει αυτό πού ονόμασε διαλεκτική μέθοδο, βασιζόμενος στό άμεσο εποπτικό υλικό τής ιστορίας του καιρού του. Γιά πρώτη φορά στή Φαινομενολογία προχώρησε στήν άνάπτυξη του διαλεκτικού σκέπτεσθαι, ξεκινώντας άπό ιστορικά γεγονότα καί συσχετίσεις. Γιά πρώτη φορά θεωρείται ή ιστορία τού πνεύματος σάν αγώνας αντιθέσεων, πού ξεπροβάλλουν αλυσιδωτά, καί σάν σειρά βαθμίδων τών μορφών τού πνεύματος, οι όποιες παράγονται άπό τόν άγώνα. Ή θεώρηση τού Χέγκελ δέν σταματάει στήν ιστορία. Αυτή τού είναι μέσο πρός ένα σκοπό, δρόμος πρός μιά μεταφυσική. Ό Μάρξ, πού ξαναδιανύει αυτόν τό δρόμο, εφαρμόζει τό ένοιολογικό σύστημα, πού άνάπτυξε ό Χέγκελ, πάνω στήν πραγματικότητα, δπως τή βλέπει αυτός. Διανύει τόν δρόμο τού Χέγκελ άντίστροφα· ή μέθοδος, πού δημιούργησε ό Χέγκελ άπό τήν παρατήρηση τής πραγματικότητας, γίνεται γιά τόν Μάρξ τό κλειδί τής παρατήρησης. Ταυτόχρονα άντιστρέφεται, επίσης διαλεκτικά, ή μεθοδολογική θεώρηση τού Χέγκελ· ό μεταφυσικός ιδεαλισμός τού Χέγκελ γίνεται μεσσιανική πίστη επαγγελιών. Ά π ό κείνη τήν στάση τού Χέγκελ, πού βλέπει τελικά τόν κόσμο σάν εξέλιξη ενός άπόλυτου πνεύματος, δημιουργείται μιά πολιτική θρησκεία, ή οποία δέν κατανοεί πιά τόν εαυτό της σάν θεωρητική γνώση, παρά σάν πολιτική πράξη.
75
ΑΠΟ ΤΗ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΠΑ ΣΤΗ ΑΟΠΚΗ Ή Φαινομενολογία ολοκληρώθηκε καί ταυτόχρονα εληξε και ή παραμονή του Χέγκελ στη Γιένα. 'Από τις διάφορες εξωτερικεύσεις του σχετικά με την επεξεργασία, άλλά καί τό ιστορικό του έργου, φαίνεται πώς τογραψε μέ μιά πνοή, σάν ραψωδία. Έχει μεταβάλλει λοιπόν τό φορτίο, πού τόν βάραινε, σε λέξεις, φράσεις καί τυπογραφικά φύλλα. Ό λ ο τό έργο γράφτηκε κάτω άπό σχεδόν βάρβαρη πίεση. Ή άρχική εισαγωγή στό σύστημα μεγάλωσε κι εγινε τό πρώτο μέρος του συστήματος. Ένα-ενα φύτρωναν κομμάτια ανάμεσα άπό τά δάχτυλά του. Μισό χρόνο πιό πρίν, στά μέσα του 1806, δέν ξέρει ακόμα ποιό μέγεθος θά πάρει τό βιβλίο, κι δλα δείχνουν πώς τό δεύτερο μέρος, πού περιέχει τό κεφάλαιο γιά τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα, θά πάρει μεγάλες διαστάσεις. Ό τ α ν τό άποτελείωσε, δέν είναι απόλυτα ικανοποιημένος. Γράφει στόν Νητχάμερ, ότι διαβάζοντας τίς διορθώσεις, είχε τήν επιθυμία νά τό άπαλλάξει άπό μερικές «σαβούρες». Στόν Σέλλινγκ γράφει, ότι ή επεξεργασία των λεπτομερειών έβλαψε τό σύνολο. Στόν Σέλλινγκ γράφει επίσης δτι «άπό φύση του» πρόκειται γιά «ένα διασταυρωμένο πέρα-δώθε» καί μιά λεπτότερη επεξεργασία θά του κόστιζε πολύ περισσότερο χρόνο^®. Στή δεύτερη έκδοση, έτσι γράφει στόν Νητχάμερ, «θά βελτιώσει τά πάντα»^^. Πρώτο του βήμα είναι τώρα ή εγκατάλειψη τής Γιένας. Ξόδεψε, φαίνεται, όλόκληρη τήν πατρική κληρονομιά κι ελπίζει νά περάσει τόν επόμενο χειμώνα άπό τά έσοδα πού θά έχει άπό τήν Φαινομενολογία. Οι παρακλήσεις γιά χρήματα, πού άπευθύνει στόν Νητχάμερ, δείχνουν σέ ποιά οικονομική κατάσταση βρίσκεται. Έ ν α μήνα υποφέρει τρομακτικά. Λίγες μέρες πρίν άπό τή μάχη τής Γιένας παράδωσε στό ταχυδρομείο τό άποτελειωμένο χειρόγραφο καί τώρα φοβάται μήπως χαθεί στήν πολεμική άναταραχή. Αυτή τή στιγμή ολα είναι άμφίβολα, βέβαιο είναι μόνο πώς πρέπει νά άναζητήσει νέα άπασχόληση γιά νά συντηρηθεί. Φαίνεται πώς ή επόμενη εργασία βρέθηκε μέ μεσολάβηση 76
του Νητχάμερ. Ή μοίρα τον ειρωνεύεται, προσφέροντας του μια πολύ διαφορετική δουλειά. Γίνεται άρχισυντάκτης της 'Εφημερίδας της Βαμβέργης, ενός άσήμαντου επαρχιακού φυλλάδιου. Δέχεται αυτή τή θέση μέ σχετική χαρά, γιατί μέ τήν αμοιβή του μπορεί νά συντηρείται, λιτά βέβαια κι όχι μακροπρόθεσμα. Ή ελπίδα γιά τακτική καθηγεσία δέν τόν εγκαταλείπει. 'Ανάλαβε λοιπόν τά καθήκοντά του, δηλώνοντας δτι ή «δουλειά» τόν ενδιαφέρει, γιατί παρακολουθεί «τά παγκόσμια γεγονότα μέ περιέργεια». Οι επιστολές του πρώτου καιρού τόν εμφανίζουν ευχαριστημένο. Στήν εφημερίδα, γράφει, περνώ «μιά ζωή χωρίς δυσαρέσκεια καί χωρίς άπόλαυση» (γράμμα: 13.10.1807)^2 Κατόπιν άλλάζει τόνο, μιλά γιά τήν «άσχημη ζωή του στήν εφημερίδα» «χωρίς παραπέρα πειρασμούς» (γράμμα: 28.3.1808)^^. Μισό χρόνο άργότερα λαχταρά νά φύγει άπό τή «γαλέρα της έφημερίδας»^^. Ό Χέγκελ εργάστηκε περίπου δυό χρόνια σάν άρχισυντάκτης. Ή εφημερίδα αυτή, μικρή τοπική εφημερίδα εξάλλου, λειτουργεί κάτω άπό ιδιαίτερες συνθήκες. Ή Ευρώπη βρίσκεται κάτω άπό τήν ηγεμονία του Ναπολέοντα καί οι κατευθυντήριες γραμμές έρχονται έμμεσα άπό τό Παρίσι. Ό Χέγκελ δέν μπορεί νά κάνει τίποτε περισσότερο άπό τή διάταξη των ειδήσεων. Έ δ ώ δείχνει όργανο^τικές ικανότητες. Ό Χάυμ γράφει, δτι ό Χέγκελ πρόσφερε τήν καλύτερη συντακτική δουλειά, αν κάτι τέτοιο ήταν δυνατό σε μιά κακή εφημερίδα. Όποιος όμως πάρει στά χέρια του αυτή τήν εφημερίδα, δέν θά άνακαλύψει τίποτε τό χεγκελιανό· οσο κι αν τή διερευνήσει κανείς, δέν θά άνακαλύψει καθόλου χεγκελιανό πνεύμα ή ύφος. Κι ό ϊδιος έπληττε μέ τήν εφημερίδα του. Μιά φορά έγραψε πώς άρθρογραφία σημαίνει άχυροφαγία. Σέ άλλο γράμμα παρακαλεί τόν Νητχάμερ νά του στείλει μιά μηχανή τού καφέ, πού κατασκευάζεται στό Μόναχο, γιατί είναι πιά καιρός νά επενδύσει λίγο περισσότερο πνεύμα στή δουλειά του. Παραπονιέται γιά τήν ειρηνική περίοδο. Οι δημοσιογράφοι, λέει, δυσκολεύονται «νά ταίζουν τήν περιέργεια τού κοινού», γιατί γιά τούς δημοσιογράφους «ή λυ77
πηρή ειρηνική περίοδος», είναι «δ,τι γιά τους κλέφτες ή ώραία πανσέληνος καί ή καλή άστυνομία»^^. Κάποτε άναφαίνονται καί οι στενόχωρες πλευρές της συντακτικής δουλειάς. Έρχεται σέ προστριβές μέ τήν κυβέρνηση, γιατί σέ ένα άρθρο του γνωστοποίησε τόν τόπο στρατοπέδευσης τριών στρατιωτικών μονάδων. Του ζητάνε νά κατονομάσει τόν στρατιωτικό, πού έδωσε τήν πληροφορία, άπειλώντας μέ κλείσιμο της εφημερίδας. Ό Χέγκελ δμως δέν είχε τήν πληροφορία αυτή, πού δέν ήταν κάν μυστική, άπό στρατιωτικό πρόσωπο· ένας τυπογράφος ειχε βρει κατά σύμπτωση κομμάτι αντίγραφου ενός ξεσχισμένου βασιλικού διατάγματος. Λυτρώθηκε τελικά, οταν πάλι μέ μεσολάβηση του φίλου του Νητχάμερ του προσφέρθηκε γυμνασιαρχική θέση στό γυμνάσιο της Νυρεμβέργης. 'Ανάλαβε τά καθήκοντά του εκεί τόν Δεκέμβρη του 1808. Αυτή τήν περίοδο γράφει τό δεύτερο μέρος του συστήματός του, τήν 'Επιστήμη της Λογικής. Καί τώρα μερικές παρατηρήσεις σχετικά μέ τήν εσωτερική εξέλιξη του Χέγκελ, προτού περιγράψουμε άκριβέστερα τήν περίοδο της Νυρεμβέργης καί προχωρήσουμε στήν εξέταση της Λογικής, αυτής της πιό παράξενης Λογικής, πού γράφτηκε ποτέ. Στήν Βαμβέργη έμεινε δυό, στήν Νυρεμβέργη οχτώ χρόνια, συνολικά δέκα χρόνια μακριά άπό τήν πανεπιστημιακή ζωή. Είναι σημαντικά χρόνια γιά τή Γερμανία. Τό 1813 άρχίζουν οι απελευθερωτικοί πόλεμοι, στό τέλος τών όποίων δημιουργήθηκε ή νέα Πρωσία. Στήν πρωτεύουσα αυτής της Πρωσίας ό Χέγκελ παίρνει τήν έδρα τής φιλοσοφίας, όπου μένει ως τά τέλη τής ζωής του. Ή άνοδος τής Πρωσίας γίνεται καί άνοδος του Χέγκελ. Τό ερώτημα σχετικά μέ τήν στάση του Χέγκελ μέσα στίς διακυμάνσεις τής πολιτικής ιστορίας μπαίνει επιτακτικά, άφού μάλιστα ό ϊδιος πρόσκειται διανοητικά στήν ιστορία. Ή Φαινομενολογία είναι μιά ιστορία του πνεύματος, σέ ολο τό πλάτος τής όποίας είναι συνυφασμένα τά πολιτικά γεγονότα. Πέρα άπό αυτό στή Φαινομενολογία άναπτύχθηκε ή θέση, δτι ή ιστορία τής πραγματικότητας διαδραματίζεται διαλεκτικά καί ό διαλεκτικός νόμος τού πνεύματος είναι 78
ταυτόχρονα ό νόμος της πραγματικότητας. Έτσι, πρέπει νά περιμένουμε καί τά συμπεράσματα του σχετικά μέ τά επίκαιρα γεγονότα. Ή μήπως άνηκει στους διανοητές πού παίζουν μέ διπλά χαρτιά: από τη μιά πλευρά ή καθημερινή πραγματικότητα καί άπό τήν άλλη ή θεωρητική δουλειά, μιά δεύτερη χωριστή πραγματικότητα; Ή άπάντηση δέν είναι τόσο άπλή, δσο τό ερώτημα. Υπάρχουν βέβαια καί άπλές άπαντήσεις. Μιά τέτοια βρίσκεται σέ κεντρικό σημείο της εργασίας του Χάυμ. Τόν άποκαλεί άπροκάλυπτα καιροσκόπο. Ό νεαρός Χέγκελ, ενθουσιασμένος μέ τήν έπανάσταση καί εύαγγελιζόμενος τήν ελευθερία, γίνεται υπάλληλος του πρωσικοΰ κράτους καί εκθειάζει τό άστυνομικό καθεστώς της Πρωσίας. Είναι γενικά κακός Γερμανός. Καί 6 Μάρξ έχει εύκολη άπάντηση: Ό Χέγκελ είναι πέρα γιά πέρα άστός διανοούμενος. Κατανοεί μέν τήν ουσία της διαλεκτικής, άλλά αυτή τόν εξυπηρετεί στή μυστικοποίηση (καμουφλάρισμα) καί εξύμνηση του κατεστημένου. Οι δυό άπαντήσεις μοιάζουν στό βάθος. Τά γεγονότα δμως έχουν ώς έξης. Είναι σωστό πώς ό Χέγκελ θαυμάζει τό γαλλικό πνεύμα. Μπορεί νά μας φαίνεται παράξενο πού ό Χέγκελ, πρότυπο Γερμανού διανοούμενου, κλίνει πρός τό γαλλικό καί λατινικό πνεύμα. Δέν θαυμάζει μόνο τόν Ναπολέοντα· θαυμάζει εξίσου καί τόν γαλλικό λαό. Μολονότι ζει τούς Γάλλους σάν πλιατσικολόγους, γράφει άπό τή Γιένα: «Τό γαλλικό έθνος, περνώντας άπό τό λουτρό της έπανάστασής του, δέν άπαλλάχτηκε μόνο άπό πολλούς θεσμούς, πού είχαν στενέψει γιά τό άνθρώπινο πνεύμα σάν παιδικά παπούτσια καί τό δέσμευαν καί τό άτομο άποτίναξε τό φόβο του θανάτου καί τή ζωή της ρουτίνας, πού δέν βρίσκει πιά στήριγμα στό άλλαγμένο σκηνικό. Αυτό δίνει στό γαλλικό έθνος τή μεγάλη δύναμη πού άσκει πάνω στά άλλα έθνη, καί ή όποία θά τά εξαναγκάσει νά άνταλλάξουν τήν άδράνειά τους μέ τήν πραγματικότητα καί ϊσως νά ξεπεράσουν τούς δασκάλους τους, άν διατηρήσουν τόν εσωτερικό τους κόσμο στό νέο πλαίσιο Ό Ναπολέοντας, λοιπόν, είναι ένα είδος έκπρόσωπου τού 79
παγκόσμιου πνεύματος, καί τό γαλλικό έθνος άπόχτησε μέ την έπανάσταοη άνώτερη άξιοπρέπεια· εγινε, φαίνεται, δάσκαλος της άνθρωπότητας. Γιατί; Επειδή βγήκε άπό τήν αδράνεια καί τή χαυνότητα τής ρουτίνας καί απαλλάχτηκε άπό τό φόβο του θανάτου. 'Ακούγεται πάλι τό μοτίβο, πού συναντήσαμε παραπάνω άρκετές φορές: ζωή του πνεύματος είναι μόνο εκείνη πού επιζεί άπό τήν καταστροφή καί τό βλέμμα του θανάτου, τόν άτενίζει κατάματα. Σέ συνδυασμό μ' αυτό εμφανίζεται τό δεύτερο μοτίβο: Ζούμε μιά μεταβατική περίοδο, όπου αλλάζει ή σκηνή του πνεύματος καί χάνουν τά στηρίγματά τους δσα είχαν βολευτεί στό παλιό σκηνικό. Τώρα όμως τά παγκόσμια γεγονότα παίρνουν άλλη τροπή, ό Ναπολέοντας καταρρέει καί ό γαλλικός λαός είναι υποχρεωμένος νά φέρει τά βάρη, πού του φόρτωσαν ή επανάσταση καί ό Ναπολέοντας. Τί θά πει τώρα ό Χέγκελ; Παίρνουμε τις άπαντήσεις άπό τά γράμματά του. Ό τ α ν σφραγίστηκε ή μοίρα του Ναπολέοντα, ό Χέγκελ γράφει: «Συνέβηκαν μεγάλα πράγματα γύρω μας. Είναι τεράστιο τό δράμα μιας μεγάλης μεγαλοφυίας, πού αύτοκαταστρέφεται. Αυτό είναι τό τραγικώτατον* πού ύπάρχει.Ή μεγάλη μάζα του μέτριου μέ τήν άπόλυτα μολυβδένια βαρύτητά του πιέζει άκατάπαυστα καί άσυμφιλίωτα, έτσι μολυβδένια, ώσπου νά βουλιάξει τό ψηλότερο ώς τό Ι'διο ή χαμηλότερο επίπεδο. Τό κρίσιμο σημείο, ό λόγος πού αυτή ή μάζα έχει εξουσία καί επικρατεί σάν τό χορό στή σκηνή, είναι ότι τό μέγα άτομο τής χάρισε τά άντίστοιχα δικαιώματα καί έτσι αύτοπροετοίμασε τόν καταποντισμό του. Γιά νά καταφύγω σέ αυτοέπαινο, προειδα εξάλλου τή μεγάλη άνατροπή. Λέω στή σελίδα 547 του έργου μου (τελειωμένο τή νύχτα πρίν άπό τή μάχη τής Γιένας): Ή άπόλυτη ελευθερία (τήν έχω προπεριγράψει: είναι ή καθαρά άφηρημένη, τυπική τής γαλλικής Δημοκρατίας, πού, δπως έδειξα, προήλθε άπό τή Διαφώτιση) μεταβαίνει άπό τήν αύτοκαταστρεπτική της πραγματικότητα σέ άλλη χώρα (έκει * Σημ. μετάφρ.: ό Χέγκελ χρησιμοποιεί τόν ελληνικό τύπο.
80
είχα μια χώρα ύπόψη μού) του αΰτοσυνείδητου πνεύματος, δπου αύτη ισχύει σάν τό άληθινό στη μή-πραγματικότητα · τό πνεύμα χαίρεται την ιδέα τού άληθινού, δσο αυτό είναι και μένει ιδέα καί δσο εέναι σίγουρο, δτι αύτό τό είναι, πού περικλείνει ή αύτοσυνείδηση, είναι τό πληρέστερο καί τελειότερο ÖV. Είναι ή νέα μορφή τοϋ ηθικόν πνεύματος»^"^. Παράξενες φράσεις, πού αναφέρονται τόσο άμεσα στην πολιτική πραγματικότητα καί ακούγονται εξάλλου σάν φανταστικές. Διακρίνουμε, δσο επιτρέπει ή σαφήνειά τους, δτι ό Ναπολέοντας ήταν μεγαλοφυία, πού αύτοκαταστράφηκε, αναγκασμένος νά υποκύψει στή μολυβδένια δύναμη τού μέτριου. Ό Χέγκελ κομπάζει γιά πολιτική προφητεία. Βλέπουμε νά παίρνει τίς φράσεις του κατά λέξη. Στή Φαινομενολογία, σέ μιά εποχή δηλαδή πού 6 Ναπολέοντας βρισκόταν στό άποκορύφωμα της εξουσίας του, 6 Χέγκελ πρόβλεψε τήν πτώση του. Ή αιτιολόγηση της άναγκαιότητας αυτού τού γεγονότος πηγάζει σάν τελευταίος σταθμός της απόλυτης ελευθερίας, πού άναγκάζεται νά αυτοκαταστραφεί. Δέν γίνεται αρκετά σαφές, αν 6 Ναπολέοντας είναι άκόμα ό συνεχιστής αύτής της ελευθερίας ή ή πρώτη πράξη καταστροφής της απόλυτης έλευθερίας ή, άντίστροφα, ή διαλεκτική σύνθεση, μετά τήν κατάργηση της έλευθερίας άπό τήν τρομοκρατία, ή σύνθεση δηλαδή, μέσα στήν όποία διατηρούνται τά επιτεύγματα της επανάστασης μέ ταυτόχρονο περιορισμό της απόλυτης έλευθερίας. Σαφής είναι τελικά ή παράσταση τού Χέγκελ, δτι αύτή ή διαδικασία συνεχίζεται σέ άλλη χώρα καί ανατέλλει σάν νέα βαθμίδα τού ιστορικού πνεύματος ή μορφή τού «ηθικού πνεύματος». Δέν μας λέει, βέβαια, σέ ποιά χώρα θά πάρει μορφή καί θά γίνει πραγματικότητα αύτό τό πνεύμα. Εντελώς δυσεξήγητες είναι οι τελευταίες φράσεις. Ή απόλυτη ελευθερία συνεχίζει, κατά τόν Χέγκελ, νά ζει στή νέα μορφή τού πνεύματος. Ζει παραπέρα σάν σκέψη. Έγινε μή-πραγματική σάν απόλυτη ελευθερία, πού αύτοκαταστράφηκε, αλλά είναι καί μένει σκέψη, τήν όποία άπολαμβάνει τό πνεύμα. 6.
OL μεγάλοι διαλεκτικοί
81
Τό νόημα των λεπτομερειών μένει σκοτεινό, στά γενικά δμως πλαίσια φανερώνεται εξουσιαστικά ή βασική σκέψη της Φαινομενολογίας: ή διαλεκτική πορεία του πνεύματος διακατέχει τήν ιστορία. Τό άτομο, δσο μεγαλοφυές κι άν είναι, υποκύπτει σέ αυτή τή διαλεκτική ροή. Στήν σκηνή του παγκόσμιου πνεύματος τό άτομο εμφανίζεται σάν μαριονέτα, μολονότι τά «κοσμοϊστορικά άτομα» είναι οι διευθυντές σκηνής του παγκόσμιου πνεύματος. Ό περίεργος θά ρωτούσε: Πρός τά πού κινείται τό σύνολο, οδηγείται τό παγκόσμιο πνεύμα πρός ένα στόχο; Θά έπανέλθουμε άργότερα σέ αυτό τό ερώτημα. Συχνά έπέρριψαν στόν Χέγκελ, δτι τό φιλοσοφικό του σύστημα προδικάζει κιόλας ολόκληρη τήν ιστορία. Ό Μπούρκχαρτ π.χ. λέει: «Αυτή ή φιλάρεσκη πρόβλεψη ενός κοσμοσχεδίου όδηγεί σέ πλάνες, επειδή ξεκινάει από σφαλερές προϋποθέσεις»^®. Γιά τήν ώρα εξετάζουμε μόνο τό έρώτημα: ώς ποιό σημείο μπορεί ό σχεδιαστής νά προβλέπει τό μέλλον μέ βάση τό σχέδιό του; 'Από τό παραπάνω γράμμα μπορούμε, νομίζω, νά συμπεράνουμε δτι τό μέλλον δέν τού είναι τελείως σκοτεινό, αφού - δπως κι άλλοι βέβαια - πρόβλεψε τήν πτώση τού Ναπολέοντα. Ή άπάντηση σέ αύτό τό έρώτημα βρίσκεται σέ γράμμα πρός τόν Νητχάμερ, γραμμένο στά τέλη της περιόδου της Νυρεμβέργης, δταν ό Χέγκελ είχε τή θετική προοπτική νά κληθεί στό πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Γράφει: «Τά γενικότερα παγκόσμια γεγονότα, καθώς καί τά κοντινότερα, μέ παροτρύνουν συχνά σέ γενικές παρατηρήσεις· παραμελώ έτσι τίς λεπτομέρειες, τά καθημερινά καί πλησιέστερα, μολονότι αύτά συγκινούν τό συναίσθημα. Γνώμονάς μου είναι δτι τό παγκόσμιο πνεύμα διάταξε τό χρόνο νά προχωρήσει. Κι εκείνος υπακούει. Αύτό τό δν προχωρεί σάν θωρακισμένη, συμπτυγμένη φάλαγγα άκατάσχετα καί διαπερνάει τά πάντα μέ άνεπαίσθητη κίνηση σάν τόν ήλιο. 'Αμέτρητες ελαφρές ταξιαρχίες, υπέρ καί κατά, οι περισσότερες δμως δέν ξέρουν γιά τί πρόκειται, ενώ δέχονται χτυπήματα στό κεφάλι, δοσμένα σάν άπό άόρατο χέρι. Ψευτιές καί εξυπνάδες δέν περνούν, καθώς δέν φτάνουν ψηλότερα άπό τά κορδόνια τών παπουτσιών αυτού τού γίγαντα· έτσι 82
πασαλείφουν τά παπούτσια του μέ λίγο βερνίκι ή λάσπή χωρίς νά καταφέρουν νά λύσουν τά κορδόνια· είναι άκόμα δυσκολότερο νά τά λύσουν, όταν έκεινο φοράει - σύμφωνα μέ τόν Φός, ϊδε μυθολογικές επιστολές καί άλλα - τά θεϊκά παπούτσια μέ τίς ελαστικές σόλες.... Τό καλύτερο πού έχει νά κάνει κανείς (εσωτερικά κι έξωτερικά), είναι νά προσπαθεί νά μή χάνει τόν προελαύνοντα γίγαντα άπό τά μάτια του. Μπορεί κανείς τότε νά στηθεί έκει καί, γιά διασκέδαση δλης της πολυάσχολης παρέας, νά πιτσιλίζει μαζί τους παπουτσομπογιά, γιά νά συγκρατηθεί δήθεν ό γίγαντας, λαδώνοντας έτσι τούς τροχούς του καί εύφραίνοντάς τον». Φαντασμαγορική ή στρατιωτική εικόνα. Τό μηχανοκίνητο, δπως θά λέγαμε σήμερα, παγκόσμιο πνεύμα προελαύνει άκάθεκτο, δέν μας προδίνει όμως τόν επόμενο σταθμό καί τό στόχο του. Δέν τό ξέρει ό Χέγκελ. Ξέρει μόνο δτι πρέπει νά παρακολουθούμε τόν προελαύνοντα γίγαντα στήν κάθε του κίνηση. Καί συνεχίζει στό Ι'διο γράμμα: «Περίμενα τήν αντίδραση, γιά τήν οποία ακούμε νά μιλούν. Ζητούν τό δίκιο τους. La verite en la repussant, on 1' embrasse (αποκρούοντας τήν αλήθεια, τήν αγκαλιάζουμε) είναι ένα βαθυστόχαστο σύνθημα των Ίακωβίνων. Ή πιό τεράστια άντίδραση, πού είδαμε ποτέ, εκείνη κατά του Βοναπάρτη, έ! τί άλλαξε στήν ούσία, πρός τό καλύτερο ή πρός τό χειρότερο, αν παραλείψουμε τά καμώματα καί τά ψίχουλα πούπεσαν στά μυρμήγκια, τούς ψύλλους καί τούς κοριούς; Καί αυτές τίς μυρμηγκοειδεις, ψυλλοειδείς καί κοριοειδείς προσωπικότητες δέν πρέπει νά τίς πλησιάζουμε, παρά μόνο γιά τό σκοπό πού προορίστηκαν άπό τόν καλό Πλάστη, δηλαδή γιά άστεϊσμούς, σαρκασμούς καί χαιρεκακία. Μέ αύτή τήν καλή πρόθεση μπορούμε μόνο νά τίς βοηθήσουμε νά αύτοτελειοποιηθούν». Έτσι τελειώνει τό γράμΣύμφωνα μέ αυτό τό γράμμα, ό Χέγκελ δέν ξέρει γιά τό μέλλον παρά μόνο ότι ή ιστορία καί τό παγκόσμιο πνεύμα, πού τήν καθοδηγεί, προχωρούν άκατάπαυστα· απαράλλαχτη επαναλαμβάνεται ή παλιά θέση του Χέγκελ, πώς βρισκόμαστε σέ μεταβατική περίοδο. Κοντά σ' αύτό εμφανίζονται με83
ρικά καινούργια μοτίβα: ή πίστη στη μεγαλοφυία, ή περιφρόνηση της μάζας καί της μετριότητας. Στην πιεστική ερώτηση, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει πιά ή σχεδόν επαναστατική ορμή, πού διαφαίνεται στό γράμμα του νεαρού Χέγκελ πρός τόν Σέλλινγκ τό 1975, πρέπει νά άπαντήσουμε αρνητικά. Ή εικόνα εχει μεταβληθεί, μολονότι ενα γράμμα από τό 1808 μας θυμίζει κάπως τήν παλιά στάση. Έκει λέει: « Ή θεωρητική έργασία, κι έχω πεισθεί γι' αυτό, έχει μεγαλύτερη επίδραση πάνω στόν κόσμο άπό τήν πρακτική· άφού πρώτα έπαναστατικοποιηθει τό βασίλειο τών ιδεών (παραστάσεων του νου), ή πραγματικότητα δέν αντέχει πιά» Αυτό τό εδάφιο διαβάζεται διαφορετικά, αν γνωρίζει κανείς τή γενική συνάρτηση του γράμματος. Ό Χέγκελ γράφει αυτή τήν επιστολή σάν άπάντηση στόν Νητχάμερ, όταν ό τελευταίος τόν πληροφορούσε γιά τή δυνατότητα καθηγεσίας στό γυμνάσιο της Νυρεμβέργης. Στά 38 του χρόνια έχει μετριάσει τίς άξιώσεις του. Στόχος του τώρα είναι ό διορισμός στή Νυρεμβέργη. Ζητά ασφάλεια, καί δυό χρόνια μετά τήν πρόσληψη γράφει: «Είμαι καθηγητής τών φιλοσοφικών προπαιδευτικών επιστημών καί γυμνασιάρχης κι ελπίζω μέ τόν καιρό νά γίνω καθηγητής πανεπιστημίου. Πάντως, κι αυτό μέ ικανοποιεί προσωπικά κατά τρόπο εξαίσιο, έχω μιά σίγουρη σταδιοδρομία καί τελικά μιά δημόσια θέση πού συνδέεται μέ τίς σπουδές μου»^^^. Καί στή Νυρεμβέργη, βέβαια, δέν είναι τόσο άνετα. Έχει επέλθει κάποια εξωτερική τακτοποίηση, μολονότι ό μισθός του πληρώνεται πάντα μέ καθυστέρηση μηνών. Στά τέλη του 1811 παντρεύεται. Πολλά χρόνια διευθύνει τό γυμνάσιο. Ό π ω ς καί στή θέση του αρχισυντάκτη δείχνει κι εδώ χρήσιμες οργανωτικές ικανότητες. Τό γυμνάσιο είναι πενιχρό σέ σύγκριση μέ τίς σημερινές συνθήκες. Ό 'ίδιος διεκπεραιώνει ολη τή διοικητική δουλειά ως καί τήν αντιγραφή καταλόγων καί αναφορών, δέν έχει γραμματείς. Τό κτίριο είναι ανεπαρκές, ή κατάρ84
γηση του γυμνασίου είναι πιθανή. Στις αιτήσεις του για χορήγηση σχετικών προκαταβολών του άπαντούν πώς τά ταμεία εέναι άδεια. Τά γράμματα του Χέγκελ είναι γεμάτα άπό τέτοια παράπονα. Ό Χέγκελ βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο νά γίνει ό δημόσιος υπάλληλος πού εκπληρώνει τά καθήκοντά του μέ άριστο τρόπο παρόλη τή δικαιολογημένη μνησικακία του κατά τών προϊσταμένων του. «Σάν δάσκαλος καί γυμνασιάρχης ό Χέγκελ συμπεριφερόταν», έτσι γράφει αργότερα ενας πρώην μαθητής του, «μέ σοβαρότητα καί άξιοπρέπεια. Μέ αυτά συνδύαζε τό πρόσχαρο ύφος εκείνου πού συμμετέχει καί συμβουλεύει, παίρνοντας υπόψη του τίς ιδιαίτερες συνθήκες του καθένα. Φοιτητικά καμώματα, τό βασικό κακό όλων τών γυμνασίων, δέν μπορούσαν φυσικά νά επιτραπούν, αντιμετωπίζονταν όμως μέ πολλή επιείκεια, δταν δέν έφταναν σέ άκρότητες, κάτι πού σήμερα θά τιμωρούνταν. Σχετικά μέ τήν τήρηση της τάξης ήταν βέβαια αυστηρότατος». Ό ϊδιος μαθητής, άργότερα στό ιδιο σχολείο δάσκαλος καί γυμνασιάρχης, περιγράφει πιό κάτω μιά έπίσκεψή του στόν γυμνασιάρχη Χέγκελ μέ σκοπό νά άπαλλαγει άπό κάτι πού τού ανατέθηκε. «Πώς μού φέρθηκε! Δέν θυμούμαι πώς κατεβήκαμε τή σκάλα» Ά π ό αυτά θάπρεπε νά συμπεράνουμε δτι ό Χέγκελ δέν υστερούσε σέ καταδεκτικότητα καί ευγένεια άπέναντι στούς μαθητές, μολονότι δέν τούλειπε καί τό αύταρχικό κύρος. Ό Χέγκελ ήταν σ' αύτό τό γυμνάσιο καθηγητής προπαιδευτικής φιλοσοφίας, μ' άλλα λόγια στόν «κλάδο» του. Γιά τούς μαθητές τών τότε γυμνασίων ή τρίχρονη διδαχή φιλοσοφίας ήταν υποχρεωτική. Ή επίσημη «προδιαγραφή» πρόβλεπε τά έξης: Τόν πρώτο χρόνο άρχιζαν ειτε μέ τή Λογική σάν τό «τυπικό» μέρος της φιλοσοφίας είτε μέ θεωρία της θρησκείας καί τού δικαίου. Τό δεύτερο χρόνο διδάσκονταν κοσμολογία, θεολογία καθώς καί ψυχολογία καί τόν τρίτο χρόνο παραδείγματα θεωρητικού σκέπτεσθαι ή μιά φιλοσοφική έγκυκλοπαίδεια. Αύτό τό πρόγραμμα δέν τού άρεσε άπό τήν άρχή. Εκτός αυτού είχε άρχίσει μέ τά χρόνια νά άμφιβάλλει γιά τή χρη85
σιμότητα της φιλοσοφίας σαν σχολικού μαθήματος. Ειχε πει κάποτε, δτι ή φιλοσοφία είναι τόσο «διδάξιμη» δσο καί ή γεωμετρία, καί γενικά δεχόταν δτι ή φιλοσοφία πρέπει νά διδάσκεται καί νά μαθαίνεται. Ή πρακτική πείρα τόν κάνει δμως νά άμφιβάλλει. Τό 1811 γράφει: «Κάθε χρόνο φαίνεται καθαρότερα πώς στο γυμνάσιο διδάσκεται περισσότερη φιλοσοφία άπό δσο θαπρεπε...»^®^, κι ένα χρόνο άργότερα λέει μάλιστα, «δτι γενικά τό μάθημα της φιλοσοφίας θά μπορούσε ϊσως νά θεωρηθεί περιττό καί δτι είναι πιό κατάλληλο γιά τά παιδιά του γυμνασίου νά μελετούν τους αρχαίους· αυτό είναι ή ουσιαστικά άληθινότερη εισαγωγή στή φιλοσοφία». Ό Χέγκελ δέν εκδηλώνει αύτη τήν πολύ προσωπική γνώμη στίς επίσημες γνωματεύσεις. Σέ τελευταία άνάλυση μένει αναποφάσιστος· γράφει: «Μά πώς θά μπορούσα σάν καθηγητής των φιλοσοφικών προπαιδευτικών επιστημών νά μάχομαι κατά τού κλάδου μου καί της θέσης μου, νά υπονομεύω ό ϊδιος τό ψωμί μου;»^®"^ Δέν ξέρουμε δυστυχώς, μέ ποιόν τρόπο δίδασκε φιλοσοφία καί τί άποτελέσματα είχε. Διατηρήθηκε δμως τό χειρόγραφο, δπου βασιζόταν ή διδασκαλία· δημοσιεύτηκε μέ τίτλο Φιλοσοφική Προπαιδευτική στά απαντά του, πού έχει εκδώσει ό Ρόζενκραντς. Έγινε ένα βιβλίο 200 σελίδων, πού περιέχει τό κείμενο πρωτότυπων τετραδίων τού Χέγκελ καθώς καί άντίγραφων μερικών μαθητών μέ ύπαγόρευση τού ίδιου. Τό κείμενο αύτό διαβάζεται εύκολότερα άπό άλλα γραφτά τού Χέγκελ καί δέν φαίνεται τό χειρότερο βοήθημα σ' δποιον θέλει νά γνωρίσει τή φιλοσοφία του γενικά, άλλά περιληπτικά. Τό πρώτο μέρος περιέχει θεωρία τού δικαίου καί της θρησκείας, τό δεύτερο μέρος φαινομενολογία τού πνεύματος καί Λογική καί τό τρίτο έννοιολογία καί φιλοσοφική εγκυκλοπαίδεια. Αυτό τό μικρό βιβλίο είναι γραμμένο σέ μορφή παραγράφων, δηλαδή μιά μορφή παρουσίασης πού χρησιμοποιούν όί νομικοί στούς κώδικες καί τίς διατάξεις. Εντούτοις έχει διατηρηθεί ή διαλεκτική δομή του. Παραθέτω μερικές γραμμές άπό τήν Προπαιδευτική, πού δέν μπορούν φυσικά ούτε 86
επιδιώκουν νά συνοψίσουν ολόκληρο τό περιεχόμενο της, δείχνουν όμως χεγκελιανές σκέψεις με τόσο άπλό τρόπο, όπως δεν γράφτηκαν ποτέ άλλου. Έχουν γραφτεί βέβαια για γυμνασιόπαιδα, καί 6 ίδιος θα θεωρούσε τίς φράσεις αυτές πολύ απλοποιημένες. Περιέχουν όμως τούς κεντρικούς πυρήνες της σκέψης του. « Ό άνθρωπος», λέει, «είναι άπό τή μιά πλευρά φυσικό ÖV». Στό πρώτο μέρος ό Χέγκελ ορίζει τό δν τού άνθρώπου ώς έξης: «Σάν τέτοιο συμπεριφέρεται συμπτωσιακά καί χωρίς δική του θέληση, σάν άστατο, υποκειμενικό ον. Δέν διαχωρίζει τό ουσιαστικό άπό τό επουσιώδες. Ά π ό τήν άλλη πλευρά είναι ένα ον πνευματικό καί λογικό. Ά π ό τούτη τήν πλευρά δέν εΐναι άπό φύση του ο,τι οφείλει νά είναι» Εκφράζεται εδώ ή χεγκελιανή βασική ιδέα της εξέλιξης μέ πολύ άπλό τρόπο: ό άνθρωπος δέν είναι άπό φύση του αυτό πού οφείλει νάναι, ό άνθρωπος είναι ένα γινόμενο ον. Παρακάτω ό Χέγκελ ορίζει τή λογική: « Ή λογική είναι ή υψηλότερη ένωση της συνείδησης καί της αυτοσυνείδησης ή της γνώσης γιά ένα άντικείμενο καί τής γνώσης γιά τόν έαυτό μας»^®^. Έτσι ή διαλεκτική γίνεται ξαφνικά μέ άπλά λόγια σαφής· στή Φαινομενολογία τήν παρουσιάζει διεξοδικά σάν εξέλιξη άπό τή συνείδηση στήν αυτοσυνείδηση καί στή λογική. Σάν άπλοϊκές φαίνονται εδώ οι τρεις βαθμίδες: 1. Ή συνείδηση είναι έπίγνωση κάποιου (πράγματος). 2. Στήν αυτοσυνείδηση τό εγώ κοιτάζει τόν έαυτό του καί ή έκφραση τού 'ίδιου στήν καθαρότητά του είναι έγώ=έγώ, ή εγώ είμαι έγώ. Αυτός ό δεύτερος ορισμός βρίσκεται κατά λέξη στήν Προπαιδευτική καί συμπληρώνεται στήν τρ(τη βαθμίδα, πού παραθέσαμε παραπάνω: Λογική σάν ένωση συνείδησης καί αυτοσυνείδησης. Τό ϊδιο χαρακτηριστικός είναι ό ορισμός τής ιδέας: « Ή ιδέα είναι ή ενότητα τής έννοιας καί τής πραγματικότητας, ή έννοια, ένόσο ορίζει μόνη της τόν έαυτό της καί τήν πραγματικότητά της, ή τήν πραγματικότητα, που εΐναι οπως οφείλει νά εΐναι καί έμπεριέχει ή ϊδια τήν έννοιά της^®"^. Μου φαίνονται άρκετά αυτά τά δείγματα. Συμπερασματικά μπορούμε νά πούμε ότι άύτό τό περιληπτικό σύστημα 87
της χεγκελιανής φιλοσοφίας δεν είναι φυσικά τό πιο ένδιαφέρον, άλλα ενα από τα σαφέστερα κείμενα πού εγραψε ό Χέγκελ πάνω στη φιλοσοφία. Αυτό τό μικρό σύγγραμμα βοήθησε τουλάχιστον τόν ϊδιο νά μάθει νά προσέχει τόν άκροατή· μπορεί τώρα νά προσαρμόζεται ως ενα σημείο στόν άκροατή του, σέ άντίθεση πρός τήν περίοδο της Γιένας.
Η ΛΟΓΙΚΗ Ή Λογική του Χέγκελ γράφτηκε στην περίοδο της Νυρεμβέργης. Τόν Φλεβάρη του 1812 ειδοποιεί τον Νητχάμερ: «Τυπώθηκαν 9 τυπογραφικά φύλλα της Λογικής μου. Θά τυπωθούν άκόμα 20 ώς τό Πάσχα. Προσωρινά δεν μπορώ νά πώ παρά πώς τά 25-30 τυπογραφικά φύλλα είναι μόνο τό πρώτο μέρος, δέν περιέχουν άκόμα τίποτε από τη συνηθισμένη Λογική και πραγματεύονται τή μεταφυσική και όντολογική Λογική: πρώτο βιβλίο πάνω στό εέναι, δεύτερο βιβλίο πάνω στό ον, εκτός αν τό δεύτερο χωρέσει στό πρώτο. Πνίγομαι στή δουλειά. Δέν είναι μικρό πράγμα νά γράφει κανείς μέσα στό πρώτο εξάμηνο μετά τό γάμο ένα βιβλίο 30 τυπογραφικών μέ τόσο σκοτεινό περιεχόμενο. - 'Αλλά, injuria temporum! (ώ άτιμία τών καιρών!) δέν είμαι 'Ακαδημαϊκός· γιά τήν τελειοποίηση μιας τέτοιας δουλειάς θά χρειαζόμουν άκόμα ένα χρόνο, χρειάζομαι δμως χρήματα γιά νά ζώ»^®®. Ό Χέγκελ μιλάει γιά βιβλίο «σκοτεινότατου περιεχομένου». Δέν πρέπει νά άποροϋμε γιά τήν αύτομομφή πού περιέχει ή λέξη σκοτεινός, εδώ σημαίνει μάλλον άφηρημένος. Είναι όμως άξιοπαρατήρητο, πώς νιώθει οπως μετά τήν Φαινομενολογία, βρίσκει δηλαδή πώς τό βιβλίο του θά χρειαζόταν «τελειοποίηση». Τό 1812 δημοσιεύεται πραγματικά τό πρώτο μέρος της Λογικής· πέρασαν τέσσερα χρόνια, ώσπου, τό 1816, νά δημοσιευτεί τό δεύτερο. Ά ν λάβουμε υπόψη μας ότι είχε διδάξει Λογική ήδη στή Γιένα, βλέπουμε πόσον καιρό δούλευε πάνω στα θέματα αυτά. Ήταν σαφές άπό τήν άρχή πώς αυτή ή Λογική θά διέφερε άπό κάθε προηγούμενη. Ό τ α ν ό Νητχάμερ του πρότεινε νά γράψει μιά Λογική συνηθισμένου τύπου, ό Χέγκελ του άπάντησε: «-εγώ, πού φώλιαζα τόσα χρόνια κοντά στούς άητούς τών παρθένων βράχων καί συνήθισα ν' άναπνέω βουνίσιο άγέρα, νά μάθω τώρα νά μασώ πτώματα νεκρών ή (μοντέρνων) θνησιγενών σκέψεων καί νά φυτοζωώ στόν μολυβοαγέρα της κενής φλυαρίας... Κύριε! βόηθα, νά περάσει 89
άπό μένα αύτό τό ποτήρι» Έτσι επρεπε νά άναμένει κανείς στη Λογική τον πιό ιδιότυπο Χέγκελ, πού άναπτύσσει τή μεταφυσική του στόν· καθαρό άέρα της άφηρημένης σκέψης. Τέτοια είναι ή 'Επιστήμη της Λογικής του Χέγκελ. Αύτό τό βιβλίο είχε σχεδιαστεί σάν δεύτερο μέρος του συστήματος μετά τή Φαινομενολογία. Ό ϊδιος μίλησε συχνά γιά τή σχέση μεταξύ των δύο μερών. Στή Φαινομενολογία είχε γράψει οτι τό δεύτερο μέρος του συστήματος, δηλαδή ή Λογικής περιγράφει τήν κίνηση στήν συνολική της οργάνωση. Στόν πρόλογο της Λογικής λέει τώρα δτι στή Φαινομενολογία άναπαρασταίνεται ή συνείδηση στή συνεχή πορεία της άπό τήν πρώτη άμεση άντίθεση μεταξύ της ϊδιας καί του άντικείμενου ως τήν άπόλυτη γνώση. Ό Χέγκελ περίγραψε έκει τήν διαλεκτική εξέλιξη της συνείδησης, ενώ παντού διαφαίνεται τό υπόστρωμα τών ιστορικών συμβάντων. Στή Λογική άφήνει κατά μέρος τά ιστορικά γεγονότα. Κάθε συζήτηση της εμπειρικής συνείδησης παραλείπεται. Τώρα δείχνεται ή ιδέα σάν καθαρή γνώση. Καί αυτή ή άνάπτυξη γίνεται διαλεκτικά, δπως διαβεβαιώνει ό Ι'διος. Θά προβληθεί «τό σύστημα τών εννοιών εν γένει», όπως διαμορφώνεται καί τελειοποιείται στήν «άκατάσχετη καθαρή πορεία, χωρίς νά προσλαμβάνει τίποτε εξωτερικό» 'Ανοίγοντας τή Λογική, συναντάμε πάλι, εκτός άπό τό κύριο έργο, πολυσέλιδα προλεγόμενα, άποτελούμενα άπό έναν πρόλογο καί μιά εισαγωγή, ενώ στή δεύτερη έκδοση προστίθεται καί δεύτερος πρόλογος. Τό σύνολο τών προλεγόμενων πιάνει σχεδόν 70 σελίδες. Καί εδώ τό κείμενο αύτό είναι, δπως στή Φαινομενολογία, γεμάτο πολεμικές, κατηγορίες καί άπολογίες. Δέν μπορούμε νά άποφανθούμε, αν τά προλεγόμενα γράφτηκαν μετά τό κύριο έργο. Εντύπωση κάνει πώς στήν εισαγωγή περιγράφεται συμπυκνωμένη σέ λίγες φράσεις ή βασική μεθοδολογική άρχή. Επειδή αυτή ή πλευρά μας ενδιαφέρει πιό πολύ, θά πραγματευτούμε τό μέρος της εισαγωγής άκριβέστερα. Ύστερα θά στραφούμε στό κύριο κείμενο. 90
Ή Λογική είναι ενα επιβλητικό οικοδόμημα σχεδόν 1.200 σελίδων. Διαβάζονται μέ μεγαλύτερη δυσκολία άπό τίς 500 της Φαινομενολογίας. Μπροστά στά μάτια το13 αναγνώστη άναπτύσσονται όλοένα άνανεωμένες σειρές άφηρημένων εννοιών. Παρουσιάζονται άναρίθμητες εννοιες άπό τά πιό διαφορετικά πεδία σκέψης. Έννοιες, γνωστές μας άπό τη Λογική, όπως κρίση, συμπέρασμα, ποιότητα καί ποσότητα. Ύστερα έννοιες γενικότερου ενδιαφέροντος, είναι, μηδέν, γίγνεσθαι, έννοιες δανεισμένες άπό τίς φυσικές έπιστήμες, όπως μηχανισμός, χημισμός, τελεολογία. Τό σύνολο ξεδιπλώνεται αυστηρά τριχοτομικά. Ή 'Επιστήμη της Λογικής άποτελειται άπό 3 βιβλία, κάθε βιβλίο άπό 3 μέρη, κάθε μέρος άπό 3 κεφάλαια κ.ο.κ. Αύτη ή υποδιαίρεση σπάνια διακόπτεται. Προτού άσχοληθούμε μέ τό κείμενο, παρεμβάλλουμε την ερώτηση, γιατί ό Χέγκελ ονόμασε αύτό τό έργο Λογική, άφού είναι σαφές, δπως κι ό ίδιος τό λέει στό γράμμα πού άναφέραμε, ότι αύτη ή Λογική, δέν έχει νά κάνει τίποτε μέ τίς παρουσιάσεις τής Λογικής, πού είχαν γραφτεί ως τότε. Γιατί λοιπόν επιμένει στόν τίτλο Λογική καί δέν διαλέγει μιά άλλη ονομασία, π.χ. κατηγοριολογία; Ή άπάντηση είναι άπλή. Ό Χέγκελ είναι βέβαιος, πώς γράφει τήν άληθινή Λογική, δηλαδή εκείνη τή Λογική, πού άντιστοιχεί στήν εξέλιξη τής γνώσης, δηλώνοντας μέ έμφαση τήν άξίωση, πού έγείρει ή Λογική του: «Γιά νά ζωντανέψουν τά νεκρά κόκκαλα τής Λογικής μέσω του πνεύματος, πού τούς δίνει ζουμί καί περιεχόμενο, ή μέθοδος της πρέπει νάναι τέτοια, πού νά τήν κάνει ικανή νά είναι καθαρή επιστήμη» Οι ως τώρα Λογικές είναι λοιπόν νεκρά κόκκαλα. Λέει γι' αυτές ό Χέγκελ: «Πράγματι είχε γίνει άπό καιρό αισθητή ή άνάγκη άναδιάρθρωσης τής Λογικής. Μορφή καί περιεχόμενό της, δπως έμφανίζεται ή Λογική στά διδακτικά βιβλία, τής προσκόμισαν - ας τό πούμε - τήν περιφρόνηση. Διατηρείται άκόμα μάλλον γιά νά μή στερούμαστε μιά κάποια Λογική άπό παραδοσιακή συνήθεια, παρά επειδή είμαστε σίγουροι πώς τό κοινό περιεχόμενό της καί ή άσχολία μέ 91
τους κενούς της τύπους έχουν κάποια άξια ή ώφέλεια»^^^. Πρέπει νά προσθέσουμε εδώ δτι τά νεκρά κόκκαλα, όπως ό Χέγκελ άποκάλεσε ολη την παραδοσιακή Λογική, άντέδρασαν πολύ ζωηρά, όταν εκδόθηκε ή Λογική του Χέγκελ. Τήν οξύτερη και καλύτερη κριτική πάνω στή Λογική του Χέγκελ εγραψε ό φιλόσοφος Τρεντέλενμπουργκ. Γιά τούς υποστηρικτές της τυπικής Λογικής ή χεγκελιανή Λογική είναι ακόμα και σήμερα άνάξια συζήτησης, όσο διατηρεί τήν άξίωση νά είναι Λογική. Μέ τόν ισχυρισμό του Χέγκελ, πώς ή τυπική Λογική είναι παλαιωμένη, συμβαίνει κάτι ξεχωριστό. Ό Κάντ είχε εξυμνήσει τή Λογική σάν τόν μοναδικό επιστημονικό κλάδο της φιλοσοφίας. Έλεγε: «Ότι ή Λογική ακολούθησε άπό τούς άρχαιότερους χρόνους ως σήμερα αυτόν τόν σίγουρο δρόμο (μιας επιστήμης: σημ. του συγγρ.), άποδείχνεται άπό τό γεγονός, πώς άπό τόν 'Αριστοτέλη ως τώρα δέν εκανε ούτε ενα βήμα πρός τά πίσω...». Και συνεχίζει: «'Αξιοπρόσεκτο είναι, πώς ούτε πρός τά εμπρός μπόρεσε νά προχωρήσει και κατά συνέπεια ή έξέλιξή της φαίνεται νά έχει φτάσει σέ τελειοποιημένη μορφή». Αιτιολογεί αυτό τό γεγονός ως έξης: « Ή Λογική οφείλει αυτή τήν επιτυχία στό προτέρημα του περιορισμού της και του δικαιώματος νά κάνει άφαίρεση άπό κάθε άντικείμενο γνώσης και άπό τις διαφορές μεταξύ τους και έτσι νά μήν άσχολείται ό νους μας (τό λογικό μας) μέ τίποτε άλλο παρά μόνο μέ τόν εαυτό του και τή μορφολογία του»^^^. Πρόκειται πραγματικά γιά τήν άντίληψη της Λογικής, πού ϊσχυε πάντα. Ό π ω ς είναι γνωστό, ό 'Αριστοτέλης είχε θέσει τά θεμέλια αυτής της επιστήμης. Διατύπωσε γιά πρώτη φορά τούς νόμους πού ισχύουν μεταξύ εννοιών, κρίσεων και συμπερασμάτων κι έδειξε τις ιδιαίτερες σχέσεις, σύμφωνα μέ τις όποιες μερικές κρίσεις άποκλείονται ή προκύπτουν. Ό ϊδιος δημιούργησε τή Συλλογιστική. Τά συστατικά της προϋπήρχαν λοιπόν. Στόν μεσαίωνα συνενώθηκαν δλα τά συστατικά κι έτσι οικοδομήθηκε εκείνο τό σύστημα της τυπικής Λογικής, πού ϊσχυε σάν στοιχειώδης έκπαίδευση της σκέψης. 92
Δεν έλειψαν φυσικά και οι κριτικοί της τυπικής Λογικής. Ό Καρτέσιος, ό Βάκων, ό Λάιμπνιτς καί άλλοι άναζήτησαν έλαττώματά της καί εξέφρασαν δυσαρέσκειες. 'Από τή μιά πλευρά ακούστηκε ό ψόγος, δτι ή τυπική Λογική είναι ανώφελη, γιατί δέν διδάσκει καθόλου τό σκέπτεσθαι, παρά μόνο μας λέει, πώς νά εκφράζουμε σωστά αυτό πού ήδη σκεφτήκαμε. "Αλλοτε πάλι εκφράστηκε ό ψόγος, πώς ή τυπική Λογική είναι ενα άθροισμα αυτονόητων κανόνων. Έτσι έχει μειωθεί πραγματικά ή εκτίμηση τής τυπικής Λογικής, μολονότι δέν αληθεύει διόλου 6 ισχυρισμός του Χέγκελ, πώς περιέπεσε σέ ανυποληψία. Ή έχθρικότητα του Χέγκελ κατά τής τυπικής Λογικής είναι μέρος μιας γενικότερης καταπολέμησης του «λογικού» σκέπτεσθαι, δηλαδή μιας κατεύθυνσης τής σκέψης. Τό ίδιο πάθος διακατέχει καί τήν κριτική του ενάντια σέ άλλες μορφές του επιστημονικού σκέπτεσθαι, π.χ. κατά τής ιστοριογραφίας καί των μαθηματικών. Κεντρικός στόχος τής κριτικής του παραμένει κάτι, τό όποιο βέβαια ισχύει μέ αυτονόητο τρόπο στή σύγχρονη επιστήμη καί στήν επιστήμη δλων τών εποχών καί συνεχίζει νά είναι πάντοτε βασικό άξίωμα τής τυπικής Λογικής: ή επιστήμη πρέπει νά εργάζεται μέ σταθερές, μονοσήμαντες έννοιες. Μόλις χρησιμοποιήσουμε διφορούμενες έννοιες, είναι άδύνατο πιά τό επιστημονικό σκέπτεσθαι. "Ολα τά σοφίσματα στηρίζονται σέ τέτοιες δισήμαντες έννοιες. Επιστημονική γνώση έχουμε μόνο, δπου οι χρησιμοποιούμενες έννοιες, κρίσεις καί τά εξαγόμενα συμπεράσματα εκπληρώνουν ορούς καί απαιτήσεις τής Λογικής. "Ας θυμηθούμε τώρα, πώς ό Χέγκελ εκφράστηκε σχετικά μέ τόν ορισμό τής έννοιας, π.χ. τί δήλωσε σχετικά στή Φαινομενολογία. Οί σταθεροποιημένες έννοιες είναι νεκρές, πρέπει νά «ρευστοποιηθούν», οι έννοιες δέν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο αύτοκινήσεις καί κύκλοι. Αυτά δηλώνουν κιόλας καθαρά, δτι ό Χέγκελ δέν θέλει νά ξέρει τίποτε γιά τή μεθοδολογική αρχή τής Λογικής, πού επιδιώκει μονοσήμαντες καί σταθερές έννοιες, παρά έρχεται, σ' αυτό τό σημείο, σέ άντιμαχία μέ τήν ως τότε παράδοση, θέλοντας νά 93
τήν άλλάξει επαναστατικά. Ή δ η στή Φαινομενολογία εδειξε αύτη τήν τάση, πού βέβαια δεν φαινόταν τόσο ανάγλυφη, γιατί τήν κάλυπτε μιά ιστορική ύπόκρουση. Στή Λογική οί εννοιες άναπτύσσονται στήν καθαρή αύτοκίνηση. Στό πρώτο κεφάλαιο 6 Χέγκελ πραγματεύεται τις τρεις εννοιες: Είναι, Μηδέν καί Γίγνεσθαι, μέ τόν τρόπο του, δηλαδή διαλεκτικά. Σε αύτό τό παράδειγμα μπορούμε νά δούμε, τί εννοεί 6 Χέγκελ μέ τή ρευστοποίηση των εννοιών, καί ζούμε πάνω στό αντικείμενο, πώς συντελείται ή αύτοκίνηση τών εννοιών πού ισχυρίστηκε. 'Αρχίζει μέ έναν όρισμό, πού φαίνεται εύλογος καί δέν προκαλεί εντυπώσεις. Κατά λέξη: «Τό Είναι είναι τό μή ορισμένο άμεσο». Αύτό σημαίνει λοιπόν, δτι ή έννοια «Είναι» είναι ή πιό γενική καί γι' αύτό μή ορισμένη έννοια. Περιλαμβάνει ολα όσα επιδέχονται τήν έκφραση: (αύτό) είναι, χωρίς νά λέει τίποτε άκριβέστερο γι αύτά. Σέ αύτά άντιστοιχεί ή συνδετική συντακτική λειτουργία πού έχει τό «είναι» στήν πρόταση. Γιά κάθε φαινόμενο, ακόμα καί τό άσαφέστερο, μπορούμε νά λέμε, αύτό «είναι». Ένώ λοιπόν 6 Χέγκελ περιγράφει έτσι, αλλά καί μέ άλλα λόγια, τήν έννοια «Είναι», φτάνει στό συμπέρασμα δτι τό «Είναι» είναι «ή καθαρή αοριστία καί κενότητα». 'Ακολουθεί ή φράση: «Τίποτε δέν μπορούμε νά δούμε μέσα του (στό «Είναι»: σημ. τού συγγρ.).... τίποτε νά σκεφτούμε... τό Είναι, τό μή ορισμένο άμεσο είναι πράγματι Τίποτε καί ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω άπό τίποτε». Μέ αύτά πραγματοποιήθηκε ή διαλεκτική μετάβαση. Τό Είναι έγινε Μηδέν: Είναι σχεδόν άδιάφορο, πώς θέλουμε νά άντιληφθούμε ή νά κατανοήσουμε αύτή τήν μετάβαση. Εϊτε πούμε δτι, συλλογιζόμενοι αύτή τήν ιδιότυπα κενή περιεχομένου έννοια, φτάνουμε στήν έννοια «Μηδέν», εϊτε δτι ή έννοια «Είναι» απαιτεί άναγκαστικά τήν αντίθετη έννοια «Μηδέν», εϊτε άκόμα ισχυρισθούμε, σύμφωνα μέ τόν Χέγκελ, ότι τό Είναι εΐναι Μηδέν - σέ κάθε περίπτωση γλιστράμε άπό μιά έννοια στήν άντίθετή της. Ό Χέγκελ συνεχίζει κατόπιν αύτόν τό δρόμο, στήν πραγ94
ματικότητα οπισθοχωρεί. Τώρα συζητά τήν έννοια «Μηδέν». •Λέει για τό Μηδέν πώς είναι «ή τέλεια κενότητα, άοριστία, έλλειψη περιεχομένου και διαφορών». Φτάνει στο συμπέρασμα, δτΐ αυτή ή γενική άοριστία είναι πράγματι τό ϊδιο, πού «είναι τό καθαρό Είναι». Μέ άλλα λόγια: Όδηγήθηκε πιό πριν ή έννοια του Είναι στό «Μηδέν» καί τώρα οδηγείται τό «Μηδέν» στό Είναι. Δέν άποροΰμε πιά γιά τό τρίτο βήμα: «Τό καθαρό Είναι καί τό Μηδέν είναι λοιπόν τό ϊδιο». Οι δυό έννοιες άλληλομεταβιβάζονται, ή άλήθεια καί τών δυό είναι κατά τόν Χέγκελ: «αυτή ή κίνηση της άμεσης εξαφάνισης του ενός μέσα στό άλλο: τό Γίγνεσθαι» Δέν θά κακίζαμε τόν άναγνώστη, άν διαβάζει αυτή τήν πορεία σκέψης μέ μεγάλη δυσπιστία. Δέν είναι ισως κατόρθωμα ταχυδακτυλουργού; Μήπως δέν άλέθονται εδώ οί έννοιες, ώσπου νά χαθούν οί διαφορές τους; Τό Είναι είναι τό Μηδέν, τό Μηδέν τό Είναι καί τελικά καί μ' ένα σάλτο ξεπηδά άπό μέσα τό Γίγνεσθαι! Τί συμβαίνει εδώ άλήθεια; Ή τυπική Λογική θά μάς απαντούσε εδώ, δτι πρόκειται μόνο γιά φτηνό λεξιτέχνασμα. Γιατί ένα τραπέζι είναι τραπέζι, καί όχι καρέκλα, καθώς μιά καρέκλα δέν είναι τραπέζι. Όποιος δμως ισχυρίζεται ότι τό τραπέζι είναι ταυτόχρονα καί καρέκλα καί άντίστροφα, θέλοντας τελικά νά κατασκευάσει άπ' αυτά κάτι τρίτο, αυτός διδάσκει άνοησίες. Καί είναι ευνόητο νά άποστρέφεται κανείς μιά τέτοια Λογική, όταν έχει μάθει νά σκέφτεται σύμφωνα μέ τους κανόνες της τυπικής Λογικής. Μέ τό δίκιο του λέει: πού θά καταλήγαμε, άν ρευστοποιούσαμε μ' αυτόν τόν τρόπο τίς έννοιες; Θά μπορούσαμε τότε νά κάνουμε τό άσπρο μαύρο καί άπό τό^ μίγμα τών δυό κάτι τρίτο· κι έτσι τό σκέπτεσθαι χάνει κάθε στήριγμα καί ή επιστήμη είναι πιά άδύνατη. "Αν τώρα παίρνω τό μέρος τού Χέγκελ, έχω πλήρη επίγνωση, πώς μεταπηδώ σέ μιά άλλη διάσταση τού σκέπτεσθαι. Καί ρωτώ: Ό πραγματικός κόσμος είναι άλήθεια τόσο μονοσήμαντος, όπως υποθέτει ή τυπική Λογική; Δέν άπλώνουμε άραγε πάνω στήν πραγματικότητα ένα δίχτυ σταθερών εννοιών, τό οποίο μάς επιτρέπει νά ξεχωρίζουμε τίς 95
σταθερές μορφές; Ή πραγματικότητα δέν είναι ίσως αρκετά πιο ρευστή; Χθές είχαμε πόλεμο, σήμερα ειρήνη, αύριο κάτι ενδιάμεσο, μιά κατάσταση ρευστή μεταξύ πολέμου και ειρήνης, πού τό λέμε «ψυχρό πόλεμο». Διαλέγω ένα παράδειγμα, πού μεταχειρίζεται ό ίδιος ό Χέγκελ στή Φαινομενολογία. Παραθέτω τά δικά του λόγια: «Τό μπουμπούκι εξαφανίζεται παράγοντας τό άνθος, καί θά μπορούσε κανείς νά πει πώς τό μπουμπούκι ανασκευάζεται (άντικρούεται) από τό άνθος. Μέ τόν ίδιο τρόπο τό άνθος κηρύσσεται μέσω του φρούτου λαθεμένη (ψεύτικη) ζωή του φυτού καί τό φρούτο παίρνει τή θέση τού άνθους σάν ή άλήθεια τού φυτού. Αυτές οι μορφές δέν διαφέρουν μόνο μεταξύ τους, παρά άλληλοεξωθούνται σάν άσύμφωνες (αφόρητες). 'Αλλά ή ρευστή φύση τους τούς δίνει τό χαρακτήρα στοιχείων της οργανικής ενότητας, στήν όποία δχι μόνο δέν άντιμάχονται, παρά τό ένα είναι τόσο αναγκαίο δσο καί τό άλλο, καί αυτή ή ίση άναγκαιότητα αποτελεί τή ζωή τού ολου»^^^. Χρησιμοποιείται συχνά τό παραπάνω παράδειγμα, προκειμένου νά εξηγηθεί ή χεγκελιανή διαλεκτική. Είναι πράγματι άφοπλιστική ή πρώτη εντύπωση, πώς καταδείχνεται ή ρευστή μετάθεση, πού επιζητεί ή διαλεκτική, πάνω σ' ένα παράδειγμα άπό τήν καθημερινή ζωή. Τό παράδειγμα δείχνει τήν άλληλουχία τών μορφών κατά τή διάρκεια ώρίμανσης ενός φυτού, τίς ορατές διαφορές τών μορφών, τή σύνδεση αύτών τών σταδίων, καθώς τό μπουμπούκι παράγει τό άνθος καί τό άνθος τό φρούτο. Μέ άκριβέστερη παρατήρηση προβάλλουν μερικές αμφιβολίες. Ό ώραίος τριπλός βηματισμός, πού όδηγεϊ άπό τό μπουμπούκι στό άνθος καί άπό κει στό φρούτο, είναι στήν πραγματικότητα μιά εξελικτική διαδικασία, ή όποία μπορεί νά ύποδιαιρεθει σέ περισσότερα άπό τρία μέρη. Εκτός άπό αύτό έχει παρθεί εδώ μόνο ένα τμήμα της άνάπτυξης τού φυτού. Όλόκληρη ή διαδικασία άνάπτυξης δέν άρχίζει μέ τή φάση τού μπουμπουκιάσματος, άλλά πολύ νωρίτερα, π.χ. μέ τό σπόρο. 96
'Αφήνουμε τώρα κατά μέρος τέτοιες αμφισβητήσεις, γιά να συνεχίσουμε τήν προσπάθεια κατανόησης του Χέγκελ. Δέν μπορούμε νά αρνηθούμε, δτι εχει συλλάβει εδώ μιά ζωντανή πορεία της κίνησης, οπου ή μεταλλαγή τών φαινομένων πορεύεται άναγκαια από ενα στάδιο στό αλλο. Είναι ή ϊδια διαδικασία, πού συντελείται σέ δλες τίς εξελικτικές πορείες. Μέ τόν ιδιο τρόπο μπορούμε νά συλλάβουμε τήν εξέλιξη της άνθρώπινης ζωής, νά κατανοήσουμε ιστορικά γεγονότα, καί γενικά κάθε εξέλιξη αρμόζει σ' αυτό τό σχήμα. Ποιό σχήμα; Στό σχήμα, δπου ενα σύνολο, στήν περίπτωσή μας τό φυτό, άναλύεται σέ επί μέρους φαινόμενα καί επί μέρους καταστάσεις, πού μπορούν νά διαφοροποιούνται μεταξύ τους εύδιάκριτα καί ταυτόχρονα νά συνθέτεται ή παράσταση ενός συνόλου, τό οποίο, δπως λέει ό Χέγκελ, κρύβει μέσα του αύτά τά ^πί μέρους φαινόμενα σάν στοιχεία ή φάσεις του. Τό ϊδιο πρέπει νά συμβαίνει καί μέ τό παράδειγμα τής Λογικής. Είναι, Μηδέν καί Γίγνεσθαι είναι επί μέρους φαινόμενα ένός συνόλου. Ό Χέγκελ τά τοποθετεί στήν ϊδια σειρά, οπως τό μπουμπούκι, τό άνθος καί τό φρούτο. Μέσα άπό τό Είναι προκύπτει τό Μηδέν, καί άπό τό Εΐναι καί τό Μηδέν δημιουργείται τό Γίγνεσθαι, οπως τό φρούτο άπό τό μπουμπούκι καί τό άνθος, Άλλά πού είναι τό σύνολο, πού άποτελείται άπό τό Είναι, τό Μηδέν καί τό Γίγνεσθαι - τό άντίστοιχο τού φυτού; Ό τίτλος τού κεφαλαίου, στό οποίο άναπτύσσει τή διαλεκτική του, είναι «Είναι». Έτσι πρέπει νά υποθέσουμε, δτι ή έννοια «Είναι» άναλύεται στά τρία στάδια τού «καθαρού Είναι», τού «καθαρού Μηδέν» καί τού «Γίγνεσθαι». Σέ αυτή; τή διαλεκτική επισυνάπτει μιά δεύτερη ψηλότερης βαθμίδας, πού τήν άποκαλεί βαθμίδα «ύπαρξης» ή ζωής. Σέ αντίθεση προς τήν καθαρή καί κενή έννοια τού Είναι, πού μένει αόριστον ή) ύπαρξη, άποκαλείται καί «όρισμένο» Είναι. Μπορούμε τώρα νά φαντασθούμε πώς άναπτύσσεται παραπέρα ή; Λογική. 'Από βαθμίδα σέ βαθμίδα οί εννοιες γίνονται πιο στενές, πιο καθορισμένες, ώσπου νά «συγκε7.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
97
κριμενοποιηθούν». Εμφανίζονται ολοένα νέες μορφές Λόγου, δηλαδή έννοιες στο νόημα πού δίνει 6 Χέγκελ. Σέ μιά διαλεκτικά προοδευτική διαδικασία αυτή ή Λογική πορεύεται ώς τήν τελευταία κεφαλαιώδη έννοια, πού συνοψίζει όλες τίς άλλες, τήν άπόλυτη ιδέα. Μέ μεγαλόσχημη σχεδιοποίηση της άκατάπαυστης κίνησης επιδιώκεται ή οικοδόμηση του συστήματος των εννοιών: ό πολυπλόκαμος, άχανής κάί διαμελισμένος κόσμος της Λογικής, Σέ τελική ανάλυση δμως πρόκειται γιά ένα είδος άρμονικής τάξης, πού διέπεται, κινείται καί διαμορφώνεται άπό τόν ϊδιο πάντα νόμο της διαλεκτικής εξέλιξης. Κατανοούμε τώρα καλύτερα, γιατί 6 Χέγκελ στόν πρόλογο προσδιόρισε τό στόχο της Λογικής ώς έξης: «Σέ αυτόν τό δρόμο παρατάσσονται οι έννοιες σ' ένα σύστημα, πού τελειοποιείται μέ τήν άκατάπαυστη, καθαρή πορεία χωρίς τήν άνάγκη άφομοίωσης επιπρόσθετων στοιχείων». Βλέπουμε επίσης πόσο γοητευτική είναι ή ιδέα του «συστήματος», πού οραματίζεται ό Χέγκελ. Μπορούμε νά τή συναισθανθούμε. Διανοίγεται μπροστά του, καί μπροστά μας, μιά τεράστια, άπέραντη καί πολυδιάστατη δυναμικότητα γνώσης. Σήμερα επικρατεί άσύγκριτα περισσότερο άπό τήν εποχή τού Χέγκελ ό πολυσχιδής κόσμος των ειδικών· οι ειδικεύσεις άκολουθούν ξεχωριστά μονοπάτια γνώσης, φράζοντας τό δρόμο πρός τήν ύστατη ενότητα, πού ζητούσε 6 Χέγκελ. Μέ τόν διαλεκτικό του τρόπο επιχειρεί νά διασυνδέσει ο,τι είναι διαιρεμένο. Μιά άκατανίκητη θέληση πρός σύνθεση. Πιστεύει πώς μέ τή διαλεκτική κατέχει ένα άπλό, άλλά παντοδύναμο οργανο. Σέ αύτό τό μοναδικό έπιστημονικό οργανο εναποθέτει τίς ελπίδες του γιά τήν πραγματοποίηση μιας ύστατης καί συνοψιστικής σύνθεσης. Νιώθουμε τόν άπεριόριστο ένθουσιασμό, πού τόν διακατέχει, δταν μιλάει γιά τή δική του, τή διαλεκτική μέθοδο. Ό ενθουσιασμός του είναι κάποτε συγκινητικός, συχνά δμως υπεροπτικός καί άλαζονικός. Στήν εισαγωγή της Λογικής λέει σ' ένα σημείο: «Δέν άμφισβητώ δτι ή μέθοδος πού άκολουθώ στό σύστημα της Λογικής - ή μάλλον ή μέθοδος πού αύτακολουθεί τό σύστημα - χρειάζεται άρκετή τελειοποιη98
τική και βελτιωτική δουλειά σε λεπτομέρειες · ξέρω δμως ταυτόχρονα, πώς ή μέθοδος μου είναι ή μόνη άληθινή»^^^. Σέ άλλο σημείο της ϊδιας εισαγωγής λέει; «Αυτό τό βασίλειο είναι ή απόλυτη αλήθεια. Γι' αυτό μπορεί κανείς να εκφραστεί κι έτσι, δτι δηλαδή άύτό τό περιεχόμενο παριστάνει τό θεό, δπως ό ϊδιος είναι στήν αιώνια ύπόστασή του πριν άπό τή δημιουργία τής φύσης καί ενός πεπερασμένου πνεύματος» Ό λ α αυτά μας γίνονται κατανοητά, αν αντιληφθούμε ολο τό έργο του σάν ένα είδος μεγαλόστομης ποιητικής ιδέας καί αν δεχθούμε τή σιωπηρή προύπόθεσή του: "Ολα άλληλοσυναρτιούνται, δλα τά μέρη είναι σέ τελική άνάλυση ένα σύνολο. Ό Χέγκελ δμως δέν κάνει ποίηση. Ό Φ. Α. Αάνγκε, συγγραφέας τής Ιστορίας τοϋ υλισμού, 1866, ενός πολυδιαβασμένου βιβλίου, χάραξε τούς δρους ρομαντισμός των εννοιών, ποίηση καί ποιητικότητα τών εννοιών. Κάτω άπό αυτές τίς έννοιες συνόψιζε τόν γερμανικό ιδεαλισμό, τή φιλοσοφία τού Φίχτε, τού Σέλλινγκ καί τού Χέγκελ. Ό τελευταίος δμως είναι βαθιά πεπεισμένος, πώς δέν πρόκειται γιά ποίηση εννοιών, παρά γιά επιστημονική φιλοσοφία. Ό , τ ι στή Λογική άποκαλεί μόνη άληθινή μέθοδο, στή Φαινομενολογία τό χαρακτηρίζει «επιστημονική μέθοδο». Στή Λογική επαναλαμβάνει μέ υπερηφάνεια: «Είναι σαφές, δτι καμιά εργασία δέν μπορεί νά ισχύει σάν επιστημονική, άν δέν άκολουθεί τούτη τή μέθοδο καί δέν συμφωνεί μέ τόν άπλό ρυθμό της, γιατί αυτό είναι ή πορεία τών Ι'διων τών πραγμάτων» Φτάνουμε έτσι στό πιό κρίσιμο σημείο τής χεγκελιανής φιλοσοφίας. Τί σημαίνει εδώ επιστήμη; Είναι επιστημονική ή διαλεκτική μέθοδος; Αυτό τό σημείο είναι σπουδαίο όχι μόνο άναφορικά μέ τήν χεγκελιανή φιλοσοφία. Γιατί καί ό μαρξισμός ισχυρίζεται πώς δυνάμει τού διαλεκτικού του σκέπτεσθαι άναπτύσσει καί επιστημονική κοσμοθεωρία καί επιστημονική πολιτική. Θά μας άπασχολήσει πολλές φορές τό ερώτημα τής έπιστημονικότητας τής διαλεκτικής μεθόδου, ιδιαίτερα δταν παρουσιάσουμε τή μαρξική διαλεκτική. Έ δ ώ μπορούμε μόνο 99
νά εξετάσουμε έναν ξεχωριστό τομέα του θέματος: κατά πόσο 6 Χέγκελ θεωρεί τή διαλεκτική του μέθοδο επιστημονική μέσα στήν 'Επιστήμη της Λογικής. Δείξαμε πιό πάνω τή βασική δυσκολία του ερωτήματος. Τό ιδιαίτερο μυστικό της διαλεκτικής μεθόδου είναι ή «ρευστοποίηση» των εννοιών καί ή διαδικασία, πού ό Χέγκελ ονομάζει «αύτοκίνηση των εννοιών». Κατά τήν τυπική Λογική δέν υπάρχει αύτοκίνηση τών εννοιών κάτι τέτοιο θάταν, μ' απλά λόγια, άνοησία. Ή ούσία τών εννοιών είναι οτι διαφοροποιούν, άποχωρίζουν καί εξάγουν άπό τήν πραγματικότητα μονοσήμαντες συναρτήσεις. Τόσο επιστημονικότερη είναι μιά έννοια, δσο καθαρότερα καί ακριβέστερα επιτελεί αύτό τό έργο. Ό τ α ν άρχίσουμε νά μήν ξεχωρίζουμε πιά έννοιες σάν μαύρο καί άσπρο, τό Είναι άπό τό Μηδέν, τό στρογγυλό άπό τό τετράγωνο, τότε παύουν νά υπάρχουν οι έννοιες άληθινό καί ψεύτικο (λαθεμένο). Στόν Χέγκελ έχουν επιρρίψει οτι μέ τή διαλεκτική μέθοδό του χτίζει πάνω σέ θεμέλια πού κάνουν άδύνατη τήν επιστημονική κατανόηση. Είναι δμως άρκετά μεγάλη ύποτίμηση του Χέγκελ νά θελήσει κανείς έτσι μέ μιά μονοκοντυλιά νά άπορρίψει τήν άξίωση έπιστημονικότητας. Μιά τέτοια άντιμετώπιση είναι άνεπίτρεπτα άπλοποιητική. Είναι βέβαια άναγκαίο νά εξεταστεί ή άξίωση τού Χέγκελ γιά έπιστημονικότητα καί νά τεθεί τό ερώτημα, σέ τί στηρίζεται καί σέ τί συνίσταται αύτή ή άξίωση. Θά καταδειχθεί τότε δτι ή άντίληψη γιά τήν επιστήμη, στήν όποία προσανατολίστηκε ό Χέγκελ, δέν συμπίπτει μέ τήν ιδέα της επιστημονικής γνώσης, οπως διαμορφώθηκε άπό τίς λεγόμενες φυσικές επιστήμες. Αύτό τό ξέρει καί ό ίδιος, άλλά μιλάει περιφρονητικά γιά τέτοιες «κατώτερες» γνώσεις. Χωρίς άμφιβολία δέν μπορεί νά άναγνωρισθεί στήν «επιστήμη», πού επιδιώκει ό Χέγκελ, ή γνωστική άξία, πού καταλογίζεται στά μαθηματικά καί στούς φυσικοεπιστημονικούς κλάδους. "Αν δμως άπό τήν άλλη πλευρά μπορούμε άπλά νά λέμε, ότι οι χεγκελιανές γνώσεις δέν έχουν σχέση μέ επιστήμη κοινής άποδοχής, τούτο είναι άλλο ερώτημα. Σέ αύτό μπορούμε νά άπαντήσουμε μόνο όταν εξετάσουμε τή 100
δυναμικότητα καί τήν ακτίνα ισχύος της διαλεκτικής μεθόδου.
101
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ Ό Χέγκελ παρουσίασε τή διαλεκτική πρώτα στην Φαινομενολογία και μετά στή Λογική. Μεταξύ των δύο παρουσιάσεων μεσολάβησε ένα διάστημα δέκα ετών. Με τήν Φαινομενολογία εγκαταλείπει τή Γιένα καί ή Λογική γράφτηκε στήν περίοδο της Νυρεμβέργης. Στήν τελευταία εργάστηκε μέ άργότερο καί άδιάκοπο ρυθμό· ή τελείωσή της άπαίτησε πιο πολύ κόπο. Στόχος καί τών δυό έργων είναι νά εκτεθεί ή διαλεκτική μέθοδος καί τό διαλεκτικό σκέπτεσθαι πάνω σέ εμπειρικό υλικό. Τά δυό έργα ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους, έχουν δμως τόν ϊδιο σκοπό. Στό τέλος της Φαινομενολογίας έχουμε τό κεφάλαιο γιά τήν απόλυτη γνώση, στό τέλος της Λογικής τό κεφάλαιο γιά τήν απόλυτη ιδέα. Μολονότι μέθοδος καί στόχος ταυτίζονται, τό διαφορετικό περιεχόμενο δέν επιτρέπει τή μεταξύ τους σύγκριση. Ή Φαινομενολογία είναι εξάλλου τό πρώτο καί ή Λογική τό δεύτερο μέρος του συστήματος, σύμφωνα μέ τίς τότε παραστάσεις περί συστήματος. Ό Χέγκελ ανακοίνωσε τήν ολοκλήρωση του συστήματος μέ τρίτο μέρος, τήν Φιλοσοφία της φύσης. Συγκρισιμότητα προκύπτει μόνο άπό τό γεγονός δτι, τόσο πάνω στό ιστορικό οσο καί πάνω στό λογικό υλικό, επιχειρείται ή άποδεικτική επαλήθευση του διαλεκτικού σκέπτεσθαι. Έτσι μπορούν αύτά τά δυό έργα νά θεωρηθούν σάν τά βασικά έργα τού Χέγκελ. Τό διαλεκτικό σκέπτεσθαι ξεδιπλώνεται καί στά μεταγενέστερα έργα του πάνω σέ κάθε φορά νέο ύλικό, ή βασική διαμόρφωση δμως της διαλεκτικής έγινε στά δυό αύτά βιβλία. Γίνεται άμέσως φανερό οτι ή διαλεκτική τού Χέγκελ έχει δυό διαφορετικές ρίζες. 'Ακόμα πιό καθαρά φαίνεται αύτό αργότερα. Ό Μάρξ, π.χ., διδάσκεται τήν χεγκελιανή διαλεκτική μέσω της Φαινομενολογίας, πολλοί μαθητές του δμως τήν μαθαίνουν μελετώντας τή Λογική. Ή επερχόμενη διάλυση τού χεγκελιανού συστήματος, ή διαίρεση σέ σχολές, έχει τήν απαρχή της στίς δυό ρίζες του. 102
Γιά τόν ϊδιο τόν Χέγκελ τό διαλεκτικό σκέπτεσθαι είναι στό βάθος άναμφισβήτητα ενιαίο. Πίστευε πώς εχει βρει τήν τελευταία μέθοδο, πού εφαρμόζεται καί επαληθεύεται παλτού καί πάντοτε, δηλαδή σέ κάθε υλικό. Κατά βάση έχει άναπτυχθεί ήδη στή Φαινομενολογία, όπως δηλώνει, τό διαλεκτικό σκέπτεσθαι, δπου παίρνει κριτική άπόσταση άπέναντι στις άλλες, «κατώτερες» μεθόδους καί στή φιλοσοφία. 'Αλλά έπρεπε νά γράψει τή Λογική γιά νά τελειοποιηθεί ή διαλεκτική άπό μεθοδολογική άποψη. Τελειοποιώντας την θά ξεστομίσει τά άπαιτητικά λόγια, δτι αυτή ή μέθοδος εϊναι ή «μόνη άληθινή», «τό βασίλειο της άλήθειας χωρίς κάλυμμα» καί μάλιστα ένα είδος παράστασης του θεού, «όπως αυτός είναι στήν αιώνια ουσία του». 'Ισχυρίζεται άκόμα δτι είναι ή μόνη επιστημονική μέθοδος. Στήν εισαγωγή της Λογικής, άπό τήν οποία πάρθηκαν τά παραπάνω παραθέματα, γίνεται ένας άκόμα προσδιορισμός της φύσης της διαλεκτικής. Περιέχονται εκεί μερικές επαναλήψεις παρατηρήσεων, πού βρίσκονται στόν πρόλογο της Φαινομενολογίας, άλλά καί εξαιρετικά σημαντικές συμπληρώσεις. Μιά άπό τίς βασικές ιδέες άναφέρεται στόν ισχυρισμό, δτι ή διαλεκτική έχει σάν σκοπό νά μεταβάλλει τίς σταθεροποιημένες καί στερεές έννοιες σέ «ρευστές», μιά άλλη, δτι ή διαλεκτική δείχνει τήν «αύτοκίνηση» των εννοιών, μέ τήν οποία εξελίσσεται ή επιστήμη. Έτσι ή συγγραφή της Λογικής προϋποθέτει, σύμφωνα μέ τά λόγια του Χέγκελ, «τήν έννοια της καθαρής επιστήμης καί τήν άπαγωγή της», άφού ή Φαινομενολογία είναι ή άπαγωγή της ϊδιας αυτής έννοιας. Μέ άλλα λόγια, οποίος διάβασε τήν Φαινομενολογία σάν προϋπόθεση, έχει εισαχθεί στήν μέθοδο του Χέγκελ καί στήν έννοια της καθαρής επιστήμης. "Αν θελήσει νά παρεμβάλει κανείς εδώ μιά κριτική σκέψη, θά διερωτηθεί, άν είναι επιτρεπτό νά μεταφέρεται ή διαλε/κτική μέθοδος, πού άναπτύχθηκε στήν Φαινομενολογία, χωρίς άλλο πάνω στή Λογική. Αέν άπαιτεί μήπως κάθε υλικό τή'δική του μέθοδο; Αέν άντιλαμβανόμαστε τή μέθοδο σάν 103
εκείνη τήν ορισμένη διαδικασία, πού προσαρμόζεται στο υλικό καί δείχνει τόν δρόμο, πού σύμφωνα μέ όρισμένους κανόνες μας όδηγεί στην άνάλυση καί στην κατανόηση του υλικού; Σε αυτό τό σημείο ό Χέγκελ εχει άντιρρήσεις. Μόνο εκείνη ή μέθοδος μπορεί νά είναι ή ορθή καί αληθινή, ή οποία περιλαμβάνει ολα τά πεδία του σκέπτεσθαι καί άναλύει τό σύνολο τού σκέπτεσθαι. Ό Χέγκελ επιδιώκει μια ύστατη ενότητα του σκέπτεσθαι. "Οταν επαινούν συχνά τήν καθολικότητα τού συστηματοποιού Χέγκελ, αύτό άνταποκρίνεται στήν επιθυμία του νά άποκαταστήσει πάλι τήν ενότητα τού επιστημονικού σκέπτεσθαι, πού κινδυνεύει νά χαθεί μέ τήν πρόοδο των εξειδικεύσεων. Γιά τήν πρώτη διαλεκτική πραγμάτευση διάλεξε ιστορικό υλικό, πού επιδέχεται άμεση παρατήρηση καί προσφέρεται, σάν κάθε ιστορικό θέμα, εξαρχής σέ διαλεκτική επεξεργασία. Ό λόγος είναι απλός. Ή βάση της διαλεκτικής μεθόδου, νά άναπτύσσει ενα σύνολο στίς διάφορες διακλαδώσεις του καί νά δείχνει πώς αύτό τό σύνολο διαλύεται στά συνθετικά του, ταιριάζει πρίν άπ' ολα στά ιστορικά γεγονότα. Αυτά εμφανίζουν προκαταβολικά τήν διαδικασία κίνησης, πού επικαλείται ή διαλεκτική. Μπορούμε νά έξετάζουμε κάθε ιστορικό συμβάν κάτω άπό τήν σκοπιά οτι επενεργούν άντίθετες γνώμες, άντιφατικές στάσεις καί άντιμαχόμενα στοιχεία. Ή ιστορία βαδίζει στό ρυθμό κίνησης καί άντικίνησης. Επίσης φαίνεται σαφές δτι ή ιστορική κίνηση όδηγείται περιοδικά σ' ένα είδος εξισορρόπησης καί άναίρεσης τών άντιθέσεων. Μικρές καί μεγάλες κινήσεις της ιστορίας μπορούν νά συλληφθούν μέ βάση αύτό τό σχήμα, εϊτε πρόκειται γιά εποχές εκατονταετιών, εϊτε γιά μικρά καθημερινά γεγονότα. Π.χ. διαδραματίζεται ή άνάπτυξη τού χριστιανισμού αργά, άνοδικά άπό αιώνα σέ αιώνα. Μόλις αυτή ή εξέλιξη κορυφώνεται, στό μεσαιωνικό σκέπτεσθαι, άρχίζει ή άντίθετη κίνηση, πού εκφράζει ό προτεσταντισμός καί ή μεταρρύθμιση. Έ δ ώ ή ιστορική διαδικασία άντιστρέφεται. Ό χριστιανισμός στήν παραδοσιακή του μορφή προσκρούει σέ άρνηση καί 104
απόρριψη, ζητούν νά τόν μεταρρυθμίσουν ριζικά καί νά τον επαναφέρουν στήν αρχική του μορφή. "Αν έδώ έχουμε τήν «άντίθεοη» ατό νόημα του Χέγκελ, μπορούμε πιό κει νά δείξουμε μιά τρίτη φάση εξισορροπητική. Οί πρώην εχθρικοί αδελφοί ξανανταμώνουν. Σε τελική άνάλυση τους συνενώνει ή κοινή αρχή τού χριστιανικού σκέπτεσθαι. Τό γενικό χριστιανικό πνεύμα επιβάλλεται πάλι. Οί άντιθέσεις δέν έσβησαν, συνεχίζουν νά υπάρχουν, άλλά πίσω άπό τίς διαφορές ξεπροβάλλει ή όμοιότητα. Μέ τόν ϊδιο τρόπο μπορούμε νά αντιλαμβανόμαστε καί τίς μικρότερες κινήσεις της ιστορίας. Είναι δυνατό νά κατανοήσουμε διαλεκτικά μιά σπουδαία κίνήση της εποχής μας, τήν άλλαγή τού γούστου - ας πούμε - στόν τομέα της ενδυμασίας. Καί έδώ βλέπουμε χωρίς δυσκολία νά κυριαρχεί ή αρχή κίνησης καί άντικίνησης, νά απορρίπτεται σέ μιά δεύτερη φάση δ,τι ϊσχυε στήν προηγούμενη. Ή έκφραση, κάτι δέν είναι «της μόδας», μάς δηλώνει πώς στό έξης δέν αναγνωρίζεται πιά αυτό πού λίγο πιό πρίν ήταν τό επικρατέστερο. Καί πάνω στήν επιστήμη μπορεί νά εφαρμοσθεί αυτή ή αρχή, μολονότι στόν τομέα αύτόν δέν υπάρχουν «μόδες» μέ τή στενή έννοια της λέξης. Κι εδώ ή εξέλιξη προωθείται άπό γνώμες άντιτιθέμενες καί άντιφάσκουσες, πού όδηγούν στήν φάση ισορροπίας. Καί στήν επιστήμη λοιπόν εμφανίζεται ή αιφνιδιαστική καί συχνά ριζοσπαστική άλλαγή σκοπιάς καί τρόπου θεώρησης, κι ένα όλόκληρο πεδίο άντιμετωπίζεται μέ νέα μέθοδο, πού άπωθει τήν παλιά. Ό , τ ι παράγει τό ιστορικό πνεύμα καί υπόκειται στήν ιστορικότητα, είναι προορισμένο νά έρχεται καί νά παρέρχεται. Αυτή ή πρόταση ισχύει σ' δλο τό φάσμα τού ιστορικού σκέπτεσθαι, δσο ευρύ κι αν τό νοήσουμε. Οί άλλαγές σημειώνονται καμιά φορά άπότομα, ξαφνικά. Σέ τέτοιες εποχές ισχύει ή φράση: Incende, quod orasti, ora quod incendisti (κάψιμο τών λατρεμένων, λατρεία τών καμμένων). Οί νέοι καιροί κατακαίουν πράγματι δ,τι άναγνώρισαν οι προηγούμενοι καί προσκυνούν αυτό, πού εκείνοι άρνήθηκαν. 105
Συχνά δμως οι κινήσεις αυτές γίνονται μέ βραδύ ρυθμό καί άπαιτούνται αιώνες και χιλιετίες, ώσπου να απορροφηθεί καί νά υποχωρήσει μιά ισχύουσα αρχή. 'Αλλά, οτι δλη ή ιστορία δεν είναι παρά ενα δράμα εναλλασσόμενων περιστατικών καί γεγονότων καί κάθε ιστορική διαδικασία βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα μεταπίπτει (μεταπηδά άπό μιά κατάσταση σ' άλλη), - αυτό ανήκει στούς πιό στοιχειώδεις νόμους της ιστορίας. Στή Φαινομενολογία τον πνεύματος 6 Χέγκελ κήρυξε αυτή τή διαδικασία σε θεμελιακό νόμο καί άφηρημένο σχήμα. Μέ αυτό τό σχήμα άντιμετωπίζει τήν ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος, αυτή ή διαδικασία κερδίζει «άπόλυτη» ισχύ. Τό σχήμα, πού στήν πιό γενική του μορφή έγινε μέθοδος-κλειδί καί επιτρέπει τή σήμανση τής ιστορικής πορείας, ξεπερνάει τά όρια ενός μεθοδικού οργάνου, έξυψωνόμενο σέ άπόλυτο μηχανισμό. Αυτό βασίζεται στήν πεποίθηση, οτι οχι μόνο μπορούμε νά κατανοούμε τήν ιστορία μέσω τού διαλεκτικού σχήματος, άλλά άντίστροφα ή ιστορία διαδραματίζεται καθ' υπαγόρευση αυτού τού σχήματος. Οι μεμονωμένες φάσεις θεωρούνται αυτοτελείς μορφές τού διαλεκτικού γίγνεσθαι, πού άκολουθούν τή χαραγμένη πορεία τής άπόλυτης διαδικασίας σύμφωνα μ' αυτόν τόν νόμο. Ή ιστορία είναι αύτοκίνηση τού άνθρώπου, μ' αυτή πραγματώνει 6 άνθρωπος τό πεπρωμένο του. Μέ αυτή τή σύγχρονη σκέψη συνδυάζεται καί μιά δεύτερη. Ένώ ή ιστορία διαδραματίζεται καί ή αύτοκίνηση τού άνθρώπου λειτουργεί, καταφαίνονται σ' αυτή ή άπόλυτη ιδέα καί τό άπόλυτο πνεύμα. Στή Λογική επιδιώκεται ή επαλήθευση τού Ι'διου διαλεκτικού σχήματος στήν άπόλυτη ισχύ του. Ή δυσκολία είναι σαφής. Ή άδιάκοπη ροή τών εννοιών δέν υπακούει χωρίς άλλο στήν διαλεκτική. Ή ιστορική συνέχεια είναι δυναμική καί διαδικασιακή, ή λογική συνέχεια φαίνεται στατική, εκτός άν τή δούμε άπό τήν άποψη τής ιστορικής της εξέλιξης· Γιά νά συλλάβουμε δυναμικά αυτή τή στατική συνέχεια, χρειαζόμαστε βέβαια νέες προύποθέσεις. Πριν άπό δλα πρέ106
πει νά ξεπεράσουμε εκείνες τις παραστάσεις, πού στηρίζουν τή στατική διάταξη της επιστήμης. Πρόκειται γιά τις αρχές της τυπικής Λογικής, πού ορίζουν μεταξύ αληθινού καί ψεύτικου καί διαχωρίζουν τήν έννοια από τό άντικείμενό (της). Στήν Φαινομενολογία 6 Χέγκελ είχε διακηρύξει: «Τό αληθινό καί ψεύτικο (εσφαλμένο) είναι εννοιες όρισμένου τρόπου σκέψης, πού θεωρεί τά δντα άκίνητα, ένα εδώ, τό άλλο άπέναντι, χωρίς συνάρτηση μεταξύ τους, στέρεα καί άπομονωμένα. Ένώ έμεις θά ισχυρισθούμε οτι ή άλήθεια δέν είναι χαραγμένο νόμισμα». Τό νόημα αυτών τών φράσεων είναι σαφές: 'Αληθινό καί εσφαλμένο είναι κινητά. Ό Χέγκελ συνεχίζει: «Δέν υπάρχει τό εσφαλμένο, δπως δέν υπάρχει καί τό κακό... Τό εσφαλμένο (γιατί μόνο γι' αυτό γίνεται λόγος εδώ) θάταν τό άλλο, τό άρνητικό τής ουσίας, ή όποια σάν περιεχόμενο τής γνώσης είναι τό άληθινό». Καί τούτη ή φράση είναι σαφής: Τό «εσφαλμένο» είναι κάθε φορά σχετικό πρός τό άληθινό, καθότι άποτελει τήν άρνηση του αληθινού. 'Αλλά ή πιό άποφασιστική σκέψη εμφανίζεται μόλις τώρα, διατυπωμένη βέβαια, δπως συμβαίνει συχνά στόν Χέγκελ, άρκετά σκοτεινά. «Άλλά ή ουσία είναι ή Ι'δια τό άρνητικό, ένμέρει σάν διαφοροποίηση καί καθορισμός του περιεχομένου καί ένμέρει σάν άπλή διαφορά μεταξύ τής ίδιας καί τής γνώσης. Υπάρχει ή εσφαλμένη γνώση. Ξέρουμε κάτι μέ εσφαλμένο τρόπο σημαίνει οτι ή γνώση βρίσκεται σέ άσυμφωνία μέ τήν ουσία της»^^^. Τί μας δηλώνει αυτή ή φράση; Ό σ ο επιτρέπει κάποια έρμηνεία, μας λέει μόνο ότι κάθε σφάλμα στηρίζεται στή διαφοροποίηση καί τό διαχωρισμό. Εσφαλμένη είναι μιά δήλωση, οταν διαφέρει καί διαχωρίζεται άπό τήν άλήθεια. Μας λέει δμως κάτι άκόμα. Τό «εσφαλμένο» βρίσκεται κιόλας μέσα στήν ουσία. Ή ϊδια ή ουσία, δπως λέει ό Χέγκελ, είναι «ή ϊδια τό άρνητικό». Προτού προχωρήσουμε σέ άλλα εδάφια τής εισαγωγής, δπου βήμα πρός βήμα διευκρινίζονται τά παραπάνω, άς τονίσουμε εδώ τή βασική υπόθεση πού κάνει ό Χέγκελ: Μέσα στήν ουσία εμπεριέχονται τό άληθινό καί τό εσφαλμένο· γιά 107
εσφαλμένο μιλάμε, εφόσον αυτό είναι τό «άρνητικό» της ουσίας. Αυτό σημαίνει πώς άληθινό καί εσφαλμένο είναι διαφορετικοί τρόποι έκφρασης της ουσίας. Μέ τη διατύπωση αυτής της βασικής υπόθεσης ό Χέγκελ έχει πετύχει τό στόχο του νά διασυνδέσει τό άληθινό καί τό εσφαλμένο καί σχεδόν νά τά ταυτίσει. Μετά άπό αυτά ό Χέγκελ βγάζει τά παραπέρα συμπεράσματα. "Οταν άληθινό καί ψεύτικο συσχετίζονται, δηλαδή οι άληθινές καί οι εσφαλμένες μορφές κατανόησης διασυνδέονται μ' αυτόν τόν τρόπο, τότε, κάτω άπό αυτό τό πρίσμα, σκέψη καί άντικείμενό (της) γίνονται ένα. Αυτό δηλώνεται στήν εισαγωγή τής Λογικής σ' ολους τούς τόνους. Ή πραγματική καί άληθινή Λογική πρέπει νά παρατήσει τή διαφοροποίηση μεταξύ «σκέψης» καί «άντικειμένου», προϋποθέτοντας, δπως λέει 6 ϊδιος, «τήν άπελευθέρωση άπό τήν άντίθεση τής συνείδησης». Τό υποκείμενο καί τό άντικείμενο δέν διαχωρίζονται πιά. Ή Λογική του Χέγκελ «περιέχει τήν σκέψη, εφόσον αυτή είναι καί τό ϊδιο τό άντικείμενο, ή τό άντικείμενο καθεαυτό, εφόσον αυτό είναι επίσης ή καθαρή σ κ έ ψ η Μ έ αυτόν τόν τρόπο ομως φτάνουμε κατά τόν Χέγκελ σέ «άντικειμενικό σκέπτεσθαι», πού είναι «τό περιεχόμενο τής καθαρής επιστήμης». Είναι φανερό σέ τί άποσκοπεί 6 Χέγκελ. Διαλύει τίς βάσεις πού άνάπτυξε ή τυπική Λογική. Διαμφισβητούνται τόσο ό τυπολογικός καθορισμός άληθινου καί εσφαλμένου, όσο καί ό διαχωρισμός έννοιας καί άντικειμένου. Οι κανόνες αυτοί άντικαθιστούνται μέ άλλους. Αυτοί είναι μέσα πού εξυπηρετούν ένα σκοπό. Πρέπει νά επιτευχθεί ή «ρευστοποίηση» των εννοιών, πού είναι ή βάση τής διαλεκτικής σκέψης. Ξαναμπαίνει έτσι τό ζήτημα, πού ό Χέγκελ έλυσε ήδη στήν Φαινομενολογία, Έκεϊ είχε ρευστοποιήσει τήν έννοια τής συνείδησης στήν ιστορία της, δείχνοντας τή συνεχή εξέλιξη αυτής τής έννοιας μέσα άπό τά στάδια: συνείδηση, αυτοσυνείδηση, πνεύμα κλπ. Εκεί κατάδειξε καί τήν «αύτοκίνηση» τής έννοιας πάνω σέ ένα άντικείμενο. Τώρα επιχειρείται γιά δεύτερη φορά ή διαπίστωση τής 108
αύτοκίνησης χωρίς δμως τό ιστορΙκό υπόβαθρο, πού διαφαίνεται παντού στην Φαινομενολογία. "Ομως τό ιστορικό υπόβαθρο της Φαινομενολογίας, δσο αυθαίρετα κι αν στήθηκε, εκανε δυνατή τή διαπίστωση της αύτοκίνησης. Δημιουργείται στή Λογική νέα άνάγκη νά θεμελιωθεί ή «αύτοκίνηση» της έννοιας, αφού παρατήθηκε τό ιστορικό υπόβαθρο, καί τό ζήτημα τοποθετείται άλλιώς. Έ δ ώ βρίσκεται ενα κύριο πρόβλημα, πού ό Χέγκελ λύνει τελικά με τό χαρακτηριστικό σκεπτικό: « Ό μόνος τρόπος νά επιτευχθεί ή πρόοδος της επιστήμης καί νά γίνει νοητή, είναι ή γνώση της λογικής πρότασης, δτι τό άρνητικό είναι εξίσου θετικό, ή ότι τό άντιφάσκον δεν μπορεί νά θεωρηθεί σάν μηδενικό, σάν διαλυμένο στό άπόλυτο τίποτε...». Διακόπτουμε έδώ τή μακριά φράση, γιά νά διευκρινίσουμε τήν διαπίστωση. Ή έπιστημονική πρόοδος, πού άναφέρει 6 Χέγκελ, είναι ή διαδικασία της διαλεκτικής εξέλιξης της Λογικής. Προϋπόθεση γι' αύτό είναι κατά τόν Χέγκελ ή γνώση, δτι τό άρνητικό είναι εξίσου θετικό. Επαναλαμβάνει λοιπόν έναν ισχυρισμό πού αιτιολόγησε πολλές φορές ως τώρα. Μέ αυτόν συνδυάζει μιά πολύ σπουδαία σκέψη: τό άντιφάσκον δέν διαλύεται στό μηδέν. Μέ αυτή τήν πρόταση άμφισβητεί τό θεμελιακό λογικό θεώρημα, δτι δυό άντιφατικές κρίσεις δέν μπορούν νά ισχύουν ταυτόχρονα (καί οι δυό). Ή εξήγηση, γιατί αύτό τό θεώρημα δέν ισχύει, άκολουθεί τώρα: Ή άντίφαση δέν διαλύεται στό τίποτε, «άλλά ούριαστικά μόνο στήν άρνηση ενός ιδιαίτερου περιεχόμενου, ή μιά τέτοια άρνηση δέν είναι πέρα γιά πέρα ή άρνηση ολόκληρη, παρά ή άρνηση τού όρισμένου πράγματος, δηλαδή μιά ορισμένη άρνηση. Εμπεριέχεται δηλαδή στό συμπέρασμα κατά βάση αύτό, άπό τό οποίο προέκυψε τό συμπέρασμα - καί τούτο είναι ταυτολογία, γιατί άλλιώς θά ήταν κάτι έμμεσο καί δχι συμπέρασμα» Έτσι τελειώνει ή φράση αύτη, πού αναπτύχθηκε μέ τρόπο ραψωδικό. Στήν τελευταία του δήλωση ισχυρίζεται, δτι στήν άντίφαση εμπεριέχεται μόνο μιά «μερική» καί «όρισμένη» άρνηση. Δέν καταργεί τά πάντα παρά άφήνει στή θέση του 109
ένα μέρος του περιεχόμενου, πού περνάει καί στο τελικό συμπέρασμα. Πρέπει νά πάρουμε ενα άπλό παράδειγμα, γιά νά κατανοήσουμε αυτή τή διαπίστωση. 'Αναπτύσσει τήν ιδέα μιας άρνησης, πού δεν άρνείται όλόκληρο τό ώς τώρα περιεχόμενο. Αυτό ισχύει γιά όρισμένες άρνητικές κρίσεις. Ή διαπίστωση, αυτή ή άγελάδα δέν είναι μαύρη, μπορεί νά έννοηθεί ώς έξης: ή αρχική έννοια «άγελάδα», μένει στή θέση της καί ή άρνηση της προσθέτει έναν παραπέρα προσδιορισμό «δχι μαύρη». Τέτοιου είδους φαίνεται, γιά τόν Χέγκελ, νά είναι δλες οι άρνητικές κρίσεις (διαπιστώσεις). Κάθε άρνητική κρίση περιέχει ένα θετικό μέρος πού επεκτείνεται· δέν υπάρχουν απλώς άρνητικές κρίσεις ή κρίσεις μόνο άρνητικές. Ό Χέγκελ κάνει ένα βήμα άκόμα. Κάθε άντίφαση είναι μιά επέκταση της γνώσης, άφού ή άρνητική κρίση, πού εμπεριέχει ή άντίφαση, επεκτείνει τήν άρχική κατάσταση πραγμάτων. Ή τυπική Λογική δέν άναγνώρισε ούτε πρίν ούτε μετά τόν Χέγκελ αυτόν τόν ισχυρισμό, γιατί στήν πραγματική καί άλληλοαποκλείουσα άντίφαση δυό προτάσεων δέν μπορεί νά δει καμία έπέκταση γνώσης. Μπορεί τό πολύ νά διαπιστώνει οτι ή διατύπωση δυό άλληλοαποκλειομένων ισχυρισμών είναι μιά άδιέξοδος της γνώσης, άπό τήν οποία δέν μπορούμε νά βγούμε πρίν άρνηθούμε μιά άπό τίς δυό κρίσεις. Γιά τόν Χέγκελ δέν υπάρχει τέτοιο άδιέξοδο γνώσης. Ή άντίφαση της γνώσης είνα πρόοδος· κάθε άρνηση είναι μέ τόν τρόπο της μιά θετική γνώση καί οδηγεί σίγουρα σέ ψηλότερη, σέ παραπέρα βαθμίδα. Τό δείχνουν οι άκόλουθες προτάσεις, πού τερματίζουν τήν παράγραφο: « Ή άρνηση πού ξεπροβάλλει, όντας ορισμένη άρνηση, έχει περιεχόμενο. Είναι νέα έννοια, άλλά ψηλότερη καί πλουσιότερη άπό τήν προηγούμενη, άφού περιέχει επιπλέον τήν άρνηση της προηγούμενης: έχει συνολικά τό προηγούμενο σύν τό άντίθετό του. Δηλαδή περικλείνει αυτό καί κάτι παραπάνω κι είναι έτσι ή ένότητα αυτού καί τού άντίθετου». Οι προτάσεις αύτές εκφράζουν άκόμη μιά φορά δτι κάθε 110
άντιφαση είναι παραγωγική και μέ την άρνηση συντελείται ή συνέχιση της γνώσης προς ψηλότερες και πλουσιότερες εννοιες. Κάθε αμφιβολία γιά τό οτι ό Χέγκελ μέ αυτές τις σκέψεις περιγράφει την αύτοκίνηση των εννοιών, αίρεται μέ τή φράση πού άκολουθεί: «Σέ αυτή τήν πορεία πρέπει νά διαμορφωθεί τό σύστημα τών εννοιών καί νά τελειοποιηθεί στήν άκατάπαυστη καί καθαρή διαδρομή του, χωρίς προσλήψεις εξωτερικών στοιχείων». Ή θεωρία της αύτοκίνησης τών εννοιών εχει άποτελειωθεί καί δίδονται τώρα οι απαραίτητες οδηγίες χρήσης. Βλέπουμε μπροστά μας δλη τήν αύτοκίνηση τών έννοιών. Κάθε ισχυρισμός είναι τόσο θετικός όσο καί άρνητικός. Μέ τήν εμφάνιση μιας άρνησης έγινε κιόλας τό επόμενο βήμα πρός τήν ψηλότερη έννοια. Αυτή προκύπτει σάν σύνθεση, σάν ένότητα της θέσης καί της άντίθεσης. Είναι φανερό: μέ βάση τίς αρχές του τυπικολογικού σκέπτεσθαι μιά τέτοια θεωρία δέν μπορεί νά κρατηθεί, άφού ή τυπική Λογική δέν άναγνωρίζει τήν αύτοκίνηση της έννοιας. Ή θεωρία του Χέγκελ θά μπορούσε νά κρατηθεί ομως κάτω άπό άλλο πρίσμα, από ιστορική σκοπιά. Έ δ ώ ισχύει πράγματι πώς κάθε εμφανιζόμενος καί δικαιολογημένος άντίλογος κατά μιας οποιασδήποτε θεωρητικής ή πρακτικής γνώσης είναι τουλάχιστον άφορμή γιά νέες γνώσεις. Μέ αύτό τό νόημα ή πλάνη ήταν συχνά τό κίνητρο γιά παραπέρα προόδους. Άλλά αυτή ή ιστορική κίνηση τών εννοιών, δπως συντελείται στό χρόνο κι έχει σάν αιτία της τή συνεχή προσπάθεια γιά διεύρυνση της γνώσης, μόνο τότε μπορεί νά εννοηθεί σάν αύτοκίνηση, δταν ή γνώση δέν θεωρείται πιά όργανο του άνθρώπινου πνεύματος, παρά αντίστροφα ή άνθρώπινη γνώση αντιμετωπίζεται σάν υπηρέτης μέσα σέ μιά άπόλυτη καί μεταφυσική διαδικασία, ή οποία ξεδιπλώνεται μέσω του ανθρώπου. Ό Χέγκελ εκπροσωπεί τήν τελευταία άντίληψη. Στόν άνθρωπο πραγματοποιείται ή «άπόλυτη ιδέα» καί ή «άπόλυτη γνώση». Οι σταθμοί άλήθειας καί πλάνης, πού διατρέχει ή άνθρώπινη γνώση, είναι σταθμοί του μεταφυσικού οντος, 111
δηλαδή εκείνης της απόλυτης και θεϊκής ιδέας, πού παρασταίνεται (εκφράζεται) και πραγματοποιείται πάνω στον άνθρω^Γο. Ό ϊδιος ό άνθρωπος είναι φορέας τής ιδέας, θαλεγε κανείς, λειτουργός του άπόλυτου δντος, στό όποιο ό Χέγκελ δίνει αυτό τό ονομα. Γι' αυτό ή Λογική του Χέγκελ είναι ταυτόχρονα καί μεταφυσική, δηλαδή άναπαράσταση καί εξήγηση εκείνου του άπόλυτου οντος. Είναι, γιά νά επαναλάβουμε τά λόγια του Χέγκελ, ή άναπαράσταση του θεού. 'Ακολουθώντας τόν μεθοδολογικό δρόμο, πού οδηγεί τόν Χέγκελ άπό τήν Φαινομενολογία στή Λογική, διαβλέπουμε τήν εσώτερη συνοχή καί τήν συνέπεια του συστήματος άπό τήν ιστορία τής άνθρώπινης γνώσης. Άλλά καί άπό τή λογική τής γνώσης συνάγεται ή ιδέα τού άπόλυτου καί ό θεός. Σέ δυό φάσεις ξετυλίχτηκε ώς τώρα αυτός ό δρόμος: στήν ιστορία τής άνθρώπινης αυτοσυνείδησης καί στήν ιδέα μιας νέας καί άφηρημένης Λογικής. Ό δρόμος αυτός σχεδιάστηκε γιά τρίτη φορά στήν Φιλοσοφία τής φύσης. Μας κάνει σκεφτικούς ή ολοκληρωτική άξίωση πού εγείρει αυτό τό σύστημα. Θεός καί Λογική, πνεύμα καί φύση, ιστορία τού άνθρώπου καί μεταφυσική συγχωνεύονται σέ μιά ενότητα, πού μέ τήν πρώτη ματιά φαίνεται ειδυλλιακά άρμονική. Ό λ α κατανοούνται κι όλα ερμηνεύονται. Δέν εγείρεται γιά πρώτη φορά αυτή ή ολοκληρωτική άξίωση. Ή μεσαιωνική σκέψη διεκδικούσε τήν ϊδια άπολυτότητα, επιχειρώντας μιά «λογική» άπόδειξη τής ύπαρξης τού θεού. Μέ άλλον τρόπο, άλλά μέ τόν ϊδιο σκοπό, 6 Χέγκελ άναπτύσσει άπό τόν Λόγο τή μιά άπόδειξη γιά τό άπόλυτο πνεύμα. Ή αιτιολόγηση είναι τώρα διαλεκτική, έχουμε μιά άλλη «άγία τριάδα», τό πνεύμα, τήν φύση καί τόν Λόγο, καί ολα μαζί συνιστούν τό άπόλυτο. 'Ακόμα πιό σκεφτικοί γινόμαστε μπροστά στίς ύστερότερες συνέπειες. Κάνοντας μερικά βήματα εξέλιξης, συναντάμε τρύς επόμενους εκπρόσωπους τής διαλεκτικής σκέψης, τόν Κίρκεγκαρντ καί τόν Μάρξ. 'Όσο κι αν διαφέρουν, τόσο μεταξύ τους δσο καί άπό τόν Χέγκελ, οι δυό αυτοί στοχαστές εγείρουν τήν ίδια ολοκληρωτική άξίωση καί τήν ύπε112
ρασπιζονται εξίσου πεισματικά. Καί γι' αυτούς τό διαλεκτικό όργανο είναι ή μέθοδος πού όδηγεί στό άπόλυτο. Τό άπόλυτο όμως αλλάζει. Στόν Μάρξ χάνει τόν χαρακτήρα του αντίπερα. Ό διαλεκτικός υλισμός άπολυτοποιει άλλα δεδομένα, τήν ταξική πάλη, τήν ιστορική κίνηση καί τήν κίνηση των οικονομικών δυνάμεων, τήν οικονομική πρόοδο του πνεύματος. Ό Κίρκεγκαρντ εξυψώνει τό παράδοξο, τήν παράδοξη ύπαρξη, τόν φόβο καί τό Μηδέν σέ άπόλυτα δεδομένα. Καί οι δυό τους απορρίπτουν καί καθυβρίζουν τόν δάσκαλο της διαλεκτικής, στό βαθμό πού τόν δέχονται σάν δάσκαλο. Συνεχίζουν βέβαια τήν χρήση καί τήν άνάπτυξη της διαλεκτικής μεθόδου καί του διαλεκτικού σκέπτεσθαι. Εκεί αναφαίνεται ό βαθιά διφορούμενος χαρακτήρας αυτού του οργάνου καί καταδείχνεται δτι ή διαλεκτική σκέψη σ' αυτή τή μορφή μπορεί νά εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό.
