ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΕΒΔΟΜΗ ΕΚΔΟΣΗ
Π. Δ. Μαστροδημήτρη Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία "Εβδομη έκδοση Πρώτη έκδοση, Θεσσαλονίκη 1974 - Δεύτερη έκδοση, Αθήνα 1976 Τρίτη έκδοση, Αθήνα 1978 Τέταρτη έκδοση, Εκδόσεις Δόμος, 'Αθήνα 1983 Πέμπτη έκδοση, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1990 "Εκτη έκδοση, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1996 "Εβδομη έκδοση, Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2005 ISBN 960-353-125-1 © Εκδόσεις Δόμος Στοιχειοθεσία και έκτύπωση: Τυπογραφικό έργαστήρι «Δόμος»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ Μαυρομιχάλη 16 - 1 0 6 8 0 Αθήνα - Τηλ. 2 1 0 3 6 0 5 5 3 2 , Fax 2 1 0 3 6 37 3 0 4 e-mail:
[email protected]
Π. Δ. ΜΑΣΤΡΟΔΗΜΗΤΡΗΣ ΟΜΟΤΙΜΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ TOT ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΕΒΔΟΜΗ
ΕΚΔΟΣΗ
'Εκδόσεις Δόμος
Σ η μ ε ί ω σ η : Ό συγγραφέας ένημ,έρωσε τό βιβλίο του μ,έ τό έντυπο υλικό πού έφθασε στα χέρια του ώς τά τέλη Ιουνίου του 2 0 0 5 .
Στην Ελένη και στον Δημήτρη
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Σελ. Βραχυγραφίες τεχνικών δρων, περιοδικών κ λ π Βραχυγραφίες βιβλίων Σημείωμα γιά τήν έβδομη έκδοση Σημείωμα γιά τήν έκτη έκδοση Σημείωμα γιά τήν πέμπτη έκδοση Σημείωμα γιά τήν τέταρτη έκδοση Σημείωμα γιά τήν τρίτη έκδοση Σημείωμα γιά τήν δεύτερη έκδοση Προλογικό σημείωμα
13 15 23 25 27 28 30 31 32
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤ,Ο ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ( Ή έπιστήμη της νεοελληνικής φιλολογίας υπό στενότερη και ευρύτερη έννοια, άντικείμενο, χώρος, χρονικά δρια - περίοδοι, είδη και κλάδοι της νεοελληνικής φιλολογίας)
37
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ( Ό Νέος Ελληνισμός: Οί ρίζες και ή ιστορική του πορεία άπό τον 10ο αιώνα. Νέος, άρχαιος και βυζαντινός Ελληνισμός)
45
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ : Η ΓΛΩΣΣΑ. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ( Ή διαμόρφωση της νεοελληνικής γλώσσας, τάση καθαρισμού, νεοελληνική κριτική)
53
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ': Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ Υστεροβυζαντινή περίοδος: 10ος αιώνας - 1 4 5 3 Άπό τον 10ο αιώνα ως τήν άλωση της Κωνσταντινούπολης άπό τους Φράγκους (1204) Ακριτικός κύκλος - «Βασίλειος Διγενής Ακριτης» - «Προδρομικά» Ήθικοδιδακτικά ποιήματα Άπό τό 1204 ως τήν άλωση της Κωνσταντινούπολης άπό τους Τούρκους ( 1 4 5 3 ) «Τό Χρονικόν του Μορέως» «Τό Χρονικόν των Τόκκων της Κεφαλληνίας» Βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα
74 74 74 78 79 79 81 82
"Εμμετρες διασκευές μυθιστορημάτων κ.ά Ήθικοδιδακτικά και άλληγορικά ποιήματα Ποιήματα άπό τον κόσμο των φυτών και άπό τον κόσμο των ζώων («Ίστορίαι των ζώων») Περίοδος της Τουρκοκρατίας: 1 4 5 3 - 1 8 2 1 Άπό τήν άλωση της Κωνσταντινούπολης ως τήν κατάληψη της Κρήτης άπό τους Τούρκους ( 1 4 5 3 - 1 6 6 9 ) Οί "Ελληνες λόγιοι της Διασποράς θρήνοι για τήν "Αλωση της Πόλης - Χρησμοί Ή δημιουργική λογοτεχνία του φραγκοκρατούμενου έλληνισμου (Ρόδος, Ε πτάνησος, Κύπρος, Πελοπόννησος, Κρήτη) Άπό τήν πτώση της Κρήτης ως τήν έλληνική έπανάσταση ( 1 6 6 9 - 1 8 2 1 ) Ή πνευματική παραγωγή και κίνηση στά Επτάνησα, τή Διασπορά και τις τουρκοκρατούμενες περιοχές - Οί Φαναριώτες Ή περίοδος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού Πρόδρομοι και Επτανήσιοι προσολωμικοι Άπό τήν έπανάσταση του 1 8 2 1 έως σήμερα Ή νεώτερη περίοδος της λογοτεχνίας (άπό τον Σολωμό κ.έ.) Ό Σολωμός, ό Κάλβος και Επτανησιακή Σχολή Ό Ελληνικός Ρομαντισμός, οί Φαναριώτες και ή Αθηναϊκή Σχολή Ή ποίηση Ή πεζογραφία της περιόδου 1 8 3 0 - 1 8 8 0 Ή Νέα Αθηναϊκή Σχολή (Ήλογοτεχνική γενιά του 1880) Ή ποίηση Ή πεζογραφία Ή περίοδος της λογοτεχνίας άπό τον Καβάφη έως σήμερα Καβάφης, Σικελιανός, Καζαντζάκης και άλλοι ( Ή λογοτεχνική παραγωγή έως τό 1930) Νεώτερες και σύγχρονες τάσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας Ποίηση Πεζογραφία Δοκιμιογραφια
85 91 93 98 98 98 102 105 139 139 144 146 153 155 155 166 167 174 176 176 181 187 187 193 195 222 257
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΈς ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΈς ΣΠΟΤΔΕΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ Ειδικότερες τάσεις και έκπρόσωποι "Ελληνες κριτικοί της λογοτεχνίας και φιλόλογοι νεοελληνιστές Κριτικοί της λογοτεχνίας Φιλόλογοι νεοελληνιστές
270 272 272 285
Ξένοι νεοελληνιστές (Αγγλία, Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Δανία, 'Ελβετία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ισπανία, Ιταλία, Καναδας, 'Ολλανδία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ρωσία και χώρες της πρώην Σοβιετικής "Ενωσης, Σουηδία, Τσεχία - Σλοβακία, Χιλή)
337
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': ΚΕΝΤΡΑ ΕΡΕΥΝΩΝ, ΣΥΝΕΔΡΙΑ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΑ Κέντρα έρευνών, Ιδρύματα, 'Ινστιτούτα Συνέδρια και Συμπόσια νεοελληνικών σπουδών Φιλολογικά και λογοτεχνικά περιοδικά Βιβλιογραφίες - Ευρετήρια περιοδικών και άλλες σχετικές έργασίες
405 413 434 451
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ ΚΛΑΔΟΙ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
" ' ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α': ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ Βιβλιογραφίες γενικές Βιβλιογραφίες τοπικές Βιβλιογραφίες προσώπων (λογοτεχνών) Βιβλιογραφία τών νεοελληνικών φιλολογικών ψευδωνύμων
469 478 484 505
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β': ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Ιστορίες τής νεοελληνικής λογοτεχνίας γενικές Ιστορίες τής νεοελληνικής λογοτεχνίας τοπικές Βιογραφικά λεξικά Ιστορίες του νεοελληνικού θεάτρου (γενικές και τοπικές)
510 516 517 518
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ': Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗ) Ή λογοτεχνική κριτική Ή φιλολογική κριτική Ή μελέτη τής λογοτεχνίας στά πλαίσια τής συγκριτικής φιλολογίας
521 523 525
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ': Η ΕΚΔΟΤΙΚΗ Κριτικές έκδόσεις νεοελληνικών κειμένων Φιλολογικές έκδόσεις νεοελληνικών κειμένων Άπαντα νεοελλήνων συγγραφέων Αλληλογραφίες Ημερολόγια νεοελλήνων συγγραφέων Απομνημονεύματα και Αυτοβιογραφίες Ανθολογίες νεοελληνικών κειμένων
535 561 585 602 609 610 614
Ποίηση Πεζογραφία Ποίηση - πεζογραφία (Μεικτές άνθολογίες) Ανθολογίες νεοελληνικής κριτικής, δοκιμίου, θεάτρου κ λ π
618 636 644 646
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε': ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ Αισθητικές - Κριτικές μελέτες νεοελληνικών κειμένων Ερμηνευτικές μελέτες νεοελληνικών κειμένων Ψυχογραφικές μελέτες γιά νεοέλληνες λογοτέχνες Ερμηνευτικά (και μεθοδολογικά) βοηθήματα γιά σχολική χρήση
649 670 682 683
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ç': ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΗΣΗ Λεξικά (Ερμηνευτικά - 'Ορθογραφικά - Συνωνύμων, έπιθέτων κλπ. - Ειδικά λεξικά Ετυμολογικά - Πίνακες λέξεων, Γλωσσάρια λογοτεχνών, Λεξιλόγια) 686 Γραμματικές 695 Συντακτικά 698 Μελετήματα γιά τή γλώσσα τών λογοτεχνών 699 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ': ΜΕΤΡΙΚΗ Νεοελληνικές μετρικές και σχετικά μελετήματα ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η': ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
703 705
ΕΥΡΕΤΗΡΙΑ Ευρετήριο προσώπων Ευρετήριο τίτλων (έργων, περιοδικών, κλπ.) Ευρετήριο τόπων, πραγμάτων, θεμάτων και όρων
733 781 791
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ ΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ, ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ κλπ.
ΑΕΜ ΑΘΛΓΘ ΑΙΙ.Θ. ΑΦΘΕ «ΒΒ» «B.AJB.» Β.Ι.Ε. βλ. BMGS BNJ ΒΖ c., ci. CEB C.N.H.S. TP· ΔΙΕΕ DOP ΕΒΕ ΕΕΒΣ ΕΕΓΣΓ ΕΕΚΣ ΕΕΦΣΠΑ ΕΕΦΣΠΘ Ε.Ι.Ε. ΕΙΝΣ ΕΚΕΒΙ ΕΛΑ Ε.Λ.Ι.Α. EAJVI.E. ΕΜΑ ΕΣΣΔ Ε.Τ. ΘΗΕ IJV1.X.A. INALCO ISSBI JHS
= = = = = = = = = = = = = = = = = = = = = =
Αρχεϊον Ευβοϊκών Μελετών Αρχεϊον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυροίj Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 'Αρχεϊον Φιλοσοφίας και Θεωρίας τών Επιστημών Βασική Βιβλιοθήκη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Βασιλικό "Ιδρυμα Ερευνών βλέπε Byzantine and Modern Greek Studies Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher Byzantinische Zeitschrift circa Centre d'Études Balkaniques Center for Neo-Hellenic Studies γράφε, γραπτέον Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής 'Εταιρείας Dumbarton Oaks Papers Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος Έπετηρις \Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 'Ελληνική Εταιρεία Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας Έπετηρις \'Εταιρείας Κρητικών Σπουδών *Επιστημονική Έπετηρις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 'Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - Εθνικό "Ιδρυμα Ερευνών = Έπετηρις Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών = Εθνικό Κέντρο Βιβλίου = Έπετηρϊς του Λαογραφικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών = 'Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο = "Ενωση Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως = Επετηρις του Μεσαιωνικού Αρχείου της Ακαδημίας Αθηνών = "Ενωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (πρώην) = 'Επιθεώρηση Τέχνης = Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια = "Ιδρυμα Μελετών της Χερσονήσου του Αίμου = Institut National des Langues et Civilisations Orientales [Université de Paris III] = Istituto Siciliano di Studi Bizantini e Neoellenici = Journal ofHellenic Studies
= Journal of Modern Greek Studie s JMGS = Jahrbuch der Österreichischen Byzantinistik JÖB = Jahrbuch der Österreichischen Byzantinischen Gesellschaft JÖBG = και άλλα πολλά, και άλλοι πολλοί κ,ά.π. = και έξης κ.έ. = Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών KJNLE. = Κρητικά Χρονικά Κρ.Χρ. = Κεφαλληνιακά Χρονικά ΚΦΧ = Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια ΜΕΕ = Modern Greek Studies Yearbook MGSY = Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης Μ.Ι.Ε.Τ. ΜΝΕΦ [Τομέας]I = [Τομέας] Μεσαιωνικής και Νεώτερης Ελληνικής Φιλολογίας = Νέα Εστία NE = Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη NEB = νέο ήμερολόγιο ν.ή. = Νεοελληνική Θεατρική Βιβλιοθήκη Ν.Θ.Β. = Nuova Serie Ν .S. (n.s.) = Orientalia Christiana Periodica OCΡ = Όργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων ΟΕΔΒ = Όργανισμός Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων ΟΕΣΒ = "Ομιλος Μελέτης του Ελληνικού Διαφωτισμού 0 ΜΕΑ. Η = δπου προηγουμένως (δπου παραπάνω) ο.π. ΠΑΑ = Πρακτικά της 'Ακαδημίας * Αθηνών Π.Ε.Φ. = Πανελλήνια "Ενωση Φιλολόγων π.ή. = παλαιό ήμερολόγιο πρβλ. = παράβαλε RÉB = Revue des Études Byzantines RÉG = Revue des Études Grecques (R)SBN = (Rivista di) Studi Bizantini e Neoellenici σ., σσ. = σελίδα, σελίδες στ. = στήλη,στήλες ΣΩΒ = Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων Τ.Ε. = Τετράδια «Ευθύνης» UFR = Universités Francophones φ., φφ. = φύλλο, φύλλα = χωρίς χρονολογία λα·
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ ΒΙΒΛΙΩΝ*
ν
Αλκη Αγγέλου, Των Φώτων, [Α']-Β' = "Αλκής Αγγέλου, Των Φώτων. "Οψεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Έρμης, Αθήνα 1 9 8 8 [Νεοελληνικά Μελετήματα, 9, Νέα Σειρά] και Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1999. 'Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης = 'Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είκοσι κείμενα γιά τη ζωή και τό εργο του. Πρόλογος - Επιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Οί Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1979. Στυλ. Αλεξίου, Δημώδη βυζαντινά = Στυλιανός Αλεξίου, Δημώδη βυζαντινά. Μελέτες. Στιγμή, Αθήνα 1997. Στυλ. Αλεξίου, Κρητικά φιλολογικά = Στυλιανός Αλεξίου, Κρητικά φιλολογικά. Μελέτες. Στιγμή, Αθήνα 1999. Άντίχαρη = Άντίχαρη. * Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά. ΕΛ.Ι.Α., Αθήνα 1984. * -« Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α'-ΒΓ = «Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας». Πρακτικά του Δεύτερου Διεθνούς Συνεδρίου «Neograeca Medii Aevi», τόμ. Α'-Β', Βενετία 1993. *Αφιέρωμα στον Ευδοξο Θ. Τσολάκη = Λόγια και Δημώδης Γραμματεία του *Ελληνικοΰ Μεσαίωνα. Αφιέρωμα στον Ευδοξο Θ. Τσολάκη. Πρακτικά Θ' Επιστημονικής Συνάντησης (11-13 Μαΐου 2000). θεσσαλονίκη 2002 [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή - Τμήμα Φιλολογίας, Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων 'Ελληνικών Σπουδών]. Νάσος Βαγενας, Ή ειρωνική γλώσσα = Νάσος Βαγενας, Ή ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες γιά τή νεοελληνική γραμματεία, Στιγμή, Αθήνα 1994. Δημ. Βερναρδάκη, Ψευδαττικισμου έλεγχος = Δημητρίου Βερναρδάκη, Ψευδαττικισμοϋ έλεγχος, ήτοι Κ. Σ. Κόντου Γλωσσικών Παρατηρήσεων άναφερομένων εις τήν νέαν έλληνικήν γλώσσαν άνασκευή. Έν Τεργέστη 1884. Τό βιβλίο στις προβιομηχανικές κοινωνίες = Τό βιβλίο στις προβιομηχανικές κοινωνίες. Πρακτικά του Α'Διεθνούς Συμποσίου του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα 1982 [Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό "Ιδρυμα Ερευνών]. Γιά τον Σεφέρη = Γιά τον Σεφέρη. Τιμητικό άφιέρωμα στά τριάντα χρόνια της «Στροφής». Αθήνα 1 9 6 1 (και άνατύπωση: «Έρμης», [Αθήνα] 1981). Contributi di Filologia Greca = Contribuîi di Filologia Greca, Medievale e Moderna. Université di Catania, Facoltà di Lettere e Filosofia, [Catania] 1 9 8 9 [Université di Catania, Quaderni del Siculorum Gymnasium, XVIII]. θεοχ. Δετοράκη, Βενετοκρητικά Μελετήματα = θεοχάρη Δετοράκη, Βενετοκρητικά Μελε* Ή κατάταξη γίνεται μέ βάση τό έπίθετο τών συγγραφέων. Γιά τά άνώνυμα έργα λαμβάνεται υπόψη ή πρώτη λέξη του τίτλου. "Οπως γίνεται φανερό άπό τις έγγραφές πού άκολουθουν, δέν βραχυγραφουνται έδώ παρά μόνο οί τίτλοι πού έπαναλαμβάνονται πιο συχνά μεσα στο βιβλίο, ή έκεΐνοι πού είναι περισσότερο σχοινοτενείς.