8.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
113
Η ΧΑΪΔΕΛΒΕΡΓΗ ΚΑΙ Η ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ Στά μέσα του 1816 πηγαίνει στο τυπογραφείο τό τελευταίο μέρος της Επιστήμης της Λογικής. Ό Χέγκελ είναι 46 ετών κι εργάζεται σάν γυμνασιάρχης στήν Νυρεμβέργη. Διατηρεί ζεστή την ελπίδα νά κληθεί σύντομα στο πανεπιστήμιο, δέν έγινε ομως ώς τότε κανένα αποφασιστικό βήμα πρός αυτή τήν κατεύθυνση. Καί τώρα εκπληρώνεται επί τέλους αυτή ή επιθυμία του. Ή δ η τό 1812 είχε γράψει στόν Νητχάμερ: «...ή λιτανεία τής εξεύρεσης, της διόρθωσης, τής έκδοσης, τής διαχώρισης, τής ρευστοποίησης καί όλοκλήρωσης του κονδυλίου, πού στήν υποκειμενική πλευρά άντιστοιχεί σέ μιά παρόμοια λιτανεία στέρησης, ελπίδας, στενοχώριας, άναβολής, άναμονής, απογοήτευσης κλπ. - μιά κατάσταση, πού μέ βασανίζει γιά τέταρτη χρονιά χωρίς νά φαίνεται κάποιο τέλος, ή αν τέλειωνε τώρα, θά ξανάρχιζε άπό μπροστά. Έ χ ω χάσει ανεπανόρθωτα τήν πίστη στή βελτίωση... Ή ζωή στήν Νυρεμβέργη τόν κουράζει, δέν είναι όμως άνυπόφερτη. Μόλις ομως πήρε τήν κλήση γιά τό πανεπιστήμιο τής Χαϊδελβέργης, σίγουρος πιά, έγραψε σ' έναν μελλοντικό συνάδελφό του: «Λοιπόν, φτάσαμε κιόλας στό σημείο, άπ' όπου μπορώ νά ατενίζω τή λύτρωσή μου άπό τή θρηνωδία του σχολικού κι εκπαιδευτικού μας συστήματος.. Ή κλήση στή Χαϊδελβέργη δέν είναι εξάλλου ή μόνη τιμή πού του γίνεται. Καί τό πανεπιστήμιο του Έρλάνγκεν διαπραγματεύεται μαζί του. Του προσφέρεται εκεί μιά έδρα φιλολογίας. Ό διορισμός του έχει άποφασισθεί, άλλά ό Χέγκελ δέν δέχεται καί προτίμησε τήν καθηγεσία στήν Χαϊδελβέργη. Εξάλλου τόν ϊδιο καιρό καταφτάνει καί μιά πρόταση άπό τό Βερολίνο νά άναλάβει έδρα φιλοσοφίας. Εντύπωση προκαλεί, δτι σέ δλα τά πανεπιστήμια, πού διαπραγματεύονται μέ τόν Χέγκελ, επικρατεί φόβος, πού άφορα στή σκοτεινότητα καί στή δυσνοησία του. Κατά τή διάρκεια τής εκλογικής διαδικασίας στή Χαϊδελβέργη χρειάστηκε ένας καθηγητής νά συγκεντρώσει πληροφορίες, άν άληθεύει άκόμα δτι ό Χέγκελ «στίς προφορικές του παρα114
δόσεις δεν είναι ιδιαίτερα καλός καί επί πλέον είναι σκοτεινός». Ό μ ω ς ή απάντηση είναι ικανοποιητική, δηλαδή επαινετική σχετικά με τήν ευστοχία καί σαφήνεια της διδασκαλίας του στό γυμνάσιο της Νυρεμβέργης. Ή φήμη γιά τή σκοτεινότητα του Χέγκελ είχε φτάσει ώς τό Βερολίνο· όφειλόταν μάλλον στήν δραστηριότητά του στή Γιένα, δπου παρέδιδε μαθήματα, πού δέν γίνονταν κατανοητά. Ό Χέγκελ τοξερε αυτό. Γιά τή δραστηριότητά του στή Γιένα γράφει: «Οι πρώτες μου διδακτικές προσπάθειες έκει, δπως άκούω, έδραίωσαν μιά προκατάληψη εναντίον μου. Ήμουν βέβαια άρχάριος, ή επεξεργασία του ύλικοϋ δέν είχε άπολήξει σέ σαφήνεια καί στήν προφορική παράδοση άκολουθοϋσα τίς σημειώσεις κατά γράμμα, Ή σχεδόν όχτάχρονη εξάσκηση στό γυμνάσιο, δπου καλλιεργείται ό συνεχής διάλογος μέ τους άκροατές καί άπαιτείται σαφήνεια κατ' άνάγκη, μου προσέδωσε τέλεια ελευθερία» Έχει λοιπόν τώρα τό αίσθημα ότι έχει πετύχει σαφήνεια καί αυτή του χαρίζει άνεση καί ελευθερία. Έτσι αρχίζει τήν διδακτική του δράση στήν Χαϊδελβέργη γεμάτος προσδοκίες καί υποβάλλει τήν παραίτησή του στήν κυβέρνηση του Μονάχου. Ή υπηρεσία, πού προωθεί τήν αιτησή του στό υπουργείο, γράφει δτι ό Χέγκελ είχε επιτυχία καί έχαιρε εκτίμησης στή Νυρεμβέργη, άλλά τίποτε δέν εμποδίζει τήν άπόλυσή του, άφοΰ μάλιστα είναι «άλλοδαπός». "Ας θυμηθούμε δτι ό Χέγκελ είναι από τή νοτιοδυτική Γερμανία, τή Σουηβία, καί στήν Βαυαρία λογιζόταν «άλλοδαπός» Ό Χέγκελ ξεκινά λοιπόν τήν δραστηριότητά του στήν Χαϊδελβέργη μέ ευνοϊκές προοπτικές. Οι πρώτες παραδόσεις του χειμερινού εξαμήνου 1816/17 δέν συγκεντρώνουν άκόμα πολλούς άκροατές· στό επόμενο θερινό έξάμηνο 1817 ό άριθμός τών φοιτητών του μεγαλώνει σημαντικά. Ό ϊδιος εξυμνεί τήν «γελαστή, ρομαντική καί εύφορη περιοχή»^^^. Σέ μισό χρόνο γράφει τήν 'Εγκυκλοπαίδεια τών φιλοσοφικών επιστημών, ένα έγχ^ειρίδιο τών παραδόσεών του. Πρόκειται γιά τό τρίτο μεγάλο έργο τού Χέγκελ μετά τήν Φαινομενολογία καί τήν Λογική. Ό άκριβής τίτλος του 115
«'Επίτομη 'Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών» δείχνει πώς ό Χέγκελ εκθέτει ολόκληρο τό σύστημά του σέ περιληπτικότερη μορφή. Διαλέγει κι εδώ τό σχέδιο παρουσίασης πού χρησιμοποίησε οττ\ν Προπαιδευτική. Ή δομή του έργου είναι τριχοτομική. Παράλληλα ή 'Εγκυκλοπαίδεια έχει 577 παραγράφους. Αυτές εκτείνονται κάποτε σέ μερικές σελίδες, άλλοτε δμως άποτελούνται άπό λίγες μόνο προτάσεις. Ή 'Εγκυκλοπαίδεια πρωτοεκδόθηκε τό 1817· ή πρώτη έκδοση όνομάζεται 'Εγκυκλοπαίδεια της Χαϊδελβέργης. Τό 1827 ξαναδημοσιεύτηκε σέ βελτιωμένη έκδοση, διατηρώντας ομως τόν σκελετό της πρώτης. Σέ τούτη περιέχονται «διευκρινίσεις», πού άποκαλοϋνται προσθήκες. Οι εκδότες δημοσίευσαν γιά τρίτη φορά τήν 'Εγκυκλοπαίδεια, μετά τό θάνατο του Χέγκελ, μέ προσθήκες παρμένες άπό σημειώσεις του, πού χρησιμοποιούσε στίς παραδόσεις, καί άπό άλλα καλοδιατηρημένα υστερόγραφα· εξογκώθηκε έτσι ή 'Εγκυκλοπαίδεια σέ τρίτομο έργο. Ό Χέγκελ έξάλλου είχε ενσωματώσει στίς παραδόσεις του γιά τήν 'Εγκυκλοπαίδεια τών φιλοσοφικών επιστημών, τίς όποιες επανέλαβε δυό φορές στό Βερολίνο, προφορικά άλλες προσθήκες κατά κεφάλαιο, παρμένες π.χ. άπό τήν μεγάλη Λογική του. Ό εκδότης Χένινγκ χρησιμοποίησε καί αυτές τίς προσθήκες στήν τρίτη έκδοση. Ό τίτλος, πού διαλέχτηκε γιά τούτη τήν τρίτη έκδοση ήταν Σύστημα της φιλοσοφίας. Μέ άλλα λόγια, άπό τήν επιτομή του συστήματος, πού ήταν ή 'Εγκυκλοπαίδεια της Χαϊδελβέργης, καί όπου δλα συμπιέζονται σέ περίπου 550 σελίδες, μέ τήν πάροδο του χρόνου γίνεται ολόκληρο τό συγκρότημα του συστήματος, ένα τρίτομο έργο πού ξεπερνά τώρα, στή μορφή αυτή, τίς 1500 σελίδες. Είναι λοιπόν ή 'Εγκυκλοπαίδεια τό τελεσίδικα άποπερατωμένο σύστημα; Έχουμε μπροστά μας επί τέλους αυτό πού ό Χέγκελ επιδίωκε άπό τήν περίοδο της Γιένας; "Αν παραδεχτούμε κάτι τέτοιο, πρέπει νά πούμε ταυτόχρονα πώς τό σύνολο του άποπερατωμένου συστήματος δέν ταυτίζεται στή δομή του μέ τό προηγούμενο. Ά ν παραμερίσουμε εκείνο τό 116
σύντομο σύστημα, πού σχεδίασε για διδακτική χρήση στό γυμνάσιο, καί συγκρίνουμε τήν Εγκυκλοπαίδεια με τό σύστημα οπως τό σχεδίασε, βάζοντας τήν Φαινομενολογία σάν πρώτο καί τήν Λογική σάν δεύτερο μέρος ,τού συστήματος, θά δούμε αμέσως μιά χτυπητή διαφορά. Στήν 'Εγκυκλοπαίδεια παίρνει τώρα τήν πρώτη θέση ή Λογική καί όχι ή Φαινομενολογία. Αυτό τό εργο άποτελεί τόν πρώτο τόμο της μεγάλης "Εγκυκλοπαίδειας. Ή Φιλοσοφία της φύσης καταλαμβάνει τόν δεύτερο τόμο. Ό τρίτος τόμος περιέχει τή Φιλοσοφία τοϋ πνεύματος. Έτσι πρέπει νά δεχτούμε δτι ολόκληρο τό σύστημα της φιλοσοφίας, δπως τό οικοδόμησε ό Χέγκελ, είναι κινητό καί ή δομή του μεταβλητή. Τά ξεχωριστά μέρη μπορούν νά συνδυάζονται μέ διαφορετικούς τρόπους· ένώ στήν πρώτη οικοδόμηση του συστήματος προηγείται σάν ιστορική - ας πούμε - εισαγωγή ή Φαινομενολογία, ακολουθούμενη από τήν Λογική, στήν τελευταία οικοδόμηση του συστήματος εχουμε άλλη σειρά. Πρώτα ή Λογική σάν θεμέλιο κάθε φιλοσοφίας, γιατί παριστάνει τό «καθαρό» σκέπτεσθαι. Κατόπιν ή Φιλοσοφία της φύσης, όπου ή «καθαρή» σκέψη ούσιαστικοποιείται :[Γάνω στά φυσικά φαινόμενα, καί τελικά ή Φιλοσοφία του πνεύματος, όπου ή καθαρή σκέψη καί έννοια φτάνει στήν τρίτη της βαθμίδα. Βρισκόμαστε λοιπόν πραγματικά μπροστά σέ ενα σχήμα συστήματος, άποπερατωμένο καί διαυγές: έννοια, φύση, πνεύμα. Έδώ πραγματοποιείται καί ή βασική σκέψη της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Σέ μιά μοναδική, επαναλαμβανόμενη διαλεκτική κίνηση τό σκέπτεσθαι, πού ξεκινά από τήν απλή καί άμεση έννοια του Είναι, άνέρχεται σέ όλες τίς μορφές της ιδέας. Σέ μιά «άδιάκοπη ροή», δπως ειχε προαναγγείλει ό Χέγκελ, άναπτύσσεται όλος ό κόσμος (σύμπαν) άπό μιά πρώτη έννοια. Έ δ ώ διακρίνουμε τήν τελευταία θέληση του Χέγκελ, καθώς αυτή ή μεγάλη κυκλοφορία της σκέψης δέν προϋποθέτει τίποτε άλλο άπό τήν πρώτη κενή έννοια του Είναι. Ό λ ο ι οι παραπέρα σταθμοί άπορρέουν στήν διαλεκτική κίνηση άπό αυτή τήν έννοια. Τό άθροισμα δλων τών γνώσεων συνάγεται 117
μέ βάση τό διαλεκτικό νήμα, τό όποιο δεν εχει άλλη προϋπόθεση άπό τήν καθαρή αύτοκίνηση του σκέπτεσθαι. Παραβλέποντας άλλες πλευρές, θαυμάζουμε τήν καλλιτεχνική καί συνθετική άπόδοση του Χέγκελ. Αυτό τό σύστημα δέν είναι μόνο ένα φιλοσοφικά κατασκευασμένο σύστημα. Ό Χέγκελ του δίνει τόν τίτλο 'Εγκυκλοπαίδεια^ γιατί προσπαθεί στά πλαίσια του φιλοσοφικού συστήματος νά μας δώσει τό σύνολο τής γνώσης. Πρόκειται γιά εκπληκτικό εργο. Κανένας διανοητής μετά τόν Χέγκελ, μέ εξαίρεση ισως τόν Νικολάι Χάρτμαν - δέν αφέθηκε στό τόλμημα νά παρουσιάσει τίς γνώσεις τής εποχής του άπό τό φιλοσοφικό παρατηρητήριο. Αυτό τό σύστημα εϊναι λοιπόν οχι μόνο ένα μεγάλο εποικοδομητικό, άλλά καί συλλεκτικό έργο. Είναι μιά άπό τίς τελευταίες προσπάθειες νά στηθεί ή εγκυκλοπαιδική γνώση σέ ενιαίο θεμέλιο. Κι είναι σίγουρα μιά άπό τίς τελευταίες προσπάθειες ενός φιλόσοφου νά διανοίξει τά ορια τής ειδικής επιστήμης, θέλοντας κατά κάποιον τρόπο νά γνωρίζει περισσότερα άπό τόν ειδικό επιστήμονα. Όμως ή χεγκελιανή Εγκυκλοπαίδεια δείχνει καί τόν άγώνα χωρίς προοπτικές, πού έκαναν οι φιλόσοφοι σάν πανεπιστήμονες ενάντια στούς ειδικούς επιστήμονες. Καί στήν εποχή του πλήθαινε ολοένα περισσότερο ή μάζα των ειδικών γνώσεων, μολονότι δχι άκόμα στόν άκατάπαυστο σημερινό ρυθμό. Σήμερα, σέ μιά εποχή πού καί ένα ειδικό εγχειρίδιο ενός κλάδου δέν ισχύει πάνω άπό δέκα χρόνια καί ή νεότερη στάθμη τής έρευνας σ' έναν τομέα ξεπερνιέται κιόλας αύριο, σήμερα λοιπόν ή 'Εγκυκλοπαίδεια είναι άπό τήν άποψη τού υλικού άπόλυτα άπαρχαιωμένη. Υπόκειται καί ό Χέγκελ σ' αυτό πού είδε ό ϊδιος μέ τόση οξυδέρκεια: στήν ολοένα γρηγορότερη κίνηση τής γνώσης. Γιά μας σήμερα άπό τήν 'Εγκυκλοπαίδεια άπομένει μόνο ή βασική μεθοδική ιδέα, πού βρίσκεται εξάλλου τόσο στή Φαινομενολογία όσο καί στή Λογική, Πώς εμφανίζεται ή διαλεκτική σ' αυτό τό έργο; Κέντρα βάρους καί δομική ιδέα έχουν μετατοπισθεί. Αυτό διαφαίνεται καί άπό τό γεγονός δτι ή Λογική είναι τό 118
πρώτο μέρος του συστήματος. Ή Λογική της 'Ε^γκνκλοπαίόειας είναι μια περιληπτική παρουσίαση της μεγάλης Λογικής, ανάλογα με τήν έκδοση, τή σύντομη της Χαϊδελβέργης ή τήν διευρυμένη μεταγενέστερη. "Ολα προλογίζονται μέ μιά εισαγωγή, πού εκθέτει διεξοδικότερα τό καθήκον της φιλοσοφίας. Ό Χέγκελ εχει άκόμα τις ϊδιες παραστάσεις σχετικά μέ τό καθήκον, τό έργο της φιλοσοφίας. Ό π ω ς καί πρίν επαναλαμβάνει - ήδη στόν βραχύ πρόλογο - τή γνώμη, δτι αυτή ή παρουσίαση «συντάσσει μιά νέα επεξεργασία τής φιλοσοφίας σύμφωνα μέ μέθοδο, πού όπως ελπίζω, θά άναγνωρισθεί σάν ή μόνη άληθινή»^^^. Επαναλαμβάνονται επίσης όλοι οι άλλοι ισχυρισμοί. Στόν πρόλογο τής δεύτερης επανέκδοσης ξαναλέει, δτι ή φιλοσοφία πρέπει νάναι «ή έπιστημονική γνώση τής αλήθειας» Στόχος της δέν μπορεί νά είναι μόνο ή γνώση του «άπόλυτου», άλλά ό Χέγκελ όρίζει τώρα τήν ιστορία τής φιλοσοφίας «σάν τήν ιστορία τής άνακάλυψης των σκέψεων πάνω στό άπόλυτο»^^^. Αυτό συνδέει, δπως τώρα λέει ρητά, τή φιλοσοφία μέ τή θρησκεία, τονίζοντας «δτι ή θρησκεία σίγουρα μπορεί νά υπάρχει χωρίς τή φιλοσοφία, ή φιλοσοφία δμως οχι χωρίς τή θρησκεία, τήν οποία πρέπει νά περικλείνει»^^^. 'Αναλύονται άκόμα τά καθήκοντα τής φιλοσοφικής σκέψης καί όρίζεται ή φύση του πνεύματος: μέσω του φιλοσοφικού στοχασμού τό πνεύμα επιστρέφει «στόν εαυτό τον, καί αυτό άς νοηθεί στήν βαθύτερη έννοιά του, γιατί ή άρχή του, ή γνήσια έαυτότητά του είναι τό σκέπτεσθαι». Τό πνεύμα είναι διαλεκτικό. Σάν διαλεκτική Λογική καταλαμβάνει τήν πρώτη θέση στό οικοδόμημα τού συστήματος. « Ή άντίληψη, δτι ή φύση τού σκέπτεσθαι είναι καθεαυτή ή διαλεκτική καί δτι αυτό πρέπει νά καταλήξει λογικά στήν άρνηση τού εαυτού του, στήν άντίφαση, άποτελεί βασική ιδιότητα τής Λογικής. Τό σκέπτεσθαι, γιά νά μπορέσει νά επιτύχει άφεαντοϋ κάί τήν λύση τής αντίφασης πού δημιούργησε, επιστρέφει απεγνωσμένο στίς λύσεις πού έχει πετύχει τό πνεύμα μέ άλλες μορφές καί άλλους τρόπους» Τονίσαμε συχνά τήν άποψη, ότι ή διαλεκτική έχει σά 119
βάση της την πραγματικότητα της ιστορικής κίνησης. Για τον Χέγκελ δμως ή διαλεκτική εχει καί άλλο νόημα, πού τό εκθέτει στό 'ίδιο εδάφιο με σύντομο καί χαρακτηριστικό τρόπο. «Κάθε πεπερασμένο» λέει, «αυτοαναιρείται. Ή διαλεκτική άποτελεί τήν κινούσα ψυχή της επιστημονικής προόδου καί είναι ή μόνη αρχή πού εγκαθιστά εσωτερική συνοχή καί αναγκαιότητα στό περιεχόμενο της επιστήμης, καθώς σ' αυτό έγκειται ένγένει ή άληθινή, δχι ή εξωτερική, έγερση πάνω άπό τό πεπερασμένο» Μέ τήν εξέλιξη της γνώσης ή φιλοσοφία προχωρεί πρός μιά ύστατη ενότητα καί άναγκαιότητα, στήν απόλυτη ιδέα, όπου κάθε πεπερασμένο αφανίζεται στό άπειρο. Ό Χέγκελ τό άντιλαμβάνεται τελείως συγκεκριμένα. "Ολες οι διαπιστώσεις του νου καί δλες οι ειδικές γνώσεις πρέπει κάπου νάναι μέρη ενός συνόλου. Σ' αυτό τό σύνολο δμως πρέπει νάναι σαφής ή συσχέτιση δλων των μερών, χωρίς νά σβήνουν οι μεταξύ τους διαφορές. Αυτό επιτυγχάνεται, κατά τόν Χέγκελ, μέ τήν διαλεκτική. Μόνο αυτή είναι σέ θέση νά άναιρέσει τίς περιορισμένες προϋποθέσεις του νου καί νά διεισδύσει ως εκείνη τήν παράσταση, πού έμφανίζεται σάν άναίρεση κάθε πεπερασμένου. Έτσι θά μπορούσαμε νά πούμε, πώς ή απόλυτη ιδέα είναι καί τό τελικό προϊόν τής διαλεκτικής. Ό σ ο καθαρότερα διαβλέπουμε τίς σκέψεις του, πού εξάλλου δέν είναι καινούργιες, άφού υπάρχουν στή Φαινομενολογία καί τήν Λογική, τόσο ζωντανότερα προβάλλει μπροστά μας ό μεταφυσικός Χέγκελ. Διαφαίνεται καί 6 διπλός χαρακτήρας τής διαλεκτικής μεθόδου. Δημιουργήθηκε γιά νά κατανοηθεί ή ιστορική κίνηση, κατά τή γνώμη μου μάλιστα είναι προϊόν τής ιστορικής πείρας. Αυτή είναι ή μιά πλευρά. Ή άλλη είναι δτι οδηγεί πέρα άπό τό πεπερασμένο στό άπειρο καί απόλυτο. Αυτά προσδίδουν στήν διαλεκτική του Χέγκελ τόν ερμαφρόδιτο χαρακτήρα. Γεννήθηκε άπό τήν ιστορική πείρα καί θά μπορούσε - οπως συμβαίνει άργότερα στόν Μάρξ νά χρησιμέψει σάν μέθοδος θεώρησης τής ιστορίας. Ά π ό τέτοια άντίληψη τής διαλεκτικής προήλθε ό ιστορικός υλισμός του Μάρξ. 120
Ό μ ω ς ό Χέγκελ της επισυνάπτει τόν άλλο στόχο, νά γνωρίσει όηλαδή τό αιώνιο. Χωρίς αυτό ή χεγκελιανή διαλεκτική θάχανε τό ειδικό καί ιδιότυπο νόημά της. Ξεπερνά τόν κύκλο ισχύος σάν μέθοδος ιστορικής γνώσης καί εγείρει τήν άξίωση νά είναι καθολική μέθοδος πού συλλαμβάνει τά πάντα. Παραλαβαίνει τό έργο τής παλιότερης φιλοσοφίας, τής μεταφυσικής. Στήν 'Εγκυκλοπαίδεια φαίνεται καθαρά^^^. Τό σύστημα περιγράφεται σ' δλες του τίς διαστάσεις · οι συντομεύσεις τό κάνουν χαρακτηριστικότερο, άκριβέστερο. Στά μάτια του άναγνώστη φαντάζει τώρα σάν ένα είδος θωρακισμένης φάλαγγας καί σάν όλοκληρωτικά οργανωμένη τάξη του κόσμου. Ή τριβάθμια τάξη του κόσμου, όπως τήν παρουσιάζει, είναι διάφανη. Στήν αρχή του κόσμου στέκεται ή μή άναπτυγμένη καί άμεση έννοια, πού εξελίσσεται διαλεκτικά, διαπερνώντας τρεις μεγάλους σταθμούς. 'Από τήν άμεση έννοια ή έξέλιξη διαπερνά τή φύση καί φτάνει στό άπόλυτο πνεύμα. Καθρεφτίζεται στή δομή του συστήματος: Λογική, Φιλοσοφία τής φύσης καί Φιλοσοφία του πνεύματος. Ή Λογική άναπτύσσει τήν πνευματική πρώτη ύλη τού κόσμου, τίς έννοιες. Στή Φιλοσοφία τής φύσης άναπτύσσεται 6 πραγματικός, ό αισθησιακά άντιληπτός κόσμος. Στή Φιλοσοφία του πνεύματος φτάνουμε στήν τρίτη βαθμίδα, τήν αύτοθεωρούμενη καί απόλυτη ιδέα, όπου είναι συνυφασμένες ή ιστορία, ή φύση καί ή έννοια. Ό Χέγκελ είχε ξεκινήσει από τήν ιστορική πείρα, όπου άνακάλυψε τήν διαλεκτική μέθοδο. Κατόπιν τήν εφάρμοσε στή Λογική, καταστρέφοντας τήν παλιά Λογική «εκ βάθρων», όπως είπε, καί δημιουργώντας μιά διαλεκτική Λογική. Επόμενο καθήκον θεώρησε τήν εντοίχιση τού κόσμου των γεγονότων, πού ονομάζουμε «φύση», μέσα στό ιστορικό καί εννοιολογικό σύστημα. Αυτό γίνεται στήν Εγκυκλοπαίδειαστήν συνοπτική έκδοση τής Χαϊδελβέργης άφιερώνει στή φύση ένα κεφάλαιο καί στίς κατοπινότερες εκδόσεις έναν ιδιαίτερο τόμο, οπου καταπιάνεται άποκλειστικά μέ τή φύση. Πώς λοιπόν άντι121
λαμβάνεται ό Χέγκελ τή φύση, πώς ένσωματώνει αυτό τό πεδίο γνώσης στο σύστημα του; Στην εποχή του ή φυσικοεπιστημονική σκέψη εχει καταλάβει κιόλας μιά εξέχουσα θέση στόν επιστημονικό χώρο. Δέν ζει στήν εποχή του Καρτέσιου καί του Λάιμπνιτς, δηλαδή στις αρχές της ανάπτυξης τών φυσικών έπιστημών, άλλά στήν περίοδο της κλασικής φυσικής, της χημείας καί άλλων κλάδων, καί πρίν άπό όλα σέ μιά εποχή πού χαρακτηρίζεται άπό τήν τεράστια άνάπτυξη της τεχνικής. Σχηματίζεται μιά άλλη άντίληψη γιά τή φύση. Αυτό φαίνεται καθαρότερα, άν λάβουμε υπόψη μας τίς σημερινές παραστάσεις γιά τή φύση, οπου άποκρυσταλλώθηκε δ,τι τότε βρισκόταν στή γένεση του. Φύση γιά μας δέν είναι πιά αυτό πού σκεφτόταν ό Ρουσσώ γι' αυτή, δηλαδή ή «καλή καί ευτυχισμένη κατάσταση» σέ άντίθεση πρός τόν πολιτισμό. Πιό κοντά μας βρίσκεται ή άντίληψη του Κάντ, σύμφωνα μέ τήν οποία φύση είναι ή ενιαία καί νομοτελειακή συνάρτηση τών φαινομένων. Στίς παραστάσεις τών σημερινών άνθρώπων υπάρχουν βέβαια καί στοιχεία ρομαντικής πίστης στή φύση, δπως ή τάση νά βλέπουμε τή φύση κάπως σάν παντοδύναμη καί πρόσχαρη μητέρα. Ταυτόχρονα δμως, καί στό βαθμό άνάπτυξης τών φυσικών έπιστημών, ή φύση έγινε γιά μας ένα γιγαντιαίο πεδίο της πραγματικότητας, πού κινείται σύμφωνα μέ μιά σιδερένια αλυσίδα νόμων άγνωστης προέλευσης. Γιατί οι φυσικές επιστήμες δέν μας πληροφορούν ποιός συγκρότησε έτσι τόν κόσμο καί τή φύση. Μας λένε σύμφωνα μέ ποιούς νόμους κινείται 6 κόσμος. Στό βαθμό άνάπτυξης της τεχνικής μας διδάσκουν πώς νά εφαρμόζουμε αυτούς τούς νόμους. Σέ αυτή τήν έννοια δέν πιστεύουμε μόνο στίς φυσικές επιστήμες καί στή φύση, παρά άκολουθοΰμε καί τούς νόμους. Σιγά-σιγά δμως μέσα άπό τέτοια πρακτική άρχισε νά φαίνεται μιά άλλη πλευρά της φύσης πάλι μέσω τών φυσικών έπιστημών. Μάθαμε πώς μπορούμε νά κάνουμε κατάχρηση τής φύσης, δηλαδή νά χρησιμοποιούμε τή φύση έτσι, ώστε εκτός άπό τίς θετικές νά άναφαίνονται καί καταστρεπτικές, 122
εξοντωτικές δυνάμεις. 'Από την άλλη πλευρά ή φύση μας εγινε ενας εξυπηρετικός καί πρόθυμος δούλος, πού μας άπαλλάσσει από τη δουλειά καί με τή μορφή της τεχνικής δίνει νέες βάσεις στή ζωή μας. Γιά πρώτη φορά στήν ιστορία τής άνθρωπότητας διαγράφεται ή δυνατότητα αυτοκαταστροφής ΐής άνθρωπότητας μέσω φυσικών δυνάμεων πού βάλαμε στήν υπηρεσία μας. "Ασχετο άν αυτή ή δυνατότητα πραγματοποιηθεί ή άν φανεί σάν άπλή παράσταση παράνοιας καί φόβου ή κάτι παραπάνω - μπροστά στά μάτια μας παραμονεύει αυτή ή δυνατότητα. Καί άλλες έποχές είχαν σχηματίσει τήν εικόνα τής συντέλειας αυτού του κόσμου, δπως π.χ. φαντάζονται οι χριστιανοί τή «δευτέρα παρουσία». Τέτοιες εικόνες έχουν μεταβληθεί στόν καιρό μας, καθώς είμαστε υποχρεωμένοι νά θεωρούμε νοητή μιά αυτοκτονία τής άνθρωπότητας. Τ ι ά οποίον ισχύει ή παράσταση, πώς ό πλάστης αυτού τού κόσμου έχει περιλάβει στό σχέδιό του τήν αυτοκαταστροφή τού άνθρώπου, μπορούν οι δυό αυτές εικόνες νά θεωρηθούν ταυτιζόμενες. Ξεκινώντας άπό αυτές τίς σκέψεις βρίσκουμε τίς παραστάσεις τού Χέγκελ γιά τή φύση. 'Αρχίζουν άπό τήν άντίληψή του γιά τή φύση, τήν οποία άναπτύσσει μέ βάση τό ερώτημα: «Τό πρώτο ερώτημα είναι εδώ: γιατί άποφάσισε ό θεός νά πλάσει τήν φύση;»^^"^. Θυμίζουμε εδώ δτι ό Χέγκελ έχει άπαντήσει μιά φορά, στό 'Απόσπασμα τής Πένας στό Ι'δΐό ερώτημα. Εκεί έγραψε πώς 6 θεός «εξαπλώθηκε στόν πλούτο καί τή βουβή κυκλοφορία τών διαπλάσεων» καί θύμωσε. « Ό θυμός αυτός», έτσι συνεχίζει, «είναι ή καταστροφή τής φύσης». Ή φύση είναι μιά πράξη τού θεού, άλλά μιά άρνητική πράξη τής αύτοκαταστροφής καί ένα βήμα στή διαλεκτική εξέλιξη. Έχει διατηρηθεί ως τήν "Εγκυκλοπαίδεια κάτι άπό αυτές τίς παραστάσεις. Στήν διάταξη τού χεγκελιανού συστήματος ή φύση παίρνει τή δεύτερη θέση, παριστάνοντας τήν άρνηση τού καθαρού Λόγου, ενώ τό πνεύμα καταλαμβάνει τήν τρίτη βαθμίδα. Προσδιορίζοντας τήν έννοια τής φύσης, λέει: 123
«Άπό τή φύση έχει προέλθει ή ιδέα της φύσης στη μορφή του άλλου Είναι». Μιά προσθήκη διευκρινίζει τά παραπάνω: «Άφοϋ ό θεός είναι παναυτάρκης και άπαλλαγμένος από άνάγκες, πώς φτάνει να άποφασίζει κάτι καθεαυτό άνισο! Ή θεϊκή ιδέα είναι άκριβώς ή άπόφαση νά άποσπάσει άπό μέσα του τό «άλλο» και νά τό ξαναπαραλάβει, ώστε νάναι υποκειμενικότητα καί πνεύμα...». Αυτά άρκούν νά μας πείσουν, πόσο θεολογική είναι ή προέλευση της άντίληψης, πού άναπτύσσει γιά τή φύση. Βέβαια αυτή ή εξέλιξη σημειώθηκε στό κατοπινό στάδιο του Χέγκελ. Στήν 'Εγκυκλοπαίδεια της Χαϊδελβέργης δέν άναμειγνύεται κατά τό πέρασμα άπό τή Λογική στή Φιλοσοφία της φύσης ή λέξη θεός. Ή τελευταία σύνταξη της 'Εγκυκλοπαίδειας, πού άρχισε στό Βερολίνο, ενσωματώνει αυτή τή θεολογική έννοια της φύσης. Έκει λέει άκριβώς: « Ό θεός άποκαλύπτεται σέ δυό Οψεις, σάν φύση καί σάν πνεύμα· καί οί δυό είναι ναοί του ϊδιου θεού, ή παρουσία του τίς γεμίζει εξίσου. Ό θεός σάν κάτι άφηρημένο δέν είναι ό άληθινός θεός, παρά μόνο σάν ζωντανή διαδικασία, τό «άλλο» πού γεννά τόν κόσμο, ό όποιος είναι ό γιός του, άπό θεϊκή άποψη· ό θεός είναι υποκείμενο μόνο σέ ενότητα μέ τήν άλλη του υπόσταση, τό πνεύμα. Είναι ό προορισμός καί ό σκοπός της φιλοσοφίας της φύσης, τό πνεύμα νά βρει τήν ούσία του, δηλαδή τό νόημά του στή φύση, τό όμοίωμά του σ' αύτή»!^^. Ή πρώτη ματιά μας ξαφνιάζει καθώς ορίζει μέ τέτοιο τρόπο τή φύση καί τή φιλοσοφία της, δμως στή συνέχεια βλέπουμε τήν εσωτερική συνέπεια. Τό χεγκελιανό σύστημα, στήν τριαδικότητά του Λόγος, φύση καί πνεύμα, επιστρέφει μ' αυτή τή μορφή στήν χριστιανική πίστη καί γίνεται ένα σύμβολο τοϋ χριστιανικού ουμανισμού, διαποτισμένο μέ πολλά ορθολογικά στοιχεία. Έτσι κατανοούμε καλύτερα τήν άποψη πού εκπροσωπείται συχνά καί βλέπει στόν Χέγκελ τελικά έναν θεολόγο-φιλόσοφο. Ό π ω ς ό νεαρός Χέγκελ άναπτύσσει πάνω στήν ιδέα του θεού τήν διαλεκτική του, έτσι καί ό 124
ήλικιωμένος Χέγκελ ταυτίζει την άναπτυγμένη διαλεκτική του και τό διαλεκτικό σύστημά του με τον χριστιανικό θεό. Είναι άνοιχτό ομως τό ερώτημα, αν αυτή ή άποψη συλλαμβάνει ολόκληρο τόν Χέγκελ.
125
TO ΣΥΣΤΗΜΑ ΣΤΙΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΤΟΥ Ή περίοδος της Χαϊδελβέργης, δπως καί της Βαμβέργης, είναι παροδικό επεισόδιο. Ερχόμενος στή Χαϊδελβέργη, 6 Χέγκελ αισθάνεται, δπως γράφει στόν Νητχάμερ, «άρχάριος καθηγητής πανεπιστημίου, πού χρειάζεται πρώτα νά εντρυφήσει στίς επιστήμες πού δ ι δ ά σ κ ε ι » Κ α ί τό ξεκίνημα δέν είναι ενθαρρυντικό. "Αργησε νάχει άκροατές. Στήν άρχική περίοδο δημοσίευσε τήν 'Εγκυκλοπαίδεια σάν τελεσίδικα προσδιορισμένη επιτομή του συστήματος. Δέν ξεχνάμε τόν μακρύ δρόμο, πού διέτρεξε αυτό τό σύστημα. Ή δ η στή Γιένα παρέπεμπε συχνά, δταν άνακοίνωνε τίς παραδόσεις του, στό διδακτικό του βιβλίο πάνω στό σύστημα, πού θά εκδιδόταν σύντομα. Οι παραδόσεις του στή Γιένα περιέχουν δλα τά μέρη του συστήματος, δηλαδή τήν Λογική, τήν μεταφυσική καί τήν φιλοσοφία της φύσης. Πλήθος νέου εμπειρικού υλικού δαμάζεται καί ενσωματώνεται στό σύστημά του. Τό δείχνουν άπό τή μιά πλευρά οι καταλειπόμενες παραδόσεις, πού πιάνουν 10 τόμους. Τό δείχνουν επίσης οι επανεκδόσεις της 'Εγκυκλοπαίδειας, πού εξογκώθηκε σέ τρεις τόμους απέναντι στήν μονότομη πρώτη. Καθένα άπό τά έργα αυτά μαρτυρά πόσο διάβαζε ό Χέγκελ. Καταπληκτική είναι ή γνώση των πηγών στήν Ιστορία της φιλοσοφίας. Ή σαγήνη της οφείλεται καί στήν πρωτοτυπία σύλληψης καί αναπαράστασης της ύλης. Τό ϊδιο ισχύει καί γιά τά άλλα έργα καί τίς παραδόσεις. Πίσω άπό τό γεγονός, δτι στήν Φιλοσοφία της φύσης, στόν δεύτερο τόμο της 'Εγκυκλοπαίδειας μπορεί νά μιλάει γιά χημικές καί φυσικές θεωρίες καθώς καί γιά ζωολογικά, φυτολογικά καί ιατρικά θέματα, φαίνεται ή εντατική μελέτη. 'Ακόμα καί σήμερα ή Φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας είναι άρκετά άξιοδιάβαστο έργο, μολονότι στά ιστορικά της μέρη είναι ξεπερασμένη. Γιά τήν τότε εποχή δμως ήταν μιά πραγματική παγκόσμια ιστορία, βασισμένη στίς ιστορικές γνώσεις τού καιρού του, καί ταυτόχρονα φιλοσοφία. Γιά τήν Φιλοσοφία της θρησκείας καί τήν Αισθητική δέν θά μιλήσουμε διεξοδικά. Ή Αισθητική, μαζί μέ τήν Φιλοσο126
φία της Ιστορίας, ή προσφιλέστερη παράδοση στό Βερολίνο, άναπτύσσει τήν έννοια του ώραίου, τις ιστορικές μορφές τέχνης και τό σύστημα των τεχνών. Μέ κυρίαρχο τρόπο ό Χέγκελ διατρέχει διαλεκτικά ολόκληρο τό πεδίο του ώραίου καί της τέχνης στις χιλιάδες διακλαδώσεις του. Ιδιόμορφη είναι ή Φιλοσοφία της θρησκείας. Ή διαλεκτική μέθοδος μοιάζει σάν ειδικά φτιαγμένη νά συνδυάζει καί νά κατανοεί τά πολύπλευρα φαινόμενα της θρησκείας. Έ ν α πανόραμα θρησκευτικών μορφών, συγκεκριμένων καί λιγότερο συγκεκριμένων φαινομένων κάνει τό βιβλίο νά μοιάζει μέ τη Φαινομενολογία. Μιά άπό τίς μεγάλες ικανότητες του Χέγκελ είναι ή ενδοσκόπηση, ή δύναμη δηλαδή νά βυθίζεται σέ ενα αντικείμενο καί νά τό φωτίζει άπό κάθε πλευρά. Τό «κυκλικό» σκέπτεσθαι, πού άναφέρει ό ϊδιος συχνά, δοκιμάζεται μέ επιτυχία στήν Φιλοσοφία της θρησκείας καί στήν Αισθητική. 'Αδιαχώριστοι άπό αυτόν τόν τρόπο θεώρησης, πού ύποβοηθεί τήν διαλεκτική, είναι οι διάφοροι ορισμοί. "Αν συγκεντρώναμε συστηματικά π.χ. τους διάφορους όρισμούς του θεού, πού εμφανίζονται στήν Φιλοσοφία της θρησκείας, θά είχαμε ένα άτέλειωτο φάσμα. Δέν άλλάζει κάθε τόσο μόνο ή ιστορική έννοια του θεού· οι γενικές έννοιες θεϊκός καί θεός παίρνουν χίλια χρώματα. Επικρατούν βέβαια σέ όλη τήν Φιλοσοφία της θρησκείας οι όρισμοί, πού άντιλαμβάνονται τόν θεό σάν «τήν άπόλυτη άλήθεια, τήν άλήθεια γιά ολα» καί τήν θρησκεία σάν «τήν άπόλυτη γνώση», ταυτόχρονα δμως 6 διαλεκτικός δρόμος μας οδηγεί άπό τήν άφηρημένη καί σχεδόν κενή περιεχομένου έννοια τού θεού σέ ουσιαστικότερες μορφές, δπως εμφανίστηκαν στήν ιστορία. Ό θεός της μαγείας, ό θεός τών βραχμάνων, οι θεοί της Ελλάδας καί της Ρώμης, ό χριστιανικός θεός, δλοι αύτοί έρχονται καί επανέρχονται θεωρημένοι πάντα μέ διαλεκτικό τρόπο. Οι άντιλήψεις τού Ι'διου τού Χέγκελ γιά τόν θεό δέν είναι άπτές. Είναι βέβαια διαμαρτυρόμενος (προτεστάντης) καί άπορρίπτει μέ δριμύτητα τόν καθολικισμό. Μιά φορά ήλθε σέ διαμάχη μέ έναν καθολικό κληρικό κατά τή διάρκεια 127
μιας παράδοσης στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου, δταν ό κληρικός βρήκε προσβλητικές γιά τήν καθολική εκκλησία τις διατυπώσεις του Χέγκελ στο θέμα τής μεταμόρφωσης (μετουσίωσης) καί διαμαρτυρήθηκε στό ύπουργεϊο^^'^. 'Αλλά ό προτεσταντισμός του παίρνει μυστικιστικές διαστάσεις. Ό Χέγκελ μιλάει γιά τήν «ένότητα θεϊκής καί άνθρώπινης φύσης», ισχυρίζεται δτι «ό ϊδιος ό θεός είναι αυτή ή υποκειμενικότητα τής ανθρώπινης φύσης» ^^^ καί διδάσκει δτι «τό ανθρώπινο είναι 6 άμεσα παρών θεός»^^^. Ή άπήχηση στό περιβάλλον του είναι μεγάλη · άποκτα φήμη καί μαθητές πολλούς πού θαυμάζουν τήν καθολικότητα καί τό μεγαλείο τής σκέψης του, τήν άναλυτική καί διεισδυτική δύναμη τής διαλεκτικής μεθόδου καί έχουν κάθε λόγο νά εξυμνούν τήν εργατικότητα αυτού του δασκάλου. Στό Βερολίνο αυξάνει συνέχεια τό ακροατήριο των πανεπιστημιακών παραδόσεων, πού δέν αποτελείται μόνο άπό φοιτητές, γιατί κι άλλοι κάτοικοι τής πόλης παρακολουθούν τίς χεγκελιανές παραδόσεις. Ό ϊδιος γράφει σ' ενα γράμμα πώς εφτασε «νάχει στό άκροατήριό του ταγματάρχες, συνταγματάρχες καί μυστικοσύμβουλους»^"*®. Ό σ ο κι αν ενιωθε καλά στήν Χαϊδελβέργη, στό Βερολίνο ανέτειλε γι' αυτόν ενας νέος καί μεγαλύτερος κόσμος. Φεύγοντας άπό τήν Χαϊδελβέργη, εγραψε μιά άξιοπρόσεκτη φράση στήν παραίτησή του πρός τήν κυβέρνηση. Δέν αποδέχτηκε τό κάλεσμα άπό τό Βερολίνο μόνο γιά τόν καλύτερο μισθό, παρά καί γιατί θάχει έκεϊ «περισσότερες ευκαιρίες... στήν πιό προχωρημένη ήλικία (του), άπό τό επισφαλές λειτούργημα του καθηγητή φιλοσοφίας χ σέ πανεπιστήμιο νά μεταπηδήσει σέ άλλο πεδίο δράσης» Τί σημαίνει αυτό; Ποιά δραστηριότητα προσδοκεί στό Βερολίνο; Μένει άνοιχτό αυτό τό ερώτημα. Θά σκεφτόταν κανείς παλιότερες επιθυμίες του νά μπει στή διοίκηση ή στήν πολιτική. Χαρακτηριστικό είναι πάντως, πώς βλέπει τώρα σάν «επισφαλές» λειτούργημα τή φιλοσοφική διδασκαλία, άφού τόσα χρόνια ποθούσε καί έλπιζε νά γίνει καθηγητής πανεπιστημίου. "Οπως λέει, είναι ευχαριστημένος, καί σ' ενα γράμμα του βρίσκει τήν άλλαγή τής κατάστασης 128
του «συνεχώς και άπό κάθε άποψη διασκεδαστική»i"^^· γι' αυτό ή παραμονή στήν πόλη της Χαϊδελβέργης δεν μπορεί νά θεωρηθεί σαν άμεση αφορμή γιά τή νέα επιθυμία. Ό μ ω ς τό Βερολίνο, καί χωρίς τήν εκπλήρωση αυτής της επιθυμίας, σημαίνει σίγουρα μιά μεγάλη ικανοποίηση. Ό υφηγητής, πού κάποτε στενά προσκολλημένος στίς σημειώσεις του ήταν σχεδόν άκατανόητος, εγινε τώρα ήρωας άπό καθέδρας. Έχουμε μιά εντυπωσιακή, συχνά άναφερμένη περιγραφή της έμφάνισής του στό άμφιθέατρο. Ό Χότο, μαθητής καί άργότερα συνεκδότης τών έργων του, έγραψε: «Όταν μετά λίγες μέρες τόν ξαναείδα στήν έδρα, δεν μπορούσα νά εξοικειωθώ ούτε μέ τόν εξωτερικό τρόπο διδασκαλίας ούτε μέ τόν ειρμό τών σκέψεων. Εξαντλημένος καί κατσούφης καθόταν μέ σκυμένο κεφάλι καί μαζεμένος ξεφύλλιζε τά μακριά τετράδιά του μπρός καί πίσω, πάνω καί κάτω, μιλώντας αδιάκοπα. Ό ασταμάτητος ξερόβηχας εμπόδιζε τή ροή της ομιλίας καί κάθε του φράση κρεμόταν μοναχική στό χώρο, κομματιασμένη, άνάκατη καί παραζορισμένη· κάθε λέξη, κάθε συλλαβή ξεκολλούσε άπό τό στόμα του απρόθυμα, καί σ' αύτό συνέβαλε καί ή άχρωμη φωνή μέ τήν πλατιά σουηβική προφορά. Παρόλα αύτά ολόκληρη ή εμφάνιση επέβαλε βαθύ σεβασμό καί αίσθηση άξιοπρέπειας, έλκοντας μέ μιά άπλοϊκότητα καί σοβαρότητα, ώστε παρά τήν κάποια δυσθυμία καί δυσκολία κατανόησης αισθανόμουν τόν εαυτό μου αιχμαλωτισμένο. 'Αφού μετά μικρό διάστημα είχα συνηθίσει, μέ ζήλο καί προσοχή, στήν επιφανειακή πλευρά της παράδοσης, άρχισα νά διακρίνω καθαρότερα τίς εσώτερες άξίες του, πού μέ τά παραπάνω ελαττώματα σύνθεταν ένα σύνολο πού είχε δικά του μέτρα καί κριτήρια τελειότητας. Έβγαζε στήν επιφάνεια τίς δυνατότερες σκέψεις άπό τό βάθρο τών πραγμάτων, καί γιά νάχουν ζωντανή άπήχηση, έπρεπε νά παράγονται κάθε μέρα σάν γιά πρώτη φορά, μολονότι είχαν δουλευτεί καί φωτιστεί στόν ήλιο πολλών χρόνων. Ό τρόπος διάλεξης έπειθε μέ τόν πλαστικότερο τρόπο γιά τή δυσκολία καί τό μόχθο ολοζώντανης παραγωγής. Σάν τούς παλιούς προφήτες, πού οσο πιεστικότερα άγωνίζονταν 9.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
129
μέ τή γλώσσα τόσο περιεκτικότερο ήταν αυτό πού ξεστόμιζαν, έτσι καί ό Χέγκελ πάλευε και νικούσε μέ δυσκίνητη άδρότητα... Καί τότε ύψωνε, τή φωνή, τό μάτι άστραφτε διαπεραστικό πάνω στούς άκροατές καί φώτιζε στή σιγανά άναφλεγόμενη φωτιά της πειστικής αίγλης του, ενώ συγκινούσε τίς λεπτές καί βαθιές χορδές των ψυχών μέ πλούσια λόγια» Είναι ή έκθεση ένός άπό τούς πιστότερους οπαδούς του, άλλά άπό ολα όσα ξέρουμε, ή έκθεση αυτή είναι σωστή. Ή ιδιοτροπία τού προφορικού λόγου του πιστοποιείται καί άπό άλλους, καθώς καί ή ξαφνική άνάφλεξη, πού - δπως γράφει ό Ρόζενκραντς - «έπαιρνε κάποιον γιορταστικό καί μεγαλόπρεπο χαρακτήρα, διεισδύοντας στό μεδούλι τού σιωπηλότατου άκροατήριου » Ό Χέγκελ επιβλήθηκε στήν πρωσική πρωτεύουσα. Γνώρισε βέβαια καί εχθρούς καί κριτικούς, τούς οποίους δέν άντιμετώπιζε πάντα μέ τό γάντι. Δέν ήταν δλοι εκεί πεπεισμένοι γιά τήν ψηλή άξία των σκέψεών του. Τό χειμερινό έξάμηνο 1827/28 ό 'Αλεξάντερ φόν Χούμπολτ στίς παραδόσεις του πάνω στήν φυσική γεωγραφία επέκρινε τήν «χωρίς γνώση καί εμπειρία μεταφυσική» καί μίλησε γιά «σχηματομανία, πιό στενοκέφαλη άπό τά μεσαιωνικά πρότυπα» Δέν κατονομάζει τόν Χέγκελ, είναι όμως βέβαιο δτι αυτόν εννοεί. Σημειώθηκαν άλλαγές στόν άνθρωπο Χέγκελ μετά τήν τόση επιτυχία καί φήμη; Στά γράμματά του της εποχής εκείνης ξαναβρίσκουμε παλιά καί γνώριμα χαρακτηριστικά του. Τί είχε γράψει τότε στόν Νητχάμερ; Τό παγκόσμιο πνεύμα πορευόταν μπροστά καί τό καλύτερο πούχει κανείς νά κάνει, εσωτερικά καί εξωτερικά, είναι νά μή τό χάσει άπό τά μάτια του καί νά παρακολουθεί τίς κινήσεις του. Ή σιγουριά της προοδευτικής κίνησης τού πνεύματος δέν τόν έκανε όμως ποτέ αισιόδοξο. Διδάσκει μέν τήν εξέλιξη καί κατά συνέπεια τήν πρόοδο πρός τό απόλυτο, άλλά δχι τήν άπόλυτη πρόοδο. Γιατί τό πνεύμα κινείται άντιθετικά καί δείχνεται σέ θετικές καί άρνητικές φάσεις. Μέ αυτή τήν περιορισμένη πίστη στήν πρόοδο συμφωνεί καί ό σκεπτικι130
σμός, μέ τον όποιο ό Χέγκελ παρατηρεί τήν εποχή του. Συχνά τον καταλαμβάνει βαθιά άπαισιοδοξία. "Οταν έγραφε άπό τήν Νυρεμβέργη στον Νητχάμερ: Έ δ ώ βρίσκονται ολα στήν παλιά κατάσταση και βήματα προς τό καλύτερο δεν περιμένει φυσικά κανένας σ' αυτόν τόν κόσμο». Ή μνηστή του σημείωσε στό περιθώριο τή φράση πού αναφέραμε: « Ό Χέγκελ είναι ένας άπό κείνους, πού τίποτε δέν ελπίζουν, τίποτε δέν ποθούν... Προσαρμόζεται άγόγγυστα στίς συνθήκες. Τά χρόνια της Γιένας, της Βαμβέργης καί της Νυρεμβέργης έδειξαν πώς προσπαθούσε νά εκμεταλλεύεται τίς δεδομένες δυνατότητες μέ τόν καλύτερο τρόπο καί νά μοχθεί πάνω στό έργο του καί τόν πνευματικό του κόσμο παρόλες τίς καθημερινές αντιξοότητες. Δέν μιλάει πολύ γιά τίς κρίσεις πού περνάει. Είναι σποραδικές οι εξωτερικεύσεις του, πού δείχνουν δτι ή ζωή του δέν είναι άπαλλαγμένη άπό βιώματα κρίσης. Έ ν α γράμμα άπό τήν Νυρεμβέργη, απευθυνόμενο στόν Βίντισμαν, περιέχει τίς χαρακτηριστικές φράσεις: «.... αυτό τό βύθισμα σέ σκοτεινές περιοχές, δπου τίποτα δέν φαίνεται στέρεο, ορισμένο, σίγουρο, καί παντού άστράφτουν μαρμαρυγές, πού καθρεφτίζονται άπατηλά μέσα σέ άβύσσους, πού θολώνουν μέ τήν άνταύγεια άντί νά φωτίζονται, - όπου κάθε διανοιγμένο μονοπάτι διακόπτεται άπότομα καί σβήνει στήν άοριστία, χάνεται καί παρασύρει κι εμάς τούς 'ίδιους μακριά άπό τόν προορισμό μας καί τούς στόχους μας. - Ά π ό δική μου πείρα γνωρίζω αυτή τήν ψυχική διάθεση ή μάλλον τό λογικό, πού διεισδύει ερευνητικά σ' ένα χάος τών φαινομένων καί, σίγουρο μέσα του γιά τήν κατεύθυνση, δέν τά διαπέρασε άκόμα, φτάνοντας στή διαύγεια καί τή λεπτομερειακή φώτιση του συνόλου. Υπέφερα άπό αυτή τήν υποχονδρία μερικά χρόνια σέ βαθμό εξασθένησης. Κάθε άνθρωπος έχει σίγουρα ένα τέτοιο σημείο καμπής στή ζωή του, τό ζοφερό σημείο συρρίκνωσης της ύπόστασής του, πού τό διαπερνά μέ κόπο καί γίνεται σταθερός καί άσφαλής, σιγουρεύοντας τήν καθημερινή ζωή του. Συνεχίστε ήσυχος ο,τι άρχίσατε. Ή επιστήμη, πού σας όδήγησε σ' αυτόν τόν λαβύρινθο τής ψυχής, είναι ή μόνη ικανή, νά σας βγάλει πάλι 131
άπό αυτόν καί νά σας γιατρέψει» Πουθενά άλλου δεν περίγραψε με τόση άκρίβεια την προσωπική του δοκιμασία. Βλέπουμε μόνο τό άποτέλεσμα: διαπέρασε μέ κόπο τό ζοφερό σημείο συρρίκνωσης της υπόστασης του, υπόφερε σέ βαθμό εξασθένησης κι εφτασε όμως στη σιγουριά. Ό λ α αυτά τά χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, πού άναφάνηκαν στά νεανικά χρόνια, μένουν ζωντανά. Ό Χέγκελ διαπερνά καί στό Βερολίνο, δπως δείχνει τό γράμμα πού έχουμε άναφέρει, φάσεις κάποιας άποθάρρυνσης. Έφτασε όμως τώρα στή σιγουριά, στό κύρος, στην εξουσία. Στό Βερολίνο δέν καταλαμβάνει μόνο την πρώτη έδρα φιλοσοφίας στή Γερμανία, παρά γίνεται, δπως λέει ό Χάυμ, 6 φιλόσοφος δικτάτορας της Γερμανίας. Στέκεται σ' ένα πλατύτερο φως της δημοσιότητας, τόν θαυμάζουν, άλλά καί τόν έχθρεύονται. Δέν μπορεί νά γίνει λόγος γιά βαθιές άλλαγές στήν προσωπικότητά του κατά τήν περίοδο του Βερολίνου, φαίνεται δμως άλλαγμένος κάτω άπό τίς διαφορετικές συνθήκες. Ένώ γεμίζει μέ «περιεχόμενο» τόν σκελετό του συστήματός του καί σίγουρα αισθάνεται τόν εαυτό του στήν κορυφή της φιλοσοφικής νόησης, ή φιλοσοφία του πρέπει νά δοκιμαστεί καί νά δικαιωθεί. Ό Χέγκελ άνταποκρίνεται σ' αυτή τήν άξίωση έπεξεργαζόμενος, άναλύοντας καί άναπαρασταίνοντας τό σύνολο των γνώσεων εγκυκλοπαιδικά. Δέν έχει άκόμα κλείσει δυό χρόνια στό Βερολίνο καί δημοσιεύει τό βιβλίο Βασικές αρχές της φιλοσοφίας τοϋ Δίκαιον ή φυσικό Λίκαίο καί πολιτειολογία. Είναι τό τελευταίο μεγάλο έργο του, άφού δέν βρίσκει πιά καιρό στό Βερολίνο γιά δημοσιεύσεις. Εκτός άπό μερικές μικρές εργασίες καί επανεκδόσεις έργων του δέν τόν άπασχολούν παρά μόνο οι παραδόσεις του. Αυτή ή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου είναι τό τελευταίο σύγγραμμα, πού ενσαρκώνει όλόκληρο τόν Χέγκελ. 'Αναφέρουμε εδώ προκαταβολικά, πρίν δηλαδή τό συζητήσουμε, πώς πρόκειται γιά τό έργο πού δέχτηκε τίς οξύτερες επιθέσεις. Εκτός αυτού τό σύγγραμμα τούτο άπόκτησε κοσμοϊ132
στορική σημασία. Ή σκέψη του Μαρξ διαμορφώθηκε πάνω στή διαμάχη μέ τήν Φαινομενολογία και προπάντων μέ τήν Φιλοσοφία τον Δικαίου. Κατά κάποιον τρόπο ή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου είναι μιά από τις καταβολές της μαρξικής φιλοσοφίας. Μόλις σήμερα μας έγινε φανερή ή κοσμοϊστορική αυτή αξία του έργου σ' δλο της τό πλάτος καί τήν δύναμη επιρροής. Προτού στραφούμε πρός τό τελευταίο του έργο, θά σταθούμε στήν άμεση άκτινοβολία πού ειχε ή δεκάχρονη διαμονή του στό Βερολίνο. Ό Χέγκελ επικρίθηκε συχνά σάν ό πιστότερος υπηρέτης τού πρωσικού κράτους, ό άπολογητής τού πνεύματος της παλινόρθωσης. Ό Χάυμ τού επέρριψε ότι ό πρόλογος της Φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου δέν είναι τίποτε άλλο «από μιά έπιστημονικά διατυπωμένη δικαιολόγηση τού άστυνομικού συστήματος καί των διώξεων»^"^®. Ό Χέγκελ γίνεται, μ' άλλα λόγια, ό φιλόσοφος πού υπερασπίζεται τό άδικο καί τήν άνελευθερία. Ό Χάυμ βρίσκει τήν εξήγηση στόν «συντηρητισμό, τή στωικότητα καί τήν αισιοδοξία» τού χεγκελιανού συστήματος καί έπαναλμβάνει, χωρίς νά τό ξέρει, οσα ειχε πει πρίν άπό αυτόν σέ πολύ οξύτερο τόνο ό Μάρξ. Ό Μάρξ βέβαια θεωρούνταν «εκτός των τειχών» της τότε επιστήμης. Πάντως ό Χάυμ εκφράζει κάτι πού είχαν σκεφτεί πολλοί. Ή στάση τού Χέγκελ στήν περίοδο τού Βερολίνου ορίζεται καί άπό τή δυσκολία καί δισημαντότητα τού τρόπου σκέψης του, δσο κι άν κρύβεται πίσω άπό τό κάλυμμα τών λαμπρών επιτυχιών. Αύτό πού διαφαίνεται εδώ, δέν είναι ή δισημαντότητα τού Χέγκελ, παρά τού διαλεκτικού σκέπτεσθαι. Είναι δυνατό, 6 Χέγκελ νά είχε υπόψη του αυτόν τόν διφορούμενο χαρακτήρα της διαλεκτικής, δμως ποτέ δέν τόν άναγνώρισε. Πολύ συχνά τόνιζε δτι ή διαλεκτική είναι ή μόνη άληθινή μέθοδος. Εξετάζοντας τίς προϋποθέσεις τού διαλεκτικού σκέπτεσθαι, δπως τίς θέλει ό Χέγκελ, πρέπει νά κατονομάσουμε πάλι τά έξης σημεία. Πρώτη προύπόθεση είναι ή έπιστημονικότητα τού σκέπτεσθαι. Ή δεύτερη δμως άναιρεί τήν ως τότε έννοια της επιστημονικής άλήθειας, δπως αυτή καθορί133
ζεται στην τυπική Λογική. Ή τρίτη βάζει στή θέση της τελευταίας τον ισχυρισμό πώς άλήθεια είναι τό «σύνολο Στήν τέταρτη προϋπόθεση πρωτοεμφανίζεται ή διαλεκτική, πού λέει, δτι αυτή ή συνολική άλήθεια επιτυγχάνεται μέ τήν ρέουσα αυτοκινούμενη έννοια. 'Από εκεί προκύπτει τότε τό προϊόν της διαλεκτικής. Αυτή έρευνα τήν εξέλιξη του άπόλυτου μέσω του νεόδμητου συστήματος των ρευστών εννοιών, πού πορεύονται άπό τό θετικό στό άρνητικό καί άντίστροφα σέ άνοδική τροχιά. Αυτόν τό δρόμο άκολούθησε πιστά ό Χέγκελ. Τελευταίο κριτήριο της αλήθειας ήταν πάντα τό σύνολο. Γιά τόν Χέγκελ αυτό είναι τό ιστορικό σύνολο, οπως εμφανίζεται στήν εποχή του. Είναι τό σύνολο στό όποιο πάντα επιστρέφει τό πνεύμα ως τώρα, Στή Γιένα, στά τέλη του θερινού εξαμήνου 1806, είπε πώς τό πνεύμα έκανε ένα άλμα, βγαίνοντας άπό τήν ως τώρα μορφή του καί ότι ή φιλοσοφία κυρίως πρέπει νά χαιρετίσει τήν εμφάνιση του. Τό επαναλαμβάνει σέ άλλη μορφή, δταν στό τέλος της Φιλοσοφίας της παγκόσμιας ιστορίας λέει: «"Ως εδώ έφτασε ή συνείδηση» καί τελειώνει: « Ή συμφιλίωση του πνεύματος μέ τήν παγκόσμια ιστορία καί μέ τήν πραγματικότητα μπορεί νά γίνει μόνο, αν κατανοήσουμε ότι αυτό πού συνέβη καί συμβαίνει καθημερινά, οχι μόνο δέν μπορεί νά συμβεί χωρίς τόν θεό, παρά δτι είναι κυρίως δικό του έργο»^"^^. Πλάι στήν ισχυρή συνθετική δύναμη της διαλεκτικής έχουμε τή βαθιά δισημαντότητα της μεθόδου. Είναι ό διφορούμενος χαρακτήρας της έννοιας της άλήθειας, πού άντιλαμβάνεται τό μερικό μιά φορά σάν θετικό καί μιά φορά σάν άρνητικό. Τό κριτήριο: «Τό σύνολο είναι ή άλήθεια» δέν βοηθάει πολύ ενόψει της κάθε φορά πιθανής δισημαντότητας. Αυτό μπορεί νά δειχτεί πάνω στήν διαλεκτική μέθοδο καί τήν ερμηνεία των γεγονότων. Ό ϊδιος τήρησε πάντα πιστά έναν δρο σοφό, πού περιόριζε τήν διαλεκτική. Τήν εφάρμοζε τελικά μόνο πάνω στήν ιστορία. Εξηγεί τό παρόν καί δοσμένο μέσω του περασμένου καί τών διανυμένων σταδίων. Χτίζει τό σύνολο μέ τά μέρη. 134
Κι δμως εδώ είναι τό κρίσιμο σημείο. Τό σύνολο, πού είναι δοσμένο σε μιά έποχή, είναι θετική σύνθεση ή άντίφαση; Είναι ή ένωση δλων των δοσμένων και δλων των μερών ή μήπως ό διχασμός και ή διάλυση; Γιά τήν άκρίβεια ή διαλεκτική δέν δίνει εδώ μονοσήμαντη άπάντηση. Καί δέν μπορεί νά τή δώσει, γιατί τό θετικό μπορεί νά είναι εξίσου άρνητικό καί άντίστροφα. Ή διαλεκτική μέθοδος προσφέρει βέβαια τή δυνατότητα νά συμπεριφέρεται κανείς σιβυλλικά, άποφεύγοντας τήν πραγματική απόφαση. Ό Χέγκελ δέν διαλέγει αυτή τήν διέξοδο, άποφεύγει τήν απόφαση εϊτε θετική εϊτε άρνητική, εΐ'τε αληθινή εϊτε εσφαλμένη, ειτε καλή εϊτε κακή, καί αποφαίνεται δτι ή φτασμένη περίοδος είναι μιά έποχή της ισορροπίας. Δέν πέρασαν ούτε εϊκοσι χρόνια μετά τόν θάνατο του Χέγκελ, δταν 6 Μάρξ παρουσιάζει τόν πικρό λογαριασμό. Μέ τήν ϊδια διαλεκτική σιγουριά, μέ τήν όποία ό Χέγκελ ισχυρίστηκε τήν ισορροπία, θά χαρακτηρίσει τήν ϊδια έποχή σάν περίοδο κατάρρευσης καί συντέλειας καί θά αποδείξει πώς τό κράτος, πού ό Χέγκελ δικαιολόγησε μεταφυσικά, στήν διαλεκτική πορεία θά καταστραφεί.
135
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Τον χειμώνα 1822/23 ό Χέγκελ πρωτοδίδαξε τή Φιλοσοφία της ιστορίας και επανέλαβε αυτές τις παραδόσεις τέσσερις φορές. Στα απαντά του εμφανίζονται αυτές οι παραδόσεις μέ τή μορφή πού διδάχτηκαν τό χειμώνα 1830/31. Σίγουρα αυτές οι παραδόσεις δέν άποπερατώθηκαν τό πρώτο εξάμηνο. Μάλιστα μπορούμε νά παρακολουθήσουμε τήν ιστορία της γένεσής τους. Οι εκδότες τού τόμου αύτού στά απαντά του ανακοινώνουν δτι 6 Χέγκελ στό πρώτο εξάμηνο ανάπτυξε κυρίως τήν δική του φιλοσοφική έννοια της ιστορίας, πού άργότερα κατέλαβε τό πρώτο εισαγωγικό μέρος. Σέ αυτό τό πρώτο μέρος, δπως λέει 6 εκδότης Γκάνς, ό Χέγκελ διέθεσε ένα τρίτο τού χρόνου στήν παρουσίαση της Κίνας. Σιγά-σιγά, οσο βαθύτερα μπαίνει στήν παγκόσμια ιστορία καί στίς πηγές πού διέθετε, συντομεύει προηγούμενα κεφάλαια, πού είχαν μεγάλη έκταση, καί προσθέτει νέα. Σταδιακά διεισδύει σέ νεότερες εποχές. Στίς τελευταίες μόλις παραδόσεις ασχολείται λεπτομερέστερα μέ τόν μεσαίωνα καί τήν σύγχρονη εποχή. Μόνο 50 άπό τίς 560 σελίδες τού τόμου άφιερώνει στή νεότερη εποχή. Ό Χέγκελ άναπτύσσει λοιπόν τό νέο μέσα άπό τό παλιό, άκολουθώντας τήν χρονολογική ροή; Αυτό θά ήταν μόνο μερικά σωστό, αφού βέβαια δέν γράφει παγκόσμια ιστορία χωρίς προκατάληψη καί χωρίς δική του τοποθέτηση, παρά φέρνει μαζί του μιά συστηματική θέση καί μέσω αυτής εξετάζει καί παρουσιάζει τήν ιστορία. Στήν περίοδο τών πρώτων παραδόσεων γράφει στον Ντούμποκ: «Είναι γιά μένα μιά πολύ ενδιαφέρουσα καί ευχάριστη δουλειά, νά βάζω τούς λαούς τού κόσμου σέ παρέλαση. 'Αλλά δέν ξέρω άκόμα πώς θά τούς καταφέρω νά περάσουν στό σήμερα»ι^®. Αυτή ή επιφανειακή φράση εκφράζει δμως δτι ή ευχάριστη εργασία έχει τό σοβαρό υπόβαθρο της διάταξης της παγκόσμιας ιστορίας καί της διαλεκτικής άνοικοδόμησης. Αυτό γίνεται μέ βάση μιά αρχή πού εκθέτει στήν εισαγωγή κι εκφράζεται στό σύντομο παράθεμα: « Ή παγκόσμια ιστο136
ρία είναι ή πρόοδος στην συνείδηση της έλευθεριας». Ό δεύτερος εκδότης αυτών των παραδόσεων, 6 γιός του Κάρλ Χέγκελ, ανάφερε στόν πρόλογό του, δτι 6 Χέγκελ άντιμετώπιζε τήν ΰλη κάθε εξάμηνου διαφορετικά. Εκτός από τις διευρύνσεις και συντομεύσεις, εκτός δηλαδή ότι μιά φορά πραγματεύτηκε τούτη και μιά φορά τήν άλλη εποχή διεξοδικότερα, γενικά ό Χέγκελ «δεν τήρησε τό άρχικό σχέδιο κεφαλαίων», «άλλάζοντας σέ κάθε μάθημα κάτι». Υπερασπίζεται αυτή τή μέθοδο ενάντια «σ' εκείνους, πού συγχέουν τήν ακρίβεια της σκέψης με τή στείρα τυποκρατία» καί προσθέτει, «ή σιγουριά της σκέψης καί ή βεβαιότητα γιά τήν αλήθεια μπορούν νά αποδειχτούν, δπως καί ή ϊδια ή ζωή, φιλελεύθερα πάνω σέ τέτοια πράγματα, καί ό τυπικός νους, πού θίγεται άπό αυτά, δείχνει πιά πώς δέν έχει συλλάβει τήν φιλοσοφική ιδέα καί τή ζωή στήν ουσία τους»^^^. Στόχος της ιστορίας δέν είναι τώρα ή πρόοδος πρός τήν ελευθερία, άλλά στήν συνείδηση της ελευθερίας. Τό εξηγεί άκριβέστερα: Οι άνατολίτες δέν γνωρίζουν ακόμα οτι τό πνεύμα ή ό άνθρωπος σάν τέτοιος είναι ελεύθερος· επειδή δέν τό ξέρουν, δέν είναι έλεύθεροι· ξέρουν μόνο δτι "Ενας είναι ελεύθερος, άλλά γι' αυτό άκριβώς τέτοια ελευθερία είναι μόνο αύθαιρεσία, αγριότητα, σκοτεινότητα ή καί ήπιότητα καί ήμερότητα του πάθους, πού είναι σύμπτωση της φύσης ή αυθαιρεσία. - Αυτός 6 ένας είναι δεσπότης, οχι ελεύθερος άνθρωπος. Στούς Έλληνες άνέτειλε ή συνείδηση της ελευθερίας, γι' αυτό ήταν ελεύθεροι, άλλά αυτοί, οπως καί οι Ρωμαίοι, ήξεραν μόνο δτι Λίγοι είναι ελεύθεροι καί οχι ό άνθρωπος σάν τέτοιος. Αυτό δέν τό γνώριζε ούτε 6 Πλάτωνας ούτε 6 'Αριστοτέλης. Γι' αυτό οι Έλληνες δέν είχαν μόνο δούλους καί ή ζωή τους καί ή υπόσταση της ελευθερίας τους δεσμεύονταν άπό αυτό παρά καί ή ϊδια ή ελευθερία τους ήταν ένα συμπτωματικό, περαστικό καί περιορισμένο λουλούδι καί ταυτόχρονα σκληρή δουλεία του άνθρώπου. Τά γερμανικά έθνη άπόχτησαν στόν χριστιανισμό τήν συνείδηση πώς ό άνθρωπος είναι ελεύθερος καί ή ελευθερία του πνεύματος συνιστά τήν πραγματική φύση του: 137
αυτή ή συνειδηαη πρωτοδημιουργήθηκε μέσα στή θρησκεία, στήν εσώτερη περιοχή του πνεύματος. ^Ηταν ενα έπόμενο βήμα νά μεταφερθεί αυτή ή άρχή και στά εγκόσμια· ή πραγματοποίησή του άπαιτεί δύσκολη καί μακρόχρονη μορφωτική εργασία...». « Ή διαμόρφωση καί διαπότιση της εγκόσμιας κατάστασης μέ τήν συνείδηση της ελευθερίας είναι ή μακριά διαδρομή πού ονομάζουμε ιστορία» ^^^^ Σε κανένα έργο του Χέγκελ δέν βλέπουμε έτσι καθαρά τά διαλεκτικά σχέδια κατασκευής, δπως στήν Φιλοσοφία της ιστορίας. Ή παγκόσμια ιστορία θεωρείται δρόμος πρός τήν ελευθερία. Αυτός ό δρόμος είναι ένα μέρος τής διαδρομής του άπόλυτου πνεύματος πρός τήν αύτοσυνείδητη ιδέα. Ό,τι στήν συνείδηση ήταν καθεαυτό, γίνεται στήν ιστορία όί' εαυτό, αλλά ή πραγματοποίηση συντελείται σέ χιλιετίες. Σέ αυτή τή θεώρηση άνακαλύπτουμε τόν τριπλό βηματισμό: 'Ανατολίτες, Έλληνες καί Ρωμαίοι, Γερμανικοί λαοί. Κάθε εποχή επιτελεί ένα μέρος τής ιστορικής εργασίας καί προωθεί τή συνείδηση λίγο παραπέρα. Έτσι δίνεται τό πλαίσιο, μέσα στό όποιο διαδραματίζεται ή διαλεκτική έξέλιξη. Τό πρώτο αυτό θεώρημα περιστοιχίζεται άπό μιά σειρά άλλων σκέψεων. Ό Χέγκελ όριοθετεί άπέναντι σ' άλλες μορφές ιστορίας, δπως τήν «πρωτογενή», τήν δική του, τήν φιλοσοφική ιστοριογραφία, πού θεμελιώνεται πάνω στήν άρχή, οτι ή λογική κυβερνά τόν κόσμο. Ξέρει δμως καί τό τονίζει πώς τίποτε μεγάλο σ' αυτόν τόν κόσμο δέν κατορθώνεται χωρίς πάθος. Έτσι εϊναι υποχρεωμένος νά ορίσει τήν σχέση μεταξύ λογικής καί πάθους. Κι εδώ βρίσκει τήν πολύ ιδιόμορφη λύση, πώς ή άπόλυτη λογική βάζει στήν υπηρεσία της τό πάθος τών μεγάλων άτόμών, γιά νά επιβάλλει τούς σκοπούς της. Περιγράφει τά μεγάλα καί «κοσμοϊστορικά άτομα», πού χρησιμοποιούν τό παγκόσμιο πνεύμα «γιά τήν πραγμάτωση τής έννοιάς του». Αυτά ζουν άπό τό πάθος τους κι δμως υπηρετούν τό πνεύμα: «Δέν έφτασαν ποτέ στήν γαλήνια άπόλαυση, δλη ή ζωή τους ήταν εργασία καί μόχθος, ολη τους ή φύση ήταν τό πάθος τους. Μόλις πέτυχαν τόν σκοπό, 138
επεσαν οί άδειες φλούδες του κόκκου. Πεθαίνουν νωρίς σάν τον 'Αλέξανδρο, φονεύονται σάν τον Καίσαρα, τούς εξορίζουν στήν 'Αγία Ελένη σάν τον Ναπολέοντα. Αυτή τήν φρικιαστική παρηγοριά, ότι οι ιστορικοί άνθρωποι δέν γνώρισαν αυτό πού λέμε ευτυχία... - αυτή τήν παρηγοριά μπορούν νά άντλήσουν άπό τήν ιστορία, δσοι τήν χρειάζονται» Σέ αυτή τήν εισαγωγή δέν σταθμίζει μόνο τήν σχέση άτομο πρός ιστορία, παρά εξετάζει άκριβέστερα τό υλικό της ιστορίας, τούς λαούς, τίς μορφές οργάνωσης των λαών, τίς γεωγραφικές συνθήκες. Παντού εισέρχεται ή ερευνητική ματιά του, βαθιά καί σκεπτική. Σταχυολογούμε άκόμη μερικά. « Ή παγκόσμια ιστορία», λέει, «είναι ή ερμηνεία τού πνεύματος στόν χρόνο» Ό π ω ς τό άτομικό έτσι καί τό λαϊκό πνεύμα είναι υπηρέτης τού άπόλυτου πνεύματος. Καθένα άπό αυτά τά μερικά πνεύματα τού άπόλυτου πνεύματος έχει χρονικά καί συστηματικά τόν τόπο του στήν παγκόσμια ιστορία, εμφανίζεται, δταν είναι άνάγκη, καί φεύγει, όταν πάψει ή άναγκαιότητα της παρουσίας του. Ό Χέγκελ μετράει τήν πορεία της ιστορίας πάνω στόν πλανήτη, έρευνα τίς γεωγραφικές μορφές σάν βάσεις της εξέλιξης: τίς άνυδρες ορεινές περιοχές, τίς κοιλάδες, τά παράλια. 'Ανάλογα μέ τήν κατηγορία πού επικρατεί, χωρίζει τίς ηπείρους 'Αφρική, 'Ασία καί Εύρώπη. Ξεχωρίζει τήν 'Αμερική σάν τή χώρα «τού μέλλοντος, δπου μετά άπό καιρούς θά φανερωθεί... ή κοσμοϊστορική σημασία της» καί τήν όρίζει σάν χώρα «λαχτάρας γιά κείνους, πού πλήττουν στό ιστορικό όπλοστάσιο της Ευρώπης» Αυτά τά προκαταρκτικά άφορούν μόνο τήν παρουσίαση της σκηνής καί των μορφών, καθώς καί τά άλλα σκηνικά μέσα, πού άπαρτίζουν τό θέατρο της παγκόσμιας ιστορίας. Κατόπιν άκολουθεί ή πραγματική παράσταση τού κοσμοϊστορικού δράματος, δπως τό βλέπει 6 Χέγκελ. Σέ ολες τίς πράξεις καί τίς σκηνές βλέπουμε τό φωτεινό καί διορατικό μάτι τού Χέγκελ, δπως διαπιστώσαμε ήδη στήν εισαγωγή. "Οσο περισσότερο εξοικειωνόμαστε μ' αυτό ή άλλα έργα του, δπως ή Φιλοσοφία της τέχνης^ τόσο πιό πολύ τείνουμε 139
νά άναγνωρίσουμε τή διαλεκτική μέθοδο. Κερδίζουμε βασικά την εντύπωση οτι ή διαλεκτική είναι φτιαγμένη νά κατανοεί ενα πλήθος ετερογενών πραγμάτων. Διαπιστώνουμε πώς τό μερικό βρίσκει τό νόημά του κάτω άπό τό πρίσμα του γενικού. Ή φαινομενικά σχηματοποιημένη διάταξη τού τριπλού βηματισμού χάνει τόν τυποκρατικό της χαρακτήρα. Νιώθουμε τήν διαλεκτική μέθοδο σάν ενα όργανο, πού στά χέρια τού γνώστη ενός υλικού, είναι σέ θέση νά τακτοποιεί όσα σέ πρώτη παρατήρηση φαίνονται χαώδη. Δίπλα όμως άπό αυτά τά προτερήματα ξεπροβάλλουν φανερά καί οί σκιερές πλευρές αυτής της μεθόδου. Καμιά μέθοδος δέν δίνει τόσο μεγάλες δυνατότητες αυθαίρετων καθορισμών ενός φαινομένου όσο ή διαλεκτική. Σέ καμιά άλλη μέθοδο δέν είναι τόσο μεγάλος ό κίνδυνος νά νοθευτεί κάθε γνώση μέ προκαταλήψεις. Καί καμιά μέθοδος δέν μπορεί νά υποβάλλει τόσο παραπλανητικά τήν άναγκαιότητα μιάς συνάρτησης (σχέσης), εκεί πού αυτή δέν υπάρχει. Αυτά τά μειονεκτήματα φαίνονται καί στόν Χέγκελ, μόλις κοιτάξει κανείς τήν Φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας του μέ κριτικό μάτι. Στό βάθος έχουν ορισθεί τά πάντα προκαταβολικά μέ τή δήλωση, πώς ή παγκόσμια ιστορία δέν είναι παρά ή πρόοδος στή συνείδηση της ελευθερίας. Ό στόχος της ιστορίας έχει καλώς ή κακώς χαραχτεί προκαταβολικά. Άλλά καί ή πορεία είναι καθορισμένη εξαρχής καί ή μέθοδος αυτή δέν έχει καμιά δυσκολία νά αποδείξει πώς ήταν άναγκαίο νάρθουν όλα όπως ήρθαν. Ή συνθετική, άλλά καί άναλυτική δύναμη είναι τό μεγάλο προτέρημα της διαλεκτικής μεθόδου. Αυτό τό προτέρημα γίνεται ώφελιμότερο, όσο ή διαλεκτική χρησιμοποιείται σάν εύριστική μέθοδος καί ό καθορισμός της γενικής συνάρτησης γίνεται επιφυλακτικά. Ά ν ή διαλεκτική χρησιμοποιηθεί σάν εύριστική μέθοδος, τότε δέν έχει πιά νά προσφέρει παρά μόνο μεθοδικές οδηγίες, π.χ. νά προσέχουμε πολύ τά άντίθετα φαινόμενα, νάχουμε κάθε στιγμή τό σύνολο μπροστά μας, ύπόψη μας, καί νά μήν παραμελούμε τίς διάφορες άλλαγές, όσο άσήμαντες κι άν φαίνονται. 140
Ή μεγάλη άξια της διαλεκτικής εύριστικής μεθόδου βρίσκεται τόσο στό πλάτος του οπτικού πεδίου της καί στήν ικανότητα νά συλλαμβάνει περίπλοκες καταστάσεις, δσο καί στήν δυνατότητα νά συνοψίζονται κάτω από ενα ενιαίο πρίσμα τά πιό ετερογενή φαινόμενα. Αυτό φαίνεται καθαρά στόν Χέγκελ. Εϊτε θέλει νά περιγράψει αισθητικά, κοσμοϊστορικά καί θρησκευτικά φαινόμενα, εϊτε νά άναπαραστήσει τό σύνολο των γνώσεων εγκυκλοπαιδικά, πάντα καταφέρνει νά συμπεριλάβει τό άπέραντο ύλικό στό σύνολό του, νά τό άναλύσει καί νά άποκαταστήσει τίς συναρτήσεις. Κοντά σ' αυτά τά άναμφισβήτητα προτερήματα εχουμε βέβαια καί τά ελαττώματα. Ή άναγκαιότητα νά πραγματεύεται κανείς «σύνολα», ύποβοηθεί τήν τάση νά διαλεχτεί αυθαίρετα αυτό τό σύνολο. Κατά συνέπεια τά μέρη τού συνόλου μπορούν νά χτίζονται άνάρμοστα καί νά παραχθεί μιά παραμορφωμένη εικόνα συναρτήσεων. Ή εποικοδομητική καί ερμηνευτική ικανότητα τού διαλεκτικού σκέπτεσθαι μεταπίπτει σέ βίαιο σκέπτεσθαι, πού νοθεύει τό σύνολο γενικά καί μερικά. "Ολα αυτά τά σφάλματα υπάρχουν συγκεκριμένα στόν Χέγκελ καί τού έχουν καταλογισθεί μετά τόν θάνατό του. Δημοσιεύτηκαν ετσι κριτικές καί σχεδόν εξουθενωτικές παρατηρήσεις, μερικές άπό τίς όποιες παραθέτουμε. Ό Χάυμ τού πιστοποιεί, πώς «περισυνέλεξε τό εμπειρικό ύλικό μέ τρόπο ανενδοίαστο καί τό «γύμνασε», ώστε νά μπει στήν υπηρεσία των σκέψεών του». Ό Κίρκεγκαρντ συγκρίνει σαρκαστικά τήν διαλεκτική μέθοδο μέ στομάχι άγελάδας, πού άναμασάει τρεις φορές, καί συνιστά στούς συνεχιστές τού Χέγκελ νά άναμασάνε τέσσερις φορές. "Αν ή ιστορία είναι ή πρόοδος στή συνείδηση της ελευθερίας, τότε πρέπει νά άποδειχτεί, πώς γίνεται πράξη αυτή ή παντοδύναμη καί άπόλυτα προοδεύουσα συνείδηση. Ό Χέγκελ διάλεξε πολύ εύκολο δρόμο, καθώς μιλάει γιά τήν «πονηριά τού λογικού», τό όποιο εκμεταλλεύεται τόν μηχανισμό των παθών μέ μιά πολύ άνθρώπινη πονηριά γιά λογαριασμό του. Έτσι άπλοποιείται υπερβολικά ή πολύ περίπλοκη διαδικασία επιρροής τού σκέπτεσθαι πάνω στήν πρα141
γματικότητα και κατ' άνςχλογία και ή σχέση της θεωρίας πρός τήν πράξη. Καί άφοϋ γιά τον Χέγκελ ή πρωτοκαθεδρία της άπόλυτης ιδέας είναι προκαταβολικά δοσμένη, δεν του πέφτει βαρύ νά θεωρεί τήν παγκόσμια ιστορία σάν τήν «θεοδικία, τήν δικαίωση του θεοΰ πάνω στήν ιστορία». Έτσι, άπό τήν θέση πάνω στήν ιστορική εξέλιξη προκύπτει μιά δέσμη άπό μεταφυσικές προϋποθέσεις, άλλά καί μεταφυσικά συμπεράσματα, πού μπορούν νά άμφισβητηθούν. Έ δ ώ στήνει ό Μάρξ τήν κριτική του, καταλογίζοντας στόν Χένγκελ δτι παρασταίνει τήν νοητική διαδικασία, τό σκέπτεσθαι, σάν «δημιουργό ή πλάστη του πραγματικού» καί παραγνωρίζει τήν επίδραση των υλικών συνθηκών. Άλλά πάνω στήν Φιλοσοφία της Ιστορίας διακρίνουμε κι άλλα προβληματικά σημεία της διαλεκτικής, ιδιαίτερα όταν άντικείμενό της είναι ή έποχή πού ζούσε ό Χέγκελ. Ό Χέγκελ είναι βέβαια πολύ σύντομος, δταν συζητάει τήν έποχή του. Στήν Γαλλική Επανάσταση, τόν Ναπολέοντα καί τήν μεταναπολεόντεια περίοδο άφιερώνει μόνο τίς τελευταίες δέκα σελίδες. Ό Χέγκελ μιλάει, δπως έχουμε άναφέρει, μέ φανερό ενθουσιασμό γιά τήν ιδέα της Γαλλικής Επανάστασης σάν «υπέροχη άνατολή ηλίου». Τήν εξυμνεί σάν άνάσταση της ιδέας της ελευθερίας, βλέπει σ' αυτή «τήν άρχή της ελευθερίας της θέλησης», καί επαινεί «τήν έννοια τού δικαίου», πού άναδύεται. Συνεχίζει μέ συλλογισμούς πάνω στήν εξέλιξη της επανάστασης. 'Ασχολείται μέ τόν Ροβεσπιέρο καί σκιαγραφεί μιά πορεία πραγμάτων, οπως τήν είχε εκθέσει στήν Φαινομενολογία. Ό Ροβεσπιέρος, πού «έπαιρνε τήν αρετή στά σοβαρά» ^^^ στήνει τήν κυριαρχία «της άρετής καί της τρομοκρατίας». Ή διαλεκτική διαδικασία της εξέλιξης συνεχίζεται. Αυτό τό καθεστώς είναι υποχρεωμένο νά καταρρεύσει, γιατί εκδηλώθηκε ή άπόλυτη ανάγκη μιας κυβερνητικής εξουσίας, πού στόν Ναπολέοντα πήρε μορφή στρατιωτικής εξουσίας. «Μέ τήν τεράστια ισχύ τού χαρακτήρα του», έτσι περιγράφει ό Χέγκελ τόν Ναπολέοντα, «στράφηκε πρός τά έξω, υπόταξε όλη τήν Ευρώπη καί διάδωσε παντού τούς φιλελεύθερους θεσμούς του». Νίκησε, «άλλά ποτέ δέν φάνηκε 142
καθαρότερα ή λιποθυμία της νίκης». Ό Ναπολέοντας υποχρεώθηκε νά καταρρεύσει: Τό φρόνημα των λαών, δηλαδή τό θρησκευτικό καί εθνικό, γκρέμισε αυτόν τόν κολοσσό, καί στήν Γαλλία επανέρχεται ή συνταγματική μοναρχία^^^. Ό Χέγκελ πραγματεύεται τώρα τήν κατάσταση τών ημερών του, περιγράφει τά δεδομένα στήν Ευρώπη, ιδιαίτερα στήν Γαλλία, 'Αγγλία, Αυστρία, Γερμανία καί επίσης σύντομα στήν Ισπανία καί Ιταλία. Έδώ ή Γερμανία περιγράφεται σάν τό καλύτερο κράτος. Οι νόμοι του δικαίου, πού εξάλλου δημιουργήθηκαν λόγω της γαλλικής καταπίεσης, εισπράττουν επαίνους, καί ή συμφιλίωση της θρησκείας μέ τό δίκαιο άποδίδονται στόν προτεσταντισμό, εξυμνούνται τό πρωσικό κράτος καί οι δημοσιοϋπάλληλοί του. 'Αντίθετα, οι άλλες χώρες επικρίνονται. Στόν φιλελευθερισμό της Γαλλίας επιφυλάσσει δριμύτατη κριτική. Ό Χέγκελ προβλέπει παραπέρα κινήσεις καί αναταραχές. Ή Αυστρία κηρύσσεται γενικά οπισθοδρομική. Γιά τήν 'Αγγλία ισχυρίζεται πώς ή κυβέρνησή της εχει τόσο λίγη δουλειά δσο πουθενά άλλου καί πώς οι Άγγλοι αυτό τό άποκαλουν ελευθερία τους. 'Εντούτοις ομως ή 'Αγγλία είναι «άπίθανα οπισθοδρομική» στό ζήτημα της «ελευθερίας της ιδιοκτησίας», άφού μεγάλες ιδιοκτησίες βασίζονται στό προνόμιο της πρωτοτοκίας^^®. Ή εκθεση αυτή δείχνει φανερά τήν πραγματική πεποίθηση του Χέγκελ, πώς ή κατάσταση στή Γερμανία είναι ή καλύτερη. Είναι αλλόκοτη γνώμη, αν συγκριθεί μέ τήν επικρατέστερη άποψη, δτι τό τότε πρωσικό κράτος ήταν ένα άστυνομικό κράτος, πού καταπίεζε σέ μεγάλο βαθμό τίς προσωπικές ελευθερίες. Καί ό Χέγκελ γίνεται κατά κάποιον τρόπο άπολογητής αυτού του κράτους, καθώς ισχυρίζεται πώς σ' άλλες χώρες επικρατεί μόνο μιά «τυπική» ελευθερία, καί στρέφεται ενάντια στόν φιλελευθερισμό μέ τά έξης λόγια: «χρεωκόπησε παντού, πρώτα ή μεγάλη φίρμα του στή Γαλλία, έπειτα στήν Ισπανία, στήν 'Ιταλία· καί δυό φορές στά κράτη πού θά είχε εισαχθεί» Παραμένει πάντως άναμφισβήτητο δτι ό Χέγκελ είναι υπηρέτης του πρωσικού κράτους. Αισθάνεται τόν εαυτό του 143
βολεμένο, έκει βρήκε την ησυχία του και φημίστηκε· αυτό δμως δημιούργησε τίς υποψίες πού εκφράστηκαν συχνά. Σύμφωνα μ' αυτές ό Χέγκελ πρόδωσε τίς βασικές αρχές της σκέψης του: ό φιλόσοφος, πού θεωρεί την παγκόσμια ιστορία σάν πρόοδο στη συνείδηση της ελευθερίας, γίνεται υποστηρικτής τής άνελευθερίας καί τής αντίδρασης. 'Ακριβώς τό χεγκελιανό σύστημα γίνεται, μέ βάση τήν εδρα στό πανεπιστήμιο του Βερολίνου, «ή στέγη του πνεύματος τής πρωσικής αντίδρασης». Κεντρικός στόχος αυτών τών επικρίσεων είναι ή Φιλοσοφία τον Δικαίου, γιά τήν οποία θά μιλήσουμε στό επόμενο κεφάλαιο. Θίγουν δμως καί τήν Φιλοσοφία τής ιστορίας. Είναι πραγματικά παράξενο οτι ό στοχαστής, πού ανυψώνει τή συνείδηση τής ελευθερίας σέ κριτήριο τής ιστορίας, επικρίνει στήν κατακλείδα τής Φιλοσοφίας τής ιστορίας πιό σφοδρά εκείνα τά κράτη, πού επιδίωκαν τήν διεύρυνση τής ελευθερίας σ' όλους τούς τομείς. Τό μεγάλο πρόγραμμα του φιλελευθερισμού, οπως εκφράστηκε στις πολιτειακές, οικονομικές καί κοινωνικές θεωρίες, βασιζόταν στήν πεποίθηση οτι ή ελεύθερη άνάπτυξη τών ικανοτήτων του άτόμου εγγυάται τήν συνεχή πρόοδο στόν ήθικό, πολιτιστικό, νομικό, οικονομικό καί κοινωνικό τομέα. Καί ομως αυτόν ακριβώς τόν φιλελευθερισμό ψέγει ό Χέγκελ καί τόν θεωρεί παντού χρεωκοπημένο. Ό Χέγκελ τά λέει σέ μιά εποχή αρκετά διαφορετική άπό τήν δική μας. Στόν δικό μας, τόν εικοστό αιώνα, μπορούμε πραγματικά νά μιλάμε γιά κρίση του φιλελευθερισμού, καθώς ζήσαμε καί ξαναζούμε τίς επιδρομές τών ολοκληρωτικών ιδεών. Είδαμε πώς οι μεγάλες κρίσεις, οικονομικές κρίσεις καί κρίσεις δυό παγκοσμίων πολέμων, υπονόμευσαν τό έδαφος τής δημοκρατίας καί τού φιλελευθερισμού καί άντιλαλούν οι κραυγές άπό δλες τίς πλευρές, άριστερές καί δεξιές, γιά έναν ισχυρό άνδρα κι ένα ισχυρό κράτος, τό οποίο βέβαια περιορίζει άναγκαστικά τήν ελευθερία. "Ας επιστρέψουμε δμως στόν Χέγκελ. Τό είχε προαισθανθεί ή γνώριζε άπό βαθύτερη ενόραση πώς ένας απεριόριστος φιλελευθερισμός άποτελεί κίνδυνο; Ή μήπως διείσδυσε ως 144
τό μεδούλι του τό βίωμα της Γαλλικής Επανάστασης και της ραγδαίας μετάπτωσης; Ή άπάντηση πέφτει δύσκολη. Έ ν α όμως μένει αναμφισβήτητο. Ό Χέγκελ δυσπιστεί ξαφνικά απέναντι στή διαδιδόμενη συνείδηση τής ελευθερίας · όπως λέει ό Χάυμ, ό Χέγκελ αναζητά ενα είδος «εκλεκτικής συγγένειας» μεταξύ του συστήματος του καί του πρωσικού κράτους. Εϊτε τό θέλει εϊτε δέν τό θέλει, μπαίνει ετσι στόν χορό μιας άντιδραστικής κίνησης. Ό νεαρός Χέγκελ, πού πίστευε μέ ένθουσιασμό στήν δύναμη των ιδεών τής ελευθερίας, μετατράπηκε φανερά σέ Κασσάνδρα, πού προειδοποιούσε γιά τούς κινδύνους πολύ μεγάλης ελευθερίας. Τί συνέβη; "Αλλαξε γνώμη, δπως νομίζουν μερικοί, από καιροσκοπισμό; Βάδισε σύμφωνα μέ τήν άρχή: λέω τά κάλαντα σ' οποίον μέ φιλεύει; Ή μήπως διειδε βαθύτερα από τούς περισσότερους σύγχρονούς του τή διαμορφωμένη πραγματικότητα; Υπάρχουν ίσως άλλοι λόγοι πού καθόρισαν τήν νέα στάση του; Ό,τι κι αν αληθεύει άπό αυτά, ό Χέγκελ πάντως βρίσκεται σέ μιά διφορούμενη θέση. Αυτή ή δι^σημαντότητα δέν σχετίζεται μόνο μέ τήν επίκριση, δτι παρά τίς πραγματικές άρχές του εγινε απολογητής ενός κράτους, πού περιορίζει τήν ελευθερία. Κείται βαθύτερα καί πλατύτερα. Καμιά φιλοσοφία δέν είχε εκπροσωπήσει τόσο σθεναρά τήν άρχή, δτι τό πνεύμα καί μ' αυτό κάθε άνθρώπινο βρίσκεται σέ συνεχή κίνηση. Επανέλαβε πολλές φορές, δτι ή εποχή του βρίσκεται σέ μεταβατική περίοδο · συχνά πρόβλεπε, πώς ολόκληρος ό τωρινός κόσμος θά καταρρεύσει σάν όνειροπόλημα. Τώρα ομως φαίνεται πώς ό ήλικιωμένος Χέγκελ δέν τό παραδέχεται πιά καί καλλιεργεί τήν ελπίδα δτι ή ιστορία μπήκε πλέον σέ μιά ήρεμότερη φάση. Ό τ ι αυτό ήταν τουλάχιστον ή επιθυμία του, τό εκφράζει σχεδόν συγκινητικά στό τέλος τής Φιλοσοφίας τής ιστορίας μέ τά λόγια: «Έπί τέλους, μετά σαράντα χρόνια πολέμων καί άμέτρητων άναταραχών, θά μπορούσε μιά γέρικη καρδιά νά βλέπει ένα τέλος 10.
Οι μεγάλοι διαλεκτικοί
145
καί μιά γαλήνη Ό Χέγκελ λοιπόν ποθεί ησυχία και ειρήνη. Ό ίδιος είχε διαπιστώσει μέ οξυδέρκεια δτι ή ιστορία κινείται συνεχώς, καί στον καιρό του ειχε μπει σε φάση τρικυμίας, πού τόν κούρασε φαίνεται. Τώρα θά τοβρισκε ώραιο, άν ή ιστορία καί τό παγκόσμιο πνεύμα ήρεμούσαν λίγο. Έ δ ώ άρχίζει ή αυταπάτη του Χέγκελ.