τήματα (1971-1994), Δήμιος Ηρακλείου - Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ήράκλειον 1996. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΛ = Κ. Θ. Δημαρα, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Άπό τις πρώτες ρίζες ώς την εποχή μας. "Ενατη έκδοση. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000. Κ. Θ. Δημαρας, Περί Καβάφη = Κ. Θ. Δημαρας, Σύμμικτα. Γ' Περί Καβάφη. Φιλολογική έπιμέλεια: Γ. Π. Σαββίδης. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 1992. Διήμερο Κοραή = Διήμερο Κοραή, 29 και 30 Απριλίου 1983. Προσεγγίσεις στη γλωσσική θεωρία, τή σκέψη και τό εργο του Κοραή. Αθήνα 1984 [Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό "Ιδρυμα Ερευνών]. Ένθύμησις Ν. Μ. Παναγιωτάκη = Ένθύμησις Ν. Μ. Παναγιωτάκη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης - Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, Ηράκλειο 2000. *Ερανος εις Άδαμάντιον Κοραήν = "Ερανος εις Άδαμάντιον Κοραή ν, Αθήνα 1965 [Επιτροπή άνεγέρσεως άνδριάντος Αδαμαντίου Κοραή έν Χίω]. Ζητήματα Ιστορίας των Νεοελληνικών Γραμμάτων = Ζητήματα Ιστορίας τών Νεολληνικών Γραμμάτων. Αφιέρωμα στον Κ. Θ. Δημαρα. Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1994 [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Φιλοσοφική Σχολή - Τμήμα Φιλολογίας - Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών]. Ή διδασκαλία τής σύγχρονης ποίησης στη Μέση Εκπαίδευση = Ή διδασκαλία τής σύγχρονης ποίησης στη Μέση Εκπαίδευση. Εκπαιδευτήρια Ζηρίδη, Αθήνα 1978. Ή κριτική στή νεότερη Ελλάδα = Ή κριτική στη νεότερη Ελλάδα. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, "Ιδρυμα Σχολής Μωραΐτη, Αθήνα 1 9 8 1 [Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας, 13]. Iîalia e Grecia: Due culture a confronto - III Convegno Nazionale di Studi Neogreci. Iîalia e Grecia: Due culture a confronto. Palermo: 19-20 ottobre 1989, Catania: 21 ottobre 1989. Atti. Palermo 1 9 9 1 [Quaderni delP Istituto di Filologia Greca dell' Université di Palermo, 21]. Κανίσκιν - Κανίσκιν. Studi in onore di Giuseppe Spadaro. A cura di Anna di Benedetto Zimbone e Francesca Rizzo Nervo. Rubbettino Editore, Soveria Mannelli (Catanzaro), 2002. Κρήτη και Ευρώπη = Κρήτη και Ευρώπη: Συγκρίσεις, συγκλίσεις και αποκλίσεις στή λογοτεχνία. Πρακτικά Α'Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου. Εκδοτική έπιμέλεια Κωστής Ψυχογιός. Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας, Βαρβάροι Κρήτης 2001. Έμμ. Κριαρα, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α'-Β' = Εμμανουήλ Κριαρας, Μεσαιωνικά Μελετήματα. Γραμματεία και γλώσσα. [Τόμ.] Α'-Β', Θεσσαλονίκη 1988 [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών]. Εμμ. Κριαρα, Γλωσσοφιλολογικά = Εμμανουήλ Κριαρας, Γλωσσοφιλολογικά. "Υστερο Βυζάντιο - Νέος Ελληνισμός. Θεσσαλονίκη 2000. Ε. Κριαρα, 'Ανιχνεύσεις = Ε. Κριαρας, 'Ανιχνεύσεις. Γλωσσικά και φιλολογικά μελετήματα. Συμβολή στο χρονολόγιο του δημοτικισμού, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονικης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών ["Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη], (Θεσσαλονίκη 2004). Κ. Κρουμβάχερ, Ιστορία, Γ' = Κ. Κρουμβάχερ, Ιστορία τής Βυζαντηνής [sic] Αογοτεχνιας, μεταφρασθεϊσα υπό Γεωργίου Σωτηριάδου, τόμ. Γ', έν Αθήναις 1900 (και φωτοανατύπωση: Εκδόσεις Βασ. Ν. Γρηγοριάδη, Αθήναι 1974). Κύκλος Σεφέρη = Κύκλος Σεφέρη. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γε-
νικής Παιδείας. Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1980 [Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας, 10]. Sp. Lambros, Collection = Collection de romans grecs en langue vulgaire et en vers publiés pour la première fois d'après les manuscrits de Leyde et d'Oxford. Par Spiridion P. Lambros. Paris 1880. É. Legrand, BGV, I-X, = Emile Legrand, Bibliothèque grecque vulgaire, tomes I-X, Paris 1 8 8 0 - 1 9 1 3 (και φωτοανατύπωση [σέ 7 τόμους]: Εκδόσεις Βασιλείου Ν. Γρηγοριάδη, Αθήναι 1974). Ε. Legrand, ΒΗ = Émile Legrand, Bibliographie Hellénique ou description raisonnée des ouvrages publiés en grec par des Grecs... (ή νεώτερη άπό τις φωτοανατυπώσεις [των τόμων I-IV, για τους 15° και 16° αι., Paris 1885-1906, I-V, γιά τον 17° αι., Paris 1 8 9 4 - 1 9 0 3 , και Ι-ΙΙ, για τον 18° αι., Paris 1918-1928]: Bruxelles 1963). Literature and Society in Renaissance Crete = Literature and Society in Renaissance Crete. Edited by David Holton. Cambridge Univesity Press, 1 9 9 1 (βλ. και έπόμενη βραχυγραφία). Λογοτεχνία και κοινωνία στην-Κρήτη της 'Αναγέννησης = Λογοτεχνία και κοινωνία στην Κρήτη της 'Αναγέννησης. Επιμέλεια David Holton. Απόδοση στά έλληνικά [του προηγούμενου λήμματος] Ναταλίας Δεληγιαννάκη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1997 (βλ. και προηγούμενη βραχυγραφία). M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία = M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1965 [Άριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης]. Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Νεοελληνικά, Α'-Γ' = Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Νεοελληνικά. Μελέτες και άρθρα. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα (τόμ. Α', Δεύτερη έκδοση έπαυξημένη: 1984, τόμ. Β': 1984, τόμ. Γ': 1988, και Δεύτερη έκδοση βελτιωμένη: 1992). Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Παλαμικά = Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Παλαμικά. Μελετήματα και *Αρθρα (1973-2003). "Ιδρυμα Κωστή Παλαμα, Αθήνα 2003. Medioevo romanzo e orientale = α'/ Medioevo romanzo e orientale. Testi e prospettive storiografiche. Colloquio Internazionale, Verona, 4-6 aprile 1990. Atti a cura di A. M. Babbi, A. Pioletti, F. Rizzo Nervo, C. Stevanoni. Rubbettino Editore, Soveria Mannelli (Catanzaro) - Messina, 1992, και β'/ Medioevo romanzo e orientale. Oralità, scritturat modeli narrativi. II Colloquio Internazionale, Napoli, 17-19 febraio 1994, Atti a cura di Antonio Pioletti e Francesca Rizzo Nervo, Rubettino Editore, Soveria Mannelli (Catanzaro) - Messina, 1995. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Α'-Β' = Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Μέρος Α' Αιώνες γλωσσικών άλλοιώσεων ήτοι πρώται άρχαι και πορεία της γραφομένης νεοελληνικής γλώσσης (300 nJi-l 750 μ^Κ.Χ έν Αθήναις 1925, Μέρος Β' Αιώνες γλωσσικών συζητήσεων (1750-1926Χ έν Αθήναις 1927. Memoria di Seferis = Memoria di Seferis. Studi critici. A cura della Catedra di Neogreco. Leo S. Olschki Editore, Firenze MCMLXXVI [Université di Padova, Pubblicazioni della Facoltà di Lettere e Filosofia, vol. LVII]. Μ. Γ. Μερακλή, Ποίηση = Μιχάλης Γ. Μερακλής, Σύγχρονη 'Ελληνική Λογοτεχνία, 1945-1980. Μέρος πρώτο: Ποίηση, Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 1987].
Μ. Γ. Μερακλή, Πεζογραφία = Μιχ. Γ. Μερακλή, Ή σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (1945 -1970). Π Πεζογραφία. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 5, [θεσσαλονίκη 1972]. Κ. Μητσάκη, Εισαγωγή στη Νέα 'Ελληνική Λογοτεχνία = Κ. Μητσάκη, Εισαγωγή στή Νέα *Ελληνική Λογοτεχνία. Πρωτονεοελληνικοι χρόνοι. Μέρος πρώτο Από τα τραγούδια του *Ακριτικοΰ κύκλου εως τους Θρήνους γιά το πάρσιμο της Πόλης. Πανεπιστημιακές παραδόσεις, θεσσαλονίκη 1973. Κ. Μητσάκη, Πορεία = Κ. Μητσάκη, Πορεία μέσα στο χρόνο. (Μελέτες νεοελληνικής φιλολογίας). Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1982 [Κριτική - Μελετήματα, 6]. Κ. Μητσάκη, Το έμψυχοΰν υδωρ = Κ. Μητσάκη, Το έμψυχοΰν ύδωρ (Μελέτες μεσαιωνικής και νεοελληνικής φιλολογίας). Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1983 [Κριτική Μελετήματα, 10* στο έξώφυλλο: 7]· (και φωτοανατύπωση, 1996, σε δύο τομίδια). Miscellanea Neogreca=Miscellanea Neogreca. Atti del I Convegno Nazionale di Studi Neogreci, Palermo, 17-19 maggio 1975, Palermo 1976 [Atti della Accademia di Scienze, Lettere e Arti di Palermo, Supplemento N. 8]. Μνήμη Γεωργίου Θ. Ζώρα = Τιμητικός τόμος εις μνήμην Γεωργίου Θ. Ζώρα (= Παρνασσός, τόμ. 25, 1983). Επιμέλεια Γεωργίου Κ. Πουρναροπούλου και Π. Δ. Μαστροδημήτρη. Έκδοσις Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», Αθήναι 1984. Modern Greek Writers = Edmund Keeley & Peter Bien, Modern Greek Writers, Princeton University Press, [Princeton, New Jersey, 1972]. Neograeca Medii Aevi = Hans Eideneier (Hrsg.), Neograeca Medii Aevi. Text und Ausgabe. Akten zum Symposion Köln 1986. Romiosini, [Köln 1986]. (Neograeca Medii Aevi, Herausgegeben von Hans Eideneier, I). «Neograeca Medii Aevi III» = Prosa y verso en griego médiéval. Rapports of the International Congress «Neograeca Medii Aevi III» Vitoria 1994. J. M. Egea - J. Alonso (Eds.). Adolf M. Hakkert Editeur, Amsterdam 1996. «Neograeca Medii Aevi IV» = «Τ άδόνιν κεινον πού γλυκά θλιβαται». Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της δημώδους ελληνικής λογοτεχνίας στο πέρασμα από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση (1400-1600). Πρακτικά του 4ου Διεθνούς Συνεδρίου Neograeca Medii Aevi (Νοέμβριος 1997, Λευκωσία). Εκδοτική έπιμέλεια: Παναγιώτης Αγαπητός - Μιχάλης Πιερής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2002. «Neograeca Medii Aevi IVa» = Hans Eideneier - Ulrich Moennig - Νότη Τουφεξή, Θεωρία και Πράξη των εκδόσεων της υστεροβυζαντινής αναγεννησιακής και μεταβυζαντινής δημώδους γραμματείας, Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Neograeca Medii Aevi IVa [Αμβούργο 28-31.1.1999], Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001. Στεφ. Ξανθουδίδου, Μελετήματα = Στεφάνου Ξανθουδίδου, Μελετήματα. Επιμέλεια Νικολάου Παναγιωτάκη - θεοχάρη Δετοράκη. Μέ προλογικό σημείωμα του Δημάρχου Ηρακλείου Μανόλη Καρέλλη. "Εκδοση Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειο 1980. Omaggio a Seferis = Omaggio a Seferis. Liviana Editrice in Padova, Padova 1 9 7 0 [Université di Padova, Studi Bizantini e Neogreci, diretti da Filippo Maria Pontani, 1]. *0 περιοδικός τύπος στον Μεσοπόλεμο = Επιστημονικό Συμπόσιο Ό περιοδικός τύπος στον Μεσοπόλεμο (26 και 27 Μαρτίου 1999). Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη). [Αθήνα 2001]. "Οψεις της λαϊκής και της λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας = νΟψεις της λαϊκής και της λόγιας νεοελληνικής λογοτεχνίας. 5η έπιστημονική συνάντηση άφιερωμένη στον
Γιάννη Αποστολάκη. Θεσσαλονίκη, 14-16 Μάιου 1 9 9 2 [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, Περίοδος Β' Τεύχος Τμήματος Φιλολογίας, Παράρτημα Άριθ. 5 - Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών]. Ν. Μ. Παναγιωτάκη, Ό ποιητής του «Έρωτόκριτου» = Νικόλαος Μ. Παναγιο>τάκης, Ό ποιητής του «Έρωτόκριτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, Ήράκλειον Κρήτης 1 9 8 9 [Δήμος Ηρακλείου, Βικελαία Βιβλιοθήκη, Φιλολογικές και Ιστορικές Σπουδές, 8]. Ν. Μ. Παναγιωτάκη, Κρητικό Θέατρο = Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, Κρητικό Θέατρο. Μελέτες. Επιμέλεια Στέφανος Κακλαμάνης - Γιάννης Μαυρομάτης. Στιγμή, Αθήνα 1998. Ν. Μ. Παναγιωτάκη, Κρητική 'Αναγέννηση = Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης, Κρητική 'Αναγέννηση. Μελετήματα γιά τον Βιτσέντζο Κορνάρο. Επιμέλεια Στέφανος Κακλαμάνης - Γιάννης Κ. Μαυρομάτης. Στιγμή, Αθήνα 2 0 0 2 . Λ. Πολίτης, Βιβλιοκρισίες = Λίνος Πολίτης, Οι βιβλιοκρισίες 1926-1973. Θέματα της λογοτεχνίας μας. Εκδοτικά - Σολωμικά - Παλαιογραφικά. Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2002. F. M. Pontani, Γιά τον Καβάφη = Filippo Maria Pontani, Έπτά δοκίμια & μελετήματα γιά τον Καβάφη (1936-1974). Πρόλογος Γ. Π. Σαββίδη, Εισαγωγή Massimo Pen. Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1991. Β. Πουχνερ, Ευρωπαϊκή Θεατρολογία = Βάλτερ Πουχνερ, Ευρωπαϊκή Θεατρολογία. "Ενδεκα μελετήματα. Αθήνα 1 9 8 4 ["Ιδρυμα Γουλανδρή-Χόρν]. Β. Πουχνερ, Ιστορικά Νεοελληνικού Θεάτρου = Βάλτερ Πουχνερ, Ιστορικά Νεοελληνικού Θεάτρου. "Εξι μελετήματα. Εκδόσεις Παϊρίδη, Αθήνα 1984. Β. Πουχνερ, 'Ελληνική Θεατρολογία = Βάλτερ Πουχνερ, 'Ελληνική Θεατρολογία. Δώδεκα μελετήματα. Αθήνα 1 9 8 8 [Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης, Κρητική Θεατρική Βιβλιοθήκη, Τόμος Β']. Β. Πουχνερ, Τό Κρητικό θέατρο = Βάλτερ Πουχνερ, Μελετήματα θεάτρου. Τό Κρητικό θέατρο. Εκδόσεις Χ. Μπούρα, Αθήνα 1991. Probleme der neugrieschischen Literatur, I-IV = Probleme der neugrieschischen Literatur (= Berliner byzantinistische Arbeiten, Band 14-17), Akademie-Verlag, Berlin 1 9 5 9 (I, I V ) - 1 9 6 0 (II-III). Ροδωνιά, Α - Β ' = Ροδωνιά. Τιμή στον M. I. Μανουσακα. Τόμ. Α'-Β', Ρέθυμνο 1 9 9 4 [Πανεπιστήμιο Κρήτης]. Γ. Π. Σαββίδη, Μικρά καβαφικά, Α'-Β' = Γ. Π. Σαββίδη, Μικρά καβαφικά, τόμ. Α'-Β', Ερμής, Αθήνα 1 9 8 5 - 1 9 8 7 . Γ. Π. Σαββίδη, Τράπεζα Πνευματική = Γ. Π. Σαββίδης, Τράπεζα Πνευματική 1963-1993. [Εκδόσεις] Πορεία, Αθήνα 1 9 9 4 . Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία = Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία. Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων, άπό της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της ελληνικής εθνεγερσίας (1453-1821). Έν Αθήναις 1 8 6 8 (και φωτοανατύπωση: Εκδόσεις I. Χιωτέλλη, Αθήναι [1969]). Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα = Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνικής Φιλολο-
γίας παράρτημα. Ιστορία του ζητήματος της νεοελληνικής -γλώσσης. Έν Αθήναις 1 8 7 0 (και φωτοανατύπωση: Εκδόσεις I. Χιωτέλλη, Αθήναι 1969). Απόστολου Σαχίνη, Τετράδια Κριτικής, Α'-Θ' = Απόστολου Σαχίνη, Τετράδια Κριτικής, Πρώτη-ένατη σειρά. Βιβλιοπωλεΐον της «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Έ1., Αθήνα 1978-1996. G. Saunier, 'Ελληνικά δημοτικά τραγούδια = G. Saunier, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Συναγωγή μελετών (1968-2000), Φιλολογική έπιμέλεια - Ευρετήρια: Γιώργος Ανδρειωμένος, Μετάφραση γαλλικών κειμένων: Ιφιγένεια Μποτουροπούλου, Αθήνα 2 0 0 1 ["Ιδρυμα Κώστα και Ελένης Ούράνη, Γενικός φιλολογικός έπόπτης: Βαγγέλης Αθανασόπουλος]. Σεμινάριο 2 = Πανελλήνιας "Ενωσης Φιλολόγων, σεμινάριο 2: Νέα Ελληνικά, Αθήνα, Ιούνιος 1983. Γ. Σεφέρη, Δοκιμές, Α'-Γ' = Γιώργου Σεφέρη, Δοκιμές. Δ' έκδοση. Πρώτος τόμος (19361947). Δεύτερος τόμος (1948-1971). [Φιλολογική έπιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη]. "Ικαρος, [Αθήνα 1981]. Τρίτος τόμος Παραλειπόμενα ( 1 9 3 2 - 1 9 7 1 ) , [Επιμέλεια Δημήτρη Δασκαλόπουλου], [Α' έκδοση], "Ικαρος, [Αθήνα 1992]. Παναγ. Σούτσου, Νέα Σχολή = Παναγκοτου Σούτσου, Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου ή Άνάστασις τής άρχαίας ελληνικής γλώσσης εννοούμενης υπό πάντων. Αθήναι 1853. G. Spadaro, Letteratura cretese = Giuseppe Spadaro, Letteratura cretese e Rinascimento italiano, Rubbetino Editore, Soveria Mannelli (Catanzaro) - Messina 1996. Κ. Στεργιόπουλου, Περιδιαβάζοντας, Α'-ΣΤ' = Κώστα Στεργιόπουλου, Περιδιαβάζοντας. Τόμ. Α' Άπό τον Κάλβο στον Παπατσώνη, τόμ. Β' Στο χώρο τής παλιας πεζογραφίας μας, τόμ. Γ' Άπό τή μεσοπολεμική στή μεταπολεμική πεζογραφία, τόμ. Δ' Στους ίδιους και σ' άλλους καιρούς, τόμ. Ε' Γύρω στή νεοτερική ποίησή μας, και τόμ. ΣΤ' Άπό τά σχήματα στά πρόσωπα, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1982, 1986-2004. Studi in onore di Elpidio Mioni = Miscellanea 3 [:] Studi in onore di Elpidio Mioni, Liviana Editrice S. p. Α.