146
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΤΗΣ Μαζί μέ την Φαινομενολογία και τή Λογική ή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου καί τον κράτους άποτελεί ένα άπό τα βασικά εργα του Χέγκελ. Είναι τό τελευταίο μεγάλο σύγγραμμα, δημοσιεύτηκε δυο χρόνια μετά τήν άνάληψη πανεπιστημιακής έδρας καί εμφανίζει τόν ώριμο, θά λέγαμε, τον τελειωμένο Χέγκελ. Ή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου είναι τό έργο πού άγγίζει τήν πραγματικότητα, μάλιστα τήν πολιτική πραγματικότητα της εποχής της μέ τόν πιό φανερό τρόπο. Αυτό τονίζεται στόν πρόλογο, δπου 6 Χέγκελ παίρνει θέση σάν φιλόσοφος σέ πολιτικά προβλήματα. Ή διαλεκτική μέθοδος έχει κατασκευασθεί γιά νά δείχνει τήν εσωτερική ενότητα του πνεύματος στήν εξελικτική του πορεία. Κατά κάποιον τρόπο 6 Χέγκελ δέν περίγραψε ποτέ τίποτε άλλο άπό τήν διαλεκτική του πνεύματος: στήν Φαινομενολογία μέ βάση τήν εξέλιξη της αυτοσυνείδησης καί τής συνείδησης, στή Λογική μέ βάση τήν εξέλιξη τοϋ κόσμου των εννοιών. Στήν Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου περιγράφει τώρα τήν διαλεκτική του άνθρώπινου πνεύματος βάσει τής κοινωνικής πραγματικότητας. Πρόκειται ώς ένα σημείο γιά ένα καινούργιο θέμα. Υπάρχουν βέβαια στήν Φαινομενολογία μερικά εδάφια, πού άναφέρονται στήν κοινωνική πραγματικότητα του άνθρώπου, π.χ. οι παρατηρήσεις του πάνω στόν «πλούτο» ή πάνω στήν «εργασία», σέ πλατύτερη έννοια επίσης οι σκέψεις πάνω στή διαλεκτική σχέση «κύριος καί δούλος». Τώρα όμως στό κεφάλαιο γιά τήν άστική κοινωνία συζητιέται διεξοδικότατα καί βασικά τό θέμα τής οικονομικής παραγωγής. Γίνονται επίσης βασικές σκέψεις πάνω στίς ανθρώπινες άνάγκες. Ή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου πραγματεύεται καί άλλα νέα προβλήματα. Ό π ω ς θά δείξουμε άκριβέστερα, τό έργο αυτό άποτελεί μιά γενική διεύρυνση του θεματικού κύκλου σέ σύγκριση μέ τά προηγούμενα βιβλία του. Μπορούμε γενικά 147
νά πούμε δτι ό Χέγκελ στην Φιλοσοφία τον Δικαίου άναπτύσσει ενα είδος φιλοσοφικής άνθρωπολογίας, ρίζες της όποιας υπάρχουν στην Φαινομενολογία. Πριν στραφούμε στην ανάλυση τού έργου, πρέπει νά σταθούμε λίγο σ' ενα σημείο πού άφορα τη Φιλοσοφία τον Δίκαιον συνολικά και αναπόσπαστα. Αυτό τό βιβλίο είχε μιά πολύπλευρη άπήχηση, πού πιστοποίησε τόν παλιό αφορισμό, δτι τά βιβλία έχουν τή δική τους μοίρα. Ή άπήχηση αυτή ξεκινάει πρώτα άπό τόν πρόλογο. Ό πρόλογος χρησιμοποιείται σάν τεκμήριο ομολογίας πολιτικής πίστης στό πρωσικό κράτος καί είναι άναμφισβήτητο πώς ό Χέγκελ εκφράζει εκεί αυτή τήν ομολογία. Οι επικρίσεις, πού ξεκινούν άπό τόν επιλήψιμο πρόλογο, βρίσκουν τήν άπόδειξή τους σέ ολόκληρο τό έργο, καθώς ολα του τά νήματα οδηγούν στήν ιδέα τού κράτους, έτσι πού ό Χάυμ έγραψε πώς «ή χεγκελιανή φιλοσοφία συγκροτείται σέ φιλοσοφία τής παλινόρθωσης». Μπορεί νά αμφισβητηθεί, αν ταιριάζει στόν Χέγκελ αυτός ό ψόγος στόν τρόπο καί στό βαθμό πού τού γίνεται. Πάντως δέν μπορούμε νά άρνηθούμε, πώς ιδιαίτερα ό πρόλογος μέ τήν περίφημη καί περιβόητη φράση «δ,τι είναι πραγματικό, είναι καί λογικό» υποδαυλίζει τίς κριτικές. Οι κριτικοί συγκέντρωσαν τό ενδιαφέρον τους σ' αύτη τή φράση καί άξιολόγησαν ολόκληρο τό έργο άπό αυτή τή σκοπιά, παραγνωρίζοντας δτι τό περιεχόμενό της δέν είναι μόνο συνέπεια τού χεγκελιανού σκέπτεσθαι. Έτσι τούς διαφεύγουν οι τόσες νέες προοπτικές πού διανοίγονται μέ τήν Φιλοσοφία τοϋ Δίκαιον. Θά μπορούσαμε νά πούμε δτι τό βαθύτερο περιεχόμενό της άπλούστατα δέν έχει γίνει άντιληπτό. Έτσι δέν έχει άναγνωριστεί καί προσεχτεί δτι ό Χέγκελ στό κεφάλαιο γιά τήν άστική κοινωνία χαράζει τά θεμέλια γιά τήν δική του θεωρία τού κράτους. Είναι περίεργο δτι ή βιβλιογραφία πάνω στόν Χέγκελ δέν έχει σημειώσει πώς ό Χέγκελ υποβάλλει τήν άστική κοινωνία σέ μιά κριτική, πού μόνο ό Μάρξ ξεπερνάει σέ οξύτητα. Θά μείνει άλυτο πρόβλημα, γιατί ή χεγκελιανή κριτική τής άστικής κοινωνίας παραβλέφτηκε καί δέν τιμήθηκε ούτε άπό 148
τους φιλόσοφους οΰτε άπό τους μαρξιστές. Τό αίνιγμα αυτό είναι πλατύτερο. Όποιος διαβάσει σήμερα την παρουσίαση της άστικής κοινωνίας άπό τόν Χέγκελ καί είναι κάπως ενημερωμένος πάνω στις βασικές θέσεις του Μάρξ, δέν μπορεί νά παραβλέψει πώς ολα τά βασικά στοιχεία της μαρξικής σκέψης εμπεριέχονται κιόλας σ' αυτό τό κεφάλαιο της Φιλοσοφίας τον Δικαίου. Τίποτα δέν είναι πιθανότερο άπό τήν υπόθεση, πώς ό Μάρξ έχει δανειστεί τ^ά βασικά θεωρήματα, περισσότερο άπό δσο παραδέχεται, άπό τήν Φιλοσοφία τον Δίκαιον. Ό Μάρξ, οπως ξέρουμε, είχε μελετήσει εξονυχιστικά τήν Φιλοσοφία τοϋ Δίκαιον. 'Ανάμεσα στά νεανικά του έργα βρίσκεται ένα χειρόγραφο, κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας του κράτους, πού άρχίζει άπό τήν παράγραφο 261 καί τελειώνει μέ τήν παράγραφο Μέ αυτό αποδείχνεται άδιάψευστα ότι έχει διαβάσει τουλάχιστον τό τρίτο κεφάλαιο της Φιλοσοφίας τοϋ Δίκαιον^ δηλαδή τό κύριο κρατικοφιλοσοφικό μέρος. Σέ κανένα σημείο των συγραμμάτων του Μάρξ δέν βρίσκεται ρητή δήλωση, πού νά επιτρέπει τό βέβαιο συμπέρασμα οτι γνώριζε καί τίς προηγούμενες παραγράφους 142256. Αυτές οι παράγραφοι καταπιάνονται δμως μέ τήν οικογένεια καί μέ τήν άστική κοινωνία, καί εκεί βρίσκουμε φράσεις πού, δπως θά δείξουμε, περιέχουν κιόλας τήν μαρξική σκέψη. Σχετικά μέ τήν άπήχηση της Φιλοσοφίας τοϋ Δίκαιον έχουμε λοιπόν μπροστά μας ένα παράξενο καί μοναδικό γεγονός. Ή κριτική, δσο δικαιολογημένη κι αν είναι, δέν θίγει τόν πυρήνα της χεγκελιανής σκέψης. Ή μετεξέλιξη των βασικών σκέψεων αυτού του βιβλίου μέσα στό έργο του Μάρξ δέν διαπιστώθηκε καί δέν τιμήθηκε πουθενά. Καί άκόμα πρέπει νά πούμε δτι ούτε οι σύγχρονοι του ούτε οι κατοπινοί επεξεργαστές καί ερμηνευτές της Φιλοσοφίας τοϋ Δίκαιον διαπίστωσαν τήν κρυμένη μέν, άλλα άποδείξιμη βασική θεωρία στό βαθμό πού είναι άνθρωποντολογική καί κοινωνιολογική. Μέ άλλα λόγια: Ό σ ο μεγάλη κι αν είναι ή άπήχηση της 149
Φιλοσοφίας του Δίκαιον καί τοϋ κράτους, στηρίζεται σέ μεγάλο βαθμό πάνω σέ παρερμηνείες καί παρεξηγήσεις. Ό λ ο ι οί συγγραφείς πλανήθηκαν κατά κάποιον τρόπο, επειδή ξεκίνησαν άπό τήν φτηνή υπόθεση, δτι ό Χέγκελ εγραψε άύτό τό εργο άπό λόγους ειδικούς καί γιά νά υπερασπιστεί τό τότε πρωσικό κράτος. Ό μόνος πού μάλλον συνέλαβε ή θά μπορούσε νά συλλάβει τήν βαρύτητα τού έργου, δηλαδή 6 Μάρξ, βρίσκεται επίσης στό στρατόπεδο των κριτικών καί στήν πολεμική του χρησιμοποιεί μόνο εκείνα τά μέρη, οπου μπορεί νά στηρίξει τήν κριτική του. Έτσι μπορούμε νά πούμε δτι τό κύριο περιεχόμενο αυτού τού έργου δεν διαγνώστηκε, δέν κατανοήθηκε καί ούτε βέβαια εκτιμήθηκε. Αυτός ό ισχυρισμός πρέπει νά άποδειχτεί, καί αύτό σκοπεύουν οί άκόλουθες παρατηρήσεις. Πρέπει πρώτα νά πούμε πώς αύτή ή μοναδική στό είδος της παρανόηση ενός διάσημου έργου δέν είναι συμπτωματική. Ε κ τρέφεται τελικά καί άπό τήν πολυσημαντότητα καί τήν πληθώρα τών άπόψεων, πού προσφέρει αύτό τό στρογγυλεμένο καί πολυδουλεμένο έργο. Οί γενικές παρατηρήσεις γύρω άπό τήν Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου, δπως τίς εκθέσαμε πιό πάνω, μας υποδείχνουν τόν τρόπο παρουσίασης τών λεπτομερειών. Θά πραγματευτούμε στή σειρά τόν πρόλογο, τήν συστηματική οικοδόμηση καί δομή καθώς καί τά επί μέρους περιεχόμενα τού βιβλίου. Αύτή ή διαίρεση είναι άναγκαία, προκειμένου νά κατανοήσουμε τό πολύπλευρο αύτό έργο παρόλη τή σαφή δομή του. Γιά νά άποδείξουμε τόν ισχυρισμό μας, άρχίζουμε μέ τήν άνάλυση τού προλόγου. Είναι εκείνο τό μέρος τού έργου, πού δικαιολογημένα έρμηνεύτηκε πρός μιά όρισμένη κατεύθυνση καί φαίνεται νά υπογραμμίζει δτι ο Χέγκελ έγραψε τή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου κυρίως γιά νά καθαγιάσει τό νέο πρωσικό κράτος. Ή δ η στήν εναρκτήρια παράδοση στό Βερολίνο εγκωμίασε άφειδώς τό πρωσικό κράτος. Είπε κοντά στ' άλλα καί τά έξης: «Πρόκειται συγκεκριμένα γιά τό κράτος, πού μέ δέχτηκε στούς κόλπους του, καί πού μέ τήν πλεονάζουσα πνευματική βαρύτητά του άνυψώθηκε στήν πραγματικότητα 150
και στο πολιτικό πεδίο σέ τέτοια δύναμη και ανεξαρτησία, πού διαθέτουν μόνο κράτη μέ υπεροχή υλικών μέσων. Ή μόρφωση καί ή άνθηση των επιστημών άποτελει εδώ ενα άπό τα ουσιαστικά στοιχεία του κρατικού βίου»^^^. Ό τ α ν δημοσιεύτηκε ή Φιλοσοφία τοϋ Δίκαιον, δ Χέγκελ παρέδωσε άντίτυπά της στόν καγκελάριο πρίγκιπα φόν Χάρντενμπεργκ μέ συνοδευτικό κείμενο, όπου γράφεται, οτι «ή έπιστημονική επιδίωξη» του βιβλίου είναι νά άποδείξει τίς βασικές αρχές, «πού χρειάζεται γενικά ή φύση του κράτους»· πιο κάτω λέει, οτι θά δειχτεί στό βιβλίο «ή συμφωνία» μ' αυτό, «πού τό πρωσικό κράτος κάτω άπό τή φωτισμένη κυβέρνηση της Μεγαλειότητάς Του (του βασιλιά) καί τήν σοφή καθοδήγηση της Ύψηλότητάς σας, καί είναι γι' αυτό ιδιαίτερη ή ικανοποίηση μου ν' άνήκω σ' αυτό τό κράτος, εχει τήν τύχη νά διαθέτει ή νά αποκτήσει» Ό πρόλογος άποδείχνει ότι ό Χέγκελ επιδιώκει κάτι παραπάνω άπό ο,τι θά πίστευε κανείς, αν θεωρούσε τέτοιες φράσεις σάν εκδήλωση τυπικής φιλοφροσύνης. Στόν πρόλογο ξεχωρίζουν τρία χτυπητά θέματα. Πρώτο θέμα είναι ή κριτική τού Χέγκελ ενάντια στούς φιλόσοφους, πού τοποθετούνται «εχθρικά ενάντια σ' δ,τι είναι δημόσια άναγνωρισμένο»· στό δεύτερο ό Χέγκελ υπερασπίζεται τή θέση του γιά τή λογικότητα τού «πραγματικού» καί στό τρίτο πραγματεύεται τή σχέση θεωρίας καί πράξης. Στό κείμενο τού προλόγου στρέφεται πρώτα ενάντια στούς φιλόσοφους, πού στήν ματαιοδοξία τους διατυπώνουν τίς δήθεν νέες θεωρίες γιά τό κράτος. Σάν «στρατηλάτης αυτής της ρηχότητας» κατονομάζεται ό Φρής, στόν όποιο επιρρίπτει, δτι στή θέση μιας επιστημονικής σύλληψης τού κράτους προσφέρει εναν «χυλό της καρδίας, τής φιλίας καί τού ενθουσιασμού» Αυτά δίνουν στόν Χέγκελ άφορμή νά μιλήσει πάνω στή συνάρτηση λογικής, επιστήμης καί πραγματικότητας. 'Απαιτεί τήν άναγνώριση τού «πραγματικού», καθώς τό πραγματικό είναι καί ή βάση τών φυσικών επιστημών. 'Ισχυρίζεται - προφανώς γιά τήν φιλοσοφία του - , δτι «βρήκε μιά στενότερη σχέση πρός^ήν πραγματικότητα» καί, καθώς συνεχί151
ζει αύτη τή σκέψη, προβάλλει απότομα την παρακάτω φράση, τυπωμένη σάν επίγραμμα: «Ό,τι είναι λογικός αυτό είναι πραγματικό· καί ο,τι είναι πραγματικό, αυτό είναι λογικό»^^^. Θά μπορούσε φυσικά κανείς νά πει, πώς τό πρώτο μέρος αυτής της φράσης δέν είναι νέος ισχυρισμός, παρά μιά παλιά καί επαναλαμβανόμενη σκέψη του Χέγκελ. 'Αλλά ή άντιστροφή της πρότασης, ότι δηλαδή τό πραγματικό είναι λογικό, κάνει ένα βήμα παραπέρα. Προπάντων εννοήθηκε αυτή ή πρόταση έτσι, ότι τό παρόν κράτος, δπως είναι, άνταποκρίνεται στή λογική. Πιθανές άμφισβητήσεις μιας τέτοιας ερμηνείας καταρρίπτονται άπό τό κείμενο πού ακολουθεί. Μιλάει τώρα γιά τήν σχέση των θεωρητικών γνώσεων πρός τήν πράξη. Στρέφεται ενάντια σ' εκείνους πού θέλουν νά δασκαλεύουν τό κράτος πώς θάπρεπε νάναι. Επαναλαμβάνει: «αύτό πού πρέπει νά κατανοηθεί, είναι τό καθήκον τής φιλοσοφίας». 'Απορρίπτει σάν «μωρία» «τή γνώμη, πώς οποιαδήποτε φιλοσοφία μπορεί νά ξεπερνάει τά δρια του παρόντος». Καί συνεχίζει: «"Αν πράγματι ή θεωρία (ένός φιλόσοφου) τά ξεπερνάει, χτίζοντας έναν κόσμο, δπως θάπρεπε νά είναι, αυτός ό κόσμος υπάρχει μέν, άλλά μέσα στή γνώμη του, — σ' ένα μαλακό στοιχείο, στό όποίο μπορεί νά εντυπωθεί καθετί»ΐ66. Σέ αύτές τίς φράσεις διακρίνουμε μιά μεταβολή του Χέγκελ, πού φτάνει στό σημείο νά αποκηρύσσει όσα πρέσβευε στά νιάτα του. Δέν είχε γράψει ό νεαρός Χέγκελ στόν Σέλλινγκ, ότι με τήν διάδοση τών θεωριών γιά τό πώς θάπρεπε vavöi τά πράγματα, θά μειωθεί ή απάθεια τών νοικοκυρεμένων ανθρώπων, πού δέχονται τά πάντα δπως είναι; Δέν έγραψε άρκετά αργότερα στόν Νητχάμερ, οτι ή θεωρητική εργασία καταφέρνει περισσότερα άπό τήν πρακτική καί ότι, δταν έπαναστατικοποιηθεί τό βασίλειο τών ιδεών, δέν θά άντεχε πιά ή πραγματικότητα; Ό λ α αύτα καί κυρίως ή άποψη, οτι ή θεωρία είναι ή πο152
λιορκητική μηχανή πού θά αναγκάσει τήν πραγματικότητα να κινηθεί, φαίνονται νά ξεχάστηκαν. Τώρα ό Χέγκελ άλλαξε γνώμη και αναθέτει στη θεωρία τήν δικαιολόγηση της κατάστασης των πραγμάτων. Καί στίς τελευταίες φράσεις του προλόγου τό ξαναπιστοποιεί. Λέει ότι ή φιλοσοφία ερχεται πάντα μέ καθυστέρηση, «οταν θέλει νά δασκαλέψει τόν κόσμο πώς θά οφείλε νά είναι». Ή φιλοσοφία εμφανίζεται σάν στοχασμός της πραγματικότητας, άφού ή πραγματικότητα εχει αποπερατώσει τήν διαδικασία διαμόρφωσής της. Στό στάδιο ώριμότητας της πραγματικότητας εμφανίζεται ό κόσμος των ιδεών καί άνεγείρει τό δικό του «διανοητικό βασίλειο». Καί κλείνει αυτούς τούς συλλογισμούς καί τόν πρόλογο μέ τις περίφημες φράσεις: «Όταν ή φιλοσοφία ζωγραφίζει μέ γκρίζα χρώματα πάνω σέ γκρίζο φόντο, τότε μιά μορφή ζωής γέρασε καί τέτοια ανιαρή ζωγραφική δέν τήν ξανανιώνει, παρά μόνο τήν άναγνωρίζει. Ή γλαύκα της 'Αθηνάς άρχίζει νά πετάει μόλις στό σούρουπο» Αυτά είναι μελαγχολικά λόγια ενός παραιτημένου, αν σκεφτούμε πώς ό νεαρός Χέγκελ βγήκε στή ζωή μέ τήν πίστη ότι ή θεωρία καί ή μελέτη τών θετικών δυνατοτήτων θά έπαναστατικοποιήσουν τήν πραγματικότητα. Αυτή ή πεποίθηση εσβησε. Ό Χέγκελ συνθηκολογεί μπροστά στήν πραγματικότητα, ή θεωρία δέν φωτοδοτεί τόν δρόμο τής πραγματικότητας, παρά χωλαίνει πίσω της. Ή εγκατάλειψη μιας προηγούμενης άποψής του φαίνεται καθαρά καί σέ άλλα σημεία του κειμένου. Τό έρώτημα άφορα πιά μόνο τούς πραγματικούς λόγους αυτής τής τροπής. Τί οδηγεί στήν παραίτηση, τά γερατειά ή ή σοφία του γέρου Χέγκελ; Ή υπερασπίζεται άπλούστατα τό κράτος πού τόν εκανε καθηγητή πανεπιστημίου; Κάθε μιά άπό αυτές ή παρόμοιες άπαντήσεις μάς φαίνεται πολύ απλοποιημένη. Μέ τό αίτημά του, νά μή δασκαλεύει ή φιλοσοφία τήν πραγματικότητα, παρά μόνο νά τήν γνωρίζει, βγάζει μόνο τά άναγκαία συμπεράσματα άπό τήν διαλεκτική σκέψη του. Ή διαλεκτική ορθώθηκε σέ μέθοδο, γιά νά άποδείξει πώς κάτι δημιουργείται καί υπάρχει άπό άναγκαιότητα καθώς παρέρχεται καί χάνει τήν πραγματικότητά του 153
επίσης άπό άναγκαιότητα. Ή διαλεκτική μέθοδος του Χέγκελ κοιτάζει κάθε πραγματικότητα μέ διπλό μάτι. Εξηγεί, γιατί κάτι πρέπει νάναι ετσι καί γιατί προκύπτει αναγκαία, καί διαπιστώνει πώς αυτή ή πραγματικότητα θά σβήσει, παραχωρώντας τή θέση της σε μιάν άλλη, καινούργια πραγματικότητα. Αυτός είναι ό νόμος μιας μεθόδου, πού στηρίζεται στήν άποψη οτι τό «άρνητικό είναι εξίσου θετικό». Ό Χέγκελ εξύψωσε αυτή τήν άρχή της διπλής ματιάς σέ ανώτατο νόμο της σκέψης καί τής «επιστημονικής» φιλοσοφίας, πιστεύοντας πάντα πώς συλλαμβάνει τήν άλήθεια του συνόλου. Τώρα υπόκειται ό ϊδιος στήν δισημαντότητα τής μεθόδου του. Ζώντας σ' ένα κράτος, τίς άρχές του οποίου αποδέχεται, καί γράφοντας τήν φιλοσοφία του κράτους, πού δικαιολογεί καί καθαγιάζει αυτό τό κράτος καί τό κράτος γενικά, είναι υποχρεωμένος νά άρνηθεί τήν άλλη συνέπεια τής διαλεκτικής. Τώρα δέν μπορεί νά πεί πώς καί αυτό τό κράτος θά καταρρεύσει, ούτε νά χρησιμοποιήσει τήν άλλοτε άγαπητή του φράση: «Κοίτα, τά πόδια αυτών, πού θά σέ κουβαλήσουν έξω, πατούν κιόλας στό κατώφλι». Θεωρητικά καί υποθετικά θά μπορούσε ό Χέγκελ νά εφαρμόσει τήν διαλεκτική άρχή καί στήν περίπτωση αυτού του κράτους καί νά τονίσει συνεπώς τόσο τήν άναγκαιότητα δσο καί τήν παροδικότητά του. Έτσι θά είχε εκφράσει τήν πλήρη δισημαντότητα τής διαλεκτικής ματιάς, έχοντας όμως γράψει ένα επίσης διφορούμενο έργο. Ό μ ω ς δέν συμπεριφέρεται έτσι καί είναι κατανοητό πού ό Χέγκελ κηρύσσει πίστη στό κράτος, άφού σ' αυτό άποκαταστάθηκε καί νιώθει άνετα. Προσπαθώντας τώρα νά κάνει τήν διαλεκτική μονοσήμαντη καί νά παρακάμψει τό γεγονός δτι τό θετικό είναι πάντα καί άρνητικό, επωμίζεται τίς συνέπειες αυτής τής διφορούμενης στάσης. Τό διαπιστώνουν μέ άκρίβεια οι κατοπινοί κριτικοί του, ό Κίρκεγκαρντ καί ό Μάρξ. Καθένας τους θά του άποδείξει μέ τόν δικό του τρόπο αυτή τή δισημαντότητα. Καθένας θά του προσάψει προδοσία. Ό Κίρκεγκαρντ θά χλευάσει τήν ατέλεια τής «άπόλυτης γνώσης» καί ό Μάρξ θά χαρακτηρί154
σει τον ϊδιο τον Χέγκελ «άλλοτριωμένο πνεύμα». 'Αλλά ή δισημαντότητα, στην όποια κατάληξε ό Χέγκελ και τήν εκφράζει στόν πρόλογο με τήν μορφή άνάκλησης προηγούμενων θέσεων^ διατρέχει στό βάθος όλόκληρο τό έργο του. Τό έργο αυτό, πού θέλει νά μας πείσει γιά τήν άναγκαιότητα του κράτους, προκειμένου νά αποκατασταθεί ή ηθικότητα, είναι οικοδομημένο διαλεκτικά. 'Ακολουθεί τό νόμο της διαλεκτικής. Όρίζει τό κράτος σάν τήν θετική μορφή της ηθικότητας, δπου τά «αρνητικά» της άστικής κοινωνίας γίνονται θετικά. Καθώς μοιράζει τά βάρη καί κάνει τήν διάταξη τής διαλεκτικής άκολουθίας, ή αστική κοινωνία γίνεται αρνητικό στοιχείο. Ό σ ο θετικά περιγράφει τό κράτος, τόσο αρνητικά παρουσιάζει τήν αστική κοινωνία. Καί εδώ ή δισημαντότητα τής διαλεκτικής σκέψης φτάνει σέ μνημειώδες μεγαλείο.
155
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΗΣ ΦΙΑΟΣΟΦΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Ή Φιλοσοφία τον Δικαίου και τον κράτονς χωρίζεται σέ τρία μέρη: δίκαιο, ηθικότητα καί ήθος. Αύτη ή βασική δομή άκολουθεί τήν διαλεκτική αρχή: Πρώτο στή σειρά είναι τό άφηρημένο δίκαιο, κυρίως δμως τό φυσικό δίκαιο σάν ή κατώτερη βαθμίδα του άντικειμενικοϋ πνεύματος, Άκολουθεί ή δεύτερη βαθμίδα, πού ό Χέγκελ ονομάζει ηθικότητα. 'Από αυτές τίς δυό προκύπτει σάν σύνθεση ή τρίτη, πού τήν ονομάζει «ήθος». Σέ μιά πρώτη παρατήρηση εχουμε τήν εντύπωση μιας αυθαίρετης δομής. Συνδέει διαλεκτικά μέ εντεχνο τρόπο τρία πεδία, πού συνήθως αντιμετωπίζονται χωριστά. Γιατί στό πρώτο μέρος του έργου πραγματεύεται αρχές του δικαίου, του φυσικού δικαίου ή, όπως λέει ό Χέγκελ, του άφηρημένου δικαίου. Τό δεύτερο μέρος άσχολείται μέ βασικά προβλήματα της ήθικής, τί είναι καλό, κακό, ενοχή, συνείδηση. Τό τρίτο μέρος μπαίνει σέ άλλα προβλήματα. Πρόκειται γιά θέματα πού σήμερα χαρακτηρίζονται κοινωνιολογικά. 'Εξετάζει τήν οικογένεια, τήν άστική κοινωνία καί τό κράτος. Έτσι συνδέει τρία πεδία διαφορετικών κλάδων σέ μιά ένότητα. Γιά τόν Χέγκελ αυτά τά τρία θέματα άνήκουν στόν ϊδιο κύκλο. Στήν Έγκνκλοπαίόεια της Χαϊδελβέργης είχε συνοψίσει τά τρία μέρη κάτω από τόν τίτλο «τό άντικειμενικό πνεύμα». Γι' αυτόν τό δίκαιο, ή ήθική καί ή κοινωνία είναι άντικειμενικοποιήσεις του πνεύματος. Κι ετσι είναι εύλογο νά πραγματεύεται κανείς από τόσο άφηρημένη σκοπιά νομικά, ηθικά καί κοινωνικά προβλήματα. Ή βασική σκέψη της Έγκνκλοπαίδειας, νά συνοψίσει αυτά τά τρία πεδία, εξέφραζε τήν διαλεκτική άνύψωση του υποκειμενικού πνεύματος σέ γενικό καί άντικειμενικό πνεύμα μέσω του δικαίου, της ηθικότητας καί του ήθους. Αυτή λοιπόν είναι καί ή δομή της Φιλοσοφίας τον Δίκαιον καί τοϋ κράτονς. Στήν εισαγωγή αύτή ή δομή σχολιάζεται εκτενέστερα. 156
«Σύμφωνα μέ την κλιμακωτή εξέλιξη της ιδέας της ελεύθερης βούλησης, ή βούληση είναι», ετσι λέει ό Χέγκελ, πρώτα «άμεση», δεύτερο «μελετημένη (στοχασμένη)», καί τρίτο πρέπει να κατανοηθεί σαν «ενότητα καί άλήθεια αυτών τών δύο άφηρημένων στοιχείων»^^®. Στήν πρώτη βαθμίδα ή βούληση ενσαρκώνει την ιδέα ενός άμεσου καί «άφηρημένου δικαίου», στήν δεύτερη βαθμίδα τήν διάσταση του ήθικού γίγνεσθαι, πού αποσπάται καί βγαίνει από τά όρια του δικαίου, καί στήν τρίτη τήν ενότητα δικαίου καί ηθικότητας, δηλαδή τό ήθος. Ό τ α ν στήν Φιλοσοφία τον Δικαίου καί τοϋ κράτους άρχίζει νά εντάσσει άκριβέστερα τόν συγκεκριμένο κόσμο τών φαινομένων μέσα σ' αυτό τό σχήμα, είναι υποχρεωμένος νά συγκεκριμενοποιήσει κάθε βαθμίδα. Τότε τίς διευρύνει, ξαναμελετώντας κάθε πεδίο. Τά τρία βασικά μέρη του βιβλίου παίρνουν διαφορετικό βάρος. Ένώ τά δυό πρώτα κεφάλαια του άφηρημένου δικαίου καί της ηθικότητας πιάνουν λιγότερο άπό εκατό σελίδες, τό τρίτο μέρος εκτείνεται σέ περίπου εκατόν πενήντα σελίδες. Ή δ η αυτή ή κατανομή βαρών δείχνει πώς τό κύριο ενδιαφέρον του Χέγκελ δέν άφορα τό άφηρημένο δίκαιο καί τήν ηθικότητα παρά προπάντων τό τρίτο μέρος, πού επιγράφεται «τό ήθος». Κι εδώ ό Χέγκελ δέν ενδιαφέρεται γιά μιά άφηρημένη καί θεωρητική άντιμετώπιση τών προβλημάτων. Ό θεωρητικός φιλόσοφος γίνεται εδώ σέ εκπληκτικό βαθμό περιγραφικός καί άναλυτικός διανοητής. Στό τρίτο μέρος δέν συναντάμε μόνο τήν μεγαλύτερη περιγραφική δύναμη, παρά καί τήν ισχυρότερη ένταση της σκέψης, ένώ τά δύο πρώτα μέρη παίρνουν χαρακτήρα προπαρασκευαστικό. Έκει είναι σύντομος, γιά νά έρθει στό κύριο τρίτο μέρος. Ή άρχιτεκτονική ιδέα, πού συγκροτεί τό σύνολο, υπάρχει ήδη στήν 'Εγκυκλοπαίδεια της Χαϊδελβέργης. Δίκαιο και κράτος, ήθική καί ήθος σάν βαθμίδες του άντικειμενικού πνεύματος είναι πραγματοποιήσεις της ιδέας της ελευθερίας. Πρέπει νά καταδειχτούν σάν τέτοιες. Στόν χαρακτηρισμό της σάν φιλοσοφία της ελευθερίας 157
άληθεύει μόνο δτι τό ερώτημα, τί είναι ελευθερία, γιά τόν Χέγκελ είναι κεντρικό. 'Αλλιώς δεν θά θεμελίωνε την Φιλοσοφία της ιστορίας πάνω στήν καθοριστική ιδέα, δτι ή παγκόσμια ιστορία πρέπει νά κατανοηθεί σάν άνάπτυξη της συνείδησης της ελευθερίας. Στήν Φιλοσοφία τον Δικαίου Θε4ΐελιώνεται πιά αυτή ή παράσταση. Τό δείχνουν μερικά εδάφια στήν εισαγωγή, δηλαδή στήν αρχή του βιβλίου. Εκεί ό Χέγκελ κάνει σκέψεις πάνω στήν ουσία του δικαίου. Λέει: «Έδαφος του δικαίου είναι γενικά ή πνευματικότητα,..». «'Αφετηρία του καί προσκείμενο σημείο» είναι ή βούληση, «πού είναι ελεύθερη καί εχει σάν ουσία της καί όρισμό της τήν ελευθερία· τό σύστημα δικαίου είναι τό βασίλειο της πραγματοποιημένης έλευθερίας, τήν όποία παράγει τό πνεύμα άπό μόνο του σάν δεύτερη φύση του»^^^. 'Ακολουθεί τώρα μιά σειρά άπό σκέψεις καί εκτιμήσεις, τήν σπουδαιότητα τών οποίων θά μπορούσε κανείς εύκολα νά παραγνωρίσει ή νά παραβλέψει, άφού είναι γραμμένες σέ συντομολογικό καί άφηρημένο ύφος. Καί ομως περιέχουν τίς αύθεντικές καί γιά τήν οικοδόμηση της Φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου άποφασιστικές κεντρικές σκέψεις. Ό Χέγκελ διαφοροποιεί μεταξύ «βούλησης» καί «αυθαιρεσίας», ορίζει δηλαδή δυό βασικές μορφές της βούλησης. Βούληση γι' αυτόν είναι στήν πρώτη της μορφή, σάν άμεση βούληση, ή αυθαιρεσία. Σάν τέτοια ή βούληση είναι εξαρτημένη άπό «όρμές, επιθυμίες καί ροπές». Αυτές προσδιορίζουν τήν βούληση «άπό φύση». Σάν αυθαίρετη βούληση αυτή είναι μ^ν ελεύθερη, άλλά «οχι άκόμα σέ λογική μορφή». Είναι «άπέραντη» βούληση καί οχι άκόμα λογική, επειδή είναι «άόριστη», στήν γλώσσα του Χέγκελ σημαίνει δτι δέν έχει πνευματικούς στόχους. Αυτή ή «άοριστία της βούλησης» σάν φυσικής βούλησης είναι κατ' αυτόν «τό άρχέγονο σπέρμα κάθε ζωής», «περιέχοντας τούς όρισμούς καί τους σκοπούς, πού παράγει μόνο του». Περίτεχνα βρίσκει τώρα 6 Χέγκελ τήν διαλεκτική μετάβαση πρός τήν δεύτερη μορφή της βούλησης. Πρόκειται γιά 158
τή βούληοη πού «άποφασίζει» καί «άποφαίνεται». Κάτι τέτοιο τό επιτυγχάνει μόνο σάν ευφυής βούληση. Μόνο σάν τέτοια γίνεται άληθινά ελεύθερη, γίνεται, δπως λέει ό Χέγκελ, «ή αύτοπροσδιορίζουσα γενικότητα, ή βούληση, ή ελευθερία». Μόλις τώρα γίνεται «άληθινή ίδέα»^"^®. Ξεφεύγει ετσι άπό την περιοχή της πεπερασμένης βούλησης καί γίνεται «άληθινά άπέραντη», γιατί «επιστρέφει στόν έαυτό της». 'Αντίθετα πρός αυτή τήν άπέραντη βούληση, ή πεπερασμένη βούληση είναι «δυνατότητα, προδιάθεση, ικανότητα». Μόνο ή άπέραντη βούληση βρίσκεται «πράγματι στόν έαυτό της». Ή ϊδια είναι ταυτόχρονα «γενική», γιατί σ' αυτή άναιρέθηκε κάθε περιορισμός καί ιδιαιτερότητα» Με αυτόν τόν πρός στιγμή βέβαια άφηρημένο ορισμό της ελεύθερης βούλησης βρήκε ό Χέγκελ τήν διαλεκτική άφετηρία. 'Αρχίζει λοιπόν καί μιλάει γιά «άντικειμενική βούληση», πού άναιρεΐ «τήν άντίφαση υποκειμενικότητας καί άντικειμενικότητας». Αυτή ή ελεύθερη βούληση στήν πρώτη της μορφή είναι τό δίκαιο, καί μάλιστα τό άφηρημένο καί τυπικό δίκαιο, πού περιορίζει μόνο τήν αυθαιρεσία της φυσικής βούλησης. Στήν δεύτερη μορφή της αυτή ή βούληση γίνεται ηθική, ή οποία είναι άνώτερη άπό τό τυπικό δίκαιο καί περιορίζει τήν φυσική βούληση μέσω ήθικών κανόνων. Τέλος στήγ τρίτη βαθμίδα ή καθεαυτή καί δι' έαυτή έλεύθερη βούληση υψώνεται ως τίς μεγάλες πραγματικότητες, πού περιορίζουν τήν αυθαιρεσία καί άποτελούν τίς πραγματικότητες της ιστορίας. Αυτές είναι προσφυείς στήν ουσία του άνθρώπου. Είναι ή οικογένεια, ή κοινωνία καί τό κράτος. Όλες αυτές οι μορφές τή άνθρώπινης συμβίωσης κατά τόν Χέγκελ είναι ελεύθεροι αυτοπεριορισμοί της έλεύθερης βούλησης. Έχουν κάθε φορά τήν όρισμένη γενική καί ιστορική θέση τους. Ό Χέγκελ σκοπεύει βέβαια κατά κύριο λόγο νά παρουσιάσει μιά άπολογία του κράτους, δικαιολογώντας τήν ΰπαρξή του σάν κάτι άπόλυτα άναγκαίο. 'Αλλά σέ άντίθεση πρός δλες τίς επιδιώξεις καί προσπάθειες νά άποδειχθεί ή άναγκαιότητα του κράτους μόνο καί μόνο άπό τό γεγονός ότι οι άνθρωποι πρέπει νά ζουν όμαδικά, ό Χέγκελ έχει μιά 159
άλλη πρόθεοτη. Δεν ενδιαφέρεται τόσο γιά την πραγματικότητα του κράτους, όσο γιά την ιδεατή άναγκαιότητα. Έτσι χρειάζεται νά άναπτύξει τις προκαταρκτικές βαθμίδες του άφηρημένου δικαίου καί της ηθικότητας, γιά νά μπορέσει νά δείξει πώς μέσα στην πραγματικότητα των κοινωνικών διασυνδέσεων γεννιέται ή ενοποίηση τών δύο «αφηρημένων» ιδεών. Συνοψίζοντας τά παραπάνω βλέπουμε εδώ τη διαλεκτική σκέψη άπό μιά άλλη πλευρά. Τόσο στήν Φιλοσοφία της ιστορίας δσο καί στήν Φαινομενολογία ή κατανόηση της πραγματικότητας επιχειρείται μέσω της ιδέας. Καί στίς δυό δμως περιπτώσεις ή πραγματική ιστορική εξέλιξη χρησιμεύει σάν κατευθυντήριο νήμα. Αυτό όμως δέν τόν ικανοποιεί, γιατί δέν θέλει μόνο νά άποδείξει τήν ιδέα μέ τήν βοήθεια της πραγματικότητας. Στόχος του είναι νά αναπτύξει τήν πραγματικότητα μέ τή βοήθεια της ιδέας. Αυτή ή αξίωση ήταν καθοριστική τόσο στήν 'Εγκυκλοπαίδεια δσο καί στή Λογική. Επιχειρεί τώρα γιά τρίτη φορά νά δείξει, πώς ή ιδέα της ελευθερίας στήν διαλεκτική της πορεία παράγει τίς μορφές της άνθρώπινης ζωής. Δίκαιο, ιδιοκτησία, καλό καί κακό, οικογένεια, κοινωνία καί κράτος δέν είναι τίποτε άλλο άπό άντικειμενικοποιήσεις της ιδέας της ελευθερίας, πού πραγματοποιήθηκαν στόν άνθρωπο. Όποιος διαβάσει τήν Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου άπό αυτή τήν σκοπιά, συναντά εκπληκτικά περιεχόμενα, πού ξεπερνούσαν τήν εποχή τοϋ Χέγκελ. Δύο προπάντων νοητικά συμπλέγματα μοιάζουν σήμερα πολύ σύγχρονα. Τό ένα στρέφεται γύρω άπό τίς παραστάσεις τοϋ Χέγκελ γιά τήν δομή της άνθρώπινης προσωπικότητας, τό άλλο άφορα τόν τρόπο θεώρησης καί άνάλυσης της κοινωνίας. Ή δ η στήν 'Εγκυκλοπαίδεια - πρός τήν όποία παραπέμπει ό Χέγκελ κάθε τόσο μέσα στήν Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου άναπτύσσονται σκέψεις γύρω άπό τήν ουσία τοϋ άνθρώπινου «προσώπου». Στό τέλος τοϋ κεφάλαιου «τό υποκειμενικό πνεύμα» καί κάτω άπό τόν τίτλο «τό πρακτικό πνεύμα» 6 Χέγκελ κάνει λόγο γιά τή σχέση μεταξύ ορμής καί 160
ευφυΐας. To πνεύμα σάν «ευφυία», ετσι ορίζει, είναι «αύτοκαθορισμός», στήν ευφυία βρίσκει τό πνεύμα τον εαυτό του. Αυτός ό αύτοκαθορισμός παράγει τήν «ιδέα: οφείλω νά...». Αυτή ή οφειλή σάν νέα μορφή τού αύτοκαθορισμού βρίσκεται σέ διαλεκτική αντίφαση πρός τήν θέληση, πού ξεκινά από τίς ορμές, τίς ροπές καί τά πάθη. Τά τρία τελευταία δέν είναι άκόμα «λογικά» · τά λογικοποιει ή ευφυία. Στήν Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου συνεχίζεται ή επεξεργασία αυτής της σκέψης μέ άκριβέστερες εξηγήσεις. Ό Χέγκελ άσκεϊ πολεμική ενάντια σ' εκείνους, «πού θεωρούν τό σκέπτεσθαι σάν ιδιαίτερη καί ιδιόμορφη ικανότητα, χωριστή άπό τή βούληση, τήν οποία θεωρούν εξίσου ιδιόμορφη». Όποιος σκέφτεται ετσι, άποδείχνει ότι δέν ξέρει «τίποτα γιά τή φύση της βούλησης». "Οποιος νομίζει οτι αυτή ή διανοητική βούληση μπορεί νά παραβλέπει «κάθε διάθεση, στήν οποία βρίσκομαι», φτάνει σέ μιά άντίληψη γιά τήν ελευθερία, δπου «πρόκειται γιά τήν ελευθερία τού κενού, πού εξυψώνεται σέ πραγματικό ον καί σέ πάθος», όδηγώντας τελικά σέ μιά αρνητική άντίλη\|τη της βούλησης. «Αυτή ή άρνητική βούληση εχει επίγνωση της ύπαρξής της μόνο δταν καταστρέφει κάτι. Ό Χέγκελ ισχυρίζεται δτι αυτή ή μορφή της «αρνητικής ελευθερίας» έμφανίζεται συχνά στήν ιστορία, π.χ. στούς Ι ν δούς. Έ ν α άλλο παράδειγμα είναι «ή τρομοκρατική περίοδος της Γαλλικής Επανάστασης». «Αυτή ή εποχή ήταν τρομοκρατία, ένας σεισμός, εχθρική άπένανι σέ κάθε ιδιαιτερότητα· ό φανατισμός ζητά κάτι άφηρημένο, δχι διαρθρωμένο: δπου εμφανίζονται διαφοροποιήσεις, ό φανατισμός τίς θεωρεί άντίθετές του καί τίς καταργεί...» Ό Χέγκελ διαχωρίζει τήν φυσική βούληση άπό τήν κενή, άόριστη, άρνητική καί καταστροφική βούληση. Κριτήριά του είναι «τά άμεσα περιεχόμενά» της. Τέτοια είναι «οι ορμές, επιθυμίες καί ροπές, πού άπό φύση καθορίζουν τήν βούληση Σάν νά είχε προδιαγράψει τήν μεταγενέστερη ψυχολογία τού Φρόυντ, υποστηρίζει δτι τό κύριο περιεχόμενο της «εμπειρικής ψυχολογίας» είναι ή θεωρία των διάφορων όρμων 11.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
161
του ανθρώπου. Κατονομάζει «τήν ορμή δίκαιου, τήν ορμή ιδιοκτησίας, τήν ορμή ήθικότητας καθώς καί τις ορμές της σεξουαλικότητας, της συντροφικότητας κ.ά.»!^^. Δεν αναζητά βέβαια τό πεπρωμένο του ανθρώπου σέ μια θεωρία των όρμων, γιατί αυτή ή δεύτερη μορφή μιας φυσικής καί άμεσης βούλησης δέν είναι τελεσίδικη. Πραγματική καί ελεύθερη βούληση είναι εκείνη ή βούληση, πού ορθώνεται πάνω από τίς ορμές καί τίς ορίζει, καί «μόνο στήν ελευθερία βρίσκεται ή βούληση στον εαυτό της, γιατί δέν άναφέρεται σέ τίποτε άλλο άπό τόν εαυτό της, παραμερίζοντας έτσι κάθε σχέση εξάρτησης άπό κάτι άλλο»^^^. Ό Χέγκελ βλέπει λοιπόν τήν οικοδόμηση της άνθρώπινης προσωπικότητας σέ τρεις βαθμίδες της βούλησης. Πρώτη είναι ή κενή, χωρίς περιεχόμενο βούληση, δεύτερη ή ορισμένη άπό τίς ορμές καί τίς επιθυμίες καί τρίτη βαθμίδα είναι ή πραγματικά ελεύθερη καί άνεξάρτητη βούληση. Γιά τή θεωρία της κοινωνίας των άνθρώπων σημαντική είναι τόσο ή θεωρία των όρμων όσο καί στή συνέχεια ή θεωρία των «άνθρώπινων άναγκών». Επανέρχεται εδώ μέ τή μορφή μιας διαλεκτικής των άναγκών ή διαλεκτική των όρμων καί της συνείδησης, πού είναι χαρακτηριστική γιά τόν άνθρωπο. Έ δ ώ λαβαίνει ύπόχΙτη του τίς διαφορές μεταξύ ζώου καί άνθρώπου. Όρίζοντας τήν ελεύθερη βούληση, τονίζει δτι τό ζώο υπακούει υποχρεωτικά στίς ορμές του, ενώ ό άνθρωπος «σάν εντελώς απροσδιόριστος» στέκεται πάνω άπό τίς ορμές. Σέ ένα συγγενικό θεώρημα στό κεφάλαιο «Σύστημα τών άναγκών» ξεκινάει πάλι άπό τή διαφορά μεταξύ ζώου καί άνθρώπου. Εκεί λέει: «Τό ζώο διαθέτει έναν περιορισμένο κύκλο μέσων καί τρόπων ικανοποίησης τών επίσης περιορισμένων άναγκών του. Ό άνθρωπος άποδείχνει στήν έξάρτησή του άπό αυτές ταυτόχρονα τήν έξοδό του άπό αυτές καί τήν γενικότητά του, πολλαπλασιάζοντας πρώτα τίς άνάγκες καί τά μέσα, καταμερίζοντας καί διαφοροποιώντας κατόπιν τίς συγκεκριμένες άνάγκες, ώστε νά έχει διάφορες μερικοποιημένες καί έτσι πιό άφηρημένες άνάγκες» 162
Τό νόημα αυτού του ισχυρισμού είναι: Τό ζώο είναι άσφαλισμένο και περιορισμένο στις άνάγκες του, ό άνθρωπος ομως άνασφάλιστος καί απεριόριστος. Αυτή ή σκέψη μοιάζει με την προηγούμενη. Καί εκεί τό ζώο θεωρήθηκε δεσμευμένο καί καθορισμένο άπό τίς άνάγκες του, ενώ 6 άνθρωπος μένει άδέσμευτος καί άκαθόριστος. Ό άνθρωπος σάν άκαθόριστο, άδέσμευτο καί ελεύθερο ον είναι διαλεκτικός. Ό π ω ς εξελίσσεται σέ προσωπικότητα στήν διαλεκτική της βούλησης, ετσι καί ή άνθρώπινη κοινωνία εξελίσσεται στήν διαλεκτική της ελευθερίας. Σέ συνάρτηση μέ τήν άνθρωπολογία, πού διατυπώνεται στόν πρόλογο της Φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου, άναπτύσσεται ή θεωρία τών κοινωνικών σχημάτων. Καί οί δύο καθορίζονται διαλεκτικά.
163
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΣΧΗΜΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ Στο TQito μέρος της Φιλοσοφίας τον Δίκαιον ό Χέγκελ άνοχπτύσσει τήν θεωρία των κοινωνικών σχημάτων. Πρόθεση του είναι νά δείξει τό σύνολο των κοινωνικών δεσμών. Στην διαλεκτική άρχή της τριχοτόμησης ταιριάζει ή διαίρεση πού προκύπτει άπό τά πράγματα. Γιά τόν Χέγκελ υπάρχουν τρεις βαθμίδες του κοινωνικού: ή οικογένεια, ή αστική κοινωνία καί τό κράτος. Ή κεντρική ιδέα αυτού του μέρους τού βιβλίου φαίνεται άπλή, γιά νά μήν πούμε πρωτόγονη. Θά μπορούσαμε νά τήν συνοψίσουμε έτσι: ή οικογένεια είναι ή στοιχειώδης μονάδα κοινωνικών δεσμών, άπό αυτή προκύπτει ή μεγαλύτερη μονάδα της κοινωνίας καί τελικά τό κράτος, πού περιβάλλει τά πάντα. Όμως αυτή ή τριχοτόμηση δέν είναι τόσο άπλή. Ό Χέγκελ δέν καθοδηγείται άπό τήν σκέψη, ότι κάθε ποσοτικά μεγαλύτερη ένότητα άποτελει μιά ψηλότερη βαθμίδα. Επικρατεί πιό πολύ ή σκέψη, πώς κάθε τέτοια μορφή παρασταίνει μιά βαθμίδα «ήθικότητας». Ή οικογένεια είναι γι' αυτόν ή φυσική καί άμεση ενότητα, πού τήν άποκαλεί «αύτοσυναισθανόμενη ένότητα, άγάπη». Τό κράτος είναι ή τελειοποιημένη μορφή της ήθικής ιδέας, τό ηθικό σύνολο. Μεταξύ τους βρίσκεται ή άστική κοινωνία σάν διαφορά μεταξύ οικογένειας καί κράτους. Έτσι ή άστική κοινωνία τοποθετείται εξαρχής στό άρνητικό ενδιάμεσο. Σύμφωνα μέ τήν διαλεκτική της θέση θά μπορούσε νά είναι ή μεσολάβηση άνάμεσα στήν οικογένεια καί τό κράτος. Στόν Χέγκελ όμως ή κοινωνία παίζει ρόλο ενοχλητικού ενδιάμεσου μεταξύ οικογένειας καί κράτους. Αυτό υπογραμμίζεται μέ τήν παρατήρηση τού Χέγκελ, ότι ή άστική κοινωνία είναι σύγχρονο προϊόν. Διαμορφώθηκε μετά τό κράτος. Σάν διαφορά μεταξύ οικογένειας καί κράτους ή κοινωνία προϋποθέτει τήν ύπαρξη κράτους. Πρέπει «νά τό εχει μπ;ροστά της σάν αυτοτελές, γιά νά υπάρξει». Διαγράφεται ήδη εδώ δτι ό Χέγκελ έχει επιφυλάξει στήν 164
άστική κοινωνία ιδιαίτερη θέση. Βρίσκεται άντιπαραθεμένη στήν οικογένεια καί στο κράτος. Προϋποθέτει τό κράτος, αναπτύσσεται αργότερα άπό αυτό καί εχει τόν χαρακτήρα ενός διαλεκτικά μέν αναγκαίου, άλλά όψιμου ενδιάμεσου προϊόντος. Ό Χέγκελ είναι σχετικά λιγόλογος, δταν ασχολείται μέ τήν οικογένεια. Ή γένεση της οικογένειας προκύπτει διαλεκτικά, σέ τελική ανάλυση μέσα άπό μιά άντίφαση. Γι' αυτόν ή οικογένεια είναι βέβαια ή «άμεση ούσιαστικότητα του πνεύματος, ή αύτοσυναισθανόμενη ενότητα, ή αγάπη». Ταυτόχρονα όμως ή άγάπη δέν είναι γι' αυτόν μόνο μιά άντίφαση, παρά ή πιό μεγάλη άντίφαση, πού δέν μπορεί νά λύσει ό νους. Τό εξηγεί έτσι: άγάπη σημαίνει ή συνείδηση της ένότητάς μου μ' έναν άλλο. «Τό πρώτο στοιχείο στήν άγάπη είναι δτι δέν θέλω νά είμαι πρόσωπο αυτοτελές καί πώς, αν θά ήμουν, θά ένιωθα ελαττωματικός καί μή πλήρης». «Τό δεύτερο στοιχείο είναι, πώς βρίσκω τόν εαυτό μου μέσα σ' άλλο πρόσωπο, ισχύω σ' οϊύτό, όπως αυτό ισχύει σέ μένα»^^®. Παράξενος ορισμός της άγάπης, πού ξεκινάει άπό τή σκέψη δτι τό άτομο είναι κυρίως αυτοσυνείδηση. Γιατί έτσι φαίνεται νάναι ό μηχανισμός αυτής τής σκέψης: όταν τό άτομο παρατήσει τήν αύτοσυνείδησή του καί τήν αύτοτέλειά του, αύτοπαραιτείται στ' άλήθεια. Κάνοντάς το στήν άγάπη, καί θέλοντας εντούτοις νά συνεχίζει νά υπάρχει, ζεί μέσα σέ άντίφαση. Γιά τόν Χέγκελ δμως ή άγάπη είναι ή βάση του γάμου. Είναι δμως μιά διαλεκτική βάση, καί εδώ ισως έχει δίκιο, είναι, όπως λέει, «παραγωγή καί λύση ταυτόχρονα τής άντίφασης, καί σάν άντίφαση είναι, ή ηθική ομοφωνία» Ό Χέγκελ δέν βγάζει δμως άλλα συμπεράσματα άπό αυτόν τόν διαλεκτικό ορισμό τής άγάπης σάν βάσης του γάμου, μολονότι βρίσκονται στήν ϊδια γραμμή. Έτσι θά μπορούσε νά διερωτηθεί, τί συμβαίνει, δταν ή άγάπη παύει νά υπάρχει καί ό γάμος δέν διαλύεται. Αυτό δμως δέν τόν ενδιαφέρει. Έδώ συμπεριφέρεται άντίστροφα πρός τήν ύστερότερη περιγραφή τής άστικής κοινωνίας, άπό τήν διαλε165
κτική άναπαράσταση της όποιας βγάζει κάθε δυνατό συμπέρασμα. Προχωρεί στόν παραπέρα καθορισμό της οικογένειας, χαρακτηρίζοντάς την άπό τρεις πλευρές: γάμος, ιδιοκτησία και ανατροφή. Ή υποκειμενική άφετηρία του γάμου, λέει, είναι ή ιδιαίτερη ροπή ή πρόνοια των γονέων, ενώ ή αντικειμενική ή ελεύθερη συναίνεση δυό προσώπων νά άποτελέσουν ενα πρόσωπο. Παρατούν έτσι τή φυσική τους προσωπικότητα, αυτοπεριορίζονται, αλλά καί άπελευθερώνονται, κερδίζοντας τήν «ουσιαστική αύτοσυνείδησή» τους. Εξάλλου στήν περιγραφή της οικογένειας βρίσκουμε μιά σειρά άπό κρίσεις, πού μας φαίνονται προϊόντα τού καιρού του. Έτσι, πιστεύει πώς οι γυναίκες μπορούν βέβαια νά μορφώνονται, δέν είναι δμως καμωμένες γιά τίς ψηλότερες επιστήμες, τήν φιλοσοφία καί τήν τέχνη, γιατί τούς λείπει τό ιδανικό. Πιό ευγενικό εκ μέρους του είναι δτι βλέπει τή διαφορά μεταξύ άνδρα καί γυναίκας άνάλογη μέ εκείνη μεταξύ ζώου καί φυτού. Οι άνδρες έχουν, λέει, ζωικό καί οι γυναίκες φυτικό χαρακτήρα. Υψώνει τό δάχτυλό του προειδοποιητικά: άν άναθέταμε τή διακυβέρνηση σέ γυναίκες, τό κράτος θά κινδύνευε^®^. Τά υπόλοιπα συστατικά τού ορισμού της οικογένειας είναι κατά τόν Χέγκελ κυρίως δύο: ιδιοκτησία καί άνατροφή των παιδιών. Ή περιουσία είναι ή εξωτερική πραγματικότητα της οικογένειας, μέ τά παιδιά δμως ή ενότητα τού γάμου γίνεται «αυτοτελής ύπαρξη καί άντικείμενο». "Αν ή οικογένεια παρουσιάζεται μέ σχετικά λίγα λόγια καί μόνο σφαιρικά, σάν νά μήν τόν ενδιέφερε πολύ, ή άστική κοινωνία περιγράφεται διεξοδικότερα. Τό κέντρο βάρους βέβαια πέφτει στό κράτος. 'Αξιοπρόσεκτο είναι δτι ό Χέγκελ άλλάζει τόνο, μόλις άπό τήν οικογένεια περάσει στήν άστική κοινωνία. Έ δ ώ ξαναπροβάλλει ό σκοτεινός Χέγκελ, πού γνωρίσαμε στό αποσπασματικό έργο της Γιένας καί στή Φαινομενολογία. Είναι 6 ϊδιος Χέγκελ, πού περίγραψε έκει τόν καταρρακωμένο θεό καί στήν Φαινομενολογία τό άλλοτριωμένο πνεύμα. Δέν άλλάζει μόνο ό περιγραφικός τόνος, άλλά καί ό τρό166
πος εργασίας του διαλεκτικού οργάνου. Ό Χέγκελ ειδε βέβαια και στην οικογένεια τήν άντίφαση της αγάπης. Ή έμφαση δμως στην περιγραφή της οικογένειας βρίσκεται στον άμεσα ενοποιητικό χαρακτήρα της, δπως άργότερα βλέπει τό κράτος σάν τήν τελειότητα του ήθους. Στήν παρουσίαση της αστικής κοινωνίας, δμως, δέν παύει ούτε στιγμή νά τήν εμφανίζει σάν ένα άντιφατικό καί καταρρακωμένο σχήμα. 'Αρχίζει τήν εξέταση τής άστικής κοινωνίας μέ κριτική. Ή άστική κοινωνία, δηλώνει, ενσαρκώνει τήν «άπώλεια της ήθικότητας»^®^. Αυτό σημαίνει μάλλον δτι στήν άστική κοινωνία άναιρείται ή άμεση ήθική ενότητα, πού ενσαρκώνει ή οικογένεια. Ή άστική κοινωνία είναι ενδιάμεση βαθμίδα τής καταρρακωμένης ήθικότητας καί οδηγεί στήν τρίτη βαθμίδα, στό κράτος. Αυτό είναι ή νέα, ή τελευταία καί τελειοποιημένη μορφή ήθικότητας. Αυτή είναι καί ή καθοδηγητική ιδέα, πού φωτίζει τόν δρόμο τής άνάλυσης τής άστικής κοινωνίας. Σάν διαφορά μεταξύ οικογένειας καί κράτους ή άστική κοινωνία δέν είναι παρά ένα άναγκαίο κακό. Έτσι ό Χέγκελ χρησιμοποιεί τά ϊδια χρώματα στήν περιγραφή τής άστικής κοινωνίας μ' εκείνα πού ξέρουμε άπό τήν παρουσίαση του άλλοτριωμένου πνεύματος, στό βάθος ζωγραφίζει τήν ϊδια εικόνα πάνω σέ δυό διαφορετικά άντικείμενα. Θά μπορούσε άκόμα νά δημιουργηθεί ή εντύπωση δτι μιά τέτοια άρνητική περιγραφή άπορρέει άπό τήν διαλεκτική τοποθέτηση, πού επεφύλαξε ό Χέγκελ στήν άστική κοινωνία σάν διαφορά μεταξύ κράτους καί οικογένειας. Δέν πρόκειται δμως γι' αυτό. 'Αντίθετα, ό Χέγκελ είχε άντιμετωπίσει τήν άστική κοινωνία μέ άκρα δυσπιστία καί οξεία κριτική, δπως ό Μάρξ, πού φαίνεται νά τόν άκολουθεί. Γιά μας σήμερα καί άκόμα περισσότερο γιά τό μέλλον ό Μάρξ καί ό Χέγκελ θά άποτελούν μιά ενότητα σχετικά μέ τόν τρόπο άντιμετώπισης τής άστίκής κοινωνίας. Μπροστά στά μάτια καί των δυό παρουσιαζόταν τό φαινόμενο μιας κοινωνίας μέ όλα τά συμπτώματα τής άποσύνθεσης καί τής διάλυσης, πού βρισκόταν σέ διαλεκτική άλλαγή. Καί γιά τούς δυό ή άστική κοινωνία είναι δυναμική καί άσταθής 167
μορφή, πού υπόκειται στήν διαδικασία συγκλονιστικών εξελίξεων. Με αυτό δεν επιχειρούμε νά απαλείψουμε τίς θεωρητικές διαφορές, πού διαχωρίζουν τή θέση τού καθενός. Αυτές δμως δέν άφορούν τόν τρόπο βίωσης καί θεώρησης της άστικής κοινωνίας από τούς δυό στοχαστές, άλλα είναι διαφορές θεωρητικής χροιάς. Για τόν Μάρξ ή άστική κοινωνία είναι άναγκαίο προϊόν τών οικονομικών συνθηκών καί τής άνάπτυξης τών παραγωγικών σχέσεων, ενώ ό Χέγκελ τήν παράγει άπό τή διαλεκτική εξέλιξη τού άνθρώπου καί τής ιδέας, πού ζει μέσα του. Ό Μάρξ τόνισε αυτήν τήν διαφορά συχνά καί μέ κάθε έμφαση. Στόν πρόλογο τής Κριτικής τής πολιτικής οικονομίας λέει πώς ή κριτική άναθεώρηση τής χεγκελιανής Φιλοσοφίας τον Δκαίον τόν επεισε, ότι ή κατάσταση δικαίου καί κράτους δέν μπορούν νά κατανοηθούν «μέσα άπό τόν εαυτό τους», ή άπό τήν «λεγόμενη γενική εξέλιξη τού άνθρώπινου πνεύματος». Εκεί επικρίνει τόν Χέγκελ δικαιολογημένα. Καί συνεχίζει, λέγοντας ότι οι συνθήκες δικαίου καί κράτους «είναι ριζωμένες στίς υλικές συνθήκες ζωής», τό σύνολο τών όποίων ό Χέγκελ συνοψίζει κάτω άπό τήν όνομασία «άστική κοινωνία», δπως συνηθίζουν οί 'Άγγλοι καί οι Γάλλοι. 'Ακολουθεί ή γνωστή φράση: «ή άνατομία τής άστικής κοινωνίας πρέπει νά άναζητηθεί μέσα στήν πολιτική οικονομία» Μέ αυτό θέλει νά πει δτι χάραξε πρώτος αυτόν τόν δρόμο. Ό ισχυρισμός αυτός είναι παράξενος. Ό ϊδιος λέει ήδη, δτι ό Χέγκελ θεώρησε τό σύνολο τών υλικών συνθηκών ζωής σάν «άστική κοινωνία». Δέν δηλώνει μ' αυτό ταυτόχρονα πώς καί ό Χέγκελ κατευθύνει τή ματιά του πρός τίς υλικές συνθήκες; Δέν κινήθηκε λοιπόν καί ό Χέγκελ πρός διερεύνηση τών υλικών συνθηκών; Ό Χέγκελ αρχίζει τήν εξέταση τής άστικής κοινωνίας μέ μιά ζοφερή σφαιρική χαρακτηρολογία της. Λέει οτι ή άστική κοινωνία είναι «ή πραγματοποίηση τού πιό φίλαυτου σκοπού» καί σάν «σύστημα όλόπλευρης εξάρτησης» άποτελεί ενα είδος «εξωτερικού κράτους», ενα «κράτος άνάγκης καί 168
ορθολογισμού». Ό Χέγκελ βλέπει την άστική κοινωνία σάν εικόνα παραμορφωτική της γι' αυτόν ηθικής ιδέας του κράτους^®^. Τό αιτιολογεί. Στήν άστική κοινωνία κυριαρχεί ή «ολόπλευρα έκδηλωνόμενη ικανοποίηση των αναγκών». 'Ιδιαίτερο γνώρισμά της είναι ή «συμπτωσιακή αυθαιρεσία καί ή υποκειμενική προτίμηση». 'Από τήν μιά πλευρά είναι «απέραντα ερεθισμένη καί ριζικά εξαρτημένη άπό εξωτερικές συμπτώσεις καί άπό αυθαιρεσία» καί άπό τήν άλλη «περιορισμένη άπό τή δύναμη της όλότητας». Τό κατηγορητήριο εντείνεται καθώς 6 Χέγκελ βγάζει συμπεράσματα άπό αυτή τήν εκθεση πραγμάτων. Τονίζει οτι ή άστική κοινωνία «εμφανίζει τό δράμα τόσο της άσωτίας καί της άθλιότητας όσο καί της συγγενικής τους σωματικής καί ηθικής έκλυσης μέσα στίς άντιθέσεις καί τήν περιπλοκότητά τους»^®"^. Έτσι περιγράφει καί ό Μάρξ σέ αποσπασματικό του νεανικό εργο τήν ουσία της σύγχρονης κοινωνίας. Πρόκειται, λέει, γιά αύταλλοτριωμένη κοινωνία, δπου καθένας επιδιώκει τήν δική του ωφέλεια καί ή φιλαυτία δεσπόζει σέ κάθε δραστηριότητα. Χρησιμοποιεί έδώ τήν «αύταλλοτρίωση», έννοια πού προέρχεται άπό τό έργο του Χέγκελ. Ό Χέγκελ χρησιμοποιεί τόν δρο στήν Φαινομενολογία, οχι δμως στήν Φιλοσοφία τον Δικαίου. Κεντρικό γνώρισμα της άστικής κοινωνίας κατά τόν Χέγκελ είναι δμως ό άπεριόριστος καί άποχαλινωμένος κόσμος των άναγκών καί τής ίκανοποίησής τους. Σέ μιά ύστερόγραφη προσθήκη - άπό σημειώσεις παραδόσεων - λέει συμπληρωματικά τής παραγράφου 182: «Στήν άστική κοινωνία σκοπός του καθενός είναι ό ϊδιος, κάθε άλλο του είναι ένα τίποτε». Χωρίς τήν σχέση μέ άλλους δέν μπορεί δμως νά πετύχει δλους τούς σκοπούς του: «Αυτοί οι άλλοι είναι μέσα γιά τόν σκοπό του ένός»^®^. Ή άστική κοινωνία χαρακτηρίζεται άπό άπύθμενη φιλαυτία, θεμελιωμένη στό ιδιότροπο σύστημα των άναγκών καί τής ικανοποίησης αυτών τών άναγκών. Γνώρισμά της είναι ή άμετρία. Έτσι σωριάζει τις άρνητικές του κρίσεις πάνω στήν 169
άστική κοινωνία. Σέ ένα συμπλήρωμα της παραγράφου 185 λέει: « Ή μερικότητα καθεαυτή είναι έκτροχιαστική και άμετρη, και οι μορφές του ίδιου του εκτροχιασμού είναι άμετρες». «Απέραντη», συνεχίζει, «είναι από τήν άλλη πλευρά ή στέρηση και ή φτώχεια· αυτή ή ακαταστασία μπορεί νά οδηγηθεί σέ αρμονία μόνο μέ τό εξουσιαστικό κράτος» Στήν παράγραφο «Σύστημα των ανθρώπινων άναγκών» 6 Χέγκελ κάνει άκριβέστερη άνάλυση τών λόγων, πού αιτιολογούν αυτή τήν άντίληψη. Ξεχωρίζει τά ζώα άπό τούς άνθρώπους, άποδίδοντας στά ζώα περιορισμένες ανάγκες καί εξίσου περιορισμένους τρόπους ικανοποίησης τών άναγκών. Ό άνθραίπος δμίως μπορεί νά διευρύνει καί νά πολλαπλασιάζει τίς άνάγκες του άπεριόριστα, μερικοποιώντας τις καί δημιουργώντας έτσι νέες εξειδικευμένες άνάγκες. Παράλληλα μέ τήν εξέλιξη τών άναγκών άναπτύσσονται καί οι τρόποι ικανοποίησης τών άναγκών, οι όποϊοι επιδέχονται «πολλαπλασιασμό ως τό άπειρο». Αυτή ή εξέλιξη είναι άσταμάτητη καί εκτείνεται στό «άπόλυτο άπειρο». «Κάθε άνεση φανερώνει τή μή άνετη πλευρά της καί έτσι οι εφευρέσεις δέν παίρνουν τέλος» Ή άστική κοινωνία ώθείται, κατά τόν Χέγκελ, άπό τήν όρμή πρός άκαθόριστο πολλαπλασιασμό καί εξειδίκευση τών άναγκών, μέσων καί άπολαύσεων, μή ξεχωρίζοντας πιά μεταξύ φυσικών καί τεχνητών άναγκών. Ό άνθρωπος ελευθερώνεται βέβαια μ' αυτόν τόν τρόπο, «επικαλύπτοντας τήν αυστηρή φυσική άναγκαιότητα της χρείας», συμπεριφέρεται δμως άπέναντι σ' αυτές τίς νέες άνάγκες μέ τόν ϊδιο τρόπο, δηλαδή σάν νά ήταν αυτοδημιούργητες άναγκαιότητες^®®. Παραθέτουμε μερικά δείγματα όξυδέρκειας του Χέγκελ, καθώς χαρακτηρίζει τήν κατάσταση τών άναγκών στήν εποχή του. Λέει σ' ένα σημείο: «Τελικά δέν επιδιώκεται πιά ή ικανοποίηση κάποιας άνάγκης, παρά κάποιας γνώμης», κι άλλου: «Έτσι, μιά άνάγκη δέν προέρχεται πιά άπό κείνους πού τήν έχουν άμεσα, παρά μάλλον άπό δσους έχουν κέρδος άπό τήν γένεση αυτής της άνάγκης» 'Ακριβώς τό ϊδιο εκφράζει καί ό Μάρξ, καθώς λέει, δτι «μέσα στίς συνθήκες άτομικής ιδιοκτησίας» καθένας καιρο170
φυλαχτεί «νά δημιουργήσει στον άλλον μιά νέα άνάγκη, ώστε νά τον εξωθήσει σε μιά νέα θυσία, νά τον φέρει σέ μιά νέα εξάρτηση και νά τον παραπλανήσει σέ νέο τρόπο άπόλαυσης και μ' αυτά σέ νέα οικονομική καταστροφή»i^®. Ό Χέγκελ επαναλαμβάνει τούς αρνητικούς χαρακτηρισμούς της αστικής κοινωνίας γιά πολλοστή φορά. Λέει πώς είναι «ή τεράστια εξουσία, πού εξουδετερώνει τον άνθρωπο και άπαιτει άπό αυτόν νά δουλεύει γι' αυτή· μόνο μέσω της κοινωνίας είναι ό άνθρωπος δ,τι είναι καί κάνει δ,τι κάνει». Γι' αυτό ή άστική κοινωνία είναι ή καταστροφή της οικογένειας: « Ή άστική κοινωνία σύρει τόν άνθρωπο έξω άπό αυτόν τόν δεσμό, άλλοτριώνει τά μέλη μεταξύ τους καί τά άναγνωρίζει σάν αυτοτελή πρόσωπα», βάζει τήν υπόσταση της ίδιας της οικογένειας σέ εξάρτηση άπό αυτή (σημ. συγγρ.: τήν κοινωνία) καί τήν εκθέτει στή σύμπτωση Διερωτάται, φαίνεται, ό Χέγκελ, ποιά κατεύθυνση παίρνει αυτή ή εξέλιξη καί ποιός εϊναι 6 στόχος αυτών τών διαλεκτικών εντάσεων. Δέν φαίνεται νά διακρίνει προοπτική λιγότερο ζοφερή άπό προηγούμενες διαπιστώσεις του. Σκιαγραφώντας τίς προοπτικές αυτής της εξέλιξης,τονίζει τά ϊδια δεδομένα, πού άργότερα οδήγησαν τόν Μάρξ στήν θεωρία του γιά τήν κατάρρευση της άστικής κοινωνίας καί τήν επερχόμενη παγκόσμια επανάσταση. Ό Χέγκελ δέν βγάζει βέβαια αυτά τά συμπεράσματα καθώς διακόπτει τούς συλλογισμούς του πιό πρίν. Αυτό οφείλεται μερικά στόν τρόπο της συστηματικής του περιγραφής. Σύμφωνα μέ τό σχέδιό του πάνω άπό τήν άστική κοινωνία βρίσκεται τό κράτος, πού δεσπόζει, δπως είπε, στήν άστική κοινωνία. Τό κράτος ή μάλλον ή ιδέα του κράτους είναι γι' αυτόν ή σωτηρία άπό τήν χαοτική διαλεκτική της άστικής κοινωνίας. Δέν βλέπει ή δέν πιστεύει στήν καταστροφή, πού γιά τόν Μάρξ είναι ή μόνη διέξοδος άπό τό διαλεκτικό δίλημμα. Αυτό ομως δέν εμποδίζει τόν Χέγκελ νά διαπιστώνει μέσα στήν άστική κοινωνία εκείνη τήν δυναμική εξέλιξη, άπ' δπου ό Μάρξ βγάζει τά συμπεράσματά του. Στήν παράγραφο 243 σκιαγραφεί μιά άκόμα φορά ό Χέγ171
κελ τις βάσεις της διαλεκτικής εξέλιξης σέ μιά εκτεταμένη φράση χωρίς ανάσα, κάνοντας πρώτα σέ μιά εισαγωγική, σχετικά μικρή φράση, τήν διαπίστωση: « Ή αστική κοινωνία βρίσκεται σέ διαρκή κίνηση, ό ,πληθυσμός αυξάνεται καί ή βιομηχανία εξαπλώνεται». Ή μακριά φράση, πού ακολουθεί, άναπτύσσει συμπερασματικά τίς διαλεκτικές άπόρροιες άπό αυτή τή συσχέτιση τών δεδομένων. Αυτή ή εξέλιξη, λέει, προωθεί τήν συσσώρευση πλούτου, πού είναι συνέπεια της αύξησης του πληθυσμού καί της εκβιομηχάνισης. Ά π ό τήν άλλη πλευρά δμως αυξάνεται «ή άπομόνωση καί τονώνεται ό περιορισμένος χαρακτήρας της εξειδικευμένης εργασίας καί μ' αυτά μεγαλώνουν επίσης ή εξάρτηση καί οι κίνδυνοι της τάξης πού είναι δεσμευμένη μ' αυτή τήν εργασία» Τό ϊδιο εξέφρασε άργότερα ό Μάρξ στά πλαίσια της αποκαλούμενης θεωρίας της εξαθλίωσης. Πρόκειται γιά τόν ϊδιο συλλογισμό. Ό σ ο μεγαλώνει ό πλούτος της τάξης τών καπιταλιστών, τόσο περισσότερο εξαθλιώνεται τό προλεταριάτο. Τό άποδείχνει μέ μιά σειρά οικονομικών συλλογισμών, π.χ. τήν αύξηση τού εφεδρικού στρατού της βιομηχανίας, της ανεργίας, τήν πτώση τών εργατικών άποδοχών κλπ. Στόν Χέγκελ λείπει μιά τόσο διεξοδική αιτιολόγηση. Βλέπει δμως μέ τήν ϊδια σαφήνεια τήν «έξαθλιωμένη τάξη τού προλεταριάτου», γιά νά χρησιμοποιήσουμε τήν γλώσσα τού Μάρξ. Λέει 6 Χέγκελ, δτι ή τάξη, πού είναι δεσμευμένη μέ τήν εξειδικευμένη εργασία, όδηγείται σέ «ανικανότητα επίγνωσης καί απόλαυσης τών πλατύτερων ελευθεριών καί ιδιαίτερα τών πνευματικών προτερημάτων της άστικής κοινωνίας». Στίς επόμενες παραγράφους τά περιγράφει σαφέστερα. Λέει λοιπόν: «Τό πέσιμο μιας μεγάλης μάζας κάτω άπό τό δριο ένός όρισμένου τρόπου συντήρησης» όδηγεί «στήν απώλεια τού αισθήματος δικαίου, δικαιοσύνης καί τιμής καθώς καί τού συναισθήματος ότι ζεί κανείς μέ δική του δράση καί εργασία. Κατασκευάζεται ενας οχλος» καί έτσι «ή εύκολη δυνατότητα συγκέντρωσης δυσανάλογου πλούτου σέ λίγα χέρια» Δέν είναι άπαραίτητη πιά ή υπόδειξη, δτι σ' αύτές τίς 172
φράσεις εχει σκιαγραφηθεί ή λεγόμενη θεωρία της συσσώρευσης του Μάρξ, πού δεν περιέχει κανένα στοιχείο παραπάνω άπό οσα είπε ό Χέγκελ. Στην καπιταλιστική κοινωνία τό κεφάλαιο συσσωρεύεται σέ λίγα χέρια στο βαθμό έξαθλίωσης των μαζών. Καί εδώ ό Χέγκελ δέν έβγαλε τό συμπέρασμα, πού έβγαλε ό Μάρξ. Γιά τόν Μάρξ συνεχίζεται αύτη ή εξέλιξη, μηχανικά όδηγώντας στην κατάρρευση, αν δέν επέμβει τό προλεταριάτο καί άνατρέψει μέ επανάσταση την κρατούσα κοινωνία καί τό κράτος της. Ό Χέγκελ δέν βλέπει μιά τέτοια συνέπεια, πού δέν βρίσκεται στήν δική του κατεύθυνση καί ούτε στούς στόχους του. Του είναι ομως σαφής ή ιδιόμορφη, σχεδόν παράδοξη δομή της άστικής κοινωνίας, καθώς λέει: «Γίνεται φανερό πιά, οτι ή άστική κοινωνία παρά τόν υπέρμετρο πλοντο της δεν είναι αρκετά πλούσια, δηλαδή δέν διαθέτει άρκετή ιδιόκτητη περιουσία, γιά νά μπορέσει νά διευθετήσει τήν υπέρμετρη φτώχεια καί τήν υπερπαραγωγή οχλου». Έτσι κλείνει τό κεφάλαιο γιά τήν άστική κοινωνία. Δέν στρέφει τή ματιά του μακριά καί πρός τό μέλλον, ή σκέψη του μένει προσκολλημένη στό παρόν. Καί δταν άκόμα ρίχνει μιά σύντομη ματιά πέρα άπό τό παρόν, ή ματιά αυτή δέν είναι φωτεινή. Στίς τελευταίες παραγράφους υποδηλώνεται ή δυνατότητα μιά ματιάς στό μέλλον. Ό Χέγκελ διαπιστώνει πρώτα δτι ή άστική κοινωνία μέσω της διαλεκτικής της «εξωθείται πέρα άπό τόν όρίζοντά της», γιά νά βρεί άγορές σ' άλλους λαούς γιά τήν διευρυμένη παραγωγή της. Ό π ω ς δείχνουν τά άκόλουθα, ή σκέψη αυτή είναι τελείως συγκεκριμένη. Ό Χέγκελ βλέπει μπροστά του τήν άποικιοποίηση καί τήν διεύρυνση σέ παγκόσμια οικονομία. 'Ύστερα όμως άκολουθεί μιά κάπως σκοτεινή προφητεία. Λέει γιά τήν άστική κοινωνία: «Καθώς εκτίθεται στούς κινδύνους της πλεονεξίας, ξεπερνάει τά δρια απόκτησης, προσθέτοντας στό γήινο ρίζωμα καί στόν όρισμένο κύκλο της άστικής ζωής ένα στοιχείο ρευστότητας, κινδύνου καί κατάρρευσης» Πρέπει μάλλον νά τό κατανοήσουμε έτσι: ή μανία άπό173
κτησης, πού χαρακτηρίζει την άστική κοινωνία, καταλύει τόν αύτόχθονο χαρακτήρα της άστικής ζωής, εξωθώντας στόν κίνδυνο κατάρρευσης. Κλείνοντας ετσι τήν ιδιαίτερη άνάλυση τής άστικής κοινωνίας, περνάει στο κεφάλαιο «Σωματείο», πού πιάνει μόνο λίγες σελίδες. 'Ακολουθεί τό τρίτο μεγάλο κεφάλαιο γιά τό κράτος, τό τελευταίο τής Φιλοσοφίας τον Δίκαιου, Δεν θά άσχοληθούμε μ' αυτό. Περιλαμβάνει εσωτερικό και εξωτερικό κρατικό δίκαιο, πού συνοδεύεται άπό ενα μικρό υποκεφάλαιο γιά τήν παγκόσμια ιστορία. Ουσιαστικό περιεχόμενο του κεφάλαιου είναι ή πεποίθηση του Χέγκελ, πώς τό κράτος είναι «ή πραγματικότητα τής ήθικής ιδέας». Τό κράτος όμως του Χέγκελ δέν είναι ιδιαίτερα άνθρωπιστικό καί φιλικό, δπως εκείνο του Μόρους. Ή δ η στήν περιγραφή τής οικογένειας σημείωσε ό Χέγκελ, δτι ή «άγάπη» παύει νά υπάρχει στό κράτος, «όπου συνειδητοποιεί κανείς τήν ενότητα σά νόμο καί δλα πρέπει ναναι λογικά...». Οι παραστάσεις πού είχε ό Χέγκελ γιά τό κράτος τό θέλουν σάν πραγματοποίηση τής λογικής. Αυτή ή λογική είναι τελικά τραχιά. Έτσι ό Χέγκελ δέν πιστεύει, όπως ό Κάντ, στήν αιώνια άγάπη, παρά είναι άπολογητής του εξουσιαστικού κράτους, πού δέν άγαπα, ας πούμε, τήν ελευθεροτυπία καί θεωρεί τούς πολέμους άναπόφευκτους. Ό π ω ς περιγράφει τήν άστική κοινωνία χωρίς καλλωπισμούς, έτσι δέν επιφυλάσσει καί στό κράτος τίποτε ουτοπικό. Μολαταύτα 6 Χέγκελ πιστεύει στήν «ικανότητα τελειοποίησης» του άνθρώπου, εφόσον τό άνθρώπινο γένος βαδίζει έχοντας επίγνωση του εαυτού του σύμφωνα μέ τόν νόμο τού πνεύματος.
174
Η Π Α Ρ Α Π Ε Ρ Α ΤΥΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ Ή λάμψη του χεγκελιανοϋ συστήματος μέ την συνθετική δύναμη της σκέψης και τήν καθολικότητά της δέν κράτησε πολύ. Είναι ή περίοδος, στήν οποία οί μαθητές του έβλεπαν τόν δάσκαλο τους σάν τον διανοητή, πού συνοψίζει τά πάντα λογικά καί έρευνα τήν άλήθεια του «συνόλου». Σύντομα δμως ξέφτισε ή πίστη στο παντοδύναμο σύστημα. 'Αρχίζει ό εξοστρακισμός καί ό χλευασμός του συστήματος. Γιά τήν περίοδο αυτή λέει ό Μάρξ δτι μεταχειρίστηκαν τόν Χέγκελ σάν «ψόφιο σκυλί». Τό 1837 κιόλας έγραψε ό Κίρκεγκαρντ γιά τόν Χέγκελ, πού «πρόβαλε τήν λογική τριάδα μέ τόν πιό παλαβό τρόπο» προσθέτοντας στίς Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις: «'Αλλά τό σύστημα περιέχει περισσότερα άπ' δσα έχει 6 θεός στά χέρια του· ήδη αυτή τήν στιγμή έχει περισσότερα, φανταστείτε λοιπόν πόσα θάχει τήν ερχόμενη Κυριακή, δταν σίγουρα θαχει τελειώσει» Ό Χέγκελ μπήκε κιόλας στήν ιστορία· έχει τήν θέση του στήν ιστορία της φιλοσοφίας. Αυτό ισχύει δμως μόνο γιά τόν μεγάλο συστηματοποιό καί συνθέτη. Άλλη τύχη είχαν οί σπόροι πού φύτρωσαν απροσδόκητα, καί γι' αυτό άποτελεσματικότερα, μέσα άπό τά θεωρήματά του. 'Ενώ δηλαδή τό σύστημά του γκρεμίζεται, αρχίζουν νά επενεργούν κομμάτια καί ξεχωριστοί στοχασμοί του μεγάλου συγκροτήματος. , Αυτό ισχύει σέ γενικές γραμμές γιά τήν διαλεκτική του μέθοδο. Ά λ λ ά καί αυτή γίνεται άντικείμενο σαρκασμού, δταν ό Κίρκεγκαρντ μιλά γιά τόν δάσκαλο, πού έδωσε ένα στομάχι στήν φιλοσοφία, πού αναμασάει τρεις φορές, καί κάνει τήν τσουχτερή παρατήρηση, κάποιος έπόμενος μάστορας θάπρεπε νά δοκιμάσει ένα τετραπλό μηρυκασμό. Ή διαλεκτική μέθοδος του Χέγκελ διαπομπεύτηκε όσο καί τό σύστημά του. Ή διαλεκτική σκέψη μένει δμως καί ξεδιπλώνει τήν διεισδυτική της δύναμη. Ό Κίρκεγκαρντ τήν μεταπλάθει, δημιουργώντας τήν υπαρξιακή διαλεκτική του. Ό Μάρξ επεξεργάζεται θεωρήματά του καί άναπτύσσει τήν ιστορική-ύλιστική διαλεκτική του. Καί στούς δυό στοχαστές 175
ή διαλεκτική αλλάζει πρόσωπο, όπως ειχε άλλάξει επίσης Οψη άπό τον Κάντ στόν Χέγκελ. Θά μπορούσε νά νομίσει κανείς, πώς δεν άπόμεινε τίποτα άπό την χεγκελιανή διαλεκτική. Ό Μάρξ τήν «άναποδογύρισε», όπως είπε. "Άλλο τόσο τήν μετέβαλε και ό Κίρκεγκαρντ. Μολονότι ό Κίρκεγκαρντ δεν παύει νά μεταχειρίζεται τή διαλεκτική τού Χέγκελ περιφρονητικά, μένει τό γεγονός δτι ούτε αυτός ούτε 6 Μάρξ ξεκόλλησαν άπό τήν σφαίρα επιρροής της διαλεκτικής. Τί είναι δμως αυτή ή σφαίρα επιρροής καί τί ώθει αυτούς τούς στοχαστές νά επιμένουν σ' δ,τι άποκαλούν διαλεκτικό; Κανένας δρόμος δέν οδηγεί άπό τόν Κίρκεγκαρντ στόν Μάρξ: τά φαινόμενα πού πραγματεύονται, τά σημεία άναφοράς, τό νοητικό ύφος καί ό στόχος τής σκέψης τους παρουσιάζουν τήν μεγαλύτερη δυνατή διαφορά. Τούς ενώνει μόνο ή γνώση, πού ό Χέγκελ ειχε διατυπώσει ώς έξής: «Οι δεσμοί αυτού τού κόσμου έσπασαν κι αύτός καταρρέει σάν όνειροπόλημα». Ό Μάρξ καί ό Κίρκεγκαρντ βλέπουν μπροστά τους έναν σωριασμένο κόσμο καί είναι σύμφωνοι γιά τήν αναγκαιότητα τής κατάρρευσης τού κατεστημένου. Στό βαθμό πού περιγράφουν τήν κατάρρευση, οι έξωτερικεύσεις τους συνθέτουν μιά μελωδία. Ή όμοιότητα ομως περιορίζεται σ' αυτά. Μετά τήν δήλωση τής άναγκάιότητας τής επερχόμενης καταστροφής ή τής κατεύθυνσης τής εξέλιξης, έχουμε μπροστά μας δυό διαμετρικά άντίθετες θέσεις. Ό Κίρκεγκαρντ αιτιολογεί τά συμβαίνοντα μέ τήν προδοσία τού χριστιανισμού καί βλέπει σάν σωτηρία τήν επιστροφή στόν πραγματικό χριστιανισμό. Γιά τόν Μάρξ ή άναγκαιότητα δσων συμβαίνουν δέν έγκειται στόν εκφυλισμό τού άνθρώπου. Είναι συνέπεια τής άναγκαίας εξέλιξης. Άλλά ή διαδικασία εξέλιξης είναι υλική, οικονομική. "Αν ό Κίρκεγκαρντ περιμένει τά πάντα άπό τήν μετάνοια τής άνθρωπότητας, τήν εξιλέωση καί τήν επιστροφή στήν χριστιανική πίστη, ό Μάρξ προσφέρει άλλο γιατρικό: ή άνθρωπότητα πρέπει νά προχωρήσει, περνώντας διάφορα στά176
δια εξέλιξης, πού θά είναι άρκετά δυσάρεστα · βαδίζει άκατάπαυστα πρός την παγκόσμια επανάσταση, στο τέλος της οποίας άνατέλλει ή εποχή της ελευθερίας. Ή διαλεκτική δμως μέθοδος δείχνει τήν διπλοπροσωπία της κάτω άπό διαφορετικές αφετηρίες, διαφορετικές σκοπιές καί διαφορετικούς στόχους. Ό Μάρξ συνεχίζει νά θεωρεί τήν άναθεωρημένη άπό αυτόν διαλεκτική μέθοδο σάν τό άληθινό όργανο, ενώ ό Κίρκεγκαρντ δέν τήν βλέπει σάν επιστημονική μέθοδο στήν κυριολεκτική σημασία του δρου, παρά σάν άνθρώπινη εμπειρία. 'Αλλά στόν διαφορετικό τρόπο χρήσης φανερώνεται ή λειτουργία αυτού του σκάχτεσθαι, πού διαιρεί, διαχωρίζει τήν πραγματικότητα καί της επισυνάπτει τό στοιχείο του «άρνητικού». Ό Χέγκελ τό διαπίστωσε μέ τή φράση, δτι τό πνεύμα ζεί κυρίως δταν «κοιτάζει τό αρνητικό κατάματα καί παραμένει σ' αύτό», κι ή φράση αυτή παίρνει νέα παντοδυναμία. Τώρα πιά ή αρνητική καί καταστροφική ματιά άγκαλιάζει τήν πραγματικότητα σ' όλο της τό πλάτος, απειλώντας νά τήν αφανίσει. Ένώ παντού ξεσηκώνονται οί περιγραφές τού άρνητικού, τού «Μηδενός» καί της άλήθειας του, χάνεται κάθε θετική ματιά, τίποτε δέν ισχύει πιά εκτός άπό τό ϊδιο τό Μηδέν. 'Αλλά αύτό τό Μηδέν περιλαμβάνει μυστηριακά τά πάντα, τό καθετί. Στόν σκεπτικό παρατηρητή φαίνεται πώς ένας άλλαγμένος φωτισμός σκιάζει καί σκοτεινιάζει ο,τι ως τώρα ήταν θετικό καί φωτεινό. Διαπιστώνεται πάντως ένα γνώρισμα πού δέν ειχε διόλου 6 Χέγκελ. Ήθελε νά συμφιλιώσει τήν πραγματικότητα μέ τή θεωρία. Τώρα καταβάλλονται δλες οί προσπάθειες νά κάνουν τή θεωρία πολεμικό εργαλείο, πού θά μεταπλάσει τήν πραγματικότητα. Έ ν α άπό τά άποτελεσματικότερα μέσα των διαλεκτικών, πού άκολουθούν τόν Χέγκελ, είναι ή άπειλή μέ κατάρρευση. Γιατί τόσο ό Κίρκεγκαρντ δσο καί 6 Μάρξ άποδείχνουν «διαλεκτικά» δτι υπάρχει ό κίνδυνος κατάρρευσης. Ό επιστημονικός μαρξισμός τήν βλέπει σάν άναπόφευκτη, άν ό κόσμος δέν άκολουθήσει τίς οδηγίες του. 12.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
177
Κάτω άπό αυτό τό σημάδι αρχίζει ή δεύτερη πράξη του διαλεκτικού σκέπτεσθαι. Με τόν Χέγκελ τελείωσε ή πρώτη πράξη. Ή ιδέα μιας διαλεκτικής - συνθετικής λογικής, δπως τήν άνάπτυξε ό Χέγκελ τερμάτισε μόλις ξεκίνησε. Ή δεύτερη πράξη τού διαλεκτικού σκέπτεσθαι διαρκεί, καθώς φαίνεται, πιό πολύ. Καί δέν διαδραματίζεται στό βασίλειο τού πνεύ[χατος, παρά μέσα στίς πραγματικές διαστάσεις τού πολιτικού σκέπτεσθαι.
178
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ
179
ΑΠΟ TON ΧΕΓΚΕΛ ΣΤΟΝ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ ΚΑΙ ΤΟΝ ΜΑΡΞ Ό Χέγκελ πέθανε στις 14 Νοέμβρη 1831. Τό τελευταίο και μνημειώδες εργο, πού μας άφησε, είναι ή Φιλοσοφία του Δικαίου. Μετά άπό αυτό άφοσιώθηκε άποκλειστικά στην διδακτική δράση και δέν ξαναδημοσίευσε παρά μόνο μερικά μακροσκελή άρθρα. Πέθανε στο άποκορύφωμα της δόξας του. Δέσποζε στόν χώρο της γερμανικής φιλοσοφίας κι έκανε νά ώχριοϋν μπροστά του μορφές σάν τόν νεαρό Σοπενχάουερ ή τόν Σέλλινγκ. Άλλά ή σχολή πού δημιούργησε δέν είναι στέρεη καί διασπάται σύντομα σέ «δεξιά» καί «άριστερή» χεγκελιανή σχολή. Ή δεσποτική μορφή του Χέγκελ έλειψε, ή δικτατορική σκέψη, πού εξαφάνιζε μέ τήν πολεμική της τούς άντιπάλους, δέν έβρισκε πιά ζωντανή γλώσσα. Κανένας άπό τούς μαθητές του δέν διανοήθηκε νά πάρει τή θέση του. Τήν έδρα του πρωτοκληρονόμησε ένας άπό τούς πιό άδύνατους μαθητές του, ό πρώην πρύτανης Γκάμπλερ (= Πηρούνης), πού ό Χούμπολτ ονόμαζε ειρωνικά «μοιραίο πηρούνι». Ή δ η τό 1840, δηλαδή 9 χρόνια μετά τό θάνατο του Χέγκελ, κλήθηκε ό Σέλλινγκ στό πανεπιστήμιο του Βερολίνου σάν ό άνθρωπος πού είναι σέ θέση «νά καταπολεμήσει τήν δρακοσπορά του χεγκελιανού πανθεϊσμού, της ρηχής πολυξεροσύνης καί της άναρχης διάλυσης της πειθαρχίας του οίκου καί νά κατορθώσει μιά επιστημονική άναγέννηση του έθνους» Δέν έστρεψε μόνο ή Πρωσία τό πρόσωπό της άπό τόν Χέγκελ· τόν ειρωνεύονται, τόν ψέγουν καί τόν χλευάζουν πλατιοί κύκλοι της φιλοσοφικής σκέψης. Ό βερολινέζος καθηγητής Τρεντέλενμπουργκ άσκησε στίς Λογικές μελέτες του διακριτική καί μετριοπαθή κριτική, πού δμως έξουθένωσε τόν πυρήνα της διαλεκτικής σκέψης, τήν «διαλεκτική μέθοδο». Ό ευγενικός τόνος όμως δέν επικράτησε καί ή σκέψη του Χέγκελ, κυρίως ή διαλεκτική του, γίνονται άντικείμενο άσύ181
στολής ειρωνίας. Ό Σοπενχάουερ, γιά τον όποιο ό Χέγκελ είναι ενας «ρηχός, άδαής, άηδιαστικά άποκρουστικός και χωρίς πνεύμα τσαρλατάνος»^, μιλάει γιάτήν «άπόλυτη ανοησία της χεγκελιανής διαλεκτικής»^, ενώ δεν είναι λιγότερο τσουχτερές οι εκφράσεις σάν εκείνη γιά τόν στείρο μύλο της διαλεκτικής σκέψης ή την άλλη γιά την «πανούργα φόρμουλα, σύμφωνα μέ την οποία τό απόλυτο πνεύμα» άναπτύσσεται καί κινείται «σέ τέμπο 3/4 τής θέσης, άντίθεσης καί σύνθεσης»"^. Ή άγαπημένη του βιβλική περικοπή: «Δές, τά πόδια εκείνων, πού θά σέ κουβαλήσουν έξω, πατούν κιόλας στό κατώφλι τής πόρτας», δέν εύστοχει ϊσως πουθενά άλλού τόσο δσο στήν περίπτωση τού ϊδιου τού Χέγκελ. Ούτε ή έκφραση τού Μάρξ είναι υπερβολική, πώς έγινε τής μόδας νά μεταχειρίζονται τόν Χέγκελ σάν «ψόφιο σκυλί». Ή κριτική βέβαια είναι συστατικό κάθε επιστήμης, δμως ή κριτική πού άσκήθηκε στόν Χέγκελ, έχει άλλη γεύση καί διαφορετικό υπόβαθρο. Ή σκέψη τού Χέγκελ καταπολεμείται σάν αίρεση, τής προσδίνουν τήν δυσοσμία καταραμένης επιδημίας. Έτσι, ό αγώνας υπέρ καί κατά τού Χέγκελ έχει δλα τά σημάδια, πού δέν έχουμε συνηθίσει νά βλέπουμε στό πεδίο επιστημονικών φιλονικιών, παρά κυρίως δπου πολιτικές άντιλήψεις, κοσμοθεωρητικές κατευθύνσεις, θρησκευτικά κινήματα, ζωτικά συμφέροντα ή εμπαθείς στάσεις προκαλούν αντεγκλήσεις καί διαμάχες. Έδώ ισχύει ή άρχή τής ολοκληρωτικής απόρριψης ή τής ολοκληρωτικής παραδοχής καί ό νόμος τής μετάπτωσης, νά καταριούνται σήμερα δσα προσκυνούσαν χθές. Ό σκεπτικός παρατηρητής θά διερωτηθεί, γιατί σημειώθηκε μιά τέτοια μεταστροφή. Τί λοιπόν τού επιρρίπτουν, πού έσφαλε. Τά στοιχεία πού εμπεριέχουν οι κριτικές είναι πολύμορφα. Μιά μερίδα κριτικών, κυρίως έκπρόσωποι τής κατ' εξοχήν φιλοσοφίας σάν τόν Τρεντέλενμπουργκ καί τόν Σοπενχάουερ, άσκεί κριτική τής διαλεκτικής μεθόδου μέ λογικά καί μεθοδολογικά επιχειρήματα. Όμως ή αιτιολόγηση τής κλήσης τού Σέλλινγκ στό Βερολίνο περιέχει, δπως είδαμε, τόν ψόγο τού πανθείσμού, τής ρηχής πολυξεροσύνης καί 182
της διάλυσης. Δεν είναι σπάνια και ή κατηγορία δτι ό Χέγκελ έβλαψε τό δνομα της φιλοσοφίας σάν τέτοιας. Διαφορετική είναι ή κριτική, πού άσκησαν διανοητές σάν τον Κίρκεγκαρντ καί τόν Μάρξ. Ό Μάρξ δέν άμφισβητεί δτι ό Χέγκελ άνάπτυξε τήν διαλεκτική. Τήν εφαρμόζει καί ό ϊδιος, τόν επικρίνει δμως γιά μυστικοποίησή της. Ό Κίρκεγκαρντ άπό τήν άλλη πλευρά καταφέρεται ενάντια στόν καθηγητίστικο εκφυλισμό της φιλοσοφίας. Καί ό ϊδιος σκέπτεται διαλεκτικά, αλλά, δπως εξάλλου καί ό Μάρξ, επιθυμεί νά δώσει στήν διαλεκτική σκέψη τελείως διαφορετική σημασία καί κατεύθυνση. Στόν πρόλογο της Φιλοσοφίας τον Δικαίου ό Χέγκελ δήλωσε δτι κάθε φιλοσοφία κάνει άναπαράσταση «της εποχής της συλλημμένης σέ σκέψη». Καταφέρεται ενάντια σ' εκείνους πού πιστεύουν δτι ή φιλοσοφία μπορεί νά κάνει άλματα πρός τό μέλλον. Ή φιλοσοφία δέν μπορεί νά ξεπεράσει τά δρια της εποχής της δπως εξάλλου καί τά άτομα. Αυτή ή σκέψη του Χέγκελ βρίσκεται σέ συνάρτηση μέ τήν γνωστή φράση του, δτι τό λογικό είναι πραγματικό καί τό πραγματικό είναι λογικό. 'Αναθέτοντας δμως στήν φιλοσοφία τήν άποστολή νά εξετάζει τό κατεστημένο καί πραγματικό σχετικά μέ τήν λογικότητά του, μπαίνει στήν μεγάλη παράδοση τής Διαφώτισης, πού σφυρηλάτησε τήν πίστη δτι ό άνθρωπος βελτιώνεται σταδιακά μέ τήν αργή, αλλά συνεχή εξέλιξη τής λογικής. Ό Κάντ είχε διατυπώσει τόν περίφημο ορισμό τής Διαφώτισης: «Διαφώτιση είναι ή έξοδος τοϋ άνθρώπον άπό τήν άνηλικιότητα, στήν όποια εχει περιέλθει άπό δική τον ενοχή. Άνηλικιότητα είναι ή άνικανότητα νά χρησιμοποιεί κανείς τή δική του λογική χωρίς καθοδήγηση άλλων. Μέ δική τον ενοχή περιέρχεται κανείς στήν άνηλικιότητα δχι άπό νοητικό ελάττωμα, άλλά άπό ελλειψη άποφασιστικότητας καί θάρρους, πού απαιτούνται γιά τή χρησιμοποίηση τής δικής του λογικής χωρίς ξένη -αθοδήγηση. Sapere aude! Έ χ ε θάρρος νά χρησιμοποιείς τό δικό σον μυαλό! αυτό είναι τό σύνθημα τής Διαφώτισης»^. Ά π ό καιρό ό άνθρωπος έχει εκδηλώσει τό θάρρος, πού 183
πηγάζει από την άπόλυτη εμπιστοσύνη στήν ικανότητα της λογικής. Ό Κάντ δίδασκε σύμφωνα με τό σύνθημα: έμπιστεύσου τή λογική, μολονότι 6 ϊδιος στήν Κριτική τον καθαρού Λόγου εδειξε τα όρια τής θεωρητικής σκέψης. Στό βάθος επαναλαμβάνει μόνο δ,τι άπό τις άρχές των νεότερων χρόνων διδάσκεται με έμφαση: « Ή λογική, κύριοι, είναι αυτό πού εκανε τόν άνθρωπο βασιλιά δλων των ζώων»^. Και 6 Χέγκελ γίνεται συνήγορος αυτής τής μεγάλης πίστης στήν λογική, πού γιά πολύν καιρό στάθηκε τό είδωλο τής δυτικής σκέψης. Ή γενική φυσιογνωμία τής σκέψης του είναι μιά ομολογία πίστης στήν άπόλυτη λογική. Μάλιστα υπερθεματίζει ή πίστη αυτή του Χέγκελ κάθε προηγούμενο. Δέν ορίζει πιά τόν κόσμο τό έπιστημονικό, τεχνικό, πολιτικό, παιδαγωγικό ή όποιο άλλο συστατικό στοιχείο τής λογικής, παρά ή απόλυτα εξελισσόμενη λογική. Στενά συνδεμένη μέ τήν πίστη στήν άνθρώπινη λογική εμφανίζεται καί ή μεγάλη πίστη στήν πρόοδο. Ή θεωρία τής προόδου ισχυρίζεται: ή άνθρωπότητα σάν σύνολο προοδεύει, εξελίσσεται σέ ψηλότερες βαθμίδες, άκολουθεί άνοδική πορεία στήν ιστορία. Ό Κάντ μας δείχνει πόσο ισχυρή είναι ή πεποίθηση αυτή άκόμα καί εκεί, δπου εμφανίζονται μεγάλοι ενδοιασμοί σχετικά μέ τήν θεωρητική δύναμη τής λογικής. Ό Ι'διος δέν είναι στό βάθος αισιόδοξος άνθρωπος ούτε ό στοχαστής πού εμπιστεύεται άνεπιφύλακτα τήν άνθρώπινη φύση. Δέν είναι λίγες οι εξωτερικεύσεις του, πού εκφράζουν τίς άμφιβολίες του σχετικά μέ τίς ικανότητες του ανθρώπου. Μιά άπό τίς έπιφυλακτικές του φράσεις γιά τή φύση του άνθρώπου: «Πώς μπορεί κανείς νά περιμένει δτι άπό τόσο στραβό ξύλο θά ξυλουργηθεί κάτι τέλεια ϊσιο;»''' Μέ μεγάλη διστακτικότητα παίρνει θέση στό έπίκαιρο ερώτημα του Ρουσσώ, αν ό άνθρωπος είναι άπό φύση «καλός» ή «κακός». Ό άνθρωπος, λέει, ρέπει, δπως δείχνει ή πείρα, πρός τό κακό, ταυτόχρονα δμως εχει μιά «έμφυτη προδιάθεση» πρός τό καλό δυνάμει του χαρακτήρα του, πού είναι προσιτός σέ νοητικές επιδράσεις®. Έχουμε κι εδώ πάλι τήν πίστη στήν λογική, δηλαδή τήν νοητική ικανότητα του 184
άνθρωπου, άπ' δπου συμπεραίνει την προδιάθεση πρός τό καλό. Έτσι ή πίστη στη λογική γίνεται για τον Κάντ καί πίστη στην ιδέα της προόδου. Συμμερίζεται τήν πίστη ότι ή άνθρωπότητα προοδεύει άργά καί άδιάκοπα. 73 χρονών εγραψε μέσα στό άρθρο του Στη θεωρία σωστός αλλά ανώφελο στην πράξη: «Μπορώ λοιπόν νά δεχτώ: τό άνθρώπινο γένος κάνει συνεχείς πολιτιστικές προόδους, σύμφωνες μέ τούς σκοπούς του, άλλά καί συνεχείς προόδους άναφορικά μέ τούς ηθικούς σκοπούς της ζωής του· αυτές οι πρόοδοι είχαν ως τώρα διαλείμματα, άλλά οχι παύσεις. Δέν είμαι υποχρεωμένος νά άποδείξω αυτούς τούς ισχυρισμούς· άπόδειξη οφείλουν οι άντίπαλοι»^. Στό ϊδιο πεδίο κινείται καί ό Χέγκελ. Καί γι' αυτόν ό άνθρωπος είναι δν «καθευατό λογικό», πρέπει «νά εργαστεί γιά τήν αύτοπαραγωγή του, παίρνοντας καί δίνοντας», ωσότου γίνει «δι' εαυτό» λογικός. Έτσι ενώνονται ή λογική καί ή πρόοδος, άνεβαίνοντας ως τήν σύνθεση, σύμφωνα μέ τήν οποία ή άπόλυτη καί πάνω άπό τό σύμπαν ενθρονισμένη λογική είναι ό καθορισμός του άνθρώπου καί ή σταδιακή πραγματοποίησή του. Ό άνθρωπος καί ή άνθρωπότητα προοδεύουν, τό αποδείχνει ή παγκόσμια ιστορία. Στά κείμενα του Χέγκελ υποδηλώνεται καί μιά άλλη ιδέα γιά τήν πρόοδο. Προχωρεί μέν τό άπόλυτο πνεύμα, άλλά φέρει μαζί του πάντα καί τό «άρνητικό». Στήν πρώτη, εκρηκτική περιγραφή του άναπτυσσόμενου πνεύματος στήν Φαινομενολογία γίνεται σαφές, πώς τό εννοεί. Πρίν άπό τήν τελευταία βαθμίδα της εξέλιξης του άνθρώπινου πνεύματος, τό άρνητικό εμφανίζεται στήν ισχυρότερη μορφή του. 'Ακριβώς πρίν άπό τό «αύτασφαλές πνεύμα» υπάρχει τό κεφάλαιο γιά τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα. Τό ϊδιο συμβαίνει καί στήν Φιλοσοφία τον Δικαίου. Πρίν άπό τήν τελευταία θετική βαθμίδα του κράτους, τό όποιο εμφανίζεται σάν «πραγματικότητα της ηθικής ιδέας», υπάρχει τό κεφάλαιο γιά τήν άστική κοινωνία. Καί τούτη εκφράζει τό άρνητικό σ' ολο του τό πλάτος. Ή άστική κοινωνία, ή «χαμένη ήθικότητα». 185
Σέ ποια πρόοδο πιστεύει λοιπόν ό Χέγκελ; Σίγουρα δχι σε μιά συνετά άργή κι άδιάκοπα συνεχιζόμενη πρόοδο. Ένας Χέγκελ τέτοιας πίστης δέν θά είχε γράψει οΰτε τίς ζοφερές εικόνες του «αύταλλοτριωμένου πνεύματος» στήν Φαινομενολογία ούτε τίς σκοτεινές περιγραφές της αστικής κοινωνίας στήν Φιλοσοφία τοϋ Δίκαιον, Δέν θά είχε άναπτύξει εκείνη τήν εξουθενωτική κριτική ούτε τους πικρούς τόνους, πού συνοδεύουν αύτά τά κεφάλαια, αν πίστευε σέ μιά άπλή πρόοδο χωρίς περιπλοκές. Πρέπει νάχει κανείς υπόψη του τά παραπάνω, δταν κάνει σκέψεις γιά τή στάση του Χέγκελ άπέναντι στήν πρόοδο. 'Αλλά αυτή ή πλευρά του Χέγκελ δέν προσέχτηκε ιδιαίτερα ούτε στήν εποχή πού τόν τίμησε, οΰτε σ' εκείνη πού τού επιφύλαξε κριτική. Τόσο τούς οπαδούς δσο καί τούς κριτικούς τού Χέγκελ ενδιαφέρει μόνο τό τελικό συμπέρασμα, πού βεβαιώνει κάποια πίστη του στήν πρόοδο καί μιά αισιοδοξία. Μιά άπό τίς κύριες κατηγορίες, πού επιφύλαξε 6 Χάυμ στήν κριτική παρουσίαση τού Χέγκελ, είχε στόχο τήν «αισιοδοξία καί τόν στωικισμό» του. Μέ άλλον τρόπο, αλλά με στόχο πάλι τήν αισιοδοξία του, τόν κρίνει ό Μπούρκχαρτ στίς Κοσμοϊστορικές θεωρήσεις, Έκει λέει δτι ή ως τώρα φιλοσοφία της ιστορίας έπιχείρησε κατά μήκος τομές καί προσπάθησε «μ' αυτόν τόν τρόπο νά πετύχει ενα γενικό πρόγραμμα της εξέλιξης τού κόσμου, συχνά πολύ αισιόδοξο»/ Ή άκόλουθη φράση δείχνει δτι είχε υπόψη του κυρίως τόν Χέγκελ: «Τό Ι'διο καί δ Χέγκελ στή δική του Φιλοσοφία της Ιστορίας». Επικρίνει τόν Χέγκελ γιά τήν γνώμη, «δτι τό άποτέλεσμα της παγκόσμιας ιστορίας πρέπει (sie!) νά δείχνει, δτι αυτή ήταν ή λογική καί άναγκαία πορεία τού παγκόσμιου πνεύματος». "Αν οί άμφιβολίες τού Μπούρκχαρτ πάνω στόν ισχυρισμό τού Χέγκελ υπογραμμίζονται μέ τήν παρένθεση τού «sie!», ή έπόμενη φράση, πού επικαλούνται πολλοί, τίς τονίζει ρητά: «Δέν είμαστε βέβαια μυημένοι στούς σκοπούς της αιώνιας σοφίας καί δέν τούς ξέρουμε. Αυτή ή φιλάρεσκη πρόβλεψη ενός κοσμοσχεδίου οδηγεί σέ 186
πλάνες, επειδή ξεκινάει από σφαλερές προϋποθέσεις»^®. Όλες αυτές οι κατηγορίες γιά στωικότητα και αισιοδοξία, γιά «φιλάρεσκη πρόβλεψη» κλπ. δέν προσβάλλουν δλον τόν Χέγκελ. Όποιος τόν γνωρίζει ακριβέστερα, ξέρει οτι ή συμφιλίωση της πραγματικότητας μέ τη λογική καί ή συγχώνευση της εξέλιξης της λογικής καί τής ιστορίας του προξένησαν δυσκολίες. Ή διαλεκτική μέθοδος προξενεί βέβαια δυσκολίες σέ κεινον πού πεισματικά επιμένει νά κατανοεί τήν ιστορία σάν τήν εξέλιξη τής άπόλυτης λογικής. "Αν διατυπώνονται δλες αυτές οι επικρίσεις, καί άλλες πού άφοροϋν περισσότερο τήν εποχή του, αυτό δείχνει ταυτόχρονα πόσο άλλαξε τό πνεύμα τής εποχής. Πρόκειται γιά τή βαθιά αλλαγή, πού παρατηρούμε όλοένα στήν ιστορία τής ανθρωπότητας. Δέν υπάρχει καμιά αμφιβολία, πώς ή άνθρωπότητα υπόκειται σέ μεταβολές αισθημάτων καί διαθέσεων, πού περιβάλλουν δλες τίς μορφές οργάνωσης της, ανάλογες μ' εκείνες πού παρατηρούμε στά άτομα. Μερικές φορές ή άνθρωπότητα νιώθει ψηλά ή στήν κορυφή, άτενίζει τό μέλλον μέ αύτασφάλεια, ελπίζει στήν επερχόμενη ευτυχία καί αύτοθαυμάζεται. "Αλλες φορές γλιστράει στήν κοιλάδα, κοιτάζει τό μέλλον γεμάτη φόβο, περιμένει δλα τά δεινά, νιώθει οίκτο καί περιφρόνηση γιά τόν εαυτό της. Καί γιά τίς δυό καταστάσεις υπάρχουν άμέτρητοι λόγοι. Μιά ξαφνική άλλαγή διάθεσης μπορεί νά οφείλεται σέ καταστροφές, δεισιδαιμονικά έξηγημένα σημάδια όπως ή εμφάνιση ενός κομήτη, υστερικούς μεγάλης προφητικής καί υποβλητικής δύναμης, άσήμαντα ή μεγάλα περιστατικά. Τέτοιες προαισθήσεις άποδείχνονται τό ϊδιο άξιόπιστες όπως καί άναξιόπιστες. Είναι άμφίβολο, αν ή άνθρωπότητα έχει ένα είδος σίγουρου ένστικτου ή πραγματική προαίσθηση γιά τά μελλοντικά. Συχνά φαίνεται ή άνθρωπότητα νά παίζει μέ τή φωτιά ή νά πάσχει άπό άπελπισία γιά μιά φανταστική συμφορά. Αυτά σημειώνονται εδώ προκειμένου νά άναφερθούμε στήν ιδιαίτερη μεταβολή διάθεσης, πού είχαμε μεταξύ τού πρώτου καί τού τελευταίου τέταρτου καί δέκατου ένατου 187
αιώνα. Ένώ ολόκληρος ό 19ος αιώνας χαρακτηριζόταν γενικά άπό μιά οικονομική και τεχνική, ϊσως και πολιτιστική, πρόοδο, στό περιθώριο αυτών των εξελίξεων υψώθηκαν προειδοποιητικές και άπειλητικές φωνές. Δέν ήταν πολυάριθμες, αλλά είχαν βάρος και απήχηση. Δέν προήλθαν άπό τους κύκλους των τεχνικών, των πολιτικών, τών άνθρώπων της οικονομίας, άλλά άπό τους κύκλους τής πνευματικής ζωής. 'Ονομάζουμε τέσσερις τέτοιες ψυχές, καθεμιά άπό άλλη παράταξη. Παραθέτουμε περικοπές τών Μπούρκχαρτ, Κίρκεγκαρντ, Μάρξ καί Νίτσε, πού καθένας μέ δικό του τρόπο προφήτεψαν επερχόμενες συμφορές. Τό 1842 γράφει 6 Μπούρκχαρτ: «Περιμένω πολύ τρομακτικές κρίσεις, άλλά ή άνθρωπότητα θά τίς ξεπεράσει καί ή Γερμανία θά έχει ϊσως τότε τήν άληθινά χρυσή εποχή της»^^. Έδώ προαναγγέλλει μόνο «κρίσεις», άλλά άπό χρόνο σέ χρόνο οι προβλέψεις του γιά τό μέλλον γίνονται σκοτεινότερες. Τό 1846 λέει οτι τά προμηνύματα τής κοινωνικής συντέλειας του κόσμου έφτασαν στό κατώφλι καί συνεχίζει: «Έγώ δέν μπορώ νά τό άποτρέψω καί προτού ή καθολική βαρβαρότητα (γιατί δέν βλέπω τώρα τίποτα άλλο) ξεσπάσ ε ι . . Τ ό 1849 επαναλαμβάνει: «Δέν περιμένω τίποτα άπό τό μέλλον· είναι δυνατό νά έχουμε άκόμα μερικές μισοϋποφερτές δεκαετίες, ένα είδος ρωμαϊκο-αύτοκρατορικών χρόνων. Έ χ ω μάλιστα τή γνώμη δτι δημοκράτες καί προλετάριοι, οσο οργισμένες προσπάθειες κι αν κάνουν, θά υποχρεωθούν νά υποχωρήσουν τελεσίδικα μπροστά σ' έναν όλοένα τραχύτερο δεσποτισμό» Αυτό τό συναίσθημα δέν εγκαταλείπει τόν Μπούρκχαρτ καί στά κείμενά του επαναλαμβάνονται εδάφια τέτοιου τύπου. Τό 1881 γράφει: «Τό αισθάνομαι στό πετσί μου, στή δύση θά εκραγεί κάτι, μόλις ή Ρωσία βυθιστεί σέ συνεχιζόμενα βίαια περιστατικά. Θά άρχίσει τότε μιά εποχή, όπου θά διανυθούν δλα τά στάδια ως τό χάος, ώσότου τελικά διαμορφωθεί μιά πραγματική εξουσία μετά άπό άπειρες β ι α ι ο π ρ α γ ί ε ς » Τ ό ν ϊδιο χρόνο: «Μέ καταλαμβάνει μερικές φορές φρίκη, φανταζόμενος οτι ή κατάσταση στήν Ευρώπη θά περιπέσει ξαφνικά σέ διαδικασίες γοργής σήψης καί ση188
μερινές, φαινομενικά υγιείς δυνάμεις θά παραλύσουν άπό θανάσιμη αδυναμία» Ά π ό τήν ιδια εποχή προέρχεται ό περίφημος πρόλογος του βιβλίου Βούληση γίά δύναμη του Νίτσε: «Αυτό πού διηγούμαι είναι ή ιστορία των επόμενων δύο αιώνων. Περιγράφω τί θαρθει, τί δέν θά μπορέσει νά γίνει αλλιώς: τήν ανατολή τοϋ μηδενισμού. Μπορούμε τώρα κιόλας νά διηγηθούμε αυτή τήν ιστορία, γιατί εδώ δουλεύει ή ϊδια ή άναγκαιότητα. Αυτό τό μέλλον μιλά κιόλας μ' εκατό σημάδια, αυτό τό πεπρωμένο αναγγέλλεται παντού. Έχουν ευαισθητοποιηθεί όλα τ' αύτιά γιά τούτη τή μουσική τού μέλλοντος. Όλόκληρη ή εύρωπαϊκή κουλτούρα μας οδηγείται σέ μιά καταστροφή μέ μακρόχρονη κιόλας βασανιστική άγωνία, πού μεγαλώνει άπό δεκαετία σέ δεκαετία. Κινείται άνήσυχη, βίαιη, άφρισμένη σάν ρεύμα, πού θέλει νά φτάσει στό τέρμα, πού δέν κάνει πιά σκέψεις, πού φοβάται νά κάνει σκέψεις». Τέτοιους οραματισμούς επερχόμενης συντέλειας δέν είχαν μόνο ό Μπούρκχαρτ καί ό Νίτσε· ό Μάρξ καί 6 Κίρκεγκαρντ έκαναν τό ϊδιο άπό διαφορετική σκοπιά. Τό 1837 έγραφε ό Κίρκεγκαρντ στό 'Ημερολόγιο του: «Αυτή τή στιγμή δέν φοβάται κανείς τίποτα άλλο άπό τήν ολοκληρωτική χρεοκοπία, στήν οποία βαδίζει δλη ή Εύρώπη, καί ξεχνά τήν πιό επικίνδυνη, τήν ϊσως άναπόφευκτη πνευματική χρεοκοπία, πού στέκει στό κ α τ ώ φ λ ι . . Σ τ ό έξης επαναλαμβάνονται συνέχεια οι προφητικές άναγγελίες της επερχόμενης κρίσης. Θά άναφέρουμε μόνο λίγες. Τό 1846: «Όλα τά κακά θάρθουν τελικά άπό τίς φυσικές επιστήμες»^"^. Τό 1854 6 Κίρκεγκαρντ περιγράφει «τά σημάδια, πού δείχνουν άν μιά δοσμένη κατάσταση ώρίμασε γιά τή συντέλεια»^® καί τά βρίσκει στήν εποχή του· τόν ϊδιο χρόνο γράφει: «Δέν μπορεί πιά νά γίνει λόγος γιά μιά ενδιάμεση επανάσταση, γιατί ολα βασίζονται σέ μιά επανάσταση, πού θά μπορούσε νά ξεσπάσει κάθε στιγμή Ό Κίρκεγκαρντ όμως δέν εννοεί διόλου μιά πολιτική ή κοινωνική επανάσταση, παρά στρέφει μέ άπόγνωση τό βλέμμα του πρός τόν χριστιανισμό καί τήν λαθεμένη πορεία 189
πού ακολούθησε κατά τή γνώμη του. Την γενικότερη πολιτική επανάσταση, την άναγκαιότητα καί τό αναπόφευκτο της κατάρρευσης του τωρινού κόσμου αναγγέλλει άπό τό 1843 6 Κάρλ Μάρξ. Αυτές οι τέσσερις φωνές, πού κατονομάσαμε αντιπροσωπευτικά, άναγγέλλουν σάν άπό Ινα στόμα τήν επερχόμενη κατάρρευση τού πολιτισμού της εποχής τους. Είναι εκπληκτικό νά σκεφτούμε πώς αυτοί οι στοχαστές δέν έχουν σχεδόν τίποτα κοινό καί εμφανίζουν διαμετρικές διαφορές στίς άφετηρίες τους, στήν κατεύθυνσή τους, στίς σκοπιές τους καί πρό πάντων στούς στόχους τους. Στήν ομάδα αυτών των στοχαστών θά μπορούσαμε άνετα νά άντιπαραθέσουμε πολλούς άλλους, πού διαλαλούσαν τήν ευτυχία τού Ιδιου αιώνα καί τού μέλλοντος. Αύτό δέν θάταν επιχείρημα κατά τών πρώτων μεγάλων καί μέ τόν τρόπο τους ευαίσθητων στοχαστών, πού ένιωθαν κιόλας τό τρίξιμο τών θεμελίων της τότε ζωής.
190
ΣΕΡΕΝ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Ό Κίρκεγκαρντ γεννήθηκε τό 1813· ό πατέρας του ήταν πλούσιος έμπορος, πού ξεκίνησε σαν καλτσέμπορος. Ή μητέρα του, μιά ήσυχη και άφανής γυναίκα, ήταν υπηρέτρια του πατέρα του. Ό πατέρας του, ενας θρήσκος οπαδός του πιετισμοϋ καί σύμφωνα μέ τις περιγραφές του Κίρκεγκαρντ ενας άνθρωπος μελαγχολικός, άσκησε μεγάλη επιρροή στόν γιό του, πού σ' δλη του τή ζωή αισθανόταν άπέναντί του μειονεκτικότητα. Στα γραφτά του εμφανίζεται συχνά ή εικόνα του πατέρα, πού είχε στενή σχέση μέ τόν γιό καί του μετάδωσε προπάντων φόβο καί άπελπισία. Γράφει 6 Κίρκεγκαρντ στά Ήμερολόγίά του: «Σάν άνθρωπος είμαι φουκαράς, ενα δυστυχισμένο παιδί, πού τδκανε έτσι ένας μελαγχολικός γέρος άπό άγάπη» (1848)2ο. Εντούτοις ή ϊσως γι' αυτό 6 πατέρας παράμεινε ή δεσποτική μορφή, πού διαφεντεύει τή ζωή του Κίρκεγκαρντ άναπόδραστα. Ζει συγκολλημένος σχεδόν μυστικιστικά μ' αυτόν. Σ' αυτόν οφείλει, κατά τή δική του αίσθηση, τά δυό πιό μεγάλα περιεχόμενα της ζωής του, παράδοξα συνταιριασμένα: τόν χριστιανισμό καί τήν άπελπισία. Έτσι πρέπει νά εννοήσουμε τή φράση, πού 6 Κίρκεγκαρντ έγραψε στά Ήμερολόγίά του τό 1843: «Στόν πατέρα μου οφείλω τά πάντα εξαρχής. Ό τ α ν μέ κοίταζε μέ κατάθλιψη, μόνιμα μελαγχολικός, μέ παρακαλούσε: Κοίτα νά άγαπήσεις σωστά τόν 'Ιησού Χριστό»^^. Στήν γλώσσα της ψυχολογίας 6 Κίρκεγκαρντ δέν άποδεσμεύτηκε ποτέ, δέν μπόρεσε νά ελευθερωθεί άπό τόν πατέρα του. Αυτό τό στοιχείο επιτρέπει μιά πρώτη πρόσβαση στό φαινόμενο. Ό π ω ς δέν ξεπέρασε τόν πατέρα του καί τό παρελθόν, δπως τό χάραξε ό πατέρας του, έτσι δέν μπορεί νά άπαλλαγεί άπό τό μεγαλύτερο καί ισχυρότερο παρελθόν της δύσης: τόν χριστιανισμό. Αυτός μένει 6 τελευταίος στόχος της ζωής καί της σκέψης του. Ό Κίρκεγκαρντ μεγάλωσε στήν Κοπεγχάγη. Όλοφάνερα 191
είναι τό πρόωρα ώριμο παιδί και στό σπίτι τόν φωνάζουν «πηρούνι». Γιατί, οταν ρωτήθηκε κάποτε, τί θέλει νά γίνει, άπάντησε: «ένα πηρούνι», γιά νά σουβλίζω τά πάντα καί νά τρυπώ ολους δσους μέ κυνηγούν. Είκοσιδυό ετών μπαίνει στό πανεπιστήμιο, σκοπεύει νά σπουδάσει φυσικές επιστήμες, τείνει όμως πιό πολύ πρός τή θεολογία πού τελικά σπουδάζει. Ενδιάμεσα τόν άπασχόλησε ή σκέψη νά γίνει δικηγόρος. Τίς σκέψεις του συνόδευε ή γνώμη δτι αυτό πού του λείπει είναι «ή διαβίωση μιας τέλεια άνθρώπινης ζωής»^^. Έρευνα τόν προορισμό του καί τά καθήκοντα, πού του επέβαλε 6 θεός. Θέτει γιά σκοπό του: «Νά βρώ τήν ιδέα, γιά τήν όποια θέλω νά ζήσω καί νά πεθάνω»^^. Αυτά φαίνονται κάπως στομφώδη, αλλά ή παραπέρα έξέλιξη άποδείχνει τό αντίθετο. Ό Κίρκεγκαρντ τελειώνει τίς σπουδές του, πού κράτησαν πολύν καιρό, μέ μιά διδακτορική διατριβή πάνω στήν 'Έννοια της ειρωνείας. Έδώ ξαναρχίζει τό άδιέξοδο, τώρα δέν μπορεί νά άποφασίσει ποιό επάγγελμα νά ακολουθήσει. Μετά τίς επίσημες θεολογικές εξετάσεις μελετά νά γίνει κληρικός, άλλά δέν τό άποφασίζει. Γράφει τό 1840: «Μεγάλη μου άτυχία είναι πού όταν εγκυμονούσα τέτοιες ιδέες, παράβλεψα τό ιδανικό. Γεννώ έτσι εκτρώματα καί ή πραγματικότητα δέν άνταποκρίνεται στούς καυτούς πόθους μου...»^"^. Ά π ό τώρα αρχίζει ή υπεύθυνη ζωή, πού στόν Κίρκεγκαρντ έχει άλλη οψη άπό αυτή πού φανταζόμαστε. Ή ζωή του χαρακτηρίζεται άπό τή στάση του νά άποφεύγει κάθε επαφή μέ τήν πραγματική ζωή. Πισωδρομεί κάθε φορά πού ή πραγματική ζωή, δηλαδή ή μέση άστική ζωή, άπαιτει ένα βήμα. Ό Κίρκεγκαρντ άρραβωνιάζεται, άλλά μετά άπό ατέλειωτα βάσανα καί κρίσεις απελπισίας διαλύει τούς άρραβώνες. Σχετικά μέ τό επαγγελματικό θέμα μένει πάντα άναποφάσιστος. Γίνεται συγγραφέας, σάν άπό χόμπυ. Δίπλα άπό θρησκευτικά κείμενα, πού αποκαλεί εποικοδομητικούς λόγους, δημοσιεύει μέ ψευδώνυμο ένα βιβλίο πού κάνει αίσθηση. Τό βιβλίο έχει δυό μέρη καί τιτλοφορείται «'Ή-ή>>. Τό όνομα του πλασματικού εκδότη είναι «Βίκτωρ Έρεμίτα». 192
Ή ζωή του Κίρκεγκαρντ είναι φτωχή σέ εξωτερικά περιστατικά. Δεν κατέχει οί3τε επιζητεί άξίωμα, δεν άναλαβαίνει υποχρεώσεις, καί μετά τήν πρώτη δοκιμή αρραβώνων, πού άκύρωσε, δεν επιχείρησε ποτέ πιά νά δημιουργήσει σχέσεις μέ γυναίκα. Ζει από τήν περιουσία του. Μέ εξαίρεση μερικά ταξίδια, μεταξύ των οποίων ένα στό Βερολίνο, δέν εγκαταλείπει τήν Κοπεγχάγη. 'Αρνήθηκε επίμονα νά άναλάβει προτεινόμενες υποχρεώσεις κάθε είδους. Ό τ α ν του πρόσφεραν μιά ψηλή αμοιβή γιά τή συνεργασία του σέ μιά εφημερίδα, τήν άπέκρουσε ρητά. Προτίμησε τή ζωή άνώνυμου. Τό κατάφερε δμως μόνο ως ένα σημείο. Μολονότι τά κείμενά του δημοσιεύονται κάθε φορά μέ καινούργιο ψευδώνυμο, έγινε γνωστός συγγραφέας κι ας απόφευγε από φόβο κάθε επαφή μέ τή δημοσιότητα. Ή Κοπεγχάγη γνωρίζει τόν εξωτερικά παράξενο άνδρα. Έ ν α χιουμοριστικό φύλλο της Κοπεγχάγης, Ό πειρατής, τόν κάνει στόχο σάτιρας, παίρνοντας αφορμή τήν εμφάνιση του καί τούς άρραβώνες του. Ό Κίρκεγκαρντ προσβάλλεται βαθιά. Πόσο τραυματίστηκε, δείχνουν εξωτερικεύσεις του σάν αυτή: «Τί είναι πιό βαρύ: ή εκτέλεση στό απόσπασμα ή 6 αργός θάνατος του τσαλαπατήματος από χήνες Γιά τήν τότε Κοπεγχάγη, μιά μικρή πόλη, 6 Κίρκεγκαρντ είναι ένας αλλόκοτος τύπος, πού γράφει βιβλία, άλλά ζει μακριά άπό κάθε δραστηριότητα. Χωρίς παρέες καί δημόσιες εμφανίσεις. Δυό φορές τόν κάλεσε 6 βασιλιάς γιά προσωπική συνομιλία· πού καί πού δημοσιεύονται κριτικές των βιβλίων του. Ό Κίρκεγκαρντ φοβάται τήν δημοσιότητα. Οι πρόλογοί του επαναλαμβάνουν άδιάκοπα πώς δέν δίνει σημασία στό «κοινό». Γράφει στόν πρόλογο των Τελικών άφιλοσόφητων ειδήσεων στά φιλοσοφικά θρύψαλα, πού πρόσθεσε στό μεγάλο δίτομο έργο Φιλοσοφικά θρύψαλα: «Σπάνια ευνοήθηκε μιά συγγραφική προσπάθεια άπό τήν μοίρα, δπως τά Φιλοσοφικά θρύψαλά μου. Διστακτικός καί φειδωλός σέ εξωτερικεύσεις γνώμης ή κριτικής πάνω στό βιβλίο, μπορώ τώρα άναμφίβολα νά πω μιά άλήθεια γιά τήν τύχη αυτών των μικρών κομματιών: Δέν προξένησαν εντυπώσεις, διόλου μάλι13.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
193
στα. 'Ανενόχλητος άφέθηκε στο σκοινί ό καλοκρεμασμένος συγγραφέας σύμφωνα με τό σύνθημα (καλύτερα καλοκρεμασμένος παρά κακοπο^ντρεμένος). Κανένας δέν τόν ρώτησε, ούτε στ' αστεία, γιά ποιόν κρεμάστηκε»^^. Κι δμως: τό πρώτο βιβλίο του Κίρκεγκαρντ εκανε κρότο. Κι άκόμα: 6 Κίρκεγκαρντ παρακολουθούσε προσεκτικά τί γράφεται γιά τό εργο του. Παίρνει θέση σ' αυτά, δχι δημόσια, αλλά στά Ήμερολόγιά του, θέση πολύ προσβλημένου κάποτε. Εκτός από τόν πατέρα του καί λίγους ανθρώπους σπάνια καταφέρνει κανείς νά τού μιλήσει, ό ϊδιος δμως πρόσεχε τίς δημόσιες αντιδράσεις. Έτσι τόν τραυμάτισαν, δπως είπαμε, οί επιθέσεις τού Πειρατή θανάσιμα. Ό σ ο φτωχή σέ εξωτερικά περιστατικά ήταν ή ζωή του, τόσο έντονα διαδραματίζεται ή εσώτερη ζωή του. "Ομως ή αυλαία είναι κατεβασμένη. Τά 'Ημερολόγια άφήνουν νά φάνει σέ ποιούς διχασμούς, φόβους, συγκρούσεις καί αναλαμπές ζει ό Κίρκεγκαρντ. Τόν έμφανίζουν σάν ήρωα ενός μεγάλου δράματος, πού παίζει μέ τόν εαυτό του, τόν κόσμο καί τόν θεό. Ό , τ ι άπό αυτά διαρρέει πρός τά έξω, είναι καλοχτενισμένο, οργανωμένο καί σκόπιμα παρασκευασμένο. Ένμέρει επιχειρεί μάλιστα νά μυστικοποιήσει τό περιβάλλον του. Δέν έχει άδικο, δταν τό 1837 λέει: «Καθένας εκδικείται τόν κόσμο. Έγώ τόν εκδικούμαι κουβαλώντας μέσα μου τόν πόνο καί τή λύπη μου, ενώ οι άλλοι διασκεδάζουν μέ γέλια. Βλέπω κάποιον νά υποφέρει, τού δείχνω οίκτο, τόν παρηγορώ, δσο μπορώ, τού προσφέρω άκρόαση, δταν μέ βεβαιώνει πώς είμαι ευτυχισμένος. "Αν τά καταφέρω έτσι ως τόν θάνατό μου, τότε ε ξ ι λ ε ώ θ η κ α » Γ ι α τ ί δμως εκδικείται 6 Κίρκεγκαρντ τόν κόσμο; Τί κακό τούκανε; Ό π ω ς καί νά άπαντήσουμε στή δύσκολη αυτή ερώτηση, άπομένει τό γεγονός σάν τέτοιο, ή εκδικητική δίψα, πού τελικά παίρνει μεταφυσικό νόημα. Ό σύγχρονος κόσμος του θρυμματίστηκε γι' αυτόν καί φέρνει τά σημάδια της συντέλειας. Βλέπει τόν επίσημο χριστιανισμό σάν γυμνή αυταπάτη, τό «μοντέρνο» σάν «καμώματα»^®. Σέ αυτόν τόν κόσμο στρέφεται ή εκδίκηση. 194
Ό Κίρκεγκαρντ, συντριμμένος ό ίδιος, ζει σ' έναν συντριμμένο κόσμο. Αυτός είναι ό στόχος του αγώνα του και της εκδίκησης του, άλλα άγώνας κι εκδίκηση δέν μπορούν νά πάρουν έμπρακτο χαρακτήρα. Έτσι ή ζωή του μετατρέπεται σέ πόνο, πού υπομένει πεισματικά. Ό σ η ενέργεια κατέχει, διοχετεύεται στήν περιγραφή τού πόνου, πού βασανίζει τόν ϊδιο καί τόν κόσμο. Έτσι περνά ή ζωή του. Είναι άφιερωμένη στήν συγγραφική δουλειά. Καμιά σκοτούρα γιά τούς πόρους ζωής· ή περιουσία τού φτάνει. Κλείνεται όλοένα περισσότερο μέσα στόν δικό του κόσμο. Τόν διακατέχει ή πεποίθηση δτι «ένας μόνο άνθρωπος» δέν μπορεί νά βοηθήσει ή νά σώσει τήν εποχή του, «μπορεί μόνο νά τονίζει ότι ή εποχή του καταρρέει»29. 'Αλλά άπό τό 1849 καλλιεργείται μέσα του μιά άλλη σκέψη. Στά Ημερολόγια βρίσκονται διατυπώσεις σάν αύτή: «Μετά άπό δλα τά βάσανα μέσα μου καί μέ τήν υπεροχή πού ειχα, άλλά καί μέ τήν μεταχείριση πού μούγινε, έφτασα τώρα στό σημείο νά βλέπω τόν εαυτό μου σάν έκφραση κάποιας πρόνοιας, πού θά συντελέσει σέ κάποια άνάσταση». Καί ξαφνικά προβάλλουν τέτοιες σκέψεις: « Ά ν ό θεός μού άναθέσει μιά μεγαλύτερη άνθρώπινη δράση, ώστε νά μήν εμφανίζομαι πάντα στό τρίτο πρόσωπο καί νά μπορώ νά επεμβαίνω προσωπικά στίς καταστάσεις, τότε θά έχω δεχτεί βοήθεια»3ο Άλλά αύτά είναι άπλός άναλογισμός, πού εγκαταλείπεται μέ τήν αιτιολογία, δτι ό ϊδιος «είναι ένας έξομολογούμένος ικέτης, άπό τόν όποίο ό θεός μπορεί νά ζητά δ,τι θέλει»^^. Τά πράγματα δμως οξύνονται γιά τόν Κίρκεγκαρντ. Ένας άπό τούς λίγους άνθρώπους, πού έχουν επαφές μαζί του, είναι φίλος τού πατέρα του, 6 επίσκοπος Μύνστερ. Τό 1847 γράφει στά 'Ημερολόγια:«Ύιμ'ί\ στόν επίσκοπο Μύνστερ! Δέν θαύμασα κανέναν ζωντανό εκτός άπό τόν έπίσκοπο Μύνστερ, καί είναι χαρά μου νά θυμάμαι έτσι τόν πατέρα μου. Συμπεριφέρεται έτσι, ώστε νά διακρίνω τά άρνητικά σημεία καθαρότερα άπό κάποιον, πού τού επιτέθηκε. Άλλά αυτό πού έχω νά πώ είναι κάτι πού μπορεί νά λεχθεί χωρίς νά 195
τόν βλάψει — αν ό ίδιος όέν κάνει άστοχες επεμβάσεις. Υπάρχει κάτι δισήμαντο στην ΰπαρξή του, πού δεν μπορεί νά αποφευχθεί, γιατί ή επίσημη εκκλησία είναι δισήμανΤό 1854 πεθαίνει ό επίσκοπος Μύνστερ. Στο μνημόσυνο μίλησε ό θεολόγος Μάρτενσεν, πού τόν διαδέχτηκε, καί τόν χαρακτήρισε «μάρτυρα της άλήθειας». Ό Κίρκεγκαρντ δημοσίευσε τόν Δεκέμβρη του 1854 ένα άρθρο πού ειχε συντάξει τόν Φλεβάρη του ϊδιου χρόνου μέ τίτλο: ^Ηταν «μάρτυρας της αλήθειας» ό επίσκοπος Μύνστερ, «γνήσιος μάρτυρας της αλήθειας» - αυτό εΐναι ή άλήθεια;^^ Ό Κίρκεγκαρντ αντιμάχεται πανηγυρικά αυτόν τόν ισχυρισμό. 'Ακολουθούν άπαντήσεις στόν τύπο, επικριτικές καί έπιδοκιμαστικές. Ή πολεμική συνεχίζεται, 6 Κίρκεγκαρντ άνταπαντά στίς επικρίσεις καί επιμένει στίς εκτιμήσεις του. Δημιουργείται σάλος. Γιά μιά στιγμή φάνηκε ναλειψε ή κατάρα καί νάφυγε άπό πάνω του ή βάσκανη ματιά πού τόν κρατούσαν σέ εσωτερική μοναξιά. Ξυπνά ό άγωνιστής Κίρκεγκαρντ. Στά Ήμερολόγιά του κάνει σκέψεις, πού επιγράφει «καταστροφική δράση», αν πρέπει ν' άρχίσει μιά δράση καταστρεπτική^'^. Κάνει μιά δοκιμή. Ά π ό τόν Μάη ως τόν Όκτώβρη του 1855 θέτει σέ κυκλοφορία φυλλάδια μέ οξύτατες επιθέσεις κατά τού επίσημου χριστιανισμού. Ά π ό φυλλάδιο σέ φυλλάδιο ό τόνος γίνεται όλοένα τσουχτερότερος. Ό Κίρκεγκαρντ δέν διστάζει νά χρησιμοποιεί τούς δριμύτερους χαρακτηρισμούς. Στό ένατο φυλλάδιο γράφει μέ πρωτόγονη σαφήνεια, «δτι οι κληρικοί είναι άνθρωποφάγοι καί μάλιστα τού άπεχθέστερου εϊδους»^^. Θέλει, φαίνεται, ν' άνάψει μεγάλη πυρκαγιά. Βρήκε τό νόημα της ύπαρξής του; Ξεπέρασε τό μυστικό καί τά μέτρα της ύπόστασής του; Αυτά μένουν άναπάντητα. Ό Κίρκεγκαρντ πέθανε προτού κυκλοφορήσει τό δέκατο φυλλάδιο. Υποδέχεται τόν θάνατο σάν νά τόν περίμενε άπό καιρό. Σέ μιά άπό τίς τελευταίες συνομιλίες του τόν ρώτησε 6 φίλος του Μπέσεν, αν δημοσίευσε δλες" τίς Ριπές οφθαλμού, δπως τιτλοφορούσε τά φυλλάδια. Ό Κίρκεγκαρντ άπάντησε 196
«ναι», και οταν ό φίλος του παρατήρησε, πόσα «θαυμαστά» υπήρξαν στή ζωή του, ειπε: «Ναι, είμαι πολύ χαρούμενος και πολύ θλιμένος, γιατί δεν μπορώ νά μοιραστώ με κανέναν τήν χαρά μου»^^. Ό ϊδιος περίγραψε εξάλλου τίς καταστάσεις μελαγχολίας, κατάθλιψης καί φοβίας με τήν άκριβολογία παρατήρησης ενός ψυχολόγου ή ψυχίατρου. Ό «θάλαμος της μελαγχολίας», ή εγκατάλειψη ενώπιον θεού καί ανθρώπων είναι τό μόνιμο θέμα τών 'Ημερολογίων^ πού κάπου-κάπου διακόπτεται άπό έντονα αισθήματα ευτυχίας. Στά 'Ημερολόγια βρίσκουμε καί εδάφια, δπου δημιουργούνται. άμφιβολίες, αν 6 Κίρκεγκαρντ περιγράφει ποιητικά δράματα ή παρανοϊκές εικόνες. Έτσι διατυπώθηκε ή υπόθεση μήπως ήταν σχιζοφρενής. Μιά τέτοια διάγνωση δέν θά μπορούσε νά τεκμηριωθεί, αν δέν υπάρξουν νέα στοιχεία. Είναι φανερός ό βαθύς εσωτερικός διχασμός τού Κίρκεγκαρντ, πού καί ό ϊδιος τόν περίγραψε συχνά. Έτσι κυρήσσει τόν εαυτό του «διπρόσωπο 'Ιανό»^'^. Λέει άκόμα γιά τόν εαυτό του: «Ένώ κατηγορώ άλλους, δτι δέν μελετούν τίς πηγές, παρά συμβουλεύονται δευτερογενείς πληροφορίες διδακτικών επιτομών - ό 'ίδιος ζώ σάν επιτομή. Ένώ θά μπορούσα νά κερδίζω κάθε διάλογο, μέ διακατέχει ένα φάντασμα - προϊόν της φαντασίας μου πού δέν μπορώ νά τό εξαλείψω μέ επιχειρήματα»^®. Αιωρείται. "Οπως δέν μπορεί νά διαλέξει επάγγελμα, έτσι αδυνατεί νά προχωρήσει σέ κοινωνία γάμου, καί όπως δέν μπορεί νά φτάσει έμπρακτα στήν απλή καί πρωτογενή πίστη, πού θαυμάζει τόσο πολύ, έτσι δέν άποφασίζει νά αποκηρύξει τήν θρησκευτική πίστη. Δέν μπορεί στήν κυριολεξία ούτε νά ζήσει ούτε νά πεθάνει: « Ά π ό τά πρώτα παιδικά μου χρόνια κεντά τήν καρδιά μου ένα οδυνηρό βέλος. Ό σ ο βρίσκεται μέσα μου, είμαι ειρωνικός - αν βγεί, θά πεθάνω» (1847)^^. Τό 1839 είχε γράψει: «Λυπηρό γιά μένα είναι δτι ή λίγη χαρά καί γαλήνη, σάν άπόσταγμα της κοπιαστικά δύσπεπτης διαδικασίας τών συλλογισμών μου, καταναλώνεται τώρα επί τόπου σέ μιά μόνο πράξη Ό λ α αυτά είναι πραγματικά καί άδιάψευστα. Άποδεί197
χνουν δτι ό Κίρκεγκαρντ υποφέρει, είναι δηλαδή «άσθενής». Ό π λ ο του ενάντια στην άρρώστια του ήταν ή μεγάλη δύναμη του πνεύματος· ετσι άντιμετώπιζε ειρωνικά τή ζωή, εβλεπε μέ ψύχραιμη σκέψη τό αϊνιγμά της, βάζοντας τό δάχτυλο μέσα στόν βαθύ διχασμό, προσπαθώντας νά τόν ξεπεράσει. Τό εργο του τεκμηριώνει ακριβώς αυτό τό πνεύμα.
198
Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΩΝΕΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ Προτού άρχίσουμε νά άκολουθούμε τις οδηγίες του Κίρκεγκαρντ, δηλαδή νά έρμηνεύουμε την αλληλουχία και διασύνδεση των έργων του από την σκοπιά τού τελικού τους στόχου, προτάσσουμε τήν παρουσίαση ενός κειμένου, πού βρίσκεται εξω άπό τήν ολική δομή τού έργου του. Πρόκειται για τήν διατριβή του"^^: Ή έννοια της ειρωνείας με διαρκή αναφορά στον Σωκράτη. Δημοσιεύτηκε με τό πραγματικό του δνομα, δμως δεν εχει κατά τή γνώμη μου καμιά θέση μέσα στόν κύκλο των συγγραμμάτων του. Ό ϊδιος τήν θεώρησε σάν μιά σκόπιμη εργασία, πού δέν επιδιώκει παρά μόνο τήν ανταπόκριση στίς απαιτήσεις μιας διατριβής. Γιά μας αυτή ή εργασία είναι κάτι περισσότερο, μολονότι οι μελετητές τού Κίρκεγκαρντ δέν τήν πρόσεξαν άρκετά. Τό περιεχόμενο της εργασίας: Σκιαγραφεί πρώτα τήν προσωπικότητα τού Σωκράτη μέ βάση τίς ιστορικές πηγές, δηλαδή τά κείμενα τού Ξενοφώντα, τού 'Αριστοφάνη καί τού Πλάτωνα. Ή θεώρηση εδώ είναι κριτική· δείχνει δτι ή εικόνα τού Σωκράτη αλλάζει χρώματα καί δέν είναι μονοσήμαντη. Στόν Κίρκεγκαρντ προσφέρουν δμως οι περιγραφές τό τεκμήριο, δτι στήν προσωπικότητα τού Σωκράτη ταιριάζει ή προσδιοριστική έννοια «ειρωνεία». Τό άποδείχνει, στηριζόμενος στά κείμενα τού Πλάτωνα καί κλείνει αυτό τό κεφάλαιο, παραθέτοντας μιά περίληψή του, πού τού επιτρέπει νά συνεχίσει. 'Ακολουθεί τό δεύτερο κεφάλαιο τού πρώτου μέρους, δπου άναφέρεται πάλι στόν Σωκράτη. Ό Κίρκεγκαρντ καταγίνεται μέ τον αινιγματικό Σωκράτη, πού μιλά γιά τό δαιμόνιό του. Μπαίνει ύστερα στίς δυό δικαστικές άγωγές, δπου καταγγέλλεται, δτι δέν άναγνωρίζει τούς θεούς τού κράτους καί φθείρει τή νεολαία. 'Ακολουθούν λίγα λόγια γιά τήν καταδίκη τού Σωκράτη. Ως εόώ η Ιστορική αναπαρασταση. Μολονότι ό Κίρκεγκαρντ κάνει μεγάλες προσπάθειες νά ιστορήσει μέ ακρίβεια, περιγράφει τήν καταδίκη τού Σωκράτη μέ κενά. Παρουσιά199
ζει έναν Σωκράτη, πού δήθεν διάλεξε ό ϊδιος τον θάνατο του. Σχήν πραγματικότητα ό Σωκράτης καταδικάστηκε με μικρή πλειοψηφία. Στήν^ άπολογία του πρότεινε νά τόν τιμήσουν δημόσια. Ύστερα από προτροπές των φίλων του δήλωσε δτι είναι πρόθυμος νά καταβάλει ενα χρηματικό πρόστιμο. Μετά άπό αυτή τήν δήλωση ή ψηφοφορία απόδωσε μεγαλύτερο πλεόνασμα 80 καταδικαστικών ψήφων. Ό Κίρκεγκαρντ δεν άναφέρει αυτές τίς λεπτομέρειες. Πέτυχε κιόλας τό σκοπό του. Έβγαλε τό συμπέρασμα, πού είχε προσδιορίσει προκαταβολικά: ή θέση του Σωκράτη μένει ως τό τέλος ειρωνική. Έζησε ειρωνικά, δίδαξε ειρωνικά καί ειρωνικά βάδισε στόν θάνατο. Καί άπό εδώ όρίζει τώρα τήν ουσία της ειρωνείας. Ή ειρωνεία είναι «ατέλειωτη άρνητικότητα». Ή ειρωνεία του Σωκράτη είναι άρνητική άπέναντι στά πάντα: ενάντια στό κράτος, ενάντια στούς σοφιστές, ενάντια στούς άγαπημένους του μαθητές. Αιωρούνταν, δπως λέει 6 Κίρκεγκαρντ, «μέ ειρωνική ικανοποίηση πάνω άπό όλους τούς όρισμούς της ουσιαστικής ζωής»'^^. Ό Κίρκεγκαρντ δέν είναι ιστορικός. Σκιαγραφώντας τόν Σωκράτη, αύτοσκιαγραφειται. Βλέπει τόν εαυτό του στή θέση τού Σωκράτη καί τόν Σωκράτη σάν ένα είδος Κίρκεγκαρντ. Ό π ω ς 6 Σωκράτης βρισκόταν άντιμέτωπος στόν κόσμο της έποχής του, έτσι, ειρωνικά, άντιμετώπιζε καί ό Κίρκεγκαρντ τόν καταρρέοντα κόσμο. Ό Σωκράτης έζησε πρίν άπό τήν εμφάνιση τού χριστιανισμού, σέ μιά εποχή κατάρρευσης τών θεών καί άναμενόμενης ένσάρκωσης τού θεϊκού άπό τόν Χριστό. Έτσι δέν άπομένει στόν Σωκράτη παρά μόνο ή άπόλυτη άρνητικότητα. Έτσι όρίζει καί ό Κίρκεγκαρντ τή δική του ιστορική θέση. Ζει καί αυτός σέ μιά εποχή θρησκευτικής κατάρρευσης, μιά εποχή όπου ή θρησκευτικότητα δέν είναι θετική. Κι έτσι ό Κίρκεγκαρντ μπαίνει ό ϊδιος στίς γραμμές μιας όμάδας κοσμοϊστορικών προσώπων, πού τά περιγράφει σέ πολλές εικόνες. Μιά τέτοια εικόνα, πού εξάλλου δέν ταιριάζει στόν Σωκράτη, πού ήταν παντρεμένος, είναι τούτη: «Κάθε φορά πού ή παγκόσμια ιστορία θά κάνει ένα ουσιαστικό βήμα 200
μπροστά, περνώντας ένα δύσκολο στάδιο, έμφανίζεται άμεσα μιά ομάδα μπροστάρηδων: οι άνύπαντροι, μοναχικοί άνθρωποι, πού ζουν μόνο γιά μιά ίδέα...»(1847)^3. Ό Σωκράτης ήταν γιά τόν Κίρκεγκαρντ μιά τομή στήν παγκόσμια ιστορία. Λέει: « Ή ζωή του Σωκράτη παρουσιάζει στόν παρατηρητή ενα υπέροχο διάλειμμα στήν πορεία της ιστορίας· δέν ακούγεται διόλου, έπικραΐεί σιγή, ώσότου διακοπεί άπό τήν θορυβώδη δοκιμή των πολλών καί πολύ διάφορων μαθητών νά άποδείξουν τήν προέλευση τών σχολών τους άπό αυτή τήν κρυφή καί μυστική πηγή»"^^. Αυτή τήν παράσταση έχει ό Κίρκεγκαρντ γιά τόν Σωκράτη. Μέ τόν Σωκράτη χάνεται κάτω άπό τή γή τό ρεύμα της παγκόσμιας ιστορίας. Ό Σωκράτης είναι ένα είδος τελείας καί παύλας, είναι «τό τίποτε, άπ' δπου πρέπει νά ξαναρχίσουμε». Στό δεύτερο μέρος ή εργασία διευρύνεται. 'Αφού ό Σωκράτης έχει παρουσιαστεί σάν ό κατ' εξοχήν είρωνας, ή ενσάρκωση της ειρωνείας, ό Κίρκεγκαρντ άναπτύσσει τήν έννοια της ειρωνείας δπως τήν παρουσιάζουν ό Φίχτε, ό Σλέγκελ, ό Σόγκερ κλπ. Μέ αυτή τήν επίσης ιστορική άναπαράσταση κλείνει ή κύρια εργασία του. Συμπληρώνεται μ' ένα μικρό καί τελευταίο κεφάλαιο γιά τήν «αλήθεια της ειρωνείας». Μιλά γιά τήν «πειθαρχημένη ειρωνεία», πού κάνει ελεύθερους τούς ποιητές καί τήν ποίηση, γιά τήν «ορθή σημασία» καί τήν «άληθινή ισχύ» πού παίρνει ή ειρωνεία, δταν είναι συγκρατημένη^^ Τό κεφάλαιο αυτό περιέχει σέ άμυδρές υποδηλώσεις τήν μεγάλη προβληματική του Κίρκεγκαρντ. Αισθάνεται τόν εαυτό του είρωνα, καί σκιαγράφησε τή μεγάλη δύναμη καί σημασία της ειρωνείας στό παράδειγμα του Σωκράτη· ξέρει έπίσης, δτι ή ειρωνεία μπορεί νά όδηγεί καί νά άποπλανά. Πόσο γνωρίζει αυτή τήν πλευρά της ειρωνείας, δείχνει ή άλλου ύφους φράση, πού έγραψε πρίν άπό τήν δημοσίευση της διατριβής του τό 1838: « Ή ειρωνεία είναι μιά άνώμαλη εξέλιξη, πού σάν τήν άνωμαλία του συκωτιού τών χηνών του Στρασβούργου, καταλήγει στή θανάτωση του άτόμου»"^^. 201
Παραθέτοντας αύτη την φράση στόν όρισμό της ειρωνείας σάν άπόλυτης άρνητικότητας, έχουμε εναν συνδυασμό. Ή ειρωνεία σάν άρνητικότητα σκοτώνει τελικά τον άνθρωπο, δπως σκότωσε τόν Σωκράτη. Πώς σχετίζεται ομως τότε ή ειρωνεία με την άλήθεια; Αυτό είναι τό κρίσιμο ερώτημα. Ό Κίρκεγκαρντ δίνει μιά άπάντηση με τίς παρακάτω φράσεις, πού περιέχονται στό ϊδιο κεφάλαιο: « Ή ειρωνεία είναι, δπως καί ή άρνηση, ό δρόμος· δχι ή άλήθεια, παρά ό δρόμος»'^'^. Τό εξηγεί: ή «ειρωνεία περιορίζει, κάνει κάτι νάναι πεπερασμένο, νάχει δρια»"^®. Έτσι προσφέρει άλήθεια. Τιμωρεί σωφρονιστικά. Ή ειρωνεία, δπως δείχνει καί τό κατοπινό του ε^ργο, είναι ή μέθοδος, πού άναιρεί καί πειθαναγκάζει τά πάντα, καί 6 δρόμος, πού πρέπει νά διαβούμε, γιά νά φτάσουμε στήν άλήθεια. Είναι λοιπόν άφετηρία καί σημείο άναφοράς, οχι τέλος. ' ό Κίρκεγκαρντ δέν διάλεξε τυχαία τόν Σωκράτη καί τήν ειρωνεία σάν θέμα της διατριβής του. Τό χιούμορ καί ή ειρωνεία ήταν πάντα τό οπλο του Κίρκεγκαρντ. Γνωρίζει τήν δύναμη καί τήν υπεροχή της ειρωνείας, άλλά καί τήν άρνητικότητά της. Μέ τήν ειρωνεία συνδέεται στόν Κίρκεγκαρντ άπό νωρίς ή κατάθλιψη. Σκιαγραφώντας στό παράδειγμα του Σωκράτη τήν ειρωνεία καί διαπιστώνοντας τήν μεγάλη καί κοσμοϊστορική δραστικότητά της, ό Κίρκεγκαρντ περιγράφει κάτω άπό τόν μανδύα θεωρητικής πραγματείας σέ μεγάλο βαθμό τίς εμπειρίες της δικής του ζωής: ή ζωή σάν τέτοια είναι ειρωνική. Μέ τήν δύναμη καί τήν υπεροχή, πού παρέχει ή ειρωνεία, συνδέεται ενας άλλος τρόπος βίωσης. Τό περιγράφει εντυπωσιακά επίσης στό παράδειγμα του Σωκράτη. Ά φ ο ύ ή ζωή του Σωκράτη είναι ειρωνεία, δπως δηλώνει ρητά, άποκλείεται «μιά πραγματική σχέση (του) μέ τό κατεστημένο»'^^. Τό εξηγεί σέ πολλά σημεία: « Ό είρωνας έχει βγεί έξω άπό τόν χορό της εποχής, άνοιξε μέτωπο ένάντιά της καί αυτό πού θάρθει του είναι άγνωστο, βρίσκεται κρυμένο πίσω άπό τήν ράχη του· δμως ή πραγματικότητα, πού τήν άντιμάχεται, είναι αυτό πού θέλει νά εξοντώσει· ενάντια σ' 202
αυτή στρέφεται ή φθοροποιός ματιά του και γιά την σχέση του πρός τήν εποχή του μπορεί να ισχύσει ό λόγος της Βίβλου: Κοίτα, τά πόδια εκείνων, πού θά σέ κουβαλήσουν εξω, πατούν κιόλας στό κατώφλι» Γι' αυτό ή ειρωνεία είναι ή άπόλυτη άρνητικότητα. Προξενεί τήν μοναξιά. Καί αυτό περιγράφεται πάλι στό παράδειγμα τού Σωκράτη: Ή ειρωνεία σάν άρνητικότητα δεν στρέφεται ενάντια σ' ένα «μεμονωμένο υπαρκτό», «παρά δλη ή ύπαρξη άποξενώνεται από τό ειρωνικό υποκείμενο καί άντίστροφα». Έτσι χάνει «ή πραγματικότητα τήν ισχύ της» καί γίνεται «ως ένα σημείο μή-πραγματική»^^. Αυτό ηχεί κάπως σάν τήν «αύταλλοτρίωση τού πνεύματος» τού Χέγκελ. "Ομως ή χεγκελιανή περιγραφή δεν έχει νά κάνει μέ τήν ειρωνεία, παρά μέ μιά εποχή τού πνεύματος καί τήν διαλεκτική εξέλιξη. Μέ τήν κιρκεγκαρντιανή περιγραφή έχει μόνο ένα κοινό σημείο: τό βαθύ βίωμα τού άρνητικού καί της εξέλιξης τού πραγματικού. Καθένας τους τό παρουσιάζει μέ δικό του τρόπο. Δέν είναι βέβαια σύμπτωση πού ό Κίρκεγκαρντ ήδη στήν διατριβή του γιά τήν ειρωνεία μιλά συχνά γιά τόν Χέγκελ. Δέν αναφέρει μόνο τίς άντιλήψεις τού Χέγκελ γιά τήν ειρωνεία καί τόν Σωκράτη · στόν Χέγκελ άνατρέχει συχνά καί σέ άλλες περιπτώσεις. Δέν τόν θαυμάζει, οπως τόν Σωκράτη, παρά τόν κοροϊδεύει ή τόν άπορρίπτει. Εκτός άπό τό γεγονός, ότι ό Χέγκελ είναι ό μεγάλος σύγχρονος φιλόσοφος, υπάρχει καί άλλος λόγος νά μήν μπορεί νά τόν παραγνωρίσει ό Κίρκεγκαρντ. Μέ τήν μορφή τού Σωκράτη συνδέεται άχώριστα ή παιδαγωγική διαλεκτική. Καί ό Χέγκελ διδάσκει μιά διαλεκτική, ό πυρήνας της οποίας δέν είναι ούτε ή ειρωνεία ούτε ή παιδαγωγική. Θά δείξουμε άργότερα, πόσο ό Κίρκεγκαρντ άποδέχεται τήν σωκρατική διαλεκτική καί άπορρίπτει τήν χεγκελιανή. Μιά σκέψη δμως της χεγκελιανής διαλεκτικής τόν εντυπωσιάζει. Στηριζόμενος φανερά στόν Χέγκελ, μιλά στό κεφάλαιο γιά τήν κοσμοϊστορική ισχύ της ειρωνείας γιά τήν «άντίφαση, μέσω της οποίας πορεύεται ή εξέλιξη τού κόσμου»^2. Ή πραγματικότητα μιάς εποχής ισχύει φυσικά· 203
ταυτόχρονα όμως δεν ισχύει, εφόσον άπωθείται άπό τήν πραγματικότητα πού έρχεται. Γιά τούς ανθρώπους, λέει, πού ζούσαν στην εποχή της μεταρρύθμισης, 6 καθολικισμός ήταν δοσμένη πραγματικότητα, πού ομως δέν ίσχυε πιά. Αυτό είναι φυσικά ή χεγκελιανή σκέψη γιά τήν αντίφαση στήν ιστορία. Παραλαβαίνοντάς την δμως 6 Κίρκεγκαρντ, δέν τήν θεωρεί πρόοδο της ιστορίας, παρά μόνο κάτι τραγικό. Ή θέση του Σωκράτη μέσα στήν εποχή του: περιτριγυρισμένος άπό εναν κόσμο, πού φαίνεται ακόμα νά ισχύει, αλλά είναι κιόλας «άκυρος». Γι' αυτό έγινε είρωνας. Μέσα άπό τήν περιγραφή διαφαίνεται ή βασική θέση τοϋ Κίρκεγκαρντ: 6 είρωνας ζει σέ μιάν εποχή, τήν ισχύ της οποίας ξεπερνά. Κατά συνέπεια, έτσι πιστεύει ό Κίρκεγκαρντ, γίνεται είρωνας.
204
Η «ΕΜΜΕΣΗ Μ Ε Θ Ο Δ Ο Σ » ΚΑΙ Η ΕΜΜΕΣΗ Ζ Ω Η Τή ζωή του Κιρκεγκαρντ πολιορκούν μερικά περιστατικά, πού τόν θίγουν αποφασιστικά. Τό 1837 γνώρισε την Ρεγκίνε Όλσεν. Τό 1838 πέθανε ό πατέρας του. Τό 1840 άποφοιτα καί μετά ένα χρόνο δημοσιεύεται ή διατριβή του. Μετά τις εξετάσεις του άρραβωνιάστηκε μέ τήν Ρεγκίνε Όλσεν, ύστερα άπό ένα χρόνο διέλυσε τόν άρραβώνα. Δέν είναι γνωστό γιατί ακύρωσε τόν άρραβώνα. Φαίνεται πάντως ότι υπάκουσε σέ μιά βαθύτερη άναγκαιότητα, πού σχετίζεται ϊσως μέ ψυχική ή σωματική πάθηση, μέ τήν «διαρκή ενόχληση». Δέν μας πληροφορεί όμως σχετικά καί υπερηφανεύεται πώς ποτέ δέν θά τό μάθει άνθρωπος. Ταυτόχρονα συνεχίζει νά τονίζει οτι άγαπά τήν Ρεγκίνε "Ολσεν. Έγραφε άκόμη τό 1841 στά Ήμερολόγιά του: «Τό μόνο πού μέ παρηγορεί είναι, δτι θά μπορούσα νά πέσω στό κρεβάτι του θανάτου καί πρίν ξεψυχήσω νά ομολογήσω τήν άγάπη, κάτι πού δέν μπορώ νά κάνω οσο ζω · αυτό μέ κάνει εξίσου ευτυχή καί δ υ σ τ υ χ ή Σ τ ή συνέχεια βρίσκουμε κι άλλες τέτοιες φράσεις στά 'Ημερολόγια. Φαίνεται άδύνατο νά βρεθεί ό κύριος λόγος της διάλυσης του άρραβώνα, γιατί ό Κίρκεγκαρντ τό κρύβει σχολαστικά καί ντροπαλά. Πάντως είναι βέβαιο πώς μ' αύτό τό βήμα πάρθηκε μιά τελεσίδικη άπόφαση. Τό τέλος της μνηστείας γιά τόν Κίρκεγκαρντ έχει τόν χαρακτήρα μιας τελειωτικής ρήξης μέ τήν πραγματικότητα. Έ ν ώ βλέπει τόν εαυτό του νά βυθίζεται σέ βαριά κατάθλιψη, πού περιγράφει συχνά στά Ημερολόγια, καί σέ υπαρξιακό κενό, ό Κίρκεγκαρντ άρχίζει τήν παραγωγή συγγραμμάτων. Ένάμισο χρόνο μετά τό τέλος της μνηστείας δημοσιεύεται τό 'Ή-η, Τόν ϊδιο χρόνο δημοσιεύονται τά έργα Φόβος καί τρόμος καί Επανάληψη. 'Ακολουθούν Τά φιλοσοφικά θρύψαλα, Ή έννοια της αγωνίας καί τά Στάδια της ζωής. Μέσα σέ διάστημα λίγο μεγαλύτερο άπό δυό χρόνια γράφτηκε καί δημοσιεύτηκε ένα μεγάλο μέρος του έργου του. 205
Ό Κιρκεγκαρντ βλέπει μιά σχέση μεταξύ διάλυσης του άρραβώνα, του πόνου σ' αυτή την θρυμματισμένη πραγματικότητα και της παραγωγικότητας. Τό 1849 γράφει στά Ημερολόγια: « Ό πόνος ήταν φοβερός· βαρύθυμος, όπως ήμουν, και ξαφνικά ξέσπασε στήν ψυχή μου ένας πλούτος, πού μέ κάνει ν' άνατριχιάζω σήμερα, δταν τά θυμούμαι»^"^. Πολλοί ποιητές, δπως ό Γκαίτε στόν Βέρθερό του, έκαναν έργο τους ή ποίησή τους τά προσωπικά τους βιώματα. Έτσι και στήν περίπτωση τού Κίρκεγκαρντ δέν υπάρχει αμφιβολία δτι τό βασικό υλικό πολλών δημοσιευμάτων του είναι ή σχέση του μέ τήν Ρεγκίνε Όλσεν, ό αρραβώνας καί ή διάλυσή του. Καί ό Κίρκεγκαρντ τό άφήνει νά διαφαίνεται, ενώ ταυτόχρονα άναμιγνύει σκόπιμη πλάνη μέ βαθύτερη άλήθεια. Έτσι μπορούμε νά πούμε δτι ένα μεγάλο μέρος τού έργου του είναι αυτοβιογραφικό καθρέφτισμα. Ό Κίρκεγκαρντ γνωρίζει δτι ό ποιητής καθρεφτίζει αυτό πού υπάρχει μέσα του. Τό 'Ή-ή άρχίζει μέ τίς φράσεις: «Τί είναι ό ποιητής; Ένας δυστυχισμένος άνθρωπος μέ χείλια διαμορφωμένα έτσι, ώστε οι κραυγές καί οι άναστεναγμοί του μεταβάλλονται σέ ώραία μουσική, ενώ ή ψυχή του σπαράζεται άπό κρυφά βάσανα. Καί οι άνθρωποι περιστοιχίζουν τόν ποιητή καί τού φωνάζουν: Ξανατραγούδα! Μ' άλλα λόγια: νά βασανίσουν τήν ψυχή του νέοι πόνοι, νά ξανατραγουδήσει καινούργια βάσανα. Δέν πρέπει νά βγάλει κραυγές, γιατί θά τρόμαζε τούς ανθρώπους. Τό τραγούδι δμως είναι ώραίο, τό άκούν μ' εύχαρίστηση...»^^. Ό Κίρκεγκαρντ άντιλαμβάνεται τήν παραγωγή του, στό βαθμό πού είναι ποιητική, σάν τραγούδισμα τών βασάνων του. Κι αυτό τό κατάφερε, γιατί ό πρώτος τόμος τού 'Ή-η έγινε πράγματι δεκτός σάν λογοτεχνικό αριστούργημα. Όμως ό Κίρκεγκαρντ ζει διπλή καί τριπλή ζωή. Τόν ιδιο καιρό μέ τό 'Ή-ή δημοσίευσε τούς 'Εποικοδομητικούς λόγονς, πού γράφτηκαν σέ πολύ διαφορετικό υφος. Πρόκειται στήν κυριολεξία γιά κηρύγματα μέ ευαγγελικά θέματα: «άρχιερέας», «τελώνης» καί «άμαρτωλή». 'Αρχίζουν μέ μιά προσευχή κι εξηγούν ένα βιβλικό κείμενο. Έχουμε εδώ τήν δεύτερη ζωή τού Κίρκεγκαρντ, φανερά 206
ξεκομένη άπό τήν πρώτη. Ένώ τά ποιητικά εργα δημοσιεύονται μέ - ευδιάκριτα βέβαια - ψευδώνυμα, οι Εποικοδομητικοί λόγοι φέρουν τό πραγματικό ονομά του. Πλάι σ' αυτά έχουμε τέλος τρίτη ζωή και τρίτο επίπεδο παραγωγής, πού φυτρώνει μέσα άπό τήν ποιητική του. Τό Ή-ή καί οι πρώτοι 'Εποικοδομητικοί λόγοι δημοσιεύτηκαν τό 1843. Τόσο ή ποιητική παραγωγή του είδους ""Η-η δσο καί ή δημοσίευση τών υπόλοιπων εποικοδομητικών λόγων συνεχίζονται. Όμως τό 1844 εκδίδεται μιά εργασία ενδιάμεσου τύπου μέ τίτλο: Φιλοσοφικά θρύψαλα. Τό 1846 δημοσιεύεται συμπληρωματικά τό Τελικές άφιλοσόφητες είδήσεις στά φιλοσοφικά θρύψαλα. Ή συνολική παραγωγή του είναι πολυφωνική καί πολύμορφη. Μιλά στή γλώσσα του ποιητή, του ιεροκήρυκα καί του άφιλοσόφητου φιλόσοφου. "Ως τό 1846 κυλάει ή παραγωγή σέ τρία ύφη. Ύστερα αρχίζει νά ατονεί. Τά σπουδαιότερα ειπώθηκαν. Τώρα αρχίζει νά επικρατεί ολοένα εντονότερα ό χριστιανικός τόνος. Ό Κίρκεγκαρντ άποκαλύπτεται. Τά ψευδώνυμα πού τόν κάλυπταν, εξαφανίζονται. Μέ μεγάλη καθυστέρηση εμφανίζεται άργότερα τό τελευταίο ψευδώνυμο Άντικλίμακους. Τέσσερα χρόνια προτού πεθάνει δημοσίευσε μιά γνωστοποίηση σάν «έκθεση αναφοράς» μέ τόν τίτλο Περί της συγγραφικής μου δραστικότητας. Δυό χρόνια νωρίτερα ειχε γράψει μιά μικρή πραγματεία μέ τόν συνώνυμο τίτλο: Ή σκοπιά της συγγραφικής μου δραστηριότητας, πού στόν υπότιτλο χαρακτηρίζεται σάν «άμεση ανακοίνωση» καί «άναφορά στήν ιστορία». Δημοσίευσε τήν πρώτη ό ίδιος, ένώ ή δεύτερη πρωτοδημοσιεύτηκε τό 1859. Στήν δεύτερη εργασία, πού δημοσιεύτηκε μεταθανάτια, ό Κίρκεγκαρντ έδωσε μιά συστηματική διάρθρωση τών έργων του, διαιρώντας τα σέ ποιητικά ή, δπως τά ονομάζει ό ϊδιος, «αισθητικά», ενδιάμεσα καί «τελείως θρησκευτικά». Αυτή ή διαίρεση σέ τρεις κλάδους άντιστοιχεί στήν θεωρία του γιά τίς τρεις «μορφές ύπαρξης», πού άνέπτυξε ό Κίρκεγκαρντ, βάζοντας τά πρώτα θεμέλια στό 'Ή-ή. Οι τρεις μορφές ύπαρξης είναι ή «ρομαντική», ή «ηθική» καί ή 207
«θρησκευτική». Ή διάρθρωση των έργων του γίνεται σχεδόν σχολαστικά. Στήν αισθητική παραγωγή περιλαβαίνει: 'Ή-ή (1843), Φόβος και τρόμος (1843), Ή Επανάληψη (1843), Ή έννοια της αγωνίας (1844), Πρόλογοι (1844), Φιλοσοφικά θρύψαλα (1844) και Στάδια της ζωής (1845). Κατά περίεργο τρόατο συνυπολογίζει σ' αυτά τους 18 'Εποικοδομητικούς λόγους, πού άποπερατώθηκαν ως τό 1845. Στον δεύτερο κλάδο συγκαταλέγει μόνο τό δίτομο εργο Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις στά φιλοσοφικά θρύψαλα (1846). Ό τρίτος κλάδος περιλαμβάνει τούς 'Εποικοδομητικούς λόγους με διαφορετικό πνεύμα (1847), Βίος και πολιτεία τής αγάπης (1847), Χριστιανικοί λόγοι (1848) καί τό δημοσίευμα Ή κρίση καί ή κρίση στή ζωή μιας ηθοποιού (1848)56. Μερικές εργασίες του δέν είχαν γραφτεί ακόμα, δταν ό Κίρκεγκαρντ εκανε τήν παραπάνω συστηματική κατάταξη. Ή σπουδαιότερη από αυτές τίς εργασίες, Ή ασθένεια πρός θάνατον (1849), δέν περιέχεται στήν κατάταξη. Μολονότι ή διαίρεση των έργων αποσκοπεί σέ μιά συστηματική διάταξη, ή χρονολογική σειρά άφήνει νά διαφαίνεται ταυτόχρονα καί μιά ιστορική πορεία. Ή «αισθητική» παραγωγή άποπερατώνεται τό 1845, ή μεταβατική παραγωγή τό 1846 καί ή «τελείως θρησκευτική» τό 1848. Θά μπορούσαμε νά υποθέσουμε πώς 6 Κίρκεγκαρντ άπό ποιητής εξελίσσεται, διαπερνώντας μιά ενδιάμεση φάση, σέ θρησκευτικό συγγραφέα. Θά νόμιζε κανείς λοιπόν, δτι ή παραγωγική του πορεία καθρεφτίζει τά «στάδια» τής ζωής του. Αυτό δέν άνταποκρίνεται στίς επιθυμίες του Κίρκεγκαρντ. Μολονότι είναι πράγματι πιθανό νάχουμε μπροστά μας μιά κάποια εξέλιξη στόν χρόνο, ό Κίρκεγκαρντ τήν θεωρεί δευτερεύουσα. Υποστηρίζει δτι δέν εξελίχτηκε μέ ενα τέτοιο βιογραφικό-ψυχολογικό νόημα. Καί ό ισχυρισμός του δικαιώνεται, εφόσον περιλαβαίνει στήν ποιητική του παραγωγή ένα τελείως θρησκευτικό έργο, δηλαδή τούς 'Εποικοδομητικούς λόγους. Καί τώρα θά φανεί τό κύριο γνώρισμα του έργου τόυ, 208
πού όέν μάς επιτρέπει νά ταξινομήσουμε τον Κίρκεγκαρντ στούς «ποιητές», «φιλόσοφους» ή «χριστιανούς διανοητές». Γιά την κατανόηση αυτού του άποφασιστικού σημείου ας στραφούμε τώρα πρός τήν «έμμεση» μέθοδο τού Κίρκεγκαρντ. Στην «έκθεση άναφοράς», πού δημοσίευσε μέ τίτλο Περί της συγγραφικής μου δραστικότητας, εξηγεί: « Ή κίνηση, πού παριστάνει ή συγγραφική μου δράση, είναι τούτη: από τόν ποιητή καί τήν αισθητική, από τόν φιλόσοφο καί τόν όραματισμό πρός τήν υποδήλωση της π ιό βαθιάς έσωτερίκευσης, δηλαδή από τό ψευδωνυμικό "Ή-η μέσω των Τελικών ειδήσεων, όπου εμφανίζομαι ονομαστικά σάν εκδότης πρός τίς 'Ομιλίες στους κοινωνούς τοϋ Δείπνου τής Παρασκευής, δύο από τίς όποιες κηρύχτηκαν στήν έκκλησία γυναικών. Αυτή ή κίνηση διανύθηκε καί περιγράφτηκε μέ μιάν άνάσα, uno tenore, αν μπορώ νά τό πώ έτσι, ώστε τό σύνολο τού συγγραφικού μου έργου είναι άπό τήν αρχή ώς τό τέλος θρησκευτικό · αύτό πρέπει νά τό δει καθένας, πού έχει μάτια, αν θέλει νά βλέπει» Τό πείσμα καί ή ρητότητα τής διατύπωσης καί τού συμπερασματικού ισχυρισμού υπογραμμίζουν τή δήλωση, ότι δέν πρόκειται γιά χαμαιλέοντα πού άλλάζει χρώμα άνάλογα μέ τίς συνθήκες, άλλά οτι ήταν πάντα ό ϊδιος ή τορλάχιστον αύτή ήταν ή πρόθεσή του. "Αν δμως παραγκωνίσουμε αύτό τό ερώτημα κι ακολουθήσουμε τίς υποδείξεις καί τούς ισχυρισμούς τού ίδιου, τότε τό έργο του θά πρέπει νά παριστάνει μιάν εσωτερική ενότητα μέσα στήν πολυμορφία τής γλώσσας καί τόν πολύπλευρο πλούτο κάτω άπό τά πολλαπλά ψευδώνυμα. Αύτή είναι μιά «έμμεση», οχι «άμεση» ενότητα. Ή άλήθεια, λέει ό Κίρκεγκαρντ, δέν μπορεί στήν εποχή μας νά διδαχτεί άμεσα. Πρέπει νά παρουσιαστεί «έμμεσα». Ή εποχή μας έχασε τό αισθητήριο όργανο γιά τήν άλήθεια καί είναι στό βάθος «χαμένη». Μπορεί νά τής δειχτεί τό άληθινό, οδηγώντας την παρά τή θέλησή της στήν άλήθεια, ή «παραπλανώντας» την «πρός τήν άλήθεια». Έτσι μπορεί νά ισχυρίζεται, ότι στά «ψευδωνυμικά έργα 14.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
209
του καμιά λέξη» δέν είναι δική του. Ποτέ ό Κίρκεγκαρντ δέν είναι αυτός πού παριστάνουν οι ψευδωνυμικοί συγγραφείς, παρά πάντα μόνο 6 «γραμματέας κάθε φορά του συγγραφέα και ταυτόχρονα, άρκετά ειρωνικά, σέ διαλεκτικό άναδιπλασιασμό ό ποιητής του»^®. "Αν εξετάσουμε τώρα τήν τεχνική αυτής της εμμεσης μεθόδου, θά δούμε ότι πρσπαθεί νά μιμηθεί τήν διαλογική διαδικασία, δπως τήν περίγραψε ό Πλάτωνας, στό παράδειγμα τού Σωκράτη. Μιά τέτοια μίμηση υποφέρει όμως από ένα βασικό ελάττωμα. Ό Κίρκεγκαρντ δέν άναζητά, οπως ό Σωκράτης, τούς διαλογικούς συνομιλητές του· ούτε έχει ούτε θέλει νά έχει συνομιλητές, καί θά μπορούσε κανείς νά αμφιβάλλει, αν θά ήταν σέ θέση νά συζητά μαζί τους. Ό Κίρκεγκαρντ δέν θέλει οπαδούς. 'Αποφεύγει κάθε συνάντηση, δέν τόν εύχαριστούν οί συνομιλίες, παρά μόνο τό γράψιμο. Έτσι μπορεί νά διαλέγεται τελικά μόνο μέ τόν εαυτό του καί τόν κόσμο της φαντασίας του. Ή παραγωγή τού Κίρκεγκαρντ διαδραματίζεται πάνω σέ μιά σκηνή, οπου συγγραφέας, σκηνοθέτης, ήθοποιός καί σχολιαστής, κριτικός καί κοινό είναι ό ϊδιος. 'Από βιβλίο σέ βιβλίο ξετυλίγεται έτσι ένας άδιάκοπος διάλογος, πού άρχίζει μέ τόν πρώτο τόμο τού 'Ή-η. Ό δεύτερος κιόλας τόμος τού ϊδιου έργου είναι άντίλογος στόν πρώτο. Τό ϊδιο παιχνίδι παίζεται σέ δλα τά παραπέρα έργα. Ξετυλίγεται ό διάλογος μεταξύ τών σκιερών μορφών, πού ό Κίρκεγκαρντ «άναδιπλασιάζει ποιητικά», κρατώντας στά χέρια του όλα τά νήματα. Ό τ α ν τά ψευδώνυμα συνομιλούν καί άντιμιλούν, ό Κίρκεγκαρντ τούς παραθέτει νέες μορφές μέ νέα ψευδώνυμα στόν ρόλο σχολιαστών. Μιλά καί ό ϊδιος μέ τό δνομά του. Τότε όμως μιλά θρησκευτικά καί καμώνεται πώς δέν ξέρει τίποτε γιά τά παραπάνω. Ό Κίρκεγκαρντ παίζει λοιπόν, σύμφωνα μέ τήν εύστοχη έκφραση τού Μάρτιν Τούστ, κουκλοθέατρο^^. Περιεχόμενο τών διαλογικών δραμάτων του είναι ή ύπαρξη τού Κίρκεγκαρντ καί ή ύπαρξη τού κόσμου της εποχής του, δπως τόν βλέπει ό ϊδιος, πού μένει πάντα στό μισόφωτο. Τελείως στό σκοτάδι παραμένει ό τελευταίος υποβολέας: 6 θεός, στόν 210
όποιο πιστεύει ό Κίρκεγκαρντ. Ό Κίρκεγκαρντ πιστεύει πώς μιλά στο δνομά του. Χρησιμοποιεί πάντα τήν άρνηση: «Δεν είμαι απόστολος, πού φέρνει μηνύματα του θεού με τό κύρος του. Ό χ ι , εγώ υπηρετώ τόν θεό, άλλά χωρίς κύρος. Έργο μου είναι νά άνοίξω τό δρόμο, γιά νάρθει ό θεός» (1854)6ο. Ό Σωκράτης βοηθούσε νά γεννηθεί ή άλήθεια με τόν μαιευτικό διάλογο. Τόν ϊδιο στόχο θέτει καί ή εμμεση μέθοδος του Κίρκεγκαρντ. Άλλά σύμφωνα μέ τούς κανόνες της, ή σχέση της πρός τήν άλήθεια είναι σάν εκείνη του θεάτρου πρός τήν πραγματικότητα. Ή πραγματικότητα δέν εμφανίζεται πάνω στήν σκηνή. Μόνο παίζεται. Ή δραματική άλήθεια του θεατρικού έργου παριστάνεται δραματικά άπό τούς ηθοποιούς. Έτσι καί ή παραγωγή του Κίρκεγκαρντ, πού είναι ψευδωνυμική, παρασταίνει κατά τή γνώμη του τό δράμα της «υπαρξιακής άλήθειας». Σέ ολη του τή ζωή διακωμώδησε τό «σύστημα», ιδιαίτερα τό χεγκελιανό. "Οταν γίνεται λόγος γι' αυτό τό σύστημα, ό Κίρκεγκαρντ άδειάζει δλον τόν κάλαθο τής οργής καί των εμπαιγμών επάνω του. Ή περιφρόνηση του περιβάλλει τήν χεγκελιανή ιδέα του συστήματος καί τήν διαλεκτική του. Στά 'Ημερολόγια δίνει μιά τσουχτερή περιγραφή τής διαλεκτικής του Χέγκελ: Ή χεγκελιανή μηρυκαστική διαδικασία μέ τά τρία στομάχια... Ένας διάδοχος δάσκαλος θά μπορούσε Ι'σως νά κάνει τήν δοκιμή μέ τέσσερα στομάχια^^. Στίς Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις, δπου άσχολεϊται ειδικότερα μέ τόν Χέγκελ, ή κριτική γίνεται πιό σαφής: «Ένα σύστημα πάνω στή ζωή δέν μπορεί νά υπάρξει» · ή ζωή είναι μέν σύστημα, άλλά οχι γιά ένα υπάρχον άνθρώπινο πνεύμα, παρά μόνο γιά τόν θεό^^. Έτσι θά μάς ξάφνιαζε, άν μιλούσε κανείς γιά «συστηματικότητα τής σκέψης» στήν περίπτωση του Κίρκεγκαρντ. Καί δμως ή μελέτη δείχνει πώς ό Κίρκεγκαρντ οικοδομεί τήν παραγωγή του μέ τήν «έμμεση μέθοδο», άκολουθώντας μιά όρισμένη τάξη, δηλαδή συστηματικά. Οί βάσεις τής ψευδωνυμικής παραγωγής άναπτύσσονται βαθμιαία καί συστηματικά καί άπό έργο σέ έργο πλησιάζει τόν στόχο του, 211
προχωρώντας κι επανερχόμενος. Ό ϊδιος ισχυρίζεται, οπως είδαμε, οτι τό σύνολο της παραγωγής του βασίζεται πάνω σε ενα οργανωτικό σχέδιο.
212
Η ΨΕΥΔΩΝΥΜΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ Ό Κίρκεγκαρντ εδωσε, δπως γράφει ό ίδιος, μια οδηγία, πώς οικοδομήθηκε τό εργο του και πώς πρέπει να διαβάζεται. Δεν άκολουθοΰμε στη δική μας παρουσίαση τήν δική του διάταξη κατά γράμμα. Ή άναπαράσταση του συνολικού του έργου τηρεί μεν τήν σειρά της δικής του κατάταξης, βασίζεται όμως στά μεγάλα του συγγράμματα. Ξεκινάμε με τό 'Ή-η, περνάμε στό Φόβο και τρόμο, άκολουθοϋν Οί τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις καί ή παρουσίαση κλείνει με τήν Ασθένεια πρός θάνατο. Γιά τον Κίρκεγκαρντ ή παραγωγή τελειώνει με τίς 'Ομιλίες ατούς κοινωνούς τοϋ Δείπνου της Παρασκευής, πού γράφτηκαν τό 1851, δηλαδή μετά τήν 'Ασθένεια πρός θάνατο. Τελειώνει δηλαδή μέ τήν θετική καί μονοσήμαντη ομολογία πίστης στόν χριστιανισμό. Ή όμολογία αυτή υπάρχει βέβαια εξαρχής καί κυρίως στούς Εποικοδομητικούς λόγους. Τό πραγματικά τελευταίο έργο τού Κίρκεγκαρντ είναι οί δέκα προκηρύξεις Ριπή οφθαλμού. Καί αυτά είναι μιά όμολογία πίστης στόν χριστιανισμό στήν μορφή μιάς ριζοσπαστικής εφόδου κατά τού επίσημου χριστιανισμού. Τό ορμητήριο αυτής τής εφόδου έχει προετοιμαστεί άπό καιρό· ή 'Ασθένεια πρός θάνατο δείχνει τό φόντο αυτής της επίθεσης. Γι' αυτό τελειώνουμε μ' αυτό τό έργο. Ή άνατροπή τού κατεστημένου χριστιανισμού, πού απαίτησε καί περίμενε ό Κίρκεγκαρντ, δέν έγινε. Ή απήχηση στόν θεολογικό χώρο, ιδιαίτερα στήν «διαλεκτική θεολογία», ήταν σημαντική, δμως τό αίτημα κατάργησης τού επίσημου, ιερούπαλληλικού καί κρατικού χριστιανισμού έμεινε άπραγματοποίητο. Πρώτο έργο του, εκτός άπό τή διατριβή του, είναι τό 'Ή-ή. Χωρίζεται σέ δυό μέρη μέ κριτήριο δχι τόσο τό περιεχόμενο δσο κυρίως τό εκφραστικό ύφος καί τήν περιγραφική τεχνική, πού δικαιώνει εξάλλου τήν χρησιμοποίηση δυό διαφορετικών συγγραφικών ψευδωνύμων. 213
Στον πρόλογο ό Κίρκεγκαρντ βάζει τον δήθεν επιμελητή τής εκδοοης Βίκτωρ Έρεμίτα νά δηλώσει πώς βρήκε τυχαία δυό χειρόγραφα. Τό ενα είναι μιά συλλογή άπό ευανάγνωστα, καλλιγραφικά, αλλά κάπου-κάπου βιαστικά γραμμένα άρθρα, ενώ ή γραφή του άλλου είναι «ομοιόμορφη, λιτή και μακρόσυρτη»^^. Ό επιμελητής τής έκδοσης όνομάζει τό ένα χειρόγραφο τά χαρτιά του «Α». Τό δνομά του μένει άγνωστο, άλλά επειδή αυτό τό χειρόγραφο περιέχει μιά σειρά «αισθητικών δοκιμίων», άποκαλεί τόν συγγραφέα τους αισθητικό. Ό συντάκτης του άλλου χειρόγραφου εμφανίζεται καθαρότερα: είναι πάρεδρος δικαστηρίου καί τουλάχιστον τό ονομά του είναι Βίλχελμ. Τό πρώτο μέρος είναι ρομαντική λογοτεχνία στήν κυριολεξία. Τό διαπνέει μιά ελαφρά αιωρούμενη ειρωνεία χωρίς συγκάλυψη τής διάχυτης «άρνητικότητας». 'Αρχίζει μέ άφορισμούς. «Τά γερατειά πραγματοποιούν τά νεανικά όνειρα· τό βλέπουμε στό παράδειγμα του Σουίφτ: στά νιάτα του έχτισε ένα τρελοκομείο καί, δταν γέρασε, μπήκε ό ίδιος μέσα»^^. Συναντούμε κατά βήμα αυτόν τόν τόνο πικρής καί χαιρέκακης ειρωνείας. «Τό πιό ψηλό είναι νάναι κανείς τέλειος άνθρωπος. Έβγαλα κάλους κι αυτό μέ φέρνει λίγο πλησιέστερα σ' αύτόν τόν στόχο»^^. Πίσω άπό τούς χαιρέκακους εμπαιγμούς βρίσκεται ή εξίσου κακόβουλη καί οξεία κριτική. Λέει γιά τήν φιλοσοφία: «Όταν ακούμε τούς φιλόσοφους νά μιλάνε γιά τήν πραγματικότητα, αυτό είναι τόσο παραπλανητικό δσο καί ή πινακίδα στή βιτρίνα ενός παλιατζή: άναλαμβάνουμε σιδέρωμα. Όποιος πάει τά ρούχα του γιά σιδέρωμα, πιάνεται κορόιδο. Ή πινακίδα πού κρέμεται είναι γιά πούλημα»^^. Ή ειρωνεία του κρύβει τή ζοφερή θεώρηση τού κόσμου. Διηγείται ό Κίρκεγκαρντ: «Στό θέατρο ξέσπασε φωτιά, πίσω στά παρασκήνια. Ό θεατρίνος βγαίνει στή σκηνή καί τό γνωστοποιεί στό κοινό, πού τό θεωρεί σάν άστείο καί χειροκροτεί. Αυτός επαναλαμβάνει τήν άνακοίνωση, οι θεατές ζητωκραυγάζουν πιό πολύ. Έτσι θά καταρρεύσει ό κόσμος, φαντάζομαι, μέσα στούς πανηγυρισμούς τών πνευματικών 214
κεφαλών, πού θά τό θεωρήσουν χιούμορ κακής ποιότητας»^'^. Ό σ α θίγει μ' αυτούς τούς άφορισμούς είναι διφορούμενα και δισήμαντα. Λέει: «Προτιμώ νά μιλώ με παιδιά, γιατί μπορούμε νά ελπίζουμε, οτι κάποτε θά γίνουν λογικά οντα. Εκείνοι πού έγιναν ήδη, είναι γιά κλάματα!»^®. Άλλου λέει: «Οί κοινωνικές πράξεις καί τά ωραία αισθήματα πού τίς συνοδεύουν, διαδίδονται ολοένα πλατύτερα. Στήν Λειψία συστήθηκε μιά επιτροπή, πού από συμπόνια γιά τά κακόμοιρα γέρικα άλογα, αποφάσισε νά τά τρώει»^^. Ή ειρωνεία του δμως στρέφεται καί ενάντια στόν εαυτό του: « Ή σωματική μου διάπλαση δέν είναι άρμονική. Έ χ ω πολύ κοντά μπροστινά πόδια, σάν τήν καγκουρώ, κι άτέλειωτα μακριά πισινά πόδια. Συνήθως κάθομαι ήσυχα· μόλις δμως άρχίσω νά κινούμαι, κάνω ενα τεράστιο άλμα, πού τρομάζει εκείνους μέ τούς όποιους συνδέομαι μέ τρυφερούς δεσμούς συγγένειας καί φιλίας»^®. Γενικά οί άφορισμοί περιέχουν περισσότερα γιά τόν ϊδιο, άπό δσο φαίνεται σέ πρώτη ματιά, δπως π.χ. δταν γράφει: «Άχ, ή πόρτα τής ευτυχίας δέν ανοίγει πρός τά μέσα ούτε μέ όρμητικό σπρώξιμο. 'Ανοίγει πρός τά έξω, γι' αυτό δέν μπορεί νά γίνει τίποτε»'^^. Δέκα σελίδες τέτοιων άνάκατων αφορισμών παίζουν τόν ρόλο πρελούδιου του βιβλίου. Επιδιώκεται ένας ορισμένος σκοπός, πού επιτυγχάνεται ιδιαίτερα μέ τό ύφος τών αφορισμών. Ή παραδοξολογία, πού είναι τό ντύμα του αφορισμού, χαρακτηρίζει καί τούς περισσότερους άπό αυτούς. Λέει άλλου: « Ό καιρός περνά, ή ζωή είναι όνειρο κλπ, λένε οι άνθρωποι. Έ γ ώ δέν τό νιώθω. Ό καιρός σταματά καί μ' αυτόν καί έγώ....» ή: «Όταν σηκώνομαι τό πρωί,, ξαναπέφτω άμέσως στό κ ρ ε β ά τ ι » Α ύ τ έ ς οι παράδοξες διατυπώσεις τείνουν, πρός τό τέλος, σέ άκρότητες. Εμφανίζεται ένα εκτενέστερο εδάφιο μέ τήν επιγραφή: « Ή - ή · μιά εκστατική ομιλία». 'Αφού τό βιβλίο τιτλοφορείται 'Ή-ή^ άναζητούμε εδώ καί τήν κεντρική ιδέα του δλου. Γράφει λοιπόν: «Παντρέψου, θά τό μετανιώσεις, μήν παντρεύεσαι, πάλι 215
θά τό μετανιώσεις- εϊτε παντρευτείς, εϊτε οχι, θά μετανιώσεις οπωσδήποτε». Τό Ι'διο θέμα άντιμετωπίζεται με τον ϊδιο τρόπο και άλλου· τό Ι'διο ΰφος και στό επόμενο παράδειγμα: «Κρεμάσου, θά τό μετανιώσεις· μήν κρεμιέσαι, πάλι θά τό μετανιώσεις· κρεμάσου, μήν κρεμιέσαι, μετάνοια καί στά δυό. Εϊτε κρεμαστείς, εϊτε οχι, θά μετανιώσεις σέ κάθε περίπτωση. Αυτό, κύριοι, είναι ή πεμπτουσία κάθε βιοσοφίας...» Αυτή ή «εκστατική όμιλία», άφού φέρνει τόν γενικό τίτλο του βιβλίου, θά μπορούσε νά θεωρηθεί ενα είδος δήλωση τού περιεχομένου. Πρέπει όμως νά πούμε ταυτόχρονα δτι αυτό τό "Ή-ή είναι μέν τό βασικό θέμα σύμφωνα μέ τήν βαθύτερη πρόθεση τού συγγραφέα, άλλά γίνονται συνεχείς παραλλαγές, ώστε στήν αρχή μπαίνει παιχνιδιστά, ειρωνικά, μή σοβαρά, γιά νά εξελιχθεί σέ ολοένα σοβαρότερο καί άναγκαιότερο στοιχείο. Σέ αύτό τό σημείο τού έργου έχει σκωπτική σημασία. Καί στά μέσα της όμιλίας ειρωνεύεται φανερά τήν χεγκελιανή φιλοσοφία: «Στούς άκροατές μου, πού είναι σέ θέση νά μέ ακολουθούν, μολονότι δέν κινούμαι, θά φανερώσω τώρα τήν αιώνια άλήθεια, δυνάμει της οποίας αυτή ή φιλοσοφία εφησυχάζει στόν εαυτό της καί δέν επιτρέπει παραπέρα ανάπτυξη. Δηλαδή: αν ξεκινούσα άπό τή βάση μου, δέν θά μπορούσα νά ξανασταματήσω, αν σταματούσα, θά τό μετάνιωνα, κι αν δέν σταματούσα, πάλι θά τό μετάνιωνα κλπ. Επειδή όμως δέν παρατώ τή βάση μου, μπορώ νά σταματώ κάθε στιγμή, δηλαδή πάντα άρχίζω καί πάντα τελειώνω. Έτσι βρίσκομαι σέ μιά θαυμάσια θέση. Ή πείρα μας διδάσκει, δπως είναι γνωστό, δτι στή φιλοσοφία ή αρχή δέν είναι διόλου δύσκολη. Δέν αρχίζει άπό τίποτε, μπορεί λοιπόν ν' άρχίζει κάθε στιγμή. Αύτό πού δυσκολεύει τους φιλόσοφους καί τήν φιλοσοφία είναι τό σταμάτημα. Έγώ παράκαμψα αύτή τή δυσκολία· γιατί οποίος νομίζει, οτι σταματώντας, πράγματι σταματώ, αποδείχνει δτι δέν έχει όραματιστικό νού». Αύτή ή περιγραφή άφορα τήν χεγκελιανή φιλοσοφία, καθώς μάλιστα ό Χέγκελ τονίζει στήν Λογική του, δτι ή φιλο216
σοφία κατά κάποιον τρόπο άρχίζει μέ τό «Μηδέν». Ή ειρωνεία προσβάλλει προπάντων τή χεγκελιανή διαλεκτική, πού εννοείται σάν ψευδοκίνηση, καί στην πραγματικότητα σάν βήμα σημειωτόν. Έτσι ό Κίρκεγκαρντ σημειώνει σκωπτικά: «Έχω μόνο μιά αρχή καί ποτέ δεν ξεκινώ από αυτή Αυτό τό πρώτο μέρος αιωρείται μόνιμα μεταξύ ειρωνείας καί σοβαρότητας. Στή μέση του έργου παρεμβάλλονται δοκίμια γιά τήν μουσικότητα καί τήν τραγικότητα, δηλαδή αισθητικά θέματα. 'Ακολουθεί μιά ομιλία μέ τίτλο: « Ό πιο δυστυχισμένος· ενας ενθερμος λόγος...» καί ένα ειρωνικό δοκίμιο, « Ή οικονομία τών συναλλαγών». Έ δ ώ γράφει: « Ή άνία είναι ή ρίζα όλων τών κακών. Στήν αρχή ήταν ή άνία. Οι θεοί έπλητταν, δημιουργήθηκε ή Εύα. Καί άπό κείνη τή στιγμή επικράτησε ή άνία στόν κόσμο καί αυξήθηκε ανάλογα μέ τήν αύξηση του πληθυσμού. Ό 'Αδάμ έπληττε μόνος, ύστερα έπληττε ό 'Αδάμ καί ή Εύα μαζί, αργότερα έπλητταν 'Αδάμ, Εύα, Κάιν καί "Αβελ οικογενειακά, καί μέ τόν πολλαπλασιασμό τών άνθρώπων στή γή έπλητταν όλοι μαζικά. Γιά νά διασκεδάσουν, τούς κατέβηκε ή ιδέα νά χτίσουν έναν πύργο, πού νά φτάνει στόν ουρανό. Αυτή ή σκέψη ήταν τόσο άνιαρή όσο καί τό ύψος του πύργου καί άποδείχνει μέ τρομακτική σαφήνεια δτι ή άνία είχε κερδίσει τή μάχη»'^'^. Κατακλείδα τού πρώτου τόμου είναι τό «Ημερολόγιο του άποπλανητή», πού θεωρήθηκε συχνά σάν άποκορύφωμα ρομαντικής διηγηματογραφίας. Ή ερωτική ιστορία καί ή μνηστεία τού Κίρκεγκαρντ προμηθεύουν τό υλικό. Ό Κίρκεγκαρντ περιγράφει τόν τύπο τού Δόν Ζουάν, πού παύει ν' άγαπά, μόλις πετύχει τό στόχο του. Έτσι οικοδομείται ή πλοκή μέ μορφή επιστολών. Περιγράφονται ολα τά στάδια τού ερωτικού αισθήματος, διαρθρωμένα δραματικά. Στό άποκορύφωμα διακόπτεται τό δράμα ξαφνικά. Μιλά ό άποπλανητής: «Δέν μού αρέσουν οι άποχαιρετισμοί άπό γυναίκες. Σιχαίνομαι δάκρυα καί παρακλήσεις τών θηλυκών. 'Αλλάζουν τά πάντα κι εντούτοις δέν άλλάζει τίποτε. Τήν άγάπησα, άλλά στό εξής δέν μπορεί πιά ν' άπασχολεί τήν ψυχή 217
μου»"^^. Μέ αυτά τελειώνει ό πρώτος τόμος κι αρχίζει ό δεύτερος. Έ δ ώ άλλάζει ό τόνος και τό υφος, ή παράσταση και τό περιεχόμενο, τό πρόσωπο καί τά σκηνικά. 'Αποτελείται άπό τέσσερα μέρη: «Τό αισθητικό δικαίωμα του γάμου», « Ή ισορροπία του αισθητικού καί τού ηθικού στην άνάπτυξη της προσωπικότητας», «Τελεσίγραφο», «Τό εποικοδομητικό της σκέψης, δτι απέναντι στόν θεό εχουμε πάντα άδικο». Ό δεύτερος τόμος επιτρέπει ευκολότερα περιλήψεις, τό περιεχόμενο μπαίνει άνετα σέ τύπους, Τό άποτελούν δυό μεγάλες επιστολές. Ό συντάκτης είναι παντρεμένος καί υπερασπίζεται τόν θεσμό τού γάμου άπέναντι στόν φίλο του - πιθανότατα τόν συντάκτη τού πρώτου μέρους. Στην άπολογία του υπέρ τού γάμου επιτίθεται ταυτόχρονα ενάντια στόν τρόπο ζωής καί τήν υπαρξιακή θέση τού φίλου του. Αυτή είναι ή πλοκή τού βιβλίου, αν μπορεί νά γίνει λόγος γιά τέτοια. 'Αλλά σ' αυτόν τόν τόμο δέν συμβαίνει τίποτε άλλο, παρά ή προσαγόρευση τού φίλου μέ πατρικά καί ήπια λόγια, γιά νά τού δείξει πώς ζει σ' έναν κόσμο άπόγνωσης. Ό λ α μοιάζουν δασκαλίστικα καί ϊσως αυτός είναι ό λόγος πού 6 δεύτερος τόμος δέν πλησίασε κάν τήν επιτυχία τού πιό διαδομένου πρώτου. 'Αρκούν μερικά παραθέματα γιά νά υποδηλωθεί ό χαρακτήρας καί ό στόχος αυτού τού τόμου. Τό εξωτερικό περιεχόμενο είναι άκριβώς ή αιτιολόγηση της άναγκαιότητας τού γάμου, πού άποδείχνεται σάν ηθικά άναγκαιος καί σάν ή πραγματικότητα τού άνθρώπου. "Ομως ή μορφή τής αιτιολόγησης δέν είναι ή συνηθισμένη τού τύπου: ό γάμος είναι άναγκαίος άπό θεϊκή, κοινωνική καί βιολογική άποψη. Δέν περιφρονούνται αυτά τά επιχειρήματα, πού υπογραμμίζονται πράγματι στήν κατάλληλη στιγμή. Οι προθέσεις είναι ευρύτερες. Πίσω άπό τό προσκήνιο πού στήνεται, ξετυλίγεται ή γενική προβληματική όλόκληρου τού βιβλίου, τό 'Ή-η. Στή μέση τού έργου καί στήν άρχή τού κεφάλαιου: « Ή ισορροπία τού αισθητικού καί τού ηθικού στήν άνάπτυξη τής προσωπικότητας», γράφει τά έξης: «Σού ξαναλέω δ,τι σού έχω πει τόσες φορές· έπαναλαμ218
βάνω: 'Ή-ή... Έσύ δμως μεταχειρίζεσαι τό Ή - ή τόσο συχνά, ώστε σουγινε πιά οίκόσημο. Ό μ ω ς ποιά σημασία εχει γιά σένα; Καμιά. Σου είναι, γιά νά μεταχειριστώ τή δική σου φρασεολογία, ένα βλεφάρισμα ματιών, ένα τρίξιμο δαχτύλων, ένα πλέξιμο χεριών, κουραφέξαλα. Τό λές σέ κάθε ευκαιρία καί δημιουργείς εντυπώσεις. Ενεργεί πάνω σου σάν τό δυνατό ποτό στους νευρασθενείς: σέ μεταφέρει, δπως λές, σέ μιά κατάσταση ψηλότερης παραφροσύνης. Αυτό είναι ή πεμπτουσία κάθε σοφίας της ζωής, ένα θείο ευαγγέλιο γιά τήν ανθρωπότητα πού πάσχει. Ποτέ δμως δέν τό διατύπωσε κανείς τόσο εντυπωσιακά οσο ό μεγάλος στοχαστής καί αληθινός φιλόσοφος τής ζωής, δταν φώναξε σ' έκείνον πού του τίναξε τό καπέλο από τό κεφάλι: "Αν δέν μου τό σηκώσεις, θά σέ δείρω, αν μου τό σηκώσεις, πάλι θά σέ δείρω, διάλεξε! Σοϋ είναι διασκεδαστικό νά παρηγορείς μέ τό Ή - ή ανθρώπους πού άπευθύνονται σέ σένα σέ κρίσιμες στιγμές. Τούς ακούς μέ υπομονή καί ύστερα τούς λές: ύπάρχουν μόνο δυό δυνατότητες, μπορείς νά κάνεις αυτό ή τό άλλο· ειλικρινά τούς δίνω τή φιλική συμβουλή: κάνε αυτό ή κάνε τό άλλο, θά μετανιώσεις καί γιά τά δυό. Όποιος ομως κοροϊδεύει άλλους, τόν έαυτό του κοροϊδεύει. Δέν είναι άπλή σύμπτωση παρά μεγάλη κοροϊδία γιά σένα καί λυπηρή άπόδειξη τής ψυχικής σου σοβαρότητας, οτι ή βιοφιλοσοφία σου συγκεντρώνεται σέ μιά μόνο φράση: Σου λέω μονάχα Ή-ή... Αές οτι ή ζωή είναι καρναβάλι· καί πρός μεγάλη σου διασκέδαση παίζεις στό καρναβάλι τής ζωής τόν ρόλο σου μέ τέτοια μαεστρία, ώστε κανένας δέν κατάφερε νά σέ ξεμασκαρέψει. Καί δταν φανερώνεσαι, είναι κι αυτό μιά νέα άπάτη. Βέβαια γιά σένα δέν είναι άπλή διασκέδαση. Έσύ μπορείς ν' άναπνέεις μόνο κάτω άπό μάσκα. Θά σου κοπεί ή άνάσα, άν σέ πλησιάσει αληθινά ένας πραγματικός άνθρωπος. Ή άνάγκη σέ πιέζει νά διατηρείς τή μάσκα. Καί τά καταφέρνεις πράγματι θαυμάσια, γιατί ή μάσκα σου είναι τό μεγαλύτερο δλων τών μυστικών. Ό ίδιος δέν είσαι τίποτε, είσαι μόνο μιά σχέση πρός άλλους.... άπλώνεις μέ λαχΐάρα τό χέρι σέ μιά τρυφερή βοσκοπούλα καί μεταβάλλεσαι άμέσως σέ αισθηματία βοσκό. Εξαπατάς μέ άδελφικό φιλί έναν 219
σεβάσμιο πνευματικό πατέρα. Έτσι γίνεσαι καθετί πού ταιριάζει στους άλλους καί τελικά δεν είσαι τίποτα: ένα ζωντανό αίνιγμα μέ τίτλο: Ή-ή»'^^. Έ δ ώ ξεκαθαρίζει ένα γνώρισμα αυτού τού δεύτερου τόμου: ό φανταστικός συντάκτης τού δεύτερου τόμου κατηγορεί τόν φανταστικό συντάκτη τού πρώτου τόμου. Τόν επικρίνει δτι δεν βλέπει σωστά τό Ή-ή, έρμηνεύοντάς το σάν Ούτε-ούτε καί διατυπώνει τήν μομφή της σαθρής στάσης. Ό κατάλογος των μομφών συνεχίζεται μέ τόν ϊδιο πάντα στόχο: νά ξεμασκαρέψει τόν συντάκτη τού πρώτου μέρους καί νά άποκαλύψει τόν κρυμένο πυρήνα. Ή επόμενη μομφή είναι οτι παρά τά φαινομενικά παχνιδίσματα καί τήν αισθητική τελειότητα τού πρώτου τόμου, πρόκειται γιά κραυγή άπεγνωσμένου. Γράφει λοιπόν: «Δές, αυτή ή ζωή είναι απόγνωση. Κρύβε το άπό τούς άλλους, νεαρέ μου φίλε, αλλά άπό τόν εαυτό σου δέν μπορείς νά τό άποκρύψεις: είναι άπόγνωση. Καί ομως, άπό μιά άλλη άποψη δέν είναι άπόγνωση. Είσαι υπερβολικά επιπόλαιος γιά νά άπελπίζεσαι, κι είσαι υπερβολικά μελαγχολικός γιά νά μή βρίσκεσαι σέ επαφή μέ τήν άπόγνωση Πίσω άπό τή θέληση γιά τήν άμέριστη άπόλαυση της ζωής, πού κηρύσσει ό άποπλανητής, ό Κίρκεγκαρντ άποκαλύπτει τήν μελαγχολία σάν τό πραγματικό αϊτιο τής άπόγνωσης. "Ομως γιά τόν Κίρκεγκαρντ ή μελαγχολία δέν είναι συγχωρήσιμη ύπόθεση, άπεναντίας, είναι άμαρτία: «Όμως ή μελαγχολία είναι άμαρτία καί μάλιστα άμαρτία καθολική, γιατί πρόκειται γιά τήν άμαρτία τού νά μή θέλεις βαθιά κι έσώψυχα. Καί αύτή είναι ή μητέρα όλων των άμαρτιων. Αύτή ή άσθένεια ή μάλλον ή άμαρτία, είναι πολύ διαδομένη στήν εποχή μας, δλη ή νεολαία τής Γερμανίας καί τής Γαλλίας άναστενάζει άπό μελαγχολία... Βλέπουμε καθαρά: ξεμασκαρεύοντας τόν άποπλανητή, άποκαλύπτει τόν εαυτό του. Παρά τούς τόσους ισχυρισμούς τού Κίρκεγκαρντ, πώς δέν έχει καμιά σχέση μέ τά ψευδώνυμά του, δλα του τά κείμενα είναι κατά κάποιον τρόπο αύτοβιογραφικά. Βέβαια αύτή ή παράσταση γράφτηκε μέ συστηματικές προθέσεις καί μολονότι κάθε παράσταση220
περιγραφή είναι γεμάτη μέ υποκειμενικό υλικό και προσωπικά βιώματα, γίνεται ταυτόχρονα ή προσπάθεια νά ανυψωθεί σε επίπεδο γενικό καί δεσμευτικό. Ή κεντρική σκέψη, τό διδακτικό περιεχόμενο αυτού του τόμου, είναι νά φέρει διαλεκτικά αντιμέτωπες τήν ηθική πράξη μέ τήν αισθητική ι3παρξη. Ό συντάκτης του πρώτου τόμου είναι ό πλάνος, ό αίσθητικά-ρομαντικός άνθρωπος, ή ύπαρξη του οποίου βρίσκεται σέ διαρκή άναζήτηση περιεχόμενου καί άπόλαυσης. Αυτό άποτελει κατά τόν Κίρκεγκαρντ τήν ορμή καί τήν ώθηση της ζωής του, πού τόν σπρώχνουν τελικά στήν μελαγχολία, τήν απόγνωση καί τό τίποτε. Ό συντάκτης τού δεύτερου τόμου άναγγέλλει, δπως καί εκείνος τού πρώτου, τίς αρχές του καί τούς κανόνες ζωής του. Ό Κίρκεγκαρντ Β' βγάζει τά συμπεράσματά του καί τά άντιπαραθέτει διδακτικά στίς θέσεις τού Κίρκεγκαρντ Α'. Ή συστηματοποίηση αυτή ξετυλίγεται γύρω άπό τήν κεντρική ιδέα τού συνόλου, τό Ή - ή · είναι ή βασική σκέψη, πού ενώνει τούς δυό συντάκτες. Στόν πρώτο τόμο τού Ή - ή άναπτύσσεται ή στάση, πού στό βάθος είναι τό Ούτε-ούτε. Αύτό σημαίνει γιά τόν Κίρκεγκαρντ νά επαφίεται κανείς στίς διαθέσεις της στιγμής, ν' άφήνει τίς ευκαιρίες νά χάνονται καί νά ζει άνάμεσα στά πρόσκαιρα φαινόμενα. Αύτό βέβαια σημαίνει επίσης νά αποφεύγει κανείς τήν πραγματική επιλογή, νά μήν παίρνει θέση, νά τά θέλει δλα καί νά μήν είναι τίποτε. Γι' αύτό μιά τέτοια ύπαρξη καταλήγει στήν άπόγνωση, στήν κατάθλιψη, στό Μηδέν. Τό δεύτερο μέρος διδάσκει απεναντίας τήν επιλογή, τό πάρσιμο θέσης, τήν άποφασιστικότητα. Μόλις τώρα μπαίνει καυτά τό Ή - ή σάν ανάγκη άπόφασης. Ό Κίρκεγκαρντ πιστεύει οτι ή άπόφαση διατυπώνεται μόνο διαλεκτικά: ή διαλέγεις ή δέν διαλέγεις, σέ κάθε περίπτωση κάνεις επιλογή. 'Αν δέν διαλέγεις, είσαι ενα τίποτε καί απότυχες. Μόνο διαλέγοντας καί άποφασίζοντας άρχίζεις νά γίνεσαι κάτι. Είναι ολοφάνερο, πώς γιά τόν Κίρκεγκαρντ ό ηθικός άνθρωπος είναι ό ανώτερος τύπος, 6 άναπτυγμένος άνθρωπος, πού έφτασε στήν πλήρωση της ζωής του. Τό αιτιολογεί ώς 221
έξήζ: «Κάθε αισθητική βιοθεωρία είναι άπόγνωση· γιατί οικοδομεί πάνω σ' αυτό πού είναι καί δεν είναι. 'Αλλιώς είναι ή ηθική βιοθεωρία· αυτή οικοδομεί τή ζωή πάνω σ' αυτό πού εχει σάν ουσία του: νά είσαι. Τό αισθητικό στοιχείο κάνει τόν άνθρωπο νά είναι άμεσα αυτός πού είναι. Τό ηθικό στοιχείο είναι εκείνο, μέσω του όποίου ό άνθρωπος γίνεται αυτό πού γίνεται. Μ' αυτό δεν θέλουμε νά πούμε δτι οποίος ζεί αισθητικά δέν εξελίσσεται. Φυσικά εξελίσσεται, άλλά κατ' αναγκαιότητα καί όχι μέ ελευθερία. Σέ αυτόν δέν συντελείται ή μεταμόρφωση · δέν πραγματοποιεί αυτός τήν άτέλειωτη κίνηση, πού τόν όδηγεί στό σημείο άπ' δπου γίνεται αυτός πού γίνεται» Αυτή ή αντιπαράθεση αισθητικής καί ηθικής ύπαρξης άναφέρεται πρώτα στήν άντίθεση της «άμεσης» καί τής «εμμεσης» ύπαρξης, γιά νά τό εκφράσουμε μέ τά λόγια του Χέγκελ. Καί αν 6 Κίρκεγκαρντ δέν παραδέχεται πουθενά τήν έξάρτησή του από τόν Χέγκελ μέ ευθύ τρόπο παρά μόνο μέ τήν εμπαθή περιφρόνηση, μέ τήν οποία τόν μεταχειρίζεται, εδώ προδίδεται φανερά. 'Αποδέχεται εδώ τούς νόμους κίνησης του διαλεκτικού σκέπτεσθαι. Καί 6 Κίρκεγκαρντ λοιπόν δέν μπορεί νά άπαλλαγεί άπό τήν διδασκαλία τού Χέγκελ. Τό διαλεκτικό σκέπτεσθαι γενικά άνεβα(νει καί προχωρεί κλιμακωτά. Διαπερνά συνέχεια ένα-ένα τό πρώτο, τό δεύτερο, τό τρίτο στάδιο κλπ. Κινείται δμως επιθετικά καί κάθε νέα βαθμίδα δέν επιτυγχάνεται μέ απευθείας, δηλαδή μέ «λογική» εξέλιξη, παρά διαμέσου τής άντίφασης. Έτσι καί γιά τόν Κίρκεγκαρντ ή ήθική ύπαρξη άντιφάσκει στήν αισθητική ύπαρξη: «Όποιος αύτοεκλέγεται ηθικά, έχει τόν εαυτό του σάν καθήκον του, μή βλέποντάς τον σάν απλή δυνατότητα, πού τού επιτρέπει νά παίζει τό ρόλο του αυθαίρετα. Μπορεί κανείς νά αύτοεκλέγεται ηθικά μόνο μέ τήν συνεχή εκλογή. Κι ετσι γίνεται κανείς άντικείμενο ενός πολύπτυχου καθήκοντός του». Τί σημαίνει δμως αύτοεκλογή; Ό Κίρκεγκαρντ τό εξηγεί, δπως τό υποδηλώνει τό παρακάτω παράθεμα. Ό ηθικός άν222
θρωπος κηρύσσει τον εαυτό του σάν δικό του καθήκον. Παραθέτουμε κατά λέξη τις όδηγίες του Κίρκεγκαρντ: « Ή κύρια διαφορά είναι δτι τό ηθικό άτομο είναι διαφανές στόν έαυτό του καί δέν ζει στον άέρα, δπως τό αισθητικό άτομο. Ό λ α περιστρέφονται γύρω άπό αυτό, δλα εμπεριέχονται σ' αυτό. Όποιος ζει ηθικά, διειδε τόν έαυτό του, έχει αυτογνωσία καί διαπερνά όλη του τήν πραγματικότητα μέ τήν συνείδησή του, χωρίς νά επιτρέπει στούς σαλτιμπαγκισμούς των έκμαυλιστικών δυνατοτήτων νά του άποσποΰν τήν προσοχή. Ό Ι'διος δέν είναι σάν τόν μαγικό πίνακα, όπου μπορεί κανείς νά διαβάζει ο,τι θέλει, άνάλογα μέ τήν άπόσταση καί τήν οπτική γωνία. Έχει τό γνώθι σ' αύτόν»®^. "Αν κατανοήσουμε τήν διδασκαλία αυτή του Κίρκεγκαρντ σάν ήθική διδαχή μέ τό παραδοσιακό νόημα, παραλείπουμε κάτι. Ή παραδοσιακή ήθική περιγράφει μέν τήν ήθική στάση, στήνει ομως καί τίς άντίστοιχες εντολές. Σέ κάθε περίπτωση μας δίνει δεσμευτικούς κανόνες, πού σάν ηθικοί άνθρωποι πρέπει νά εκπληρώνουμε υποτακτικά. Ό Κίρκεγκαρντ όμως θίγει αυτή τήν πλευρά φευγαλέα. Υποστηρίζει μιά ήθική φρονήματος. Λέει ρητά: «Στήν ήθική δέν πρόκειται γιά κάτι εξωτερικό, παρά γιά κάτι εσώτερο... Τό κυριότερο δέν είναι νά μπορεί κανείς νά μετρά στά δάχτυλά του τίς υποχρεώσεις του· βασικό είναι νά αισθανθεί μιά γιά πάντα τήν ένταση του καθήκοντος σέ βαθμό πού ή επίγνωση του καθήκοντος νά του εχει γίνει ή εγγύηση της αιώνιας άξίας της ύπόστασής του. Γι' αυτό δέν θά εγκωμίαζα τόν κατ' εντολή άνθρωπο του καθήκοντος όπως δέν θά εγκωμίαζα καί τόν μελετητή των γραφών. "Οποιος δέν κατανόησε τή σημασία των καθηκόντων στίς άπέραντες διαστάσεις τους δέν άξίζει τίποτε· έξίσου άνάξιος σάν εκπρόσωπος της επιστήμης είναι όποιος πιστεύει ότι οι γνώσεις άποκτιούνται μέ τήν απλή καί μόνο μελέτη. Ή καζουϊστική (περιπτωσιολογία) μπορεί νά συντελεί στήν εμβάθυνση του πολύπτυχου χαρακτήρα τών καθηκόντων, εκείνο όμως πού άποτελεί επιτακτική άνάγκη είναι καί παραμένει τό έξης: ό άνθρωπος δέν πρέπει απέναντι στή ζωή του νά έχει σχέση θείου παρά πατέρα»®^. 223
Ό π ω ς ό πρώτος, ετσι καί ό δεύτερος τόμος εχει μιά χαρακτηριστική κατακλείδα. Πρόκειται γιά &να κήρυγμα με τίτλο «Τό εποικοδομητικό της σκέψης, ότι απέναντι στόν θεό εχουμε πάντα άδικο». Κατά κάποιον τρόπο είναι βέβαια κατανοητό δτι ό γενικός σκηνοθέτης του έργου, ό Κίρκεγκαρντ, κλείνει τό μέρος αυτό μ' ένα κήρυγμα. Γιατί ό συντάκτης του δεύτερου τόμου εμφανίζεται σάν φρόνιμος, τίμιος καί μετριόφρονας άνθρωπος, πού δέν είναι βέβαια περιορισμένης άντίληψης, αλλ' δχι καί άπεριόριστης ευφυίας. Καί σ' αυτόν τόν τύπο άνθρώπου, όπως τόν σκιαγραφεί 6 Κίρκεγκαρντ, ταιριάζει μιά ειλικρινής καί άπλοϊκή σχέση πρός τήν θρησκεία. Όμως τόσο τό πρώτο όσο καί τό δεύτερο μέρος του Ή - ή έχουν τό βαθύτερο νόημά τους. Μ' άλλα λόγια: δέν έχει παιχθεί ως τό τέλος τό διαλεκτικό παιχνίδι· διαδραματίστηκαν μόνο οι δυό πρώτες πράξεις του διαλεκτικού δράματος της ύπαρξης. Τώρα θά γραφτεί ή τρίτη πράξη. Στά Ημερολόγια σχολιάζει τήν ώς τώρα πορεία: «... τό σημαντικότερο στό Ή - ή είναι δτι ή μεταφυσική σημασία γίνεται σαφής· αυτή είναι ή βάση του συνόλου κι δλα οδηγούν στό δ ί λ η μ μ α . . Α υ τ ό σημαίνει δτι ή κατακλείδα του δεύτερου τόμου είναι μόνο φαινομενικά συμπερασματική. Ή φράση πού παραθέσαμε είχε γραφτεί τό 1841, δηλαδή πρίν άπό τήν έκδοση του Ή-ή. Αυτό δείχνει δτι ό Κίρκεγκαρντ είχε τότε κιόλας τήν πρόθεση νά εκθέσει τό μεγάλο, μοναδικό δίλημμα μεταξύ της αισθητικής καί της ηθικής ύπαρξης. Μ' άλλα λόγια αυτό τό βιβλίο δέν πρόβλεπε τήν πραγματική λύση.
224
Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ «ΤΟ Π Α Θ Ο Σ ΤΗΣ ΦΡΙΚΗΣ» Τον ϊδιο χρόνο, πού δημοσιεύτηκε τό 'Ή-η ό Κίρκεγκαρντ εγραψε δυο μικρά κείμενα, πού εκδόθηκαν την ϊδια μέρα. Ό π ω ς συμπεραίνουμε άπό τούς υπαινιγμούς του, καί τά δυό κείμενα είναι μιά «έμμεση» άνακοίνωση, γιά τήν όποια ό Σρέμπφ δικαιολογημένα πιστεύει, δτι άπευθύνονται στην Ρεγκίνε Όλσεν®^. "Ισως μέ τό Φόβος καί τρόμος, δπου άναπαρασταίνει τήν θρησκευτικότητα πάνω στό παράδειγμα του θύματος Ρεγκίνε Όλσεν, ήθελε νά εκθέσει τόν πραγματικό λόγο τής διάλυσης του αρραβώνα, ενώ στήν Επανάληψη, δπου ό Κίρκεγκαρντ, δπως εξάλλου στό «Ημερολόγιο του άποπλανητή», πραγματεύεται τήν ιστορία μιας άγάπης, προσπάθησε νά τής ομολογήσει τήν αμετάβλητη αγάπη του. Τό υπονοεί καί ή εκλογή τών ψευδώνυμων. Συντάκτης του Φόβου καί τρόμου εμφανίζεται ό Γιοχάννες ντέ Σιλέντιο. Υποδύεται προφανώς τόν πιστό 'Ιωάννη, πού είναι υποχρεωμένος νά τηρεί σιγή. Ό Κωνσταντίν Κωνστάντιους, 6 καρτερικός καί πιστός, αν μπορούμε νά άποδώσουμε έτσι ελεύθερα αυτό τό ψευδώνυμο, εμφανίζεται σάν εκδότης τής 'Επανάληψης, . Σάν σταθμός τής πορείας του τό κείμενο 'Επανάληψη μπορεί πραγματικά νά κατανοηθεί κατά λέξη σάν επανάληψη του ερωτικού βιώματος. Τό Φόβος καί τρόμος δμως εκθέτει γιά πρώτη φορά σ' όλη του τήν έκταση τό θρησκευτικό θέμα. Καί σέ άντίθεση πρός τό 'Επανάληψη, πού δέν ανοίγει νέο θέμα, τό Φόβος καί τρό^ος^ πραγματεύεται ένα τρίτο θέμα μετά τά δυό πρώτα, πού είναι άντικείμενα του 'Ή-η. Πρόκειται γιά τό θέμα τής θρησκευτικής ύπαρξης μετά τήν εξέταση τής αισθητικής καί ήθικής μορφής ύπαρξης στό Ή - ή . Γιά όσους θεωρούσαν τόν Κίρκεγκαρντ προπάντων ποιητή καί λογοτέχνη, τό Φόβος καί τρόμος άποκαλύπτει μιά καινούργια πλευρά του, άφού ό Κίρκεγκαρντ στρέφεται τώρα, χωρίς καμιά διάθεση ειρωνείας, πρός μιά θρησκευτική μορ15.