- Padova 1 9 8 2 [Università di Padova, Istituto di Studi Bizantini e Neogreci]. Studi in onore di Filippo Maria Pontani = Urica greca da Archiloco a Elitis, Studi in onore di Filippo Maria Pontani. Liviana Editrice Padova 1 9 8 4 [Università di Padova, Studi Bizantini e Neogreci fondati da Filippo Maria Pontani, 14]. Studi Neoellenici = Studi Neoellenici. Palermo 1975 [Università di Palermo, Istituto di Filologia Greca]. Ιωάννου Συκουτρή, Μελέται και "Αρθρα = Ιωάννου Συκουτρή, Μελέται και 'Άρθρα, Εκδόσεις του Αιγαίου, Αθήναι 1956 (και Β' έκδοση, φωτομηχανική: Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, "Ιδρυμα Σχολής Μωραΐτη, [Αθήνα 1982] (Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας, 14)). Testi letterari italiani tradotti in greco (dal *500 ad oggi) = Testi letterari italiani tradotti in greco (dal '500 ad oggi), a cura di Mario Vitti, Rubbettino, 1994 [Atti del VI Convegno di Studi Neogreci (Viterbo 20, 21, 22 maggio 1993) organizzato dalla Università délia Tuscia. Facoltà di Lingue e Letterature Straniere Moderne e dalla Associazione Nazionale di Studi Neogreci]. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Φιλολογικά στον Παπαδιαμάντη Β' = Ν. Δ. Τριανταφυλλόπου-
λος, Είκοσιπεντάχρονος πλους. Φιλολογικά στον Παπαδιαμάντη Β\ Σύλλογος προς διάδοσιν 'Ωφελίμων Βιβλίων, 92, Αθήναι 2004. Ά. Γ. Τσοπανάκη, Συμβολές, I—II = Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Συμβολές στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Μέρη Ι-Π. Θεσσαλονίκη 1983 [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής, Παράρτημα, Τιμητικός τόμος Α. Γ. Τσοπανάκη]. Ν. Β. Τωμαδάκη, Νεοελληνικά, Α'-Γ' = Νικολάου Β. Τωμαδάκη, Νεοελληνικά. Δοκίμια και μελέται. Τόμ. Α'-Γ'. Αθήναι 1953, 1 9 8 3 και 1 9 9 2 [ Ό Β' και ό Γ' τόμος στή σειρά: «Αθήνα». Σύγγραμμα περιοδικόν τής έν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας. Σειρά Διατριβών και Μελετημάτων, 22 και 24]. Ν. Β. Τωμαδάκη, Απανθίσματα = Νικολάου Β. Τωμαδάκη, 'Απανθίσματα. Γραμματολογικά και βιογραφικά τής νέας ελληνικής λογοτεχνίας. (Μελέται και άρθρα). Εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1962. Ν. Β. Tomadakis, Miscellanea Byzantina-Neohellenica = Nicola Β. Tomadakis, Miscellanea Byzantina-Neohellenica. (Saggi, note, articoli, ricerche di Filologia, Letteratura e Storia Bizantina e Neogreca). Memor, Modena 1972. Φώτα ολόφωτα = Φώτα ολόφωτα. "Ενα άφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και τον κόσμο του. Επιμέλεια: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Ε.Λ.ΙΑ., Αθήνα 1981. G. Wagner, Carmina = Guilelmus Wagner, Carmina graeca medii aevi. Edidit Gulielmus Wagner. Lipsiae 1 8 7 4 (και φαχτοανατύπωση: Αθήνα 1961). W. Wagner, Médiéval Greek Texts-Medieval Greek Texts : being a collection ofthe earliest compositions in vulgär Greek, prior to the year 1500. Edited, with prolegomena and critical notes, by Wilhelm Wagner. London 1870 (και φωτοανατύπωση: Amsterdam 1970).
Συνεχίζοντας άπό την κατακλείδα του προλόγου της προηγούμενης έκδοσης (καί αποδεχόμενος το «περιέργως» ευχάριστο μειονέκτημα της μερικής επανάληψης), σημειώνω ότι, τριάντα χρόνια μετά την έκδοση της σύντομης πρώτης μορφής του, το βιβλίο αυτό έπαληθεύει την προσδοκία μου του 1974 δτι θα απέβαινε ε να μόνιμο και ισοδύναμα προσφιλές «παράλληλο» των άλλων συγγραφικών ασχολιών μου και θα συνόδευε τη μεγαλύτερη περίοδο της πανεπιστημιακής μου θητείας (πού άρχισε το 1959 και εληξε το 2001). Όφείλω ευγνωμοσύνη σε δλες τις αντικειμενικές συνθήκες πού συνέβαλαν στην επαλήθευση. Στην παρούσα εκδο&η: γίνεται εκτεταμένη αναδιάταξη και συμπλήρωση τών στοιχείων για τη νεώτερη και τη σύγχρονη πεζογραφία στο κεφάλαιο Δ' του Πρώτου Μέρους· προστίθενται ορισμένα «προσωπογραφικά» στοιχεία στο κεφάλαιο Α ' του Δεύτερου Μέρους* προστίθεται το κεφάλαιο (Η') «Θεωρία της Λογοτεχνίας» στο Τρίτο Μέρος· και εμπλουτίζονται γενικά τά βιβλιογραφικά λήμματα του Μέρους αύτοϋ (δπως και ή βιβλιογραφία ολόκληρου του τόμου). Μικρές διορθώσεις η τροποποιήσεις έπιφέρονται σε δλη την έκταση του κειμένου της Εισαγωγής. Το γνωστό και σημαντικό γεγονός είναι ή ευρύτατη ποσοτική και ποιοτική άνάπτυξη της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο διάστημα αυτής της τριακονταετίας — φαινόμενο πού ελπίζω νά άντιπροσωπεύεται επαρκώς άπό τη σχετική πληροφόρηση πού παρέχει το περιεχόμενο του βιβλίου. "Επειτα άπό την άποφασιστική θεμελίωση και αυτονόμηση του τομέα αύτοϋ, πού πραγματοποίησαν οι εκπρόσωποι της γεραρης «φιλολογικής γενιάς του '30» και οι άμεσοι διάδοχοι τους, και σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αξιοποίηση άπό τούς νεώτερους τών κατευθύνσεων πού εκείνοι προσδιόρισαν, γιά πρώτη φορά σήμερα ο νεοελληνιστής αισθάνεται δτι τουλάχιστον οι βιβλιογραφικοί ρυθμοί και οι συλλογικές διαδικασίες πού τον περιβάλλουν —τηρουμένων πάντα τών άναλογιών σε σχέση με τα άλλα και ιστορικώς προνομιούχα αντικείμενα τών ελληνικών σπουδών— έχουν αποκτήσει τον χαρακτήρα μιας κυκλικής επάρκειας. Πρόκειται γιά πραγματική εξέλιξη, με σαφώς άνοδικό τον κύριο και κρίσιμο ποιοτικό δείκτη της, περα άπό τις αναπόφευκτες ανισότητες πού οφείλονται σε αΐτια κοινά σε ολους τούς επιστημονικούς τομείς, στην ταχύρρυθμη διεύρυνση του «άνθρωπο-
γεωγραφικού» χώρου1 και στον πολλαπλασιασμό των θεσμικών πλαισίων της Νεοελληνικής Φιλολογίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες και στην πιεστική ανάγκη πολλαπλασιασμού και εκσυγχρονισμού των ασχολιών (ώστε να καλυφθούν κενά και εκκρεμότητες του παρελθόντος). Νομίζω δτι δεν εχουμε λόγους νά μην έλπίζουμε δτι ή περαιτέρω εξέλιξη θά προκαλεί βαθμιαία ύφεση του εύλογου άγχους και διαρκή ενίσχυση τών θετικών τάσεων. Ευχαριστώ και άπό τη θέση αυτήν δλους εκείνους πού συνέβαλαν στον εμπλουτισμό τών στοιχείων της έβδομης έκδοσης της Εισαγωγής: τους Jacques Bouchard, Hero Hokwerda, Σόνια Iljinskaja-'Αλεξανδροπούλου, Vincenzo Rotolo, Γιώργο \Ανδρειωμένο, Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Δημήτρη Δασκαλόπουλο, Στέφανο Διαλησμα, 'Αλέξη Ζήρα, Μαρία Ζούρα, Βρασίδα Καραλή, Γιώργο Κεχαγιόγλου, Λαμπρινή Κουζέλη, Στέλιο Λαμπάκη, Θάνο Μαρκόπουλο, Κώστα Μαυρουλίδη, Μ. Γ. Μερακλή, Κάριν Μπόκλουν-Λαγοπούλου, Σοφία Μπόρα, Παναγιώτη Νοϋτσο, Θωμα Παπαδόπουλο, Ι. Α. Παπίγκη, Ίω. Δ. Πολέμη, Μαρία Ρώτα, νΈρη Σταυροπούλου, "Αννα Ταμπάκη, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο και Γ Α. Χριστοδούλου. Επίσης εύχαριστώ τούς υπάλληλους του Βιβλιοπωλείου της «Εστίας» και τούς ύπαλλήλους του Σπουδαστηρίου Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι στήριξαν με προθυμία τις βιβλιογραφικές μου άναζητήσεις στον χώρο της εργασίας τους, και εξαιρετικά τον εκδότη μου Δημήτρη Μαυρόπουλο και τις βοηθούς του στο Τυπογραφικό εργαστήρι «Δόμος» Μαρία Ροδα-Οίκονόμου και Ααμπρινή Ν. Τριανταφυλλοπούλου γιά την άπρόσκοπτη συνεργασία. Πεύκη, Ιούλιος 2005 Π. Δ. Μ.
1. Τό 1966 ο αείμνηστος Γ. Π. Σαββίδης, σέ βιβλιοκρισία του για την τρίτη ( 1 9 6 4 ) έκδοση της Ιστορίας τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κ. θ. Δημαρα, υπενθύμιζε τον «φύσει περιορισμένο άριθμό τών άτόμων πού άσχολουνται συστηματικά μέ τή νεοελληνική φιλολογία», υποσημειώνοντας: «Σύμφωνα μέ τούς υπολογισμούς του καθηγητή Ε. Κριαρα ("Ή φιλολογική γενεά του 30. Στον τομέα τών νεοελληνικών γραμμάτων", Εποχές, τευχ. 9, 'Ιανουάριος 1964, σ. 14 [= Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', σ. 34* οι έπόμενες δύο προσθήκες σέ άγκύλες, του Γ. Π. Σ.]): "Είκοσι περίπου είναι [σήμερα] οι [Έλληνες] μελετητές τής νεοελληνικής γραμματείας"», Εποχές, τευχ. 40 (Αύγουστος 1966), σ. 167 και σημ. 2 (σ. 168) [= Του ΐδιου, Τράπεζα Πνευματική, 1963-1993, Πορεία, Αθήνα 1994, σ. 19, σημ. 2].
Ή εκτη έκδοση της «Εισαγωγής στη νεοελληνική φιλολογία» χρειάστηκε επίσης να στοιχειοθετηθεί άπό τήν αρχή (στη μονοτυπία — πεισματικά!), καθώς καταβλήθηκαν πάλι άοκνες προσπάθειες γιά τή συμπλήρωση προηγούμενων κενών, ενώ ή «διεθνής έκρηξη των σπουδών νεοελληνικής φιλολογίας» —γιά να χρησιμοποιήσω μια φράση του αείμνηστου Γ. Π. Σαββίδη1— κατά τήν εξαετία 1990-1996 και ή συσσώρευση σημαντικού νέου ύλικοΰ έπέβαλαν νέες προσθήκες και αναπροσαρμογές στην ύλη του βιβλίου. Ή παρούσα σύνταξη της «Εισαγωγής» ένισχύεται γενικότερα με πολλά καινούργια στοιχεία. Στο «Μέρος Πρώτο» του βιβλίου αναθεωρούνται οί «Σύγχρονες τάσεις της νέόελληνικης λογοτεχνίας.», ενώ στο «Μέρος Δεύτερο» δίνεται —δπως εϊναι φυσικό να συμβαίνει σε μια «Εισαγωγή στη νεοελληνική φ ιλολο για»— μεγαλύτερη έκταση στα «προσωπογραφικά της νεοελληνικής φιλολογίας», με τον εμπλουτισμό της ύλης τών υποκεφαλαίων για τους «Κριτικούς τής λογοτεχνίας» και γιά τους «Φιλολόγους νεοελληνιστές». (Ήσειρά τών ονομάτων δεν εϊναι αξιολογική ούτε απόλυτα χρονολογική). Οί «Ξένοι νεοελληνιστές» συμπληρώνονται τώρα με τους έκπροσώπους της Δανίας, της Ισπανίας και τής Χιλής. Στο «Μέρος Τρίτο» («Κεφ. Δ': Ή εκδοτική») προστίθενται οι «Αλληλογραφίες», τα «Ημερολόγια νεοελλήνων συγγραφέων» και τα «'Απομνημονεύματα και Αυτοβιογραφίες». Αξιοποιείται, με τον τρόπο αυτόν, και ή παλαιότερη προφορική υπόδειξη του αείμνηστου Κ. Θ. Δημαρα προς τον γράφοντα: «Σε κάποια άπό τις επόμενες εκδόσεις του βιβλίου σας νά βάλετε και τις Αλληλογραφίες και τα Ημερολόγια' περιέχουν τόσο ζωντανά κείμενα...». Ικανοποιώντας, τέλος, ενα άλλο αίτημα τής κριτικής2, φρόντισα νά εισαγάγω και νέα λήμματα στούς καταλόγους του «Κεφ. Ç'... Λεξικά» (του «Τρίτου Μέρους», επίσης). Τό σημείωμα αυτό μου προσφέρει τήν ευκαιρία νά ευχαριστήσω τον εκδότη μου Δημήτρη Μαυρόπουλο, ό όποιος περιβάλλει και πάλι τήν «Εισαγωγή» με 1. Άπό βιβλιοκρισία του («Τό πιο χρήσιμο βιβλίο τής χρονιάς;», Τό Βήμα, 9 Δεκ. 1990, σ. 43 = Γ. Π. Σαββίδης, Φύλλα Φτερά. Δοκιμές και Δοκιμασίες 1989-1993, "Ικαρος, [Αθήνα 1995], σελ. 173) γιά τήν προηγούμενη έκδοση (Δόμος, 1990) τής Εισαγωγής. 2. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, «Δεκαπεντάχρονη θητεία», 'Αντί, Περ. Β', τευχ. 441, 26 Ίουν. 1990, σ. 62.
τις στοργικές του φροντίδες, τους Αδελφούς Παληβογιάννη πού τήν στοιχειοθέτησαν με επιμέλεια στή φημισμένη πια μονοτυπία τους, και τον φίλο τυπογράφο Μανόλη Περράκη για τη σελιδοποίηση και τήν επίμονη διορθωτική του εργασία. Τέλος, ευχαριστίες οφείλονται σε δλους εκείνους —συναδέλφους ή παλαιούς φίλους— πού με τις προφορικές η γραπτές παρατηρήσεις και υποδείξεις τους βοήθησαν αποτελεσματικά στή συμπλήρωση των βιβλιογραφικών και άλλων κενών και γενικότερα στή βελτίωση της νέας έκδοσης της «Εισαγωγής»: τήν Sysse G. Engberg, τον Miguel Castillo Didier, τον Alexis Eudald Solà, τον Στέλιο Λαμπάκη, στον Στέφανο Διαλησμα, τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, τον Παναγιώτη Πίστα' και τούς παλαιούς διακεκριμένους φοιτητές μου και τώρα συναδέλφους φιλολόγους: Ι. Α. Παπίγκη, Βρασίδα Καραλη, Γιάννη Δ. Πολέμη, Νίκο Κ. Πετρόπουλο, Γεράσιμο Γ. Ζώρα, Μαρία Δημάκη και Βασιλική Λαμπροπούλου. Μία εικοσιπενταετία περίπου έπεξεργασιών του βιβλίου αύτοϋ, τριανταπέντε χρόνια συγγραφικής άσχολίας με τή Νεοελληνική Φιλολογία σε άλλες παράλληλες μελέτες και μία περίπου ισόχρονη διδακτική θητεία βρίσκουν τον γράφοντα στήν ευτυχή θέση να μπορεί νά δηλώσει ανεπιφύλακτα δτι: διόλου δεν μετάνιωσε για τή σύνδεση του βίου του με αυτόν τον τομέα και ελπίζει σε μιάν απρόσκοπτη συνέχεια των προσφιλών του άσχολιών. Πεύκη, Πάσχα του 1996 Π. Δ. Μ.
Ή ανταπόκριση πού βρήκε ή «Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία» στους "Ελληνες και τούς ξένους νεοελληνιστές —άλλα και στον εύρύτερο κύκλο τών λογίων γενικότερα— με υποχρεώνει, καθώς περνάω σε μιά νέα εκδοτική φάση του βιβλίου, νά σκέπτομαι τις πολλαπλές άπαιτήσεις του καλοπροαίρετα αύστηροΰ άναγνώστη. Θά ήθελα, λοιπόν, εξαρχής νά δηλώσω δτι και στήν παρούσα σύνταξη της «Εισαγωγής» κατέβαλα πολλές προσπάθειες γιά την κατά το δυνατόν επαρκέστερη ένημέρωσή της με το σχετικό βιβλιογραφικό υλικό της εξαετίας 1983-1989ί και γιά την περαιτέρω θεωρητική της πλαισίωση —το βιβλίο εχει ήδη χαρακτηρισθεί ~ως «εργο έν προόδω» («work in progress»)—, γεγονός πού οδήγησε τον φίλο έκδοτη Δημήτρη Μαυρόπουλο στήν τόσο δαπανηρή σήμερα μονοτυπική άναστοιχειοθεσία της. (Γιά τή γενναία άπόφασή του τον εύχαριστώ θερμά και άπό την θέση αύτήν έδώ). Με τήν εύκαιρία πού μου προσφέρεται έδώ, θά ήθελα πολύ νά εύχαριστήσω και δλους εκείνους πού μέ τον εναν ή τον άλλο τρόπο συνέβαλαν στήν παραπέρα βελτίωση του βιβλίου. Ιδιαίτερα μνημονεύω τούς συναδέλφους και φίλους Γιώργο Ά. Χριστοδούλου, πού περιέβαλε και πάλι τήν «Εισαγωγή» μέ τις στοργικές του φροντίδες, Walter Puchner, Henri Tonnet, Βίκτωρα Sokoljuk, Ulrich Moennig, Άστέριο 'Αργυρίου, Δημήτρη Παντελοδημο, Χρίστο 'Αλεξίου, Στέφανο Διαλησμα, 6 όποιος διάβασε προσεκτικά το χειρόγραφο μου πριν αύτό πάρει τον δρόμο γιά το τυπογραφείο, και Βρασίδα Καραλη. 'Επίσης εύχαριστώ τις φοιτήτριές μου Δέσποινα Δούκα, Μαριέττα Καλαμαρά, "Ολγα Καλαντζοπούλου και Διαμάντω Φιλιππάτου, πού βοήθησαν στη διόρθωση τών τυπογραφικών δοκιμίων (της τελευταίας πολύτιμη στάθηκε ή βοήθεια και γιά τή σύνταξη τών Ευρετηρίων του βιβλίου). Τέλος, χωρίς τήν άνοχή και τήν άντοχή του φίλου τυπογράφου Μανόλη Περράκη στις υπερβολικές —ορισμένες φορές— άπαιτήσεις μου, ή νέα αύτη έκδοση της «Εισαγωγής» μου θά παρουσίαζε περισσότερες έλλείψεις. Πεύκη, Δεκέμβριος 1989 Π. Δ. Μ. 1. Άλλά και γιά τή συμπλήρωση τών κενών πού παρουσίαζαν οί προηγούμενες έκδόσεις της.