Οι μεγάλοι διαλεκτικοί
225
φή. Περιγράφει τόν 'Αβραάμ, δταν πήρε τήν διαταγή του θεού νά θυσιάσει τόν γιο του Ισαάκ. Ό Κίρκεγκαρντ διάλεξε δηλαδή ενα χαρακτηριστικό θέμα τής Παλαιάς Διαθήκης, τήν ιστορία του πειρασμού, στόν όποιο ό ϊδιος ό θεός εκθέτει τόν 'Αβραάμ. Τήν διηγείται ό Γιοχάννες ντέ Σιλέντιο άρχικά μέ τά λόγια τής Βίβλου, τήν επαναλαμβάνει ύστερα μέ παραλλαγές, περιγράφοντας τί θά μπορούσαν νά έχουν αισθανθεί ό 'Αβραάμ καί ό 'Ισαάκ. 'Ακολουθεί ένα εγκώμιο τού 'Αβραάμ, πού δέν περιέχει στό βάθος τίποτε άλλο από τήν σκέψη του: «Κανένας δέν ήταν τόσο μεγάλος οσο ό 'Αβραάμ, ποιός μπορεί νά τόν καταλάβει;84 'Ακολουθεί τό τρίτο μέρος, πού επιγράφεται «Προβλήματα» · εδώ γίνεται γενική θεώρηση τού 'Αβραάμ από ήθική, άνθρώπινη καί θρησκευτική άποψη. Στό επίκεντρο τού ενδιαφέροντος βρίσκονται τά ερωτήματα: Μπορεί νά αναιρεθεί ή ήθική εντολή: «Ου φονεύσεις»; Υπάρχει απόλυτη υποχρέωση άπέναντι στό θεό; Είχε ό 'Αβραάμ δικαίωμα παρασιώπησης τού σχεδίου του από τόν 'Ισαάκ καί τούς άλλους; Συζητούνται ή πρόθεση διαταγμένης δολοφονίας, ή υπακοή χωρίς δρους στό θεό, ή υποχρέωση σέ σιωπή καί ή τήρηση σιγής. 'Από προσωπική άποψη ό Κίρκεγκαρντ φαίνεται νά βάζει σέ μανδύα θρησκευτικής θυσίας τό κακό πού προξένησε στήν Ρεγκίνε Όλσεν. Γιατί, σύμφωνα μέ τό συναίσθημά του, αδίκησε τήν μνηστή του, άλλά τό έπραξε κατόπιν άνώτερης εντολής, ή οποία τού επέβαλε καί τήν τήρηση σιγής. Στό Φόβος καί τρόμος ακολουθεί πάλι τήν μέθοδο, πού χρησιμοποίησε στό 'Ή-ή, οπου χωρίς άμφιβολία διαμόρφωσε τούς δυό τύπους ύπαρξης, τόν αισθητικό καί τόν ήθικό άνθρωπο, μέ υλικό άπό τήν προσωπική του ζωή. Ό 'Αβραάμ προσωποποιεί τόν θρησκευτικό άνθρωπο, τήν θρησκευτική ύπαρξη. Ό Κίρκεγκαρντ μένει στό μισόφωτο, πίσω άπό τόν ποιητή Α καί τόν πάρεδρο Β στό 'Ή-ή καί πάλι σέ μισόφωτο, πίσω άπό τόν 'Αβραάμ, στό Φόβος καί τρόμος. Άπαραγνώριστο είναι τό εγκώμιο τής θρησκευτικής 226
ύπαρξης, πού άρχιζει μέ τήν φράση: Κανένας δέν ήταν τόσο μεγάλος όσο ό 'Αβραάμ. Ό 'Αβραάμ δέν είναι «αισθητικός», «τραγικός», «ηθικός» ήρωας. Είναι ιππότης τής πίστης. Ό 'Αβραάμ είναι μεγάλος, γιατί πίστευε. Ό Κίρκεγκαρντ δέχεται όμως, οτι ό 'Αβραάμ είναι άκατανόητος. Είναι άκατανόητος, αν δέν κατανοούμε την πίστη. Ό 'Αβραάμ βρίσκεται στο αποκορύφωμα τής πίστης, δμως ή πίστη δέν είναι απλό, παρά παράδοξο πράγμα. Είναι «μιά παραδοξότητα, πού μεταβάλλει μιά δολοφονία σέ πράξη αγία καί θεάρεστη· μιά παραδοξότητα, πού ξαναδίνει τόν 'Ισαάκ στόν 'Αβραάμ · μιά παραδοξότητα, πού δέν συλλαμβάνεται άπό καμιά σκέψη, γιατί ή πίστη άρχίζει ακριβώς εκεί πού σταματά ή σκέψη Ό Κίρκεγκαρντ εβαλε σάν υπότιτλο του βιβλίου «Διαλεκτική λυρική ποίηση». Αυτό σημαίνει οτι οι λογισμοί του δέν συντελούνται πράγματι στόν νοητικό χώρο, παρά σ' ένα άλλο «λυρικό» καί εκστατικό πεδίο. Ταυτόχρονα ή λυρικότητα αυτή είναι διαλεκτική καί εξελίσσεται σάν κίνηση καί σάν ένθερμη σκέψη. Ξανασυναντούμε σάν ορισμό τής πίστης τώρα τήν «παραδοξολογία», πού αναφέρεται συχνά προπάντων στό πρώτο μέρος τού 'Ή-η. Έκει ομως μιλά γιά τήν ειρωνική, τήν - ας πούμε - καθημερινή καί αισθητική παραδοξολογία. Στό Φόβος καί τρόμος εμφανίζεται ομως μέ περισσότερο βάρος, μέ μεγαλύτερη σοβαρότητα, δπως μας δηλώνει 6 γενικός τόνος τού έργου. Στό 'Ή-ή φαίνεται καθαρά ή άντιμαχία δυό τύπων ύπαρξης. Τό περιεχόμενο τού έργου, ό διχασμός καί ή αντιφατικότητα, εκφράζεται σωστά άπό τόν τίτλο. Ό διχασμός περιγράφεται μέ κάθε δυνατή οξύτητα. Ένώ 6 αισθητικός μεταχειρίζεται τήν παραδοξότητα σάν ύπαρξιακό παιχνίδι καί ζεϊ ειρωνικά-διαλεκτικά μέσα στήν παραδοξότητα, στό δεύτερο μέρος τού 'Ή-ή 6 διχασμός παίρνει σοβαρότερο χαρακτήρα. 'Εδώ δέν εμφανίζεται πιά σάν διαλεκτικό παιχνίδι, παρά σάν ή άναγκαιότητα τής άπόφασης. Ό άναγνώστης τού 'Ή-η δέν μπορεί νά μαντέψει οτι πίσω 227
άπό την διμορφία της ύπαρξης τό Ή - ή θ' άντικατασταθεί άπό τό Οΰτε-οΰτε. Στο Φόβος και τρόμος αυτό γίνεται σαφέστερο, πώς οντε ή αισθητική μορφή οντε ή ήθική μορφή ύπαρξης είναι ορθές, παρά ή θρησκευτική. Δέν υπάρχουν άποδείξεις γιά τήν άξιολογική ιεραρχία, πού στήνει 6 Κίρκεγκαρντ. Ό ίδιος δέν προσπαθεί κάν νά φέρει άποδείξεις. Ό ψευδώνυμος συντάκτης λέει: «Δέν μπορεί κανείς νά κατανοήσει τόν Αβραάμ». 'Υπάρχει όμως σίγουρα ένας διαλεκτικός δρόμος πρός αυτόν τόν ισχυρισμό, δηλαδή αυτόν πού όνομάζει διαλεκτικά λυρικόν. Μόλις δμως άκολουθήσουμε κριτικά τόν δρόμο, πού χαράζει ό Κίρκεγκαρντ, καταλαβαίνουμε σέ τί συνίσταται αυτή ή διαλεκτική κίνηση. Ά φ ο ΰ δείχτηκε τό Ή-ή, δέν ακολουθεί ή θετική σύνθεση, σύμφωνα μέ τους κανόνες της χεγκελιανής διαλεκτικής. Θά μπορούσαμε νά περιμένουμε πώς 6 θρησκευτικός τύπος ύπαρξης θά παρουσιασθεί σάν σύνθεση του ήθικού καί αισθητικού. Ό Κίρκεγκαρντ ούτε τό διανοείται. Ή θρησκευτικότητα εμφανίζεται σάν απόρροια αρνητικών κατηγοριών: προϊόν κακών πράξεων, παράβασης τών ήθικών καί γενικών εντολών καί της σιγής. Αυτές είναι οι εξωτερικές ιδιότητες του 'Αβραάμ. Καί ενώ συντελείται αυτή ή άρνητική κίνηση της σκέψης, άπό τή στάχτη αυτών τών καταστροφικών διαδικασιών ξεπροβάλλει ή πίστη. Ό Κίρκεγκαρντ εμφανίζει συχνά καί σέ διάφορες παραλλαγές αυτή τήν άρνητική πορεία καί τήν άρνητική διαλεκτική κίνηση, πού παρατηρείται άπό τό 'Ή-ή ώς τό Φόβος καί τρόμος. Ό διαλεκτικός καί έμμεσος δρόμος, πού άκολουθείται εδώ, περιέχει κατά βάση τό μοντέλο του συνολικού έργου του Κίρκεγκαρντ. Αέει άργότερα γιά τό Φόβος καί τρόμος στά 'Ημερολόγια: «Ώ, δταν θάχω πεθάνει, τό Φόβος καί τρόμος θά διατηρεί τ' δνομά μου άθάνατο. Θά διαβάζεται καί θά μεταφράζεται σέ ξένες γλώσσες. Θά προκαλεί σχεδόν φρίκη τό φοβερό πάθος πού κρύβεται σ' αυτό τό βιβλίο...»®^. Τό θέμα του Επανάληψη, πού εκδόθηκε ταυτόχρονα μέ τό Φόβος καί τρόμος είναι διαφορετικό. Επιστρέφει στό 228
θέμα της ερωτικής ιστορίας, πού ήταν άντικείμενο του «Ημερολόγιου του άποπλανητή». Περιγράφει γιά δεύτερη φορά τό ξύπνημα του ερωτικού αισθήματος καί τήν εγκατάλειψη, γι' αυτό διάλεξε τόν τίτλο Έπανάλη^ρη. Στό «Ημερολόγιο του άποπλανητή» κεντρικός ήρωας είναι 6 «άποπλανητής», πού εμφανίζεται με τήν μελωδική φαιδρότητα του Δόν Ζουάν. Στήν 'Επανάληψη ό άγαπητικός είναι ενας «δυστυχισμένος». Συνοδεύεται άπό τόν «μυημένο» του, στόν όποιο γράφει γιά τήν δυστυχία του. Διηγείται σάν δυστυχισμένος τό πάθημά του σέ μορφή επιστολών πρός τόν «μυημένο» στά μυστικά του. Καί τούτος θεωρεί καί οραματίζεται. Ό,τι διαδραματίζεται μπροστά στά μάτια του, τό βλέπει σάν πείραμα. Γι' αυτό ό υπότιτλος είναι «Μιά δοκιμή στήν πειραματική ψυχολογία». Τό πλαίσιο του μύθου, ή βασική πλοκή ξετυλίγεται στά γράμματα, πού γράφει ό «δυστυχισμένος» καί στήν συνάντηση του «δυστυχισμένου» μέ τόν «μυημένο». Ό δυστυχισμένος έρωτεύτεται καί άγαπά. Άλλά αυτή ή άγάπη φαίνεται σάν παρεξήγηση, τό κορίτσι του γίνεται βάρος. Ταυτόχρονα ό δυστυχισμένος δονείται άπό δυνατή ποιητική παραγωγικότητα. Ό σχολιαστής καί μυημένος μιλά: «Τώρα κατάλαβα τά πάντα. Τό νεαρό κορίτσι δέν ήταν ή ερωμένη του, παρά μόνο ή μούσα του...»®'^. Είναι πιά πολύ φανερό, ότι ό Κίρκεγκαρντ γράφει γιά τή δική του μνηστή. Ή Ρεγκίνε Όλσεν του έγινε βάρος, πού δέν μπορούσε νά τό άντέξει. Καί σ' αυτόν ξύπνησε ή ποιητική παραγωγικότητα, δπως τεκμηριώνουν ρητά τά Ημερολόγια. Ό σχολιαστής υποδηλώνει ένα δεύτερο περιστατικό πίσω άπό τό πρώτο, καθώς λέει: « Ή ιδέα βρίσκεται σέ κίνηση». Ποιά άλλη ιδέα βρίσκεται σέ κίνηση, μένει βέβαια άφώτιστο, δπως συνηθίζεται τόσο συχνά στόν Κίρκεγκαρντ. Ή πλοκή ξετυλίγεται παραπέρα καί ό «δυστυχισμένος» κλυδωνίζεται. Μιά φορά θέλει νά τραπεί σέ φυγή, τήν άλλη εντούτοις νά δεχτεί τό δεσμό του γάμου. Ύστερα λύνεται ό κόμπος - δπως καί στήν πραγματικότητα - καί τό κορίτσι παντρεύεται άλλον. 229
Έτσι τελειώνει ή ιστορία. Ό «δυστυχισμένος» νιώθει ελεύθερος: «Όταν με καλεί ή ιδέα, τα παρατώ ολα». «Όταν μου κάνει νεύματα τήν ακολουθώ... Μπορώ νά μένω πιστός στήν ιδέα μου, χωρίς νά θλίβεται κανένας από τήν άπιστία μου... Τό μεθυστικό ποτό είναι πάλι μπροστά μου... ζήτω ή πτήση τών σκέψεων... ζήτω ό κίνδυνος θανάτου στήν υπηρεσία της ιδέας...®®. Τό βιβλίο κλείνει μ' ενα γράμμα του εκδότη Κωνσταντίν Κωνστάντιους πρός τόν αναγνώστη, στό όποιο επιζητείται μιά εμμεση σχέση πρός τό Φόβος καί τρόμος. Ό Κωνσταντίν Κωνστάντιους κάνει σκέψεις πάνω στόν «δυστυχισμένο». Τόν άντιλαμβάνεται σάν ποιητή καί σάν «εξαίρεση». Τόν επικρίνει ομως, δτι είναι μέν ποιητής, άλλά δέν εχει θρησκευτικό υπόβαθρο. "Αν ειχε θρησκευτικό υπόβαθρο, δέν θά ήταν δυστυχισμένος, άλλά θά κατανοούσε τά πάντα μέ φόβο καί τρόμο. Γιατί: «ένα θρήσκο άτομο εφησυχάζει στόν εαυτό του καί περιφρονεί δλες τίς άναποδιές της πραγματικότητας»®^. Ή ιδιαίτερα περίπλοκη καί πολυδιάστατη υπόθεση αύτής της άφήγησης δείχνει σίγουρα τόν ίδιο τόν Κίρκεγκαρντ μπλεγμένο άνάμεσα στόν έρωτα, τόν γάμο, τήν ποιητική καί θρησκευτική ύπαρξη. Μένουν τελικά ολα αιωρούμενα, δπως κάθε ψευδωνυμική παραγωγή του Κίρκεγκαρντ. Ά π ό ψυχολογική άποψη μένουν ολα μεταξύ ειρωνείας, ευθυμίας καί κατάθλιψης. Άπαράβλεπτο όμως μένει ένα μοτίβο, πού διαπερνά ολόκληρο τό έργο. Ό δυστυχισμένος διηγείται τή ζωή του στά γράμματα καί άφήνει παντού νά διαφαίνεται ή φρίκη καί ή μηδαμινότητα της ύπαρξης. Γράφει κάπου: «Χώνω τό δάχτυλο στή ζωή, καί παίρνει τή μυρωδιά του τίποτε. Πού είμαι; Τί σημαίνει κόσμος; Τί σημαίνει αύτή ή λέξη; Ποιός μέ εκμαύλισε εδώ μέσα καί μ' εγκατέλειψε; Ποιός είμαι; Πώς έφτασα σ' αύτόν τόν κόσμο; Γιατί δέν μέ ρώτησαν πρώτα καί δέν μούμαθαν στήν άρχή τά ήθη καί τά έθιμα; Γιατί μ' έβαλαν στούς ζυγούς, σάν νά μέ είχε άγοράσει ένας έμπορος ψυχών... Πολύπλευρα καί πιεστικά θέτει τό ερώτημα πάνω στό 230
νόημα της ζωής. Ή ερώτηση σέρνει τον ήχο της άμφιβολίας μαζί της και ταυτόχρονα άκούμε τό κατηγορώ. Δέν τήν θέτει οπως τό απλό τραγουδάκι: Δέν ξέρω τήν καταγωγή μου, δέν ξέρω τόν προορισμό, γιατί είμαι τόσο πρόσχαρος, μόνο άπορώ. Ό τόνος τής φωνής του Κίρκεγκαρντ είναι διαφορετικός: άπορώ, γιατί είμαι τόσο θλιμένος. Εξίσου χαρακτηριστική είναι καί ή περιγραφή του φόβου, πού συνοδεύει τό ερώτημα σχετικά μέ τό νόημα τής ζωής. Σέ ένα άπό τά γράμματα σημειώνει: «"Αλλες φορές είμαι σιωπηλός. Τότε δέν διαβάζω, παρά βυθισμένος στόν εαυτό μου, σάν παλιό ερείπιο, κοιτάζω. Νιώθω σάν μικρό παιδί, πού τριγυρνά μέσα στό σπίτι άνασκαλεύοντας, ή άσχολείται μ' ένα παιχνίδι σέ μιά γωνιά. Τότε μέ καταλαμβάνει μιά παράξενη διάθεση. Δέν μπορώ νά καταλάβω τί είναι αυτό πού κάνει τούς γηραιότερους τόσο εμπαθείς, δέν διακρίνω γιατί φιλονικούν, καί στήνω πάντα τ' αυτί μου. Τότε πιστεύω πώς είναι κακοί άνθρωποι αυτοί πού ταλαιπώρησαν τόν Ίώβ, δπως αυτοί οι φίλοι του, πού κάθησαν πλάι του μόνο γιά γαύγισμα. Τέτοιες στιγμές ξεσπάω σέ κλάματα· μιά άνομολόγητη φοβία ενώπιον του κόσμου, τής ζωής καί τών άνθρώπων, ένας φόβος άπό καθετί συμπιέζει τήν ψυχή μου»^^. Μέ παρόμοια σχεδόν λόγια διηγείται στά 'Ημερολόγια τήν άγωνία του^^. Πώς άντιλαμβάνεται αυτή τήν άγωνία, τό βλέπουμε στό έργο Επανάληψη. Είναι ή μεταφυσική άγωνία, ή άγωνία μπροστά στήν ϊδια τή ζωή. Ό φόβος είναι θεόπεμπτος, γι' αυτό παραβάλλει καί ταυτίζει τόν εαυτό του, τόν «δυστυχισμένο», μέ τόν Ίώβ, τόν θρήσκο τής μοιραίας υπομονής. "Οπου τά γράμματα πρός τόν μυημένο δέν εκθέτουν τά δεινά του δυστυχισμένου, περιγράφουν συνέχεια τόν Ίώβ. "Αν γιά μιά στιγμή άφήσουμε κατά μέρος τό γεγονός, δτι ό Κίρκεγκαρντ μιλά πάντα μιά πολύπτυχη καί πολυφωνική γλώσσα, μπορούμε νά βρούμε έναν πυρήνα χαρακτηριστικό 231
για ολόκληρη την πραγματεία: άγωνια και άπόγνωση μπροστά στη μηδαμινότητα της ζωής. Ό ϊδιος ό Κίρκεγκαρντ θίγει στά 'Ημερολόγια πολλές φορές αυτόν τόν πυρήνα. Παραθέτουμε ενα τέτοιο εδάφιο. Έ ν α χρόνο πριν πεθάνει, έγραψε στά 'Ημερολόγια: «Είσοδος καί έξοδος τής ζωής. "Ακου τίς ώδίνες των γυναικών τήν ώρα του τοκετού, ζήσε τήν αγωνία του μελλοθάνατου τήν τελευταία στιγμή: πές τώρα, αν αυτό, πού άρχίζει έτσι καί τελειώνει έτσι, μπορεί νάχει προοριστεί σάν άπόλαυση. 'Αλήθεια, εμείς οι άνθρωποι κάνουμε τό πάν, γιά νά άντιπαρέλθουμε οσο πιό γρήγορα γίνεται αύτά τά δυό σημεία, σπεύδουμε νά ξεχάσουμε τίς κραυγές τού τοκετού, μεταβάλλοντάς τες σέ χαρά, γιατί χαρίσαμε ζωή σ' ένα νεογέννητο. Κι όταν πεθαίνει κανείς, λέμε αύτόματα: άναπαύεται ή ψυχή του, λές καί 6 θάνατος είναι μακάριος ύπνος καί τί δέν λέμε, οχι γιά χάρη τού νεκρού, πού δέν τόν ωφελούν πιά τά λόγια μας, παρά γιά λογαριασμό μας, ώστε νά μή βλάψουμε τό κέφι μας· καί τί δέν κάνουμε γιά ν' αύξήσουμε τήν ζωτική άπόλαυση μεταξύ γέννησης καί θανάτου, μεταξύ τής κραυγής τής μητέρας καί τού νεογέννητου καί τής κραυγής στό νεκροκρέβατο. Ά ς κάνουμε τήν ύπόθεση, δτι αύτό τό μεσοδιάστημα θά ήταν μιά πολυτελέστατη σάλα, δπου πάρθηκε κάθε μέτρο, γιά νά νιώθουμε μόνο άπόλαυση καί λαμπρότητα, άλλά γιά νά μπούμε σ' αυτή, θάπρεπε ν' άνεβούμε μιά όρνιθόσκαλα, σιχαμερή καί βρώμικη, ώστε ή άηδία ναναι άναπόφευκτη. Ά ς υποθέσουμε άκόμα, οτι θά πληρώναμε τήν είσοδο μέ αύτεξευτελισμό καί, μόλις τελείωνε τό γλέντι, θά έσβηνε ή χαρά μας, όπότε θά μας πέταγαν έξω μέ κλωτσιές· πάντως δλη τή νύχτα θά γινόταν τό παν, γιά νά διατηρείται καί νά φουντώνει ή χαρά καί ή άπόλαυση! Τί νόημα θά είχε; Ά ς κάνουμε σκέψεις πάνω στά δυό ερωτήματα: Πώς μπήκα, πώς ήλθα εδώ καί πώς θά βγώ, τί τέλος θάχω; Τί σημαίνει άπερισκεψία; Μέ κάθε τρόπο νά ξεχνούμε τήν ταλαιπωρία εισόδου καί εξόδου, μέ κάθε τρόπο νά παρερμηνεύουμε καί νά άφανίζούμε μέ σοφίσματα 232
τις κραυγές τοκετού καί θανάτου Σ' ενα χρόνο πραγματεύτηκε ολόκληρη τήν πραγματικότητα πού τόν περιέβαλε, φορώντας τήν μάσκα των ψευδώνυμων, στά εργα 'Ή-ή, Φόβος καί τρόμος καί Έπανάληχρη. Περιέγραψε αύτη τήν πραγματικότητα σάν διχασμό της ζωής, μηδενικότητα της ύπαρξης καί σάν φόβο καί τρόμο. Δείξαμε ετσι τό συστηματικό θεμέλιο καί τίς πιθανές μορφές της «αισθητικής», τής «ήθικής» καί τής «θρησκευτικής ύπαρξης». Ό Κίρκεγκαρντ δέν τοποθετεί αύτές τίς μορφές τή μιά δίπλα στήν άλλη, παρά τή μιά μετά τήν άλλη. 'Αλλά ενώ οι δυό πρώτες μορφές εκδηλώνονται μέ σαφή κατεύθυνση, ό θρησκευτικός τύπος μένει δισήμαντος καί άμφίρροπος. Έ ν α χρόνο αργότερα δημοσίευσε μιά άλλη εργασία μέ τίτλο Ή έννοια τής αγωνίας. Σάν συγγραφέας φέρεται ό Βιγκίλιους Χαουφνένσις* καί 6 ύπότιτλος είναι: «Μιά απλή κατευθυντήρια μελέτη μέ στόχο τό δογματικό πρόβλημα του προπατορικού άμαρτήματος». Ένώ δλα τά ως τώρα ψευδωνυμικά δημοσιεύματά του ήταν διηγήσεις-πλαίσια, οπου δινόταν ή εύκαιρία νά μιλούν ό δήθεν επιμελητής έκδοσης, οι φορείς τής ύπόθεσης καί άνάμεσα κάποιοι σχολιαστές, τώρα μιλά γιά πρώτη φορά ό μοναδικός συντάκτης τού έργου Ή έννοια τής αγωνίας. Στόν πρόλογο αύτοχαρακτηρίζεται σάν «βασιλιάς χωρίς χώρα», άλλά καί μέ φόβο καί τρόμο σάν «συγγραφέας χωρίς μεγάλες άξιώσεις»^"^. Ξανασυναντούμε καί εδώ τήν έκφραση «φόβος καί τρόμος». Μέ αύτό υποδηλώνει, δπως άναγγέλλεται στόν ύπότιτλο, οτι πρόκειται γιά θρησκευτικό θέμα. Ή πραγμάτευση τού προβλήματος προβάλλεται σάν ψυχολογική. Στήν εισαγωγή εκθέτει τό θέμα του : « Ή ατμόσφαιρα τής ψυχολογίας είναι άνιχνευτική καί ψηλαφητική αγωνία πού διαγράφει τήν αμαρτία· ή διαγραφή τής άγωνίας, προϊόν τής ψυχολο* σημ. μετάφρ.: τό λατινικό ψευδώνυμο σημαίνει: Γρηγόριος άπό τήν Κοπεγχάγη, δηλαδή κάτοικος τής Κοπεγχάγης πού βρίσκεται άγρυπνος, «εν έγρηγόρσει».
233
γίας, πτοεί και φοβίζει τήν Ι'δια την ψ υ χ ο λ ο γ ί α » Μ α ς λέει δηλαδή απροκάλυπτα, πώς ή ψυχολογία είναι ενα είδος παραφυάδα της αγωνίας καί πώς ιχνογραφεί τήν αμαρτία. Αυτή ή κεντρική σκέψη ρυθμίζει τήν πορεία της μελέτης, πού αναπτύσσει μιά εκτενή μεταφυσική της άγωνίας, δπως μας είναι γνωστή από τήν υπαρξιστική φιλοσοφία. 'Ιδιαίτερη θέση του Κίρκεγκαρντ είναι ή νοητική σύνδεση, πού κάνει μεταξύ «άγωνίας» καί «γνώσης». Ή σύνδεση είναι αρκετά παράξενη. Πίσω άπό τό ψευδώνυμο διδάσκει ό Κίρκεγκαρντ, δτι κάθε γνώση είναι άγωνία καί πηγάζει άπό τήν άγωνία. Γιατί: πρίν άπό τή γνώση βρίσκεται ή άδαής άθωότητα. « Ή άθωότητα», λέει, «είναι άμάθεια. Στήν άθωότητα 6 άνθρωπος δέν δρα σάν πνεύμα, παρά βρίσκεται ψυχικά σέ άμεση ενότητα μέ τήν φυσικότητά του. Τό πνεύμα στόν άνθρωπο είναι όνειρευόμενο». Γιά νά άποδείξει αυτόν τόν ισχυρισμό, καταφεύγει στήν Βίβλο καί στήν διδασκαλία γιά τό προπατορικό άμάρτημα. Καί συνεχίζει: «Σέ αυτή τήν κατάσταση επικρατεί ειρήνη καί ησυχία· άλλά ταυτόχρονα υπάρχει άκόμα κάτι, πού όμως δέν είναι ταραχή καί φιλονικία, άφού βέβαια δέν υπάρχει άντίπαλος γιά διαμάχη. Τί είναι αυτό; Τίποτε! Ποιά επίδραση έχει τό τίποτε; Προκαλεί άγωνία. Αυτό είναι τό βαθύ μυστικό της άθωότητας, οτι δηλαδή είναι ταυτόχρονα καί άγωνία. Τό πνεύμα προπαράγει μέ προβολή, ονειρευτά, τήν δική του πραγματικότητα· αυτή είναι τό τίποτε, τό όποιο βρίσκεται συνέχεια μπροστά στήν άθωότητα»^^. Τέτοιοι καί όμοιοι συλλογισμοί ερμηνεύουν τήν ψυχολογικά εύλογη σύζευξη της άγωνίας καί του τίποτε. Ή άγωνία καθαυτή δέν είναι ενδοιασμός μπροστά σέ κάτι συγκεκριμένο, παρά ή φοβία μπροστά στό τίποτε - αυτό τό «τίποτε» προκαλεί τίς διάφορες μορφές του φόβου, πού έχουν παθολογικό χαρακτήρα. Ό Κίρκεγκαρντ δμως πρόσθεσε μιά ερμηνεία θρησκευτική. Έτσι, στήν άνάλυση της άγωνίας επιζητεί κάθε φορά τήν σύζευξη μέ τό προπατορικό άμάρτημα. Εμφανίζει τήν άγωνία σάν συνέπεια ελαττωματικής επίγνωσης της άμαρ234
τίας και καταλήγει νά τήν θεωρεί σηματοδότη πρός τήν κατεύθυνση της θρησκείας και «μέσο λύτρωσης». Ό γενικός χαρακτήρας της πραγματείας προσδιορίζεται, από τήν μια πλευρά, άπό τήν προκαταρκτική φράση: «Όλα περιστρέφονται γύρω άπό τήν εξωτερίκευση της άγωνίας»^'^. Ά π ό τήν άλλη πλευρά, όμως, ή εργασία άποσκοπει σε μιά θεωρία του ανθρώπου, ή όποία αρχίζει μέ τήν άνάλυση της άγωνίας. Στά τέλη του βιβλίου σημειώνει: « Ά ν ό άνθρωπος ήταν ζώο ή άγγελος, δέν θά γνώριζε τήν άγωνία. Είναι ομως σύνθεση τών δυό καί ετσι φοβάται· όσο βαθύτερα φοβάται, τόσο πιό πολύ άνθρωπος γίνεται»^®. Γι' αυτόν ή άγωνία είναι πράγματι ή βάση κάθε άνθρώπινου πράγματος καί επίσης στενά συνδεμένη μέ τήν ουσία του πνεύματος. Τούτο φαίνεται όταν μάς λέει ότι τό πνεύμα «φοβάται τόν εαυτό του». Είναι άξιοπρόσεκτο πώς κατ' αυτόν τό πνεύμα γεννιέται άπό τήν άγωνία: «Τό πνεύμα δέν μπορεί νά απαλλαγεί άπό τόν εαυτό του· δέν μπορεί νά συλλάβει τόν έαυτό του, όσο βρίσκεται εκτός εαυτού. Ό άνθρωπος δέν μπορεί νά κατέβει στό επίπεδο τού φυτικού, γιατί εχει προορισθεί σάν πνεύμα· δέν μπορεί νά άποφύγει τήν άγωνία, γιατί τήν άγαπά. Δέν μπορεί δμως καί νά τήν άγάπήσει, γιατί τήν άποφεύγει»^^. Έ ν α άκόμη έργο μέ ψευδώνυμο άκολουθεί εναν τέτοιο δρόμο. Πρόκειται γιά τό βιβλίο Στάδια της ζωής, πού ώς εκδότης του, τό 1846, φέρεται ό βιβλιοδέτης Χιλάριους. Σέ αυτό τό εργο συγκεντρώνονται, σάν σέ άποχαιρετισμό, σχεδόν δλα τά ψευδώνυμα πού είχε χρησιμοποιήσει. Είναι ένα συμπόσιο τών πέντε: 'Ιωάννης ό άποπλανητής, Κωνσταντίν Κωνστάντιους, Βίκτωρ Έρεμίτα, ό «Δυστυχισμένος» καί ενας άγνωστος «έμπορος νεωτερισμών». Καθένας τους μιλά τόν «ρόλο» του, όπως πρίν: ειρωνικά, σκωπτικά, ρομαντικά. Έπαναλμβάνουν τά θέματά τους, θέματα δηλαδή τού 'Ή~η: ή άπόλαυση της ζωής, ή άποπλάνηση, ή γυναίκα κλπ. Οι επαναλήψεις συνεχίζονται. Μετά τήν συμποσιακή διήγηση άκολουθεί μιά μακρόλογη πραγματεία «ποικίλες σκέψεις πάνω στόν γάμο άπολογητικά· ενός συζύγου». Άκολουθεί μιά «ιστορία πόνου» μέ τίτλο «Ένοχος; 235
Αθώος», πού διηγείται ό Πάτερ Τακιτούρνους σαν «ψυχολογικό πείραμα». Φαίνεται νά (σχεδιάστηκε σάν εμμεση άνακοίνωση στήν Ρεγκίνε Όλσεν. Υπέρ αυτής της πιθανότητας συνηγορεί, κοντά στ' άλλα, δτι 6 Κίρκεγκαρντ παραθέτει στήν άφήγηση καί τό αποχαιρετιστήριο γράμμα, πού τής ειχε γράψει, κατά λέξη. Δέν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτό τό βιβλίο περιέχει σέ μεγάλο ποσοστό αυτοβιογραφικό υλικό. Εξιστορείται ή περίπτωση του πατέρα του στό κεφάλαιο « Ή σιωπηρή άπόγνωση». Περιγράφεται ή μνηστεία του. Ό π ω ς κι άλλου ό Κίρκεγκαρντ ομολογεί τήν δική του μελαγχολία, βλέπει τόν εαυτό του σάν «άκριτα», πού «άγωνίζεται μέρα καί νύχτα μέ τίς κρίσεις έμφυτης μελαγχολίας» Τό βιβλίο είναι πάντως μιά απολογία πού προορίζεται γιά τήν Ρεγκίνε Όλσεν. «Όλοι οι ήρωες, πού απασχολούν τή φαντασία μου, υπόφεραν άπό μιά μεγάλη άρρώστια, στήν οποία δέν μπόρεσαν καί δέν θέλησαν νά μυήσουν κανένα. Πώς νά ξεφορτώσω τό βάρος τής μελαγχολίας μου, καί μάλιστα σέ μιά γυναίκα» Πάντως, εϊτε προορίστηκε κυρίως σάν άνακοίνωση στήν Ρεγκίνε "Ολσεν, εϊτε στρέφεται καί σέ ένα πλατύτερο κοινό, ό Κίρκεγκαρντ διατρέχει μιά άκόμα φορά τά «στάδια» τής δικής του πορείας. Ή εξιστόρηση τών παθήσεών του, πού καταγράφηκε σέ μορφή ήμερολογίου, κλείνει: «Έδώ τελειώνει γιά τώρα τό ημερολόγιο. Μιλά γιά τό τίποτε, δχι δμως μέ τό ϊδιο νόημα δπως τό ήμερολόγιο του Λουδοβίκου του 14ου, πού μέρα παρά μέρα έγραφε: κυνήγι· τίποτε· κυνήγι κλπ. Δέν περιέχει τίποτε. Άλλά, αν κατά τόν Κικέρωνα οι επιστολές, πού πραγματεύονται τό τίποτε, είναι οι ευκολότερες, ή ζωή, πού περιβάλλεται άπό τό τίποτε, είναι ή πιό βαριά» 102. Ό π ω ς κι άλλου, άκολουθεί τώρα ό επίλογος του δήθεν εκδότη: Ό πάτερ Τακιτούρνους ερμηνεύει τό περιεχόμενο, δηλαδή τήν ιστορία τών παθών του. Καί τελικά ό δήθεν εκδότης σκιαγραφεί σκωπτικά καί διφορούμενα τόν ρόλο πού παίζει 6 Κίρκεγκαρντ: Εσείς δμως, πού ζείτε σύμφωνα μέ τήν εποχή σας, δέν νιώθετε, πώς σείεται ή ύπαρξη συθέμε236
λα; Δεν άκοΰτε τίς σάλπιγγες, πού σας καλούν στον άγώνα; Δεν βλέπετε τον άσφυκτικό ρυθμό, με τόν όποιο παίρνονται οί αποφάσεις; 'Από πού ερχεται τό κρυφοσφύριγμα καί τό πάφλασμα, αν δεν βράζει στά θεμέλια; 'Από πού αυτοί όί φοβεροί πόνοι τοκετού, αν ό καιρός δέν έγκυμονούσε κάτι; Γι' αυτό μην τόν πιστεύετε! Μήν τόν άκούτε καθόλου! Τί έχει νά σας πει μέ την κοροϊδευτική φλυαρία του, πού άξιώνει νάναι σωκρατική; Ό τ ι άπό τίς ώδίνες δέν μπορούμε νά συμπεράνουμε άμεσα, πώς πρόκειται γιά τοκετό, γιατί οί δήθεν ώδίνες θά μπορούσαν νάναι άπλό φούσκωμα· δτι οί σωματικές ενοχλήσεις καί εντάσεις δέν αποδείχνουν άποκλειστικά εγκυμοσύνη, γιατί θά μπορούσαν νάναι συμπτώματα τυμπανίτιδας ή νά προέρχονται άπό κάτι τελείως διαφορετικό, πού είχε σίγουρα στό νού του ό Σουετόνιους, δταν έλεγε σέ Ρωμαίο αυτοκράτορα: Vultus erat nitentis. Γι' αυτό μήν τόν, άφήνετε νά σας προκαλεί σύγχυση! Μήν άσχολεισθε μ' αυτόν! Δέν τά κατάφερε νά πολιτογραφηθεί σάν πληρεξούσιος της εποχής του...»^®^. Ό ϊδιος 6 Κίρκεγκαρντ θεώρησε αυτό τό βιβλίο ένα είδος επανάληψης. Στό ήμερολόγιό του έκανε μιά σημείωση άναφορικά μέ «τή σχέση μεταξύ 'Ή-ή καί Στάδια της ζωής». Βρίσκει τρεις διαφορές. Στά Στάδια υποχωρεί τό αίσθητικό-αίσθησιακό στοιχείο καί ό δασκαλίστικος πάρεδρος (πού στό 'Ή-ή υπερασπίζεται τόν γάμο) γίνεται φιλόνικος. Τό τρίτο σημείο είναι μάλλον τό σπουδαιότερο. Στά Στάδια γίνεται «ή θρησκευτικότητα μιά δαιμονική προσέγγιση καί τό χιούμορ προύπόθεσή της»^^"^. Στό Φόβος καί τρόμος είχε περιγράψει τήν θρησκευτικότητα σάν δαιμονική · τώρα κάνει επανάληψη · πρόκειται γιά μιά άπό τίς σκοτεινές έννοιες, πού ό Κίρκεγκαρντ άνάγει στον κοινό παρονομαστή, πού λέγεται «άγωνία». Ά ν κάποτε ρωτήσουμε, τί επί τέλους είναι ή άγωνία καί ποιά άγωνία εννοεί άκριβώς, θά δούμε καθαρά δτι γιά τόν Κίρκεγκαρντ ή άγωνία είναι ένα μεταφυσικό δεδομένο. Καί μολονότι περιγράφει τόν τρόμο καί τή φρίκη καί δλες τίς ποικιλίες τής άγωνίας ως τό τίποτε της άγωνίας, διαφαίνεται εντούτοις δτι ή άγωνία σάν τέτοια δέν έχει μόνο άρνητικό περι237
εχομενο. Ό Κιρκεγκαρντ περίγραψε αύτη την άλλη πλευρά της αγωνίας σέ μιά σημείωση στά 'Ημερολόγια μέ τρόπο θαυμάσιο καί μυστηριακό. Γράφει τό 1849: «Φόβος είναι τό πρώτο άντανακλαστικό της δυνατότητας, μιά άναλαμπή καί εντούτοις μιά φοβερή μαγεία»
238
ΤΑ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ Ερχόμαστε τώρα στα φιλοσοφικά συγγράμματα του Κίρκεγκαρντ, ή, άκριβέστερα, σ' εκείνα τά εργα του, πού τά διαδέχτηκε ή κατοπινή υπαρξιστική φιλοσοφία. Ό ϊδιος δεν τά άποκαλεί - επίτηδες - άμεσα φιλοσοφικά συγγράμματα, παρά Φιλοσοφικά θρύψαλα καί Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις στά φιλοσοφικά θρύψαλα. Καί στά δυο εργα ομολογεί οτι δεν συνυπολογίζει τόν εαυτό του στους φιλόσοφους καί μάλιστα διόλου στήν «έπιστημονική φιλοσοφία». Πράγματι δεν συνεχίζει στό ΰφος της φιλοσοφικής νόησης, δπως άποκρυσταλλώθηκε άπό παλιότερα οΰτε άκολουθείτήν παράδοση. Δέν μοιάζει με κανέναν φιλόσοφο της άρχαιότητας ή των νεότερων χρόνων. Έτσι, δέν τοποθετείται στήν χορεία των ονομάτων όπως Πλάτωνας, 'Αριστοτέλης, Καρτέσιος, Λάιμπνιτς, Κάντ κλπ. Σάν φιλόσοφος θά μπορούσε νά παραβληθεί μέ μερικούς στοχαστές τού μεσαίωνα ή μέ τόν Πασκάλ, δηλαδή μέ εκείνους, πού τοποθετούν τίς φιλοσοφικές τους προσπάθειες σέ δεύτερη μοίρα καί τήν θρησκειολογία σέ πρώτη. Ό μ ω ς κι αυτή ή σύγκριση είναι λειψή, αφού ό Κίρκεγκαρντ δέν εϊναι δούλος μιας τελειωμένης καί δογματικά εμπεδωμένης θρησκευτικής διδασκαλίας, δπως οί μεσαιωνικοί στοχαστές. Αυτό τόν ξεχωρίζει καί άπό τόν Πασκάλ. Ό σ ο κι άν νιώθει χριστιανός, 6 Κίρκεγκαρντ αισθάνεται τόν εαυτό του σάν επαναστάτη καί μεταρρυθμιστή τού κατεστημένου χριστιανισμού. Έτσι τά Φιλοσοφικά θρύψαλα^^^ καί οι Τελικές άφιλοσόφητες είδήσεις^^'^ δέν θά μπορούσαν νά ικανοποιήσουν τυχόν προσδοκίες πρός τήν κατεύθυνση μιας ολοκληρωμένης φιλοσοφικής θεωρίας. Στή θέση μιας τέτοιας θεωρίας προσφέρεται κάτι τελείως διαφορετικό, δπως εξάλλου φαίνεται άμέσως, μόλις προσέξουμε τόν πίνακα περιεχομένων καί τίς επικεφαλίδες. Τά θέματα μοιάζουν αραδιασμένα άσυνάρτητα μεταξύ τους, χωρίς ειρμό. Στήν αρχή των Φιλοσοφικών θρύψαλων κάνει λόγο γιά τό «νοητικό σχέδιο», δμως τό επόμενο κεφάλαιο επιγράφεται « Ό θεός σάν δάσκαλος καί 239
σωτήρας» και τό τρίτο κεφάλαιο εχει τίτλο « Ή παραδοξότητα καθαυτή». Τό ίδιο συμβαίνει και με τίς Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις. 'Αρχίζει δήθεν συστηματικά με τό «αντικειμενικό πρόβλημα» καί τό «υποκειμενικό πρόβλημα» σχετικά με τήν άλήθεια του χριστιανισμού. Όμως ακολουθεί ενα μακρύ κεφάλαιο γιά τόν Λέσσινγκ καί μετά από αυτό έχουμε ένα κεφάλαιο με τίτλο «Τό υποκειμενικό πρόβλημα». Στόν δεύτερο τόμο συζητείται ή «πραγματική υποκειμενικότητα», μετά δμως από τό τέταρτο κεφάλαιο επιστρέφει στά Φιλοσοφικά θρνχραλα. "Οποιος ζητά νά προσανατολιστεί μέ βάση τούς τίτλους, αιφνιδιάζεται από τά θέματα, πού άκολουθούν απροσδόκητα: «"Α: τό παθητικό», 6 «υπαρξιακός πόνος» καί τό «χιούμορ». Εξίσου αιφνιδιαστικό είναι τό τέλος του πού τιτλοφορείται «Β: τό διαλεκτικό». Ό τ α ν αρχίσουμε τήν άνάγνωση, διαπιστώνουμε τήν ϊδια έλλειψη συστηματικότητας: άδιάκοπη άλλαγή μεταξύ λίγο ή πολύ διδακτικών φράσεων, ειρωνικών εδαφίων, έπιθέσεων καί αλληγοριών. Όποιος διαβάζει άπροβλημάτιστα καί παραδίνεται στό ρυθμό του συγγραφέα, μαγεύεται. Όποιος όμως περιμένει μιά συστηματική ανάπτυξη ή μιά πραγμάτευση θεμάτων μέ συστηματικότητα διδακτικού εγχειριδίου, αρχίζει σύντομα νά ανησυχεί. Ό Κίρκεγκαρντ δέν διδάσκει, «άνακοινώνει». 'Αλλά δέν άνακοινώνει άμεσα, δηλαδή δέν είναι δλα σοβαρών προθέσεων, δσα γράφονται μέ σοβαροφάνεια. Συχνά ή ειρωνεία είναι φανερή, δπως π.χ. δταν κοροϊδεύει τό «σύστημα»: «Όρισμένες φορές πήρα θέση σχεδόν προσκυνητή. Καί όμως, μόλις άπλωνα τό μαντήλι μου γιά νά μή λερώσω τό παντελόνι μου στό γονάτισμα, καί μέ άγνή καρδιά ρωτούσα γιά τελευταία φορά έναν μυημένο: πέστε μου ειλικρινά, αν άποπερατώθηκε τό σύστημα, (γιατί τότε θά γονατίσω κι ας χαλάσω τό παντελόνι· 6 δρόμος είναι βρώμικος άπό τόν μεγάλο συνωστισμό άνθρώπων, πού πηγαίνουν νά τό προσκυνήσουν), μου έδινε πάντα τήν ίδια άπάντηση: Ό χ ι , δέν τελειώθηκε! Κι έτσι άναβαλλόταν πάντα σύστημα καί γονάτισμα»^^®. 240
Χωρίς συστηματικότητα, κάπου-κάπου εΰθυμα, υστέρα πάλι ειρωνικά, διδακτικά, άλλά καί θυμωμένα, φτάνει ετσι λαβυρινθικά στόν στόχο πού έθεσε. Γιά τόν Κιρκεγκαρντ όμως μορφή καί περιεχόμενο της περιγραφής του είναι διαλεκτικά. Καί μολονότι μιά τέτοια διαλεκτική δέν συγκρίνεται μέ τήν διαλεκτική του Χέγκελ, εντούτοις εμφανίζεται σάν μεθοδική διαδικασία άπό τήν αρχή ως τό τέλος. 'Αποκλείεται νά δοθεί μιά περίληψη του περιεχόμενου των δύο αυτών έργων: Φιλοσοφικά θρύψαλα καί Τελικές άφιλοσόφητες εΙδήοεις στά φιλοσοφικά θρύχραλα. Θά μπορούσε κανείς νά γράψει ένα μεγάλο σχετικό σχόλιο, δμως δέν βλέπουμε τήν αξία του. Έ ν α τέτοιο σχόλιο θά προϋπόθετε πάλι νά έχει διαβάσει ό άναγνώστης τά δυό έργα. Καί δμως είναι άνάγκη νά σκιτσάρουμε κάπως τό περιεχόμενο, ώστε ό άναγνώστης νά είναι ενημερωμένος γύρω άπό τό περιεχόμενο. Αυτό μπορεί νά γίνει τονίζοντας τά σπουδαιότερα σημεία, γύρω άπό τά όποία περιστρέφεται ή διαλεκτική σκέψη του Κίρκεγκαρντ. Έτσι θά σχηματίσει κανείς μερικές παραστάσεις σφαιρικά, πού δέν καλύπτουν βέβαια τή ζωντάνια, τήν ενάργεια καί τήν ευκινησία του έργου, άλλά προσφέρουν ένα είδος σκελετού. Στά Φιλοσοφικά θρύψαλα εμφανίζεται τό «νοητικό σχέδιο» μέ τήν δήλωση-όρισμό, πού προβάλλει καί στό εξώφυλλο: «Μπορεί νά υπάρξει μιά ιστορική βάση γιά μιά αιώνια συνείδηση · πώς μπορεί μιά τέτοια συνείδηση νά παρουσιάζει ενδιαφέρον πέρα τών ορίων ιστορικότητας· μπορούμε νά θεμελιώσουμε μιά αιώνια μακαριότητα πάνω σέ ιστορική γνώση Τρία ερωτήματα λοιπόν, γιά τά όποία δέν ξέρουμε αν μπαίνουν σοβαρά ή ειρωνικά. Ή άμφιβολία τρέφεται καί άπό τήν άπορία πού προτάσσει στό κεφάλαιο I: «Νοητικό σχέδιο»: «Τό ερώτημα θέτει ό άδαής, πού δέν ξέρει, τί τούδωσε άφορμή νά ρωτά»^^®. Μήν περιμένετε νά άπαντήσει ό Κίρκεγκαρντ μέ ναί ή οχι. Δέν είναι μέθοδός του. Ό π ο υ ό Κίρκεγκαρντ θέτει ένα ερώτημα, δέν τό θεωρεί σάν τέτοιο, άλλά σάν εφαλτήριο ή ορμητήριο, γιά νά μεταπηδήσει σέ προηγούμενο θέμα, χρησι16.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
241
μοποιώντας τώρα νέες εκφράσεις. Στο τρίτο καί τέταρτο κεφάλαιο μιλά γιά την «παραδοξότητα»· ό πρώτος υπότιτλος είναι: «ενα ποιητικό δοκίμιο», ό δεύτερος «ένας μεταφυσικός γρύλος». Ξεκινώντας άπό τήν ήδη παράδοξη ερώτηση, αν μιά αιώνια συνείδηση μπ;ορει νά ξεκινά άπό μιά ιστορική καί φθαρτή άφετηρία, δηλαδή αν ό χριστιανισμός σάν αιώνια άλήθεια μπορεί νά έχει σάν έναρξή του ένα χρονικό σημείο, διατυπώνει τήν «παραδοξότητα καθαυτή». Ή τελευταία παίρνει διαφορετικές μορφές. "Ας πάρουμε τήν μορφή του «παράδοξου πάθους του νου», πού διεισδύει συνέχεια άπό τό γνωστό στό άγνωστο. Τί είναι όμως τό άγνωστο; Ό Κίρκεγκαρντ λέει: «Δέν είναι κάποιος άνθρωπος, ή πράγμα, πού ξέρει κανείς. "Ας ονομάσουμε τό άγνωστο θεό. Είναι μόνο καί μόνο ένα ονομα, πού δίνουμε σ' αυτό...». Ό Κίρκεγκαρντ άρνείται κάθε άπόδειξη πώς υπάρχει θεός. «Όσο δέν έχουμε μπροστά μας τό θεό, είναι άδύνατο νά αποδείξουμε τήν ύπαρξή του· αν τόν είχαμε μπροστά μας, θά ήταν κουταμάρα νά ζητούσαμε άποδείξεις γιά τήν ύπαρξή του...»^^^. Σέ αυτόν τόν συλλογισμό επιστρέφει τό ιδιόμορφο διαλεκτικό παιγνίδι, πού υπάρχει στό 'Ή-ή. Δέν αποδείχνει κάτι διαλεκτικά, δπως ό Χέγκελ. Ούτε άμφισβητεί κάτι διαλεκτικά, όπως ό Κάντ. Ό Κίρκεγκαρντ παρουσιάζει τίς διαλεκτικές παλινδρομήσεις του σκέπτεσθαι μόνο γιά νά δείξει οτι ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί νά υπάρξει άπόδειξη, άλλά υπάρχει τό ερώτημα, άνεξάρτητα άπό αύτά. Ό Κάντ άφήνει άνοιχτά τέτοια ερωτήματα, διαπιστώνοντας οτι υπάρχουν, άλλά δέν είναι προσιτά στήν θεωρητική λογική. Μιά τέτοια διαλεκτική νοητική διαδικασία οδηγεί τόν Κίρκεγκαρντ σέ διαπιστώσεις σάν αυτή: τό παράδοξο υπάρχει· καί εδώ επισυνάπτει ένα νέο ερώτημα: «Είναι νοητή μιά τέτοια παραδοξότητα;» Καί πάλι είναι μάταιο νά περιμένουμε μιά άμεση άπάντηση σ' αυτό τό ερώτημα. Ούτε ναί ούτε δχι. Μέ νέο άλμα φτάνει τώρα σ' άλλη θέση. Επιστρέφει στό νοητικό σχέδιο. 242
Ή άκόλουθη διαπίστωση έχει θέση άπάντησης. Τίποτε δέν μπορεί νά άποδειχτεί ή νά δεχτεί άπάντηση. Μόνο ένα είναι δυνατό: νά πιστεύουμε. Αυτό ντύνεται σέ διαλεκτικό μανδύα: «Καί ή πίστη είναι τόσο παράδοξη δσο ή παραδοξότητα. Πώς δμως θά μπορούσε ή πίστη διαφορετικά νά έχει αάν άντικείμενό της την παραδοξότητα καί νάναι ευτυχισμένη στη σχέση της μ' αύτη; Ή ϊδια ή πίστη είναι ένα θαύμα, καί δ,τι ισχύει γιά την παραδοξότητα, ισχύει καί γιά τήν πίστη. Μέσα σ' αύτό τό θαύμα δλα συμπεριφέρονται σωκρατικά, έτσι δμως πού τό θαύμα δέν μπορεί νά αναιρεθεί ποτέ· θαύμα είναι, δτι είναι δοσμένη στό χρόνο ή αιώνια προϋπόθεση "Αν τά Φιλοσοφικά θρύψαλα εξαντλούνται γύρω άπό τό «νοητικό σχέδιο», ό Κίρκεγκαρντ έχει λόγο νά τιτλοφορεί τό επόμενο βιβλίο Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις στα φιλοσοφικά θρύψαλα, έργο πολύ ογκωδέστερο. Οι δυό τόμοι αυτού τού έργου είναι πράγματι ένα υστερόγραφο, δηλαδή ένα στοχαστικό σχόλιο. Ή λέξη «σχόλιο» δέν σημαίνει δτι ό Κίρκεγκαρντ σχολιάζει τίς θέσεις τού έργου Φιλοσοφικά θρύψαλα μέ τήν μορφή παρατηρήσεων καί σημειώσεων. Πραγματεύεται ολόκληρο τό πρόβλημα άπό τήν αρχή καί πιό έκτεταμένα. Βγάζει συμπεράσματα πάνω στό βασικό θέμα «παραδοξότητα». Εμβαθύνοντας μερικά σημεία, πού είχε περιγράψει στά ψευδωνυμικά του έργα, παρουσιάζει μιά σειρά βασικών εννοιών. Οι σπουδαιότερες είναι: ύπαρξη, ύποκειμενικός διανοητής, υποκειμενική άλήθεια. Σέ αύτές προσαρτά κι άλλες. Ξεκινώντας άπό τήν μορφή της άρνητικής διαλεκτικής γνώσης, πού συνηθίζει νά διδάσκει, άναπτύσσει τό «ύπάρχειν» στό άδαές καί «πάσχον» περιεχόμενό του. Αύτό αποκρυσταλλώνεται κατά τόν Κίρκεγκαρντ σέ έννοιες σάν αύτές: «ύπαρξη σάν πάθος», «ή πάθηση» καί ή «ένοχή». 'Αναπτύσσοντας, εξηγώντας καί περιγράφοντας αύτές τίς έννοιες, χρησιμοποιεί πάλι τό μίγμα υλικού, πού ξέρουμε άπό τήν ποιητική παραγωγή του: ένα είδος εξιδανικευμένης, εσωτερικά έπεξεργασμένης καί μελετημένης αυτοβιογραφίας, οπου μιλά γιά τόν εαυτό του ή μάλλον μόνο γιά τόν εαυτό του. 243
Όμως δεν μιλά γιά την συμπτωσιακή {3παρξή του. 'Από τό σύνολο των βιωμάτων του παράγει τό βίωμα γενικευμένο. Δεν χρησιμοποιεί εδώ τήν δασκαλίστικη μορφή. Ό δγκος του βιβλίου οφείλεται κυρίως στο γεγονός δτι 6 Κίρκεγκαρντ χρησιμοποιεί πολλές μεταφορικές εικόνες, γιά νά δείξει τίς αρχές καί τά άξιώματα πού στήνει. Έχουμε ετσι τόν πιό παράξενο χορό: κάθε είδους περιγραφές προσώπων καί περιβάλλοντος, ιστορίες, άνέκδοτα, βιώματα, ιστοριογραφικά, σκόπιμες διευκρινίσεις, επίκαιρη κριτική καί πολλά άλλα. Συχνά φαίνεται νά χάνεται σέ φλυαρίες, είναι όμως προσωρινή εντύπωση, γιατί μετά άπό τέτοια εδάφια άκολουθοΰν άμέσως πολύ συμπυκνωμένες διατυπώσεις μέ μεγάλη όξύνοια. "Αν συγκεντρώσουμε κι εδώ τά σπουδαιότερα θέματα, γιά νά τονίσουμε τά ουσιαστικότερα άπό τά πληθωρικά δευτερεύοντα, θά διακρίνουμε τό διαλεκτικό νήμα πού διατρέχει τό σύνολο. Στήν εισαγωγή γίνεται επανασύνδεση μέ τό πρόβλημα τών Θρύψαλων: «Μπορεί νά υπάρξει μιά ιστορική βάση...» Γίνεται διαχωρισμός μεταξύ «άντικειμενικού» καί «υποκειμενικού προβλήματος». Ένώ τό πρώτο εκτίθεται σύντομα, τό δεύτερο παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Γεμίζει τό πιό μεγάλο μέρος του πρώτου τόμου καί τήν άρχή του δεύτερου. 'Αποδείχνεται μάλιστα, δτι τό «άντικειμενικό πρόβλημα της άλήθειας του χριστιανισμού» είναι μόνο μιά εισαγωγή. Μιλά στήν άρχή μέ σεβασμό γιά τόν «ιστορικό τρόπο θεώρησης», τήν εκκλησία, τήν Βίβλο καί τήν «άπόδειξη τών αιώνων υπέρ του χριστιανισμού». Ό μ ω ς ό σεβασμός είναι άπορριπτικός. Διαφαίνεται άνάμεσα άπό τίς γραμμές δτι γιά τόν Κίρκεγκαρντ αυτός ό χριστιανισμός, πού άντλεί τό κύρος του ιστορικά, είναι νεκρός. Παραθέτουμε τά ϊδια του τά λόγια: « Ά ν σκεφτεί κανείς τό πράγμα άντικειμενικά, ένα υποκείμενο δέν μπορεί νά διακατέχεται άπό πάθος άπέναντι στήν άπόφαση· άκόμη πιό άπίθανο είναι ένα ενδιαφέρον μέ διαρκές πάθος. Είναι άντιφατικό καί γι' αυτό καί κωμικό νά ενδιαφέρεται κανείς άπειρα γιά κάτι, πού τό πολύ πολύ 244
είναι θέμα προσέγγισης. "Αν τό ενδιαφέρον συνοδεύεται άπό πάθος, τότε δημιουργείται ζηλωτισμός. Γιατί για τό άπειρα ενδιαφερόμενο πάθος τό καθετί εχει άπειρη άξία. Τό λάθος δέν βρίσκεται στό άπειρα ενδιαφερόμενο πάθος, παρά στό γεγονός, δτι ενα άντικείμενο προσέγγισης εγινε άντικείμενο πάθους» Ό συνηθισμένος χριστιανισμός, πού έπικρατεί, γίνεται άντικείμενο σκωπτικότατης περιγραφής: «Είναι άνιαρό νά γίνεται γύρω άπό τόν άνθρωπο τόσος θόρυβος γιά τό τίποτε. Γιατί δέν μπορεί νάναι δπως δλοι μας, πού είμαστε χριστιανοί». «"Αν ήταν παντρεμένος, θά τούλεγε ή γυναίκα του: Τί ιδέες είναι αυτές, άγαπητέ μου! Δέν είσαι χριστιανός; Μά εσύ είσαι κάτοικος της Δανίας· δέν γράφει ή γεωγραφία δτι στη Δανία επικρατεί ή λουθηρανική-χριστιανική θρησκεία; 'Αφού δέν είσαι έβραιος ούτε μωαμεθανός, τί άλλο θά μπορούσες δηλαδή νά είσαι;... Εξίσου ειρωνικά μιλά γιά τίς ένατενιστικές θεωρήσεις: «Μά αυτά είναι λαοφιλείς καί άπλοϊκές θεωρήσεις, πού ταιριάζουν σέ σπουδαστές ιερατικών σχολών καί λαϊκούς φιλόσοφους· εμείς δέν έχουμε καμιά σχέση μέ αυτά. Πόσο τρομερό νάμαστε άποκλεισμένοι άπό τήν άριστοκρατική σοφία τών όραματιστών»^^^. Τό πραγματικό του θέμα ξαναεμφανίζεται στό δεύτερο μέρος, πού άρχίζει μέ ευχαριστίες στόν Λέσσινγκ. Μόνο μιά φράση του σαγηνεύει τόν Κίρκεγκαρντ: «"Αν ό θεός, έχοντας δεξιά του ολη τήν άλήθεια καί άριστερά του τήν διαρκή άναζήτησή της, μούλεγε: διάλεξε! παρόλο τόν κίνδυνο ν' αποκλειστώ γιά πάντα άπό τήν άλήθεια, θά τούπεφτα ταπεινότατα στ' άριστερά του κί θά τούλεγα: Πατέρα, δώσε μου! Ή καθαρή άλήθεια είναι μόνο γιά σένα». Στή συνέχεια μπορούμε νά άναμετρήσουμε δλη τήν οργή του Κίρκεγκαρντ κατά τού Χέγκελ καί του συστήματος, καθώς μετά τήν φράση τού Λέσσινγκ γράφει: «Όταν 6 Λέσσινγκ έγραφε τά παραπάνω, δέν είχε αποπερατωθεί τό σύστημα· σήμερα δμως, άλλοίμονο, είναι νεκρός. "Αν ζούσε τώρα, πού τό σύστημα τελείωσε ή τουλάχιστον έγινε στό μεγαλύτερο μέρος του ή πάντως βρίσκεται σέ επεξεργασία καί 245
θά τελειώσει ώς την Κυριακή: τώρα, πίστεψε με, ό Λέσσινγκ θά τό ζητούσε, άδράχνοντας με τά δυό του χέρια.. Τό κύριο θέμα του ξεπροβάλλει μετά από αυτά τά προκαταρκτικά μέ σαφήνεια: «Μπορεί νά ύπάρξει λογικό σύστημα, δχι ομως σύστημα ζωής». Στό εξής περιορίζεται στό κύριο θέμα πού αρχίζει εδώ καί τελειώνει στόν δεύτερο τόμο. Είναι τό θέμα τής «ύπαρξης». Ή σύγχρονη υπαρξιστική φιλοσοφία, πού βασίζεται ένμέρει στόν Κίρκεγκαρντ κι ένμέρει σέ περιγραφικές-φαινομενολογικές θέσεις, άσχολήθηκε εκτενέστερα μέ τό θέμα τής ύπαρξης. Ταυτόχρονα δμως εχει προσδώσει μιά «τετριμμένη» έννοια σ' αυτόν τόν ορο. Του εχει άφαιρέσει τόν πραγματικό του πυρήνα, τήν διαλεκτικότητα. Αυτή ομως είναι χαρακτηριστική στήν έννοια τής ύπαρξης του Κίρκεγκαρντ. Είναι άκατανόητη, όταν τής άφαιρεθεί τό διαλεκτικό στοιχείο καί ή ύπαρξη συγκροτηθεί σάν έννοια περιγραφική μέ άφετηρία τό φόβο, τήν «ναυάγηση» ή οτιδήποτε άλλο. Ή ύπαρξη μένει άκατανόητη, άν δέν άναλογισθούμε ταυτόχρονα, πώς γιά τόν Κίρκεγκαρντ ή ύπαρξη είναι άμεσο προϊόν του «παράδοξου». Μέ αύτά συσχετίζεται καί τό γεγονός, οτι ό Κίρκεγκαρντ στό έργο του Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις ειρωνεύεται τήν κοινή καί διαδομένη άντίληψη γιά τήν ύπαρξη. «Π.χ. ό θάνατος», γράφει στό κεφάλαιο γιά τήν ύποκειμενοποίηση: «Ξέρω σχετικά, τί γνωρίζουν γενικά οι άνθρωποι γι' αύτόν: πώς πεθαίνω, άν πάρω μιά δόση θειικό οξύ, τό ϊδιο άν πέσω στό νερό ή κοιμηθώ μέ αναμμένα κάρβουνα σέ κλειστό χώρο κλπ. Ξέρω οτι ό Ναπολέοντας κουβαλούσε μαζί του πάντα δηλητήριο καί οτι ή Ιουλία του Σαίξπηρ τό ήπιε· ξέρω δτι οι Στωικοί θεωρούσαν τήν αύτοκτονία θαρραλέα πράξη καί πώς άλλοι τήν θεωρούν δειλία.... Ξέρω δτι ό τραγικός ήρωας πεθαίνει στήν πέμπτη πράξη καί τό πάθος φτάνει στό έπακρο, ενώ δέν συμβαίνει κάτι τέτοιο, δταν πεθάνει ένας ταβερνιάρης... Ξέρω άκόμη, τί συνηθίζουν νά λένε οι παπάδες στίς κηδείες... 'Αλλά γιά δές, παρόλες αύτές τίς άτέλειωτες γνώσεις δέν είμαι σέ θέση νά θεωρώ τόν θάνατο σάν κάτι πού έχω κατανοήσει» 246
Συνεχίζει την ειρωνεία. Βυθίζει τά πάντα με μαεστρία σ' έκείνο τό διφορούμενο φως, άπ' δπου κατά τή γνώμη του πηγάζει ή άλήθεια της παραδοξολογίας. Ειρωνεύεται τά πάντα καί τον εαυτό του ακόμη: «Ήμουν δέκα χρόνια φοιτητής· μολονότι δεν ήμουν ποτέ τεμπέλης, όλη μου ή δραστηριότητα εμοιαζε σάν λαμπρή άδράνεια, μιά ασχολία δηλαδή, γιά τήν οποία εχω μεγάλη άδυναμία καί είμαι ίσως προικισμένος γι' αυτή. Καθόμουν λοιπόν καί κάπνιζα τό πούρο μου, ώσπου βυθιζόμουν σέ σκέψεις. Θυμούμαι ανάμεσα σ' άλλα τά άκόλουθα: Γερνάς σιγά-σιγά, έλεγα στόν έαυτό μου, χωρίς νάσαι κάτι... Σ' αύτό τό σημείο διακόπηκε ή ενδοσκόπηση, γιατί είχε τελειώσει τό πούρο μου καί χρειάστηκε ν' ανάψω άλλο. Συνέχισα τό κάπνισμα καί ξαφνικά μού διαπέρασε τήν ψυχή αυτή ή σκέψη: πρέπει κάτι νά κάνεις.. Ό σ η έκταση καί άν παίρνει μιά τέτοια διήγηση, είναι εντούτοις μόνο φόντο καί διακόσμηση, καταστρεπτική καί δισήμαντη ειρωνεία γιά τήν σχεδόν άπότομα εμφανιζόμενη θέση, ενώ διαλύει ειρωνικά τήν γενικά καί φαινομενικά αντικειμενική άλήθεια: « Ή άντικειμενική άβεβαιότητα, προσκολλημένη στήν κατάκτηση τών εσωτερικών παθών, είναι ή άλήθεια καί μάλιστα ή ψηλότερη άλήθεια πού υπάρχει γιά έναν άνθρωπο» Σέ αύτό τό σημείο ξανασυνδέεται ή σκέψη του μέ τήν διαλεκτική καί μάλιστα μέ τήν πρώτη διαλεκτική θέση πάνω στό παράδοξο. Ή πίστη είναι πρώτα μιά παραδοξότητα. Έχει διαλύσει κιόλας τόν κρατούντα χριστιανισμό, τήν άλήθεια του κοινού χριστιανισμού καθώς καί τήν άντικειμενική άλήθεια, πού πήρε ειρωνικό καί διφορούμενο χαρακτήρα. Έκανε χώρο γιά μιάν άλλη άλήθεια. Είναι ή διαλεκτική άλήθεια, οπως τήν εννοεί ό Κίρκεγκαρντ. Δέν έχει σχέση μέ βεβαιότητα, παρά είναι ή «άντικειμενική» καί μέ «πάθος στηριγμένη άβεβαιότητα». Ταυτόχρονα γίνεται φανερό τί είναι διαλεκτική κατά τόν Κίρκεγκαρντ. Είναι τό «γίγνεσθαι» καθαυτό, καί μάλιστα οχι τό άντικειμενικό παρά τό υποκειμενικό γίγνεσθαι. Διαλεκτική είναι ή ζωντανή πράξη καί ούδέποτε ή άποπερατω247
μένη, έτοιμη άλήθεια. Είναι πράξη αισθαντική καί συμμεριστική, πού ξεκινά πάντα από τό παράδοξο καί επιστρέφει στό παράδοξο. Αύτη ή διαλεκτική, πού άναζητά τήν άλήθεια, δέν πιστεύει στήν βεβαιότητα, παρά έπιμένει μέ πάθος στήν άβεβαιότητα. «Υποκειμενικά υπάρχων διανοητής» είναι εκείνος πού δέν ζει στήν άπατηλή πραγματικότητα του έξ(0 κόσμου, δπως κι άν είναι καμωμένος, παρά στόν ένδόμυχο κόσμο της άβεβαιότητας. Δέν ενδιαφέρεται γιά τήν άλήθεια του «άντικείμενού». Ό σ ο άναζητάμε τήν άλήθεια «άντικειμενικά», άναζητάμε τό άντικείμενο. Ό τ α ν ζητάμε τήν άλήθεια «υποκειμενικά», ψάχνουμε στά βάθη του υποκείμενου, πού ζει στήν άβεβαιότητα. Ό Κίρκεγκαρντ δέν επιχειρεί νά άμφισβητήσει σκεπτικιστικά τήν άντικειμενική άλήθεια. Δέν τήν άρνείται, ούτε άμφισβητεί τό κύρος της. Ό ϊδιος όμως στρέφει τήν προσοχή του πρός μιάν άλλη άλήθεια. Είναι ή άλήθεια πού πρέπει νά βιώνεται, καί άλήθεια είναι μόνο δ,τι μας άφορα. Έ δ ώ δέν υπάρχει βεβαιότητα, παρά μόνο ή «άντικειμενική άβεβαιότητα». Ή άλήθεια μετατρέπεται διαλεκτικά άπό τό «κάτι» στό «τίποτε». Αυτό τό τίποτε χαρακτηρίζεται άπό τήν άντικειμενική άβεβαιότητα, περιεχόμενό του είναι ή παραδοξότητα· πραγματικότητά του είναι ή «ύπαρξη». Αύτό τό θέμα ξετυλίγεται κανονικά κυρίως στό δεύτερο μέρος. Ά π ό τόν ορισμό της «υποκειμενικής άλήθειας» σάν άβεβαιότητας, μέ τήν σωκρατική έννοια, βγαίνει ή έννοια της ύπαρξης. Τώρα καταλήγει: «Ύπαρξη είναι μιά τεράστια άντίφαση». Στήν πορεία της σκέψης του - στό βαθμό πού ή σκέψη του πορεύεται καί δέν κινείται κυκλικά - ό Κίρκεγκαρντ επιστρέφει στήν άφετηρία του, στό παράδοξο. Ά π ό τήν παραδοξότητα της πίστης άναπτύχθηκε ή άντικειμενική άβεβαιότητα καί ή άλήθεια της, άπό αύτή πάλι πρόκυψε ή ύπαρξη. Γνώρισμα της ύπαρξης είναι ή άντικειμενική άβεβαιότητα, στήν οποία ζεί τό ύποκείμενο, αιωρούμενο σέ άτέλειωτη κίνηση: « Ή ενασχόληση μέ τήν ύπαρξη είναι τόσο δύσκολο 248
πράγμα, δσο και μέ την κίνηση. "Αν τήν σκεφτώ, τήν εχω αναιρέσει και ετσι δεν τήν σκέφτομαι πια. Θα ήταν ϊσως σωστό νά πούμε, πώς υπάρχει κάτι πού δεν νοείται: ή ύπαρξη. Έχουμε δμως τήν δυσκολία, οτι ή ύπαρξη προϋποθέτει τήν ύπαρξη τού ( δ ι α ) ν ο η τ ή Π ρ ό κ ε ι τ α ι γιά τήν παλιά εμπειρία τού Κίρκεγκαρντ, πού περιέγραψε ποιητικά σέ ολα του τά εργα. Τώρα τήν διατυπώνει «νοητικά», ενώ παλιότερα τήν είχε περιγράψει μόνο. Όμως γίνεται φανερό, δτι ή άντικειμενική καί «λογική» σκέψη δέν μπορεί νά συλλάβει τό γεγονός της ύπαρξης. Στήν άντικειμενική σκέψη ή πραγματικότητα της ύπαρξης διαρρέει, στή θέση της κίνησης έχουμε τήν άποστέωση. Ή ύπαρξη δέν μπορεί νά νοηθεί καί δμως 6 υπάρχων σκέφτεται: «'Αφού ή ύπαρξη δέν μπορεί νά νοηθεί καί οι υπάρχοντες είναι νοούντες, τί σημαίνουν αυτά; Σημαίνουν δτι σκέφτονται στιγμιαία, πρίν καί ύστερα. Ή σκέψη χάνει τήν άπόλυτη άλληλουχία της. Μόνο φανταστικά μπορεί ό υπάρχων νά είναι μόνιμα κάτω άπό τήν μορφή της αιωνιότητας (sub specie aeternitatis)»^^^. Ένώ 6 Κίρκεγκαρντ περιγράφει αδιάκοπα αυτή τήν άντίφαση, διατυπώνει τό καθήκον της «υποκειμενικής σκέψης»: «Ένα παλιό ρητό: oratio, tentatio, meditatio faciunt theologum (προσευχή, πειρασμός καί ενδοσκόπηση συνιστούν έναν θεολόγο). Έτσι καί ένας υποκειμενικός διανοητής χρειάζεται φαντασία, αίσθημα καί διαλεκτική στά ένδόμυχα της ύπαρξης μέ πάθος. Πάντως πρώτο καί τελευταίο είναι τό πάθος, γιατί είναι άδύνατο νά στοχαζόμαστε τήν ύπαρξη, χωρίς νά μας καταλαμβάνει τό πάθος· ή ύπαρξη είναι μιά τεράστια άντίφαση καί 6 υποκειμενικός διανοητής δέν μπορεί νά παραβλέπει τήν άντιφατικότητα, παρά πρέπει νά επιμένει σ' αυτή 'Ανάμεσα στ' άλλα γίνεται φανερό εδώ δτι ό Κίρκεγκαρντ άντιλαμβάνεται τήν διαλεκτική μέ τό, άπλό της νόημα σάν συγκέντρωση καί βύθιση στό άνεξιχνίαστο. Πραγματικό καθήκον τού σκέπτεσθαι, δπως τό μετέρχεται ό υποκειμενικός διανοητής, είναι ό στοχασμός τού άσύλληπτου. Τό άντικειμενικό σκέπτεσθαι εμφανίζεται σάν εκφυλισμένο σκέπτεσθαι, 249
πού απομακρύνθηκε από τρ πραγματικό του άντικείμενο· δεν είναι πια ζωντανό σκέπτεσθαι και θά μπορούσαμε νά τό χαρακτηρίσουμε γερασμένο και κουρασμένο. Έτσι ό Κίρκεγκαρντ θεωρεί τόν Σωκράτη καί την ελληνική φιλοσοφία σαν «νεότητα της φιλοσοφίας». Ό δεύτερος τόμος των Τελικών άφιλοσόφητων ειδήσεων είναι άφιερωμένος στήν έκθεση της υπαρξιακής πραγματικότητας. 'Από τόν όρισμό τής ύπαρξης παράγονται τώρα τά επί μέρους γνωρίσματα του «ύπάρχειν». 'Ύπαρξη είναι άπό τή μιά πλευρά σκέπτεσθαι καί άπό τήν άλλη πάθος, πόνος καί ενοχή. Ό Κίρκεγκαρντ επαναλαμβάνει τή θεωρία του γιά τίς τρεις βαθμίδες τής ύπαρξης: τήν αισθητική ύπαρξη (μέσα στό πάθος τής γήινης ζωής), τήν ήθική ύπαρξη (μέσα στό πάθος γιά τό γενικό) καί τήν θρησκευτική ύπαρξη (μέσα στό πάθος τής άπόλυτης απροσδιοριστίας). Γίνεται πάλι φανερό οτι γιά τόν Κίρκεγκαρντ ύπαρξη δέν είναι κυρίως πράξη παρά πόνος. Ή πραγματική πράξη είναι δουλειά του θεού. Αύτό είναι καί τό νόημα των φράσεών του: « Ό θεός δέν σκέφτεται, παρά δημιουργεί. Ό θεός δέν υπάρχει, παρά είναι αιώνιος. Ό άνθρωπος σκέφτεται καί υπάρχει καί ή ύπαρξη διαχωρίζει τό σκέπτεσθαι άπό τό είναι καί τά κρατά σέ απόσταση διαδοχής» Ή πραγματική δημιουργία είναι άπόρρητη γιά τόν άνθρωπο. Είναι μόνο στήν δικαιοδοσία τού θεού. Ό άνθρωπος ζει στήν διττότητα ύπαρξης καί σκέψης, ζει στόν έρμαφροδιτισμό, δχι στήν ενότητα. Ή παλιότερη διατύπωση του, πώς ό άνθρωπος είναι σύνθεση άπειρου καί πεπερασμένου, βρίσκει τώρα άνταπόκριση στήν φράση δτι ό άνθρωπος είναι μίγμα ύπαρξης καί σκέψης. Επιχειρεί μέ ολα τά μέσα ν' αποδείξει διαλεκτικά δτι τό ούσιαστικό περιεχόμενο «τού υπαρξιακού πάθους» είναι ή «ενοχή». Καί τό έργο τελειώνει μέ ένα κεφάλαιο, πού έπιγράφεται «ή διαλεκτική». Όποιος ελπίζει νά βρει έκει μιά μεθοδολογική περιγραφή τής διαλεκτικής, θά άπογοητευτει, γιατί ή διαλεκτική εμφανίζεται σάν επίκεντρο τής ύπαρξης: ό Κίρκεγκαρντ συνοψίζει δηλαδή δλα τά παραπάνω. Πρό250
κείται για κάτι απλό, πού μπορεί νά χωρέσει στην ακόλουθη φόρμουλα. Ύπαρξη είναι ή «διαλεκτική αντίφαση», «ή όποία είναι τό ρήγμα»^^'^. Υπάρχει «απόλυτη δυσαναλογία μεταξύ της αιώνιας αλήθειας του χριστιανισμού καί κάθε προσπάθειας νά αίτιολογηθεϊ ιστορικά». Υπαρξιακό πόρισμα είναι τό «οξυμένο πάθος», ή «άπόλυτη επίγνωση της αμαρτίας». Μέ αυτά αποπερατώθηκε διαλεκτικά αυτή ή ανάλυση. Τούτο δέν σημαίνει δτι 6 Κίρκεγκαρντ δέν εχει πιά νά προσθέσει τίποτε. Ή διαλεκτική κίνηση συνεχίζεται. Στόν επίλογο γράφει, κάτω άπό τό ψευδώνυμο Γιοχάννες Κλίμακους καί μέ τίτλο: «Συνεννόηση μέ τόν αναγνώστη»: « Ό υπογράφων Γιοχάννες Κλίμακους, συγγραφέας αυτού τού βιβλίου, δέν λέει οτι είναι χριστιανός· κάνει κάθε προσπάθεια νά γίνει, δσο δύσκολο κι άν είναι...
251
ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ Ή ποιητική και ψευδωνυμική παραγωγή του Κίρκεγκαρντ συνεχίζεται ώς τό 1845, κλείνοντας με τό εργο «Στάδια της ζωής», πού είναι ενα είδος συμπόσιο των ψευδώνυμων. Κοιτάζοντας άργότερα αυτή τήν ποιητική εργασία του φαίνεται σάν «πλούτος», πού τού προξενεί «ρίγος». Ύστερα αρχίζει ή μισοψευδωνυμική παραγωγή τού τύπου των φιλοσοφικών έργων. Εξωτερικό γνώρισμά της είναι δτι σάν συγγραφέας εμφανίζεται ό Γιοχάννες Κλίμακους καί σάν εκδότης 6 ϊδιος 6 Κίρκεγκαρντ. Ό Κλίμακους δεν γράφει πιά ποιητικά. Ό υπότιτλος τών Τελικών άφιλοσόφητων ειδήσεων είναι «μιμική-παθητική-διαλεκτική συλλογή» καί «υπαρξιακή ένσταση». Ό π ω ς ομολογεί ό ϊδιος, ή φιλοσοφική παραγωγή άποτελεί μιά «καμπή» στήν συγγραφική του δραστηριότητα. Σάν εκδότης παίρνει πάνω του ενα μέρος της υπευθυνότητας. Ή αισθητική θεώρηση μετατοπίζεται τώρα από τό επιδεικτικό δράμα στήν εσώτερη υπαρξιακή ερώτηση: πώς «γίνεται κανείς χριστιανός». Θεωρεί τήν πορεία, πού έχει διανύσει, σάν διαλεκτική διαδικασία. Σ' δλα τά ποιητικά έργα εμφανίστηκαν καί έπιδείχτηκαν άτομα πού πονούν, αισθάνονται, δρουν καί ζούν τίς διάφορες μορφές της άνθρώπινης ύπαρξης. Ή δραματική έμφάνισή τους σχολιάζεται καί κρίνεται. Ό «αισθητικός» κατακρίνεται, ό ηθικός καταξιώνεται σάν ενδιάμεση βαθμίδα, ό θρησκευτικός εμφανίζεται σάν αίνιγμα καί παράδοξη ύπαρξη. Ή ποιητική παραγωγή τελειώνει μέ τήν διαπίστωση δτι ό θρησκευτικός άνθρωπος είναι άκατανόητος, άλλά μεγαλειώδης. Αύτό τό συμπέρασμα - αν πρόκειται γιά τέτοιο - ξαναγίνεται άντικείμενο εξέτασης στήν φιλοσοφική του παραγωγή, πού άναλύει τήν παραδοξότητα, τήν ύπαρξη καί τό «παθητικό» στίς διάφορες μορφές του. Ό Κίρκεγκαρντ άποτινάζει ώς ένα βαθμό τή μάσκα τών ψευδώνυμων, χρησιμοποιώντας τόσο τό δνομά του δσο καί ένα νέο ψευδώνυμο. Τό 1849 εμφανίζεται ένας τελευταίος συντάκτης, πού 252
φέρεται σάν συγγραφέας του έργου 'Ασθένεια προς θάνατον. Τό ψευδώνυμο του είναι Άντικλίμακους. Ό ίδιος ό Κίρκεγκαρντ εμφανίζεται σάν εκδότης. Ό τ α ν άργότερα τό καταχώρισε στά απαντά του, εγραψε στην «έκθεσηάναφορά»: «Άργότερα ξαναεμφανίστηκε ένας συγγραφέας μέ ψευδώνυμο, ό Άντικλίμακους. Τό γεγονός ότι έμφανίζεται μέ ψευδώνυμο, σημαίνει, δπως υποδηλώνει τό δνομά του, άκριβώς οτι σταματά καί κοιτάζει πίσω. Όλόκληρη ή προηγούμενη ψευδωνυμία βρίσκεται χαμηλότερα άπό τόν ηθοπλαστικό συγγραφέα καί ή νέα ψευδωνυμία είναι ψευδωνυμία ψηλότερης τάξης. Ή στάση του δηλώνει: δείχνεται κάτι ψηλότερο κι άνώτερο, πού μέ άναχαιτίζει, δείχνοντάς μου τά δριά μου, καί βγάζει άπόφαση γιά μένα, πώς ή ζωή μου δέν άντέχει τέτοιες ψηλές άξιώσεις καί ή άνακοίνωση έχει ποιητικό χαρακτήρα» Στά 'Ημερολόγια βρίσκεται μιά άλλη σημείωση σχετικά μέ τό ψευδώνυμο Άντικλίμακους: «ΛΟΙΠΟΝ. Τώρα δημοσιεύεται τό βιβλίο 'Ασθένεια προς θάνατον, άλλά κάτω άπό ψευδώνυμο, μέ εκδότη τόν εαυτό μου... Τό ψευδώνυμο Άντικλίμακους, σ' άντίθεση πρός τό Κλίμακους, πού έλεγε οτι δέν είναι χριστιανός. Άντικλίμακους είναι τό άκρο άντίθετο: πώς είμαι σέ μεγάλο βαθμό χριστιανός - καταφέρνω μάλιστα νά είμαι κατά τελείως άφελή τρόπο χριστιανός» Είναι λοιπόν ό Άντικλίμακους χριστιανός σ' έκτακτο βαθμό; Είναι «άφελής χριστιανός»; Αυτό δέν είναι σίγουρο. Σίγουρο είναι μόνο ότι τό έργο, σύμφωνα μέ τόν υπότιτλο, θέλει νάναι «μιά χριστιανική-ψυχολογική διαφώτιση γιά διάπλαση καί άφύπνιση». Σύμφωνα μέ αυτή τήν δχι άπλή συνταγή τό βιβλίο είναι μιά τελευταία μετάβαση. Ό Κίρκεγκαρντ σταματά, δπως λέει. Κοιτάζει πίσω του. Ταυτόχρονα βγάζει κρίσεις πάνω στό περασμένο έργο. Ό Κλίμακους είναι «κορυφαίος», μάλλον εκείνος πού στέκεται στήν κορυφή της σκέψης. Τόν διαδέχεται ό Άντικλίμακους, πού εγκαταλείπει αυτή τή θέση, παρασταίνοντας ταυτόχρονα κάτι «ψηλότερο». Τό πραγματικό περιεχόμενο του βιβλίου άνταποκρίνεται 253
σ' αυτή τή συνταγή. Τό δργο άποτελεϊ περιγραφή της «άπόγνωσης σάν θανάσιμης αρρώστιας». Ό Κίρκεγκαρντ λέει ρητά, πώς δεν πρόκειται γιά τον κοινό θάνατο, παρά γιά τόν αιώνιο. Ούτε εννοεί τή γήινη άπόγνωση, παρά μιά άλλη μορφή. Εμφανίζονται διαφορετικές μορφές άπόγνωσης. Βήμα πρός βήμα εύρύνεται ή έννοια τής άπόγνωσης. Εισαγωγικά καί σνντομα παρουσιάζει τήν άπόγνωση μέ τήν κοινή της έννοια, δηλαδή σάν άπελπισία γιά γήινα κι εξωτερικά περιστατικά. Αυτή ή άπόγνωση δέν είναι ή πραγματική, παρά τό πολύ ή άρχή. Ή γι' αυτόν θανάσιμη άπόγνωση άρχίζει, οταν ό «έαυτός» άπειλειται μέ άπώλεια. Αυτό συμβαίνει, δταν ό άνθρωπος παραδίδεται στά εγκόσμια, συσσωρεύει χρήματα καί άφιερώνεται στίς εγκόσμιες «δουλειές». Ταυτόχρονα άφιερώνεται στό χάσιμο του πραγματικού του εαυτού καί ζει μέσα στήν άπόγνωση. "Αν αυτή είναι ή άπόγνωση άνίδεης μορφής, γιατί ό άνθρωπος δέν ξέρει οτι έχει έναν «εαυτό», υπάρχει ή επόμενη βαθμίδα: « Ό απεγνωσμένος, πού δέν θέλει νά ταυτίζεται μέ τόν εαυτό του». Είν^χι ή άπόγνωση τής άδυναμίας, όπως λέει. Τήν άκολουθεί ή άπόγνωση τού πείσματος, όπου ό άνθρωπος συγκρατεί τόν εαυτό του απεγνωσμένα. Τό δεύτερο κεφάλαιο στρέφει τήν ψυχολογική προθεώρηση πρός τήν θρησκευτική κατεύθυνση. Ένόσο περιγράφεται ή «άμαρτία», συνεχίζεται ή πραγμάτευση τού «υπαρξιακού πάθους» καί τής ενοχής, σκέψεις πού επανέρχονται στό τέλος τού βιβλίου. Αύτό τό κεφάλαιο άρχίζει μέ τόν Σωκράτη καί τόν σωκρατικό ορισμό, οτι «άμαρτία είναι άμάθεια». Ό Σωκράτης βέβαια δέν χρησιμοποίησε τόν χριστιανικό δρο «άμαρτία». Ό Κίρκεγκαρντ στηρίζεται σέ εκείνα τά σημεία, δπου ό Σωκράτης λέει ότι τό άδικο είναι άπόρροια άμάθειας ή ελλιπούς γνώσης. Τελικά γίνεται μόνο χριστιανική θεώρηση τής άμαρτίας, πού καταλήγει στήν περιγραφή τής άμαρτίας κατά τού άγίου πνεύματος. Σάν τέτοια θεωρεί ό Κίρκεγκαρντ τήν «άμαρτία» νά κηρύχνεται άναληθής 6 χριστιανισμός. Πρό254
κείται για την μεγαλύτερη αμαρτία, γιά τήν άνώτατη βαθμίδα της άπόγνωση ς. Είναι αισθητό οτι εγκατέλειψε τό στύλ της ψευδωνυμικής παραγωγής καί μιλά τώρα άμεσότερα χριστιανικά, μολονότι ή θρησκευτικότητα απορρέει άπό τήν φιλοσοφική ή, δπως λέει 6 ϊδιος, ψυχολογική θεώρηση, πού εκθέτει στήν άρχή. Έκει κατανοεί τήν άπόγνωση σαν φαινόμενο σύμφυτο μέ τήν «έαυτότητα» καί τό εγώ του άνθρώπου. Μέ κατανοητό τρόπο προσδιορίζει τήν άπόγνωση σάν κακή σχέση του εγώ πρός τό εγώ καί του εαυτού πρός τόν εαυτόν. Ή άπόγνωση, πού ό Κίρκεγκαρντ θεωρεί σάν τήν άρρώστια της εποχής του, είναι άσθένεια του πνεύματος. Τό πνεύμα, σάν έαυτότητα καί εγώ, είναι τό σημάδι του άνθρώπου. 'Αλλά δέν είναι αύταρχο, παρά μιά μεσολαβητική άρχή, πού βοηθά τόν άνθρωπο νά βρίσκει τόν εαυτό του. "Αν διαταραχτεί αύτή ή σχέση, επέρχεται ή άπόγνωση σάν συνέπεια. Μέ αυτόν τόν όρισμό του πνεύματος, πού άπορρέει άπό τήν γενικότερη άντίληψη γιά τόν άνθρωπο, τό έργο παίρνει μιά ορισμένη κατεύθυνση. Ό άνθρωπος προσδιορίζεται ως έξης: « Ό άνθρωπος είναι σύνθεση άπειρου καί πεπερασμένου, χρονικού καί αιώνιου, ελευθερίας καί άναγκαιότητας, κοντολογής μιά σύνθεση. Σύνθεση είναι ή σχέση μεταξύ δυό πραγμάτων. Ά π ό αύτή τήν άποψη 6 άνθρωπος δέν έχει άκόμη έαυτόν»^28 χούτο σημαίνει οτι ό άνθρωπος άρχίζει νά γίνεται έαυτότητα, μόλις εγκατασταθεί ή σωστή σχέση άπειρου καί πεπερασμένου. Ό Άντικλίμακους έχει άκόμα τόν λόγο πάνω σ' ένα σημαντικό θέμα. Ό Κίρκεγκαρντ έγραψε τό 1848 ένα βιβλίο, πού τό δημοσίευσε μετά άπό πολλούς δισταγμούς, μέ τίτλο 'Ενάσκηση στόν χριστιανισμό. Δέν θά άσχοληθούμε μέ τό περιεχόμενό του. 'Αναφέρουμε μόνο δσα λέει γιά τόν έαυτό του. Στήν έκθεση-άναφορά ό Κίρκεγκαρντ τονίζει οτι αυτό τό έργο - μέ τό ψευδώνυμο Άντικλίμακους - είναι μιά δοκιμή νά σερβίρει στό κατεστημένο τίς θέσεις, πού θά του χρησιμεύσουν σάν ιδεατό έρεισμα». Θέλει δηλαδή τώρα νά στηρίξει τό κατεστημένο; Ά ν πρόκειται γιά μιά τέτοια προσπάθεια, ή επανέκδοση άρνείται κάτι τέτοιο. Αύτή ή 255
δεύτερη έκδοση πάντως κυκλοφόρησε τό 1855, δταν ό Κίρκεγκαρντ ειχε περάσει στην τελική του φάση, πού χαρακτηρίζεται από άνοιχτό αγώνα κατά του χριστιανισμού. Γράφει λοιπόν στήν εισαγωγή: «Τό κείμενο της επανέκδοσης εμεινε αμετάβλητο, γιατί τό θεωρώ ιστορικό ντοκουμέντο». Πιό κάτω γράφει, δτι «εχει τήν πεποίθηση, πώς τό κατεστημένο είναι άφόρητο άπό χριστιανική άποψη». Πρόκειται γιά τήν τελευταία, σύντομη καί σημαντική θέση του, πού περιγράψαμε στήν άρχή. Ό Κίρκεγκαρντ εγινε άγωνιστής καί υποκινητής. Δημοσιεύει φυλλάδια, επιτίθεται κατά της εκκλησίας καί, στήν τοποθέτησή του ενάντια στόν επίσημο χριστιανισμό, διαλέγει τά οξύτερα μέσα πού διαθέτει. Πεθαίνει πάνω σ' αυτόν τόν άγώνα. Μιά ζωή άσυνήθιστη παίρνει τέλος. Πέτυχε τούς στόχους της; Είπε ό Κίρκεγκαρντ δσα είχε νά πει; Τό τόσο εντεχνα σκηνοθετημένο καί σχεδιασμένο εργο έφτασε άραγε εκεί πού θέλησε ό δημιουργός του; Οι πιό μεγαλειώδεις διατυπώσεις καταγράφηκαν τό 1854 καί βρίσκονται στά 'Ημερολόγια. Μας παρουσιάζουν αυτά πού εζησε τήν νύχτα του άπόλυτου, τό μηδέν καί τόν άρνητικό θεό. Γράφει εκεί: « Ή νύχτα του άπόλυτου. Ό άνθρωπος αισθάνεται μιά φυσική φρίκη άπέναντι στήν ζοφερότητα καί δέν είναι παράξενο νά απεχθάνεται, φυσικά, τό απόλυτο, νά μήν δέχεται νά εισέρχεται σέ καταστάσεις «άνευ δρων», γιατί καμιά νύχτα καί κανένα σκοτάδι δέν είναι τόσο μαύρα, δσο αυτή ή ζοφερότητα καί αυτή ή νύχτα, δπου δλοι οι σχετικοί στόχοι (οί γενικοί σηματοδότες καί τά χιλιομετρικά ορόσημα), δλοι οί σκοποί (τά φανάρια, πού συνήθως μας βοηθούν), δπου τά τρυφερότερα καί οίκειότερα συναισθήματα αφοσίωσης, δλα αυτά σβήνουν, γιατί άλλιώς δέν πρόκειται γιά τό άπόλυτα άπόλυτο»^^^. Αυτή ή οπτασία συσχετίζεται μέ εκείνη τήν εικόνα του θεού καί του χριστιανισμού, πού σκιαγράφησε τόν τελευταίο χρόνο της ζωής του. Λέει εκεί επιγραμματικά: 256
«Όλα-τίποτε: Ό θεός δημιουργεί τά πάντα από τό τίποτε - και δ,τι ό θεός θέλει να χρησιμοποιήσει, πρώτα τό μηδενίζει» Αύτη ή ζοφερή εικόνα του θεού ολοκληρώνεται με μιά άλλη περιγραφή τού χριστιανισμού, πού προέρχεται άπό τήν ϊδια περίοδο; « Ή άνησυχία. Ό π ω ς ό ψαράς, πού κροταλίζει, μόλις άπλώσει τά δίχτια, γιά νά συγκεντρώσει καί νά πιάσει τά ψάρια · δπως ό κυνηγός περικυκλώνει μέ τά λαγωνικά του δλη τήν περιοχή, γιά νά ξετρυπώσει τά αγρίμια, όδηγώντας τα στό κατάλληλο σημείο: ετσι βγαίνει καί ό θεός, πού θέλει ν' αγαπηθεί, γιά άνθρωποκυνήγι μέ τή βοήθεια της άνησυχίας. Ό χριστιανισμός είναι ή εντονότερη καί ή μεγαλύτερη δυνατή άνησυχία, καμιά μεγαλύτερη άνησυχία δέν είναι νοητή, καί θέλει (τέτοιο ήταν τό άποτέλεσμα της ζωής τού Χριστού) νά διαταράξει τήν άνθρώπινη ζωή άπό τή ρίζα, νά σπάσει τά πάντα, νά άνατινάξει τά πάντα. ...Γιά νά γίνει κάποιος χριστιανός, επικρατεί άνησυχία»^^^. Ό Κίρκεγκαρντ είπε βέβαια συχνά πώς ό θεός είναι άγάπη. 'Αλλά αυτή ή εικόνα σκεπάζεται άπό τήν παραπάνω: ό θεός σάν ψαράς, πού πιάνει άνθρώπους, σάν κυνηγός, πού τούς τουφεκίζει. Πρόκειται εδώ γιά μιά σκοτεινή καί άσυμφιλίωτη εικόνα τού θεού. Ένας θεός, πού δημιουργεί τό τίποτε καί θέλει τό τίποτε, γιατί άλλιώς δέν πιάνεται ό άνθρωπος.
17.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
257
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ Ή ιδιόμορφη ταυτότητα έργου και ζωής, πού συναντάμε στόν Κίρκεγκαρντ σέ βαθμό άσυνήθιστο, δέν είναι τυχαία. Είναι δημιούργημα μέ ενσυνείδητο σχέδιο καί εκτέλεση. Ή πραγματοποίηση άπαίτησε τή σύζευξη παραγωγής καί τρόπου ζωής. 'Από τή μιά πλευρά ή παραγωγή είναι ή τεκμηρίωση μιας ζωής, πού 6 Κίρκεγκαρντ βιώνει σάν ήθοποιός καί κομπάρσος του θεού. Ά π ό τήν άλλη πλευρά ή τεκμηρίωση αυτή αξιολογεί, κρίνει καί σχολιάζει τά βιώματα στίς διάφορες μορφές τους. Έτσι φτάνει στήν ιεράρχηση των τριών τύπων ύπαρξης. Καί ή παραγωγή του είναι σημάδι τής ζωής, εϊτε εμφανίζεται μέ ψευδώνυμο, εϊτε μισοψευδώνυμο, εϊτε επώνυμα. Στόν χώρο τής προσωπικής ζωής αυτή ή σύζευξη συντελείται μέ τά 'Ημερολόγια. Στά δημοσιεύματά του μεταχειρίζεται άλλα μέσα. Οι δήθεν συγγραφείς συναναστρέφονται μεταξύ τους, 6 ενας παραπέμπει στόν άλλον, άλληλοσχολιάζονται καί άλληλεπεξηγοΰνται καί, ενώ παίζουν τούς ρόλους τους πάνω στή σκηνή, συναλλάσσονται στά παρασκήνια, Ή συζήτηση δέν διακόπτεται, ό Κίρκεγκαρντ βρίσκει πάντα τρόπους νά τήν συνεχίσει. Στά περισσότερα έργα τής ποιητικής παραγωγής εμφανίζονται μονολογικά, αλλά στά Στάδια τής ζωής συγκεντρώνονται σέ κοινό συμπόσιο. Ή συζήτηση συνεχίζεται καί στή φιλοσοφική, μισοψευδωνυμική παραγωγή. Μεταξύ του πρώτου καί δεύτερου τόμου του έργου Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις παρεμβάλλει ενα παράρτημα, δπου μιλά διεξοδικά γιά «ταυτόχρονες επιδιώξεις στήν δανέζικη λογοτεχνία». Ό συντάκτης Κλίμακους γράφει εκεί: «Τι συμβαίνει; Καθώς κάθομαι εδώ, βγαίνει τό Ή-ή. Ό,τι ήθελα νά κάνω, έγινε άλλου... Έγιναν άκόμα πιό ενδιαφέροντα πράγματα: δημοσιεύονταν ένα βιβλίο μετά τό άλλο καθώς εγώ πήγαινα ν' άποφασίσω τήν σύνταξη κειμένων πάνω στά ϊδια θέματα. Ή ολη υπόθεση παρουσίαζε κάτι ειρωνικό· καί καλύτερα πού δέν είχα μιλήσει σέ κανέναν γιά τά σχέδιά μου, καί 258
οΰτε ή σπιτονοικοκυρά μου τό είχε πάρει μυρωδιά, γιατί άλλιώς ή κατάσταση μου θά προκαλούσε τά γέλια των άλλων · είναι βέβαια άστείο νά κάνει προόδους μιά δουλειά, πού ήθελα νά προωθήσω, χωρίς τήν δική μου επέμβαση. Ό τ ι ή υπόθεση αυτή πήγαινε πράγματι μπροστά, μέ έπειθαν τά ψευδωνυμικά κείμενα, κάθε φορά πού τά διάβαζα» Μέ αυτήν τήν διήγηση άνακοινώνεται «έμμεσα» στόν άναγνώστη των φιλοσοφικών έργων, δτι αυτές οι ενδοσκοπικές και θεωρητικές εργασίες ανήκουν στήν συντροφιά των ψευδωνυμικών ποιητικών έργων. Ό Κλίμακους σχολιάζει τήν ως τώρα ποιητική παραγωγή άπό τό 'Ή-η ως τό Στάδια της ζωής, Σέ αυτό τό σημείο διευκρινίζεται ξεκάθαρα πώς εννοεί 6 Κίρκεγκαρντ τή διαλεκτική καί τήν έμμεση μέθοδο. Έ δ ώ κατασκευάζει μιά άλυσίδα πού συνδέει τά δυό επίπεδα συγγραφής, τό φιλοσοφικό καί τό ποιητικό. Έ ν ώ τά ψευδώνυμα πρόσωπα παίζουν τούς ρόλους τους σάν άποπλανητής, σύζυγος, δυστυχισμένος κλπ., τά φιλοσοφικά έργα προσφέρουν τά σχόλια πάνω στό ποιητικό έργο. Ένώ τά φιλοσοφικά κείμενα ζουν στό χώρο του «συγκεκριμένου» σκέπτεσθαι, ή ποιητική παραγωγή προσφέρει τά άντίστοιχα δράματα. Έτσι τό θέλησε ό Κίρκεγκαρντ. Τό ποιητικό βίωμα μετουσιώνεται σέ δράμα, πού συνοδεύεται άπό φιλοσοφικά σχόλια. Πολλοί δοκίμασαν νά εξηγήσουν, τί εννοούσε ό Κίρκεγκαρντ, όταν έκανε λόγο γιά υπαρξιακό σκέπτεσθαι. Όμως είναι εσφαλμένη κάθε ερμηνεία πού δέν ξεκαθαρίζει οτι αυτό τό «σκέπτεσθαι» δέν ταυτίζεται μέ τήν άντίστοιχη κοινή έννοια, παρά είναι δραματοποιημένο σκέπτεσθαι. Σάν τέτοιο είναι χωρίς «άντικείμενο» στή συνηθισμένη έννοια του ορου. Καί ή προσπάθεια δέν είναι άντικειμενική. Πηγάζει άπό τό βιωμένο πάθος καί γίνεται σκέψη, μόλις άρχίσει ή παρουσίαση του «παθητικού» βιώματος. Γιά τόν Κίρκεγκαρντ αυτό είναι «χ^οκειμενική» σκέψη. Οι χαρακτηρισμοί «υποκειμενική σκέψη» καί «υποκειμενικός στοχαστής» γίνονται κατανοητοί, άφού πρώτα δούμε, πώς άναιρείται έδώ ή άναφορά στό άντικείμενο. Γιά τόν 259
Κίρκεγκαρντ ενας διανοητής χωρίς πάθος είναι «ενας μέτριος άφέντης». Παθητική σκέψη γι' αυτόν δέν οημαίνει παθιασμένη προσκόλληση στό άντικείμενο, παρά διάλυση του άντικειμενου κάτω άπό τήν ένθερμη πράξη και μεταβολή του σέ «εσωτερικότητα», δηλαδή σέ «υποκειμενικότητα». Αυτό περικλείνει μέσα του τήν απορριπτική άντιμετώπιση του «αντικειμένου» άπό τόν διανοητή, πού δέν έχει στόχο του τήν άντικειμενική σκέψη. Σύμφωνα μέ αυτά, γιά τόν υποκειμενικό διανοητή δέν υπάρχει αντικειμενική άλήθεια, άφού άδιαφορεϊ γιά τέτοια αντικείμενα. Θεωρώντας άπροκατάληπτα αυτή τήν κριτική πάνω στήν άντικειμενική γνώση, βλέπουμε καθαρά τό κοσμοθεωρητικό της υπόβαθρο. Ό Κίρκεγκαρντ άρνείται τήν στροφή του άνθρώπου καί του δυτικού σκέπτεσθαι πρός τόν άντικειμενικό κόσμο, φοβάται τήν άπαλλοτριωτική έξοδο τού άνθρώπου, τήν απώλεια τού εσωτερικού του κόσμου. Αυτό χαρακτηρίζει καί τόν ισχυρισμό του, πώς άπό τίς φυσικές επιστήμες θά προέλθουν κάποτε δλα τά κακά. Τό γνωσιολογικό υπόβαθρο μιας τέτοιας θέσης είναι σημαντικό, εϊτε δεχόμαστε εϊτε δέν δεχόμαστε αυτόν τόν ισχυρισμό του, πού έχει συνδέσει τήν τύχη του μέ τήν διαλεκτική σκέψη καί τήν στροφή, πού της δίνει ό Κίρκεγκαρντ. Γι' αυτόν ή διαλεκτική δέν είναι «άντικειμενικός τρόπος σκέψης» ούτε έπιστημονική μέθοδος, δπως υποστήριξε 6 Χέγκελ. Ή μεθοδική της άξία δέν βρίσκεται στό σημάδεμα άντικειμένων. Έτσι 6 Κίρκεγκαρντ ειρωνεύεται τήν προσπάθεια τού Χέγκελ νά συλλαμβάνει διαλεκτικά τόν άντικειμενικό καί ιστορικό κόσμο ή τόν χώρο της «Λογικής». Διαλεκτική γι' αυτόν δέν είναι ούτε, δπως στόν Κάντ, ή μέθοδος άπόδειξης, δτι μερικές ερωτήσεις είναι θεωρητικά άναπάντητες. Ή διαλεκτική δμως εγείρει τήν άξίωση νά συλλαμβάνει ζωντανά περιστατικά, πού βρίσκονται σέ κίνηση. Τέτοια είναι γι' αυτόν ή ύπαρξη καί τό ύπαρξιακό. Ό υπαρξιακός χώρος μόνο διαλεκτικά μπορεί νά συλληφθεί. Ή βασική γνώόιολογική σκέψη τού Κίρκεγκαρντ μπορεί νά άναπτυχθεί καί άπό μιά δεύτερη πλευρά. Κάθε σκέψη, πού στρέφεται πρός ένα άντικείμενο, έχει τήν υποχρέωση νά 260
έκτοπίσει όλους τους υποκειμενικούς παράγοντες κατά τήν διαδικασία της γνώσης, γιατί παραμορφώνουν τό άντικείμενο. Καί στά πεδία πού, όπως στην ψυχολογία, τό υποκείμενο είναι άντικείμενο γνώσης, πρέπει νά επιμένουμε πάνω στην άντικειμενικότητα. Στά πειράματα πρέπει νά εξουδετερώνονται οι προσωπικοί παράγοντες του πειραματιστή, αν θέλουμε νά πετύχουμε άντικειμενική γνώση. Σέ τέτοιες διαδικασίες γνώσης πρέπει νά μένουν εξω οι υποκειμενικές επιρροές, γιατί νοθεύουν τήν άντικειμενικότητα. Ό Κίρκεγκαρντ πιστεύει ότι μπορεί νά συλλάβει καί νά δείξει αυτόν τόν υποκειμενικό παράγοντα μέ τήν διαλεκτική σκέψη. Θέλει δηλαδή νά συλλάβει μιά πραγματικότητα, πού μένει μέν έξω άπό τήν άντικειμενικότητα, άλλά μπορεί νά καταδειχτεί καί νά μελετηθεί. 'Αφού λοιπόν ό Κίρκεγκαρντ εννοεί τήν δική του διαδικασία σάν εμμεση παρουσίαση, γιατί δέν παίρνει τήν άμεση μορφή διδασκαλίας ή θεωρίας, θά μπορούσαμε νά μιλάμε καί γιά εμμεση έρευνα. Μιά τέτοια έρευνα δέν πλησιάζει τό άντικείμενό της κατευθείαν, δηλαδή δέν τό περιγράφει άμεσα. Άντί γι' αυτό τό άντικείμενο διερεύνησης παρακινείται σέ ποικιλόμορφες εμφανίσεις. Έ δ ώ όμως επιβάλλεται ή σύγκριση μέ σύγχρονες ψυχολογικές μεθόδους π.χ. μέ τήν άναλυτική τεχνική της ψυχολογίας του βάθους. Κι έδώ παροτρύνεται τό υποκείμενο νά μιλήσει καί νά αύτοπαρασταθεί διαμέσου των καταστάσεων, των παραστάσεων καθώς καί των άντικειμενικών καί υποκειμενικών συστημάτων άναφοράς. Ή συγγένεια αυτών τών μεθόδων μέ τόν κιρκεγκαρντιανό τρόπο συγγραφής φαίνεται καί μόνο άπό τό γεγονός δτι τό έργο του Κίρκεγκαρντ μπορεί κάλλιστα νά θεωρηθεί αύτοανάλυση εκτεταμένης μορφής. Εκτός αυτών τό παρακλάδι της ψυχανάλυσης πού όνομάστηκε «υπαρξιακή ανάλυση» άναφέρεται ρητά στόν Κίρκεγκαρντ ή τοποθετείται στά πλαίσια της υπαρξιστικής φιλοσοφίας. Κάθε διαλεκτική, εϊτε έχει χεγκελιανή, κιρκεγκαρντιανή ή μαρξιστική προέλευση, εΐ'τε οποίαν άλλη, θεμελιώνεται πάνω στήν άντίφαση, άντίρρηση, άρνηστ] κλπ. Αυτό τό φαινόμενο - όπως κι άν βαφτίζεται - εξυψώνεται, στίς 261
όποιες εννοιές του, σε επίπεδο λόγου-άντίλογου · έκει είναι άναντίρρητα καί ή ρίζα κάθε διαλεκτικής εξέτασης. Τέτοιο μοντέλο είναι ή φράση του Σωκράτη «ξέρω μόνο, πώς δέν ξέρω τίποτε». Μιά τέτοια φράση είναι «άντιφατική», άπό τή σκοπιά της τυπικής Λογικής, πού τήν θεωρεί αδιανόητη καί αύταναιρετική. Ή άπόρριψη τέτοιων φράσεων σ' δλη τήν ιστορία τής δυτικής σκέψης δέν εμπόδισε βέβαια τήν συχνή εμφάνιση τέτοιων φράσεων. ΕΙ'τε λάβουμε υπόψη μας παροιμίες σάν αυτή: «μιά φορά είναι καμιά φορά», εϊτε τά ανέκδοτα, πού μεταχειρίζονται συχνά τέτοιες φράσεις, ειτε τά πνευματώδη γνωμικά του τύπου: «όποιος ζει χωρίς τρέλες, δέν είναι τόσο έξυπνος, όσο νομίζει» (Λά Ροσφουκώ) κλπ. - μιά ματιά άρκεί, γιά νά διαπιστώσουμε ότι δίπλα στόν χώρο λογικών (μή άντιφατικών) φράσεων υπάρχει ένας μεγάλος χώρος αντιφατικών ρήσεων. Οί τελευταίες δέν παίρνουν πάντα τή μορφή όξείας καί λογικά συλλήψιμης αντίφασης, παρά κυμαίνονται μεταξύ ελαφριάς άντίθεσης καί φανερότερης άντίφασης καθώς και τής υψωμένης μορφής τής αύτοαντίφασης, όπως εμφανίζεται στήν περίπτωση του παράδοξου. Κλασικό παράδειγμα τέτοιας αύτοαντίφασης είναι τό αρχαίο παραδοξολόγημα του ψέματος: «Ό,τι λέω, είναι ψέμα» ή «Όλοι οί Κρητικοί λένε ψέματα». Χωρίς φυσικά νά θίξουμε τό επιβαλλόμενο ερώτημα, αν ισχύουν τέτοιες φράσεις, επαναλαμβάνουμε ότι 6 πλατύς χώρος τέτοιων αντιφατικών ρήσεων καί διαπιστώσεων εκτρέφει τήν διαλεκτική. Ό Κάντ αναπτύσσει τήν μεταφυσική διαλεκτική του στή βάση άντιφατικών ρήσεων μεταφυσικής προέλευσης καί στήνει έτσι μιά κριτική τής μεταφυσικής. Ό Σωκράτης άναπτύσσει στόν διάλογο τήν τεχνική άντιτιθέμενων ρήσεων. Ή διαλεκτική τεχνική του Χέγκελ χαρακτηρίζεται άπό τέτοιες μεθόδους· αυτά είναι μόνο τά εντυπωσιακότερα παραδείγματα. Βέβαια ή διαλεκτική τεχνική τής σκέψης δέν άρχίζει άπό τίς άπλές άντιθετικές ρήσεις, πού μπορούν νά χρησιμοποιούνται δικαιωματικά σέ περιπτώσεις σάν: άσπρόμαυρη σημαία. "Αν ή δήλωση, πώς ή σημαία είναι μαύρη καί άσπρη, άφορά μόνο τόν συνδυασμό δυό διαφορετικών φαι262
νομένων πάνω στό ϊδιο άντικείμενο, ή άντιφατική δήλωση, πού ταιριάζει στην διαλεκτική, άπαιτεί κάτι παραπάνω. Ή ψευδωνυμική παραγωγή του Κιρκεγκαρντ άρχίζει με τό 'Ή-ή, δηλαδή με τήν αντιπαράθεση δυο μορφών ύπαρξης. Στό βαθμό πού εδώ μπορούμε νά μιλάμε γιά «αντίφαση», δεν πρόκειται άσφαλώς άκόμα γιά τήν οξυμένη μορφή του παράδοξου, μολονότι εκδηλώνεται σε πολλά σημεία τέτοια πρόθεση. Παρουσίαση καί περιγραφή τείνουν πρός αυτή τήν κατεύθυνση. Ή αισθητική ύπαρξη περιγράφεται σάν αύταναιρούμενη μορφή. Αύτό καταδείχνεται στό δεύτερο μέρος του 'Ή-η, στό τέλος του όποίου γίνεται φανερό οτι καί ή ηθική ύπαρξη, πού εκπροσωπεί 6 δήθεν συγγραφέας, αύταναιρείται. Ή θρησκευτική ύπαρξη καί ή θρησκευτικότητα εν γένει περιγράφονται σάν απόλυτη παραδοξότητα. Τόσο εδώ, δσο καί στίς άκόλουθες περιγραφές της θρησκευτικότητας, γενικά δηλαδή στήν ψευδωνυμική παραγωγή, τονίζεται μέ έμφαση ή προσπάθεια νά γίνει σαφές δτι ή θρησκευτικότητα άπό τήν άποψη τού λογικού σκέπτεσθαι είναι παράδοξη, άκατανόητη καί άντιφατική. Είπαμε ότι κάθε διαλεκτική άρχίζει μέ τήν παρουσίαση μιας άντίφασης. Υποδηλώσαμε όμως πιό πάνω, πώς άπλή άντιθετικότητα δέν στοιχειοθετεί άκόμα καθεστώς άντίφασης τέτοιας, πού νά δυνατοποιει σέ άρκετό βαθμό τή διαλεκτική. Ή άντίθεση πρέπει νά φτάσει στήν οξύτατη μορφή της παραδοξότητας καί της αύταναιρούμενης άντίφασης, γιά νά άρχίσει ή πραγματικά διαλεκτική κίνηση. Σέ ένα δεύτερο βήμα ή διαλεκτική τεχνική χαρακτηρίζεται άπό τό ξετύλιγμα της άντίφασης. Μερικά παραδείγματα θά μπορούσαν νά μας δείξουν μέ ποιούς τρόπους είναι δυνατή μιά άνάπτυξη, ένα τέτοιο ξετύλιγμα. Ό Σωκράτης ξετυλίγει διαλογικά τίς άντιφάσεις τού καθαρού Λόγου μέ τήν άντιπαράθεση μεταφυσικά αιτιολογήσιμων δηλώσεων (ρήσεων), πού άλληλαναιρούνται. Ό Χέγκελ δμως κάνει πρώτος τήν δοκιμή νά προσδώσει στήν άντίφαση μιά καθολική λειτουργία. Ή πραγματική θέση της άντίφασης εντοπίζεται στό λεγό263
μενο «πνεύμα». Έτσι ή άντίφαση ξετυλίγεται άπό τήν Φαινομενολογία ως τήν Λογική, τή Φιλοσοφία της φύσης, τή Φιλοσοφία της ιστορίας κλπ. Ό Κίρκεγκαρντ είναι άντίπαλος του Χέγκελ σάν εχθρικός άδελφός. Ό σ ο κι αν ό Κίρκεγκαρντ άπορρίπτει καί ειρωνεύεται τήν χεγκελιανή καθολικότητα, ή άντίφαση καί τό ξετύλιγμά της είναι καί γι' αυτόν καθολικό κλειδί. 'Αρχίζει με τήν παρουσίαση της ανθρώπινης ύπαρξης στήν άντιφατικότητά της, συνεχίζει τήν ανάπτυξη της παραδοξότητας της ύπαρξης, γιά νά τήν οδηγήσει τελικά μέσα στήν θρησκευτικότητα. Καί χωρίς νά τό παραδέχεται άνοιχτά, τελικά ή εικόνα καί ή παράσταση γιά τόν θεό, όπως τίς σκιαγραφεί 6 Κίρκεγκαρντ, είναι τόσο παράδοξες δσο καί ή δική του έννοια της ύπαρξης. Τό δεύτερο βήμα κάθε διαλεκτικής, πού όδηγεί στήν έκθεση, άνάπτυξη καί διεύρυνση τής αντίφασης, προσδιορίζει τήν έκάστοτε τεχνική. Διαλεκτική καί διαλεκτική δεν είναι λοιπόν ποτέ τό ϊδιο· βρίσκει τήν ακριβέστερη μορφή της άνάλογα μέ τή θεωρητική ρίζα καί τόν στόχο πού επιδιώκει. Μπορούν δμως νά διακριθούν μερικές χαρακτηριστικές θεμελιακές μορφές διαλεκτικής τεχνικής. Καθεμιά τους είναι υποχρεωμένη νά άναπτύξει τήν άντίφαση μέσα σ' ένα ορισμένο, κάπως στενότερο πεδίο. Ό Σωκράτης διάλεξε τόν διάλογο, γιά νά δείξει τίς άντιφάσεις μέ τήν άντιπαράθεση των γνωμών, 6 Κάντ άνάπτυξε τίς άντιφάσεις στήν περιοχή τού καθαρού Λόγου, πού ξεπερνά τά δρια τής εμπειρίας. Ό Χέγκελ ξετύλιγε τίς αντιφάσεις σάν βαθμίδες τού άπόλυτου πνεύματος. Ή διαλεκτική είναι ένα πολύμορφο όργανο. 'Αναπτύσσεται διαφορετικά αν βρίσκεται, οπως στόν Σωκράτη, στήν υπηρεσία τής άναζήτησης τής άλήθειας, ή, δπως στόν Κάντ, στήν υπηρεσία τής γνωσεοκριτικής. Παίρνει μιάν άλλη μορφή, δταν ό Χέγκελ τήν μεταχειρίζεται γιά νά άναπαραστήσει τήν έξελικτική πορεία τού άπόλυτου πνεύματος. "Ως ένα σημείο ό έκάστοτε στόχος προσδιορίζει καί τήν διαλεκτική τεχνική. Ό Χέγκελ π.χ. άναπτύσσει μιά ιδιαίτερη τεχνική 264
συνθετικής διαλεκτικής, σύμφωνα με τήν όποια ή κάθε φορά ψηλότερη βαθμίδα φαινομένων προσδιορίζεται από τήν άντίφαση των προηγούμενων. Ταυτόχρονα αυτή ή σύνθεση γεννά νέα άρνηση, προσδιορίζοντας τό επόμενο φαινόμενο. Τό άπόλυτο πνεύμα συνολικά εμφανίζεται σάν αλληλουχία ενοτήτων, πού προκύπτουν άπό άντιφάσεις καί παράγουν μέ τή σειρά τους νέες άρνήσεις. Ή διαλεκτική τεχνική του Χέγκελ άντικρύζει τήν πραγματικότητα κατά μήκος τής ιστορίας άλλοτε σάν άντίφαση καί άλλοτε σάν ενότητα. Έ δ ώ βρίσκεται ή πραγματική προβληματική τής χεγκελιανής Λογικής. Ή δυσκολία είναι ιδιαίτερα χτυπητή, όταν πρόκειται γιά έννοιες, πού σάν νοητικά μέσα άποτελούν στερεές ενότητες. Ό Χέγκελ άντιμετωπίζει τό πρόβλημα, θεσπίζοντας τήν «αύτοκίνηση των εννοιών». Ό Κίρκεγκαρντ μεταχειρίζεται εξαρχής μιά διαφορετική τεχνική, πού του επιτρέπει νά άντικρύζει τό ϊδιο φαινόμενο μιά φορά σάν ενότητα καί μιά δεύτερη φορά σάν άντίφαση. Τά ποιητικά του ψευδώνυμα σάν ένότητες άποτελούν ομοιώματα τής πραγματικότητας, δπως ό ρομαντικός ή 6 ηθικός άνθρωπος. Στή συνέχεια άλλάζει σκοπιά καί αποκαλύπτει σάν άντίφαση τήν ενότητα πού παρουσίασε. Στό δεύτερο μέρος του 'Ή-ή ξεσκεπάζει τήν φαινομενική ενότητα του αισθητικού προσώπου μέσα άπό τό πρίσμα του «συζύγου» καί του «πάρεδρου». Στό επόμενο δμως βήμα, πού όδηγει στόν θρησκευτικό τύπο ύπαρξης, δεν συντελείται καμιά θετική σύνθεση. Ή θρησκευτική ύπαρξη, πού χαρακτηρίζεται μέν ρητά σάν άνώτερος τύπος ύπαρξης, δέν προκύπτει σάν ενότητα τής αισθητικής καί τής ηθικής ύπαρξης. 'Απεναντίας βαθαίνει έκει ή άντίφαση. Ή δ η ό συντάκτης «Ιωάννης τής Σιωπής» (Γιοχάννες ντέ Σιλέντιο), πού ενσαρκώνει στόν ρόλο τού 'Αβραάμ τήν θρησκευτική ύπαρξη, κατανοεί τήν τελευταία σάν απόλυτη παραδοξότητα. Στά βιβλία-σχόλια Φιλοσοφικά θρύψαλα καί Τελικές άφιλοοόφητες ειδήσεις στά φιλοσοφικά θρύψαλα υποστηρίζεται ή ϊδια θέση. Ή άπόλυτη παραδοξότητα στά Φιλοσοφικά θρύψαλα άντιστοιχεί στήν υπαρξιακή άπόλυτη παραδοξότητα 265
της ποιητικής παραγωγής. Ό υπότιτλος «ενας μεταφυσικός γρύλος» τονίζει τήν παραδοξότητα, πού διευρύνεται και βαθαίνει με κάθε παραπέρα βήμα. 'Ιδιαίτερα οι Τελικές άφιλοσόφητες ειδήσεις είναι μιά πραγματεία πάνω στό «άπόλυτο παράδοξο». Στά τέλη τής ψευδωνυμικής παραγωγής ή υπαρξιακή άντίφαση φτάνει στήν πιό άκραία οξύτητα καί μας όδηγει στή «νύχτα του άπόλυτου» καί ortov θεό, πού δημιουργεί τά πάντα άπό τό τίποτε καί μηδενίζει δ,τι μεταχειρίζεται. Κάθε διαλεκτική τεχνική οφείλει νά δουλεύει μ' αυτό πού 6 Χέγκελ ονόμασε «άναίρεση». Ή έννοια αυτή δηλώνει τήν μετάβαση άπό τό θετικό στό άρνητικό καί άπό τό άρνητικό στό θετικό. Γι' αυτόν ή άναίρεση είναι ταυτόχρονα ή εξέλιξη. Ό π ω ς στό άπλό παράδειγμα τό άνθος «άναιρεί» τό μπουμπούκι καί ό καρπός τό άνθος, έτσι καί τό άπόλυτο πνεύμα άναιρεί στήν πορεία του μέ κάθε νέο βήμα τά προηγούμενα. Γιά τόν Χέγκελ όμως ή άναίρεση είναι πάντα ή μετάβαση στήν επόμενη βαθμίδα, δηλαδή μιά εποικοδομητική πράξη. Στόν Κίρκεγκαρντ ή διαδικασία τής άναίρεσης άποτελει ριζοσπαστικοποίηση. Σημαίνει βέβαια μετάβαση στήν επόμενη βαθμίδα · 6 ήθικός άναιρεί στό δεύτερο μέρος του 'Ή-ή τόν αισθητικό τύπο ύπαρξης πού παρουσίασε στό πρώτο μέρος. Καί ή δεύτερη αυτή μορφή ύπαρξης άναιρείται μέ τή σειρά της άπό τόν τύπο τής θρησκευτικής ύπαρξης. Άλλά μέ κάθε νέο βήμα ή άναίρεση γίνεται οξύτερη καί ευρύτερη. Ό Κίρκεγκαρντ θεωρεί καθήκον του^ νά άναιρέσει τό κρατούν στήν συγκεκριμένη μορφή του καί τήν ιστορική γένεσή του, καί νά έκθέσει τόν παράδοξο χαρακτήρα του. Ό ϊδιος λέει σχετικά: «Νά ελευθερωθεί 6 χώρος, γιά νάρθει ό θεός». Αυτό τό μελλοντικό όραμα θά μπορούσε νά χαρακτηριστεί σάν ένα είδος σύνθεσης. Δέν διεκδικεί τό δικαίωμα νά συγκεκριμενοποιήσει αυτή τή σύνθεση. Θέλει μόνο νά δείξει δτι ό κόσμος του, ό τότε κόσμος, ξανασταύρωσε τόν Χριστό. Έτσι ή ύπαρξή του προετοιμάζει κατά τή γνώμη του τό διαλεκτικό άλμα, άλλά δέν τό πραγματοποιεί. 266
Σέ αυτό δεν μεταβάλλεται τίποτε οΰτε από την άπόφασή του να «δράσει καταστροφικά» λίγο πρίν πεθάνει.
267
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΉΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΙ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ
269
ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑ ΜΑΡΞ Δεν είναι απλή ή ζωή του Κάρλ Μαρξ, άκόμα κι αν περιοριστεί κανείς στά χαρακτηριστικότερα βιογραφικά στοιχεία. 'Αποτελείται πρώτα άπό περίπου είκοσι σχετικά ήσυχα νεανικά χρόνια, πού πέρασε στό Τρήρ. 'Ακολουθούν μερικά χρόνια χωρίς εξωτερικές ταραχές, τά φοιτητικά χρόνια στή Βόνη καί στό Βερολίνο. Ά π ό εδώ άρχίζει ό αγώνας καί ή εξωτερική άθλιότητα σαράντα χρόνων, δηλαδή ό αδιάκοπος καί πικρός αγώνας γιά τό καθημερινό ψωμί. Μόλις στά τελευταία χρόνια της ζωής του γνώρισε πιό γαλήνιες οικονομικές συνθήκες. Δέν πρόκειται βέβαια μόνο γιά τήν βιοποριστική πάλη καί γιά τό γεγονός, δτι στήν περίοδο τού Αονδίνου ζητούσε συνέχεια μικρές οικονομικές ενισχύσεις άπό τόν φίλο του Ένγκελς. Τρία παιδιά του δέν θά πέθαιναν ισως, αν είχε τά μέσα γιά καλύτερη φροντίδα τους. Πόσο αφοσιωμένος ήταν σ' αυτά τά παιδιά, δείχνει τό γράμμα του στόν Λασσάλ, όπου άναφέρει, οτι 6 θάνατος τού τρίτου παιδιού του τού συγκλόνισε «καρδιά καί μυαλό» Ό Κάρλ Μάρξ ήταν γιός τού Χάινριχ Μάρξ, πού καταγόταν άπό παλιά οικογένεια ραβίνων. Ό πατέρας ονομαζόταν Χέρσελ Αεβί προτού προσχωρήσει στόν χριστιανισμό, παίρνοντας τό ονομα Χάινριχ. Αυτό έγινε λίγο προτού γεννηθεί ό Κάρλ. Ό πατέρας του ήταν τρυφερός καί ήπιος άνθρωπος, κάθε άλλο παρά άγωνιστής. Μέ τήν έργατικότητά του ό γιός τού ραβίνου πρόκοψε κι έγινε νομικός. Εγκατέλειψε τόν κύκλο τών ορθόδοξων έβραίων καί τό πιστοποιητικό βάφτισης-προσχώρησης στόν χριστιανισμό έγινε, οπως έλεγε ό Χάινριχ Χάινε, τό «εισιτήριο γιά τήν ευρωπαϊκή κουλτούρα»^. Τόν εκτιμούσαν στό Τρήρ δπου ζούσε. Είχε δικηγορικό γραφείο καί άπόχτησε τίτλους καί τιμές. Ή κοινωνική του άνοδος οφείλεται σίγουρα στό γεγονός οτι τό Τρήρ βρισκόταν ένα μεγάλο διάστημα κάτω άπό γαλλική κυριαρχία. Ό Κώδικας τον Ναπολέοντα χορήγησε στούς έβραίους ελεύθερη είσοδο στό εμπόριο καί στά επαγγέλματα. 'Όταν δμως γεννήθηκε ό Κάρλ, ή Ρηνανία ήταν άπό πολύ καιρό πάλι 271
πρωσική. Ό πατέρας του Κάρλ είχε βολευτεί εξίσου καλά και μέσα σ' αυτές τις άλλαγμένες συνθήκες. Δέν ήταν διόλου επαναστάτης. Κατάφερε νά προσαρμόζεται παντού καί νά γίνει μάλιστα ενθουσιώδης πρώσος πατριώτης. Σάν οπαδός των Βολταίρου, Λέσσινγκ καί Κάντ θαύμαζε τον πρώσο βασιλιά Φρειδερίκο τόν Μεγάλο. Ζει λοιπόν αρμονικά μέ τόν εαυτό του καί τόν κόσμο καί ανατρέφει τά παιδιά του στό πνεύμα τού φιλελεύθερου προτεσταντισμού. 'Αγαπά μέ τρυφερότητα τόν γιό του Κάρλ, τόν φοβίζει όμως ό διαφορετικός του χαρακτήρας. Θάθελε μιά άλλη εξέλιξη γιά τόν γιό του, δπως συμβαίνει συχνά. Ό Κάρλ στά φοιτητικά του χρόνια ήθελε νά γράιρει ενα δράμα, ό πατέρας του τού συνέστησε σάν θέμα μιά μεγάλη στιγμή της πρωσικής ιστορίας. Χαρακτηριστικό γιά τόν πατέρα είναι ένα εδάφιο άπό γράμμα του στόν Κάρλ. «Οι νομικές σου άπόψεις δέν στερούνται αλήθειας, θά μπορούσαν δμως, άν γίνουν σύστημα, νά προκαλέσουν τρικυμίες, καί δέν ξέρεις πόσο σφοδρές είναι οι λόγιες τρικυμίες. "Αν τά σκανδαλώδη σημεία δέν μπορούν νά παραμεριστούν τελείως, θάπρεπε τουλάχιστον ή μορφή νά γίνει πιό ήπια καί άρεστή»^. Ό θάνατος τόν άπάλλαξε άπό τήν τύχη νά δεί δτι ό γιός του δέν προκάλεσε μόνο λόγιες τρικυμίες, παρά μιά φουρτούνα πού ταρακούνησε τόν κόσμο. Πέθανε μάλιστα μέ τήν αίσθηση πώς ό γιός του Κάρλ θά σταδιοδρομούσε στήν άστική κοινωνία, άφού καλλιεργούσε τήν ελπίδα πώς μιά μέρα τό δνομα τού γιού του θ' άποκτούσε «μεγάλη φήμη». Κάποτε δμως τόν κυρίευαν σκοτεινές προαισθήσεις: « Ή καρδιά μου τριγυρίζεται κάποτε άπό σκέψεις γιά σένα καί τό μέλλον σου καί μερικές φορές δέν μπορώ ν' άπαλλαγώ άπό λυπηρές προαισθήσεις καί ιδέες πού μέ φοβίζουν»"^. Ειτε μιλά ή πλημμυρισμένη άπό προαισθήσεις πατρική καρδιά, είτε ή βαθύτερη ματιά τού σίγουρα έξυπνου άνδρα - πάντως άντικρύζει τόν γιό του μέ αυξανόμενη φροντίδα. Τό μαρτυρούν προπάντων τά γράμματα στόν φοιτητή Κάρλ Μάρξ. 'Ώς τότε δέν είχε προβλήματα μέ τόν γιό του. Στά δεκαεφτά του τελείωσε τό γυμνάσιο τού Τρήρ. Τόν έπαινού272
σαν πολύ γιά τις ικανότητες του νά μεταφράζει εδάφια των άρχαίων κλασικών καί γιά τον πλούτο ιδεών στίς λατινικές έκθέσεις του. Μπαίνει στή συνέχεια στο πανεπιστήμιο της Βόνης καί περνάει τήν «ελεύθερη» φοιτητική ζωή. Μας λείπουν ιδιαίτερες μαρτυρίες, γιά νά κρίνουμε αν ή φοιτητική του ζωή ήταν, δπως εγραψε ό πατέρας του, «ξέφρενη ασωτία»^ ή τά διέκρινε ή χαρακτηριστική ζωηρότητα τών πρώτων εξάμηνων. Επιστρέφοντας στήν πατρική πόλη, άρραβωνιάζεται μέ τήν Τζένυ φόν Βεστφάλεν, τήν θυγατέρα ενός άνώτερου υπάλληλου της κυβέρνησης του Τρήρ. Ήταν δεκαοχτάχρονος καί οι άρραβώνες του τηρήθηκαν μυστικοί. Τό συνοικέσιο φτέρωσε τίς ελπίδες του πατέρα του, οτι 6 γιός του θά ανέβαινε τίς σκάλες της άστικής κοινωνίας. Ό ϊδιος 6 Κάρλ ζει σάν σέ μέθη, ερωτευμένος καί αφοσιωμένος στήν μνηστή του, πού είναι έξυπνη καί «τό ωραιότερο κορίτσι του Τρήρ». Ό δεκαοχτάχρονος πηγαίνει τώρα γιά σπουδές στό Βερολίνο, άπό όπου μετά δυό έξάμηνα εγραψε ενα μακρύ γράμμα στόν πατέρα του, ένα είδος εξομολόγησης καί απολογητικής αναφοράς. Τό γράμμα είναι τρυφερότατο, καί γενικά ό νεαρός Μάρξ φαίνεται νά είναι μαλακός άνθρωπος. Τρυφερό καί συγκινητικό είναι τό τέλος του γράμματος: «Ελπίζω ν' άποτραβηχτούν σιγά-σιγά τά σύννεφα πού κρέμονται πάνω άπό τήν οίκογένειά μας, νά μου δοθεί ή ευκαιρία νά κλάψω καί νά πονέσω μαζί σας καί ν' άποδείξω ϊσως κοντά σας, πόσο βαθιά σάς συμμερίζομαι καί πόσο άμέτρητη είναι ή άγάπη μου, πού συχνά δέν καταφέρνω νά τήν εκφράσω· ελπίζω άκόμα, οτι καί σύ, άκριβέ κι αιώνια άγαπημένε πατέρα, θά μέ συγχωρήσεις, σταθμίζοντας τήν τρικυμιζόμενη ψυχική μου διαμόρφωση, όπου συχνά ή καρδιά φαίνεται νά πλανήθηκε, ενώ ό άγωνιζόμενος νους τά υπερκάλυπτε μέ πάταγο, οτι σύντομα θ' άνακτήσεις τίς δυνάμεις σου, ώστε νά σέ σφίξω ό 'ίδιος στήν καρδιά μου καί νά μπορέσω νά σου εξομολογηθώ τά πάντα. Ό γιός σου, πού σ' άγαπά αιώνια, Κάρλ». 'Ακολουθεί ενα υστερόγραφο: «Χαιρέτα, σέ παρακαλώ, τήν γλυκιά καί 18.
Οι μεγάλοι διαλεκτικοί
273
υπέροχη Τζένυ μου. Τό γράμμα της είναι ώραϋο, τό διάβασα κιόλας δώδεκα φορές καί ακόμη βρίσκω θελκτικά σημεία. Είναι άπό κάθε άποψη - καί σχετικά μέ τό ΰφος - τό ώραιότερο γράμμα, πού πιστεύω πώς μπορεί νά γραφεί άπό γυναίκα»^. Τό Βερολίνο γίνεται μοιραίο γιά τόν Κάρλ Μάρξ. 'Ακριβέστερα: ή Πρωσία καί 6 Χέγκελ. Πρώτα τόν ήλέκτρισε ή άτμόσφαιρα του βερολινέζικου πανεπιστήμιου. Στούς χώρους του δέν ζουν τόσο οι καθηγητές οσο τό πνεύμα του Χέγκελ. Είναι υποχρεωμένος νά άκούει τις παραδόσεις των νομικών Σαβινύ καί Γκάνς. Ό πρώτος είναι φανατικός άντιφιλελεύθερος, ό δεύτερος είναι μαθητής του Χέγκελ καί διευθυντής έκδοσης της Φιλοσοφίας της ιστορίας. Αυτός είναι προοδευτικών φρονημάτων καί άσκεί κριτική καί απέναντι στόν Χέγκελ. Κατά τά άλλα ομως τό πανεπιστήμιο βρίσκεται στά χέρια μιας χορείας μέτριων μαθητών του Χέγκελ, πού ή ματιά τους δέν βγαίνει έξω άπό τά δρια του χεγκελιανού συστήματος. Ή λεγόμενη χεγκελιανή σχολή ήταν διαιρεμένη σέ δεξιά καί άριστερή πτέρυγα. Ήταν ό άναπόφευκτος διχασμός. Ό Χέγκελ, πιστός στό πρωσικό κράτος, είχε κληροδοτήσει, εκτός άπό τήν πολιτική πίστη στό κράτος, καί τήν θεωρία της αιώνιας καί άκατάπαυστης κίνησης της ιστορίας. Είχε έξαγγείλει οτι ή πρόοδος της άνθρωπότητας συνίσταται στήν πρόοδο της συνειδητοποίησης της ελευθερίας, άπόρριπτε δμως ταυτόχρονα τόν φιλελευθερισμό. Καί ενώ οι όρθόδοξοι οπαδοί του έκαναν δ,τι κάνουν παντού οι μέτριοι μαθητές, δηλαδη τήν μετατροπή της ζωντανής θεωρίας σέ άποστεωμένο δόγμα, ή χεγκελιανή άριστερά δέν ήθελε νά άκολουθήσει τό γράμμα παρά τό πνεύμα τού δάσκαλου. Ό Μάρξ μπήκε γρήγορα στόν κύκλο αυτών τών άντιπολιτευόμενων χεγκελιανών. Προσχώρησε στήν «λέσχη διδακτόρων», ένα σύλλογο νεαρών πανεπιστημιακών καί οι εκεί γνωριμίες του είναι αποφασιστικές γι' αυτόν. Στή λέσχη άνήκουν οι Μπρούνο Μπάουερ, ό Μάξ Στίρνερ, ό Φρήντριχ Κέππεν καί άλλοι. Ό Μάρξ συνδέεται φιλικά μαζί τους, 274
ώσπου μια μέρα χωρίζει τή θέση του άπό αυτούς μέ τόν ριζοσπαστικό τρόπο πού τόν διακρίνει. Ό νεαρός Μαρξ διαγράφει μιά πνευματική εξέλιξη μέ γοργά βήματα. Δέν γίνεται νομικός, άπεναντίας οι νομικές σπουδές παραμερίζονται καί 6 Μάρξ άποφοιτει τελικά τό 1841 μέ μιά φιλοσοφική εργασία. Δίνει τίς πτυχιακές εξετάσεις οχι στό Βερολίνο παρά στή Γιένα, όπου είναι ευκολότερες, αφού μάλιστα διενεργούνται ερήμην. Εξάλλου δέ τόν συνδέει τίποτε μέ τούς καθηγητές τού Βερολίνου. Ό Μάρξ σχεδίαζε νά γράψει μιά διατριβή καθηγεσίας στή φιλοσοφία. Ό φίλος του Μπρούνο Μπάουερ είχε εγκαταλείψει τό Βερολίνο καί δίδασκε στό πανεπιστήμιο της Βόνης. Έγραψε στόν Μάρξ νά κάνει τίς πτυχιακές οσο γίνεται ενωρίτερα καί νά πάει στήν Βόνη. Εκεί ό Μάρξ ήθελε νά γράψει τή διατριβή καθηγεσίας καί ό Μπάουερ έλπιζε νά ιδρύσει μαζί μέ τόν Μάρξ ένα άντι-αντιδραστικό κέντρο: «"Αν έλθεις στή Βόνη, ή φωλιά μας θά γίνει ϊσως σύντομα αντικείμενο γενικότερης προσοχής καί θά καταφέρουμε νά δημιουργήσουμε τά σπουδαιότερα στοιχεία της κρίσης»'^. Ό Μάρξ είναι πιά διδάκτορας. Στό μεταξύ πέθανε ό πατέρας του. Πηγαίνει στή Βόνη αλλά (καί) εκεί τά πράγματα επιδεινώθηκαν. Ό Μπρούνο Μπάουερ απολύεται άπό τό πανεπιστήμιο τό 1842 γιά τήν οξύτατη, σχεδόν άθεϊστική κριτική πού κάνει στά ευαγγέλια. Στό Βερολίνο επικρατούν άντιδραστικότερες τάσεις. Ό Φρήντριχ Βίλχελμ IV, πού άνέβηκε στό θρόνο μετά τόν θάνατο τού πατέρα του Φρήντριχ Βίλχελμ III, συνεχίζει παρά τίς ρομαντικές του διαθέσεις τό δρόμο τού πατέρα του καί υποστηρίζει μιά μοναρχία «θεία χάριτι». Ή άστυνομική μηχανή καί ή παντοδύναμη λογοκρισία οργιάζουν. Ή Γερμανία δέν είναι φωλιά ελευθερίας, παρά ένα αυστηρό άστυνομικό κράτος. Σέ δλη τήν Ευρώπη οι βασιλιάδες καί οι πρίγκιπες προσπαθούν νά άποκαταστήσουν τίς εξουσίες τους, πού είχε κλονίσει καί μειώσει ό Ναπολέοντας. Τόν στόχο αυτό πέτυχε καλύτερα άπ' δλους ή άνερχόμενη Πρωσία. "Ως αυτό τό σημείο ό Μάρξ δέν είχε πάρει άκόμη θέση σαφώς άριστερή. Είναι αντιπολιτευόμενος διανοούμενος. Εί275
ναι άκόμη προσκολλημένος στον Χέγκελ, πού κατανοούσε τήν ελευθερία σαν τήν βασική αρχή της παγκόσμιας ιστορίας. Είναι κατά της άντίδρασης, κατά των άστών καί της οργάνωσης, πού συνιστούσαν τό κράτος, τήν εκκλησία καί τήν αστυνομία. 'Αγωνίζεται ενάντια στο μικροαστικό πνεύμα καί ή καρδιά του βρίσκεται στούς επαναστάτες, πού μάχονται κατά της άπολυταρχικής κυβέρνησης γιά αστικές ελευθερίες. Τά γεγονότα πού ακολούθησαν, τόν ώθούν παραπέρα. Παρά τόν φαινομενικά ήπιότερο νόμο γιά τή λογοκρισία, ή λογοκρισία γίνεται δριμύτερη. Ό τ α ν ό Μάρξ εγραψε ενα άρθρο γιά τό πρόβλημα της λογοκρισίας, οι 'Επετηρίδες της Χάλλης δέχονται πιέσεις καί ό συντάκτης Ρούγκε γράφει στόν Μάρξ, ότι τό άρθρο δέν μπορεί νά δημοσιευτεί, γιατί ή λογοκρισία απορρίπτει κάθε κείμενο πού «μυρίζει Μπάουερ, Φόυερμπαχ καί μένα». ' Τότε ό Μάρξ γνώρισε τόν εκδότη Μόζες Χές, πού του πρότεινε νά γίνει συνεργάτης της 'Εφημερίδας της Ρηνανίας. Ό Μάρξ άδραξε αύτή τήν ευκαιρία. Έγινε προπαγανδιστής, σχολιαστής καί κριτικός της πολιτικής. Πρόκειται πιά γιά τόν Μάρξ, πού προσελκύει μέ τό λόγιο ύφος του. Ό λ α τά άρθρα, πού δημοσίευσε στήν Εφημερίδα της Ρηνανίας, εμφανίζουν τήν οξύτητα της πένας, τήν άσυμβίβαστη σκέψη καί τήν μεγάλη προπαγανδιστική δύναμη, πού χαρακτηρίζουν στό έξης τά κείμενά του. Οι συνδρομητές της εφημερίδας πληθαίνουν. Ή εφημερίδα γίνεται πασίγνωστη. Δέν άργεί δμως νά επέμβει ή λογοκρισία. Τό 1843 ό Μάρξ φεύγει. Μιά μικρή σημείωση στό φύλλο της 18.3.1843 αναφέρει: « Ό υπογράφων δηλώνει, ότι άποχωρεί από τήν σύνταξη της Εφημερίδας της Ρηνανίας λόγω των τωρινών συνθηκών λογοκρισίας. Δρ. Μάρξ»®. Μετά από λίγο καιρό παντρεύεται τή μνηστή του καί εγκαινιάζει άπό διπλή άποψη μιά νέα περίοδο της ζωής του. 'Αρχίζει λοιπόν άμέσως ή μεταναστευτική του εποχή. Τό Νοέμβρη φεύγει μέ τή γυναίκα του στό Παρίσι. Μαζί μέ τόν Ρούγκε εκδίδει ένα περιοδικό μέ τίτλο Γερμανο-γαλλικές 'Επετηρίδες. Εμφανίζονται μόνο δύο φύλλα, ύστερα στε276
ρεύουν τά μέσα του χρηματοδότη. Έξαλλου δημιουργείται διχόνοια μεταξύ Ρούγκε καί Μάρξ. Ό Μαρξ μένει πάλι άνεργος. Ή πρωσική κυβέρνηοη, πού ενοχλήθηκε άπό τό φύλλο, επεισε τή γαλλική κυβέρνηση να απελάσει μερικούς συγγραφείς και πολιτικούς έξορίστους, άνάμεσά τους καί τόν Μάρξ. Τό 1845 διατάζεται ό Μάρξ νά εγκαταλείψει τό Παρίσι σέ 24 ώρες καί τό γαλλικό έδαφος σέ τρεις μέρες. Πηγαίνει σέ νέα εξορία, στίς Βρυξέλλες. 'Αμέσως μετά τήν άφιξή του τόν υποχρεώνουν νά υπογράψει μιά δήλωση, δτι στίς Βρυξέλλες δέν θά δημοσιεύει πολιτικά άρθρα επικαιρότητας. Πάντως τό 1848, μετά τή δημοσίευση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, διώχνεται άπό τίς Βρυξέλλες, ενώ ταυτόχρονα ή γαλλική επαναστατική κυβέρνηση τόν καλεί νά επιστρέψει στό Παρίσι. Δέν έμεινε δμως πολύ στή γαλλική πρωτεύουσα. Στό μεταξύ τά επαναστατικά ξεσηκώματα πληθαίνουν στήν Ευρώπη καί ό Μάρξ γύρισε στήν Κολωνία. Γίνεται αρχισυντάκτης της Νέας 'Εφημερίδας της Ρηνανίας, της πιό ξακουστής εφημερίδας της επαναστατικής χρονιάς 1848. Ό μ ω ς μετά τήν κατάρρευση της επανάστασης ό Μάρξ διώχνεται πάλι άπό τήν Γερμανία. Ό τ α ν επιστρέφει άπό ένα ταξίδι πρός εξοικονόμηση πόρων γιά τήν εφημερίδα στήν Κολωνία, τόν υποδέχτηκε τό ένταλμα άπέλασης. Τακτοποίησε, δσο γινόταν τά οικονομικά, πούλησε τά άσημικά της γυναίκας του, γιά νά εξασφαλίσει ρευστά καί εγκατάλειψε τελεσίδικα τή Γερμανία. Πήγε στό Παρίσι. Ό τ α ν δμως ή κυβέρνηση δέν του χορήγησε άδεια παραμονής γιά τό Παρίσι, άλλά του υπόδειξε τήν περιοχή Μορμπιάν στή Βρετάνη, προτίμησε νά πάει στό Λονδίνο. Είναι 31 χρονών καί έγκαταστέκεται στό Λονδίνο. Εκεί ιδρύει τήν Νέα 'Επιθεώρηση της Ρηνανίας, ένα φύλλο μέ φυσικά πρόχειρη συντακτική καί οικονομική οργάνωση. Μετά άπό λίγα τεύχη εμφανίστηκε ένα διπλό τεύχος πού άνακοίνωνε τό κλείσιμο του φύλλου. 'Αρχίζουν τά ολοένα πικρότερα χρόνια, οπου ό Μάρξ προσπαθεί μέ κακοπληρωμένα άρθρα νά ψευτοσυντηρήσει τήν οίκογένειά του. Οι άποδοχές του είναι άνεπαρκέστατες. 277
Χωρίς τον φίλο του Ένγκελς, πού είναι εύπορος καί μπορεί νά του στέλνει μικρά ή καί μεγάλα ποσά, ό Μάρξ καί ή οικογένειά του θά λιμοκτονούσαν. Πάντως ζει σε άφάνταστα πενιχρές συνθήκες. Τον κατατρώει ό καθημερινός άγώνας γιά τό ψωμί. Μόλις λαβαίνει ένα, συχνά πολύ μικρό ποσό, εξαφανίζεται αμέσως γιά την εξόφληση χρεών στόν φούρναρη ή τόν κρεοπώλη. Χάνει τρία παιδιά του γιά ολοφάνερους λόγους: πείνα καί έλλειψη χρημάτων γιά γιατρό καί φάρμακα. Μετά τό θάνατο του τρίτου παιδιού γράφει: « Ό θάνατος του παιδιού μου μού κλόνισε βαθιά καρδιά καί μυαλό καί αισθάνομαι τόν χαμό όπως την πρώτη μέρα. Ή κακομοίρα ή γυναίκα μου είναι σωστό ερείπιο». Τά χρόνια περνούν μέ αδιάκοπη δραστηριότητα. Εργάζεται πολιτικά, άλλά πιό πολύ δουλεύει στήν Βρετανική Βιβλιοθήκη. Γράφει άδιάκοπα, δέν κάμπτεται καί ή γυναίκα του τού συμπαραστέκεται μέ αξιοθαύμαστο τρόπο. Ή φήμη του μεγαλώνει, άλλά είναι υποχρεωμένος νά παρακαλεί συνέχεια τόν Ένγκελς γιά μερικές λίρες. Έτσι κυλούν τά χρόνια μεταξύ πάλης καί άθλιότητας, άλλά καί μέ τήν ελπίδα τής επερχόμενης παγκόσμιας επανάστασης. Ή εξωτερική ζωή του ξαλαφραίνει, καθώς ό Ένγκελς τού χορηγεί ετήσια «σύνταξη». Στό μεταξύ δμως στέκονται τά χρόνια τής φοβερής άθλιότητας, δταν έγραφε, οτι δέν μπορεί νά καλέσει τόν γιατρό γιά τόν άρρωστο γιό του, γιατί «δέν έχει λεφτά γιά γιατρικά» καί ή οικογένειά του ταίζεται εδώ καί μέρες μόνο μέ ψωμί καί πατάτες· μάλιστα δέν είναι βέβαιος, αν δέν λείψουν σήμερα ή αύριο καί αυτά. Κάπου κάπου μπαίνει στό σπιτικό του μιά μικρή ήλιαχτίδα, δταν π.χ. μιά έφημερίδα τής Νέας Υόρκης τού ζητά μιά σειρά άρθρων γιά τήν κατάσταση στήν Ευρώπη. "Οταν τό 1860 στέρεψε καί τούτη ή πηγή, 6 Μάρξ διεκδίκησε στήν άνάγκη του μιά θέση πωλητή εισιτηρίων συγκοινωνίας. Άλλά ούτε ή έμφάνισή του ούτε ή ενδυμασία του ήταν ευνοϊκά συστατικά καί τόν άπόρριψαν^. Μόνο μιά ψυχικά καί σωματικά σιδερένια κράση μπορούσε νά άντέξει τέτοια ζωή σέ συνθήκες χειρότερες άπό 278
κείνες πολλών προλετάριων και μάλιστα πάνω άπό σαράντα χρόνια. Ό Μάρξ εγινε σχεδόν 71 χρονών, ζώντας τόν θάνατο της γυναίκας του και της μεγαλύτερης κόρης. Ό ϊδιος πέθανε άπό πνευμονικό άπόστημα στην καρέκλα του γραφείου του.
279
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ Ό πατέρας του ρωτούσε άνήσυχος, αν στήν καρδιά του γιου υπήρχε χώρος γιά πιο γήινα άλλά πιο τρυφερά αισθήματα, πού είναι, καθώς ελεγε, τόσο παρηγορητικά γιά τόν άνθρωπο σ' αυτή τήν κοιλάδα τών θρήνων^^. Νωρίς διακρίνει πώς ό γιος του είναι προικισμένος μ' ένα ιδιαίτερο δαιμόνιο. Ό τ α ν ό πατέρας το\3γραφε τέτοια, δέν είχε ξεκαθαριστεί ακόμα ό ξεχωριστός δρόμος, πού θ' ακολουθούσε ό γιός. Ό δεκαεννιάχρονος φοιτητής άφήνει στήν έπιστολήάπολογία νά διαφαίνονται μερικά εκπληκτικά γνωρίσματα. Τόν διακατείχαν πρώτα-πρώτα μιά άσβηστη δίψα γιά μάθηση καί μιά τεράστια ένεργητικότητα. Φαίνεται επίσης δτι ή καρδιά του Μάρξ είχε μεγάλο χώρο γιά τά «πιό τρυφερά» αισθήματα, καθώς μιλούσε γιά τρία τετράδια μέ ποιήματα, πού είχε γράψει στίς αρχές τών σπουδών. Ό λ α πείθουν, ότι αυτά τά ποιήματα ήταν πολύ κακότεχνα· οι τίτλοι τους δέν εμπνέουν ήδη πολλή εμπιστοσύνη: «τραγούδι τών συλφίδων», «τραγούδι τών στοιχειών», «άσμα τών σειρήνων», «τό στερνό τραγούδι του τραγουδιστή». Ό Μέρινγκ^^ γράφει: τά ποιήματα αυτά «είναι άμορφα άπό κάθε άποψη». Ό ϊδιος ό Μάρξ άσκησε λίγο άργότερα στόν εαυτό του τόσο οξεία καί άνελέητη κριτική δσο καί άπέναντι σέ τρίτους: «Κάθε πραγματικό θαλασσώνεται καί κάθε θαλασσωμένο δέν βρίσκει περίμετρο καί δρια· επιθέσεις κατά της επικαιρότητας, άμορφοι καί φλύαροι συναισθηματισμοί, τίποτε φυσικό, δλα κατεβασμένα άπό τόν ουρανό, τά τελείως άντίθετα άπό αυτά πού υπάρχουν καί πρέπει νά γίνουν, ρητορικοί στοχασμοί στή θέση ποιητικών σκέψεων, Ι'σως όμως καί μιά κάποια συναισθηματική ζεστασιά καί μιά προσπάθεια γιά παλμό, αυτά χαρακτηρίζουν τά ποιήματα τών τριών πρώτων τετραδίων, πού έστειλα στή Τζένυ»^^. 'Αξιοπρόσεχτη ή οξύτητα καί ή οξυδέρκεια, άλλά καί ή ψυχρότητα, πού χαρακτηρίζει τήν αυτοκριτική του ένα χρόνο άργότερα. "Αν έμπιστευτούμε τίς δικές του δηλώσεις, ή ποίηση κάλυπτε τό μικρότερο μέρος της δραστηριότητάς 280
του. Ό ϊδιος καταμετρά: «'Αναγκαζόμουν νά σπουδάζω νομικά ηι αισθανόμουν προπάντων τήν επιθυμία νά παλεύω με τή φιλοσοφία» Έτσι βλέπουμε παράλληλα καί διασταυρωμένα ενδιαφέροντα. Διαβάζει Ραϊμάρο καί Τιμπώ, μεταφράζει τά δυό πρώτα βιβλία των Πανδεκτών, διαβάζει Λέσσινγκ, Σόλγκερ, Βίνκελμαν, ιστορία της τέχνης καί γερμανική ιστορία, μεταφράζει Τάκιτο καί Όβίδιο, αρχίζει νά μαθαίνει μόνος του 'Αγγλικά καί Ιταλικά, διαβάζει νομικά συγγράμματα: Σαβινύ, Γκρόλμαν, Φόυερμπαχ καί άλλους, μεταφράζει τή Ρητορική του 'Αριστοτέλη, διαβάζει Βάκωνα καί Χέγκελ κλπ. Ό Μάρξ είχε καταπληκτική άντίληψη: τά πάντα έβρισκαν θέση στό κεφάλι του. Σέ ήλικία 60 χρονών ό Μάρξ έμαθε Ρώσικα καί σέ έξι μήνες διάβαζε κείμενα. Καί ή δίψα γιά διάβασμα μεγάλωνε μέ τά χρόνια, αντί νά μικραίνει. Σέ αυτά αντιστοιχεί ή τεράστια έργατικότητά του. Δέκα ώρες ήμερήσια εργασία ήταν αυτονόητο πράγμα· άκόμα καί σέ προχωρημένη ήλικία σηκωνόταν στίς εφτά, διάβαζε κι έγραφε ως τίς δύο, ξαναεργαζόταν ως τό βραδινό φαγητό καί μετά από έναν περίπατο επέστρεφε στό γραφείο του γιά τή νυχτερινή εργασία. Καί ό νεαρός Μάρξ κατάφερνε νά μετουσιώνει άμέσως παραγωγικά τήν ογκωδέστατη ύλη πού καταβρόχθιζε. Διάβαζε, μάθαινε, σκεφτόταν κι έγραφε συνέχεια. Τά δυό πρώτα εξάμηνα στό Βερολίνο έγραψε μιά «Φιλοσοφία του Δικαίου», πού, δπως λέει ό ϊδιος, έπιανε 300 φύλλα, καί ένα διάλογο 24 φύλλων μέ τίτλο « Ό Κλεάνθης ή αφετηρία καί αναγκαία εξέλιξη της φιλοσοφίας». Δέν πρόκειται γιά μιά περίοδο ιδιαίτερης μανίας γιά διάβασμα καί δραστηριότητα. Σύμφωνα μ' όσα ξέρουμε, αυτό γινόταν σ' όλη του τή ζωή. Ό Ρούγκε περιγράφει τόν συνάδελφο συντάκτη σάν εργάτη μέ «ασυνήθιστη ενεργητικότητα», πού όλοένα διακόπτει κάτι καί ξαναρίχνεται «σέ μιά άπέραντη θάλασσα βιβλίων», «πιό ταραγμένη καί σφοδρή», «δούλευε ώσπου άρρώσταινε καί δέν έκλεινε μάτι τρεις καί τέσσερες νύχτες συνέχεια» Ήταν, φαίνεται, γνώρισμά του νά φορτώνεται ώς τό 281
άπροχώρητο μέ τόση δουλειά, νά πέφτει σωριασμένος άπό εξάντληση, σημάδια άντίδρασης του οργανισμού του κατά της υπερκόπωσης, και σέ λίγο νά ξαναρίχνεται στή δουλειά μέ την ϊδια όρμή. Στην αρχή της περιόδου του Βερολίνου μιλά γιά τέτοια κατάσταση. Ξυπνά, σκίζει δ,τι έχει γράψει καί ξαναρίχνεται στην εργασία. Τό δαιμόνιο πού μνημονεύει ό πατέρας του δέν είναι ούτε ουράνιας ούτε φαουστικής φύσης · τόσο ό νεαρός όσο καί ό ηλικιωμένος Μάρξ είναι ένα ήφαίστιο τεράστιου καί εκρηκτικού πάθους, πού ξεχειλίζει πρός δλες τίς κατευθύνσεις. Τό ϊδιο έντονο πάθος, πού τόν συνδέει τρυφερά μέ τούς γονείς του, άργότερα μέ τη γυναίκα του καί τά παιδιά του, εμφανίζεται μέ την μορφή ακατανίκητης καί λυσσαλέας εργατικότητας καθώς καί οργής, άσύστολης καί κάθε στιγμή έτοιμης γιά έκρηξη ενάντια σ' δ,τι καταδικάζει. "Ας μήν ξεχνάμε πώς τελικά είναι τό ιδιο πάθος, πού τόν κρατά ενταγμένο στήν υπόθεση των φτωχών καί εξαθλιωμένων. Σέ πολύ λίγους ταιριάζει οσο στόν Μάρξ ή φράση τού Μπούρκχαρτ: «Τό πάθος είναι μητέρα δλων τών μεγάλων πράξεων, κυρίως τό πραγματικό πάθος, πού επιζητά κάτι νέο καί όχι μόνο τό γκρέμισμα τού παλιού». Προικισμένος μέ τόσο πάθος ήταν πιά καταδικασμένος νά άκολουθήσει ένα δρόμο δχι ήρεμης ζωής. Μισούσε δ,τι τόν στενοχωρούσε. Κάθε εμπόδιο, πού τού έθετε κάποιο δριο, έπρεπε νά εξαφανιστεί. Μόλις ξεκίνησε τίς σπουδές, ξεπέρασε άμέσως τά δρια τού κλάδου πού σπούδαζε. Πέφτει μέ όρμή σέ μιά θάλασσα γνώσεων καί σκέψεων. Λίγο άργότερα καταφέρεται μέ τό ίδιο πάθος ενάντια στό πρωσικό κράτος. Αυτή ή όργή του δέν θά τελειώσει ποτέ· δέν επεκτείνεται μόνο στόν άγώνα κατά τού καπιταλισμού, πού είναι τό μεγάλο του έργο, παρά ξεσπά καί ενάντια στούς οπαδούς του, μόλις τού φανούν ύποπτοι. 'Ιδιαίτερο γνώρισμα τού χαρακτήρα του είναι ό μοναδικός συνδυασμός πάθους καί λογικής. Ό νούς του δέν είναι ψυχρά υπολογιστικός. Ή διπλωματικότητά του είναι άσχημη, πέφτει έξω στούς λογαριασμούς του καί εργάζεται πράγματι μέ φανταστικά στοιχεία. Διαθέτει εντούτοις μιά λογική τε282
τράγωνη. Δύναμη του είναι ή κριτική κι όλη του ή παραγωγικότητα άπορρέει άπό την κριτική λογική του. Βάση του είναι οι τεράστιες γνώσεις του, πού συλλέγει άκατάπαυστα καί κριτικά. Γνώση και κρίση εντυπωσίαζαν δλους δσους τον γνώριζαν. Ό είκοσιτριάχρονος Μάρξ ελαβε ενα γράμμα άπό τόν φίλο του Κέππεν, πού τούγραφε: «Κοίτα, είσαι αποθήκη σκέψεων, άναμορφωτήριο ή, γιά νά τό πω στά βερολινέζικα, βουκέφαλος ιδεών» Καί ό "Αγγλος Hyndham έγραψε μετά δεκαετίες: «Όταν φύγαμε άπό τόν Μάρξ, ό συνοδός μου μέ ρώτησε, τί φρονούσα γι' αυτόν. Σκέφτομαι, είπα, πώς είναι ό 'Αριστοτέλης του 19ου αιώνα. Μόλις τό είπα, έβλεπα κιόλας πώς αυτή ή σύγκριση δέν ευσταθεί τελείως. Προπάντων είναι άδύνατο νά τόν φανταστούμε σάν αυλικό του Μεγαλέξανδρου. Εκτός αυτού ό Μάρξ ποτέ δέν έκανε άφαίρεση άπό τά άμεσα άνθρώπινα ενδιαφέροντα, παρά τούς άντίθετους ισχυρισμούς, γιά νά μελετήσει γεγονότα καί συναρτήσεις μέ κεινον τόν ψυχρό καί στεγνό τρόπο, πού χαρακτήριζε τόν μεγαλύτερο φιλόσοφο της άρχαιότητας. Δέν υπάρχει άμφιβολία, πώς τό μίσος του Μάρξ ενάντια στό σύστημα έκμετάλλευσης καί της μισθωτής δουλείας δέν ήταν μόνο διανοητικό καί φιλοσοφικό, παρά πήγαζε καί άπό προσωπική εμπάθεια» Ό Hyndham έχει δίκιο, ξεχνά δμως, δτι ό Μάρξ σ' δλη τή ζωή του προσπαθούσε νά γράψει τή λογική, δηλαδή ψυχρή καί στεγνή θεωρία, πού δικιολογεί επιστημονικά τήν έπαναστατική του στάση. Τά 15 χρόνια, πού διέθεσε γιά τήν συγγραφή του Κεφαλαίου^ ήταν άφιερωμένα στίς προσπάθειες γιά νηφάλιες καί επιστημονικές αποδείξεις. Δέν ήταν μόνο ή εντύπωση του Hyndham, δτι 6 Μάρξ ήταν φιλόσοφος. Πολύ νωρίτερα ό Μόζες Χές έγραψε σέ γράμμα του γιά τόν Μάρξ: «Έχε υπόψη σου, δτι θά γνωρίσεις τόν μεγαλύτερο, ϊσως τόν μοναδικό ζώντα φιλόσοφο, ...πού δμως θά καταφέρει τήν χαριστική βολή στή μεσαιωνική θρησκεία καί πολιτική· συνδυάζει τό τσουχτερότερο χιούμορ μέ τήν βαθύτερη φιλοσοφική σοβαρότητα.. Δέν τόν έζησαν πολλοί, δπως τόν έβλεπε 6 πατέρας του: τρυφερό γιό, πού προκαλεί άνησυχία· ούτε γνώρισαν έκεί283
νον τον Μάρξ, πού ή γυναίκα του και τα παιδιά του άποκαλούσαν χαϊδευτικά «Mohr» (αράπη) ή «Old Nick» (διάβολο)· λίγοι επίσης τον έζησαν ετσι δπως τον περίγραψε ενας επισκέπτης του στά τελευταία χρόνια της ζωής του: «ενας καλοαναθρεμένος, πολύ καλλιεργημένος Γερμανοεγγλέζος... ενας άνθρωπος πού χαίρεται τη ζωή χάρη στίς άνετες εξωτερικές συνθήκες...»ι®. Ή εντύπωση, πού εκανε στούς περισσότερους άνθρώπους, ήταν τελείως διαφορετική. Ό συντάκτης ενός περίφημου άρθρου στό ρωσικό περιοδικό Ό ευρωπαϊκός αγγελιοφόρος περιγράφει τό 1880 τήν συνάντησή του μέ τόν Μάρξ τό 1847. Τόν είχε επισκεφτεί μέ συστατική επιστολή ενός Ρώσου γαιοκτήμονα, γνωστού του Μάρξ. Ό Μάρξ δέχτηκε τόν αρθρογράφο φιλικά καί τόν κάλεσε νά βρεθεί τήν άλλη μέρα σέ συνάντηση πού είχε μέ τόν Ένγκελς καί τόν Βάιτλινγκ. Πρώτα περιγράφει τόν Μάρξ: «'Ηταν ένας τύπος ανθρώπου καμωμένος άπό ενεργητικότητα, θέληση καί άνένδοτη πίστη, ένας τύπος άξιοπερίεργος καί στήν εμφάνιση του. Μιά πυκνή μαύρη χαίτη στό κεφάλι, τά χέρια σκεπασμένα μέ τρίχες, τό σακάκι λοξοκουμπωμένο καί, όμως, έδινε τήν εντύπωση άντρα μέ δικαίωμα καί εξουσία νά ζητεί σεβασμό, μολονότι εμφάνιση καί συμπεριφορά ήταν τόσο παράξενες. Οι κινήσεις του ήταν σπαστές, άλλά τολμηρές καί αύτασφαλείς, καί οι τρόποι του πρόσβαλλαν κάθε κοινωνικό κανόνα συμπεριφοράς. Ήταν όμως περήφανοι τρόποι μέ μιά δόση περιφρόνησης. Ή διαπεραστική, μεταλλική φωνή του συμφωνούσε άκριβώς μέ τίς ριζοσπαστικές κρίσεις του γιά άνθρώπους καί πράγματα. Δέν μιλούσε παρά μόνο μέ προστακτικά λόγια, πού δέν δέχονταν άντιρρήσεις · τά αύταρχικά λόγια γίνονταν δριμύτερα μέ τόν διαπεραστικό τόνο φωνής, πού μου προκαλούσε σχεδόν πόνους. Αυτός ό τόνος εξέφραζε τήν στέρεη πεποίθηση γιά τήν άποστολή του, νά κατακυρυ'ψει τούς άνθρώπους καί νά τούς επιβάλλει νόμους. Είχα μπροστά μου τήν ενσάρκωση ενός δημοκρατικού δικτάτορα, δπως τόν έπλαθε καμιά φορά ή φαντασία μου». Αυτές είναι οι εντυπώσεις, πού είχε ό Άνιένκωφ, δχι 284
τόσο στην πρώτη επαφή παρά κυρίως στή συζήτηση της δεύτερης μέρας. Ό «κομμουνιστής» Βάιτλινγκ, αρχηγός των εργατών της «Ένωσης τών Δικαίων» ήταν μάλλον συγκεχυμένος ιδεολόγος, μίγμα χριστιανικών σκέψεων καί επαναστατικών άσαφών θεωριών. Ό τ α ν κάθησαν οί τέσσερεις, δηλαδή 6 ψηλός Ένγκελς μέ τήν εγγλέζικη εμφάνιση, ό Βάιτλινγκ μέ τό παρουσιαστικό ενός πλασιέ, ό Μάρξ καί ό ϊδιος ό Άνιένκωφ, πήρε τον λόγο ό Βάιτλινγκ. Δέν πρόλαβε νά πει πολλά, γιατί ό Μάρξ τόν διέκοψε μέ τήν άμεση καί όχι ευγενική ερώτηση, πώς δικαιολογεί τήν πολυθόρυβη προπαγανδιστική δραστηριότητα καί προπάντων πώς δικαιολογεί, δτι τόσοι εργάτες χάνουν τό ψωμί τους, απασχολούμενοι μ' αυτή τήν προπαγάνδα. Ό Βάιτλινγκ προσπαθεί νά άπαντήσει καί ό Μάρξ εξοργίζεται ολοένα πιό πολύ. Τόν ξαναδιακόπτει, τόν κατακρίνει γιά άσυνείδητη προπαγάνδα, αποκαλώντας τον παράλογο απόστολο, πού προϋποθέτει γαϊδούρια στό άκροατήριο, πού τόν ακούν μ' άνοιχτό στόμα. Μέ οχι ιδιαίτερη ευγένεια δείχνει τόν Ρώσο επισκέπτη καί λέει: «Μεταξύ μας είναι ένας Ρώσος», στή χώρα του θά ταίριαζε ϊσως μιά οργάνωση άπό «παράλογους απόστολους καί παράλογους μαθητές». Τότε εκνευρίστηκε καί ό Βάιτλινγκ, αλλά ό Μάρξ χτυπά μέ τή γροθιά του δυνατά στό τραπέζι, τινάζεται πάνω καί του λέει σέ έπιταχτικό τόνο: « Ή άμάθεια δέν ώφέλησε ποτέ κ α ν έ ν α ν » Τ ό τ ε τέλειωσε ή συνομιλία, ό Βάιτλινγκ έπιπλήχτηκε σάν μαθητής, ό Μάρξ πηγαινοέρχεται θυμωμένος καί ό Άνιένκωφ τούς άποχαιρέτησε. Δέν είναι ό μόνος, πού περιέγραψε τόν Μάρξ μέ τέτοιο τρόπο. Πολλοί έζησαν τόν οργισμένο Μάρξ καί τό άγριο ξέσπασμα της ιδιοσυγκρασίας του. Εξάλλου δέν χρειάζεται παρά ένα βλέμμα στή ν Συλλογή επιστολών του, γιά νά ξαναβρεί κανείς τόν ϊδιο εκρηκτικό, κάθε στιγμή ευερέθιστο ψυχισμό του, πού ξεσπά μέ τή βοήθεια υβριστικής επιχειρηματολογίας. Τό μίγμα όμως πάθους καί λογικής, οίκοδομητικής φιλοσοφίας καί εμπειρικής παρατήρησης, ουτοπίας καί άνάγλυφα εμπεριστατωμένης άνάλυσης δέν χαρακτηρίζουν μόνο 285
τήν προσωπικότητα, παρά εξίσου καί τό εργο του Μάρξ. Γιά κείνη τήν εποχή ήταν ενα έκτακτα πετυχημένο μίγμα. Ή εποχή άνηκε στήν κριτική καί τήν διαφώτιση, ζει μέσα στήν συνείδηση της άνόδου της επιστημονικής σκέψης, δπου ένας τελείως ουτοπικός σοσιαλισμός δέν θα είχε ελπίδες επιτυχίας. Ό επιστημονικός σοσιαλισμός του Μάρξ δέν φανερώνει τό ουτοπικό του περιεχόμενο, πού άνθει στά κρυφά. Ή πρόσοψή του έχει εμφάνιση επιστημονική, ορθολογική, καί αιτιολογεί οικονομολογικά τήν άναγκαιότητα της σοσιαλιστικής οικονομίας. Οι δυό ρίζες κάνουν νά δημιουργηθεί ένα δυνατό κίνημα, πού άπό τή μιά πλευρά εκτρέφει τήν πίστη καί τίς σχεδόν θρησκευτικές τάσεις, καί άπό τήν άλλη μπορεί νά εμφανίζεται σάν επιστημονική καί κριτική στάση, πού προκύπτει άπό τήν παρατήρηση της πραγματικότητας. Σέ αυτό τό μίγμα έγκειται τελικά καί τό μυστικό της μεγάλης επιτυχίας. Είναι προϊόν του χαρακτήρα καί του πνεύματος του Μάρξ. Ό ϊδιος δέν μπορούσε νά ξέρει, πόσο δραστικό θά αποδειχνόταν ένα τέτοιο μίγμα. Ό μαρξισμός ζει εξαρχής άπό δύο πηγές: τήν προφητική ουτοπία καί τήν επιστημονική συμπεριφορά. Έτσι μπόρεσε νά ξεπεράσει δλες τίς δυσκολίες, πού συναντά κάθε μαζικό κίνημα.
286
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ Σ Κ Ε Ψ Η Σ Υπάρχουν ενδείξεις οτι ό νεαρός Μάρξ τά δυο πρώτα εξάμηνα στήν Βόνη δεν νοιάστηκε πολύ γιά την επιστήμη. Αύτη τή γνώμη εχει πάντως ό πατέρας του, πού αργότερα θύμιζε στόν γιό του την «ξέφρενη άσωτία» στην Βόνη. Παραπονιέται οτι ό γιός του χαλά πολλά λεφτά και μιά φορά ρωτά, αν «ή μονομαχία συγγενεύει τόσο πολύ μέ τή φιλοσοφία». Ό νεαρός Μάρξ δέν άκουγε μέ ευχαρίστηση τίς παραδόσεις στό πανεπιστήμιο. Ό πατέρας του γράφει: «Ξέρω βέβαια, πώς δέν δίνεις πολλή σημασία στίς παραδόσεις». "Ομως δέν μπορούμε νά φανταστούμε πώς περνούσε τή ζωή του μέ τό συνηθισμένο τότε φοιτητικό τρόπο · ό πατέρας του τόν προειδοποιεί κιόλας νά προφυλάσσεται άπό «ύπερβολική μελέτη». Ξέρει τήν τάση τού γιού του νά ρίχνεται μέ μανία σέ μιά υπόθεση καί νά σκοτώνεται στή δουλειά νύχτες ολόκληρες. Καί στό Βερολίνο δέν τόν ελκύουν οι παραδόσεις τού ιστορικού Σαβινύ καί εκτιμά τόν νομικό Γκάνς. Ό πρώτος είναι άντιφιλελεύθερος, ό Γκάνς δμως, πού σάν μαθητής τού Χέγκελ επιμελήθηκε τήν έκδοση τού βιβλίου Φιλοσοφία της ιστορίας τού δασκάλου του, είναι προοδευτικός καί είχε άντιταχθεί στόν όψιμο Χέγκελ, πού απόρριπτε τόν φιλελευθερισμό. Στό βιβλιάριο σπουδών τού Μάρξ είναι καταχωριμένες δώδεκα παραδόσεις στά εννέα βερολινέζικα έξάμηνα· τό μεγαλύτερο μέρος είναι νομικές παραδόσεις. Κρίσιμη γι' αύτόν ήταν ή «λέσχη διδακτόρων», στήν οποία προσχώρησε στό δεύτερο κιόλας εξάμηνο. Ήταν μιά λέσχη νεαρών λογίων, πού περνούσαν τίς βραδιές τους μέ συζητήσεις σέ μπυραρίες. Μέλη της ήταν αρκετοί προικισμένοι, εύφυείς καί φιλελεύθεροι νέοι. Άνάμεσά τους ήταν ό Μπρούνο Μπάουερ, μακρόχρονος φίλος τού Μάρξ, καί ό Κάσπαρ Σμίτ, πού έγινε γνωστός μέ τό ψευδώνυμο Μάξ Στίρνερ καί μέ τό έργο του Ό Μοναδικός καί τό Δικό τον. Άνηκαν επίσης στή λέσχη ό Ρούτενμπεργκ, πού ό Μάρξ σέ γράμμα πρός τόν πατέρα του χαρακτηρίζει επιστήθιο φίλο του, ό Κάρλ Φρήντριχ Κέππεν καί άλλοι. Κανένας τους δέν 287
υπόφερε τό άντιδραστικό κλίμα, πού κυριαρχούσε τότε στην Πρωσία. Σχεδόν όλοι «πλήρωσαν» γιά τήν άντιπολίτευση τους. Ό Μπρούνο Μπάουερ, πού δίδασκε θεολογία στό πανεπιστήμιο, έχασε, δπως είδαμε, τήν έδρα του. Ό Μάξ Στίρνερ ήταν καθηγητής σε ένα γυμνάσιο θηλέων τό έργο του Ιστορία της αντίδρασης, γραμμένο τό 1852, δεν προκάλεσε μεγάλη εντύπωση, ενώ τό πεισματικό-σκεπτικιστικό του βιβλίο Ό Μοναδικός και τό Δικό του έγινε πασίγνωστο. 'Αργότερα επιδόθηκε στήν δημοσιογραφία. Ό Κάρλ Φρήντριχ Κέππεν έμεινε ώς τ ά τέλη της ζωής του καθηγητής γυμνασίου. Ήταν προπάντων ιστορικός καί τό βιβλίο του Εισαγωγή στήν βόρεια μυθολογία (1837) έδρεψε πολλούς επαίνους. Ό μ ω ς κανένας από αυτούς δέν καλείται στό πανεπιστήμιο παρά τά προσόντα τους. Τό πολιτικό πνεύμα πού έπικρατεί είναι άντίξοο. Μετά τήν πτώση του Ναπολέοντα δλοι οι πρίγκιπες καί οι βασιλιάδες της Ευρώπης επιδιώκουν τήν αποκατάσταση της προηγούμενης τάξης πραγμάτων. Ή τάση αυτή χαρακτηρίζει προπάντων τήν άνερχόμενη Πρωσία. Καί δμως τό Βερολίνο ήταν ταυτόχρονα ή πόλη, δπου αναπτύσσονταν καί άλλες σκέψεις · αυτές συνδέονταν μέ τόν Χέγκελ καί βρίσκονταν σέ μετεξέλιξη. Βέβαια ό οψιμος Χέγκελ ήταν άντιφιλελεύθερος, δέν ήθελε ν' άκούει γιά πόλεμο, άλλά ούτε καί γιά επανάσταση, καί οι ορθόδοξοι χεγκελιανοί ήταν τοποθετημένοι δεξιά καί συμπεριφέρονταν τόσο πιστά άπέναντι στήν κυβέρνηση οσο καί ό δάσκαλός τους. Όμως οι λεγόμενοι άριστεροί χεγκελιανοί, πού ύπερηφανεύονταν πώς δέν συνέχιζαν τό γράμμα παρά τή ζωντανή σκέψη τοϋ Χέγκελ, άκολουθούσαν τήν άλλη τάση, πού εκφράζεται στήν ιδέα της Φιλοσοφίας της ιστορίας, πώς ή πρόοδος της παγκόσμιας ιστορίας συνίσταται στήν πρόοδο της συνειδητοποίησης της έλευθερίας. 'Αποφασιστική στάθηκε ιδιαίτερα ή επαφή του Μάρξ μ' αυτή τήν χεγκελιανή κατεύθυνση. Ή επίδραση ήταν διφορούμενη: έλξη καί απώθηση. Έγραφε στόν πατέρα του: «Ειχα διαβάσει αποσπάσματα της χεγκελιανής φιλοσοφίας καί δέν μέ βόλευε ή ζοφερή βραχομελωδία της»^®. Γιατί 288
άραγε «ζοφερή βραχομελωδία»; Μήπως ή σκέψη του Χέγκελ φαίνεται σαν τείχος άπό μεγάλες βραχόπετρες ή δεν του ταιριάζει ό ρυθμός καί ή μελωδία της διαλεκτικής; Ό π ω ς καί άν εχει τό πράγμα, ό Μάρξ αισθανόταν μιά δυσαρέσκεια, πού δέν τόν εγκατάλειψε ποτέ. 'Αργότερα επέκρινε τόν Χέγκελ γιά τήν «μυστικιστική» τάση του. Ε ν τούτοις καί ϊσως μάλιστα άκριβώς γι' αυτό ή φιλοσοφία του Χέγκελ καθορίζει ένα μεγάλο μέρος της τύχης του. Ό Μάρξ είναι άδιανόητος χωρίς τόν Χέγκελ. Πάντως στόν κύκλο των άριστεροχεγκελιανών, πού συναντιούνται στή «λέσχη των διδακτόρων», γνωρίζει έναν ζωντανό χεγκελιανισμό, πού τόν εντυπωσιάζει βαθιά. Έζησε τούς χεγκελιανούς, γιά τούς οποίους, δπως γράφει αργότερα στήν διατριβή του, οι θεωρίες του Χέγκελ δέν είναι κάποια «επιστήμη πού άποδέχτηκαν» καί τώρα της άφοσιώνονται μέ «αφελή, μή κριτική εμπιστοσύνη». Είναι οπαδοί ενός δάσκαλου, γιά τόν όποιο ή επιστήμη είναι «τό πνευματικό αίμα της καρδιάς της ως τό έσχατο περιφερειακό σημειο»^^. Έτσι έγινε καί ό ϊδιος χεγκελιανός, μολονότι βέβαια αισθανόταν δυσαρέσκεια καί άντιστάσεις. Ή άμφιταλάντευση μεταξύ παραδοχής καί άπόρριψης καθρεφτίζεται στό ντοκουμέντο πού αναφέρεται στή σχέση του πρός τρν Χέγκελ. Στό ιδιο γράμμα πρός τόν πατέρα του βρίσκονται καί άλλες φράσεις. Στόν διάλογο Κλεάνθης ή άφετηρία καί αναγκαία εξέλιξη της φιλοσοφίας έγραφε: «... σάν άκμαΐος περιπατητής προχώρησα στό ιδιο τό έργο, σέ μιά φιλοσοφικήδιαλεκτική άναπαράσταση της θεότητας, δπως φανερώνεται σάν έννοια καθεαυτή, σάν θρησκεία, σάν φύση, σάν ιστορία. Ή τελευταία μου φράση ήταν ή άρχή του χεγκελιανού συστήματος καί αυτή ή εργασία, γιά τήν όποία χρειάστηκε νά εξοικειωθώ ως ένα σημείο μέ τίς φυσικές επιστήμες, τόν Σέλλινγκ καί τήν ιστορία καί μου προξένησε πολλούς κεφαλόπονους, αυτή ή εργασία, πού είναι τόσο άλλόκοτα γραμμένη (άφού παρουσιάζεται σάν νέα Λογική), ώστε δέν μπορώ νά διεισδύσω νοητικά, αυτή, παιδί μου, γραμμένη βράδια μέ φεγγάρι, μέ όδηγεί σάν ψεύτικη σειρήνα στά χέρια του εχθρού». 19.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
289
Εύκολα διακρίνουμε: Ό νεαρός Μάρξ ξαναδιανύει, ταχύτερα τώρα, τόν ϊδιο δρόμο, πού χάραξε ό Χέγκελ μια όλόκληρη ζωή. Πάντως τό πρόγραμμα του Μάρξ περιέχει ουσιαστικά στοιχεία του χεγκελιανού συστήματος: τόν δρόμο άπό τήν έννοια στή φύση καί τήν ιστορία, τήν άναπαράσταση της θεότητας, πού εκτίθεται διαλεκτικά κλπ. Τώρα, φαίνεται, άρχίζει 6 Μάρξ νά γνωρίζει καλύτερα τόν Χέγκελ, δηλαδή όταν τόν διακατείχε ή «δυσαρέσκεια». Καί τό αποτέλεσμα είναι: «'Αλυσοδένομαι όλοένα πιό γερά μέ τήν τωρινή παγκόσμια φιλοσοφία, ενώ σκόπευα νά της ξεφύγω...». Πέρασε πολύς καιρός, ώσπου νά ξεφύγει άπό τήν χεγκελιανή φιλοσοφία, καί κατά κάποιον τρόπο δέν της ξέφυγε ποτέ. Όλοένα βαθύτερα ριζώνει μέσα του ή σκέψη νά άκολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Συνεχίζει νά άκούει νομικές παραδόσεις καί στά νομικά τόν ενδιαφέρει νά γίνει καθηγητής πανεπιστημίου. Όμως ή διατριβή του τό 1841 ήταν εργασία φιλοσοφική, τιτλοφορούμενη Διαφορά της Δημοκρίτείας καί 'Επικούρειας φιλοσοφίας της φύσης. Τό πρωτότυπο της διατριβής χάθηκε, έχει διασωθεί δμως ένα άντίγραφο, πού έκανε ό ϊδιος 6 Μάρξ. Μερικά συμπληρώματα δείχνουν τήν τότε τοποθέτησή του άπέναντι στόν Χέγκελ, όχι βέβαια διεξοδικά, αλλά σέ λίγες γενικές γραμμές. Μιά μεγάλη παράγραφος είναι άφιερωμένη στή θέση του Χέγκελ άπέναντι στίς άποδείξεις γιά τόν θεό, πού ήταν τό θέμα μιας άπό τίς τελευταίες παραδόσεις του Χέγκελ. Λέει, πώς ό Χέγκελ «περίστρεψε όλες τίς θεολογικές αποδείξεις, δηλαδή τίς άπόρριψε, γιά νά τίς δικαιολογήσει». Ρωτά: «Τί πελάτες είναι αυτοί, πού ό δικηγόρος δέν μπορεί άλλιώς νά τούς άπαλλάξει άπό τήν καταδίκη, παρά σκοτώνοντάς τους ό ϊδιος;»^^ Όμως ή εξάρτηση άπό τόν Χέγκελ είναι άπαραγνώριστη. Διακρίνεται στό ύφος καί σέ χαρακτηριστικές φράσεις, πού δανείζεται. Ό Μάρξ μιμείται τό ύφος του δάσκαλου, μιλώντας γιά «μαλλιοφιλόσοφους, νυχοφιλόσοφους, ποδονυχοφιλόσοφους, περιττωματοφιλόσοφους» καί ιχνογραφώντας εικόνες σάν εκείνες πού έπλαθε ό Χέγκελ στίς επιστολές: «τό 290
πλήθος των παρακατιανών, γκρινιάρικων μορφών χωρίς άτομικότητα, πού ή συστοιχίζονται πίσω άπό μιά γιγαντιαία μορφή τής φιλοσοφίας του παρελθόντος... εϊτε στέκει ενας λιλιπούτειος, οπλισμένος μέ διπλά γυαλιά.. Σέ αυτά τά αποσπάσματα εμφανίζεται, ντυμένο σέ λίγες λέξεις ή διαλεκτικά μπλεγμένες φράσεις, καί τό πρόβλημα, πού συνόδευε πάντα καί τά έργα του Χέγκελ. Πρόκειται γιά τό πρόβλημα θεωρίας καί πράξης, τό ερώτημα επίδρασης ή μή επίδρασης τής θεωρίας πάνω στήν πράξη καί του συσχετισμού τους γενικότερα. Ά π ό τίς λίγες φράσεις του Μάρξ πάνω σ' αυτό τό ερώτημα δέν μπορούμε νά συμπεράνουμε, αν δέχεται τίς σκέψεις τού ηλικιωμένου Χέγκελ, δπως εκφράζονται στόν πρόλογο τής Φιλοσοφίας τον Δικαίου. Ή προσωπική γνώμη του φαίνεται άπό τήν παρακάτω φράση: «Είναι ψυχολογικός νόμος, οτι τό άπελευθερωμένρ θεωρητικό πνεύμα γίνεται πρακτική ενέργεια, ξεπροβάλλοντας άπό τόν Ά δ η σάν θέληση^ καί στρέφεται πρός τήν πραγματικότητα τού κόσμου, πού υπάρχει άνεξάρτητα άπό αύτό». Αύτό σημαίνει: τό θεωρητικά ελεύθερο καί ξεκαθαρισμένο πνεύμα στρέφεται κριτικά καί μάλλον άγωνιστικά κατά τής πραγματικότητας. «Ό,τι ήταν εσωτερικό φώς, γίνεται κατατρώγουσα φλόγα, πού στρέφεται πρός τά εξω». "Ως εδώ ή σκέψη είναι ξεκάθαρη καί προδικάζει τήν κατοπινή επαναστατική θεωρία τού Μάρξ. Ή παραπέρα άνάπτυξη αύτής τής σκέψης περιπλέκεται διαλεκτικά. Ό Μάρξ λέει οτι τό «φιλοσοφικό γίγνεσθαι τού κόσμου σημαίνει ταυτόχρονα καί τό εγκόσμιο γίγνεσθαι τής φιλοσοφίας, οτι ή πραγματοποίησή της είναι ταυτόχρονα καί ή άπώλειά της · Ο,τι καταπολεμά πρός τά έξω, είναι δικό της εσωτερικό ελάττωμα· στόν άγώνα άκριβώς πέφτει ή ϊδια στά κακά, πού επιρρίπτει στόν άντίπαλο, καί άπαλλάσσεται άπό αύτά, μόνο άφού περιπέσει πρώτα σ' αύτά»^'^. Σαφές είναι: ό Μάρξ κατέχει τό διαλεκτικό παιχνίδι τής σκέψης πού περιφέρεται αύτοαναιρούμενη. Πρέπει επίσης νά υποθέσουμε οτι μ' αύτή τήν περιγραφή εχει υπόψη του συγκεκριμένες γνώμες καί κατευθύνσεις τής σκέψης, άλλά 291
δέν λέει, ποιες εννοεί. Σαφές είναι επίσης, οτι δσα αναφέρει σχετίζονται τελικά μέ την χεγκελιανή φιλοσοφία, πού σαν «σύστημα» δέν μπορεί να βρει «πραγματοποίηση» στήν τωρινή μορφή της. Ή σκέψη πού εδώ περιπλέκεται σέ μια άκόμα άόριστη διαλεκτική, άποκρυσταλλώνεται δυο χρόνια άργότερα στό δοκίμιο Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου μέ αποφασιστική σαφήνεια. Μέ αυτό ή μαρξική θεωρία της επανάστασης εχει γεννηθεί στίς βασικές άρχές της.
292
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΤΟΥ ΕΡΓΑ Στά χρόνια μεταξύ 1842 και 1847 ό Μάρξ ειχε μιά εξέλιξη, στην οποία ό νεαρός και επηρεασμένος άπό τόν Χέγκελ φιλόσοφος γίνεται σοσιαλιστής και διανοούμενος επαναστάτης. Ή εξωτερική εξέλιξη παρουσιάζει τόν 23χρονο διδάκτορα της φιλοσοφίας, πού σκόπευε νά άκολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία, σάν άγωνιστικό δημοσιογράφο. Σέ αυτό τό διάστημα συντελείται ή εσωτερική εξέλιξη, πού άρχίζει μέ τόν Επίκουρο, σάν θέμα της διατριβής στή Γιένα, τό 1841, καί καταλήγει σέ ενα κοσμοϊστορικό ντοκουμέντο του σοσιαλισμού καί κομμουνισμού, τό Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Σημαντική είναι καί ή άλλαγή των συνθηκών της ζωής του. Σάν φοιτητής ζει, μέ τά έμβάσματα τού πατέρα του, μιά ζωή νεαρού συνταξιούχου, πού συνήθισε νά λαβαίνει κάθε μήνα τό γνωστό ποσό. Τώρα δμως στέκεται στά δικά του πόδια, ανάλαβε μάλιστα καί τήν μέριμνα γιά τή δημιουργημένη οίκογένειά του, ενώ ή έπαγγελματική του κατάσταση δέν τού προσφέρει διόλου σιγουριά. Σάν ελεύθερος συνεργάτης καί άργότερα συντάκτης της "Εφημερίδας της Ρηνανίας άναλαμβάνεί καθήκοντα, ως τώρα άγνωστά του, καί έρχεται σέ επαφή μέ κύκλους πού πρωτογνωρίζει. Γνωρίζει επίσης τούς πολιτικούς μηχανισμούς κι έρχεται άντιμέτωπος μέ τίς οικονομικές δυσκολίες μιας επιχείρησης, της εφημερίδας. Αυτός, πού σάν φοιτητής μιλούσε κι έγραφε έλεύθερα, δοκιμάζει τή λογοκρισία. Είναι υποχρεωμένος νά μεριμνά γιά τήν προκοπή της εφημερίδας καί εξοικονομεί τά χρηματικά μέσα γιά τήν έξασφάλισή της, ενώ άπό εκείνη περιμένει τήν συντήρησή του. Άλλά αυτό δέν κρατά πολύ. Ό Μάρξ άποχωρεί άπό τήν σύνταξη της 'Εφημερίδας της Ρηνανίας καί εγκαταλείπει τή Γερμανία. Ό "Αρνολντ Ρούγκε, πού μαζί μέ τόν Μάρξ εξέδωσε στό Παρίσι τό βραχύβιο περιοδικό Γερμανο-γαλλικές επετηρίδες καί διαφώνησε μ' αύτόν, τόν περίγραφε μέ τά άκόλουθα λόγια: «Είναι ιδιαίτερη φύση, τελείως κατάλληλη γιά τήν άποστολή τού λόγιου καί τού συγγραφέα, άλλά φθάρηκε τελείως 293
μέ τήν δημοσιογραφία... Ό λ η ή λόγια διάθεσή του είναι γερμανική, ενώ είναι αποκλεισμένος από τόν γερμανικό κόσμο λόγω της έπαναστατικής του νοοτροπίας»^^. Αύτη ή περιγραφή ρίχνει άπλετο φως στίς δυσκολίες πού βρίσκει 6 Μάρξ. Ό Ρούγκε δεν βλέπει μόνο τήν μεσοκατάσταση μεταξύ λόγιου καί δημοσιογράφου· κατανοεί επίσης τό ιδιαίτερο βαθύ νόημα πού χαρακτηρίζει τή ζωή του εξόριστου. Ό Μάρξ ξεπέρασε τά σύνορα της εθνικής πατρίδας του, πού ό Χέγκελ δέν είχε εγκαταλείψει ποτέ, ή ϊδια τόν έκσφεντόνισε. Στό έξης θά περάσει τή ζωή του σάν εξόριστος στή Γαλλία καί στό Λονδίνο - εκείνη τήν πικρή ζωή του «Διεθνούς», πού υποχρεώνεται νά ζει σέ ξένες χώρες, νοσταλγώντας καί περιφρονώντας τή χώρα καταγωγής. Ό μ ω ς ό Ρούγκε, πού διάκρινε μέν τήν διχασμένη αυτή κατάσταση, δέν είδε τήν τεράστια ενεργητικότητα τού Μάρξ, πού δέν υπολόγιζε ούτε τόν έαυτό του ούτε τούς άλλους. Πρέπει επίσης νά έκφράσουμε τήν άμφιβολία, αν διάκρινε σωστά, οτι ό Μάρξ ήταν πραγματικά κατάλληλος καί γιά τίς δυό μορφές δραστηριότητας. Πάντως δέν μπορούμε νά μή δεχτούμε, ότι ό Μάρξ είχε επιτυχίες στήν δημοσιογραφική του δουλειά. Τό αποδείχνει καί μόνο ή δράση του στήν 'Εφημερίδα της Ρηνανίας, Μερικοί κριτικοί υποστήριξαν άργότερα, οτι ό Μάρξ είχε δημοσιεύσει «μακρόπνοα, εκκεντρικά άρθρα κατά της πρωσικής λογοκρισίας, κατά τού Κοινοβούλιου καί κατά τών μεγαλογαιοκτημόνων γενικά»^^. Πράγματι εκείνος πού γράφει αύτά τά άρθρα είναι άπό τή μιά πλευρά φιλόσοφος, άπό τήν άλλη όμως οχι. Έ ν α άπόσπασμα άπό άρθρο του: « Ή φιλοσοφία, προπάντων ή γερμανική φιλοσοφία, έχει μιά ροπή πρός τήν μοναξιά, τήν ερμητική συστηματικότητα, τήν χωρίς πάθος ενδοσκόπηση, πού άντιμετωπίζει εξαρχής σάν άποξενωμένη τόν μαχητικό, επίκαιρα κραυγαλέο χαρακτήρα τών εφημερίδων, πού άρέσκονται μόνο στήν κοινοποίηση. Ή φιλοσοφία, στό στάδιο συστηματικής εξέλιξης, δέν είναι λαοφιλής, τό μυστικό μέσα της κέντημα, στά μάτια τού άμύητου παρουσιάζεται σάν εξεζητημένη καί διόλου πρακτική άσχολία: ταιριάζει σέ καθηγητές μαγικών τεχνών, τών οποίων τά ξόρκια ήχούν πα294
νηγυρικά, γιατί δεν τά καταλαβαίνει». Άλλα τέτοιες επικρίσεις ακολουθούνται άπό άναγνώριση καί θαυμασμό: «Οι φιλόσοφοι δεν φυτρώνουν άπό τή γη σάν μανιτάρια καί είναι καρποί της εποχής τους, του λαού τους, οι λεπτότεροι, πολυτιμότεροι καί πιό άόρατοι χυμοί τού όποίου κυκλοφορούν μέσα στίς φιλοσοφικές ιδέες. Τό ϊδιο πνεύμα χτίζει τά φιλοσοφικά συστήματα στόν εγκέφαλο των φιλόσοφων, οικοδομώντας τους σιδηροδρόμους μέ τά χέρια τής συντεχνίας. Ή φιλοσοφία δέν βρίσκεται έξω άπό τόν κόσμο, δπως καί τό μυαλό δέν είναι έξω άπό τόν άνθρωπο, άφού δέν κείται στό-στομάχι· άλλά ή φιλοσοφία βρίσκεται πρωτύτερα μέ τό μυαλό στόν κόσμο, προτού δηλαδή πατήσει τή γή μέ τά πόδια, ενώ μερικές άνθρώπινες σφαίρες έχουν άπό καιρό ριγωμένα τά πόδια στή γή καί κόβουν μέ τά χέρια τους καρπούς τού κόσμου, προτού εννοήσουν οτι καί τό >ceφάλι είναι κομμάτι αυτού τού κόσμου ή δτι αυτός ό κόσμος είναι 6 κόσμος τού κεφαλιού»^'^. Βέβαια ύφος καί παρουσίαση τών σκέψεων ξεπερνούν τό επίπεδο τού μέσου καί άπλού άναγνώστη εφημερίδας. Ό Μάρξ δέν θά δεχτεί ποτέ τό τελείως άπλό καί πρωτόγονο ύφος τού δημαγωγού πολιτικάντη, άλλά θά απλουστεύσει τή σκέψη του σιγά-σιγά ώσπου μέ τή σαφήνεια τής περιγραφής καί τή δύναμη τών εικόνων νά πλησιάσει καί τους άπλούς. Έτσι μεταξύ φιλοσοφίας καί πολιτικής δράσης έχει τό προσόν τής άδάμαστης εργατικότητας, όπως τήν περίγραψε ό Ρούγκε. Ρίχνεται, όπως είπε ό Ρούγκε, σέ «θάλασσα βιβλίων» καί μέ τή γρηγοράδα τής άντίληψης άποκτά σύντομα τίς γνώσεις πού τού έλειπαν. Δέν άρκέστηκε ποτέ σέ επιφανειακούς προσανατολισμούς. Ό π ω ς στήν Γαλλία έμαθε άμέσως Γαλλικά καί μελέτησε έντονα τους Γάλλους δημοσιογράφους, έτσι άρχισε νά εξοικειώνεται ολοένα καλύτερα καί μέ τήν βιβλιογραφία τών κοινωνικών επιστημών. Πόσο άκριβείς έγιναν οι κοινωνικοεπιστημονικές του γνώσεις μέ τό πέρασμα τού χρόνου, μαρτυρούν οι τέσσερεις μεγάλοι τόμοι, πού εξέδωσε ό Κάρλ Κάουτσκυ μέ βάση τά καταλειπόμενα κείμενα καί μέ τίτΚο Θεωρίες πάνω στήν υπεραξία. Ά π ό αυτή τήν περίοδο προέρχεται ή ομάδα κειμένων του, 295
πού έγιναν γνωστά μέ τήν ονομασία νεανικά έρ/α. Ένμέρει είχαν δημοσιευτεί άπό τον Μαρξ στή μορφή τελειωμένων δοκιμίων, οπως τά άρθρα στίς Γερμανο-γαλλίκές επετηρίδες καί ένμέρει είναι αυτοτελή δημοσιεύματα σέ συνεργασία μέ τον Φρήντριχ Ένγκελς, όπως τό Άγια οικογένεια · μιά τρίτη κατηγορία άποτελούν τά άδημοσίευτα, πού εκδόθηκαν σχεδόν εκατό χρόνια μετά τό θάνατό του. Θά πραγματευτούμε μιά σειρά άπό κύρια έργα του. Τό 1844 δημοσιεύτηκε στίς Γερμανο-γαλλικές επετηρίδες ένα άρθρο μέ τίτλο Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου. Έ ν α χρόνο άργότερα άκολούθησε σέ συνεργασία Μάρξ-Ένγκελς Ή Άγια οικογένεια ή κριτική της κριτικής κριτικής. Δέν είναι άκριβώς διαπιστωμένη ή χρονολογία συγγραφής ενός κειμένου μέ τόν τίτλο Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας τοϋ κράτους. Κατά τή γνώμη του Ριαζάνωφ γράφτηκε μετά τόν Μάρτη του 1843, σύμφωνα δμως μέ άλλες εκτιμήσεις (Λάντσχουτ καί Μάγιερ) πρέπει νά έχει γραφτεί στά 1841-42^®. Οι εκδόσεις Λάντσχουτ καί Μάγιερ έδωσαν τόν τίτλο Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία σέ ένα άποσπασματικό χειρόγραφο, ϊσως του 1844^9. Αυτά τά κείμενα, στά οποία πρέπει νά προσθέσουμε τά άρθρα γιά τό ζήτημα των Εβραίων, πού δημοσιεύτηκαν τό 1843 στίς Γερμανο-γαλλικές επετηρίδες, μας δίνουν σήμερα τή δυνατότητα μιας άκριβέστερης παρουσίασης της έξέλιξης του Μάρξ. Φανερή είναι ή άνεξαρτοποίηση καί ταυτόχρονα ή εξάρτηση άπό τόν Χέγκελ. Προπάντων πρέπει νά τονιστεί δτι αυτή τήν έποχή σχεδιάστηκε ή διαλεκτική θεωρία της επανάστασης, πού βασίζεται στή στενή άσχολία μέ τόν Χέγκελ. Σέ άντίθεση πρός κάθε άλλον ισχυρισμό ή θεωρία της επανάστασης τοποθετείται στήν άρχική περίοδο τού μαρξισμού, προτού θεμελιωθεί ό ιστορικός υλισμός. Είναι μάλιστα εύλογο, δτι ό ιστορικός υλισμός άναπτύχθηκε μέ στήριγμα τήν άπόδειξη, δπως ισχυρίζεται ό Μάρξ, της αναγκαιότητας της επανάστασης. Επειδή ή έπανάσταση είναι άναγκαία καί σάν ιστορικός φορέας της θεωρείται ή 296
εργατική τάξη, ό Μαρξ άνάπτυξε τήν άντίληψη για την «υλική» βάση της επανάστασης. Στήν Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου λέει: «Οι επαναστάσεις χρειάζονται βέβαια ενα παθητικό οχοιχζΙο, μιά υλική βάση»^^. Έ δ ώ πρέπει νά προσέξουμε πώς ή υλική βάση της επανάστασης λογίζεται ακόμα παθητική (μή ενεργητική). Ή θεωρία πού υπάρχει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο καί αργότερα γίνεται ολοένα σαφέστερη, δτι δηλαδή ή «πρόοδος της παραγωγής» καί ή υλική εξέλιξη εξαναγκάζουν ενεργά σέ επανάσταση, προπαρασκευάζεται, ομως δέν υπάρχει άκόμα σάν τέτοια καί πρέπει πρώτα νά οικοδομηθεί. Τήν διαλεκτική κίνηση από τήν πρώτη θεωρία της επανάστασης στήν ιδέα της οικονομικής άναγκαιότητας της επανάστασης δείχνει τό απόσπασμα Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία. Μιλάμε δμως γιά διαλεκτική κίνηση, γιατί ή πρώτη θεωρία της επανάστασης, δπως θά δείξουμε άκριβέστερα, ξεκινά άπό τή σκέψη, ότι ή επαναστατική θεωρία καί ή διδασκαλία, διαδομένη στίς μάζες, τίς κινητοποιεί επαναστατικά. Ή κατοπινή άποψη δμως λέει, δτι οι υλικές συνθήκες δέν άφήνουν στίς μάζες άλλο δρόμο άπό τή διέξοδο στήν επανάσταση. Ό μαρξισμός στήν τελική του διαμόρφωση ενώνει τίς δυό ιδέες, στήνοντας τήν κάπως αυτονόητη θέση, ότι οι οικονομικές συνθήκες οδηγούν αναπόφευκτα στήν επανάσταση, χωρίς δμως νά είναι περιττή ή προπαγανδιστική καί επαναστατική δράση. Αύτή είναι βασικά ή κατευθυντήρια σκέψη, κάτω άπό τήν οποία εργάζονται δλοι οι επαναστάτες άπό τήν εποχή τού Μάρξ. Στήν πραγματεία αύτή συνυπάρχουν καί οι δυό απόψεις. Φιλοσοφικές σκέψεις, πού βασίζονται ένμέρει στόν Χέγκελ καί ένμέρει αποτελούν κριτική του, άναμιγνύονται, διασταυρώνονται καί διαδέχονται οικονομικές ιδέες. Ά π ό τή μιά μεριά ό Μάρξ καταπολεμά τήν χεγκελιανή θεωρία, σύμφωνα μέ τήν οποία ή ιστορία άκολουθεί τόν νόμο τού πνεύματος, άπό τήν άλλη δείχνει τήν άνεπάρκεια των οικονομικών θεωριών. Είναι άξιοπρόσεκτο, πώς ό Μάρξ μεταμοσχεύει τήν χεγκελιανή φιλοσοφία στίς οικονομικές θεωρίες καί άντί297
στροφα προσπαθεί νά θεμελιώσει τήν φιλοσοφία με οικονομικές γνώσεις. Ή σύνθεση βρέθηκε και εμφανίζεται ήδη τό 1844 στην Άγια οικογένεια, καθώς μέ λαμπρή περιγραφή καί διατύπωση παρουσιάζει τήν διαλεκτική του καπιταλισμού καί του προλεταριάτου. Φανερώνεται καί εδώ πώς ό Μάρξ είναι διαλεκτικός διανοητής, πού κατάγεται άπό τόν χεγκελιανισμό. Κατακλείδα αυτής τής εξέλιξης, πού διαδραματίστηκε στό σύντομο διάστημα των τριών ή τεσσάρων χρόνων, είναι ή εργασία τού Μάρξ Γερμανική ιδεολογία. Ό Μάρξ άνεξαρτοποιήθηκε τώρα άπό τόν Χέγκελ καί άνάπτυξε τή δική του θεωρία τής ιστορίας, άντίθετη τής χεγκελιανής. Πρόκειται γιά τόν «ιστορικό υλισμό», 6 όποιος επιτρέπει μιά άπλούστερη, σχεδόν πρωτόγονη ερμηνεία τής ιστορίας. Θά μπορούσαμε νά τήν χαρακτηρίσουμε μέ τή σύντομη φράση: ή ιστορία δέν είναι προϊόν τής συνείδησης, παρά ή συνείδηση είναι προϊόν τής ιστορίας. 'Αφού δμως ή άνθρώπινη ιστορία θεωρείται σάν ή έξέλιξη των οικονομικών δυνάμεων, ή φράση παίρνει τελικά τήν εξής μορφή: ή οικονομική έξέλιξη καθορίζει τήν ιστορία καί αυτή τήν συνείδηση. Καί τώρα δμως ό Μάρξ δέν είναι πρωτόγονος ύλιστής, αλλά διαλεκτικός. Τό δείχνει προπάντων μιά φράση παρμένη άπό τίς Θέσεις πάνω στόν Φόνερμπαχ: « Ή υλιστική διδασκαλία σχετικά μέ τήν άλλαγή τών συνθηκών καί τήν εκπαίδευση ξεχνά δτι οι συνθήκες πρέπει νά άλλαχτούν άπό τούς άνθρώπους καί οί ϊδιοι οι εκπαιδευτές πρέπει νά εκπαιδευτούν.... Ή σύμπτωση τής άλλαγής τών συνθηκών καί τής άνθρώπινης δραστηριότητας ή αύτοαλλαγής μπορεί νά συλληφθεί μόνο σάν επαναστατική πρακτική καί νά κατανοηθεί όρθολογικά»^^. Αύτές οί προτάσεις δέν επιτρέπουν καμιά άμφιβολία, πώς άνεξάρτητα άπό τήν ορθότητα τής θέσης, σύμφωνα μέ τήν οποία οί υλικές συνθήκες είναι οί ορίζουσες, ή επαναστατική πρακτική μέ τή σειρά της πρέπει νά άλλάξει, καί άλλάζει τίς συνθήκες.
298
Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ Μιά διεξοδικότερη πέριγραφή της εξέλιξης, πού ιστορήσαμε περιληπτικά, θά τοποθετούσε στήν πρώτη γραμμή τό άρθρο Κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου, Μολονότι ό τίτλος ύπόσχεται μιά κριτική της Φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου τού Χέγκελ, τό βιβλίο τού Χέγκελ άναφέρεται μόνο τυχαία. Δεν άναπτύσσεται δμως ούτε λεπτομερειακή ούτε σφαιρική παρουσίαση ή κριτική. Θέμα της εργασίας είναι κυρίως μιά κριτική θεώρηση των γερμανικών συνθηκών, πού οδηγεί στό ερώτημα σχετικά μέ τίς δυνατότητες μιας γερμανικής επανάστασης. Ό Μάρξ θέτει εκεί καί ερωτήματα πάνω στή γερμανική φιλοσοφία. Εκτός άπό τόν τίτλο τό όνομα τού Χέγκελ άναφέρεται μόνο στή φράση, δπου ό Μάρξ προσδιορίζει τό θέμα του, εξηγεί τόν τίτλο τού άρθρου καί ισχυρίζεται: « Ή κριτική της γερμανικής φιλοσοφίας τοϋ κράτους καί τοϋ Δικαίου, πού μέ τήν εργασία τού Χέγκελ άπόχτησε τή συνεπέστερη, πλουσιότερη καί τελική μορφή της, είναι τόσο ή κριτική άνάλυση τού σύγχρονου κράτους καί της πραγματικότητας, πού συσχετίζεται μ' αύτό, δσο καί ή άποφασιστική άρνηση δλης της ως τώρα κατάστασης της γερμανικής πολιτικής καί νομικής συνείδησης, της οποίας έξοχότερη, καθολικότερη καί υψωμένη σέ επίπεδο επιστήμης έκφραση είναι άκριβώς ή ϊδια ή ένατενιστική φιλοσοφία τού Δικαίου Έ δ ώ γίνεται τουλάχιστο φανερό, γιατί κατονομάζεται ή Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου. Είναι ή έκφραση της «γερμανικής ιστορίας, ισότιμης μέ τό επίσημο σύγχρονο παρόν». Ή κριτική της είναι ταυτόχρονα κριτική της Γερμανίας. Τό άρθρο δέν άσκεί βέβαια κριτική περιεχομένου οτ^ Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου. Αύτή ή κριτική θάπρεπε νά άναμένεται στά επόμενα άρθρα, άφού στόν υπότιτλο τό άρθρο φέρεται σάν «εισαγωγή». Ό Μάρξ φτάνει γρήγορα στό τπραγματικό του καί βασικά μεγαλύτερο θέμα, δηλαδή στήν κριτική τών γερμανικών συνθηκών: «Πόλεμος ενάντια στίς γερμανικές καταστάσεις», 299
πού αποτελούν «αυτόφωρη άρνηση των γενικά άναγνωρισμένων άρχων» και κατά συνέπεια άναίρεση έκείνης της φιλοσοφίας, πού τις υπερασπίζεται καί τις δικαιολογεί. Λοιπόν άναίρεση της χεγκελιανής φιλοσοφίας. Ά φ ο ύ ομως ή φιλοσοφία γράφτηκε ταυτόχρονα στό ονομα της ελευθερίας καί της ιστορικής προόδου, ό Μάρξ φτάνει στό διαλεκτικό συμπέρασμα: «Δέν μπορείτε νά άναιρέσετε τήν φιλοσοφία χωρίς νά την πραγματοποιήσετε»^^. Αυτή ή φράση δείχνει πόσο θαυμασμό διατηρεί άκόμα γιά τόν Χέγκελ. Ή διαλεκτική αυτή διατύπωση έχει καί μιά βαθύτερη σημασία. Επιστρέφει εδώ ή σκέψη πού ειχε εκφραστεί στή διατριβή του, δτι δηλαδή τό άπελευθερωμένο πνεύμα μεταβάλλεται διαλεκτικά σέ θέληση γιά πράξη. Έ δ ώ άρχίζει ή ιδιαίτερη διαλεκτική της επανάστασης, πού άποτελεί τόν πυρήνα του άρθρου. Ή χεγκελιανή φιλοσοφία δίδαξε τήν ιδέα της ελευθερίας καί ζεί άπό αυτή, μολονότι τήν χρησιμοποιούν εσφαλμένα γιά νά δείξουν τήν διαφορετική πραγματικότητα της άνελεύθερης Γερμανίας. Ή ελευθερία πρέπει νά πραγματοποιηθεί, ή θεωρία τού Χέγκελ πρέπει νά γίνει πράξηy δηλαδή επανάσταση. Έτσι έχουμε κράμα άναγνώρισης καί άπόρριψης τού Χέγκελ. Αυτό δέν θά άλλάξει ούτε άργότερα, άφού καί ό όψιμος Μάρξ θαυμάζει καί ταυτόχρονα περιφρονεί τόν Χέγκελ. Θαυμάζοντας τό θεωρητικό έργο τού Χέγκελ καί διαπιστώνοντας πώς ό Χέγκελ δέν επραξε ο,τι όιείόε, βρίσκεται κιόλας μπροστά στό πρόβλημα της σχέσης μεταξύ θεωρίας καί πράξης, πού ξεκινά άπό τό γεγονός δτι ιδιαίτερα οί άριστεροί χεγκελιανοί άνάπτυξαν μιά κριτική φιλοσοφία. Διαπίστωσαν ότι ή Γερμανία δέν συμβαδίζει μέ τίς νέες εξελίξεις, άλλά οπισθοδρομεί. Ή Γερμανία δέν πραγματοποίησε καμιά επανάσταση καί ή πολιτική της κατάσταση είναι άθλια· παράλληλα μέ τήν πολιτική ύποανάπτυξη καί καθυστέρηση πίσω άπό δλες τίς χώρες, χαρακτηριστική είναι καί ή πνευματική ύποανάπτυξη. Οί άριστεροί χεγκελιανοί άνάπτυξαν μιά καθολική κριτική σέ δριμύτατο τόνο. Ό μ ω ς τί ώφελούσε μιά τέτοια κριτική, δσο περιοριζόταν στό θεωρητικό επίπεδο; 300
«To όπλο της κριτικής δεν μπορεί βέβαια να άντικαταστήσει τήν κριτική των δπλων · ή υλική βία πρέπει νά άνατραπει μέ υλική βία καί ή θεωρία μεταβάλλεται σέ υλική βία, μόλις καταλάβει τίς μάζες. Ή θεωρία είναι ικανή νά καταλάβει τίς μάζες, μόλις καταδειχτεΐ στόν άνθρωπο, καί καταδείχνεται στόν άνθρωπο, μόλις ριζοσπαστικοποιηθεΐ. Ριζοσπαστικοποίηση σημαίνει ξεκινώ από τή ρίζα των πραγμάτων. Ή ρίζα δμως του άνθρωπου είναι 6 'ίδιος ό άνθρωπος»^^. Φράσεις σάν σφυροκοπήματα. Τό περιεχόμενό τους είναι σαφές καί επιγραμματικό. 'Αναγγέλλουν τήν άπειρες φορές δοκιμασμένη συνταγή: Μετάφερε τήν κριτική σου μέσα στίς μάζες, κάνε νά συνειδητοποιήσουν πόσο άσχημα είναι τά πράγματα. Πιάσε τους άπό τήν ϊδια τους τή ζωή, ριζοσπαστικοποίησε τήν σκέψη καί τό αϊσθημά τους. Τότε θά σου προμηθεύσουν τήν υλική δύναμη, γιά νά συντελεστεί ή άνατροπή της τωρινής πραγματικότητας. Σέ αυτές τίς φράσεις βρίσκουμε τίς βασικές αρχές της επανάστασης, πού άκολουθούν όλοι οι ηγέτες μαζικών κινημάτων. Σπάνια εκφράστηκαν μέ τέτοια σαφήνεια, όπως σ' αυτές τίς φράσεις. Καί δμως ή κεντρική ιδέα είναι πολύ απλή. Βασίζεται σέ μιά αρχή, πού δέν είναι υλιστική, άφοΰ εμπιστεύεται κανείς στή δύναμη της σκέψης καί του ριζοσπαστικού λόγου. Τέτοια ήταν πάντα ή δράση στήν ιστορία. Κάθε επαναστάτης άκτινοβόλησε τή δύναμη του λόγου του, της πίστης του, της ιδέας του καί τών παραστάσεων του καί τήν μετάδωσε στίς μάζες. Εϊτε επενεργούσαν πάνω στή μάζα μισοσυγκεχυμένες παραστάσεις μέ τρόπο αινιγματικό ή μέσω μιας διδασκαλίας, πού βασιζόταν σέ συνετές σκέψεις, ειτε ή μάζα καταλαμβανόταν άπό σκοτεινές καί μυθικές παραστάσεις ή άπό συγκεκριμένους στόχους καί όρισμένες υποσχέσεις, πάντα άκολουθήθηκε 6 δρόμος, πού περιγράφει ό νεαρός Μάρξ: μεταβίβαση μιας ιδέας στούς άνθρώπους σέ ριζοσπαστική^ μορφή. Προτού πατήσει τά τριάντα, ό Μάρξ έχει πλήρη γνώση πώς πρέπει νά χειρίζεται τήν τεχνική της επανάστασης. Στίς 301
λίγες φράσεις βρίσκουμε συνειδητοποιημένη καί διατυπωμένη την τεχνική άρχή της επανάστασης, πού θά άκολουθήσει στό έξης πιστά ό επαναστατικός μαρξισμός. Αυτές τίς συναρτήσεις τίς είχαν διαπιστώσει καί άλλοι, όπως 6 Μακιαβέλλι. δμως κανένας δέν είχε καταφέρει νά μεταφέρει στήν πράξη τίς λειτουργικές βάσεις της πολιτικής δράσης. Ό Μάρξ δέν άρκέστηκε νά δείξει τή γενική λειτουργική άρχή της επανάστασης. Έχει τήν πρόθεση νά τήν εφαρμόσει, θέλει νά έπαναστατικοποιήσει τήν Γερμανία, νά οδηγήσει τήν ιστορία στήν «γερμανική άνάσταση». Τό επόμενο ερώτημα είναι: πώς μπορούμε νά φτάσουμε σέ μιά ριζική γερμανική επανάσταση; Ό Μάρξ άνάπτ\3ξε τήν ιδέα, πού άναφέραμε, πώς δλες οι επαναστάσεις χρειάζονται ένα παθητικό στοιχείο, μιά υλική βάση. Ξετυλίγοντας αυτή τή σκέψη, μας δείχνει τώρα τήν θεωρία των κοινωνικών τάξεων. Ό ορισμός τάξη δέν προέρχεται άπό τόν ϊδιο· συνηθιζόταν στήν οικονομολογική βιβλιογραφία της εποχής του. Πρέπει δμως νά υποθέσουμε, χωρίς νά μπορούμε νά τό άποδείξουμε, ότι στή θεωρία τών τάξεων ό Μάρξ στηρίζεται στόν Χέγκελ. Στή Φιλοσοφία τον Δίκαιον τού Χέγκελ υπάρχει ή φράση, ότι ή άστική κοινωνία παράγει μιά τάξη, πού ζει σέ «εξάρτηση καί άθλιότητα» καί είναι καταδικασμένη σέ «άνικανότητα αίσθησης καί άπόλαυσης τών προχωρημένων ελευθεριών καί ιδιαίτερα τών πνευματικών πλεονεκτημάτων της άστικής κοινωνίας». Εϊτε γνώριζε ό Μάρξ αυτό τό εδάφιο, εϊτε τό ξέχασε ή δέν τό γνώρισε ποτέ, ή σκέψη του πάντως είναι συνέχεια της χεγκελιανής παράστασης. Ή δική του περιγραφή της τάξης, πού προόριζε γιά παθητική βάση της επανάστασης, φαίνεται σάν διεξοδική περιγραφή της σύντομης παρατήρησης του Χέγκελ. «Πού είναι λοιπόν», ρωτά, «ή θετική δυνατότητα της γερμανικής χειραφέτησης;» «'Απάντηση: Στόν σχηματισμό μιας τάξης μέ ριζικές άλνσίόες, μιας τάξης της άστικής κοινωνίας, πού δέν είναι τάξη τής άστικής κοινωνίας, μιας κοινωνικής τάξης, πού σημαίνει τήν διάλυση δλων τών κοινωνικών τάξεων, μιας σφαίρας, πού έχει καθολικό χαρακτήρα μέσω τού καθολικού της πό302
νου και δεν διεκδικεί ιδιαίτερα δικαιώματα, γιατί δεν διαπράττεται εναντίον της καμιά ιδιαίτερη άδικία παρά ή ϊδια ή άδικία, μιας τάξης, πού δεν επικαλείται πιά τον ιστορικό, παρά μόνο τον ανθρώπινο τίτλο, μιας τάξης, πού δεν βρίσκεται σε μονομερή άντίθεση προς τίς συνέπειες, παρά σέ γενική άντίθεση προς τίς προϋποθέσεις του γερμανικού κράτους, τελικά μιας σφαίρας, ή οποία δέν μπορεί νά χειραφετηθεί χωρίς νά χειραφετηθεί από όλες τίς άλλες σφαίρες τίς κοινωνίας καί νά χειραφετήσει τίς ίδιες, ή οποία μέ μιά λέξη σημαίνει τήν πλήρη απώλεια του ανθρώπου, οτι δηλαδή μπορεί νά βρεί τόν εαυτό της μόνο μέ τήν πλήρη έπαναπόκτηση τοϋ ανθρώπου. Αυτή ή διάλυση της κοινωνίας σάν ιδιαίτερη τάξη είναι τό προλεταριάτο»^^. Ό Μάρξ ξετυλίγει καί στήν συνέχεια τίς χεγκελιανές σκέψεις. Γιατί ό Χέγκελ είχε άναπτύξει τήν διαλεκτική, σύμφωνα μέ τήν οποία ή άστική κοινωνία παρόλο τόν πλούτο δέν είναι τόσο πλούσια, ώστε νά έμποδίσει τή δημιουργία της τάξης πού περίγραψε. Ό Μάρξ συνεχίζει καί οξύνει αυτή τή διαλεκτική. Τό προλεταριάτο είναι ή «διάλυση της κρατούσας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων». Ή άνακοίνωση αυτού του γεγονότος είναι τό «μυστικό» της υπόστασης του προλεταριάτου. Αυτοί οι συλλογισμοί ολοκληρώνονται διαλεκτικά καθώς ό Μάρξ αναγγέλλει ότι τό προλεταριάτο βρίσκει τά «πνευματικά του όπλα» στή φιλοσοφία, ενώ ή κριτική φιλοσοφία βρίσκει στό προλεταριάτο τά «υλικά όπλα» καί ετσι ή «κριτική» θεωρία φτάνει στήν «υλική πρακτική» της επανάστασης. Ή ϊδια πορεία συλλογισμών επαναλαμβάνεται άκόμα μιά φορά στήν Άγια οικογένεια, πού δημοσιεύτηκε τήν ϊδια χρονιά. Εκεί δμως δέν παίρνεται σάν άφετηρία ή σκέψη, οτι ή κριτική φιλοσοφία μεταδίδει στό προλεταριάτο τήν ριζοσπαστική συνείδηση, μέ τήν οποία πραγματοποιείται ή επανάσταση. Τά άκόλουθα παραθέματα από τήν Άγια οικογένεια περιγράφουν άντ' αυτού τήν διαλεκτική διαδικασία της διάλυσης της άστικής κοινωνίας. «Προλεταριάτο καί πλούτος είναι άντίθετα. Σάν τέτοια 303
απαρτίζουν ενα σύνολο. Και τά δυο είναι διαμορφώσεις του κόσμου της άτομικής ιδιοκτησίας...» « Ή άτομική ιδιοκτησία σάν πλούτος είναι άναγκασμένη νά συντηρεί τον εαυτό της καί μ' αυτό καί τό άντίθετό της, τό προλεταριάτο. Είναι ή θετική πλευρά της αντίθεσης, ή αύτοϊκανοποιημένη άτομική ιδιοκτησία». «Τό προλεταριάτο σάν τέτοιο είναι απεναντίας αναγκασμένο νά καταργήσει τόν εαυτό του καί μ' αυτό καί τό άντίθετό του, πού είναι δρος ύπαρξής του, τήν άτομική ιδιοκτησία. Είναι ή άρνητική πλευρά της άντίθεσης, ή άνησυχία καθαυτή, ή διαλυμένη καί διαλυόμενη άτομική ιδιοκτησία». « Ή ιδιοκτήτρια τάξη καί ή τάξη του προλεταριάτου αποτελούν τήν ϊδια άνθρώπινη αύταλλοτρίωση. Όμως ή πρώτη τάξη νιώθει καλά μέσα σ' αυτή τήν αύταλλοτρίωση καί βρίσκει δικαίωση, βλέπει τήν άλλοτρίωση σάν δική της δύναμη καί μ' αύτή εχει τήν επίφαση άνθρώπινης ύπαρξης· ή δεύτερη νιώθει εξουθενωμένη στήν άλλοτρίωση καί άντικρύζει σ' αύτή τήν λιποθυμία καί τήν πραγματικότητα μιας άπάνθρωπης ύπαρξης. Είναι, γιά νά μεταχειριστούμε μιά έκφραση τού Χέγκελ, μέσα στόν παραγκωνισμό ή έξανάσταση κατά αύτού τού παραγκωνισμού, μιά έξανάσταση στήν όποία εξωθείται άναγκαία λόγω της άντίθεσης της άνθρώπινης φύσης πρός τήν βιοτική της κατάσταση, πού είναι ή άνυπόκριτη, αποφασιστική καί πλήρης άρνηση αύτής της φύσης». Περιγράφοντας πάλι τήν εξαθλιωμένη τάξη τού προλεταριάτου, επικαλείται τόν Χέγκελ καί πιό συγκεκριμένα τήν ιδέα της «αύταλλοτρίωσης», πού βρίσκεται στήν Φαινομενολογία. 'Από τό ϊδιο έργο προέρχεται καί ή έκφραση «παραγκωνισμός». Συνεχίζεται εδώ τό ξετύλιγμα τού συλλογισμού: « Ή άτομική ιδιοκτησία αύτοεξωθείται στήν οικονομολογική της κίνηση πρός τήν δική της διάλυση· αύτό γίνεται μόνο μέ μιά άνεξάρτητη, μή συνειδητή καί παρά τή θέληση της ιδιοκτήτριας τάξης διαδραματιζόμενη εξέλιξη, ή όποία καθορίζεται άπό τή φύση των πραγμάτων γίνεται μόνο μέ 304
τήν γέννηση του προλεταριάτου σάν τέτοιου, της άθλιότητας πού συνειδητοποιεί τήν πνευματική και φυσική της άθλιότητα, του άπανθρωπισμού πού συνειδητοποιεί τόν άπανθρωπισμό του καί γι' αυτό αυτοαναιρείται»^^. Ή νέα σκέψη, πού προβάλλει δειλά καί βρίσκεται μόνο στή λέξη «οικονομολογική», είναι ή ιδέα πού επεκτείνεται ολοένα πλατύτερα καί τελικά όδηγεί στόν διαλεκτικό υλισμό. Τό επόμενο βήμα, πού όδηγεί λίγο μακρύτερα από τόν Χέγκελ καί λίγο πλησιέστερα πρός τόν διαλεκτικό υλισμό, γίνεται στό απόσπασμα Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία, Ό νοητικός δεσμός, πού συνέχει τά επιμέρους κομμάτια, βρίσκεται στήν περιγραφή ένός «άλλοτριωμένου» κόσμου. Όμως αυτή ή ιδέα του Χέγκελ δέν άναπτύσσεται πρός τήν χεγκελιανή κατεύθυνση, παρά ενάντια στόν Χέγκελ. Ό άλλοτριωμένος κόσμος καί γενικά ή αλλοτρίωση παρουσιάζεται σάν συνέπεια των ανθρώπινων, των οικονομικών καί κοινωνικών ορων καί συνθηκών. Ή εργασία στήν ιστορική της εξέλιξη εμφανίζεται στό προσκήνιο καί άναγνωρίζεται εδώ κιόλας σάν ή αρχή πού διακινεί τήν ιστορία. Ό τ α ν ό Χέγκελ στήν Φαινομενολογία ιστορούσε τόν κόσμο του αλλοτριωμένου πνεύματος, τόν άντιλαμβανόταν σάν τήν «άπόλυτη καί γενική άναστροφή καί άλλοτρίωση της σκέψης». Ό Μάρξ, άσχολούμενος μέ τό ϊδιο θέμα·κάτω άπό τόν ϊδιο ορο, δέν περιγράφει τόν κόσμο της «μόρφωσης», παρά μιά προφανώς πιό συγκεκριμένη καί πιό απτή πραγματικότητα. Ή δ η στά άρθρα στό εβραϊκό ζήτημα, πού δημοσιεύτηκαν στις Γερμανο-γαλλικές επετηρίδες 6 Μάρξ περίγραψε τόν θεό του χρήματος. Λέει εκεί: «Τό χρήμα είναι 6 ζηλότυπος θεός του 'Ισραήλ, πλάϊ στόν όποιο δέν επιτρέπεται νά υπάρχει άλλος θεός. Τό χρήμα εξευτελίζει όλους τούς θεούς του άνθρωπου καί τούς μετατρέπει σέ εμπόρευμα. Τό χρήμα είναι γενική αύτοσύστατη άξία όλων τών πραγμάτων. Γι' αυτό υφάρπαξε άπ' όλον τόν κόσμο, τόν ανθρώπινο καί τόν φυσικό, τήν ιδιαίτερη άξία τους. Τό χρήμα είναι ή αλλοτριωμένη ουσία της εργασίας καί της ύπαρξης του άνθρώ20.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
305
που, και αυτή ή ξένη ουσία τον κατακυριαρχει και αυτός τήν προσκυνά». Έτσι διεισδυτική συνεχίζεται καί διευρύνεται αυτή ή περιγραφή: Ό θεός των Εβραίων έγινε εγκόσμιος, γήινος θεός. Ή συναλλαγή είναι ό πραγματικός θεός των Ε β ρ α ί ω ν θεός είναι μόνο ή απατηλή συναλλαγή... Ό ιουδαϊσμός φτάνει στό άποκορύφωμά του με τήν τελείωση της άστικής κοινωνίας · άλλα ή άστική κοινωνία τελειοποιείται γιά πρώτη φορά στόν χριστιανικό κόσμο. Μόνο κάτω άπό τήν κυριαρχία του χριστιανισμού, πού μετατρέπει σέ επιφανειακά δλα τά εθνικά, φυσικά, ηθικά καί θωρητικά στοιχεία σχέσεων του άνθρωπου, μπόρεσε ή άστική κοινωνία νά άποχωρισθεϊ άπό τήν πολιτειακή ζωή, νά ξεσχίσει δλους τούς δεσμούς του είδους άνθρωπος καί στή θέση τους νά βάλει τόν εγωισμό καί τήν ιδιοτέλεια, διαλύοντας τόν κόσμο των άνθρώπων σέ κόσμο εξατομικευμένων κι εχθρικά άντιπαρατιθεμένων άτόμων. Ό χριστιανισμός πήγασε άπό τόν ιουδαϊσμό καί ξαναδιαλύθηκε μέσα στόν ίουδαϊσμό»^'^. Έτσι δέν άπορρίπτει μόνο τόν ιουδαϊσμό, άλλά καί τόν χριστιανισμό καί τελικά τήν θρησκεία γενικά, πού είναι ή άλλοτρίωση του άνθρωπου, γιατί ό άνθρωπος, «δσο είναι θρησκευτικά αιχμαλωτισμένος, μπορεί νά εκφράζει τόν εσωτερικό του κόσμο μόνο μεταβάλλοντάς τον σέ δν ξένο καί φανταστικό...»^®. Στό εργο Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία τό θέμα αυτό ξανασυζητιέται: «Ό,τι μπορώ νά πληρώσω, δηλαδή δ,τι άγοράζεται μέ τό χρήμα, αυτό εΐμαι. Ή δύναμή μου είναι τόση, δση καί ή δύναμη τών χρημάτων μου. Οι ιδιότητες του χρήματος είναι δικές μου, δηλαδή ιδιότητες καί προσωπικές δυνάμεις του ιδιοκτήτη. Ό , τ ι εΐμαι καί μπορώ, δέν ορίζεται λοιπόν διόλου άπό τήν άτομικότητά μου. Είμαι άσχημος, άλλά καταφέρνω νά εξαγοράζω τήν ώραία γυναίκα. Λοιπόν δέν είμαι άσχημος, γιατί ή επίδραση της άσχήμιας, ή άποκρουστική της δύναμη εξουδετερώθηκε μέσω του χρήματος. Σύμφωνα μέ τήν άτομικότητά μου είμαι παράλυτος, άλλά τό χρήμα μου εξασφαλίζει 24 πόδια, δηλαδή δέν είμαι παράλυτος...» 306
Άλλά συνεχίζει: «Έάν δεν εχω χρήματα γιά ταξίδια, δεν έχω ανάγκη, δηλαδή δεν έχω τήν πραγματική καί πραγματοποιήσιμη άνάγκη γιά ταξίδια. Έ ά ν έχω κλίση γιά σπουδές, άλλά δεν έχω τά άπαραίτητα χρήματα, είναι σάν νά μην έχω κλίση γιά σπουδές, δηλαδή δεν έχω αποτελεσματική, αληθινή κλίση. 'Απεναντίας, δταν δεν εχω πράγματι κλίση γιά σπουδές, έχω δμως τήν θέληση καί τά χρήματα, τότε εχω κλίση αποτελεσματική...» Περιγράφοντας τήν μαγική δύναμη του χρήματος ό Μάρξ του προσδίδει τον χαρακτήρα δαιμονικής θεότητας: «Τό χρήμα είναι ή ορατή θεότητα, ή μεταστροφή δλων των άνθρώπινων ιδιοτήτων στό άντίθετό τους, ή γενική μεταλλαγή καί διαστρέβλωση των πραγμάτων, τό χρήμα άδελφώνει τά άδύνατα. Είναι ή μεγάλη πόρνη, ό καθολικός μαστροπός άνθρώπων καί λαών». Ή έμφαση βρίσκεται στήν «διαστροφική» δύναμη του χρήματος: « Ή διαστροφή καί ή μεταλλαγή δλων των άνθρώπινων καί φυσικών ποιοτήτων, τό άδέλφωμα τών άδυνατοτήτων - ή θεϊκή εξουσία του χρήματος έγκειται στήν άλλοτριωμένη, άπαλλοτριωμένη καί άγοραπωλούμενη όντότητα, στήν οποία μεταβάλλεται τό είδος άνθρωπος. Τό χρήμα είναι ό απαλλοτριωμένος πλούτος της ανθρωπότητας»^^. Ό Μάρξ παραθέτει σχετικά άποσπάσματα του Γκαίτε καί του Σαίξπηρ. Ό λ ο ι οι διανοητές του σοσιαλισμού καί χού κομμουνισμού περίγραψαν τό χρήμα σάν έωσφορικό θεό· ό Μάρξ βασίστηκε στήν κεντρική χεγκελιανή έννοια της «άλλοτρίωσης». Στήν κοινωνική ουτοπία τού Τόμας Μόρους, πού δημοσιεύτηκε τό 1516, βρίσκεται ή φράση πού άπευθύνει στόν Μόρους ό άνιχνευτής τού μακάριου νησιού: «Πραγματικά, άγαπητέ μου Μόρους, γιά νά σού πώ άνοιχτά τήν βαθιά μου πεποίθηση: μού φαίνεται πώς οπου άκόμα υπάρχει άτομική ιδιοκτησία καί δλοι οι άνθρωποι μετρούν όλες τίς άξίες μέ τό χρήμα, εκεί δέν θά είναι δυνατή ποτέ μιά πολιτική δίκαιη καί εύστοχη. 'Αλλιώς θάπρεπε νά θεωρήσεις δίκαιη τήν κατάσταση εκείνη, όπου ό καλύτερος κλήρος πέφτει πάντα στούς χειρότερους, ή καί ευτυχισμένη, άν 307
ολη ή ιδιοκτησία μοιράζεται σέ πολύ λίγους, πού κι αυτοί δεν θά ζούσαν από κάθε άποψη καλά, ένώ οι υπόλοιποι θά ήταν βουτηγμένοι στην άθλιότητα»"^^. Καί εδώ γίνεται στό βάθος περιγραφή της διαστροφικής εξουσίας του χρήματος, γιατί κατανέμει τό καλύτερο μερίδιο στούς χειρότερους. Τό χρήμα είναι ή μητέρα κάθε άδικίας καί των εχθρών τής δικαιοσύνης. "Αδικο δέν είναι μόνο τό χρήμα, άλλά σέ ίσο βαθμό καί ή άτομική ιδιοκτησία, προσωποποίηση τής οποίας είναι τό χρήμα. Ή ιδιοκτησία είναι «κλοπή», λέει ό Προυντόν.