Ή χρονική άνεση μιας ολόκληρης πενταετίας, πού μεσολάβησε άνάμεσα στην τρίτη και τήν τέταρτη έκδοση της «Εισαγωγής» (1978-1983), και οι έποικοδομητικές προτάσεις που έγιναν κατά το ϊδιο διάστημα γιά παραπέρα βελτίωση του έργου, μου έδωσαν τήν ευκαιρία νά προχωρήσω σε μια νέα άναθεώρησή του, που εϊχε ώς άποτέλεσμα τή μορφή με τήν όποια παρουσιάζεται τώρα τό βιβλίο. 'Όπως μπορεί νά διαπιστώσει και ό ενημερωμένος άναγνώστης πού παρακολουθεί τις διαδοχικές εξελικτικές φάσεις της «Εισαγωγής», και στην έκδοση αύτήν έδώ έγιναν ανακατατάξεις της ύλης, συμπληρώσεις με νέα τμήματα, προσθήκες με καινούργια στοιχεία1. "Ολα αύτά έπέβαλαν ώς αναγκαία τήν άναστοιχειοθέτηση του βιβλίου. Μιλώντας γιά τή δεύτερη έκδοση (1976) της «Εισαγωγής», ο Κ. Θ. Δημαρας είχε διατυπώσει σχετικά τήν άκόλουθη γνώμη: «Καλό είναι αύτές οί δουλειές νά μήν βγαίνουν σε πολύ μεγάλον άριθμό άντιτύπων, ώστε ετσι, άπό τήν μία στήν άλλη επανέκδοση, νά μπορούν νά γίνονται άναθεωρήσεις, διορθώσεις, προσαρμογές, συμπληρώσεις»» («Τό Βημα», 23 Ίουλ. 1976, σ. 2). Αύτό έγινε και στήν τρίτη (1978) και στήν τωρινή έκδοση του έργου. Στο σημείωμα αύτό επιθυμώ νά μνημονεύσω και μιάν άλλη ύπόδειξη, πού έκαμε ό συνάδελφος Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, κρίνοντας τήν τρίτη έκδοση (1978) της «Εισαγωγής»: «Τελειώνω με τήν παράκληση αύτή: ή δ' έκδοση νά άναγράφει και τις φιλολογικές κριτικές (...) γιά τις κριτικές και φιλολογικές έκδόσεις νεοελλήνων συγγραφέων...» («Διαβάζω», τευχ. 15, Δεκ. 1978, σ. 66). Προσπάθησα νά ικανοποιήσω και τό αίτημα αύτό της κριτικής (σέ πρωτοβάθμια, ώστόσο, φάση, και, πάντως, εξαντλητικότερα στον τομέα των κριτικών έκδόσεων). Περιορισμένης έκτασης εϊναι ή ερευνά πού έγινε γιά τή συγκέντρωση βιβλιοκρισιών πού άφορουν τις ενότητες «"Απαντα νεοελλήνων συγγραφέων» και «Ανθολογίες νεοελληνικών κειμένων». Εύχαριστώ επίσης τον συνάδελφο και φίλο Alfred L. Vincent γιά ορισμένες 1. Ό έμπλουτισμός των υποσημειώσεων του γραμματολογικού μέρους, άλλά και ολόκληρου του βιβλίου, μέ τή συζήτηση έπιμέρους προβλημάτων τής νεοελληνικής γραμματείας και φιλολογίας, άποτελεΐ έναν τρόπο γιά νά έπεκταθοΰν τα δρια της «Εισαγωγής», μέ τήν κάλυψη ειδικότερων ζητημάτων, χωρίς νά χάνεται ό γενικός εισαγωγικός χαρακτήρας του έργου.
παρατηρήσεις του πάνω στο Β' Μέρος της Γ' έκδοσης του βιβλίου αύτου, ή γνωστοποίηση τών οποίων αποτέλεσε τήν αφορμή γιά κάποιες άλλες βελτιώσεις, ιδίως αναφορικά με τήν εξέλιξη τών νεοελληνικών σπουδών στην Αυστραλία' τη συνάδελφο Ρουζενα Dostàlovà, γιά δσα στοιχεία μου εδωσε σχετικά με τις νεοελληνικές σπουδές στην Τσεχοσλοβακία, και τον φίλο Παναγιώτη Πίστα γιά τις προτάσεις του σε δ,τι άφορα τά «Ερμηνευτικά (και μεθοδολογικά) βοηθήματα γιά σχολική χρήση». Ακόμη, αισθάνομαι τήν άνάγκη νά εκφράσω και άπό τή θέση αυτή τις θερμές μου ευχαριστίες προς τους φίλους έκδοτες του βιβλίου Δημήτρη Μαυρόπουλο και Σπύρο Ντάβρη γιά τήν πολύ άνετη συνεργασία πού εϊχα μαζί τους. Τελειώνοντας, θά ήθελα νά άναφερθώ στο Α' Μέρος του βιβλίου («Επιστήμη και αντικείμενο της νεοελληνικής φιλολογίας») και νά διευκρινίσω δτι και πάλι τό τμήμα αυτό εμπλουτίζεται άπό ίνα γραμματολογικό διάγραμμα (Κεφάλαιο Δ': Ή λογοτεχνική παραγωγή) πού εξυπηρετεί τις εποπτικές άνάγκες του άναγνώστη ως υλική άφετηρία γιά τό ύπόλοιπο και μεγαλύτερο μέρος της «Εισαγωγής». Πεύκη, Πάσχα
1983 Π. Δ. Μ
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ
ΕΚΔΟΣΗ
"Οσα είχα σημειώσει στο προλογικό σημείωμα γιά τή δεύτερη έκδοση της «Εισαγωγής στη Νεοελληνική Φιλολογία», δτι δηλαδή το βιβλίο «αναθεωρήθηκε και ξαναγράφτηκε άπό τήν άρχή», ισχύουν περίπου και γιά τή νέα αύτη (τρίτη) έκδοση, ή όποια, ας σημειωθεί, πραγματοποιείται σε διάστημα ένάμισυ χρόνου. Ή διαπίστωση αύτη εκφράζει οπωσδήποτε το γεγονός, δτι ή «Εισαγωγή» κάλυψε ε να κενό πού πραγματικά υπήρχε. Ή άνάγκη εξάλλου νά αναθεωρηθεί και νά ξαναγραφτεί το βιβλίο, προέκυψε άπό τή ζωντάνια της νεοελληνικής φιλολογικής επιστήμης και φυσικά της ίδιας της λογοτεχνίας πού σχεδόν καθημερινά εμπλουτίζονται μέ νέα κείμενα, μελετήματα και γενικά ένδιαφέρουσες έκδόσεις. Ή χρονική άλλωστε άπόσταση άπό τήν πρώτη έκδοση μου προσφέρει όλο και περισσότερο τήν άνεση νά ένημερώνω πληρέστερα τήν «Εισαγωγή» σε δ,τι άφορα το παρελθόν και νά περιορίζω συνεπώς τις αναπόφευκτες γιά μιά τέτοια συνθετική προσπάθεια παραλείψεις και άτέλειες, γιά τις όποιες έκανα ήδη λόγο στο προλογικό σημείωμα της πρώτης έκδοσης. Κάπου θά επρεπε νά εκφράζουμε τις εύχαριστίες μας στον «άνώνυμο» άναγνώστη γιά τήν ήθική ικανοποίηση πού μας προσφέρει παρακολουθώντας τις έκδόσεις μας: το κάνω έδώ. Και φυσικά αισθάνομαι πάντα υποχρεωμένος προς τούς συναδέλφους και φίλους, πού δεν παύουν εύγενικά νά συντελουν μέ παρατηρήσεις και υποδείξεις στήν αρτιότερη έμφάνιση του βιβλίου' ιδιαίτερα μνημονεύονται ό Γεώργιος Ά. Χριστοδούλου, ό Φώτης Δημητρακόπουλος, ο Στέφανος Διαλησμας και ό Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, πού βοήθησαν μέ προθυμία και στή διόρθωση τών τυπογραφικών δοκιμίων. 'Αθήνα, 'Οκτώβριος 1977 Π. Δ. Μ.