308
TO ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ Ό Μάρξ στηρίζεται ακόμη στον Χέγκελ, καθώς άπό τήν άνάλυση του χρήματος και της ατομικής ιδιοκτησίας περνά στήν άνάπτυξη τής θεωρίας τής έργασίας. Ή περιγραφή τής εργασίας καί των γνωρισμάτων της είναι τό σημείο όπου ή φιλοσοφία του Μαρξ συνδυάζεται με οικονομικές θεωρήσεις. Οι σκέψεις πάνω στήν εργασία σάν γεγονός καί έννοια άποτελούν τον σκελετό του αποσπάσματος. Στόν πρόλογο κιόλας λέει 6 Μάρξ, ότι τό άκόλουθο κείμενο πραγματεύεται επίσης τίς «διασυνδέσεις τής πολιτικής οικονομίας μέ τό κράτος, τό δίκαιο, τήν ήθική, τήν άστική ζωή» κλπ. καί βεβαιώνει δτι τά «άποτελέσματα βασίζονται πάνω σέ τελείως εμπειρική άνάλυση, πού είναι άπόρροια ευσυνείδητης κριτικής μελέτης τής πολιτικής οίκονομίας»"^^. Ό Μάρξ άναφέρεται πράγματι συχνά σέ έγκυρους οικονομολόγους (π.χ. Μίλλ, "Ανταμ Σμίθ, Ρικάρντο κ.ά.). Σχετικά μέ τό κεντρικό θέμα τούς άντιμετωπίζει κριτικά, εφόσον κατά τή γνώμη του Μάρξ δέν είχαν συνειδητοποιήσει σαφώς τή φύση τής εργασίας. Αυτοί δέν είχαν δει, κατά τόν Μάρξ, δτι ή άτομική ιδιοκτησία καί ή πλουτοπαραγωγή, πού πηγάζουν άπό τήν εργασία καί τόν καταμερισμό τής έργασίας, είναι «μιά αλλοτριωμένη μορφή τής άνθρώπινης δραστηριότητας σάν δραστηριότητας του είδους άνθρωπος»"^^. Άφού δέν τό κατανοούν, δέν διεισδύουν στήν πραγματική καί βαθιά «ρίζα» τών διαδικασιών, δηλαδή στόν 'ίδιο τόν άνθρωπο. 'Αντίθετα γιά τόν Χέγκελ λέει δτι υποστηρίζει άπόψεις τής σύγχρονης πολιτικής οικονομίας. 'Αντιλαμβάνεται τήν εργασία σά τήν ουσία, τήν έπιδοκιμαζόμενη ουσία του άνθρώπου, άλλά βλέπει μόνο τήν θετική πλευρά τής έργασίας, οχι τήν άρνητική. Στό τελευταίο μέρος τής φράσης, ότι δηλαδή ό Χέγκελ δέν είδε τήν άρνητική πλευρά τής έργασίας, άναγγέλλεται κιόλας ή κριτική πού εδώ δέν διατυπώνεται άκόμα μέ σαφήνεια. 309
Επικροτεί προκαταβολικά δτι ό Χέγκελ κατανόησε την εργασία διαλεκτικά σάν «αντοπραγματοποίηση τον άνθρώπον, μέσα στην απαλλοτρίωση»^^. Σε αύτη τήν ερμηνεία του Χέγκελ οικοδομεί ό Μάρξ τη δική του θεωρία. Ένώ στην ιστορική εξέλιξη της άνθρώπινης εργασίας καί ιδιαίτερα λόγω του καταμερισμού της εργασίας δημιουργείται ή ατομική ιδιοκτησία, συντελείται ή ιστορική κίνηση, μέσα στήν οποία ό άνθρωπος αύτοδημιουργείται όλοένα άπό τήν άρχή. Ταυτόχρονα δμως ή αύτοδημιουργική πράξη είναι πράξη αλλοτρίωσης καί ή ατομική ιδιοκτησία είναι «ή υλική αισθησιακή έκφραση της αλλοτριωμένης ανθρώπινης ζωής»^"^. Ό άνθρωπος «άντικειμενικοποιείται» μέν, ζεί όμως ταυτόχρονα τόν έαυτό του σάν «ξένο καί μή άνθρώπινο άντικείμενο». Ό άνθρωπος χάνεται μέσα στο άντικείμενο: « Ή άτομική ιδιοκτησία μας έκανε τόσο βλάκες καί μονόπλευρους, ώστε ένα άντικείμενο άρχίζει νάναι δικό μας, μόνο οταν τό έχουμε, σάν κεφάλαιο ή κτήμα, τό φάγαμε, τό ήπιαμε, τό φορέσαμε, τό κατοικήσαμε κλπ. γενικά τό καταναλώσαμε»"^^. Έτσι ομως τό οποιοδήποτε φυσικό ή πνευματικό νόημα άντικαθίσταται άπό τήν άλλοτρίωση. Πάνω άπό όλα τά νοήματα θριαμβεύει τό νόημα «κατέχω». Έ δ ώ ό Μάρξ υποδηλώνει - μολονότι άναπτύσσει μόνο τόν σκελετό θεωρίας - δτι ό άνθρωπος άποκτηνώνεται κατά τή διάρκεια της ιστορικής του εξέλιξης. 'Αναπτύσσει βέβαια στήν ιστορία του τίς «πέντε» αισθήσεις, άλλά οσο περισσότερο τίς τοποθετεί κάτω άπό τίς πρακτικές του άνάγκες, τόσο πιό πολύ τίς περιορίζει. Πραγματικά ή άνθρωποθεωρία πού στήνει 6 Μάρξ λέει δτι ό σύγχρονος άνθρωπος, πού πορεύεται κάτω άπό τή σημαία της άτομικής ιδιοκτησίας καί του κεφάλαιου, είναι εσωτερικά φτωχός. Όμως δέν άμφισβητεί 6 Μάρξ τήν άναγκαιότητα αυτής της εξέλιξης. Ό άνθρωπος χρειάστηκε νά άκολουθήσει αυτό τόν δρόμο, πρέπει νά κυριέψει τήν πραγματικότητα, πρέπει νά διατρέξει αυτή τή διαδικασία «άπαλλοτρίωσης». Μιά φορά μάλιστα έγραψε: «Τό άνθρώπινο ÖV χρειάστηκε νά μειωθεί ως τήν άπόλυτη φτώχεια, γιά 310
νά γεννήσει άπό μέσα του τόν εσωτερικό του πλούτο». «'Απόλυτη φτώχεια» είναι γιά τόν Μάρξ ή κατάσταση τοϋ σύγχρονου κόσμου, πού φτώχεψε εσωτερικά παρά τόν έξωτερικό πλούτο του. Ό Μάρξ όδήγησε τήν περιγραφή του ως τό σημείο, άπ' δπου πρέπει νά άντιστρέψει. Ή διαλεκτική εξέλιξη βρίσκεται στό σημείο μετάπτωσης, μεταπήδησης. Ή «αύταλλοτρίωση» πρέπει νά άναιρεθεί. Ή «θετική αναίρεση» της ατομικής ιδιοκτησίας, ό κομμουνισμός, είναι ή «χειραφέτηση ολων των ανθρώπινων αισθήσεων καί ιδιοτήτων»"*^. Ό άνθρωπος γίνεται πραγματικός άνθρωπος. Σέ τέτοιες έκφράσεις γίνεται κιόλας φανερό ποιόν ρόλο διαδραματίζει - σέ τούτη τή θεωρία γιά τόν άνθρωπο - ή παμπάλαια πίστη στήν «λύτρωση» τού άνθρώπου. Δέν πρόκειται ομως πιά γιά θρησκευτική πίστη. Ό άνθρωπος δέν λυτρώνεται μέσω υπερφυσικών δυνάμεων πρέπει νά αύτολυτρωθεί κατά τή διάρκεια της ιστορικής εξέλιξης. Επόμενη βαθμίδα είναι ό κομμουνισμός. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι ό Μάρξ θεωρούσε τότε καί τόν κομμουνισμό σάν μεταβατικό στάδιο. Ή φράση αυτή δέν ξανακούστηκε άργότερα: « Ό κομμουνισμός είναι ή άναγκαία μορφή καί ή δραστική αρχή τού άμεσου μέλλοντος, άλλά ό κομμουνισμός σάν τέτοιος δέν είναι ό στόχος της άνθρώπινης εξέλιξης, ή μορφή της άνθρώπινης κοινωνίας»'^'^. Αυτό δέν άλλάζει δμως τίποτε στό δραμα τού νέου άνθρώπου, δπως εμφανίζεται στήν κομμουνιστική κοινωνία. Περιγράφει τώρα τή μορφή τού κομμουνισμού: Είναι ή πραγματική άπόκτηση της άνθρώπινης φύσης άπό καί γιά τόν άνθρωπο, ή «πλήρης, συνειδητή» επιστροφή τού άνθρώπου στήν κοινωνική καί άνθρώπινη ουσία του. «Αυτός ό κομμουνισμός είναι τελειωμένος νατουραλισμός=ουμανισμός, τελειωμένος ούμανισμός=νατουραλισμός, είναι ή αληθινή λύση της φιλονικίας μεταξύ άνθρώπου καί φύσης καί μεταξύ άνθρώπων...»"^®. Ό λ α τά έργα τού Μάρξ, δσο οργισμένη κριτική της εποχής καί άν περιέχουν, είναι διαποτισμένα άπό μιά πίστη στό μέλλον. Όμως καμιά εργασία του δέν ξαναπερίγραψε τήν 311
κομμουνιστική ιδέα καί τον κομμουνισμό τόσο θετικά και εγκωμιαστικά. Ό κατοπινότερος Μάρξ ήταν πολύ προσεκτικότερος στις σχετικές του παρατηρήσεις. Ό σ ο καθυστερούσε ή αμεσα προσδοκόμενη επανάσταση, τόσο πιό πολύ συγκέντρωνε τό βλέμμα του στό σήμερα, στήν προετοιμασία της επανάστασης. Ό μ ω ς υπήρχε ακόμα ένας λόγος, πού έκανε τόν Μάρξ επιφυλακτικό στις δηλώσεις του γιά τό μέλλον. 'Αναφέρθηκε παραπάνω οτι τή σκέψη του Μάρξ διακατείχε τότε ή πίστη στήν αύτολύτρωση τού άνθρωπου. Ποτέ δέν έχασε αυτή τήν πίστη. Θά ήταν αδύνατο νά τήν χάσει, γιατί έτσι θάχανε καί τήν πίστη στήν επανάσταση. "Ομως αυτή ή πίστη αλλάζει μορφές κατά τή διάρκεια της σταθερής έξέλιξής του. Ό σ ο ισχυρότερη γίνεται ή πεποίθησή του, δτι ή οικονομική εξέλιξη καί οι νόμοι της ορίζουν τήν πορεία της ιστορίας, δηλαδή δσο περισσότερο τείνει άπό τόν διαλεκτικό υλισμό πρός τόν ιστορικό-διαλεκτικό υλισμό οικονομικού τύπου, τόσο στενότερα άρχίζει νά εξαρτάται καί ή επανάσταση άπό τήν ϊδια εξέλιξη. Στήν εργασία του Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία ό Μάρξ βασίζεται άκόμα στόν διαλεκτικό υλισμό φιλοσοφικού τύπου. Ή φιλοσοφική διαλεκτική άρχίζει τώρα νά υποχωρεί. "Ως τώρα ήταν ή άφετηρία καί τό θεμέλιο της σκέψης του, τό άποκορύφωμα της οποίας ήταν ή διαπίστωση οτι τό προλεταριάτο άποτελει «τήν πλήρη άπώλεια τού άνθρώπου» καί αύτή μπορεί νά άναιρεθεί μόνο μέ τήν «πλήρη έπαναπόκτηση τού άνθρώπου». Ή θέση αύτή επικρατεί καί στήν έργασία του Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία. Ό άνθρωπος, πού έχει περιπέσει στόν πλούτο καί τίς απολαύσεις, περιγράφεται εκεί μέ έντονα χρώματα σάν «άτομο χωρίς υπόσταση, πού οργιάζει» · τόν συντηρεί ό προλετάριος μέ «δουλική έργασία», ένα «τιποτένιο ον-θύμα»"^^. Υπεύθυνη είναι ή άτομική ιδιοκτησία, κάτω άπό τήν οποία «κάθε άνθρωπος καραδοκεί νά δημιουργήσει στόν άλλον μιά νέα άνάγκη» καί έτσι νά τού επιβάλλει «μιά ξένη 312
εξουσία». Σέ αυτό τό σύστημα «άμοιβαίας<άπάτης και άμοιβαίας καταλήστευσης» ό άνθρωπος γίνεται «τόσο φτωχότερος σάν άνθρωπος» καί τόσο πιό εξαρτημένος άπό τό χρήμα, δσο περισσότερο «μεγαλώνει ή εξουσία του χρήματος»^®. Έ δ ώ ξεφυτρώνει ή οικονομική διαλεκτική δίπλα στή φιλοσοφική καί τής δίνει περιεχόμενο. Αυτή ή εξέλιξη σημαδεύει καί τήν υποχώρηση τής θεωρίας τής «άλλοτρίωσης». Στή θέση της μπαίνει ή γνώση, πού βρίσκεται καί στήν έργασία Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία. Τήν εκφράζουν προτάσεις σάν αυτή: « Ή βιομηχανία είναι ή πραγματική ιστορική σχέση τής φύσης καί κατά συνέπεια των φυσικών έπιστημώνπρόςτόν άνθρωπο.... Ό Μάρξ διευκρινίζει τή θέση του άκριβώς: «Γιά νά άναιρεθεί ή ιδέα τής άτομικής ιδιοκτησίας, απαιτείται μιά πραγματικά κομμουνιστική δράση. Θά τήν φέρει ή ιστορία, καί εκείνη ή κίνηση, πού τήν φανταζόμαστε νοητά σάν αύτοαναιρούμενη, θά άναπτύξει στήν πραγματικότητα μιά τραχιά καί πολυπλόκαμη διαδικασία. Πρέπει νά τό θεωρήσουμε πραγματική πρόοδο, πού αποκτήσαμε προκαταβολικά συνείδηση άνώτερη τόσο των όρίων δσο καί των στόχων τής ιστορικής κίνησης... Τό έτος συγγραφής τής Πολιτικής οικονομίας καί φιλοσοφίας δέν μπορεί βέβαια νά καθοριστεί μέ ακρίβεια, άλλά ή θέση πού παίρνει στήν εξέλιξη του Μάρξ, είναι σαφής. Τό αποσπασματικό αυτό έργο γράφτηκε άκριβώς στήν περίοδο πού 6 Μάρξ είναι ακόμα χεγκελιανός, σκέφτεται σέ κατηγορίες τής χεγκελιανής διαλεκτικής, έχει δημιουργήσει .ομως μιά κριτική απόσταση απέναντι στήν χεγκέλιανή σκέψη, ώστε βαδίζει στήν ανάπτυξη δικής του διαλεκτικής. Γιά τήν τελευταία είναι βέβαιος πώς θάναι «υλιστική», δέν μπορεί ομως άκόμα νά χαράξει τήν αδρή διαχωριστική γραμμή, πού τράβηξε άργότερα. Στό στάδιο αυτό αναπτύσσει μιά ιδιάζουσα μορφή διαλεκτικής, πού στηρίζεται μέν στόν Χέγκελ, άλλά κρατά μιά απόσταση άπό αυτόν. Ή άφετηρία της είναι πέρα γιά πέρα χεγκελιανή καί προέρχεται άπό τήν Φαινομενολογία. Είναι φανερό δτι ό Μάρξ έχει καταγοητευτεί άπό τήν χεγκελιανή 313
ιδέα του κεφαλαίου για τό «αύταλλοτριωμένο πνεύμα». Βλέπει κι αυτός μπροστά του εναν κόσμο αύταλλοτριωμένο. Έ δ ώ ξεφυτρώνει κιόλας ή δική του θέση. Κατά τή γνώμη του ό Χέγκελ είδε μέν σωστά τό φαινόμενο της αύταλλοτρίωσης, άλλα δέν βρήκε τήν ορθή εξήγηση, γιατί τήν έβλεπε μόνο σάν αύταλλοτρίωση της συνείδησης. Οΰτε μπορεί νά τήν άντιληφθεί αλλιώς, γιατί ό άνθρωπος γιά κείνον ήταν κατά βάση μόνο αυτοσυνείδηση. « Ή άνθρώπινη φύση, τό ον του άνθρώπου», λέει ό Μάρξ, «γιά τόν Χέγκελ εξισώνεται μέ τήν αύτοσυνείδηση. Ό λ η ή άλλοτρίωση του άνθρώπινου οντος θεωρήθηκε κατά συνέπεια μόνο σάν άλλοτρίωση της αυτοσυνείδησης»^^. Σέ αύτή τήν, άς πούμε, πνευματιστική θεωρία γιά τό ον τού άνθρώπου ό Μάρξ άντιπαραθέτει μιάν άλλη, πού άργότερα συμβολίστηκε μέ τήν αποφθεγματική φράση «δχι ή συνείδηση, παρά τό Είναι ορίζει τή ζωή». Τώρα ομως άσκεί κριτική στόν Χέγκελ, πού παράβλεψε τήν «πραγματική άλλοτρίωση τού άνθρώπου» καί δέν διέκρινε δτι ή άλλοτρίωση πού εννοούσε είναι μόνο ή «επίφαση» μιας βαθύτερης διαδικασίας. Μέ αύτή τήν διαπίστωση ό Μάρξ έστρεψε τό βλέμμα του άπό τόν Χέγκελ καί ή άπόσταση θά ήταν άκόμα μεγαλύτερη, αν δέν τόν συνέδεε κάτι άκόμα. Κατά τή γνώμη του ό Χέγκελ είχε δει σωστά ότι τό ον τού άνθρώπου πρέπει νά άναζητηθει στήν εργασία. 'Αναγνωρίζει μάλιστα στόν Χέγκελ οτι άντιλήφθηκε σωστά «τόν άληθινό καί πραγματικό άνθρωπο, πού είναι αποτέλεσμα της ΐόιας του της εργασίας». Δέν λείπει βέβαια καί έδώ ή βασική διαφορά. Κατά τόν Χέγκελ ό άνθρωπος τελικά δέν είναι τό προϊόν της δικής του εργασίας, παρά τό προϊόν της αύτογνωριζόμενης ιδέας. Στήν πορεία της διαλεκτικής πραγματοποίησης εμφανίζεται μέν καί ή αύτενέργεια τού άνθρώπου, άλλά αύτή δέν στηρίζεται στόν άνθρωπο παρά στήν ιδέα. Πάντως ό Χέγκελ βρήκε τόν διαλεκτικό μοχλό κι έδώ ό Μάρξ είναι μαθητής του. Ό Μάρξ διατρέχει τήν ϊδια διαλεκτική πορεία μέ κριτικές προϋποθέσεις άναφορικά πρός τόν Χέγκελ. 314
Βλέπει τόν εαυτό του σύμφωνο μέ τον Χέγκελ, δτι ό άνθρωπος «άπαλλοτριώνεται» στον κόσμο των άντικειμένων. Προσυπογράφει την άποψη του Χέγκελ, δτι ή εργασία άποτελεί την διαδικασία, μέσα στην οποία ό άνθρωπος παραδίδεται στά αντικείμενα, «άντικειμενικοποιώντας» τόν εαυτό του μέ την εργασία. Όμως αύτη ή διαδικασία γιά τόν Μαρξ δέν είναι πνευματιστικής, παρά τελείως ρεαλιστικής φύσης. Ή εργασία λοιπόν είναι ή πραγματική διαλεκτική διαδικασία. Δέν είναι όμως ή πνευματική, παρά ή υλική εργασία, πού συνιστά τήν διαλεκτική του άνθρώπου. Σέ αύτή εξελίσσεται 6 άνθρωπος καί γίνεται «άποτέλεσμα του εαυτού του». Ό Μάρξ διατηρεί αύτή τήν σκέψη, πού θεμελιώνει τήν κατοπινή θεωρία του, οτι ή πραγματική ιστορία του άνθρώπου δέν είναι ή ιστορία της συνείδησης του καί των ιδεολογιών του, παρά ή ιστορία της υλικής παραγωγής. Καί σέ αύτή τήν φάση ύποστηρίζει: « Ή βιομηχανία είναι ή πραγματική ιστορική σχέση της φύσης καί κατά συνέπεια των φυσικών επιστημών πρός τόν άνθρωπο^"^. Ό μ ω ς ή διαλεκτική διαδικασία κάτω άπό αύτές τίς προϋποθέσεις δέν έχει άκόμα τήν τελική μορφή. Ά π ό τό έργο Γερμανική Ιδεολογία άρχίζει νά επικρατεί ή γνώση, πώς ή άντίθεση καί άντίφαση μεταξύ τών «παραγωγικών δυνάμεων» καί τών «παραγωγικών σχέσεων» (στήν Γερμανική ιδεολογία ονομάζει τίς δεύτερες «συναλλακτικές σχέσεις») είναι ή κινητήρια διαλεκτική δύναμη. Στήν Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία υποδηλώνεται αύτή ή διαλεκτική βασική άντίφαση. Στό επίκεντρο τών στοχασμών βρίσκεται ή διαλεκτική του «άνθρώπου» σέ στενή άκόμα συσχέτιση πρός τόν Χέγκελ. Τήν άντικρύζει άπό δυό άπόψεις. Ή πρώτη άποψη, σύμφωνα μέ τήν οποία ό άνθρωπος, γιά νά εξελιχθεί, πρέπει νά πραγματοποιηθεί στήν εργασία, είναι μιά παράσταση, πού τήν βρήκε οχι μόνο στόν Χέγκελ, άλλά καί στήν σύγχρονή του πολιτική οικονομία. Ή πραγματοποίηση του άνθρώπου είναι διαλεκτική. Αυτό σημαίνει οτι ό άνθρωπος, πού εργάζεται καί είναι υποχρεωμένος νά εργάζεται, ταυτόχρονα άλλοτριώνεται στήν 315
εργασία και άπαλλοτριώνεται. Αυτό εννοεί ό Μαρξ, δταν τονίζει οτι με τό «πλήθος των άντικειμένων», πού δημιουργούνται με την εργασία, μεγαλώνει καί «τό βασίλειο των ξένων όντων, στά όποια υποδουλώνεται ό ανθρωπ;ος». Μέ αύτη την παράσταση συνδυάζει μιά δεύτερη, μή χεγκελιανή. Ισχυρίζεται δτι ή εργασία δεν είναι διαδικασία μόνο εγωιστική, πού εξυπηρετεί δηλαδή τίς άνάγκες του ατόμου. 'Αντιλαμβάνεται τήν άνθρώπινη εργασία πάντα σάν «κοινωνική»: Ό κοινωνικός χαρακτήρας είναι ό γενικός χαρακτήρας ολόκληρης της κίνησης· όπως ή κοινωνία παράγει τόν άνθρωπο σάν άνθρωπο, ετσι ή ϊδια είναι παράγωγο του άνθρώπου. Ή δραστηριότητα καί τό πνεύμα είναι κοινωνικά, τόσο από άποψη περιεχομένου δσο καί σχετικά μέ τόν τρόπο γένεσης: κοινωνική δραστηριότητα καί κοινωνικό πνεύμα. Ή άνθρώπινη ούσία της φύσης υπάρχει μόνο γιά τόν κοινωνικό άνθρωπο, γιατί μόλις τώρα προσφέρεται ή φύση σάν δεσμός μέ τόν άνθρωπο, σάν συνύπαρξη καί άμοιβαία εξυπηρέτηση, σάν ζωικό στοιχείο της ανθρώπινης πραγματικότητας, μόλις τώρα τού προσφέρεται σάν βάση της δικής του άνθρώπινης ύπαρξης. Στό στάδιο κοινωνικότητάς του πρωτογίνεται άνθρώπινη ή φυσική του ύπαρξη, ή άνθρώπινη ύπόστασή του καί ή φύση. Ά ρ α ή κοινωνία είναι ή τελειοποιημένη όντική ένότητα τού άνθρώπου μέ τή φύση, ή άληθινή άνάσταση τής φύσης, ό εφαρμοσμένος νατουραλισμός τού άνθρώπου καί ό πραγματοποιημένος ούμανισμός τής φύσης»^^. Παραθέτουμε αύτό τό εδάφιο άκέραιο παρά τίς επαναλήψεις πού περιέχει, γιατί δείχνει όλοφάνερα τόν διαλεκτικό στόχο, τήν «άληθινή» κοινωνία, στήν οποία τό άτομο ενοποιήθηκε μέ τήν κοινωνία. Πίσω άπό αύτά άνυψώνεται ή ούτοπία, πού οραματίστηκαν πάντα ολοι οι διανοητές τού σοσιαλισμού καί τού κομμουνισμού: ή ιδανική κοινωνία. Ό Μάρξ περιμένει τήν πραγματοποίησή της άπό τόν κομμουνισμό, πού όρίζεται σάν «έπανεύρεση ή επιστροφή τού άνθρώπου στόν εαυτό του μέ τήν άναίρεση τής άνθρώπινης αύταλλοτρίωσης...»^^. 'Αλλού κάνει ενθερμη περιγραφή τής άνάπτυξης αύτής τής κίνησης: «Όταν ένοποιηθούν οι κομ316
μουνιστές χειρώνακτες... ιδιοποιούνται μιά νέα άνάγκη της κοινωνίας...». « Ή κοινωνία, ό σύλλογος, ή ψυχαγωγία, πού εχει έπίοης την κοινωνία σάν σκοπό, τούς ικανοποιεί, ή αδελφοσύνη των άνθρώπων δεν τούς είναι κενή φρασεολογία παρά άλήθεια, καί οι άπό την εργασία σκληραγωγημένες μορφές άκτινοβολούν τήν ευγένεια της άνθρωπιάς»^'^. Ό μ ω ς ό Μαρξ δέν παραδίδεται, ούτε έδώ ούτε άργότερα, σέ λεπτομερειακές άπεικονίσεις της κομμουνιστικής κοινωνίας, δπως συνήθιζαν οι κοινωνικοί ουτοπιστές ολων των εποχών. Θεωρεί σπουδαιότερη καί ουσιαστικότερη τήν κριτική της σημερινής κοινωνίας. Γιά τόν σκοπό αύτό του είναι άπαραίτητο να άποδείξει πώς καί μέ ποιά διαλεκτική άκολουθία δημιουργήθηκε ή σημερινή, «άλλοτριωμένη» κοινωνία. Είναι ομως εξαρχής βέβαιο, οτι ή τωρινή κοινωνία δέν είναι ή πραγματική, άλλά μόνο ή ιστορική προπαρασκευαστική βαθμίδα τής πραγματικής. Πώς λοιπόν πρέπει νά άντιληφθούμε τήν φύση της καί τήν άναγκαιότητα τής γένεσής της; Έ δ ώ άκολουθεί ή οικονομική άνάλυση του Μαρξ, τίς κυριότερες απόψεις τής όποίας εκθέσαμε περιληπτικά. Ή αιτία τής αύταλλοτρίωσης του άνθρώπου καί τής κοινωνίας είναι ό καταμερισμός τής έργασίας καί ή ατομική ίδιοκτησία^β.
Σέ αντίθεση πρός τήν ούτοπική θεωρία του ιδανικού κοινωνικοποιημένου άνθρώπου άναπτύσσεται έδώ ή θεωρία τού «φίλαυτου» καί «αλλοτριωμένου άνθρώπου», πού εκθέσαμε παραπάνω. Καταμερισμός έργασίας καί άτομική ιδιοκτησία, χρήμα, κεφάλαιο καί βιομηχανία είναι τά άναγκαία στάδια, πού διέρχεται ό άνθρωπος. Σέ αυτή τήν διαδρομή αύταλλοτριώνεται 6 άνθρωπος καί άποκτά μιά υπερτροφική αίσθηση τής «περιουσιακής άπόχτησης». Αυτή ή εξέλιξη δέν είναι συμπτωματική, άλλά άναγκαία. Ό άνθρωπος άναγκάστηκε νά πάρει αυτόν τόν δρόμο: «'Ακριβώς έδώ, δτι δηλαδή ό καταμερισμός εργασίας καί ή ανταλλαγή προϊόντων είναι σχηματισμοί τής άτομικής ιδιοκτησίας, βρίσκεται λοιπόν ή άπόδειξη, τόσο δτι ή ανθρώπινη ζωή χρειάστηκε τήν άτομική ιδιοκτησία γιά τήν πρα317
γματοποίησή της, δσο και οτι τώρα έχει άνάγκη άναίρεαης της άτομικής ιδιοκτησίας»^^. Έτσι ολοκληρώνεται ό διαλεκτικός κύκλος των άποδείξεων, πού συνδέει τήν άναγκαιότητα της ώς τώρα εξέλιξης μέ τήν άναγκαιότητα της κατάργησης της άτομικής ιδιοκτησίας καί τής πραγματοποίησης τής κομμουνιστικής κοινωνίας. Γιά τόν Μάρξ είναι σημαντική, κοντά'σ' αυτή τήν απόδειξη, καί ή άνατροπή του Χέγκελ. Γι' αυτό παρατηρούμε τίς εναλλαγές μεταξύ οικονομολογικών σκέψεων καί κριτικών παρατηρήσεων πάνω στήν χεγκελιανή φιλοσοφία. Ένώ στήν κατοπινότερη ίστορική-ύλιστική διαλεκτική τό κέντρο βάρους είναι ή οικονομική διαλεκτική, εδώ επικρατεί μιά άλλη μορφή διαλεκτικής. Ό Μάρξ άντιλαμβάνεται έδώ τήν ιστορία τού άνθρώπου σάν ξετύλιγμα του «εσωτερικού του δυναμικού» καί τήν άνθρώπινη κοινωνία σάν κοινωνία, πού χάνεται διαλεκτικά μέσα στήν άλλοτρίωση τού καπιταλισμού καί πάλι διαλεκτικά ξαναβρίσκει τόν εαυτό της στόν κομμουνισμό. Αυτή ή σκέψη άρχίζει στό έξής νά μπαίνει σταδιακά στό περιθώριο. Ή μελέτη τών οικονομικών συναρτήσεων οδηγεί τόν Μάρξ στήν πεποίθηση οτι ή «άνατομία τής άστικής κοινωνίας» κι άκόμα ή ιστορία τού άνθρώπου «πρέπει νά άναζητηθούν στήν πολιτική οικονομία».
318
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΧΕΓΚΕΛ Ό πυρήνας της κριτικής στον Χέγκελ μπορεί νά αποδοθεί μέ λίγες φράσεις. Ό Χέγκελ διάγνωσε μέν τήν ουσία τής εργασίας καί τήν διαλεκτική της. "Ως εδώ βασίζεται σε μιά πραγματική πολιτική οικονομία. Ταυτόχρονα δμως παρανόησε τήν ουσία τής εργασίας, γιατί «γνωρίζει καί αναγνωρίζει» μόνο τήν «άφηρημένη πνευματική» εργασία. Έτσι δεν μπορεί νά συλλάβει τήν οικονομική διαδικασία άλλοτρίωσης, όπως αυτή διαδραματίστηκε πραγματικά. Ό Μάρξ βλέπει μπροστά του ενα ιδιόρρυθμο δράμα. Ό μεγάλος στοχαστής Χέγκελ, πού κατανόησε τήν αύταλλοτρίωση του άνθρωπου, γίνεται ό ίδιος θύμα τής αύταλλοτρίωσης, επειδή παραγνώρισε τήν πραγματική φύση τής εργασίας. « Ό φιλόσοφος - ό ίδιος δηλαδή μιά άφηρημένη μορφή του άλλοτριωμένου άνθρώπου - παίρνει τόν εαυτό του σάν μέτρο του άφηρημένου κόσμου»^®. Κάνει δηλαδή μιά κίνηση εξίσου μή πραγματική - σάν άλλοτριωμένος στήν σκέψη καί άπό τήν πραγματικότητα. Ή χεγκελιανή διαλεκτική, πού καθαυτή είναι σωστή μεθοδική άρχή, παραπαίει στό κενό. Γιατί: « Ό αύταλλοτριωμένος άνθρωπος είναι στοχαστής άλλοτριωμένος άπό τήν φύση του, δηλαδή άπό τή φυσική καί άνθρώπινη φύση». Μέσα άπό αυτό τό πρίσμα πρέπει νά ειδωθεί τό έργο του Χέγκελ. Ό Χέγκελ ενοποίησε «στή Λογική του δλα τά έμμονα πνεύματα, πού φωλιάζουν έξω άπό τή φύση καί τόν άνθρωπο» μέ διαλεκτικό τρόπο, τά «έβαλε στήν κλούβα», οπως λέει ό Μάρξ, κάνοντας μιά «κυκλική πράξη άφαίρεσης». Ό Χέγκελ άνάπτυξε έτσι όλόκληρη τή φιλοσοφία, δηλαδή άντέταξε «άπέναντι στήν προηγούμενη φιλοσοφία» μιά περίληψη «τών δικών της μεμονωμένων στοιχείων». "Ομως αυτό τό «σκέπτεσθαι, πού κινείται [μόνο] στή σκέψη», άπομένει «χωρίς μάτια, χωρίς δόντια, χωρίς αυτιά, χωρίς τά πάντα... Στό επόμενο βήμα ό Μάρξ θεωρεί τόν χεγκελιανισμό, τόσο τών παλαιοχεγκελιανών όσο καί τών νεοχεγκελιανών, 319
σάν «διαδικασία σήψης του άπόλυτου πνεύματος». Αυτοί οί συλλογισμοί, πού φέρνουν στό φως την ουσία της «ιδεολογίας», τον όδηγούν στό συμπέρασμα δτι «ή αυτόνομη φιλοσοφία» εχει χάσει πιά «τό δικαίωμα καί τόν φορέα ύπαρξης» της62.
320
Η Α Π Ο Π Ε Ρ Α Τ Ω Σ Η ΤΩΝ ΝΕΑΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ: Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΙΔΕΟΑΟΓΙΑ Ό Μάρξ εγραψε τήν Γερμανική Ιδεολογία μαζί με τον Ένγκελς. 'Αργότερα οημείωσε ό ϊδιος δτι τό βιβλίο γράφτηκε για «νά γίνει κοινή επεξεργασία της άντίθεσης μεταξύ της δικής μας καί τής ιδεολογικής άποψης τής γερμανικής φιλοσοφίας» καί νά κλείσουμε τους λογαριασμούς «με τή δική μας προηγούμενη φιλοσοφική συνείδηση». "Ωσπου νά τυπωθεί τό βιβλίο, θά παράδιναν τό χειρόγραφο «με προθυμία στήν τρωκτική κριτική των ποντικών», «αφού είχαμε πετύχει τόν κύριο σκοπό μας - τήν αύτοσυνεννόηση»^^. Ή σημασία αυτού του μεγάλου καί ογκώδους έργου δεν πρέπει νά άναζητηθεί σ' εκείνο τό μέρος τής αύτοσυνεννόησης, πού φέρει τόν υπότιτλο: «Κριτική τής νεότερης γερμανικής φιλοσοφίας, ιδιαίτερα τών εκπρόσωπων Φόυερμπαχ, Μπάουερ καί Στίρνερ, καθώς καί του γερμανικού σοσιαλισμού καί τών διαφόρων προφητών του». Έ δ ώ αντιμετωπίζονται ένας μετά τόν άλλον οι παραπάνω στοχαστές καί υποβάλλονται σέ λεπτομερειακή καί δηκτικότατη κριτική. Χωρίς δισταγμό χρησιμοποιούνται εκφράσεις σάν αυτές: « Ό θεοφοβούμενος άντρας εχει τήν άναίδεια...» (Μπάουερ), «ή τεράστια εύκολοπιστία τού αγίου μας...» (Στίρνερ), «αυτός 6 εμπνευσμένος διδάκτορας είναι πνευματιστής τσαρλατάνος, ευσεβής άπατεώνας, μυστικιστής εξυπνάκιας...» (Κούλμαν) κλπ. Μιά λιγοσέλιδη εισαγωγή προλογίζει τήν εργασία. Ό Μέρινγκ λέει οτι «είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τήν κριτική πάνω στόν Μπρούνο Μπάουερ καί τόν Μάξ Στίρνερ», αλλά είναι μισοτελειωμένη^. Στηρίζει τίς δηλώσεις του μάλλον στόν Ένγκελς, πού εγραψε άργότερα σ' ένα βιβλίο γιά τόν Φόυερμπαχ, πώς «άναζήτησε καί εξέτασε τό παλιό χειρόγραφο» τού 1845/46 καί συνεχίζει: «Τό κεφάλαιο γιά τόν Φόυερμπαχ είναι μισοτελειωμένο. Τό αποτελειωμένο μέρος εκθέτει τήν υλιστική άντίληψη τής ιστορίας καί άποδείχνει μόνο πόσο ελλιπείς ήταν τότε οι γνώσεις μας πάνω στήν οικονομική ίστορία»^^. 21.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
321
Ό Ένγκελς εχει μάλλον δίκιο· ή μελέτη της οικονομικής βιβλιογραφίας καί οι οικονομικές γνώσεις του Μάρξ καί του Ένγκελς δέν είχαν ακόμα τό κατοπινό πλάτος καί βάθος. Εντούτοις αύτη ή παρουσίαση της υλιστικής άντίληψης τής ιστορίας δέν παύει νά είναι μέ τόν τρόπο της ένα έγκυρο σχέδιο του νέου οικονομικού καί διαλεκτικού υλισμού. 'Αργότερα έγιναν μερικές άλλαγές στίς λεπτομέρειες: ή διατύπωση γίνεται καθαρότερη (Κριτική τής πολιτικής οικονομίας) ή γενικά πιό κατανοητή (Κομμουνιστικό Μανιφέστο), Επειδή δμως ούτε 6 Μάρξ ούτε 6 Ένγκελς έγραψαν διδακτικά καί συστηματικά συγγράμματα πάνω στόν ιστορικό υλισμό, στήν Γερμανική ιδεολογία έχουμε τήν πληρέστερη παρουσίαση του. Περιέχει δυό βασικές σκέψεις, πού βρίσκονται σέ άλληλοσυνάρτηση. Ή πρώτη άφορα τήν άνάπτυξη τής μαρξιστικής έννοιας τής «ιδεολογίας» καί ή δεύτερη παρουσιάζει τήν ιστορία σάν προϊόν τής «άντίφασης μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων καί τής μορφής συναλλαγών», μολονότι οι σκέψεις εκτίθενται φευγαλέα κι έπιτομικά. Χαρακτηριστικό γιά τήν άλλαγμένη προβληματική τού Μάρξ είναι δτι τό πάθος πού συνόδευε τίς σκέψεις του πάνω στήν άλλοτρίωση καί αύταλλοτρίωση είναι τώρα υποτονικό. Τό θέμα θίγεται περιθωριακά καί μέ υποτιμητικό τόνο. Ό τ α ν μιά φορά μνημονεύει τόν δρο «άλλοτρίωση», δικαιολογεί τήν χρήση του, ζητώντας σχεδόν συγγνώμη: «γιά νά παραμείνουμε κατανοητοί στούς φιλόσοφους»^^. Σέ άλλο σημείο καί άφού ό Μάρξ έχει εκθέσει τίς παραστάσεις του γιά τήν οικονομική καί ιστορική εξέλιξη, λέει: «Συλλάβαμε δλη τήν διαδικασία σάν διαδικασία άλλοτρίωσης τού άνθρώπου καί αυτό προέρχεται κυρίως άπό τό γεγονός δτι τό μέσο άτομο τής κατοπινής βαθμίδας κατατάχτηκε πάντα στήν προηγούμενη βαθμίδα καί ή κατοπινή συνείδηση προσδόθηκε στά προηγούμενα άτομα»^"^. Γίνεται φανερό, δτι άποπερατώθηκε ή διαμάχη μέ τόν Χέγκελ. Δέν χρειάζεται πιά ή άπόδειξη πώς 6 Χέγκελ είναι 6 ϊδιος άλλοτριωμένο πρόσωπο. Προσφέρεται τώρα μιά άπλούστερη καί ταυτόχρονα συστηματική έρμηνεία τής σκέ322
ψης του Χέγκελ και άλλων- αυτά περιέχονται στην θεωρία της «ιδεολογίας». Ό όρος «ιδεολογία» δεν προέρχεται άπό τόν Μαρξ· προϋπήρχε επίσης καί ή θεωρία δτι οι ιδέες εξαρτώνται άπό τις εκάστοτε συνθήκες καί τίς κοινωνικές σχέσεις. 'Ακόμα καί ό Ναπολέοντας χρησιμοποίησε κριτικά τόν δρο «ιδεολογία» καθώς καί μιά σειρά προμαρξικών συγγραφέων^®. Όμως ό Μάρξ διευκρινίζει καί κάνει πιό άνάγλυφη τήν σκέψη γιά τήν εξάρτηση τών ιδεών, διατυπώνοντάς τη μέ μιά χαρακτηριστική φόρμουλα. Οι ιδέες μπορούν βέβαια νά θεωρηθούν σάν προϊόντα του άνθρώπινου πνεύματος, άλλά: « Ή παραγωγή τών ιδεών, παραστάσεων, τής συνείδησης είναι σέ πρώτο στάδιο άμεσα πλεγμένες μέσα στήν υλική δραστηριότητα καί τήν υλική συνδιαλαγή τών άνθρώπων, γλώσσα τής πραγματικής ζωής». Αυτή ή φράση δέν παρουσιάζει άκόμα ολόκληρη τήν άδρότητα τής σκέψης του Μάρξ. Δυό άλλες φράσεις είναι πιό χτυπητές: «Δέν καθορίζει ή συνείδηση τή ζωή, παρά ή ζωή τή σ υ ν ε ί δ η σ η Π ι ό κει: « Ή συνείδηση είναι λοιπόν εξαρχής καί παραμένει κοινωνικό προϊόν, οσο υπάρχουν άνθρωποι»^^. Ή κατευθυντήρια σκέψη, πού θεμελιώνει αυτούς τούς ισχυρισμούς, δτι δηλαδή δέν καθορίζει ή συνείδηση τή ζωή, παρά ή ζωή τή συνείδηση, είναι τελεσίδικη γιά τόν Μάρξ. Περίπου 15 χρόνια άργότερα επιστρέφει σ' αυτή τή διατύπωση σχεδόν κατά λέξη · αυτό γίνεται στόν πρόλογο του έργου Κριτική τής πολιτικής οικονομίας: «Δέν είναι ή συνείδηση τών άνθρώπων, πού καθορίζει τό Είναι τους, παρά άντίστροφα τό κοινωνικό τους Είναι εκείνο πού καθορίζει τή συνείδησή τους»'^^. Μετά άπό άλλα 15 χρόνια γράφει στόν επίλογο του πρώτου τόμου του Κεφάλαιου, κάνοντας πολεμική κατά του Χέγκελ: «Σέ μένα απεναντίας τό ιδεατό δέν είναι τίποτε άλλο άπό τό υλικό, πού μετατέθηκε στό κεφάλι τών άνθρώπων». Όλες αυτές οι φράσεις εκφράζουν τήν συνάρτηση, πού ό Μάρξ άναπτύσσει εδώ, συσχετίζοντας βασικές έννοιες. Ή συνείδηση, λέει, είναι πρώτα γλώσσα καί ή γλώσσα δη323
μιουργεϊται από την «άνάγκη επικοινωνίας μέ άλλους άνθρώπους». Ύστερα είναι συνείδηση του «πλησιέστερου περιβάλλοντος των αισθήσεων», τό όποιο άντιπαραστέκεται στόν άνθρωπο σάν «ξένη, παντοδύναμη καί ^ρόσβλητη έξουσία». Αύτη τή συνείδηση, πού εμφανίζεται άλλοτε σάν «φυσική θρησκεία» καί άλλοτε σάν «σκέτη συνείδηση άγέλης» ή «συνείδηση προβάτων», τήν διαδέχονται οί παραπέρα βαθμίδες ως τήν φάση, δπου ή συνείδηση «μπορεί νά φαντάζεται» πώς είναι αύτοτελής καί κάτι παραπάνω άπό «συνείδηση της τρέχουσας πρακτικής» Τό μεθοδικό συμπέρασμα, πού βγάζει ό Μάρξ άπό αύτόν τόν ισχυρισμό, είναι τόσο άπλό δσο καί ό ϊδιος ό ισχυρισμός. ΌΑα «τά θεωρητικά προϊόντα καί οί μορφές ιδεών» πρέπει νά εξηγηθούν μέ άφετηρία τήν «ύλική πρακτική», ό Μάρξ προσθέτει δμως, δτι «μπορούμε φυσικά νά εκθέσουμε τό ιδιο τό άντικείμενο στήν όλότητά του», παρουσιάζοντας τήν άλληλεπίδραση τών διάφορων όψεων"^^. Στήν άναγγελία της νέας «θετικής» επιστήμης γίνεται φανερό ότι ό Μάρξ ενδιαφέρεται μόνο γιά τή θεμελιακή άρχή καί δέν επιδιώκει τυποποιημένη εφαρμογή αύτής της άρχής: Ή επιστήμη αύτή δέν πρέπει νά σερβίρει «συνταγή ή τύπο», σύμφωνα μέ τά όποια ή πραγματικότητα θάμπαινε σέ δοσμένο καλούπι. «'Απεναντίας ή δυσκολία άρχίζει μόλις έπιδοθούμε στήν εξέταση καί διάταξη του υλικού, είτε μιας περασμένης εϊτε της τωρινής εποχής, δηλαδή στήν πραγματική άναπαράστασή του»^"*. Ή άναπαράστασή τού εμπράγματου περιεχομένου της έννοιας «ιδεολογία», δπως τήν σκιαγράφησε ό Μάρξ, δέν θά ήταν πλήρης, άν δέν άποδίδαμε καί τήν άτμόσφαιρα, μέσα στήν όποία σημειώθηκε. Μιά χονδροκομμένη φράση τήν εκφράζει μέ τόν πιό άνάγλυφο τρόπο. Λέει λοιπόν ξαφνικά: «Δέν εχει εξάλλου καμιά σημασία, τί κάνει ή συνείδηση μόνη της, άπό όλη αύτή τή βρωμιά βγάζουμε μόνο τό συμπέρασμα, πώς τά τρία αυτά στοιχεία, οί παραγωγικές δυνάμεις, ή κοινωνική κατάσταση καί ή συνείδηση μπορούν καί άναγκάζονται νά έλθουν μεταξύ τους σέ άντίφαση, γιατί μέ τόν καταμερισμό της εργασίας είναι δοσμένη ή δυνατότητα, 324
μάλιστα ή βεβαιότητα, δτι ή πνευματική και ή υλική δραστηριότητα - δτι ή άπόλαυση καί ή εργασία, ή παραγωγή καί ή κατανάλωση είναι δουλειά διάφορων άτόμων καί ή δυνατότητα νά μήν περιέλθουν σε άντίφαση βρίσκεται στήν άναίρεση πάλι του καταμερισμού της εργασίας» Δεν είναι άστοχη ή ερμηνεία του πρώτου μέρους της παραπάνω φράσης, πώς «ή συνείδηση μόνη της» είναι μόνο «βρωμιά». Ό Μάρξ εχει άπαυδήσει μάλλον μέ τήν φιλοσοφία, πού μιλά γιά συνείδηση, αυτοσυνείδηση κλπ. Ένώ στό προηγούμενο έργο Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία τό ϊδιο θέμα άντιμετωπίζεται μέ δριμεία κριτική, άλλά καί μέ άπαραγνώριστο σεβασμό, τώρα φαίνεται πώς αυτό τό θέμα δέν θεωρείται απλώς ξεκαθαρισμένο. Τό δείχνουν καί τά υπόλοιπα κεφάλαια. Ό Μόζες Χές π.χ. πού στήν Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία μνημονεύεται θετικά, τώρα είναι σάν τούς άλλους - εκτός άπό τόν Χέγκελ καί τόν Φόυερμπαχ - ένας «άγιος», πού ξεπέφτει στό επίπεδο νά «λέει ταυτολογίες μέ σπουδαίο ύφος καί φιγουρατζίδικο τρόπο» καί νά «άντιγράφει» εξάλλου τόν Χέγκελ^^.
325
Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΘΕΣΗ: Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΑΝ ΚΙΝΗΤΗΡΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ Ό π ω ς ή θεωρία της ιδεολογίας έτσι καί ό υλισμός, πού άρχίζει νά υποστηρίζει ό Μαρξ, άναπτύσσεται με λίγες χαρακτηριστικές πινελιές. Πρόκειται για έναν υλισμό διαλεκτικό. Ή ονομασία του δείχνει κιόλας, οτι άφετηρία είναι ή κίνηση των υλικών δεδομένων. Βασική σκέψη, πού στηρίζει ολόκληρη τή θεωρία, είναι τό γεγονός οτι ό άνθρωπος «παράγει» τόν εαυτό του μέ τήν εργασία του. Πρόκειται γιά τριπλή παραγωγή: ικανοποίηση των άναγκών, δημιουργία νέων άναγκών καί άναπαραγωγή του είδους. Πρώτη ιστορική πράξη γιά τόν Μάρξ είναι ή «δημιουργία νέων ά ν α γ κ ώ ν » Ε ξ α ρ χ ή ς όμως αυτά τά τρία στρώματα άναγκών δρουν παράλληλα, δηλαδή ή ικανοποίηση τών άναγκών, ή δημιουργία νέων άναγκών καί ή κοινωνική συνοχή συλλειτουργούν. Έτσι ή παραγωγή καί άναπαραγωγή της ζωής είναι δυνατές μόνο μέσα στόν κοινωνικό σύνδεσμο. Ό Μάρξ δέν ξεκινά λοιπόν άπό τήν πλασματική κατάσταση ενός άνεξάρτητου Ροβινσώνα παρά άπό τόν άνθρωπο πού εργάζεται σέ μιά κοινωνία. Οι παραπάνω εκτιμήσεις όδηγούν τόν Μάρξ στήν βασική διαφοροποίηση μεταξύ «παραγωγικών δυνάμεων» καί «μορφής συναλλαγών». Στήν θέση αυτών τών εννοιών άργότερα τοποθετεί τίς έννοιες «παραγωγικές δυνάμεις» καί «παραγωγικές σχέσεις». Τό νόημα είναι: μπορεί κανείς νά θεωρήσει τήν εργασία άπό τήν πλευρά του εργασιακού άποτελέσματος, άλλά καί άπό τήν πλευρά τής όργάνωσής της. Οι δυό όμως πλευρές τής εργασίας βρίσκονται μεταξύ τους σέ συνάρτηση, δηλαδή ή στάθμη τών εκάστοτε παραγωγικών δυνάμεων εξαρτιέται άπό τίς εκάστοτε μορφές τής «συναλλαγής» (τών παραγωγικών σχέσεων). Ό καταμερισμός τής εργασίας, ή πραγματική έμπορία καθορίζουν τήν παραγωγή. Μέ τόν προοδευτικό καταμερισμό τής εργασίας δημιουργούνται νέες παραγωγικές δυνάμεις, πού μέ τήν σειρά τους άπαιτούν νέες μορφές οργάνωσης. 326
Διαλεκτική βάση είναι αυτή ή άλληλεξάρτηοη. Ό Μάρξ ξεκινά από έναν ισχυρισμό, πού γι' αυτόν είναι κιόλας γεγονός άποδειγμένο. Οι παραγωγικές δυνάμεις εξελίσσονται συνεχώς και ή έξέλιξή τους στηρίζεται στήν αύξηση του πληθυσμού καί των άναγκών. Ή «μορφή συναλλαγής» καί οι παραγωγικές σχέσεις άντιπαρατάσσονται σ' αύτή τήν εξέλιξη σάν επιβραδυντικό στοιχείο. Γιά τόν Μάρξ δέν ισχύει ότι μέ τήν διεύρυνση των παραγωγικών δυνάμεων αλλάζουν αυτόματα καί οι παραγωγικές σχέσεις. "Ισα-ισα οι έκάστοτε παραγωγικές σχέσεις έχουν τήν τάση νά παραμένουν σταθερές. Σ' αυτό τό γεγονός όμως ό Μάρξ άντικρύζει τήν κινητήρια δύναμη της ιστορίας, τήν διαλεκτική «άντίφαση». Λέει: « Ή εξέλιξη τών παραγωγικών δυνάμεων φτάνει σέ μιά βαθμίδα, δπου προκαλούνται παραγωγικές δυνάμεις καί μορφές συναλλαγής, οι όποιες βλάπτουν μόνο τίς ισχύουσες σχέσεις καί οι όποιες δέν είναι πιά παραγωγικές παρά καταστροφικές δυνάμεις (μηχανήματα καί χρήμα). Ή ένταση, πού προκύπτει άπό αυτά αναπόφευκτα καί πηγάζει άπό τό γεγονός της άνάπτυξης τής παραγωγής, δημιουργεί τήν «άντίθεση τών τάξεων». Αυτά θεμελιώνουν τό διαλεκτικό βασικό διάγραμμα τής ιστορίας, οπως τήν βλέπει ό Μάρξ. «'Όλες οι συγκρούσεις τής ιστορίας, κατά τήν άντίληψή μας, πηγάζουν άπό τήν άντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων καί μορφής συναλλαγών». Ά π ό αύτή τή βασική άντίφαση δημιουργούνται όλες οι άλλες άντιφάσεις, πρώτα καί άμεσα ή ταξική άντίθεση. Ή τάξη, πού κάθε φορά κυριαρχεί καί εμφανίζεται σάν κύριος επικαρπωτής, έχει κάθε συμφέρον νά διατηρήσει τίς υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις. Ή έξουσιαζόμενη τάξη, πού εκτελεί τόν όγκο τής εργασίας, μπορεί νά επιβάλλει τήν άναγκαία μετατροπή τής κρατούσας μορφής συναλλαγών μόνο μέ τήν επανάσταση. Λοιπόν ή άντίφαση μεταξύ τών παραγωγικών δυνάμεων καί τής μoρφήc συναλλαγών πρέπει «κάθε φορά νά ξεσπά σέ επανάσταση»^ Όμως οι επαναστάσεις, πού εμφανίστηκαν στήν πορεία τής ως τώρα ιστορίας, δέν μπόρεσαν κατά τή γνώμη του 327
Μάρξ νά έκμοχλεύσουν τά θεμέλια των κοινωνικών πραγμάτων. Τώρα όμως φτάσαμε στό στάδιο, δπου ή άντίφαση έχει πάρει την οξύτερη μορφή της. Οι αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις μετατρέπονται σέ «καταστροφικές δυνάμεις». Επειδή σ' δλες τις ως τώρα επαναστάσεις «τό είδος της δραστηριότητας παράμενε πάντα άθικτο και γινόταν λόγος μόνο γιά άνακατανομή αυτής της δραστηριότητας, γιά νέα μοιρασιά της δουλειάς σ' άλλα πρόσωπα», ή κομμουνιστική επανάσταση πρέπει «νά στραφεί κατά του ως τώρα είδους της δραστηριότητας, νά καταργήσει τήν εργασία καί τήν κυριαρχία δλων των τάξεων μαζί μέ τις ίδιες τις τάξεις». Ό ν τας έτσι ή «κυρίαρχη τάξη» ξετινάζει «ολη τήν παλιά βρωμιά άπό πάνω της» καί καταφέρνει μιά «θεμελίωση της κοινωνίας» μέ νέο τρόπο. Γιά τήν καθιέρωση του νέου ομως «απαιτείται μαζική άλλαγή τών άνθρώπων...»®®. Πολλά άπό αυτά είναι επαναλήψεις προηγούμενων σκέψεων του Μάρξ. Τό δλο έργο θά μπορούσε νά θεωρηθεί σάν επανάληψη παλιότερων άπόψεων καί θέσεων, άν ή κυρίαρχη τώρα διαλεκτική της παραγωγής δέν εξόπλιζε τήν ιστορική-διαλεκτική σκέψη του Μάρξ μέ υλιστικές βάσεις.
328
ΘΕΩΡΙΑ KAI ΠΡΑΞΗ Ή Γερμανική Ιδεολογία γράφτηκε άπό τον Μάρξ και τόν Ένγκελς μεταξύ του τέλους του καλοκαιριού 1845 καί τού φθινοπώρου 1846 στρίς Βρυξέλλες, οπου είχε πάει ό Μάρξ μετά την απέλαση του άπό τό Παρίσι. Ό Μάρξ καί ό Ένγκελς ήταν άπασχολημένοι καί μ' άλλα σχέδια σ' αυτό τό διάστημα. Ό Ένγκελς προετοίμαζε μέ τόν Χές ένα σοσιαλιστικό μηνιαίο περιοδικό· ό Μάρξ καί ό Ένγκελς σχεδιάζουν νά εκδώσουν μιά βιβλιοθήκη σοσιαλιστών συγγραφέων πού θά άσκήσει «πρακτική, έντονη επιρροή στούς Γερμανούς»®^. Σαφής στόχος ολων αυτών τών σχεδίων δέν είναι ή διανοητική καί θεωρητική εργασία πάνω στά προβλήματα του σοσιαλισμού παρά ή διάδοση της κομμουνιστικής ιδέας. Στό έξης, καθώς εξάλλου καί ως τώρα, οι θεωρητικές εργασίες τού Μάρξ γράφονται πλάι στήν επαναστατική δουλειά. Έτσι ή καταγραφή τού θεμελιακού οικονομικού του έργου κράτησε πολλές δεκαετίες. Τό προσχέδιο, ή Κριτική της πολιτικής οικονομίας δημοσιεύτηκε τό 1859, ό πρώτος τόμος τού Κεφάλαιου τό 1867, ενώ ό Ένγκελς γράφει τό 1845 στόν Μάρξ οτι τό περιμένει σύντομα®^. Αυτό σημαδεύει ευδιάκριτα τή θέση, πού αποδίδει ό Μάρξ στή θεωρία: είναι μέσο πάλης, ποτέ αυτοσκοπός. Υποτάσσεται κι εντάσσεται στήν πολιτική δράση. Ά π ό τό κριτικό μέρος της Γερμανικής ιδεολογίας προκύπτει κιόλας ότι ό Μάρξ καί ό Ένγκελς έχουν ξεγράψει τούς συγγραφικούς εκπρόσωπους τού γερμανικού σοσιαλισμού. Στίς Βρυξέλλες σημειώθηκε καί ή τελική ρήξη μέ τόν Βάιτλινγκ, πού μέ τήν «Ένωση τών Δικαίων» είχε πολλούς οπαδούς. Στά 1846-47 γράφτηκε στίς Βρυξέλλες τό βιβλίο Ή αθλιότητα της φιλοσοφίας^ πού διάλυσε τή σχέση μέ τόν Προυντόν. Ταυτόχρονα ό Μάρξ καί ό Ένγκελς προσπαθούν άδιάκοπα νά οικοδομήσουν μιά οργάνωση, πού θά διαδώσει τίς ιδέες τους. Ό Μάρξ σημειώνει σέ γράμμα του οτι ίδρυσαν δυό νόμιμες δημοκρατικές εταιρίες, τήν «Γερμανική Εταιρία 329
Εργατών» και μιά «κοσμοπολίτικη, δημοκρατική εταιρία». Στον «Γερμανικό Σύλλογο Εργατών» εξάλλου, πού ιδρύθηκε στις Βρυξέλλες τό' 1847, ό Μάρξ έδωσε διαλέξεις μέ θέμα «Κεφάλαιο και μισθωτή εργασία». Τό 1845 ό Μάρξ καί ό Ένγκελς έκαναν ένα ταξίδι έξι εβδομάδων στήν 'Αγγλία. Έκει υπήρχε ή «Ένωση τών Κομμουνιστών» πού τήν ειχε ιδρύσει μιά ομάδα εξόριστων επαναστατών εργατών. Ή κεντρική επιτροπή αυτής τής ένωσης έδωσε τό 1847 εντολή στόν Μάρξ νά συντάξει ένα μανιφέστο, πού έγινε παγκόσμια γνωστό μέ τόν τίτλο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Κανένα άλλο κείμενο του Μάρξ δέν φανερώνει μέ τόση σαφήνεια τόν συνδυασμό θεωρητικών συλλογισμών μέ πολιτική προπαγάνδα. Αυτό τό κείμενο άρχίζει μέ τίς λέξεις: «Ένα φάντασμα τριγυρίζει στήν Ευρώπη - τό φάντασμα του κομμουνισμού». 'Ακολουθεί στό πρώτο μέρος μιά μικρή θεωρητική πραγματεία. Έξηγει πώς δλη ή ως τώρα ιστορία ήταν ή ιστορία ταξικών άγώνων. Πάντα άντιπαρατάθηκαν εχθρικά μεταξύ τους δυό τάξεις, δηλαδή καταπιεστές καί καταπιεζόμενοι. Στό δεύτερο μέρος οι κομμουνιστές παρουσιάζονται σάν εκείνοι, πού άπαιτοϋν πιό αποφασιστικά τήν κατάκτηση τής εξουσίας καί τό γκρέμισμα τών άστών τό βασικό τους αίτημα είναι: «ή κατάργηση τής άτομικής ιδιοκτησίας». Τό τρίτο μέρος μέ τίτλο «Σοσιαλιστική καί κομμουνιστική βιβλιογραφία» περιγράφει τρεις μορφές σοσιαλισμού, τόν «άντιδραστικό», τόν «αστικό σοσιαλισμό» καί τόν «κριτικό-ούτοπιστικό σοσιαλισμό». Καί στούς τρεις άσκείται κριτική, προπάντων στόν «άντιδραστικό σοσιαλισμό» μέ τίς υποδιαιρέσεις του «φεουδαρχικός», «μικροαστικός», «γερμανικός» ή «άληθινός» σοσιαλισμός. Ή κατακλείδα του είναι απροκάλυπτη κήρυξη πολέμου. Οι κομμουνιστές θέλουν «τή βίαιη άνατροπή κάθε ως τώρα κοινωνικού καθεστώτος». Πιό κει: « Ά ς τρέμουν οι κρατούσες τάξεις μπροστά σέ μιά κομμουνιστική επανάσταση». 'Αμέσως ύστερα άντηχει ή πολεμική ιαχή, πού θά άντιλαλήσει έναν όλόκληρο αιώνα: «Προλετάριοι δλων τών χωρών 330
ενωθείτε». Αυτό τό μανιφέστο εγινε κοσμοϊστορικό ντοκουμέντο. "Αν εξετάσουμε άπό πού προέρχεται αυτή ή άπήχηση, πρέπει νά τονίσουμε ένμέρει τις πειστικές και κατανοητές διατυπώσεις των θεωρητικών συλλογισμών. "Ομως ή επίδραση του βασίζεται σέ σημαντικό βαθμό καί κάπου άλλου. Προσπαθώντας νά έμφυτέψει στους άντίπαλους τών αστών την ιδέα, δτι ή άστική τάξη είναι καταδικασμένη σέ ιστορική κατάρρευση, τό μανιφέστο δίνει στόν εργάτη, πού άσπάζεται τόν κομμουνισμό, τήν αυτοσυνείδηση μιας ελίτ, στήν οποία άνήκει τό μέλλον. Αύτή πάντως ήταν ή πρόθεση τού Μάρξ. Εκφράζεται στή φράση της κατακλείδας: «Οι προλετάριοι δέν έχουν νά χάσουν τίποτε εκτός άπό τίς άλυσίδες τους. Έχουν νά κερδίσουν έναν κόσμο»®^. Θά δειχτεί δτι αύτή ή έπαγγελία της παγκόσμιας κυριαρχίας έδεσε γενεές επαναστατών στήν ιδέα τού Μάρξ. Στό επίκεντρο της σκέψης τού Μάρξ καί τού Ένγκελς βρίσκεται πάντα ή ιδέα της επανάστασης καί οί δυό περιμένουν τή στιγμή πού θά δράσουν. Πάνω σ' αυτό τό σημείο θραύεται καί ή σχέση τού Μάρξ μέ τόν Προυντόν, μέ τόν όποιον συζητούσε ολόκληρες νύχτες στήν περίοδο τού Παρισιού. Σέ γράμμα πρός τόν Μάρξ, 6 όποιος είχε παρακαλέσει τόν Προυντόν νά συνεργαστεί, συνεισφέροντας κομμουνιστικές άνταποκρίσεις, ό Προυντόν κηρύχνει τόν εαυτό του άντίπαλο κάθε «δογματικού φανατισμού». Θέλει μάλιστα νά καταστρέψει κάθε δογματισμό καί δέν επιθυμεί, μοιράζοντας «άναθεματισμούς καί άφορισμούς», νά «εξαπατά τόν λαό μέ δόγματα». 'Απορρίπτει τήν επανάσταση: «καί έτσι δέν επιτρέπεται νά εμφανίζουμε τήν επαναστατική δράση σάν μέσο κοινωνικής μεταρρύθμισης, γιατί αυτό τό δήθεν μέσο θά ήταν προσκλητήριο γιά βία, γιά αυθαιρεσία, μ' άλλα λόγια θάταν άντίφαση»®'*. Στό βιβλίο 'Αθλιότητα της φιλοσοφίας (1847) τού άπαντα ό Μάρξ μέ τόν χαρακτηριστικό του βίαιο τρόπο. Καταρρακώνει τούς οικονομικούς συλλογισμούς τού Προυντόν, προσπαθεί νά αποδείξει, όπως υποδηλώνει στόν πρόλογο, δτι ό Προυντόν δέν καταλαβαίνει ούτε άπό φιλοσοφία ούτε 331
άπό πολιτική οικονομία. Τό βιβλίο, πού στίς κεντρικές σκέψεις έχει «οίκονομικόπολιτικό» χαρακτήρα, τελειώνει με ομολογία πίστης στή ριζική επανάσταση. Όμολογει δτι ή έπερχόμενη πάλη θά είναι «σύγκρουση σώμα μέ σώμα». Δέν ήρθε άκόμα ό καιρός της «κοινωνικής σταδιακής εξέλιξης». Θά φτάσει, άφοϋ έχει δημιουργηθεί ή νέα μορφή κοινωνίας. "Ως τότε παραμένει τό σύνθημα: «'Αγώνας ή θάνατος· ματωμένος πόλεμος ή τό τίποτε. Έτσι άνένδοτα μπαίνει τό ερώτημα»®^. Μέ αυτή τή φράση της Γεωργίας Σάνδης τελειώνει τό βιβλίο. Ό ϊδιος 6 Μάρξ περιμένει τήν επανάσταση καί τήν «τε-. λική μάχη». Θά περάσει δλη τή ζωή του περιμένοντάς την. Εκείνη τήν εποχή ή ώρα της δράσης φαίνεται νά πλησιάζει. Τόν Φλεβάρη του 1848 ξεσπά ή επανάσταση στό Παρίσι. Φαίνεται πώς ήρθε ή ώρα πού προφήτεψε ό Μάρξ στό τέλος άρθρου του πάνω στήν χεγκελιανή Φιλοσοφία τον Δικαίου: «Όταν έχουν εκπληρωθεί οι δροι, 6 γαλλικός πετεινός θά σημάνει τήν γερμανική άνάσταση». Τό Κομμουνιστικό Μανιφέστο είχε έμφανιστεί τίς παραμονές της επανάστασης του 1848. 'Ακολούθησε ή άπέλαση του Μάρξ καί της οίκογένειάς του άπό τό Βέλγιο. Σχεδόν ταυτόχρονα έφτασε ή πρόσκληση της γαλλικής επαναστατικής κυβέρνησης νά πάει στό Παρίσι. Φάνηκε τότε σάν ν' άρχίζει πιά μιά ένδοξη έποχή γιά τούς επαναστάτες. Ή έπανάσταση μεταδόθηκε στήν Ιταλία κι άγγιξε τήν Γερμανία καί τήν Αυστρία. Οι Γερμανοί μετανάστες, πού ζουν στό Παρίσι, ιδρύουν μιά «Γερμανική Λεγεώνα». Ό Μάρξ άvtικρύζει τά πάντα μέ δυσπιστία. Βρίσκεται στήν διχασμένη θέση εκείνου, πού τίποτε δέν επιθυμεί περισσότερο άπό τήν έπανάσταση, άλλά ταυτόχρονα ξέρει δτι ή ώρα της επανάστασης δέν έχει έρθει άκόμα. Έχει τή γνώμη δτι γιά τήν Γερμανία, πού δέν είχε άκόμα άστική έπανάσταση, δέν ήρθε τό πλήρωμα του χρόνου. Δέν μπορεί δμως ούτε θέλει νά σταθεί στό περιθώριο. Έτσι επιστρέφει στήν Γερμανία καί ιδρύει σάν συνέχεια της παλιάς τήν Νέα 'Εφημερίδα της Ρηνανίας. Ό λ α τά άρθρα, πού γράφει ό Μάρξ (καί ό Ένγκελς) σ' 332
αύτη τήν εφημερίδα, δείχνουν την ανεπάρκεια αυτής της επανάστασης σε σύγκριση μ' εκείνη, πού φαντάζονται αύτοί. Στίς 13 'Ιούνη άκούγεται κιόλας, πώς ή επανάσταση «προδόθηκε»®^. Στίς 28 'Ιούνη μετά τήν παραίτηση των ριζοσπαστικών μελών τής γαλλικής κυβέρνησης καί τήν εξέγερση του 'Ιούνη, 6 Μάρξ δηλώνει, πώς «τό τελευταίο επίσημο υπόλοιπο τής επανάστασης του Φλεβάρη... διαλύθηκε σάν νεφέλωμα»®'^. Τήν πρωτοχρονιά του 1849 εκφράζεται ή σκοτεινή προφητεία: «'Επαναστατική εξέγερση τής γαλλικής εργατικής τάξης, παγκόσμιος πόλεμος, αυτή είναι ή αγγελία γιά τό 1849». Τόν Γενάρη ή προφητεία επαναλαμβάνεται: « Ό έπόμενος παγκόσμιος πόλεμος δέν θά εξαφανίσει άπό τό πρόσωπο τής γής μόνο άντιδραστικές τάξεις καί δυναστείες, αλλά καί όλόκληρους άντιδραστικούς λαούς. Κι αυτό είναι επίσης πρόοδος»®®. Πρόκειται γιά απειλή, πού υπαγορεύτηκε άπό οργή; Μήπως είναι προφητεία; Πάνω σ' αυτό μπορούμε νά πούμε, δτι ό Μάρξ σίγουρα τό εννοούσε σάν πρόγνωση, αλλά εβλεπε εναν παγκόσμιο πόλεμο άλλου περιεχόμενου καί άλλων διαστάσεων άπό τούς παγκόσμιους πόλεμους, πού ήρθαν πραγματικά. Τόν Μάη απαγορεύεται ή Νέα 'Εφημερίδα τής Ρηνανίας, 6 Μάρξ οδηγείται σέ δικαστήριο τής Κολωνίας καί κατηγορείται σάν ταραχοποιός. Μετά τήν άπολογία άπαλλάσσεται, άλλά ή πρωσική κυβέρνηση τόν άπέλασε. Τά απομεινάρια τής περιουσίας τής γυναίκας του ξοδεύτηκαν γιά τά χρέη τής εφημερίδας. Μετά άπό σύντομη παραμονή στή Γαλλία ό Μάρξ πηγαίνει στήν 'Αγγλία, στήν μακρόχρονη καί όριστική μετανάστευση. Παίρνει δμως μαζί του άκέραια τήν πεποίθησή του, πώς μόνο μιά ολοκληρωτική επανάσταση μπορεί νά σώσει τήν άνθρωπότητα· είναι βεβαιότερος άπό κάθε άλλη φορά, πώς ή δική του καί μόνο δική του διδασκαλία είναι ή όρθή. Ή άπόρριψη καί περιφρόνηση δλων των άλλων διδασκαλιών, πού καί προηγούμενα δέν ήταν μικρή, είναι τώρα μεγαλύτερη. Ό μ ω ς πιστεύει άκόμα, δτι ή πραγματική επανάσταση θά ξεσπάσει σύντομα. 333
Ή μάχη λοιπόν χάθηκε, ή θεωρία όμως είναι σωστή. Αύτη ή άξίωση, πού εγείρει ό Μάρξ, βρίσκει στη συνέχεια ολοένα μεγαλύτερη αναγνώριση. Ό Μάρξ γίνεται ή ψηλότερη θεωρητική αρχή, ή θεωρητική συνείδηση του σοσιαλιστικού κινήματος.
334
Ε Π Α Ν Α Λ Η Ψ Η KAI ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΟΥ «ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΥΑΙΣΜΟΥ» ΣΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΗΟΑΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ Ό δημιουργός του ιστορικού υλισμού, αν θέλουμε νά άκριβολογήσουμε, δεν είναι ιστορικός. Κάθε «κύριο φαινόμενο της ιστορίας» πού «αρμενίζει ελεύθερο κι άνελεύθερο, χιλιόμορφο, περίπλοκο, κάτω άπό κάθε δυνατό προσωπείο, μιλώντας πότε μέσω της μάζας καί πότε μέσω ατόμων, άλλοτε αισιόδοξο καί άλλοτε άπαισιόδοξο...»®^, δηλαδή τά διάφορα φαινόμενα της ιστορίας δέν ενδιαφέρουν τόν Μάρξ πραγματικά. Τόν ενδιαφέρει τό παρελθόν σάν πρόδρομος του σήμερα, πού δέν είναι επίσης άντικείμενο τού κύριου ένδιαφέροντός του. Γιά τόν άνθρωπο, πού άναλώνεται στό παρόν, τό παρελθόν είναι ό πρόγονος καί τό μέλλον ό άπόγονος τού παρόντος. Ό Μάρξ ομως μέσα άπό τό παρόν άντικρύζει πάντα τό μέλλον. Τό ενδιαφέρον του γιά τό σήμερα είναι πάντα μελλοντικό καί τό μέλλον είναι ζωγραφισμένο στό παρόν, αυτούσιο καί ορατό. Ήταν πάντα γνώρισμα τού επαναστάτη νά προσκαλεί σέ επανάσταση μέσα άπό τήν μελλοντική προοπτική. Μόνο άπό αυτή τήν σκοπιά μπορεί νά καθοριστεί τό είδος τού ένδιαφέροντος τού Μάρξ γιά τήν ιστορία. Δέν πρόκειται, όπως είπε ό ϊδιος, γιά τό θέμα «ερμηνείας» τού κόσμου, «τό ζήτημα είναι ν' άλλαχτεί»^^. Γιά νά άλλάξει δμως κανείς τόν κόσμο, πρέπει νά κατανοήσει τούς νόμους άλλαγής του. Ό τ α ν άποπερατωθεί αύτή ή προεργασία, θά άνοίξει ό δρόμος της δράσης μέ συνετό τρόπο. Μέ τήν εύρεση τού ιστορικού καί διαλεκτικού υλισμού γιά τόν Μάρξ λύθηκε οριστικά τό γενικό αίνιγμα της ιστορίας. Ή λύση ήταν νά δοθεί ενας χρήσιμος νοητικός τύπος, όπου θά προσδιοριστεί ή βασική κίνηση, δηλαδή ή επαναλαμβανόμενη άλλαγή της ιστορίας. Ό Μάρξ εχει πράγματι τήν επίγνωση πώς πρόκειται γιά νοητική φόρμουλα, πού δμως περιέχει τούς δρους καί τόν 335
χαρακτήρα της ιστορικής κίνησης. Έπί πλέον γνωρίζει, δπως λέει, δτι ό ιστορικός υλισμός δέν είναι τό «μαγικό κλειδί», πού άνοίγει τά πάντα. "Αν προσπαθήσει κανείς να ερευνήσει μιά ορισμένη περίοδο μ' αυτό τό νοητικό καλούπι, τότε πρέπει νά τό γεμίσει μέ άνάλογα περιεχόμενα καί φαινόμενα. Ό Μάρξ βρήκε τή φόρμουλά του στό σύντομο διάστημα τής τριετίας 1843-1846. Είναι τόσο λίγο ιστορικός, πού δέν κοιτάζει νά διεισδύσει μ' αυτόν τόν τύπο σέ περασμένες εποχές. Τό κάνει μόνο φευγαλέα, δπως στήν Γερμανική Ιδεολογία καί ξανά στό Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Μετά τήν κατασκευή του τό καλούπι σάν τέτοιο εμεινε άμετάβλητο. Δέν διορθώνεται, δέν επισκευάζεται ή μετατρέπεται. Χαρακτηριστικό είναι δτι δεκατρία χρόνια μετά τήν Γερμανική ιδεολογία ή φόρμουλα πού είχε καταγραφεί εκεί, εμφανίζεται σχεδόν κατά λέξη στόν πρόλογο του έργου Κριτική τής πολιτικής οικονομίας. Τό περίφημο αυτό εδάφιο λέει δτι άπό μιά κριτική αναθεώρηση τής χεγκελιανής Φιλοσοφίας τον Δικαίου πρόκυψε μιά «έρευνα», σύμφωνα μέ τά πορίσματα τής οποίας «νομικές σχέσεις καί μορφές πολιτευμάτων» δέν μπορούν νά κατανοηθούν «ούτε άπό τόν εαυτό τους ούτε άπό τήν γενική εξέλιξη του πνεύματος», παρά «είναι ριζωμένες στίς υλικές συνθήκες ζωής» καί κατά συνέπεια «ή άνατομία τής άστικής κοινωνίας πρέπει νά άναζητηθει στήν πολιτική οικονομία». Ένώ άναφέρει δτι συνέχισε τήν μελέτη τής πολιτικής οικονομίας, επαναλαμβάνει άκόμα μιά φορά τή βάση αυτής τής μελέτης, δηλαδή τό νοητικό τύπο του ιστορικού υλισμού. Καί καταγράφει σχεδόν κατά λέξη, ο,τι είχε διατυπώσει στήν Γερμανική ιδεολογία. «Δέν είναι ή συνείδηση των άνθρώπων, πού καθορίζει τό Είναι τους, άλλά άπεναντίας τό κοινωνικό τους Είναι καθορίζει τή συνείδησή τους. Σέ μιά ορισμένη βαθμίδα έξέλιξής τους οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις τής κοινωνίας περιέρχονται σέ άντίφαση μέ τίς υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις ή, κάτι πού είναι μόνο μιά νομική έκφραση τού ϊδιου, μέ τίς σχέσεις ιδιοκτησίας, μέσα στίς όποιες είχαν κινηθεί ως τώ336
ρα. 'Από μορφές άνάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων οι σχέσεις αυτές μεταβάλλονται σέ δεσμά τους. Μπαίνουμε τότε σέ μιά εποχή της κοινωνικής επανάστασης. Μέ τήν αλλαγή τής οικονομικής βάσης σείεται ολόκληρο τό τεράστιο εποικοδόμημα αργότερα ή γρηγορότερα». Αυτό άποτελεί έπανάλη\|τη καί περίληψη των σκέψεων, πού άνάπτυξε στήν Γερμανική Ιδεολογία, "Αλλαξε μόνο τόν όρο «μορφή συναλλαγών» μέ τή νέα έκφραση «παραγωγικές σχέσεις». Καί οι άλλες σκέψεις δέν αλλάζουν ουσιαστικά. Πρίν άπό αυτό τό έδάφιο^ό Μάρξ τονίζει δτι βάση τών ιστορικών εξελίξεων είναι ή «παραγωγή τής ζωής». Μέ τά δικά του λόγια: «Στήν κοινωνική παραγωγή τής ζωής τους οι άνθρωποι άποδέχονται όρισμένες, αναγκαίες καί ανεξάρτητες άπό τή θέλησή τους σχέσεις, δηλαδή παραγωγικές σχέσεις, πού αντιστοιχούν σέ μιά όρισμένη βαθμίδα εξέλιξης τών υλικών παραγωγικών δυνάμεων τους. Τό σύνολο αυτών τών παραγωγικών σχέσεων άποτελεί τήν οικονομική δομή τής κοινωνίας, τήν πραγματική βάση, πάνω στήν οποία στηρίζεται ένα νομικό καί πολιτικό εποικοδόμημα καί στήν οποία άντιστοιχούν όρισμένες κοινωνικές σχέσεις»^^. Καί εδώ επαναλαμβάνονται οί συλλογισμοί τής Γερμανικής ιδεολογίας, ή έννοια όμως «παραγωγικές σχέσεις» ορίζεται άκριβέστερα, καθώς τό σύνολο αυτών τών σχέσεων συνιστά τή «βάση» καί τήν «οικονομική δομή» τής κοινωνίας. Χαρακτηριστικότερη είναι τώρα καί ή διαφοροποίηση μεταξύ υποδομής, δηλαδή βάσης, καί «εποικοδομήματος». Öl νομικές, πολιτικές σχέσεις-συνθήκες, οι κοινωνικές μορφές συνείδησης, γενικά ή «κοινωνική, πολιτική καί πνευματική διαδικασία ζωής» κατά τόν Μάρξ είναι «εποικοδόμημα», πού προκύπτει άπό τή βάση. Ή «οικονομική άλλαγή» είναι ή βάση τής επανάστασης. «Μέ τήν άλλαγή τής οικονομικής βάσης σείεται ολόκληρο τό τεράστιο εποικοδόμημα άργότερα ή γρηγορότερα»· ενώ οί οικονομικές συνθήκες παραγωγής «άλλαξαν καί άλλάζουν, επέρχεται ή μεταβολή του εποικοδομήματος» τών ιδεολογικών μορφών. 22.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
337
Έ δ ώ δμως επέρχεται μιά ορισμένη μετατροπή και περιπλοκή της ώς τώρα άπλής φόρμουλας, πού γίνεται τρίπτυχο: παραγωγικές δυνάμεις, παραγωγικές σχέσεις καί ιδεολογικές μορφές. "Αν λοιπόν οι παραγωγικές σχέσεις καθορίζονται τόσο από τίς παραγωγικές δυνάμεις δσο καί άπό τίς ιδεολογικές μορφές, τότε είναι τουλάχιστον νοητό κάτω άπό «ιδεολογική» επιρροή νά άλλάζουν οι παραγωγικές σχέσεις, τελικά δέ καί οι παραγωγικές δυνάμεις. Έτσι δμως οι παραγωγικές δυνάμεις θάχαναν τόν ηγετικό καί καθοριστικό ρόλο τους. Θά ήταν δηλαδή δυνατή μιά επανάσταση μέ τό μέσο των ιδεολογικών μεταβολών - δπως συμβαίνει κιόλας. Όμως 6 Μάρξ καί ό μαρξισμός δέν αναγνωρίζουν μιά τέτοια κριτική. Οί ιδεολογικές μορφές είναι παθητικές· στό ιδεολογικό πεδίο οι άνθρωποι δίνουν τή μάχη τών οικονομικών άνταγωνισμών. Ό Μάρξ επιμένει άνένδοτα, πώς οί ιδεολογικές μορφές είναι μόνο έπιφαινόμενα καί παραφυάδες της οικονομικής βάσης. Ή αυστηρή διάκριση άνυψώνεται σέ κατευθυντήρια μεθοδολογική βάση. Γράφει ρητά: «Κατά τή θεώρηση τέτοιων άλλαγών πρέπει κανείς νά κάνει πάντα τή διάκριση μεταξύ άλλαγών, πού πρέπει νά διαπιστώνονται μέ πιστά φυσικοεπιστημονικό τρόπο καί άφοροΰν τίς οικονομικές συνθήκες παραγωγής, καί άλλαγών στίς νομικές, πολιτικές, θρησκευτικές, καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές μορφές, μέσα στίς όποιες οί άνθρωποι συνειδητοποιούν τή σύγκρουση καί δίνουν τή μάχη γιά τή λύση της»^^. Μέ αυτά καθορίζεται μέ απόλυτη σαφήνεια ό ηγετικός ρόλος τών παραγωγικών δυνάμεων. Πάνω σ' αυτές άνεγείρονται οί παραγωγικές σχέσεις καί πάνω στίς δεύτερες βρίσκονται οί ιδεολογικές μορφές. Σέ κάθε ίστορική άλλαγή καί κάθε επαναστατική κίνηση προηγείται ή άλλαγή τών παραγωγικών δυνάμεων. Οί παραγωγικές σχέσεις καί οί ιδεολογικές μορφές είναι δευτερεύουσες, ύστερότοκες καί ή άλλαγή τους εξαρτιέται άπό τίς άλλαγές τών παραγωγικών δυνάμεων. Ό Μάρξ μένει αυστηρά προσκολλημένος σ' αυτό τό νοητικό διάγραμμα. Μέ αυτά συσχετίζεται τό γεγονός δτι στό εξής ή «ιδεολογία» δέν τόν ενδιαφέρει παρά σάν πάρεργο 338
και δεν τον απασχολεί πια ή διερεύνηση της. Ή κύρια έργασία του άφορα τήν μελέτη των οικονομικών δυνάμεων. Στό έξης και ώς τον θάνατο του άσχολείται με συνέπεια μέ τήν άνάλυση της οικονομικής δομής τής εποχής του. Πόρισμά της είναι τό Κεφάλαιο,
339
TO ΚΕΦΑΛΑΙΟ To 1867, δταν εκδόθηκε ό πρώτος τόμος του Κεφάλαιον, ό Μαρξ είναι διάσημος. Ή περίοδος άμεσων δημόσιων εμφανίσεων του οπως κατά τήν επανάσταση του 1848 έχει περάσει. Θά ήταν κιόλας μορφή παλιών θρύλων, έάν από τό Λονδίνο δεν παρακολουθούσε με κριτικό μάτι, ακατάπαυστα καί προσωπικά, τό ολοένα αυξανόμενο εργατικό κίνημα. Εκτός άπό αυτά ό Μάρξ έγινε ή κυρίαρχη μορφή της «Πρώτης Διεθνούς», πού ιδρύθηκε τό 1864 στό Λονδίνο καί τού ανάθεσε τόν ιδρυτικό χαρετιστήριο λόγο. Ό «Γερμανικός Σύλλογος Εργατών», πού ίδρυσε ό Λασσάλ, πρόσκειται στόν Μάρξ. Ό Λασσάλ θεωρεί τόν Μάρξ θεωρητικό δάσκαλο του, ένώ ό Μάρξ διατηρεί άπόλυτη δυσπιστία άπέναντί του. Τό «Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα», πού ιδρύθηκε τό 1869, μπαίνει κάτω άπό τή σημαία τού διεθνούς σοσιαλισμού καί της ταξικής πάλης. Ή ιδέα τής ταξικής πάλης στήν μαρξική μορφή έγινε γνωστή σέ πλατιά στρώματα. Πολλοί άρκέστηκαν άπλώς σ' αυτή τή λέξη, άλλοι άσχολήθηκαν μέ τήν ιστορική θεωρία τών τάξεων, όπως τήν ειχε αναπτύξει ό Μάρξ· αυτός καί οι οπαδοί του δμως φρόντιζαν νά μήν εξαφανισθεί «τό φάντασμα» τής κομμουνιστικής επανάστασης. Σ' όλο δμως τό διάστημα ό Μάρξ καθόταν καθημερινά στό άναγνωστήριο τού Βρετανικού Μουσείου, όπου γράφει άρθρα γιά εφημερίδες καί συγκεντρώνει τό υλικό γιά τό οικονομικό έργο του· σκόπευε νά τό δημοσιεύσει ήδη τό 1845, άλλά μόλις τό 1859 εμφανίστηκε ό πρώτο τόμος. Τό βιβλίο γίνεται γνωστό μέ άργό ρυθμό, ή επανέκδοση εμφανίζεται ξαναδουλεμένη τό 1873· άργότερα έκανε τόν γύρο τού θριάμβου καί μεταφράστηκε σ' όλες τίς γλώσσες. Πρόκειται άκόμα γιά τόν πρώτο τόμο, πού δμως είναι ογκώδης · οι δυό επόμενοι τόμοι, πού εξέδωσε ό Ένγκελς μετά τόν θάνατο τού Μάρξ, δέν υστερούν σέ όγκο. Τό μέγεθός τους δείχνει πόσο προσεγμένη καί ριζική είναι ή εργασία του. Εκθέτει σέ τρεις τόμους τήν «διαδικασία παραγωγής», τήν «διαδικασία κυκλοφορίας» καί τελικά τήν «συνολική 340
διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής». Τό εργο εχει τήν τύχη τόσων μεγάλων και συστηματικών έργων, πού γράφτηκαν κατά τη διάρκεια ολόκληρης ζωής: έμεινε μισοτελειωμένο, καθώς διακόπτεται στό κεφάλαιο 52 άπότομα. Ό Ένγκελς, στούς κόπους του οποίου οφείλεται ή δημοσίευση του δεύτερου καί τρίτου τόμου, δήλωσε πώς οι τόμοι πού επιμελήθηκε συντακτικά ήταν πολύ άτελέστεροι άπό δσο είχε υποθέσει. Ήθελε μάλιστα νά έκδώσει καί τέταρτο τόμο, πού θά περιείχε «διεξοδική, κριτική ιστορία του πυρήνα τής πολιτικής οικονομίας, τής θεωρίας τής υπεραξίας». Τέτοιος τόμος δέν εκδόθηκε ποτέ. 'Αργότερα δημοσίευσε ό Κάουτσκυ τρεις τόμους μέ βάση τό υλικό αυτό, πού τιτλοφόρησε Θεωρίες πάνω στην νπεραξία»'^^. Οι χειρόγραφες προεργασίες είναι γιγαντιαίες. Τήν τεράστια έργασία δεκαετιών μπορούμε νά τή φανταστούμε δταν διαβάσουμε τούς τρεις τόμους του Κεφάλαιον καί άφού σκεφτούμε πώς ή κριτική προεργασία πάνω στήν «υπεραξία», πού καταγράφτηκε στήν διετία 1861-1863 σάν συνέχεια τής Κριτικής τής πολιτικής οικονομίας, εξαπλώνεται σέ 1472 σελίδες. Γίνεται άμέσως φανερό πόσο έντονα μελετούσε τό υλικό του · τό διατύπωνε, τό ξαναμελετούσε καί τό άνακατάτασσε ξαναδιατυπώνοντάς το. 'Απέναντι στά παλιότερα κείμενα, πού γράφονταν καί δημοσιεύονταν χωρίς μακρόχρονη επεξεργασία, τό Κεφάλαιο, μολονότι δέν είναι τελειωμένο, εμφανίζει ένα γιγαντιαίο υλικό, μελετημένο ως τίς τελευταίες του λεπτομέρειες. Τό έργο αυτό είναι ή κατακλείδα τής εργασίας τού Μάρξ. Καί άπό άλλη άποψη άποτελεί τό αποκορύφωμα τών θεωρητικών καί επιστημονικών προσπαθειών αυτού τού στοχαστή. Έ δ ώ πραγματοποιεί ό Μάρξ τήν ύπόσχεσή του νά εφαρμόσει πάνω στήν ιστορία τήν δική του διαλεκτική. 'Αφετηρία τής έργασίας του ήταν ή γνώση δτι ή άνάλυση τής εκάστοτε παραγωγής, δηλαδή τών παραγωγικών δυνάμεων καί τών παραγωγικών σχέσεων, φέρνει στό φώς τήν πραγματικότητα μιας ιστορικής εποχής καί τήν κίνησή της. Αυτή είναι ή άποστολή τού Κεφάλαιον. Πραγματεύεται 341
άναλυτικά την παραγωγή, δμως εξετάζει πολλές φορές τό «εποικοδόμημα», δηλαδή πολιτικά, νομικά καί ηθικά, γενικά «ιδεολογικά» φαινόμενα. Όποιος δέν εχει υπόψη του αυτή τή συνάρτηση, θά άντικρύσει τό βιβλίο σάν «παράξενο κράμα άπό οικονομική θεωρία, ιστορία, κοινωνιολογία καί προπαγάνδα»^^, πού δέν εντάσσεται σέ καμιά συνηθισμένη κατηγορία επιστημονικής παραγωγής. Ό Μάρξ δέν επιδίωξε τή συγγραφή έργου στά στενά πλαίσια ενός κλάδου. Έ ν α καθολικό πλαίσιο κρίθηκε απαραίτητο, γι' αυτό δέν περιορίστηκε μόνο στόν πυρήνα των παραγωγικών διαδικασιών, παρά έπλεξε καί συναρτήσεις έξωοικονομικές. Γιά τόν άναγνώστη, πού ξεφυλλίζει τό πλήθος σελίδων καί κεφαλαίων, προκύπτει μιά ιδιόμορφη δυσκολία. Καθώς άφοσιώνεται στίς λεπτομέρειες, εύκολα ξεχνά τόν γενικό στόχο, πού είναι ή ερμηνεία μιας ιστορικής εποχής άπό τήν άποψη τής γενικής καί καθολικής θεωρίας του διαλεκτικού υλισμού. Ό Μάρξ γνώριζε αύτή τή δυσκολία. Στόν επίλογο τής επανέκδοσης του πρώτου τόμου υπόδειξε τήν βάση τής σκέψης του καί παραπονέθηκε πώς ή «μέθοδός» του δέν έχει κατανοηθεί άρκετά. Αυτά δείχνουν δτι τό Κεφάλαιο μπορεί νά κατανοηθεί (καί νά κριθεί) μέ δυό τρόπους: εΐ'τε σάν άποπερατωμένο έργο, πού σκοπεύει νά άποδείξει μερικούς οικονομικούς ισχυρισμούς, εϊτε σάν μέρος του καθολικού νοητικού τύπου πού λέγεται διαλεκτικός καί ιστορικός υλισμός. Τελικά δμως γιά κείνον, πού έχει τήν άξίωση άκέραιας κατανόησης, είναι άπαραίτητες καί οί δνό πλευρές, γιατί ή κατανόηση τού οικονομικού πυρήνα προϋποθέτει τόν πλατύ όρίζοντα καί άντίστροφα. Ή βασική αύτή δυσκολία συνδυάζεται δμως μέ ένα προτέρημα ιδιότυπο, πού ό Μάρξ είχε υπόψη του. Δέν ξέχασε ποτέ δτι δέν έγραφε έργο ουδέτερο, επιστημονικό, παρά ένα θεωρητικό έργο πού σκοπεύει νά εξυπηρετήσει άμεσα τήν πρακτική τής πολιτικής δράσης. Αυτό δημιούργησε τήν άναγκαιότητα νά άναφέρει φαινόμενα καί αποδείξεις, πού θά συναντήσουν τήν άμεση σύλληψη καί κατανόηση. Έτσι 342
τό εργο επιτρέπει την συνοπτική άντίληψή του μέσω μερικών ει3χρηστων, άμεσα εύλογων και κατευθείαν πειστικών σκέψεων. Υπάρχουν τέτοιου είδους περιλήψεις, πού μέ καλή θέληση καί δίκιο άνάγουν τό σύνολο του έργου σέ λίγες φόρμουλες: θεωρία της υπεραξίας, θεωρία συσσώρευσης του κεφάλαιου, θεωρία συγκεντροποίησης τού κεφάλαιου, θεωρία της εξαθλίωσης καί θεωρία τών κρίσεων! Τέτοιες κεντρικές σκέψεις εξηγούνται ώς έξης. Έ ν α ς από τούς πυρήνες τού έργου, οπως έλεγε 6 ϊδιος ό Μάρξ, είναι ή θεωρία της «υπεραξίας». Μέ τόν ορο ό Μάρξ εννοεί τήν αξία, πού ό εργάτης παράγει μέν μέ τήν εργασία του, αλλά τού κατακρατείται από τόν καπιταλιστή-έπιχειρηματία. Είναι εκτενής καί λεπτομερειακή ή ανάλυση, άπό τήν οποία ό Μάρξ αντλεί τήν έννοια της υπεραξίας. Στήν αρχή τού Κεφάλαιου διαπιστώνει τόν «διπλό χαρακτήρα της εργασίας». Ξεκινά άπό τήν έννοια τού «εμπορεύματος» καί τήν έννοια τού πλούτου στήν καπιταλιστική κοινωνία, όρίζοντας τόν πλούτο σάν «τεράστια συλλογή εμπορευμάτων». Δείχνει τόν διπλό χαρακτήρα της άξίας τού έμπορεύματος, σάν «άξία χρήσης» καί σάν «συναλλακτική άξία». Ποιά είναι λοιπόν ή «άξία χρήσης» της εργατικής δύναμης, πού στήν σύγχρονη διαδικασία παραγωγής ό εργάτης προσφέρει στόν επιχειρηματία σάν εμπορευματικό είδος; Ό Μάρξ δείχνει δτι ό επιχειρηματίας δέν άγοράζει άπό τόν εργάτη τό προϊόν της εργατικής του δύναμης. Αυτό είναι ιδιοκτησία τού καπιταλιστή. Ό καπιταλιστής άγοράζει άπό τόν εργάτη ϊσα-ισα τήν εργατική του δύναμη, πληρώνοντας μιά «άξία χρήσης». Ή τελευταία είναι κατώτερη της άξίας πού παράγει ό εργάτης. Ή έτσι δημιουργούμενη υπεραξία είναι τό κέρδος τού καπιταλιστή, πού εξαρτιέται άπό τόν βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης μέσω τού καπιταλιστή. Ή καπιταλιστική παραγωγή έχει καί δεύτερο γνώρισμα. Ό εργάτης υποχρεώνεται σέ εργασία, γιά νά κρατηθεί στή ζωή. Καί ό καπιταλιστής χρηματοδοτεί τή ζωή του άπό τά κέρδη του, άλλά κυρίως επιδιώκει νά μεγαλώσει τό κεφάλαιό του. Έ ά ν τό κεφάλαιο δέν εργάζεται πιά άποδοτικά, ή 343
αγορά εργατικής δύναμης δεν εχει νόημα για τον καπιταλιστή. Έ ά ν δμως ό εργάτης χρειαστεί νά διαλέξει μεταξύ εργασίας με φτηνότερο μεροκάματο ή ανεργίας, τότε ή διαδικασία ζωής καί ή συνέχιση τής ύπαρξης του βρίσκονται σέ κίνδυνο. Πότε επέρχεται αυτή ή κατάσταση; Κατά τόν Μάρξ πρέπει νά επέλθει μέσα στήν καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής γιά πολλούς λόγους. Μέ αυξανόμενη παραγωγή, οπως συμβαίνει μέ τήν προοδευτική εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων (π.χ. μηχανές), μειώνεται ή εργατική δύναμη, πού απαιτείται γιά τήν παραγωγή ενός εμπορεύματος. Έτσι τό αναγκαίο ποσό εργατικής δύναμης καί κατά συνέπεια ό αναγκαίος αριθμός εργατών ελαττώνονται. Επειδή δμως ό εργάτης πρέπει νά εργάζεται, γιά νά ζεί, είναι υποχρεωμένος στόν συναγωνισμό μέ άλλες εργατικές δυνάμεις νά προσφέρει τήν εργατική του δύναμη φτηνότερα. Αυτό είναι αναγκαίο προπάντων τότε, δταν 6 επιχειρηματίας λόγω συναγωνισμού πρέπει νά κατεβάσει τίς τιμές τών προϊόντων του. Ό εργάτης επωμίζεται τό βάρος, οσο επικρατεί ύπερπροσφορά εργατικής δύναμης. Έ δ ώ αρχίζει ή λεγόμενη «θεωρία τής εξαθλίωσης». Ό Μάρξ δείχνει δτι ή συνεχιζόμενη αύξηση τής παραγωγής δημιουργεί μιά υπεραφθονία εμπορευμάτων, πού κάτω από ορισμένες συνθήκες δέν μπορούν νά πουληθούν. Ταυτόχρονα υπάρχει πάντα ό κίνδυνος νά συμπιέζεται ή τιμή εργασίας, ώστε ό εργάτης νά παίρνει μόνο τόν μισθό πού άντιστοιχεί σέ ένα «ελάχιστο δριο συντήρησης». Αυτή ή πορεία συνεχίζεται άναγκαία στόν καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γιά νά οδηγήσει σίγουρα στήν έξαθλίωση του προλεταριάτου. 'Απέναντι σ' εκείνους, πού έχουν εργασία, αντιπαρατάσσονται τεράστιες στρατιές άνεργων, πού προθυμοποιούνται νά εργασθούν μέ οποιοδήποτε μεροκάματο. Ή πορεία αυτή είναι άναπόδραστη, γιατί ό νόμος τού κεφάλαιου προστάζει τόν επιχειρηματία νά ενδιαφέρεται μόνο τότε γιά τήν παραγωγή, δταν κερδίζει, δηλαδή άποσπά υπεραξία. 344
Ή εξαθλίωση του προλεταριάτου είναι άναπόφευκτη. Παράλληλα μ' αύτη διαδραματίζεται ή διαδικασία πού ό Μάρξ άποκάλεσε συσσώρευση του κεφάλαιου. Ή ύπεραξία, πού άποσπάστηκε εκμεταλλευτικά άπό τόν εργάτη, μεταμορφώνεται σε κεφάλαιο. Μέρος της υπεραξίας καταναλώνεται άπό τόν ϊδιο τόν καπιταλιστή. Τό υπόλοιπο μέρος «χρησιμοποιείται σάν κεφάλαιο ή συσσωρεύεται». Αύτη ή πορεία συνεχίζεται άκατάπαυστα. "Οσο περισσότερο κεφάλαιο κατέχει ενας επιχειρηματίας, τόσο μεγαλύτερη είναι ή πιθανότητα παραπέρα συσσώρευσης κεφάλαιου. Σ' αυτό δέν αλλάζει τίποτε τό γεγονός δτι μερικοί καπιταλιστές καταρρέουν, χάνοντας τό κεφάλαιό τους. Σέ γενικά πλαίσια ή συσσώρευση του κεφάλαιου συνεχίζεται άσταμάτητα. Ό ϊδιος ό Μάρξ στόν πρώτο τόμο του Κεφάλαιου ονομάζει βασικά τά τρία «γεγονότα»: την διαφορά μεταξύ άξίας χρήσης καί συναλλακτικής άξίας, τήν ύπεραξία, πού άπορρέει άπό αύτή τή διαφορά καί τό «άνορθολογικό φαινόμενο» του μισθού τής εργασίας. Αύτά τά τρία γεγονότα οδήγησαν πράγματι στίς τρεις θεωρίες: θεωρία τής ύπεραξίας, θεωρία τής εξαθλίωσης καί θεωρία συσσώρευσης του κεφάλαιου. Ό πρώτος τόμος δέν περιέχει μόνο τήν συνάρτηση μεταξύ τών παραπάνω μεγεθών, άλλά καί μιά έρευνα, πού δέν περιορίζεται στήν απόδειξη αυτής τής κυκλοφορίας παρά ζητά νά γνωρίσει τήν «ιστορική τάση τής καπιταλιστικής συσσώρευσης», Τήν περιγραφή τής κατάστασης καί τής κυκλοφορίας τής καπιταλιστικής παραγωγής άκολουθεί ή πρόγνωση. Ό Μάρξ προβλέπει μιά βασική τάση του συστήματος, σύμφωνα μέ τήν οποία ή άτομική ιδιοκτησία του άμεσου παραγωγού (δηλαδή του έργάτη) διαλύεται. Ένας λόγος γι' αυτό έγκειται στόν «γενικό, απόλυτο νόμο τής συσσώρευσης», σύμφωνα μέ τόν όποιο ή φτώχεια τών εργατών μεγαλώνει άναγκαία άνάλογα μέ τήν αύξηση τής «βιομηχανικής εφεδρικής στρατιάς» (τών άνεργων). Ό συναγωνισμός καί ή υπεροχή του μεγαλύτερου κεφάλαιου συντελούν ταυτόχρονα στήν αυξημένη συγκέντρωση 345
του κεφαλαίου, ώσότου τελικά στο κεφάλαιο, πού συγκεντρώθηκε σέ λίγα χέρια, άντιπαραταχθεί τό άπειρα διογκωμένο Προλεταριάτο. Αυτή ή εξέλιξη ύποβοηθιέται άπό τις περιοδικά εμφανιζόμενες κρίσεις, πού γκρεμίζουν τούς μικρότερους καπιταλιστές καί μεγαλώνουν ταυτόχρονα την βιομηχανική έφεδρική στρατιά; Αυτός 6 τρόπος παραγωγής εξωθεί άναπόδραστα σέ μιά τελευταία, οριστική καί όλοκληρωτική κρίση, πού θά βάλει τελεία καί παύλα σ' αυτή τήν συνολική εξέλιξη. Στήν πορεία τής αυξανόμενης εκμετάλλευσης («κάθε καπιταλιστής εξοντώνει πολλούς άλλους»), μέ τό μεγάλωμα τής άθλιότητας, τής καταλήστευσης καί του εκφυλισμού, τό «μονοπώλιο του κεφάλαιου» μεταβάλλεται σέ «δεσμά τού τρόπου παραγωγής, πού άνθησε μέ τό κεφάλαιο καί κάτω άπό τό κεφάλαιο». Συγκεντροποίηση των παραγωγικών μέσων καί κοινωνικοποίηση τής εργασίας φτάνουν σέ σημείο, «οπου γίνονται άσυμμόρφωτες μέ τό καπιταλιστικό τους κάλυμμα». «Τότε χτυπούν οι καμπάνες γιά τήν καπιταλιστική άτομική ιδιοκτησία. Οι άπαλλοτριωτές θά άπαλλοτριωθούν»^^. Τά φαινόμενα, πού σκιαγραφήθηκαν παραπάνω: ή ολοένα αυξανόμενη συγκεντροποίηση τού κεφάλαιου, ή συγκέντρωσή του σέ λίγα χέρια, τό μεγάλωμα τού προλεταριάτου καί τελικά ή οριστική κρίση, προκύπτουν κατά τή γνώμη τού Μάρξ μέ άναπόδραστη άναγκαιότητα άπό τόν τρόπο λειτουργίας τής καπιταλιστικής παραγωγής, δπως τόν περιγράψαμε πιό πάνω. Γιά τόν Μάρξ ή άνάλυση τού καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τής εποχής του καταλήγει στήν άπόδειξη τής άναγκαιότητας μιας εξέλιξης. Έτσι τό παρόν μας δείχνει τό μέλλον. Ό αυξανόμενος άνταγωνισμός τής καπιταλιστικής δομής, τά δείγματα κατάρρευσης καί άποσύνθεσης άναγγέλλουν τό τέλος τού συστήματος.
346
Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ «ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» Μιά τέτοια σύντμηση του περιεχομένου, περιοριζόμενη στις κεντρικές σκέψεις και τις βασικές θεωρίες, άποτελεί μόνο τόν σκελετό του έργου. Τό Κεφάλαιο περιέχει τεράστιο εμπειρικό υλικό. "Οποιος άντιλαμβάνεται τόν Μάρξ κυρίως σαν θεωρητικό διανοητή - και αυτό συμβαίνει συχνά - , ξεχνά εύκολα την άφθονία εμπειρικών γεγονότων, πού τεκμηριώνουν τούς θεωρητικούς ισχυρισμούς. Ό π ω ς είπαμε, ό Μάρξ ήταν δεινός άναγνώστης σ' δλη τή ζωή του· τά τελευταία χρόνια ή αναγνωστική του μανία είχε κορυφωθεί τόσο, πού δέν έβρισκε πιά χρόνο γιά γράψιμο: Ή σχεδόν άπεριόριστη ικανότητά του νά καταβροχθίζει βιβλία καί νά αφομοιώνει όγκους υλικού συνδυαζόταν μέ τό προσόν νά άναπαράγει δημιουργικά αυτό τό υλικό. Ή βιβλιογραφία, πού επεξεργάστηκε σχετικά μέ τό Κεφάλαιο, είναι γιγαντιαία. Δέν περιορίζεται σέ επιστημονικά έργα. Τό εμπειρικό υλικό συγκεντρώθηκε άπό διάφορες πηγές: εφημερίδες άπ' δλο τόν κόσμο, παλιά καί νέα χρονικά, εκθέσεις, επίσημες στατιστικές κλπ. Ά π ό τήν άποψη του υλικού τό Κεφάλαιο είναι εργασία συλλογής επί μέρους γεγονότων, πού συναρμολογήθηκαν μεθοδικά. Ό άναγνώστης κερδίζει τήν εικόνα πραγματικά άδιάντροπης καί φρικιαστικής εκμετάλλευσης του εργαζόμενου άνθρώπου, πού γίνεται άντικείμενο περιφρόνησης. Τό βάρος του υλικού αποκλείει άμφισβητήσεις. Ή δεκαπεντάωρη εργασία των ήλικιωμένων, ή 10-12ωρη εργασία των παιδιών, ή άδυσώπητη εξόντωση τών άνθρώπων, γιά νά κατακτηθούν βοσκότοποι, ή φρικιαστική δίωξη του φτωχού, πού εξαναγκάζεται νά ζητιανεύει, άλλά καί δλα τά εμφανιζόμενα στοιχεία συνθέτουν τήν εικόνα τής εποχής, γιά τήν όποία οι σημερινοί άνθρωποι δέν φαντάζονται κάν δτι άποτελούσε πραγματικότητα. Πρέπει νά διαβάσει κανείς αυτά τά ντοκουμέντα, γιά νά κατανοήσει τήν οργή καί τό μίσος του Μάρξ. Ό στόχος τού Κεφάλαιον, νά έντοιχισθεί τό τεράστιο υλικό στό θεωρητικό σχέδιο σάν εμπειρικό υπόβαθρο καί νά 347
τεκμηριωθεί ή θεωρία της ιστορίας με υλικό από τόν κόσμο της οικονομίας τού αιώνα του, δημιουργεί στόν Μαρξ ένα μεθοδολογικό πρόβλημα· γιατί δεν άρκεί ή άπλή περιγραφή των γεγονότων. Ό Μαρξ είχε επίγνωση αύτοϋ τού προβλήματος. Στόν περίφημο επίλογο στήν πρώτη επανέκδοση του πρώτου τόμου παραπονιέται δτι ή μέθοδος πού εφάρμοσε δέν κατανοήθηκε άρκετά. Σαν άπόδειξη παραθέτει κριτικές πάνω στήν μέθοδό του άπό διάφορες παρουσιάσεις τού βιβλίου. Ό πρώτος κριτικός λέει δτι 6 Μάρξ πραγματεύεται τήν «οικονομία μεταφυσικά», 6 δεύτερος διαπιστώνει δτι ό Μάρξ εργάζεται «άπαγωγικά», 6 τρίτος συγκαταλέγει τόν Μάρξ στούς «πιό σημαντικούς άναλυτικούς διανοητές». Ένας Ρώσος κριτικός βρίσκει τή μέθοδο έρευνας «αυστηρά ρεαλιστική», τήν μέθοδο αναπαράστασης δμως «ιδεαλιστική» καί «γερμανο-διαλεκτική». Μέ έναν κριτικό δμως συμφωνεί. Αυτός πιστοποιεί πώς ό Μάρξ δέν θέλει νά βρεί προπάντων τόν «νόμο των φαινομένων», δχι μόνο τό νόμο, πού τά διέπει στή δοσμένη στιγμή, παρά εκείνον πού δείχνει τόν τρόπο άλλαγής καί έξέλιξής τους, «τή μετάβαση άπό μιά μορφή στήν άλλη, άπό συναρτησιακή διάταξη σέ μιάν άλλη». Είναι φυσικό, δτι ό Μάρξ άναγνωρίζει αυτόν τόν κριτικό, πού συνέλαβε πραγματικά τό ειδικό του μεθοδικό πρόβλημα, πού ό Μάρξ εκθέτει τώρα ως έξης: «Πάντως πρέπει νά γίνει τυπική διάκριση μεταξύ τού τρόπου έρευνας καί τού τρόπου άναπαράστασης. Ή έρευνα πρέπει νά διεισδύσει στίς λεπτομέρειες τού υλικού, νά άναλύσει τίς διάφορες μορφές εξέλιξης καί νά κατανοήσει τίς εσωτερικές συναρτήσεις. 'Αφού άποπερατωθούν αυτές οι εργασίες, μπορεί νά εκτεθεί κατάλληλα ή πραγματική κίνηση. Έ ά ν αυτό επιτευχθεί καί καθρεφτιστεί ή ζωή τού υλικού ιδεατά, τότε έχει κανείς τήν εντύπωση μιας a priori κατασκευής»^^. Αυτή ή περικοπή περιγράφει πολύ άνάγλυφα τήν μεθοδική ιδιομορφία καί τόν μεθοδικό στόχο τού Μάρξ, ταυτόχρονα δμως δείχνει τή μορφή πού πήρε στά χέρια τού Μάρξ ή «διαλεκτική μέθοδος». 348
Μεγάλη άπήχηση και συχνή άναφορά έπιφυλάχτηκε στις άκόλουθες φράσεις, δπου ό Μάρξ οριοθετεί τή δική του διαλεκτική μέθοδο άπέναντι στήν αντίστοιχη χεγκελιανή. Επιρρίπτει στόν Χέγκελ δτι άντίκρυσε τήν «ιδέα» σάν «δημιουργό του πραγματικού», χρησιμοποίησε τή διαλεκτική μέθοδο γιά «μυστικοποίηση» καί ειοι «εκθείασε τό κρατούν». Μολονότι 6 Χέγκελ γνώριζε τους νόμους κίνησης της διαλεκτικής, στήν εφαρμογή τους καταχράστηκε. Ό σ ο σαφείς καί αν φαίνονται οι τελευταίες φράσεις κατά τού Χέγκελ, υπάρχει κίνδυνος παρανόησής τους, αν δέν μελετηθούν άκριβώς οι προηγούμενες παράγραφοι. Έχουν γίνει συνθήματα οι εκφράσεις τού Μάρξ, πώς «αναποδογύρισε» τόν Χέγκελ καί πώς κατά τόν Μάρξ «τό ιδεατό δέν είναι παρά τό υλικό (ή ύλη) πού μετατίθεται στά ανθρώπινα κεφάλια καί μετουσιώνεται», ενώ ή σκιαγράφηση της μαρξικής μεθόδου δέν γίνεται εκεί, παρά στό κείμενο πού προηγείται. Δέν πρόκειται μόνο γιά τήν προσπάθεια νά αναποδογυριστεί ό Χέγκελ, παρά γιά τή διαφορετικής φύσης δοκιμή νά βρεθεί, μέσα στό τεράστιο εμπειρικό υλικό, βήμα πρός βήμα ή πορεία τής ιστορικής εξέλιξης, πού ύστερα άποδείχνεται σάν «διαλεκτική». Κατά τήν άποψη τού Μάρξ αυτή ή κίνηση άκολουθεί βέβαια τόν γενικότατο διαλεκτικό τύπο καί τή μορφή κίνησης, δπως τήν παρουσίασε ό Χέγκελ. Πολύ σημαντικότερες δμως είναι ή άπόδειξη καί ή άνίχνευση των μερικών διαλεκτικών βημάτων, πού άπαρτίζουν τή γενική μορφή κίνησης. Πάνω στή διαλεκτική μέθοδο πραγματοποιούνται έτσι αποφασιστικές τροποποιήσεις. Ά π ό γενική φόρμουλα κατανόησης γίνεται όργανο έρευνας. Οι «αντιφάσεις» δέν ορίζονται προκαταβολικά, ούτε λύνονται σύμφωνα μέ τυπικά διαλεκτικά σχήματα· ή μέθοδος ζητά άπεναντίας νά άνεύρει καί νά γνωρίσει τίς πραγματικές αντιφάσεις καί τίς δυνητικές συγκρούσεις στίς εστίες τους καί νά αναπτύξει τότε τίς τάσεις καί τήν κατεύθυνση τής έξέλιξης. Εφαρμόζοντας γιά πρώτη φορά αυτή τή μέθοδο καί χρησιμοποιώντας τή διαλεκτική μεθοδικά σάν δργάνο τακτο349
ποίησης, σύλληψης καί σύγκρουσης του εμπειρικού υλικού, ό Μαρξ χαράζει άσφαλώς τή συνέχεια τού δρόμου, πού άνοιξε ό Χέγκελ. Δικαιούται δμως νά ισχυρίζεται δτι ή μέθοδος του διαφέρει ριζικά άπό εκείνη τού Χέγκελ, καθότι ή διαλεκτική δέν είναι πιά γενικός νοητικός τύπος, παρά μεθοδική διαδικασία άκριβούς έρευνας της πραγματικότητας. Αυτή είναι ή μέθοδος, πού άνάπτυξε ό Μάρξ καί ή όποία τόν καταξιώνει, κοντά σ' άλλα, σάν θεμελιωτή της σύγχρονης κοινωνιολογίας.
350
TO ΟΥΤΟΠΙΚΟ ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ Δεν θά μπορέσει κανείς νά άρνηθεί τόν χαρακτήρα γνωστικής έρευνας σέ μιά διαλεκτική μέθοδο, πού διερευνά μιά εποχή σχετικά μέ τις άντιθέσεις της, επιχειρώντας νά συλλάβει τά δρια καί τήν εντασή τους και νά προσδιορίσει πώς θά συμπεριφερθούν οί άνθρωποι στις διάφορες καταστάσεις. Μιά τέτοια εφαρμογή τής διαλεκτικής σκέψης σκόπευε ό Μάρξ, στον βαθμό πού ένιωθε σάν λόγιος καί ερευνητής. Όμως ό ϊδιος δέν θέλησε ποτέ νά περιοριστεί ατά στενά δρια τής δραστηριότητας του ερευνητή ή του λόγιου καί σέ κάθε έρευνά του εμφυτεύει τήν προϋπάρχουσα πεποίθηση του γιά τήν άναγκαιότητα τής έπανάστασης. Δέν αμφισβήτησε ποτέ δτι ή θεωρία είναι τελικά μέσο δράσης. Προπάντων τό Κεφάλαιο έχει γιά στόχο του τήν άπόδειξη του άναπόδραστου χαρακτήρα τής έπανάστασης. Κάτω άπό αυτή τήν προϋπόθεση ή διαλεκτική μέθοδος, παρά τήν προσεγμένη μετεπεξεργασία της άπό τόν Μάρξ, γίνεται όργανο στήν υπηρεσία μιας προφητείας. Ό Μάρξ μιλάει γιά ένα μέλλον, γιά τό όποιο πιστεύει δτι άναγκαστικά πρέπει νά μελετηθεί καί άναγκαστικά νά έρθει. Αυτό άποτελεί ουσιαστική διαφορά μεταξύ Μάρξ καί ουτοπικών στοχαστών ό Ιδιος άπορρίπτει κατηγορηματικά τόν ουτοπικό σοσιαλισμό καί γι' αυτό άποκάλεσε τόν δικό του κομμουνισμό, σέ άντίθεση πρός τούς ουτοπιστές, επιστημονικό σοσιαλισμό. Ή διάκριση φαίνεται σαφής: άφότου υπάρχουν ουτοπικοί στοχαστές, οραματίστηκαν δλοι τους ένα καλύτερο κράτος ή μιά καλύτερη κοινωνία. Τήν περίγραψαν σάν νοητή καί δυνατή, δπως ό Πλάτωνας, ή σάν ήδη πραγματοποιημένη καί υπαρκτή σέ κάποιο νησί, δπως ό Τόμας Μόρους. Υπερπήδησαν δμως τόν δρόμο, πού οδηγεί στήν πραγματοποίηση, καί άφησαν ανοιχτό τό ερώτημα, άν καί πώς μπορούμε νά φτάσουμε στήν καλύτερη κοινωνία. Ό Μάρξ έπραξε διαφορετικά. Δέν ξεκινά άπό τήν περιγραφή τής μελλοντικής καί καλύτερης κοινωνίας, δέν περιγράφει τή μορφή της. Ρίχνει δλο τό βάρος στήν παρουσίαση 351
των ανεπαρκειών της τωρινής κοινωνίας καί των δυνάμεων πού άντιτίθενται σ' αύτη. Οι ούτοπιστές κριτικάρουν τήν τωρινή κοινωνία ήδη με τήν παρουσίαση τής καλύτερης μελλοντικής. Στόν Μάρξ ή κριτική άνάλυση προηγείται τής ούτοπικής περιγραφής. Στο βαθμό πού άναφέρεται στήν μελλοντική κοινωνία, δεν βασίζεται σε ουτοπικά θετικές εικόνες, παρά τήν παράγει με βάση τό άρνητικό σήμερα. Μολονότι ό Μάρξ δεν είναι ουτοπικός με τό συνηθισμένο νόημα τής λέξης, βρίσκουμε εντούτοις στά κείμενά του σκόρπιες παρατηρήσεις πάνω στήν πραγματικότητα τής κομμουνιστικής κοινωνίας. Στή Γερμανική ιδεολογία συναντούμε τή σχεδόν άφελή περιγραφή: «Μόλις άρχισε νά καταμερίζεται ή εργασία, στόν καθένα έπιβλήθηκε ένας όρισμένος άποκλειστικός κύκλος δραστηριοτήτων, από τόν όποιο δέν ύπάρχει έξοδος. Είναι κανείς κυνηγός, ψαράς ή βοσκός ή άκόμα κριτικός καί μένει εκεί, αν δέν θέλει νά στερηθεί τά μέσα συντήρησης, ενώ στήν κομμουνιστική κοινωνία, δπου κανένας δέν είναι κολλημένος σ' έναν άποκλειστικό κύκλο δραστηριοτήτων, παρά μπορεί νά μαθαίνει επαγγέλματα κάθε κλάδου, ή γενική παραγωγή ρυθμίζεται από τήν κοινωνία· έτσι μου είναι δυνατό νά κάνω σήμερα αυτό, αύριο τό άλλο, τό πρωί νά κυνηγώ, τό απόγευμα νά ψαρεύω καί τό βράδυ νά ασχολούμαι μέ τήν κτηνοτροφία, μετά τό φαγητό νά κριτικάρω· ολα κατά τήν δρεξή μου, χωρίς νά γίνω ποτέ ψαράς, βοσκός ή κριτικός»^'^. Τότε 6 Μάρξ προσδοκούσε άκόμα από τήν κομμουνιστική κοινωνία τήν πλήρη ελευθερία δράσης καί ζωής, γιατί ή κοινωνική οργάνωση αϊρει τήν άναγκαστική εργασία. Καί σέ άλλα νεανικά έργα συναντάμε άναφορές πάνω στήν κομμουνιστική κοινωνία, συχνά ενθουσιαστικές. Στό δοκίμιο Κριτική τής χεγκελιανής φιλοσοφίας τοϋ Δικαίου γράφει οτι στήν θέση τής «άπόλυτης άπώλειας» τού άνθρωπου μέσα στή σημερινή κοινωνία, στήν μελλοντική έχουμε τήν «πλήρη έπανεύρεση τού άνθρώπου». Στό έργο Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία υπάρχουν έδάφια, πού παραθέσαμε σέ προηγούμενο κεφάλαιο, τού άκόλουθου νοήματος: στήν μελλοντική κοινωνία γεννιέται ένας νέος άν352
θρωπος, πού ξανακερδίζει τις αισθήσεις του, και ό κομμουνισμός εμφανίζεται σάν «τελειοποιημένος ουμανισμός», στόν όποιο δεν υπάρχει άντιμαχία μεταξύ «άνθρωπου καί φύσης» καί γενικά όλες οι αντιφάσεις είναι λυμένες. Αυτές οι άναμφισβήτητα ουτοπικές παραστάσεις υποχωρούν άργότερα. Ό όψιμος Μάρξ γίνεται προσεκτικότερος καί επιφυλακτικότερος στίς δηλώσεις γιά τό μέλλον. Μόνο μιά βασική παράσταση παραμένει σέ γενικά πλαίσια ή ϊδια. Τήν βρίσκουμε σέ γνωστό εδάφιο στό τέλος του τρίτου τόμου του Κεφάλαιον. Προσαρτάται σέ άντίστοιχες φράσεις, πού γράφτηκαν είκοσι χρόνια πιό πρίν, άλλά είναι μετριασμένη. Ό Μάρξ μιλά έκει γιά τό «αληθινό βασίλειο της ελευθερίας», πού θά πραγματοποιηθεί στήν κομμουνιστική κοινωνία. Δέν κάνει ομως πιά λόγο γιά πλήρη ελευθερία δράσης. Γράφει τώρα: «Τό βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει πράγματι έκει πού σταματά ή εργασία, ή οποία καθορίζεται άπό τήν εξωτερική άνάγκη καί τή σκοπιμότητα· από τή φύση του βρίσκεται πέρα άπό τή σφαίρα της κύριας υλικής παραγωγής». Ύστερα διατυπώνει μιά άκόμα φορά τόν άπαραίτητο ορο γιά τήν εδραίωση ενός τέτοιου βασίλειου τής ελευθερίας: « Ή ελευθερία σ' αυτό τό πεδίο μπορεί νά συνίσταται μόνο στά έξης: ό κοινωνικοποιημένος άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί ρυθμίζουν ορθολογικά τόν μεταβολισμό τους μέ τή φύση, τόν βάζουν κάτω άπό τόν κοινό ελεγχό τους, άντί νά κυριαρχούνται άπ' αυτόν σάν άπό τυφλή εξουσία». Έ δ ώ μπορούμε νά διακρίνουμε πράγματι μιά έπανάληιίτη των σκέψεων τής Γερμανικής Ιδεολογίας, σύμφωνα μέ τίς όποιες ή κομμουνιστική κοινωνία ρυθμίζει τή γενική παραγωγή. Προηγούμενα δμως, σάν ναθελε νά προειδοποιήσει τυχόν υπερβολικά αισιόδοξους, άναφέρει περιοριστικά: «Όπως οι άγριοι είναι υποχρεωμένοι νά παλεύουν μέ τή φύση, γιά νά ικανοποιήσουν τίς άνάγκες τους, νά συντηρηθούν καί νά άναπαραγάγουν τή ζωή τους, τό ϊδιο υποχρεωμένος είναι καί ό πολιτισμένος άνθρωπος καί μάλιστα σ' δλα τά κοινωνικά καθεστώτα καί σέ κάθε δυνατό τρόπο παραγωγής». Αυτός ό χώρος μένει λοιπόν «ενα βασίλειο της 23.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
353
άναγκαιότητας» και τό βασίλειο της ελευθερίας μπορεί να άνεγερθει μόνο στή βάση της δσο τό δυνατό όρθολογικής παραγωγής^®. Τό ίδιο επιφυλακτικός εγινε ό Μαρξ καί σε σχέση με την επανάσταση. Στά νεανικά εργα έμφανίζεται μιά σκοτεινή καί άπειλητική εικόνα επανάστασης. Στό έργο 'Αθλιότητα της φιλοσοφίας παρουσιάζει τήν επανάσταση σάν άγώνα «σώμα με σώμα» καί σάν «αιματηρό πόλεμο». Στό τέλος της επανάστασης του 1848 καί μέ τό κλείσιμο της Νέας 'Εφημερίδας της Ρηνανίας ή άπειλή κορυφώνεται. Δηλώνει τώρα δτι υπάρχει μόνο ένα μέσο «νά συντομευτούν οι τρομακτικοί πόνοι ψυχορραγήματος της παλιάς κοινωνίας, νά απλοποιηθούν καί νά συμπυκνωθούν», δηλαδή ή «επαναστατική τρομοκρατία». Γράφει ρητά: «Είμαστε άνενδοίαστοι καί δεν ζητάμε άπό σάς χάρη. Ό τ α ν έρθει ή σειρά μας δέν θά ώραιοποιήσουμε τήν τρομοκρατία»^^. 'Αλλά οσο περισσότερο μελετούσε τά προβλήματα της επαναστατικής τακτικής καί τήν ιστορία τών επαναστάσεων, τόσο περισσότερο αρχίζουν νά υποδηλώνονται μερικές παραστάσεις γιά μιά μετριασμένη επανάσταση. Μιά φορά μάλιστα είπε δτι ή 'Αγγλία είναι ή μόνη χώρα, δπου θά μπορούσε ίσως νά γίνει ή αναπόδραστη έπανάσταση μέ ειρηνικά καί νόμιμα μέσα. Στό Κεφάλαιο βρίσκουμε ένα εδάφιο πού λέει δτι ή διαδικασία μετατροπής τής άτομικής ιδιοκτησίας σέ καπιταλιστική ιδιοκτησία ήταν «δυσανάλογα πιό μακρόχρονη, σκληρή καί δύσκολη» άπό τήν διαδικασία περάσματος άπό τόν καπιταλισμό στόν κομμουνισμό. «Τότε επρόκειτο γιά τήν άπαλλοτρίωση τών λαϊκών μαζών άπό λίγους άρπαγες, τώρα πρόκειται γιά τήν άπαλλοτρίωση λίγων άρπάγων άπό τίς λαϊκές μάζες» "Αν δμως συγκρίνουμε τόν σχετικά μικρό άριθμό τέτοιων εξωτερικεύσεων μέ τόν τεράστιο όγκο πολλών χιλιάδων σελίδων, πού έγραψε συνολικά, τότε είναι σαφές, πού βρίσκεται τό κέντρο βάρους. Δέν κείται βέβαια πάνω σέ ουτοπικές παραστάσεις. Δέν μπορούμε νά τού επιρρίψουμε δτι έπλεε μέσα σέ ουτοπικές φαντασιώσεις. Τέτοιες παραστάσεις βρίσκονται ίσως στά νεανικά έργα, 354
άλλά αργότερα υποχωρούν, οσο πιό νηφάλιος και ρεαλιστής γίνεται ό Μάρξ. Θά μπορούσαμε ϊσως να πούμε δτι άκολουθει τό δρόμο της ορθολογικής άντίμετώπισης των αρχικών ουτοπικών του στοιχείων. Καί αυτό άκριβώς δίνει στή σκέψη του τή μεγάλη πειστική δύναμη, πού γιά πολλούς κρύβεται κάτω από τό δνομα «επιστημονικός σοσιαλισμός». Αυτό δεν επηρεάζει βέβαια τό γεγονός ότι ή βασική κινητήρια δύναμη βρίσκεται στίς δυό παραστάσεις: ή ιδέα μιας καλύτερης ανθρωπότητας καί ή άνάγκη νά καταστραφεί ή παρούσα κοινωνία, γιά νά επιτευχθεί ή καλύτερη, ή αταξική κοινωνία. Οι δυό παραστάσεις συνδέονται μεταξύ τους αδιαχώριστα, ανάβουν, καθοδηγούν καί συντηρούν τό πολιτικό κίνημα του μαρξισμού.
355
TO ΤΥΠΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΉΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞ Στόν επίλογο του Κεφάλαιον, όπου ό Μαρξ ομολογεί ρητά τήν πίστη του ατή «διαλεκτική μέθοδο», εγκωμιάζει τον Χέγκελ, γιατί «είχε εκθέσει πρώτος μέ ολοκληρωτικό καί συνειδητό τρόπο τίς γενικές μορφές της κίνησης της». Μέ αυτό δηλώνει δτι υπάρχουν γενικές μορφές κίνησης της διαλεκτικής, πού συνέλαβε πρώτος 6 Χέγκελ. Όμως ό Χέγκελ δέν ανάπτυξε σύστημα γενικής διαλεκτικής. 'Ακόμα καί στήν Λογική του, δπου θά μπορούσε κανείς νά περιμένει κάτι τέτοιο, άναπτύσσει μέν τήν διαλεκτική των λογικών κατηγοριών (βασικών εννοιών) όχι ομως καί τήν μορφολογία τής διαλεκτικής. Μέχρι σήμερα δέν υπάρχει τέτοια συστηματική μορφολογία τής διαλεκτικής καί θά μπορούσε νά άμφιβάλλει κανείς, αν κάτι τέτοιο είναι δυνατό, ενώ υπάρχει αυτό τόσο στήν παλιότερη τυπική Λογική όσο καί στήν σύγχρονη μαθηματική Λογική. Σέ σύγκριση μέ τήν τυπική ή μαθηματική Λογική δέν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε γιά τήν διαλεκτική τυπολογία. Ή γνώση μας πάνω στήν τυπική ιδιομορφία αυτού τού σκέπτεσθαι - άνεξάρτητα άπό τόν τρόπο ή τήν δυνατότητα εφαρμογής του - περιορίζεται σέ κείνα τά λίγα γνωστά, πού μπορούν νά μετρηθούν εύκολα καί πού επισημαίνουν μόνο λίγες βασικές αρχές. Έτσι κάθε διαλεκτική σκέψη ξεκινά άπό φαινόμενα, πού ορίζονται σάν άντιφάσεις ή άντιθέσεις. Μιά δεύτερη σκέψη προσαρτάται στήν πρώτη· σύμφωνα μ' αύτή στήν άντίφαση εμπεριέχεται κιόλας τό γεγονός πού ό Χέγκελ όνομάζει «άναίρεση». Κάθε άντίφαση περιέχει μιά διαλεκτική «ένταση», ή οποία άναγκάζει τήν άντίφαση πρός τή λύση της. Ή τρίτη βασική σκέψη, πού άκολουθεί τήν δεύτερη, δηλώνει δτι τό νέο δεδομένο πού προκύπτει άπό τή λύση τής άντίφάσης εμπεριέχει νέα άντίφαση, οπότε συνεχίζεται ή ϊδια διαδικασία, όπως περιγράφεται πιό πάνω. Άντίφαση, λύση τής άντίφασης, νέα ενότητα, πού εξελίσσεται πάλι σέ άντίφαση, αυτός είναι ό βασικός ρυθμός τής 356
διαλεκτικής, πού άποδίδεται μέ τόν τύπο «θέση, άντίθεση και σύνθεση». Αυτός ό τύπος δμως άφήνει πολλές άσάφειες. Πώς φτάνουμε στην άντίφαση; Τι σημαίνει «άναίρεση» καί λύση της άντίφασης; Κατά πόσο αναπτύσσεται νέα ενότητα; Γιατί καί πώς επέρχεται νέα άντίφαση καί 6 γύρος ξαναρχίζει; Ό Χέγκελ, στόν βαθμό πού άσχολήθηκε μέ τέτοιες σκέψεις, διατύπωσε μόνο ισχυρισμούς, σάν αυτόν: ή διαλεκτική μέθοδος είναι ή μόνη αληθινή, ή μόνη ικανή νά συλλαμβάνει τό «σύνολο», ενώ ή τυπική Λογική είναι παλαιωμένη κλπ. Έτσι δέν πρέπει νά άπορούμε γιατί έπέρριψαν στόν Χέγκελ ότι παραμέριζε σοφιστικά τά ερωτήματα, στά όποια δέν μπορούσε ή δέν ήθελε νά άπαντήσει. Στό βάθος έκαναν τό ϊδιο καί οι άλλοι διαλεκτικοί. "Οπως ό Χέγκελ έτσι καί ό Κίρκεγκαρντ καί ό Μάρξ δέν άσχολήθηκαν μέ τό τυπικό σύστημα της διαλεκτικής. Υπάρχουν γιά κάθε περίπτωση ιδιαίτεροι λόγοι. Γιά τόν Κίρκεγκαρντ δέν μπορεί νά υπάρξει τέτοιο σύστημα καί γιά τόν λόγο άκόμα δτι ή διαλεκτική σκέψη δέν άποτελει νοητική διαδικασία μέ τό νόημα του άντικειμενικού σκέπτεσθαι· κεντρικός σκοπός της υπαρξιακής διαλεκτικής είναι νά αναιρέσει τό πεδίο ισχύος τής άντικειμενικής άλήθειας καί τής συστηματικής επιχειρηματολογίας. Ό Μάρξ δέν δέχεται διόλου μιά τέτοια άποψη. Δέν άντιτάχτηκε στόν Χέγκελ, οπως τοκανε ό Κίρκεγκαρντ. Ό Μάρξ άναγνωρίζει φυσικά στή διαλεκτική σκέψη τήν ικανότητα νά συλλαμβάνει άντικειμενικές καταστάσεις πραγμάτων. Ή κριτική του πάνω στόν Χέγκελ περικλείνεται στόν ισχυρισμό, πώς ό Χέγκελ γνώριζε μέν τίς γενικές μορφές κίνησης τής διαλεκτικής, άλλά τίς έφάρμοσε εσφαλμένα καί «μυστικοποιητικά». Καί πάλι ομως δέν σταματά στό ερώτημα πώς είναι άραγε καμωμένες αυτές οί «γενικές μορφές κίνησης». Του ήταν άρκετό οτι τίς γνώριζε ό Χέγκελ. Έτσι άκόμα καί σήμερα ή διαλεκτική σάν μέθοδος παραμένει στό βάθος τόσο άτελής ή τέλεια, οπως τήν είχε σχεδιάσει ό Χέγκελ. Τήν έπέκριναν πολλοί βέβαια μέ δριμύτητα, αποκαλώντας την εσφαλμένη άπό τήν άρχή ως τό τέλος. 357
Δεν κατάφεραν δμως νά εμποδίσουν τούς οπαδούς της διαλεκτικής, όπως τον Κίρκεγκαρντ και τον Μαρξ, πού δεν νοιάστηκαν γιά τις κριτικές και συνέχιζαν νά σκέφτονται διαλεκτικά, βρίσκοντας μεγάλη απήχηση. Αυτό τό γεγονός πιστοποιεί στήν διαλεκτική δραστικότητα στή σκέψη. Φανερώνει επίσης πώς κάθε διαλεκτικός στοχαστής ακολουθεί δικούς του δρόμους καί μέ τή διαλεκτική του φτάνει σέ άλλα συμπεράσματα. Έ ά ν όμως ή διαλεκτική σκέψη επιτρέπει τέτοιες τροποποιήσεις, ώστε τό οργανό της νά εργάζεται διαφορετικά στά διάφορα χέρια πού τό χειρίζονται, τότε πρέπει νά διερωτηθούμε, αν υπάρχουν πράγματι «γενικές μορφές κίνησης». "Αν δεχθούμε, δτι υπάρχουν πραγματικά γενικές μορφές κίνησης της διαλεκτικής, τότε θάπρεπε νά εξηγηθεί, γιατί αυτές είναι κινητές καί εύκαμπτες. Δέν είναι δύσκολο νά βρεθεί ή πλησιέστερη απάντηση. Ή διαλεκτική σκέψη άλλάζει, καθώς τό βασικό φαινόμενο, ή άντίφαση, ορίζεται διαφορετικά. 'Αλλάζει ακόμα καί άνάλογα μέ τό στόχο, πού κάθε φορά θέτει ή μέθοδος. Ό Μάρξ, ό Κίρκεγκαρντ και ό Χέγκελ όρισαν μέ ξεχωριστό κάθε φορά τρόπο τήν «άντίφαση». Γιά τόν Χέγκελ υπάρχει μιά γενική άντίφαση, πού μπορεί νά επισημανθεί παντού, ή άντίφαση «άρνητικού» καί «θετικού». Τήν βρίσκουμε σ' δλο τόν κόσμο των εννοιών καί σέ κάθε είδος σκέψης. Γιά τόν Κίρκεγκαρντ υπάρχει μιά μοναδική καί άπόλυτη άντίφαση, ή άντίφαση της ύπαρξης. Γιά τόν Μάρξ ισχύει προπάντων ή κοινωνική άντίφαση, πού βρίσκεται στίς κοινωνικές σχέσεις των άνθρώπων, στήν εργασία τους, στόν καταμερισμό της εργασίας καί στήν ιστορία. Μπορούμε νά παρακολουθήσουμε τήν διαφορετική πορεία, παίρνοντας υπόψη μας τόν διαφορετικό προσδιορισμό της άντίφασης. Γιά τόν Χέγκελ ή άντίφαση καί ή κινησή της ξεδιπλώνονται παντού, στή φύση, στήν ιστορία, στήν έννοια, στό άπόλυτο πνεύμα κλπ. Ό Κίρκεγκαρντ γνωρίζει μόνο μιά άνάπτυξη άντίφασης, τήν εμβάθυνση καί διεύρυνση του υπαρξιακού Ή - ή ώς τήν άπόλυτη παραδοξότητα. Ό Μάρξ άπεναντίας παρακολουθεί τό ίστορικό-κοινωνικό ξετύλιγμα 358
των «υλικών» άντιφάσεων. Πίσω άπό κάθε τέτοια άνάπτυξη και πίσω άπό τον κάθε φορά διαφορετικό προσδιορισμό της άντίφασης διακρίνουμε τελικά τόν διαφορετικό στόχο. Ό Χέγκελ θέλει νά αντιληφθεί και νά εξηγήσει τόν κόσμο στην όλότητά του, θέλει νά βρει τήν άλήθεια του πραγματικού Όλου. Ό Κίρκεγκαρντ επιθυμεί άπεναντίας νά διαλύσει τήν αλήθεια της επιστήμης καί της άντικειμενικής σκέψης, δηλαδή νά καταστρέψει κάτι, πού ό Χέγκελ οικοδομούσε. Γενικά δέν ενδιαφέρεται γιά τή «λύση» της άντίφασης, παρά γιά τήν εμβάθυνση καί τή διεύρυνσή της στήν υπηρεσία της θρησκείας. Ό Μάρξ τέλος θέλει νά ξεδιπλώσει τήν κοινωνική αντίφαση ιστορικά, νά καταδείξει τήν επίκαιρη δραστικότητά της καί νά τήν άναιρέσει μέ τήν ολοκληρωτική επανάσταση. Σχετικά μέ τόν τελικό σκοπό βρίσκουμε τούς διαλεκτικούς σέ σαφή άντιπαράταξη. Ό Χέγκελ θέλει νά ερμηνεύσει τόν κόσμο, επιχειρώντας συμφιλιωτική κατανόηση. Ό Μάρξ τού επιρρίπτει «μυστικοποίηση» καί «εξύμνηση τού κατεστημένου». Ό Κίρκεγκαρντ θέλει νά καταδείξει τήν άπειρη άντίφαση της ύπαρξης καί τού κόσμου, οδηγώντας ετσι στόν θεό. Κάτι τέτοιο θά ήταν σκέτη άνοησία γιά τόν Μάρξ, πού θεωρούσε τήν θρησκεία «οπιο». Καί ό Μάρξ καταστρέφει τό παρόν τελείως, ύποδείχνει δμως τήν έπανάσταση, πού όδηγει σέ έναν καλύτερο κόσμο. Ό σ ο περισσότερο προχωρούμε σέ αύτή τήν κατεύθυνση, τόσο πιό χτυπητές θά φανούν οι διαφορές. Τό ερώτημα των «γενικών μορφών κίνησης» της διαλεκτικής γίνεται ετσι επιτακτικότερο. Πρέπει τελικά νά διερωτηθούμε, μήπως στά εκάστοτε τυπικά οικοδομήματα τών μορφών της διαλεκτικής σκέψης μπορούν νά βρεθούν καί οι βασικές διαφορές, πού φανερώνονται στήν διαφορετική πορεία τών ξεχωριστών διδασκαλιών διαλεκτικής. Μιά απάντηση σ' αυτό τό ερώτημα μπορεί νά δοθεί μόνο, αν πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, π.χ. τόν Μάρξ, καί άναλύσουμε τά τυπικά γνωρίσματα της διαλεκτικής σκέψης του. Ζητάμε δηλαδή νά άποδείξουμε δτι οι γενικές μορφές κίνησης της διαλεκτικής δέχονται μιά συγκεκριμένη 359
διαφοροποίηση μέσα σέ ένα ιδιαίτερο σύστημα. Αύτη ή διαφοροποίηση ορίζεται σίγουρα από τά σημεία άναφοράς καί τούς συγκεκριμένους στόχους. Γιά νά φτάσουμε σέ αύτη την απόδειξη, ξεκινάμε άπό τά γενικά παραδεκτά γνωρίσματα της διαλεκτικής σκέψης. Χαρακτηριστικά γιά τήν διαλεκτική είναι 1) ή αρχική άντίφαση, πού 2) ξεδιπλώνεται, δημιουργεί μιά ένταση καί έξωθεί πρός τήν λύση καί 3) τείνει πρός έναν στόχο. Έτσι διακρίνουμε τρία στοιχεία του γενικού οικοδομήματος της διαλεκτικής: 1) τήν διαλεκτική άφετηρία, 2) τήν διαλεκτική εξέλιξη ή διαλεκτική πορεία καί 3) τόν διαλεκτικό στόχο.
360
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ Α Φ Ε Τ Η Ρ Ι Α ΣΤΟΝ ΜΑΡΞ Ό π ω ς κάθε διαλεκτικός, ετσι ξεκινά καί ό Μαρξ άπό τήν εμφάνιση μιας άντίφασης μεταξύ δύο κύριων μορφών. Ή πρώτη άντίφαση, πού διατύπωσε στά πρώτα νεανικά εργα, είναι ή άντίφαση μεταξύ ιδιοκτήτριας τάξης καί (άκτήμονος) προλεταριάτου. Είναι ή κοινωνική άντίφαση πάνω στο ζήτημα της ιδιοκτησίας καί στήν εποχή του Μάρξ εκφράζεται σάν άντίθεση προλετάριων καί καπιταλιστών. Φιλοσοφική της έκφραση είναι ή «αύταλλοτρίωση» του άνθρωπου, δηλαδή ή κατάσταση, στήν οποία ό άνθρωπος χάνει τό εγώ του. Σάν ταξική άντίθεση ή άντίφαση αυτή είναι γενικευμένη. Διαπερνά ολόκληρη τήν ως τώρα ιστορία καί δεν πρόκειται μόνο γιά άντίφαση ιδιοκτησίας/μή ιδιοκτησίας, παρά επί πλέον γιά άντίφαση μεταξύ «καταπιεστών» καί «καταπιεζόμενων». Ή άντίφαση αυτή κατά τή γνώμη του Μάρξ είναι άμετάκλητο στοιχείο της κοινωνικής ζωής. Στά νεανικά του έργα τονίζεται μιά άλλη άντίφαση, πού γιά πρώτη φορά διατυπώνεται μέ σαφήνεια στή Γερμανική Ιδεολογία. Ή άντίφαση αυτή θεωρείται άνεξάρτητη άπό τήν συνείδηση καί υπακούει σέ δική της εξελικτική νομοτέλεια. Πρόκειται γιά τήν άντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων καί μορφής συναλλαγών άνάγεται στήν άναγκαιότητα της άνθρώπινης εργασίας καί συνοδεύει τήν κοινωνική εξέλιξη. 'Αργότερα γίνεται γνωστή σάν άντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων (δυνάμεων παραγωγής) καί «παραγωγικών σχέσεων» (συνθηκών παραγωγής). 'Αρχίζοντας μέ τήν εμφάνιση καί επισήμανση τών άντιφάσεων ό Μάρξ άκολουθει τήν γενική μορφή κίνησης της διαλεκτικής σκέψης. Όμως άρχίζει κιόλας νά εμφανίζεται ή πρώτη καί χαρακτηριστική παραλλαγή αυτής της μορφής κίνησης. Κατά τόν Μάρξ αυτές οι δυό βασικές μορφές δέν είναι ισάξιες. Υπάρχει μιά σχέση εξάρτησης, πού μοιάζει σάν σχέση αιτιότητας. Ή άντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων καί παραγωγικών σχέσεων είναι προσδιοριστική καί 361
θεμελιακή για τή συνέχεια. 'Ακολουθεί ή φοβερή άντίφαση, δηλαδή ή ταξική άντίθεση. Ή άνθρώπινη κοινωνία περιπίπτει, δυνάμει του καταμερισμού εργασίας, στήν άντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων καί παραγωγικών σχέσεων, άττό την οποία προκύπτει ή οίκονομικο-κοινωνική άντίφαση του ταξικού διχασμού. Οι άντιφάσεις αυτές μπορούν νά άναπαρασταθούν μέ τή βοήθεια τού διαγράμματος:
Άντίφαση της κοινωνικής εξέλιξης
ι
V «υλική» βάση παραγωγικές δυνάμεις - παραγωγικές σχέσεις οικονομική ένταση κοινωνική έκφραση ταξική άντίθεση—^
V προλετάριος Λ
καταπιεζόμενος
«εποικοδόμημα» - > συνεχιζόμενο σάν «ιδεολογικό εποικοδόμημα»
καπιταλιστής Α
καταπιεστής
ιδιοκτησία, δίκαιο, κράτος πολιτική, ήθική, φιλοσοφία κλπ.
.7
ταξικός άγώνας V επανάσταση —
άνατροπή της κοινωνίας καί τού ιδεολογικού εποικοδομήματος
Εισάγοντας τή δεσμευτική σχέση 6 Μάρξ δίνει προτεραιότητα στήν «υλική» άντίφαση, πού είναι θεμελιωμένη στή νομοτέλεια της οικονομικής εξέλιξης. Τό γενικό γεγονός καί ή γενική μορφή της άντίφασης παίρνουν γιά τόν Μάρξ τόν 362
στενό χαρακτήρα ενός ύλικοϋ φαινόμενου, οπως το εννοεί ό ϊδιος. Τό σύνολο των πολύπτυχων άντιφάσεων άνάγεται σ' εναν τελευταίο παράγοντα, τήν παραγωγική δύναμη του άνθρωπου, πού εξελίσσεται και υπαγορεύεται άπό τόν αναπόδραστο χαρακτήρα της ικανοποίησης των άναγκών. Αυτό δίνει στό ξετύλιγμα της αντίφασης τήν «υλιστική» βάση. 'Αφού ή υλική παραγωγή είναι επικεφαλής καί προσδιοριστική, ή ιστορία καί ή εξέλιξη της συνείδησης άκολουθούν τήν οικονομική εξέλιξη, Ή διαλεκτική της συνείδησης, πού εξετάζει ό Χέγκελ, κάτω άπό αυτή τήν σκοπιά γίνεται δευτερεύον φαινόμενο. Κατά του Μάρ^ έχει διατυπωθεί συχνά ή επίκριση, ότι μ' αυτόν τόν τρόπο καθορίζει μονόπλευρα τήν ιστορική εξέλιξη. Μόλις ό ισχυρισμός, οτι ή υλική πλευρά έχει τά πρωτεία, επεκταθεί ως τό σημείο νά θεωρούμε τήν οικονομική παραγωγή σάν κανονική αιτία των πνευματικών δεδομένων, φτάνουμε σέ έναν πρωτόγονο υλισμό. Ό Μάρξ άπέρριψε κατηγορηματικά μιά τέτοια άντίληψη. Καί τώρα άκόμα δέν έλειψε 6 κίνδυνος μονόπλευρης ερμηνείας τών ιστορικών δεδομένων. Τό άδιάψευστο γεγονός, οτι πνευματικά φαινόμενα επηρεάζουν βαθιά τήν ιστορία, καί τό εξίσου άδιάψευστο γεγονός, οτι ή εξέλιξη τών παραγωγικών δυνάμεων δέν είναι δυνατή χωρίς πνευματική δραστηριότητα, καί πολλά άλλα είναι άρκετά γιά νά πεισθούμε δτι ό ισχυρισμός γιά τόν ηγετικό ρόλο τού οικονομικού παράγοντα πρέπει νά άντιμετωπισθεί μέ άκραία προσοχή. Ό π ο υ παραλείπεται 6 προσεκτικός χειρισμός τού θέματος, ξεφυτρώνουν άπλοποιήσεις καί κατασκευές άπόψεων, πού σήμερα δέν σπανίζουν βέβαια.
363
η διαλεκτικη πορεια Κεντρική παράσταση, γύρω άπό τήν οποία ό Μάρξ τοποθετεί εξαρχής όλα τα θεωρητικά του ευρήματα, είναι ή αναγκαία επανάσταση. Μπορούμε νά ισχυρισθούμε μάλιστα πώς ό Μάρξ κατάφυγε στήν διαλεκτική μέθοδο μόνο επειδή τήν θεώρησε κατάλληλο όργανο γιά νά δείξει τήν άναγκαιότητα καί τό άναπόφευκτο της επανάστασης. Ή διαλεκτική μέθοδος φαίνεται πράγματι κατάλληλη, εφόσον κάθε επανάσταση είναι συνυφασμένη μέ τή ριζική άλλαγή, τήν ανατροπή καί τήν αναίρεση τού κατεστημένου. Καί τήν διαδικασία της ανατροπής βάζει στό επίκεντρο ή διαλεκτική σκέψη. Έτσι ό Χέγκελ τήν «αναίρεση» διάλεξε σάν κεντρική έννοια τού διαλεκτικού του σχήματος. Κατά τήν διδασκαλία του μαζί μέ τό γεγονός της αντίφασης, δηλαδή μέ τήν ύπαρξη τού «θετικού» καί τού «άρνητικού», συνυπάρχει ή κίνηση, πού οδηγεί στήν αναίρεση. Τό τυπικό σχήμα αυτής της άναίρεσης εμπεριέχεται σέ μιά φράση. Επειδή «τό αρνητικό είναι εξίσου θετικό», κάθε αντίφαση εξελίσσεται σέ νέα καί ανώτερη ενότητα, πού σάν τέτοια παριστάνει τήν αναίρεση της άντίφασης. Ό ϊδιος ό Χέγκελ εφάρμοσε αυτόν τόν νοητικό τύπο πάνω σέ κάθε εξέλιξη. Δίδαξε δτι τό άνθος άναιρει τό μπουμπούκι καί τό φρούτο τό άνθος· στήν ιστορική εξέλιξη ή ιστορικά κατοπινή κατάσταση άναιρει τήν προηγούμενη κλπ. Καί δπως δείξαμε, ό Χέγκελ δέν εφτιαξε αυτό τό διάγραμμα άνεξάρτητα άπό τήν εμπειρία της Γαλλικής Επανάστασης. Έτσι έχουμε τήν εντύπωση πώς 6 Μάρξ παράλαβε μόνο τό χεγκελιανό νοητικό σχήμα. Αύτό δμως δέν είναι σωστό, άφού μπορεί νά άποδειχτεί καί μιά τυπική άκόμα μεταβολή, δπως είδαμε στό προηγούμενο κεφάλαιο. Γιά τόν Μάρξ ή οικονομική άντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων καί παραγωγικών σχέσεων είναι μιά διαλεκτική άντίθεση, πού πρέπει νά άναιρεθει. Σέ αυτή τήν άντίθεση οι παραγωγικές σχέσεις - δηλαδή στήν έποχή τού Μάρξ 6 καπιταλισμός - είναι τό άρνητικό καί άνασταλτικό στοιχείο. Ά π ό αυτά δμως δέν προκύπτει άμεσα ή άναίρεση. 364
Ή πορεία είναι πιό περίπλοκη. Σε πρώτη φάση οι νεοαναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις μετατρέπονται σέ «καταστροφικές δυνάμεις» κάτω από τήν πίεση των δοσμένων παραγωγικών σχέσεων. Έτσι ή εφεύρεση τών μηχανών δέν συντελεί αμεσα στη διευκόλυνση της εργασίας. Ό καπιταλιστής, πού τίς χρησιμοποιεί σάν νέα πηγή κερδών, άσκεί μέ αυτές άπεναντίας πίεση πάνω στούς δρους εργασίας. Οι παραγωγικές δυνάμεις, πού μέ τέτοιον τρόπο γίνονται καταστροφικές, οξύνουν τήν ταξική άντίθεση καί προκαλούν τόν ταξικό άγώνα. Τώρα φτάνουμε σέ οξύτερη ιδεολογική άντίφαση. Κάτω από τήν πιεστικά αυξανόμενη άπειλή τέλειας άποδιοργάνωσης της οικονομίας επέρχεται βίαια ή άνατροπή. Έτσι εξηγεί ό Μάρξ τίς επαναστάσεις τού παρελθόντος, γιά παρόμοιους λόγους προεικάζει καί τήν επερχόμενη. Τό διάγραμμα αυτής της πορείας είναι: παραγωγικές δυνάμεις — παραγωγικές σχέσεις νέες παραγωγικές δυνάμεις μετατρεπόμενες σέ «καταστροφικές δυνάμεις» Φ
όξυνση της ταξικής άντίθεσης \ επανάσταση σάν εξέλιξη καί άνατροπή
Αυτό τό σχήμα δείχνει πώς ή έπανάσταση σάν άνατροπή τών κατεστημένων παραγωγικών σχέσεων παρέχει ταυτόχρονα τή δυνατότητα θετικής άνάπτυξης τών παραγωγικών δυνάμεων. Τό σχήμα φανερώνει επίσης δτι ό Μάρξ φανταζόταν μιά διαλεκτική άλυσιδωτή διαδικασία άδιάκοπης κλιμάκωσης τών οικονομικών άντιφάσεων. Σέ αυτή τή διαδικασία οι «παραγωγικές σχέσεις» παίζουν κατά τή γνώμη του τόν ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, πού δρα άνασταλτικά, ώσότου επέλθει άναγκαία ή βίαιη άνατροπή. 365
Έ δ ώ εχει παρατήσει βέβαια τό νοητικό σχήμα του Χέγκελ. Σε αυτή τή διαλεκτική πορεία υπάρχει ενας μόνιμα θετικός παράγοντας, οί παραγωγικές δυνάμεις, και ενας σταθερά άρΛ'ητικός, οί παραγωγικές σχέσεις. Ή μεταβολή καί ή επανάσταση είναι αναπόφευκτες, γιατί τελικά πρέπει νά άναιρεθοΰν οί άνασταλτικές παραγωγικές σχέσεις. Ό Μάρξ περιορίζει λοιπόν τήν διαλεκτική πορεία, τήν οποία 6 Χέγκελ έβλεπε σάν καθολική, στίς διαστάσεις μιας «υλικής» διαδικασίας, δηλαδή μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων καί των παραγωγικών σχέσεων. Βασικά υπάρχει μόνο ή οικονομική διαλεκτική, άφοϋ κάθε άλλη, π.χ. ή ιδεολογική, θεωρείται δευτερεύουσα. Ό μ ω ς 6 Μάρξ δέν άκολουθει μέ συνέπεια αυτή τήν ιδέα, εφόσον είναι πεπεισμένος γιά τήν κινητήρια δύναμη της ιδεολογικής προπαγάνδας.
366
ο διαλεκτικός στοχοσ Ό Χέγκελ μεταχειρίζεται τή διαλεκτική μέθοδο, γιά νά κατανοήσει τήν πορεία της ώς τώρα ιστορίας. Γιά τον Μάρξ ή διαλεκτική μέθοδος είναι τό όργανο, πού επιτρέπει πρόγνωση της μελλοντικής ιστορίας. Ή πρόγνωση προεκτείνεται άρχικά ώς τήν ολοκληρωτική επανάσταση, πού άναιρεί τήν άστική κοινωνία. Θά μπορούσαμε τώρα νά υποθέσουμε πώς ό Μάρξ πιστεύει ότι ή διαλεκτική πορεία θά συνεχίζεται καί μετά τήν επανάσταση. Κάτι τέτοιο θά ήταν λογικό, αν υποθέταμε ότι καί στό μετεπαναστατικό καθεστώς οι παραγωγικές δυνάμεις θά όργανώνονταν σέ νέες παραγωγικές σχέσεις. Αυτό θά περιείχε πάλι τόν πυρήνα της νέας οικονομικής άντίφασης. Στίς παραγωγικές σχέσεις θάπεφτε δηλαδή ό ϊδιος ρόλος, θά ήταν πάλι ό άνασταλτικός παράγοντας γιά τήν παραπέρα έξέλιξη. Γενικά δέν είναι εύλογο νά σταματήσει ή διαλεκτική πορεία. Ή ώς τώρα κίνηση θαπρεπε νά συνεχιστεί καί στό μέλλον. Ό π ω ς στήν έξέλιξη του ανθρώπινου είδους οι γενεές άκολουθούν διαλεκτικά ή μιά τήν άλλη καί άλλάζουν οι παραδόσεις, ετσι θά μπορούσαμε νά φανταστούμε ότι νέες παραγωγικές δυνάμεις καί αντίστοιχες νέες παραγωγικές σχέσεις έρχονται στή θέση των παλιών. Ό Χέγκελ δέν έκανε βέβαια προβολή των διαλεκτικών παραστάσεών του στό μέλλον, άλλά ό γενικός χαρακτήρας της διαλεκτικής του επιτρέπει νά υποθέσουμε δτι δέν φρονούσε πώς ή διαλεκτική τερματίζεται στήν εποχή του, στό παρόν. Δέχτηκε όμως τή μομφή δτι θεώρησε τήν εποχή του «τελειοποιη μένη ». Επιστρέφοντας στόν Μάρξ, πρέπει νά διαπιστώσουμε ότι μετά τήν παγκόσμια επανάσταση ή διαλεκτική πορεία, όπως τήν βλέπει ό ϊδιος, δέν συνεχίζεται. Τερματίζεται μέ τήν παγκόσμια επανάσταση. Μέ τήν αναίρεση της ώς τώρα διαλεκτικής λήγει καί ή προϊστορία του άνθρώπου. Ό Μάρξ τό αιτιολογούσε μέ τόν έξης τρόπο: Μέ τήν κομμουνιστική επανάσταση, πού καταργεί τήν ιδιοκτησία, 367
παραμερίζεται ή βάση της οικονομικής διαλεκτικής. Δεν υπάρχει πιά ή διαφορά μεταξύ ιδιοκτητών καί μή ιδιοκτητών, γιατί ή ιδιοκτησία βρίσκεται στά χέρια δλων. Κατά συνέπεια αίρεται καί ή ταξική άντίθεση· ή «άταξική» κοινωνία μπαίνει στη θέση τής κοινωνίας τών τάξεων. Τότε άρχίζει νά λειτουργεί τό «άληθινό βασίλειο τής έλευθερίας», πού στηρίζεται στήν χωρίς άντιφάσεις οργανωμένη παραγωγή. Μένει αναπάντητο τό έρώτημα, άν ό Μάρξ πίστευε πραγματικά πώς παραμερίζονται ετσι δλες οι άντινομίες καί μέ τήν άταξική κοινωνία φτάνουμε τελικά σέ μιά εποχή χωρίς συγκρούσεις. Ό π ω ς είδαμε, οι δηλώσεις του σχετικά μέ τήν κομμουνιστική κοινωνία είναι λιγοστές. 'Αναμφισβήτητα δμως περιμένει άπό τήν κομμουνιστική κοινωνία μιά πρόοδο, πού επισκιάζει κάθε προηγούμενο. Ή πρόοδος αυτή, πού τερματίζει τήν ως τώρα ιστορία του άνθρώπου, έγκειται στήν άναίρεση τής οικονομικής άντίφασης καί στήν όριστική οικονομική οργάνωση τής κοινωνίας. Έτσι τερματίζεται καί ή ως τώρα διαλεκτική. Ό Μάρξ δέν άνάφερε άν στή θέση της θά μπει νέα διαλεκτική. Ή διαλεκτική εξελικτική μορφή πού δίνει 6 Μάρξ τόσο σέ σχέση μέ τήν ως τώρα δσο καί μέ τήν μελλοντική ίστόρία, διαφέρει άπό τήν διαλεκτική του Χέγκελ. Ό τελευταίος δέχεται τήν άδιάκοπη πορεία τής εξέλιξης: άπό ολοένα νέες άντιφάσεις καί άντιθέσεις δημιουργούνται νέες συνθέσεις. Κατά τόν Μάρξ τήν «προϊστορία» τής άνθρωπότητας συνοδεύει μιά καί μόνη, άκατάπαυστα κλιμακωνόμενη άντινομία, πού παράγεται άπό τήν ιδιοκτησία καί τίς συμφυείς μ' αυτή εντάσεις μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων καί παραγωγικών σχέσεων. Μιά ορισμένη στιγμή, δηλαδή κατά τήν παγκόσμια επανάσταση, αυτή ή άντίφαση καί ή διαλεκτική, πού συνδέεται μ' αυτή, άναιρούνται όριστικά. Ή άταξική κοινωνία είναι ή σύνθεση καί ή κατακλείδα αυτής τής φάσης τής άνθρώπινης εξέλιξης. Πρέπει καί πάλι νά διερωτηθούμε, άν καί ώς πιό σημείο στήν νηφάλια καί ρεαλιστική σκέψη, πού χαρακτηρίζει τόν Μάρξ, παρεισδύουν εντούτοις ουτοπικά στοιχεία. Ή άπάν368
τηση εξαρτάται κατά πόσο θεωρεί κανείς σάν ουτοπία τίς άταξικές πολιτείες. Ή πραγματικότητα τείνει νά δείξει, οτι κάθε κοινωνία στήνει μιά τάξη ιεραρχική. 'Από αυτή τήν άποψη ή άταξική, δηλαδή μή ιεραρχική κοινωνία φαίνεται άδύνατη. Γενικά ομως ή δική μας άνάλυση της διαλεκτικής του Μάρξ καί οι σποραδικές συγκρίσεις με τήν διαλεκτική του Χέγκελ κάνουν φανερό οτι μεταξύ τους δεν υπάρχει μόνο ή διαφορά μεταξύ της ιδεαλιστικής καί της υλιστικής άντίληψης. Σημαντικές είναι καί οι διαφορές σχετικά μέ τόν καθορισμό των γενικών μορφών τής διαλεκτικής. Υπάρχουν βέβαια τέτοιες γενικές μορφές κίνησης, πού μπορεί κανείς νά χρησιμοποιεί σάν νοητικό διάγραμμα προσανατολισμού τής διαλεκτικής σκέψης. Εφαρμοζόμενες ομως πάνω στήν πραγματικότητα, δέν μάς λένε γι' αυτή ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα άπό τούς κανόνες συναγωγής συμπερασμάτων τής συλλογιστικής. Ή διαλεκτική σκέψη καθαυτή δέν περικλείνει καμιά άλήθεια, ούτε ή εφαρμογή διαλεκτικών τύπων εγγυάται τή γνώση. Πέρα άπό αυτά φάνηκε καθαρά οτι σέ κάθε περίπτωση εφαρμογής τής διαλεκτικής σκέψης οι γενικές μορφές κίνησης τροποποιούνται σχεδόν κατά βούληση καί προσαρμόζονται στούς επιδιωκόμενους σκοπούς. Ή σύγκριση του Χέγκελ μέ τόν Μάρξ καί τόν Κίρκεγκαρντ αποδείχνει οτι δέν υπάρχει ένας παρά πολλοί διαλεκτικοί τρόποι θεώρησης καί ότι ή εφαρμογή τής διαλεκτικής καθορίζεται πάντα άπό τήν έκάστοτε σκοπιά.
24.
Οί μεγάλοι διαλεκτικοί
369
πηγεσ, παραθεματα,
συμπαηρωματα
Οί περικοπές άπό τά εργα τοϋ Χέγκελ είναι παρμένες άπό την Ικδοση του Glockner: Georg Wilhelm Friedrich Hegels Sämtliche Werke, Jubiläumsausgabe in zwanzig Bänden, Stuttgart 1927/28, γιά συντομία Hegels Werke. Ό π ο υ παραθέτουμε περικοπές άπό άλλες εκδόσεις, τό σημειώνουμε. Οί περικοπές άπό τά εργα τοϋ Κίρκεγκαρντ και τοϋ Μάρξ είναι παρμένες άπό διάφορες έκδόσεις.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
ΤΟ ΔΙΑΛΕΚΉΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ 1. Hegels Werke, τόμ. 2, Φαινομενολογία, σελ. 14. 2. Ό Κάντ ^ραψε στίς 21 Σεπτ. 1798 στόν Garve: «Ξεφυλλίζοντας φευγαλέα τό βιβλίο τοϋ (Garve, Übersicht der vornehmsten Prinzipien der Sittenlehre, Συνοπτική παρουσίαση των κυριότερων άρχων της Ηθικής, Breslau 1789), σταμάτησα στή σημείωση τής σελ. 339, τό περιεχόμενο τής όποίας μέ άναγκάζει νά διαμαρτυρηθώ. Δέν ξεκίνησα νά εξετάσω τήν ΰπαρξη τοϋ θεοϋ, τήν άθανασία κλπ., παρά τήν άντινομία τοϋ καθαροϋ Λόγου: « Ό κόσμος άρχίζει κάποτε ή δέν εχει άρχή κλπ. ως τήν τέταρτη άντινομία: Ό άνθρωπος έχει ελευθερία ή δέν εχει ελευθερία, παρά τά πάντα είναι φυσική άναγκαιότητα · αυτή ή άντινονία μέ έβγαλε άπό τόν δογματικό ϋπνο καί μέ παρακίνησε στήν κριτική τοϋ ίδιου τοϋ Λόγου, γιά νά άρθεϊ τό σκάνδαλο τής φαινομενικής άντίφασης τοϋ καθαροϋ Λόγου πρός τόν εαυτό του». 3. Kant, Kritik der reinen Vernunft (Κριτική τοϋ καθαροϋ Λόγου), δεύτερη έκδοση, σελ. 353 κ.έ. 4. Hegels Werke, τόμ. 4, Wissenschaft der Logik ('Επιστήμη τής Λογικής), σελ. 54, 5. Hegels Werke, τόμ. 4, Wissenschaft der Logik, σελ. 13. 6. Hegels Werke, τόμ. 5, Wissenschaft der Logik, σελ. 46. 7. Sören Kierkegaard, Die Tagebücher (Τά ήμερολόγια) σέ δυό τόμους, άνθολόγηση καί μετάφραση τοϋ Theodor Haecker, 1923, τόμ. 2, σελ. 351 κ.έ. 8. Dokumente zu Hegels Entwicklung (Τεκμήρια πάνω στήν εξέλιξη τοϋ Χέγκελ), έκδοση τοϋ J. Hoffmeister, 1936, σελ. 428. 9. Briefe von und an Hegel ('Αλληλογραφία τοϋ Χέγκελ), έκδοση τοϋ J. Hoffmeister, Γράμμα στόν Νητχάμερ, τόμ. 2, σελ. 272. 10. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 374. 11. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 314. 12. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 219. 13. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 120. 14. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 28. 15. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 86. 16. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 352. 17. Hegels Werke, τόμ 11, Παραδόσεις πάνω στή φιλοσοφία τής παγκό-
370
σμιας ιστορίας, σελ. 557. 18. Hegels Werke, τόμ. 2, Φαινομενολογία, σελ. 453. 19. Hegels Werke, τόμ. 7, Φιλοσοφία τοΰ Δικαίου, σελ. 331. 20. Hegels Werke, τόμ. 1, "Αρθρα άπό τό κριτικό Ημερολόγιο της Φιλοσοφίας καί άλλα κείμενα άπό την περίοδο της Γιένας, σελ. 44. 21. Hegels Werke, τόμ. 2, Φαινομενολογία, σελ. 404. 'Ολόκληρο τό εδάφιο εχει ώς έξης: « Ή αύτοσυνειδητοποιημένη καί έκδηλωνόμενη καταρράκωση της συνείδησης είναι σαρκασμός της ζωής, της σύγχυσης τοϋ ολου καί αυτοσαρκασμός· ταυτόχρονα είναι τό μόλις άκουγόμενο σβήσιμο τοϋ ήχου δλης αυτής τής σύγχυσης». 22. Hegels Werke, τόμ. 7, Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου, σελ. 264. Πρβλ. σχετικά R. Heiss, Hegel und Marx, στό: «Symposion», Jahrbuch für Philosophie, 1949, σελ. 169-206 καί Die Dialektik bei Hegel und Marx, Bremen, 1961. 23. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 263. 24. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 319 κ.έ. 25. Karl Marx, Επίλογος στήν δεύτερη έκδοση τοϋ Κεφάλαιου, 1873. 26. Hegels Werke, τόμ. 2, Φαινομενολογία, σελ. 34. 27. Hegels Werke, τόμ. 4, Λογική, σελ. 51· πρβλ. Robert Heiss: Wesen und Formen der Dialektik, Köln, 1959, σελ. 142 κ.έ. 28. Hegels Werke, τόμ. 7, Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου, σελ. 268. 29. R. Haym, Hegel und seine Zeit ( Ό Χέγκελ καί ή εποχή του), 1857, σελ. 17. 30. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 9. 31. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 8. 32. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 37. 33. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 53. 34. W. Dilthey, Die Jugendgeschichte Hegels, στό: W. Dilthey, Gesammelte Werke, τόμ. 4, σελ. 13. 35. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 431 καί 433. 36. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 428 κ.έ. 37. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 434. 38. R. Haym, Hegel und seine Zeit, σελ, 17. 39. Th. L. Haering, Hegel. Sein Wollen und sein Werk (Χέγκελ. Ή θέλησή του καί τό έργο του), 1929, σελ. 49. 40. Σύμφωνα μέ πληροφορία τής άδελφής τοϋ Χέγκελ, πρβλ. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 394. 41. Hegels Werke, τόμ 11, Vorlesungen über die Philosophie der Weltgeschichte (Παραδόσεις πάνω στή φιλοσοφία τής παγκόσμιας ιστορίας), σελ. 577 κ.έ. 42. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 430. 43. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 23. 44. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 42. 45. Παρμένο άπό τό: Haym, Hegel und seine Zeit, σελ. 484. 46. Στό πρώτο προσχέδιο τοϋ Verfassung des Deutschen Reichs, 1789/90.
371
Τυπωμένο στά Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 283. Πρβλ. Die Verfassung Deutschlands, έκδοση Dr. Heller, 1922. 47. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 24. 48. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 59 κ.έ. 49. Τυπωμένο στό: Nohl, Hegels Theologische Jugendschriften (Θεολογικά νεανικά εργα του Χέγκελ), Tübingen, 1907, σελ. 345-351. 50. Jenenser Logik, Metaphysik und Naturphilosophie, έκδοση τοϋ G. Lasson, Λειψία, 1923. 51. Πρβλ. την εκθεση τοϋ J. Hoffmeister στην εισαγωγή του στήν Φαινομενολογία τοϋ Χέγκελ, 1937, σελ. XXVIII κ.έ. καθώς καί Th. L. Haering, Die Entstehungsgeschichte der Phänomenologie des Geistes, στό Τρίτο Συνέδριο γιά τόν Χέγκελ, 1934, Έκθεση Συνεδρίου, σελ. 118 κ.έ. 52. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 71. 53. "Απαντα Νίτσε, έκδοση Musarion, τόμ. 14, σελ. 313. 54. "Απαντα Νίτσε, έκδοση Musarion, τόμ. 14, σελ. 366. 55. "Απαντα Νίτσε, έκδοση Musarion, τόμ. 17, σελ. 58. 56. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 49 (πρόλογος στήν Φαινομενολογία). 57. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 620. 58. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 357, σελ. 353, σελ. 370 καί σελ. 360. 59. Dokumente zu Hegels Entwicklung, σελ. 364 κ.έ. (Αυτό καί τά προηγούμενα, σημ. 58, τά έχει πάρει 6 Hoffmeister άπό τό έργο τοϋ Κ. Rosenkranz, Hegels Leben, Ή ζωή τοϋ Χέγκελ), Berlin, 1844, σελ. 537-555. 60. Hegels Werke, τόμ. 4, Λογική, σελ. 46. 61. Hegels Werke, τόμ. 19, Vorlesungen über die Geschichte der Philosophie III, σελ. 303. 62. Hegels Werke, τόμ. 1, σελ. 45. 63. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 113. 64. Briefe von und an Hegel, τόμ, 1, σελ. 161. 65. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 161. 66. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 44 κ.έ. 67. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 45. 68. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 41 κ.έ. 69. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 39. 70. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 48 κ.έ. 71. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 14. 72. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 24. 73. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 25. 74. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 35. 75. Hegels Werke, τόμ, 2, σελ. 34. 76. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 30 κ.έ. 77. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 419, 78. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 172. 79. R. Haym, Hegel und seine Zeit, σελ. 238.
372
80. R. Haym, Hegel und Seine Zeit, σελ. 239. 81. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 377. 82. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 374. 83. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 400. 84. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 404. 85. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 451 κ.έ. 86. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 453 κ.έ. 87. Friedrich Engels und Kari Marx, Die heilige Familie oder Kritik der kritischen Kritik, 1845. Aus dem literarischen Nachlass von Kari Marx und Friedrich Engels, τρεις τόμοι, έκδοση F. Mehring, τέταρτη έκδοση. Τό παράθεμα βρίσκεται στόν δεύτερο τόμο, σελ. 132. 88. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 399. 89. Friedrich Julius Stahl, Was ist die Revolution? (Ti είναι ή επανάσταση;) 1852, και Die gegenwärtigen Parteien in Staat und Kirche, Voriesungen aus dem Jahre 1850, τυπ. 1863. 90. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 161. 91. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 136. 92. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 193. 93. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 223. 94. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 240. 95. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 187. 96. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 138. 97. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 28 κ.έ. 98. Jakob Burckhardt, Weltgeschichtliche Betrachtungen, τό παράθεμα πάρθηκε από την έκδοση των Oeri und Dürr, τόμ. 7 (1929), σελ. 2. 99. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 85 κ.έ. 100. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 253 κ.έ. 101. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 331. 102. R. Haym, Hegel und seine Zeit, σελ. 505 κ.έ. 103. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 390. 104. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 418 κ.έ. 105. Hegels Werke, τόμ. 3, Philosophische Propädeutik, σελ. 82. Ενδιαφέρον είναι δτι ό Χέγκελ άνάπτυξε μιά σχεδόν σύγχρονη άντίληψη της «όρμής» στις σελ. 39-40. Σέ αυτόν τόν ορισμό της έννοιας όρμή βασίζεται ή διάκρισή του μεταξύ ζώου καί ανθρώπου, τήν όποια έπαναλαμβάνει και έπεκτείνει άργότερα στην Rechtsphilosophie (Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου), προπάντων στην § 190. 106. Hegels Werke, τόμ. 3, σελ. 111 κ.έ. 107. Hegels Werke, τόμ. 3, σελ. 142. 108. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 393. 109. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 196. 110. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 51. 111. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 50. 112. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 48.
373
113. I. Kant, Kritik der reinen Vernunft, πρόλογος στήν δεύτερη έκδοση, 114. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 87 κ.έ. 115. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 12. 116. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 51 κ.έ. 117. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 46. 118. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 52. 119. Hegels Werke, τόμ. 2, σελ. 38 κ.έ. 120. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 45. 121. Hegels Werke, τόμ. 4, σελ. 51. 122. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 392. 123. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 107. 124. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 73. 125. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σημ. στήν έπιστολή 290, σελ. 408. 126. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 167. 127. Hegels Werke, τόμ. 6, Heidelberger Encyklopädie, πρώτη έκδοση 1871, σελ. 4 κ.έ. 128. G.F.W. Hegel, Encyklopädie der philosophischen Wissenschaften im Grundriss, επανέκδοση του Lasson, δεύτερη έκδοση, Leipzig, 1920, σελ. 7. Ή επανέκδοση τοϋ Lasson δέν ταυτίζεται μέ τό κείμενο της άρχικής έκδοσης τοϋ 1817 παρά μέ τή δεύτερη τοϋ 1827. Οί περικοπές πού παραθέτουμε δέν βρίσκονται σέ αύτη τή μορφή στήν άρχική έκδοση. 129. Encyklopädie, έκδοση Lasson, σελ. 13. 130. Encyklopädie, έκδοση Lasson, σελ. 15. 131. Encyklopädie, έκδοση Lassson, σελ. 43. 132. Encyklopädie, έκδοση Lasson, σελ. 105. 133. Κατευθυντήρια ιδέα των έκδοτων Henning, Michelet, Boumann ήταν ότι ή Encyklopädie περιέχει τό πραγματικό σύστημα τοϋ Χέγκελ· έτσι έπέκτειναν τήν Encyklopädie, στα πλαίσια της έκδοσης των έργων του (18321887), μέ συμπληρώματα άπό υστερόγραφα καί διάφορες πανεπιστημιακές παραδόσεις τοϋ Χέγκελ μέ θέμα τό «σύστημα της φιλοσοφίας». Οί τρεις τόμοι περιέχουν: πρώτο μέρος: Logik, δεύτερο μέρος: Natuφhilosophie, τρίτο μέρος: Philosophie des Geistes · στήν πανομοιότυπη έκδοση τοϋ Glokkner είναι οί τόμοι 8, 9, 10. 134. Hegels Werke, τόμ. 9, Naturphilosophie, σελ. 49. Αυτή ή φράση βρίσκεται μόνο στήν έκδοση τοϋ Michelet. Ή Natuφhilosophie αυτή άπαρτίζεται άπό διάφορα άντίγραφα παραδόσεων. Καί χωρίς νά αμφιβάλλουμε, οτι αυτή ή μιά ομοια φράση δέν ειπώθηκε άπό τόν ϊδιο τόν Χέγκελ, είναι εντούτοις χαρακτηριστικό οτι στίς τρεις έκδόσεις της Encyklopädie, πού έπιμ}Ελήθηκε ό ίδιος, δέν βρίσκουμε τίποτε άκριβώς άντίστοιχο. Συναντάμε βέβαια συχνά τό πρόβλημα καί τήν διατύπωση, οτι ή φύση σάν ή «ιδέα στήν μορφή τοϋ άλλου» είναι τό «άρνητικό της ίδιας ή κάτι εξωτερικό». (Heidelberger Encyklopädie, §192, παρόμοια στήν §247 της δεύτερης έκδοσης). Ήδη στό Jenenser Logik, Metaphysik und Natuφh!losophie, έκδοση Lasson, σελ. 195, υπάρχει τό εδάφιο: «Αυτή ή ιδέα της φύσης είναι ό γενικός
374
της ορισμός σέ άντιπαράθεση πρός τό πνεύμα, ή άλλη δχρη της. Ή ίδια ομώς είναι στοχασμός καί σχετίζεται με τό πνεύμα ή την άλλη της δψη. Σάν καθαρή φύση αποτελεί μόνο τό πρώτο της στοιχείο, τό όποιο είναι άντίθετο τοϋ πνεύματος, ενώ τό άλλο της στοιχείο περιέχει τό θετικό ξεκίνημα πρός αύτη τή μεταβολή της». Ή παράσταση, δτι ή φύση είναι τό «άλλο», ή «άλλη Οψη» της ιδέας, είναι μόνιμη στόν Χέγκελ. Μερικές φορές ή παράσταση αύτή επεκτείνεται ώς τή σκέψη δτι ή φύση είναι ή αύταλλοτριωμένη ιδέα. Κάπου μάλιστα λέει (Hegels Werke, τόμ. 9, ΝαΙυφΗί1θ8θphie, σελ. 50): « Ή φύση εΐναι τό αύταλλοτριωμένο πνεύμα, ό χώρος δπου άφέθηκε, ενας βακχικός θεός, πού δέν χαλιναγωγείται καί δέν πιάνεται· στή φύση κρύβεται ή ενότητα της έννοιας». 135. Hegels Werke, τόμ. 9, σελ. 48. 136. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 169. 137. Πρβλ. Briefe von und an Hegel, τόμ. 3, σελ. 202 καί ιδιαίτερα τήν σημείωση γι' αύτή τήν επιστολή, σελ. 422. 138. Hegels Werke, τόμ. 16, Vorlesungen über die Philosophie der Religion (Παραδόσεις πάνω στήν φιλοσοφία της θρησκείας), σελ. 281. 139. Hegels Werke, τόμ. 16, σελ. 307. 140. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 218. 141. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 182. 142. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 154. 143. Heinrich Gustav Hotho, Vorstudien für Leben und Kunst, 1835, σελ. 383 κ.έ. 'Αναφέρεται άπό τόν Η. Glockner, Hegel, τόμ. 1, σελ. 441 κ.έ. 144. Κ. Rosenkranz, Von Magdeburg bis Königsberg, 1873, σελ. 300. 145. Πρβλ. Briefe von und an Hegel, τόμ. 3, σελ. 211 κ.έ. καί ιδιαίτερα τή σημείωση γι' αύτή τήν επιστολή, σελ. 424 κ.έ. 146. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 374. 147. Briefe von und an Hegel, τόμ. 1, σελ. 314. 148. R. Haym, Hegel und seine Zeit, σελ. 364. 149. Hegels Werke, τόμ. 2, Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte, σελ. 568. 150. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 367. 151. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 19. 152. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 45 κ.έ. 153. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 61. 154. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. III. 155. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 129. 156. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 561. 157. Hegels Werke, τόμ 11, σελ. 562. 158. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 566. 159. Hegels Werke, τόμ. 11, σελ. 564. 160. Hegels Werke, τόμ. II, σελ. 562 κ.έ. 161. Τυπωμένο στό: Kari Marx, Der historische Materialismus, Die Frühschriften, έκδοση των S. Landshut und J.P. Mayer, δύο τόμοι, 1932· τόμ.
375
1, σελ. 20-187. 162. Hegels Werke, τόμ. 8, σελ. 31 κ.έ. 163. Briefe von und an Hegel, τόμ. 2, σελ. 242 164. Hegels Werke, τόμ 7, Grundlinien der Philosophie des Rechts oder Naturrecht und Staatswissenschaft im Grundrisse, σελ. 26. κ.έ. 165. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 32 κ.έ. 166. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 35. 167. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 36 κ.έ. 168. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 84. 169. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 50. 170. Hegels Werke, τόμ. 7, §§ 4-28. 171. Hegels Werke, τόμ. 7, §§ 22-24. 172. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 54 κ.έ. 173. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 56. 174. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 63. 175. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 71. 176. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 74. 177. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 63, σελ. 272. 178. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 237 κ.έ. 179. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 238. 180. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 247. 181. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 261. 182. Karl Marx, Zur Kritik der Politischen Ökonomie, έκδοση Κ. Kautsky, 11η έκδοση (1930) σελ. LIV. 183. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 263 κ.έ. (§183). 184. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 265 κ.έ. (§185). 185. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 263. 186. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 266. 187. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 273. 188. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 275 (§194). 189. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 273 (§§190 καί 191). 190. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, στην έκδοση Landshut/ Mayer: Der historische MateriaHsmus, Die Frühschriften, τόμ. 1, σελ. 314. 191. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 315 καί 314 (§238). 192., Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 318. 193. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 318 (§243/244). 194. Hegels Werke, τόμ. 7, σελ. 319 κ.έ. (§§245-247). 195. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 62. 196. S. Kierkegaard, Abschliessende unwissenschaftliche Nachschrift, πρώτο μέρος, μετάφραση Η.Μ. Jungrans, 1957, σελ. 99.
376
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΔΙΑΑΕΚΉΚΗ ΤΟΥ ΣΕΡΕΝ ΚΙΡΚΕΓΚΑΡΝΤ 1. Κατά τόν L. Noack, Philosophie-geschichtliches Lexikon, Leipzrig, 1879, σελ. 782. 2. Α. Schopenhauer, Fragmente zur Geschichte der Philosophie, στό: Πάρεργα καί Παραλειπόμενα. Παρμένο από τά "Απαντα του Schopenhauer, έκδοση τοϋ Hübscher, τόμ. 5 (1946), σελ. 102. 3. Α. Schopenhauer, Anhang zur Skizze einer Geschichte der Lehre vom Idealen zum Realen. (Πάρεργα και Παραλειπόμενα 1) Sämtliche Werke ("Απαντα), τόμ. 5, σελ. 31. Πρβλ. και τό άρθρο του Schopenhauer Über die Universitätsphilosophie (Πάρεργα καί Παραλειπόμενα 1). 4. L. Gumplowicz, Der Rassenkampf, Innsbruck, 1883, σελ. 10 κ.έ. 5. I. Kant: Beantwortung der Frage: Was ist Aufklärung? (1784) στό: I. Kants Werke, έκδοση τοϋ Cassirer, τόμ. 4 (1913), σελ. 169. 6: Gottsched, Drei kleine Reden zur Verteidigung Gottes und der Vernunft im 1730. Jahre der vertrauten Rednergesellschaft gehalten von Gottsched. Τυπωμένο στό: Gottscheds Übersetzung des Wörterbuchs von Pierre Bayle, τόμ. 4, σελ. 721 κ.έ. 7. I. Kant, Die Religion innerhalb der Grenzen der blossen Vernunft, στό: I. Kants Werke, τόμ. 6, σελ. 245. 8. I. Kant, Anthropologie, I. Kants Sämtliche Werke, τόμ. 8, σελ. 218 κ.έ. 9. I. Kants Sämtliche Werke, τόμ. 6, σελ. 393. 10. Jakob Burckhardt Gesamtausgabe, τόμ. 7, έκδοση των Oeri καί Dürr, σελ. 2. 11. J. Burckhardt, Briefe, έκδοση του Kaphahn, 1935, σελ. 57. 12. J. Burckhardt, Briefe, σελ. 148. 13. J. Burckhardt, Briefe, σελ. 185. 14. J. Burckhardt, Briefe, σελ. 442. 15. J. Burckhardt, Briefe, σελ. 448. 16. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, άνθολόγηση καί έκδοση τοϋ Th. Haecker, τόμ. 1, σελ. 58. 17. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 294. 18. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 367. 19. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 357. 20. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 402. 21. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 387. 22. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 30. 23. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 28. 24. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 154.
377
25. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 143. 26. S. Kierkegaard, Abschliessende unwissenschaftliche Nachschrift, Πρώτο μέρος, 1957, σελ. 3. 27. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 83. 28. S. Kierkeggard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 115. 29. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 33. 30. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 73 κ.έ. 31. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 75. 32. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 355 κ.έ. 33. Πρβλ. Α. Domer και Chr. Schrempf, Sören Kierkegaards Angriff auf die Christenheit (Agitatorische Schriften und Aufsätze 1851-1855), Stuttgart, 1896, σελ. 91 κ.έ. 34. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 400 κ.έ. 35. Dorner-Sehempf, Sören Kierkegaards Angriff auf die Christenheit, σελ. 362 κ.έ. 36. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 415. 37. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 84. 38. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 74. 39. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 338. 40. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 139. 41. Μετάφραση στά Γερμανικά του Wilhelm Kütemeyer: Der Begriff der Ironie mit ständiger Rücksicht auf Sokrates, München, 1929. 42. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 225. 43. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 324. 44. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 205. 45. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 334 κ.έ. 46. S. Kierkegaard, Die Tagebücher τόμ. 1, σελ. 99. 47. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 339. 48. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 338. 49. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 183. 50. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 269. Παραθέτει καί ό Χέγκελ συχνά τή φράση: «Κοίτα, τά πόδια εκείνων, πού θά σέ κουβαλήσουν εξω, πατούν κιόλας στό κατώφλι». 51. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 266. 52. S. Kierkegaard, Der Begriff der Ironie, σελ. 267 κ.έ. 53. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 158. 54. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 100. 55. S. Kierkegaard, Entweder-Oder ( Ή - ή) μετάφραση του Chr. Schrempf, τόμ. 1 (1922), σελ. 17. Σέ παλιότερη με τάφραση του Ο. Gleiss: EntwederOder. Ein Lebensfragment, δεύτερη έκδοση άχρονολόγητη, τό έδάφιο, πού είχε μεταφραστεί «πιστότερα», εχει ώς έξης: «Τί είναι ό ποιητής; Ένας δυστυχισμένος άνθρωπος μέ καυτούς πόνους στήν καρδιά του, πού τά χείλια του έκβράζουν κραυγαλέους άναστεναγμούς, πού στό ξένο αύτί ήχοΰν σάν ώραία μουσική. Έχει κι αυτός τήν τύχη εκείνων των δυστυχισμένων
378
θυμάτων του Φάλαρι (σημ. μετάφρ.: Φάλαρις, 580-554 π.Χ., τύραννος του Ακράγαντα) πού βασανίζονταν άργά στά κάρβουνα καί ot κραυγές τους δεν έφταναν στ' αυτιά τοϋ τύραννου, γιά νά μην τρομάξει· αυτός νόμιζε, πώς άκούει εύθυμη μουσική. Καί οί άνθρωποι περιστοιχίζουν τόν ποιητή καί του λένε: Ξανατραγούδα μας ενα τραγούδι, μ' άλλα λόγια: άς βασανίσουν τήν αρυχή σου νέοι πόνοι καί τά χείλια σου άς μείνουν, δπως ήταν π;άντα· οί κραυγές σου θά μας φόβιζαν, αλλά ή μουσική, ναί, αυτή είναι γλυκιά. Έρχονται καί οί κριτικοί καί λένε: Σωστά είναι ετσι, αυτό απαιτούν οί κανόνες της αισθητικής. Βέβαια, αυτό εννοείται, ό κριτικός μοιάζει τοϋ ποιητή άπαράλλαχτα, μόνο πού ό κριτικός δεν Ιχει τόν πόνο στήν καρδιά καί τήν μουσική στά χείλια. Δές, γι' αύτό προτιμώ νάμαι χοιροβοσκός στό Άμαγκέρμπρο καί νά μέ κατανοούν τά γουρούνια, παρά νάμαι ποιητής καί νά μέ παρανοούν οί άνθρωποι». 56. Domer-Schrempf, Sören Kierkegaards Angriff auf die Christenheit, σελ. 390. 57. Βλ. 56, σελ. 4 κ.έ. 58. S. Kierkegaard, Eine erste und letzte Erklärung (1846), παράθεμα άπό τήν μετάφραση τών Domer-Schrempf, βλ. 57, σελ. 372 κ.έ. Πρβλ. καί τήν μετάφραση τού Μ. Junghans τού έργου Abschliessende unwissenschaftliche Nachschrift, τόμ. 2, (1958), σελ. 339 κ.έ.. 59. Martin Thust, Das Marionettentheater Sören Kierkegaards, στό Zeitwende, χρόνος 1 (1925), σελ. 18 κ.έ. 60. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 398 κ.έ. 61. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 51. 62. S. Kiergegaard, Abschliessende unwissenschaftliche Nachschrift, μετάφραση τού Martin Junghans, τόμ. 1 (1957), σελ. III. 63. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, μετάφραση W. Pfleiderer καί Chr. Schtempf, σελ. 6. 64. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 18. 65. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 24. 66. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 29. 67. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 27. 68. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 17. 69. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 30. 70. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 34. 71. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 21. 72. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 23. 73. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 34 κ.έ. 74. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 255 κ.έ. 75. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 1, σελ. 396. 76. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 2, μέρος δεύτερο, μετάφραση W. Pfleiderer καί Chr. Schrempf, 1922, σελ. 131 κ.έ. 77. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 2, σελ. 174. 78. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 2, σελ. 159. Τό εδάφιο δέν άρχίζει
379
όμως μέ τή διαπίστωση, δτι ή μελαγχολία είναι «άμαρτία»· προηγείται ή φράση: «Τι είναι λοιπόν ή μελαγχολία; Τίποτε άλλο άπό υστερία τοΰ πνεύματος». 79. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 2, σελ. 191 κ.έ. 80. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 2, σελ. 221. 81. S. Kierkegaard, Entweder-Oder, τόμ. 2, σελ. 228 κ.έ. 82. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 172. 83. Στόν επίλογο της μετάφρασης τοΰ Furcht und Zittern, τρίτη έκδοση, 1923, σελ. 209. κ.έ. 84. S. Kierkegaard, Furcht und Zittern; die Wiederholung, μετάφραση Ketels, Gottsched καί Schrempf, τρίτη έκδοση, 1923, σελ. 10. 85. S. Kierkegaard, Furcht und Zittern, σελ. 50. 86. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 89. 87. S. Kierkegaard, Die Wiederholung, μετάφραση Ketels, Gottsched καί Schrempf, τρίτη έκδοση 1923, σελ. 126. 88. S. Kierkegaard, Die Wiederholung, σελ. 200. 89. S. Kierkegaard, Die Wiederholung, σελ. 206. 90. S. Kierkegaard, Die Wiederholung, σελ. 183. 91. S. Kierkegaard, Die Wiederholung, σελ. 188. 92. Πρβλ. π.χ. τό εδάφιο στά Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 131: «"Ολη ή ζωή μέ φοβίζει, άπό τό πιό μικρό κουνούπι ώς τά μυστικά της ενσάρκωσης τοΰ πνεύματος. Ή ζωή μοϋ είναι όλόκληρη άνεξήγητη, πιό άνεξήγητος άπ' ολα μοΰ είναι 6 έαυτός μου. Ό λ η ή ζωή μοϋ είναι μιασμένη, πιό μιασμένος άπ' ολα εγώ ό ϊδιος...» 93. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 394 κ.έ. 94. S. Kierkegaard, Der Begriff der Angst, σελ. 1. 95. S. Kierkegaard, Der Begriff der Angst, σελ. 9. 96. S. Kierkegaard, Der Begriff der Angst, σελ. 36. 97. S. Kierkegaard, Der Begriff der Angst, σελ. 38. 98. S. Kierkegaard, Der Begriff der Angst, σελ. 156. 99. S. Kierkegaard, Der Begriff der Angst, σελ. 38. 100. S. Kierkegaard, Stadien auf dem Lebensweg (Στάδια της ζωής), 1922, σελ. 173. 101. S. Kierkegaard, Sadien auf dem Lebensweg, σελ. 175. 102. S. Kierkegaard, Stadien auf dem Lebensweg, σελ. 363. 103. S. Kierkegaard, Stadien aud dem Lebensweg, σελ. 457 κ.έ. 104. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 1, σελ. 223 κ.έ. 105. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 91. 106. S. Kierkegaard, Philosophische Brocken oder ein Bröckchen Philosophie, μετάφραση Ε. Hirsch, 1952. 107. S. Kierkegaard, Abschliessende unwissenschaftliche Nachschrift zu den Philosophischen Brocken, πρώτο καί δεύτερο μέρος, μετάφραση Η.Μ. Junghans, 1957/58. 108. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 99 κ.έ.
380
109. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 1. 110. S. Kierkegaard, Philosophische Brocken, σελ. 7. 111. S. Kierkegaard, Philosophische Brocken, σελ. 37. 112. S. Kierkegaard, Philosophische Brocken, σελ. 62. 113. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 27. 114. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 47. 115. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 48. 116. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 98 κ.έ. 117. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 156. 118. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 176, κ.έ. 119. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 194. 120. Βλ. 107, τόμ. 2, σελ. 9. 121. Βλ. 107, τόμ. 2, σελ. 31. 122. Βλ. 107, τόμ. 2, σελ. 54. 123. Βλ. 107, τόμ. 2, σελ. 35. 124. Βλ. 107, τόμ. 2, σελ. 281. 125. Βλ. 107, τόμ. 2, σελ. 331. 126. Dorner-Schrempf, Sören Kierkegaards Angriff auf die Christenheit, σελ. 4 (ύποσημ.) 127. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 71. 128. S. Kierkegaard, Die Krankheit zum Tode ('Ασθένεια πρός θάνατον), μετάφραση Ingeborg Frieser (1949), σελ. 16. 129. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 339. 130. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 366. 131. S. Kierkegaard, Die Tagebücher, τόμ. 2, σελ. 379. 132. Βλ. 107, τόμ. 1, σελ. 245.
ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η ΥΛΙΣΤΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ ΚΑΙ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ 1. Αυτός ό γιός τοΰ Μάρξ, μέ τό χαϊδευτικό Müsch, άρρώστησε τόν Μάρτη τοϋ 1855 καί πέθανε τόν 'Απρίλη τοΰ ίδιου χρόνου. Έγραψε τότε 6 Μάρξ: «Είμαι κουρασμένος σάν σκυλί άπό την νυχτερινή άγρύπνια στό κρεβάτι τοϋ άρρωστου». Τρεις μέρες άργότερα γράφει: «Μάτωσε καί ή δική μου καρδιά καί άναιί^ε τό κεφάλι μου, μολονότι φυσικά πρέπει νά διατηρώ ψύχραιμη στάση. Κατά τή διάρκεια της άρρώστιας του τό παιδί δέν κρύβει ούτε μιά στιγμή τόν γνήσιο, καλοπροαίρετο καί ταυτόχρονα άνεξάρτητο χαρακτήρα του». Μιά βδομάδα άργότερα άναγγέλλει στόν Ένγκελς τόν θάνατο τοϋ γιοϋ του καί στίς 12 'Απρίλη τοϋ γράφει: «Τό σπίτι φυσικά έρή-
381
μωσε καί ορφάνευε μετά τό θάνατο του άκριβοΰ παιδιοϋ, πού ήταν ή ζωογόνα ψυχή του. Είναι άπερίγραπτο, πόσο μας λείπει παντού τό παιδί. Πέρασα τόσες δυστυχίες, άλλά τώρα μόλις ένιωσα, τί είναι ή πραγματική δυστυχία...» Πρβλ. Briefwechsel zwischen Friedrich Engels und Kari Marx ('Αλληλογραφία Φ. Ένγκελς καί Κ. Μαρξ), έκδοση Α. Bebel καί Ε. Bernstein, τόμ. 2 (1919), σελ. 71 κ.έ. 2. Παρμένο άπό: Franz Mehring, Aus dem literarischen Nachlass von Karl Marx und Friedrich Engels 1841-1850. Τρεις τόμοι, τέταρτη έκδοση 1923. Τόμ. 1, σελ. 4. Πρόσθετες πληροφορίες στό: Auguste Cornu, Kari Marx und Friedrich Engels. Leben und Werk, τόμ. 1, 1818-1844, Άνατ. Βερολίνο 1954. Παρμένο άπό: Heinrich Heine, Werke, 2 τόμοι (1962), έκδοση τοΰ Martin Greiner, τόμ. 2, σελ. 921. 3. Επιστολή τοΰ πατέρα Heinrich Marx στόν γιό του Κάρλ, Δεκέμβρης 1836. Βρίσκεται στό: Franz Mehring, Aus dem literarischen Nachlass..., τόμ. 1, σελ. 14. 4. Βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 14. 5. Ό πατέρας ρώτησε εκείνη τήν περίοδο τόν γιό του: «Οι μονομαχίες είναι πράγματι συνυφασμένες τόσο πολύ μέ τήν φιλοσοφία;» σελ. 7. Πηγή: Βλ. 3. τόμ.1 6. Γράμμα τοΰ Κάρλ Μάρξ στόν πατέρα του στίς 10 Νοέμβρη 1837. Τυπωμένο στό περιοδικό Neue Zeit, τόμ. 6, πρώτο τεύχος, σελ. 6 κ.έ. 7. Γράμμα τοΰ Bruno Bauer στόν Κ. Μάρξ στίς 31 Μάρτη 1841. Πηγή: βλ. 3. τόμ. 1, σελ. 32 κ.έ. Πρβλ. επίσης σελ. 59 κ.έ. 8. Φύλλο 77 της Rheinische Zeitung, βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 207. 9. Πόσο απελπιστικές ήταν οι συνθήκες ζωής γιά τήν οικογένεια τού Μάρξ, μεταξύ άρρώστιας, θανάτου των παιδιών, καθημερινών βιοποριστικών αναγκών καί της βασανιστικής φροντίδας γιά επιβίωση, διαφαίνεται συγκινητικά άπό τήν άλληλογραφία μεταξύ Μάρξ καί Έν^/κελς. Οί επιστολές αύτές είναι πιό άνάγλυφες άπό δλες τίς εκθέσεις καί περιγραφές. Παραθέτουμε μικρές περικοπές άπό γράμματα: Στίς 24 'Απρίλη 1852 γράφει ό Μάρξ στόν Ένγκελς: «Τήν περασμένη βδομάδα μού συνέβει κάτι φρικιαστικό, πού δέν μπορείς νά φανταστείς. Τήν ήμέρα τής κηδείας (σημ. συγγρ.: εννοεί τήν κηδεία τής κόρης Φραντσίσκας) δέν μας ήλθαν άπό πουθενά χρήματα πού μας είχαν υποσχεθεί, ώστε άναγκάστηκα νά τρέξω σέ Γάλλους γείτονες, γιά νά μπορέσω νά καταβάλλω τά έξοδα τής κηδείας». Στίς 13 'Ιούνη 1853 γράφει: « Ή γυναίκα μου υποφέρει πολύ, χάνει κιλά καί βήχει». Έφτά βδομάδες άργότερα γράφει πάλι στόν Ένγκελς: « Ή γυναίκα μου άρρωστη, άρρωστη ή Τζενούλα καί τό Αενάκι έχει ένα είδος νευρικού πυρετού. Δέν μπόρεσα καί δέν μπορώ νά φωνάξω τόν γιατρό, γιατί δέν έχω λεφτά γιά γιατρικά. Έδώ καί όχτώ ως δέκα μέρες ταίζω τήν οικογένεια μέ ψωμί καί πατάτες κι είναι άμφίβολο, άν καί σήμερα θά τά εξοικονομήσω. Αυτή ή δίαιτα δέν ήταν βέβαια ή κατάλληλη κάτω άπό τίς τωρινές κλιματικές συνθήκες...». Κάθε τόσο 6 Ένγκελς στέλνει χρήματα, πότε πέντε, πότε δυό καί πότε
382
δέκα λίρες, οσα τού είναι δυνατό. Σχεδόν δλα τά γράμματα τοϋ Μάρξ στόν Ένγκελς άρχίζουν μέ ευχαριστίες για τό ποσό πού έλαβε. Ή άθλιότητα συνεχίζεται, άφοϋ κάθε τέτοιο ποσό δεν ήταν παρά μιά σταγόνα στόν ώκεανό. Στί 10 Μάρτη 1853 γράφει ό Μάρξ. «Έλαβα τις πέντε λίρες. Αύτη τή βδομάδα γλίτωσα τόν ψόφο παρά τρίχα. Δηλαδή μιά ήπατίτιδα ή τό λιγότερο στά πρόθυρά της. Είναι κληρονομικό στήν οικογένειά μου. Ό γέρος πέθανε από σηκώτι». Περίπου - έντε βδομάδες αργότερα ή γυναίκα τοϋ Μάρξ γράφει στόν Ένγκελς: «Μου είναι φοβερά δυσάρεστο νά αναγκάζομαι νά σας γράφω γιά χρήματα. Ό μ ω ς μας βοηθήσατε ήδη πάρα πολλές φορές. 'Αλλά αυτή τή φορά δέν γνωρίζω σωτηρία, δέν βρίσκω διέξοδο... Μπορείτε νά μας στείλετε κάτι; Ό φούρναρης μας ειδοποίησε οτι τήν Παρασκευή δέν μας δίνει ψωμί...». Ή κακομοιριά δέν παίρνει τέλος. Τό 1857 φτάνει πάλι στό έπακρο. Στίς 20 Γενάρη 1857 γράφει ό Μάρξ: «Δέν ξέρω τί νά κάνω καί βρίσκομαι πραγματικά σέ χειρότερη κατάσταση άπό κείνη πρίν πέντε χρόνια. Είχα πιστέψει πώς κατάπια τήν πεμπτουσία τοϋ βόρβορου. Ά λ λ ά οχι. Τό χειρότερο άπ' δλα είναι οτι ή κρίση δέν είναι παροδική. Δέν μπορώ νά δώ μέ τί θά βγώ άπό τήν κρίση». 'Ακόμα καί τό ψυχρό καί σχεδόν θρασύ υφος τών έπιστολών του δείχνει δτι ό Μάρξ δέν αγαπά τόν θρηνητικό συναισθηματισμό καί ή ανάγκη τοϋ λύνει τή γλώσσα. Ξαναγράφει στίς 24 Μάρτη 1857: «Λυπάμαι πολύ πού σέ ξαναπιέζω, άλλά οί ελλείψεις μου μέ ανάγκασαν νά καταθέσω στό ενεχυροδανειστήριο δ,τι γίνεται δεκτό... Καταλαβαίνεις δτι καί οί ψυχικά πιό άτάραχοι - καί δέν μέ εγκαταλείπει άκόμα ή άταραξία, πραγματικά - χάνουν μερικές φορές τήν υπομονή τους καί άφήνουν άνενόχλητους τούς φίλους». Οι παρακλήσεις του γιά χρήματα είναι μόνιμες. Ό Ένγκελς τόν βοηθά πάντα μέ μικρά ποσά - περισσότερα δέν μπορεί νά τοϋ στείλει, γιατί ό πατέρας του βρίσκει δτι ετσι ή άλλιώς παραξοδεύει. Ό Μάρξ πνίγεται μέσα σέ δυσκολίες. Μόνιμη ή κατάσταση. Μερικές φορές έκνευρίζεται: «Πραγματικά, άν αυτή ή κατάσταση συνεχιστεί, θά προτιμούσα νά βρίσκομαι έκατό οργιές κάτω άπό τήν επιφάνεια της γης παρά νά συνεχίσω νά φυτοζοώ έτσι. Νά πέφτω συνέχεια βάρος στούς άλλους καί νά βασανίζομαι μόνιμα άκόμα καί μέ τήν παραμικρή βρωμιά, είναι άφόρητο πιά. Προσωπικά μπορώ νά ξεφεύγω άπό τήν άθλιότητα μέ πολλή δουλειά γενικής φύσης. Ή γυναίκα μου δμως δέν έχει φυσικά τίς Ιδιες διεξόδους» κλπ. (28.1.1858). Ή κατάσταση χειροτερεύει πάλι. Στίς 15 'Ιούλη 1858 γράφει: «Σέ παρακαλώ πρώτα νά μήν σέ τρομάξει τό περιεχόμενο αύτοϋ τοϋ γράμματος, άφοϋ δέν είναι πράγματι έκκληση πρός τήν κατεύθυνση τοϋ ταμείου σου, πού έχει στραπατσαριστεί τόσο πολύ. Ά π ό τήν άλλη πλευρά δμως είναι ανάγκη νά σκεφτούμε άπό κοινού, μήπως μπορεί νά βρεθεί κάποια διέξοδος άπό τήν τωρινή κατάσταση, γιατί δέν ύποφέρεται πιά». Γράφει πιό κάτω, πώς χάνει τόν καιρό του «τριγυρίζοντας κάί δοκιμάζοντας άνώφελα
383
νά βρει λεφτά», μιλά γιά «σωματική κατάντια», γιά «οικογενειακή κακομοιριά» καί ότι ή γυναίκα του «κλονίστηκε νευρικά μέσα σ' αυτή τή βρωμιά». Θάπρεπε νά τή στείλει κάπου γιά αναψυχή, άλλά δεν θά ώφελοΰσε «δσο τήν πιέζει καθημερινά τό φάντασμα της αναπόφευκτης τελειωτικής καταστροφής». Αυτή ή κατάσταση ή μάλλον αυτή ή κόλαση κρατάει πάνω από μιά δεκαετία. Τόν Γενάρη τοΰ 1857 ό Μάρξ γράφει στόν Ένγκελς ότι «έξώκειλε», τόν Μάρτη τοΰ 1867 γράφει: «Πρέπει σύντομα νά πάρω τά ροϋχα μου καί τό ρολόι μου άπό τό ενεχυροδανειστήριο. Δέν μπορώ όμως νά εγκαταλείψω καί τήν οίκογένειά μου σ' αυτή τήν κατάσταση, χωρίς δεκάρα, όταν οί πιστωτές γίνονται κάθε μέρα πιό αδιάντροποι». Μερικές φορές οί πιστωτές τοΰ πολιορκούν τό σπίτι, καί ό Μάρξ μιλά τακτικά γιά τίς «φουρτούνες των πιστωτών». «Ζώ εδώ καί δυό μήνες άπό δανεικά τού ένεχυροδανειστήριου μέ όλοένα συχνότερες καί κάθε μέρα πιό άνυπόφορες απαιτήσεις τών πιστωτών-πολιορκητών» (γράμμα άπό τίς 31 'Ιούλη 1865). Είναι σχεδόν άκατανόητο, πώς μπορεί νά άντέχει αύτή τήν κατάσταση τόσον καιρό· στίς 18 'Ιούνη 1862 γράφει: « Ή γυναίκα μου μού λέει κάθε μέρα πώς θάθελε νάναι στό μνήμα μαζί μέ τά παιδιά· εγώ δέν μπορώ νά τήν κακίσω, γιατί οι ταπεινώσεις, τά βάσανα καί οι τρομάρες πού περνάμε είναι πραγματικά άπερίγραπτες». Τά γράμματα τού Μάρξ περιέχουν ποταμούς παραπόνων γιά φτώχεια, αρρώστιες καί άθλιότητα, άλλά τά θέματα αύτά είναι συμπιεσμένα καί καταλαμβάνουν μόνο μικρό μέρος τών επιστολών του. Τό κύριο περιεχόμενό τους είναι ή συζήτηση πολιτικών γεγονότων, γενικότερων συμβάντων καί τού κοινού στόχου, ιδιαίτερα ή εργασία του πάνω στό Κεφάλαιο, πού δύσκολα προχωρεί κάτω άπό τέτοιες συνθήκες. "Ισως δέν υπάρχει δεύτερο πνευματικό ντοκουμέντο στήν παγκόσμια ιστορία, πού νά γεννήθηκε σέ πείσμα τόσο άντίξοης μοίρας, μέ τόση άπεγνωσμένη και σκληρή επιμονή, δπως τό Κεφάλαιο. Είναι πραγματικά θαύμα πού κατάφερε νά τό γράψει καί σχεδόν νά τού δώσει τελική μορφή. 10. Γράμμα τού πατέρα του, βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 14. 11. Πηγή: βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 26. 12. Πηγή: βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 16, γράμμα στόν πατέρα του στίς 10.11.1837. 13. Γράμμα στόν πατέρα του στίς 10.11.1837. 14. Γράμμα τοΰ "Αρνολντ Ρούγκε στόν Λούντβιχ Φόυερμπαχ στίς 15 Μάη 1844. Πηγή: βλ. 3, τόμ. 2, σελ. 14. 15. Γράμμα τού Φρήντριχ Κέππεν στόν Κ. Μάρξ στίς 3 'Ιούνη 1841. Πηγή: βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 33. 16. Παρμένο άπό: Η. Boll, Karl Marx — ein deutscher Jude verändert die Welt, στό: Porträts deutsch-jüdischer Geistesgeschichte, έκδοση τού Thilo Koch, 1961, σελ. 63. Ό ϊδιος ό Μάρξ, πού φιλονίκησε νωρίς μέ τόν Η.Μ. Hyndnam, τόν ιδρυτή της «Σοσιαλδημοκρατικής Όμοσπονδίας», Ιχει διαφορετική γνώμη γι' αυτόν: « Ή πολιτική άποστολή τοΰ Hyndnam είναι προβληματικής φύσης. Ό τ ι τό γραμματάκι σου θά τοΰ προξενήσει άνία, εξυπηρετεί τόν άνθρωπο πιό πολύ, άφού ή θρασύτητά του άπέναντί μου
384
βασιζόταν στόν υπολογισμό, δτι εγώ δεν θά τόν εξέθετα δημόσια, βλάπτοντας τήν υπόθεση. Αυτός τοξερε, πράγματι» (γράμμα στις 8 Μάρτη 1882 στόν Ένγκελς). 17. Γράμμα τοϋ Μόζες Χές στόν Μπέρτολντ "Αουερμπαχ. Περιέχεται στην εισαγωγή τοϋ Erich Thier, πού πρόταξε στήν έκδοση τοϋ νεανικού έργου τοϋ Κ. Μάρξ Nationalökonomie und Philosophie (Πολιτική οικονομία καί φιλοσοφία), 1950, σελ. 58 κ.έ. Ή φιλία μεταξύ Ένγκελς, Χές καί Μάρξ δέν κρατάει πολύ. Τό 1847 6 Ένγκελς γράφει στόν Μάρξ (γράμμα στις 15.1.1847): «Χάρηκα πού μοϋ άνάγγειλες τόν ερχομό τοϋ Μόζες. Ό άκριβός ήλθε, δέν μέ συνάντησε, τούγραψα νά κλείσει μαζί μου συνάντηση. Τόν βρήκα χθές. 'Αλλαξε πολύ. Νεανικές μπούκλες περιβάλλουν τήν κεφαλή του, τό χαριτωμένο γενάκι προσδίδει κάποια χάρη στό όξύ πηγούνι, μιά παρθενική κοκκινάδα κάλυπτε τά μάγουλά του, αλλά «τό μεγαλείο ήταν μειωμένο μέσα στά ώραΐα του μάτια» καί μιά παράξενη μετριοφροσύνη τόν κατακυρίευε. Έδώ στό Παρίσι άπόχτησα εναν τόνο φωνής πολύ άδιάντροπο, γιατί τό τυμπάνισμα είναι απαραίτητο στό έπάγγελμά μας καί είναι άποτελεσματικό στά θηλυκά. Ά λ λ ά τό ταλαίπωρο ύφος τοϋ κάποτε συγκλονιστικά υπεροπτικού Χές μέ άφόπλισε σχεδόν. Οι ήρωϊκές πράξεις των αληθινών σοσιαλιστών, τών μαθητών του (πιό κάτω σχετικά) καί ό άμετάβλητος πυρήνας του μοϋ ξανάδωσαν θάρρος. Πάντως τόν μεταχειρίστηκα τόσο ψυχρά καί περιπαιχτικά, ώστε δέν θαχει πιά δρεξη νά ξανάρθει». 18. Ό Ρώσος κοινωνιολόγος Μαξίμ Κοβαλέφσκυ, τό ονομα τοϋ όποίου ό Μάρξ αναφέρει σέ φιλικό τόνο σέ μερικά γράμματα μεταξύ 1876 καί 1879. Παρμένο από: Isaiah Berlin, Karl Marx, Sein Leben und sein Werk. Μετάφραση άπό τά 'Αγγλικά τοϋ I. Fetscher, 1959, σελ. 293. 19. Αύτή ή διήγηση μεταφράστηκε στό περιοδικό Neue Zeit, πρώτη χρονιά, Stuttgart 1883. Ξανατυπώθηκε στό: Karl Marx, Der historische Materialismus. Die Frühschriften, έκδοση S. Landshut καί J.P. Mayer, τόμ. 2, σελ. 532 κ.έ. 20. Γράμμα στίς 10 Νοέμβρη 1837. 21. Βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 113. 22. Βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 117. 23. Βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 116. 24. Βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 114 κ.έ. 25. Βλ. 3, τόμ. 2, σελ. 14 (Γράμμα τοϋ "Αρνολντ Ρούγκε στόν Αούντβιχ Φόυερμπαχ στίς 15 Μάη 1844). 26. Isaiah Berlin, Karl Marx, Sein Leben und sein Werk, σελ. 85. 27. 'Ανατύπωση μερικών άρθρων τοϋ Μάρξ άπό τήν «Εφημερίδα της Ρηνανίας». Πηγή: βλ. 3, τόμ. 1, σελ. 259. 28. Πρβλ. Landshut-Mayer, Die Frühschriften, σελ. XIX κ.έ. 29. Βλ. 28. 30. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 273. 31. Κ. Marx-F. Engels: Die deutsche Ideologie (Γερμανική ιδεολογία) έκδοση τοϋ V. Adoratskij, 1932, σελ. 534 (μέ έντολή τοϋ Marx-Engels25.
Ol μεγάλοι διαλεκτικοί
385
Institut). 32. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 271. 33. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 270. 34. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 272. 35. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 278 κ.έ. 36. F. Engels-K. Marx, Die Heilige Familie oder Kritik der kritischen Kritik. Gegen Bruno Bauer und Konsorten. Πηγή: βλ. 3, τόμ. 2, σελ. 132. 37. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 260 κ.έ. 38. Βλ. 28, τόμ. 1, σελ. 262. 39. Κ Marx, Nationalökonomie und Philosophie, χρησιμοποιήθηκε ή έκδοση τοϋ Thier, σελ. 228 κ.έ. 40. Thomas Morus, Utopia, μετάφραση τοϋ Gerhard Ritter, 1922, σελ. 38. 41. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 131. 42. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 217. 43. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 242 κ.έ. 44. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 182. 45. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 187. 46. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 188. 47. Karl Marx, Nationalökomomie und Philosophie, σελ. 199. 48. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 181. 49. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 213. 50. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 199 κ.έ. 51. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 193. 52. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 210. 53. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 245. 54. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 193 κ.έ. 55. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 183 κ.έ. 56. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 180. 57. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 211. 58. Kari Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 224. 59. Karl Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 224. 60. Kari Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 240. Αυτή τή μοίρα επιφυλάσσουν στόν φιλόσοφο καί άλλες επιστήμες: «'Ανάγεται στή φύση της άλλοτρίωσης, δτι κάθε σφαίρα μου θέτει ξεχωριστά καί άντίδρομα μέτρα καί κριτήρια: άλλο κριτήριο θέτει ή ηθική, άλλο ή πολιτική οικονομία...», σελ. 206. 61. Kari Marx, Nationalökonomie und Philosophie, σελ. 263 κ.έ. 62. Βλ. 31, σελ. 15 κ.έ. 63. Βλ. 31, σελ. XI. Οι φράσεις πού παραθέτουμε βρίσκονται στόν πρόλογο της εργασίας του Μάρξ, Zur Kritik der politischen Ökonomie, έκδοση τοϋ Kari Kautsky, 11η έκδοση, 1930, σελ. LVI κ.έ. 64. Βλ. 3, τόμ. 2, σελ. 346. 65. Friedrich Engels, Ludwig Feuerbach und der Ausgang der klassischen deutschen Philosophie, έκδοση Η. Duncker,' 1927, σελ. 14.
386
66. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ, 24. 67. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 59. 68. Πρβλ. Karl Mannheim, Ideologie und Utopie, 1929, ιδιαίτερα σελ. 25 κ.έ., καθώς καί Hans Barth, Wahrheit und Ideologie, 1945, Ιδιαίτερα τό κεφάλαιο γιά τόν Destutt de Tracy. 69. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 16 κ.έ. 70. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 20. 71. Karl Marx, Zur Kritik der politischen Ökonomie, έκδοση Kautsky, 1930, σελ. LV. 72. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 20 κ.έ. 73. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 27. 74. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 16 κ.έ. 75. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ, 21. 76. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 92 κ.έ. 77. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 18. Γιά τόν Μάρξ «πρώτη προϋπόθεση κάθε άνθρώπινης ύπαρξης» καί της ιστορίας είναι νά ζοϋν οί άνθρωποι, δηλαδή νά έχουν «φαγητό, ποτό, στέγη, ρούχα καί μερικά άλλα». Ή πραγματική ιστορία δμως άρχίζει, «όταν ή ίδια ή πρώτη ικανοποιημένη άνάγκη οδηγεί τήν πράξη της Ικανοποίησης καί τό μέσο ικανοποίησης, πού άπαιτήθηκε, σέ νέες άνάγκες» (σελ. 18). Έδώ υπάρχει ή βάση, θά λέγαμε, της πρωταρχικής διαλεκτικής καί ή πηγή τής ιστορίας, Ή ικανοποίηση των άναγκών δημιουργεί νέες άνάγκες. Ή σκέψη μοιάζει μέ εκείνη τοϋ Χέγκελ, όταν στήν Φιλοσοφία τοϋ Δικαίου εξηγεί τή διαφορά των άνθρώπινων άναγκών πρός τίς άνάγκες των ζώων. (Hegel, Rechtsphilosophie §§190 καί 191). 78. Engels-Marx, Die Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, σελ. 59. Πρβλ. καί τό συγγενικό έδάφιο στό: Zur Kritik der politischen Ökonomie, έκδοση Kautsky, σελ. LV: «Σέ μιά όρισμένη βαθμίδα τής άνάπτυξής τους οί υλικές παραγωγικές δυνάμεις έρχονται σέ άντίφαση μέ τίς υπάρχουσες παραγωγικές σχέσεις....» κλπ. 79. Βλ. 72, σελ. 63. 80. Βλ. 72, σελ. 59 κ.έ. 81. Βλ. 3, τόμ. 2, σελ. 329 κ.έ. Τό παράθεμα πάρθηκε άπό τό γράμμα του Έ\7κελς στον Μάρξ στίς 17 Μάρτη 1845. Ό Ένγκελς προτείνει νά περιέχει ή σχεδιαζόμενη βιβλιοθήκη σοσιαλιστών συγγραφέων μόνο «τέτοια κείμενα, τό θετικό περιεχόμενο τών οποίων τουλάχιστον κατά τό μεγαλύτερο μέρος του νά είναι καί σήμερα χρήσιμο». 82. Γράμμα τοϋ Ένγκελς στόν Μάρξ στίς 20 Γενάρη 1845: «Κοίτα νά τελειώσεις τό οικονομικό σου βιβλίο....πρέπει νά κολλήσουμε τό σίδερο τώρα πού είναι ζεστό.... Ό καιρός ωρίμασε. Κοίτα λοιπόν νά τό τελειώσεις πριν άπό τόν Απρίλη...... 83. Kari Marx, Das Kommunistische Manifest, 8η αυθεντική έκδοση τοϋ Κ. Kautsky, 1921, σελ. 56. 84. Βλ. 3, τόμ. 2, σελ. 335.
387
85. Karl Marx, Das Elend der Philosophie. Antwort auf Proudhon's «Philosophie des Elends», μετάφραση ατά Γερμανικά Ε. Bernstein καί Κ. Kautsky, με πρόλογο καί σημειώσεις τοΰ Friedrich Engels, 1895, σελ. 164. 86. Die Neue Rheinische Zeitung, άρθρο στις 13 'Ιούνη 1848. 'Ανατύπωση στό: Literarischer Nachlass von Marx und Engels, τόμ. 2, σελ. 97. 87. Die Neue Rheinische Zeitung, άρθρο Französische und englische Klassenkämpfe, 'Ιούνης 1848. 'Ανατύπωση: βλ. 86, τόμ. 3, σελ. 115. 88. Die Neue Rheinische Zeitung, άρθρο γιά την Ουγγαρία (Γενάρης 1849). 'Ανατύπωση: βλ. 86, τόμ. 3, σελ. 233 κ.έ. 89. Jakob Burckhardt, Weltgeschichtliche Betrachtungen. Έκδοση των 'Απάντων άπό Oeri και Dürr, τόμ. 7, σελ. 5. 90. Karl Marx, Thesen über Feuerbach, στό Deutsche Ideologie, έκδοση Adoratskij, (παράρτημα), σελ. 535. 91. Karl Marx, Zur Kritik der politischen Ökonomie, έκδοση Karl Kautsky, (11η έκδοση), 1930, σελ. LIV κ.έ. 92. Βλ. 91, σελ. LV. 93. Karl Marx, Theorien über den Mehrwert, έκδοση Kari Kautsky, τρεις τόμοι, 4η Μ ο σ η , 1921. 1ος τόμος: Die Anfänge der Theorie vom Mehrwert bis Adam Smith, 2ος τόμος: Ιο μέρος David Ricardo, 2o μέρος David Ricardo, 3ος τόμος: Von Ricardo zur Vulgärökonomie. 94. Isaiah Beriin, Kari Marx, Sein Leben und sein Werk, 1959, σελ. 251. 95. Karl Marx, Das Kapital, Kritik der politischen Ökonomie, 1ος τόμος. Volksausgabe des Marx-Engels-Instituts (1932), σελ. 803. 96. Kari Marx, Das Kapital, Volksausgabe, σελ. 17 κ.έ. 97. Βλ. 72, σελ. 22. 98. Kari Marx, Das Kapital, τρίτο βιβλίο, κεφάλαιο 48: «Die trinitarische Formel». 99. Die Neue Rheinische Zeitung, Aufruf an die Arbeiter Kölns. Ά π ό τό: Literarischer Nachlass von Marx und Engels, τόμ. 3, σελ. 268. 100. Kari Marx, Das Kapital, 1ος τόμος, Volksausgabe, σελ. 804.
388
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7.
Αφορισμοί Φράντς Κάφκα Ή βλάβη Φρήντριχ Ντύρρενματ Ή άπόρριφη Φράντς Κάφκα (έξαντλημένο) Ταξική όγάπη Κάριν Στρούκ Ή Αμερική δεν ϋπάρχει Πέτερ Μπίξελ Ό φύλακας ατή σίκαλη Τζ. Ντ. Σάλινγκερ Κεφάλι καί κοιλιά Γκέρχαρτ Τσβέρεντς
ΘΕΩΡΗΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 12. 13. 14. 15. 16.
Διαλεκτική Μάρκοβιτς - Μαρκοϋζε - Κόζικ 'Αναλυτική κοινωνιοψυχολογία "Εριχ Φρόμ Ό μετασχηματισμός της δημοκρατίας Άνιόλι Ή άριστερά άπαντα στάν Μαρκοϋζε Χόλτς-Στάιγκερβαλντ 'Αλλοτρίωση Πέτροβιτς - Χόφμαν - Άντόρνο Αυτοδιαχείριση Μιχαήλο Μάρκοβιτς Περιβάλλον καί ποιότητα της ζωής Έντσενσμπέργκερ Κολλεκτιβισμός καί αυτοδιαχείριση στήν Ισπανία 1936-1939 Άουγκουστίν Σούχυ 01 άναρχικοί Τζέημς Τζόλ Εισαγωγή ατή μελέτη του Μάρξ, τοϋ Ένγκελς καί τοϋ Λένιν Γιόζεφ Σλάιφσταϊν Ή γλώσσα τής σύγχρονης μουσικής Ντόναλντ Μίτσελ Μανιφέστα καί προγράμματα τής άρχιτεκτονικής τοϋ 20οϋ αΙώνα Οΰλριχ Κόνραντς Ή σχολή τής Φρανκφούρτης καί ή κριτική θεωρία Ζάν-Μαρί Βενσάν Σεξουαλικότητα καί πορνογραφία "Αντον-Άντρέας Γκούα Ή καταπιεστική οίκογένεια Ντήτριχ Χένς Oi μεγάλοι διαλεκτικοί Ρόμπερτ Χάις
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΣ 1. 2. 3. 4. 5. 6. 7. 8. 9. 10. 11. 12. 13. 14. 15.
Τό νόημα τής ζωής "Αντλερ Ή άγωγή τοϋ παιδιού "Αντλερ Ή γνώση τής ζωής "Αντλερ Ό πολιτισμός πηγή δυστυχίας Φρόυντ Ψυχολογία τής έρωτικής Φρόυντ Πρακτική ψυχανάλυση Φρόυντ Νέα σειρά των παραδόσεων γιά τήν είσαγωγή στήν ψυχανάλυση Φρόυντ Ψυχολογία των μαζών καί άνάλυση τοϋ Έγώ Φρόυντ "Ανθρωπος καί ψυχή Πούνγκ Ό νευρωτικός άνθρωπος τής έποχής μας Κάρεν Χόρνεϋ Ή κατάκτηση τής εύτυχίας Μπέρτραντ Ράσσελ Ψυχοθεραπεία Τόμας Κίρναν Μελέτες γιά τήν ψυχανάλυση Φρόυντ Τοτέμ καί ταμπού Φρόυντ 'Υπαρξιακή ψυχολογία Ρόλο Μαίη