Kai μέ τή δεύτερη έκδοση της, πού πραγματοποιείται μέσα σέ χρονικό διάστημα βραχύτερο άπό δσα είχα προβλέψει άρχικά, ή «Εισαγωγή» αύτη επιδιώκει νά άνταποκριθεϊ κυρίως στις διδακτικές ανάγκες του μαθήματος τής Νεοελληνικής Φιλολογίας άπό μία ειδικότερη άποψη: εισάγει τον σπουδαστή στά βασικά θέματα τής νεοελληνικής φιλολογικής επιστήμης, στήν ιστορία και τή σημερινή κατάσταση τών νεοελληνικών σπουδών και, παράλληλα, θίγει σέ γενικές γραμμές τά θεωρητικά και μεθοδολογικά ζητήματα τής νεοελληνικής φιλολογίας. Τά αναλυτικά «Περιεχόμενα» (βλ. παραπάνω) πληροφορούν τον άναγνώστη γιά τή δομή του βιβλίου. Ή ιδέα, ωστόσο, μιας νέας, τροποποιημένης και εμπλουτισμένης έκδοσης, πού θά μπορούσε γενικότερα νά άποτελέσει4 χρήσιμο όργανο μελέτης και γιά τούς νεοελληνιστές, άρχισε νά άπασχολεΐ τον συγγραφέα άμέσως μετά τήν πρώτη εμφάνιση του έργου αύτου και ύπαγόρευσε τή σημερινή έπεξεργασία, πού ελπίζω ότι αντιστοιχεί σέ μιά προχωρημένη (αν και πάντοτε ένδιάμεση) βαθμίδα άναθεώρησης και έντάσσεται εξυπηρετικά στο σχέδιο μιας οριστικότερης σύνθεσης. Στήν παρούσα φάση το βιβλίο άναθεωρήθηκε και ξαναγράφτηκε άπό τήν άρχή. 'Επί πλέον, στο διάστημα πού μεσολάβησε είχα τήν εύκαιρία νά ελέγξω άσφαλέστερα και νά συμπληρώσω όλους τούς βιβλιογραφικούς του πίνακες (οι όποιοι στήν πρώτη έκδοση οφείλονταν και σέ εύγενικές συλλεκτικές φροντίδες τών τριών πρώτων άπό τούς συνεργάτες πού μνημόνευα), άναζητώντας στις μεγάλες βιβλιοθήκες τών Αθηνών πολλά έντυπα πού δεν ύπήρχαν στά ανάλογα ιδρύματα τής Θεσσαλονίκης, όπου πραγματοποιήθηκε ή άρχική σύνθεση τής «Εισαγωγής». Πρέπει πάντως νά σημειώσω ότι ό σημερινός βαθμός πληρότητας του βιβλίου θά ήταν οπωσδήποτε χαμηλότερος, αν δεν είχε προηγηθεί ή έκδοση τής πρώτης μορφής του. Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα θά ήθελα νά εύχαριστήσω όλους εκείνους πού μέ τις ύποδείξεις τους συνετέλεσαν στή βελτίωση του πρώτου σχεδιάσματος του βιβλίου. Ιδιαίτερα εύχαριστώ τον καθηγητή χ. Κ. Θ. Δημαρά, το βιβλιοκριτικό άρθρο του οποίου (βλ. «Το Βήμα», 12 Ίουλ. 1974, σσ. 1-2) άντιπροσωπεύει, οπωσδήποτε, τον ορθό τρόπο μέ τον όποιο επρεπε νά αντιμετωπίσει ό ένημερωμένος άναγνώστης τήν «Εισαγωγή» στήν πρώτη μορφή της. Αθήνα, Απρίλιος 1976
Π. Δ. Μ.
[α' έκδοση]
Προλογίζοντας τήν «Εισαγωγή στη Νεοελληνική Φιλολογία», κρίνω απαραίτητο νά υπογραμμίσω άπό τήν αρχή τις ιδιότυπες δυσκολίες πού παρουσιάζει ή συγγραφή άνάλογου διδακτικού εγχειριδίου και πού συγκεφαλαιώνονται κυρίως σε μιάν άντινομία προϋποθέσεων: ενώ δηλαδή άπουσιάζει άκόμη άπό τήν ελληνική βιβλιογραφία τό άντίστοιχο βιβλίο, συγκροτημένο έπάνω σε αύστηρά επιστημονικές βάσεις και προορισμένο γιά τή χρήση τών ειδικών, οι διδακτικές άνάγκες της έδρας επιβάλλουν τη σύνθεσή του στη μορφή ενός πανεπιστημιακού βοηθήματος — μέσα σε τακτές προθεσμίες. Είναι επομένως φυσικό νά διαπιστωθούν παραλείψεις και ατέλειες, πολλές άπό τις όποιες γνωρίζει ό συγγραφέας του βιβλίου και άποδέχεται άναγκαστικά τήν ύπαρξη τους στη φάση αύτη. Ώς γενικό παράδειγμα θά μπορούσε νά άναφερθεϊ εδώ ότι τά βιβλιογραφικά κεφάλαια, όπως θά παρατηρήσει και ό άναγνώστης, δεν πλαισιώνονται θεωρητικά: περιορίζονται σε έναν φόρτο λημμάτων, πού ωστόσο επιχειρεί νά καλύψει τήν πρωτοβάθμια άνάγκη τών σπουδαστών νά ένημερωθοΰν σε ορισμένα βασικά βοηθήματα γιά τή μελέτη του άντικειμένου της νεοελληνικής φιλολογικής επιστήμης. Ελπίζω όμως ότι αυτή τήν «πρώτη γραφή», στήν όποια εμφανίζεται τώρα ή «Εισαγωγή στή Νεοελληνική Φιλολογία», θά διαδεχθούν άλλες, άπό κάθε άποψη άρτιότερες μορφές. Στις μελλοντικές φροντίδες πού προγραμματίζονται θά δοθεί σημασία στά πορίσματα της ενδιάμεσης διδακτικής πείρας, άλλα και θά γίνουν πολύ εύπρόσδεκτες οι συμπληρώσεις και βελτιώσεις πού θά θελήσουν νά υποδείξουν όσοι τυχόν έξετάσουν τό σημερινό σχεδίασμα. θεωρώ υποχρέωση μου νά εύχαριστήσω και άπό τή θέση αυτήν εκείνους πού βοήθησαν ώστε νά άποκτήσει τό βιβλίο τή μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα στήν τωρινή του μορφή: τήν έπιμελήτρια της Εκτάκτου Αυτοτελούς "Εδρας της Νεωτέρας *Ελληνικής Φιλολογίας κ. Ελένη Παχίνη-Τσαντσάνογλου, τούς βοηθούς της ίδιας έδρας κ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη και κ. Παναγιώτη Πίστα, τον φίλο κριτικό και φιλόλογο κ. Ι. Μ. Χατζηφώτη και τον πολλά υποσχόμενο τελειόφοιτο σπουδαστή της Φιλολογίας και άριστο μαθητή μου κ. Ι. Α. Παπίγκη, στον όποιο οφείλεται και ή σύνταξη του εύρετηρίου τών ονομάτων.
Ακόμη θά ήθελα να ευχαριστήσω τή Φιλοσοφική Σχολή του 'Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ή όποια χαρακτήρισε τήν «Εισαγωγή» ώς διδακτικό εγχειρίδιο, και τήν Επιτροπή Εποπτείας της Υπηρεσίας Δημοσιευμάτων του ίδιου Πανεπιστημίου, ή οποία προχώρησε στις σχετικές ενέργειες ώστε τό βιβλίο νά εκδοθεί έγκαιρα, προκειμένου νά διανεμηθεί στους σπουδαστές, προς τους οποίους και κυρίως άπευθύνεται. [Θεσσαλονίκη, Απρίλιος 1974] Π. Δ. Μ.
ΜΕΡΟΣ
ΠΡΩΤΟ
ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ A'
ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ
Ή νεοελληνική φιλολογία εϊναι νέα και αυτόνομη έπιστήμη* νέος και αύτοτελής επιστημονικός κλάδος της έλληνικής φιλολογίας. Ή διαμόρφωσή της ήρθε ώς συνέπεια και άποτέλεσμα τών έρευνών πού πραγματοποίησαν "Ελληνες και ξένοι επιστήμονες έπάνω σε πρόσωπα και θέματα τών νεώτερων χρόνων, δταν θέλησαν νά έπεκτείνουν τή δραστηριότητά τους και τά ένδιαφέροντά τους άπό τό άρχαΐο έλληνικό παρελθόν —μέσψ τής μεσαιωνικής μας γραμματείας— στον χώρο τόυ Νέου Ελληνισμού1. Και τό φαινόμενο ήταν φυσικό, γιατί ήδη ή ζωή και δ' Πολιτισμός τών νεώτερων Ελλήνων είχαν άρχίσει νά γίνονται άντικείμενο μελέτης και ερευνάς και νά συσχετίζονται μέ τά ιστορικά τους προηγούμενα. Στή σπουδή τής νεοελληνικής λογοτεχνίας έπικράτησαν κάθε φορά και διαφορετικά κριτήρια2: άρχικά τά κριτήρια αύτά ήταν γλωσσικά και λαογραφικά και τά έπέβαλλαν ή άρχαιογνωσία και οί νέες τότε έπιστήμες τής 'Εθνολογίας και τής Λαογραφίας3. Έπειτα παρατηρείται ή ύποταγή τής νεοελληνικής φιλολογικής έπιστήμης στήν ιστορική ερευνά (ίστορισμός) καί τέλος έπικρατουν κριτήρια αισθητικά (άξιολόγηση τής μορφής). Ή νεοελληνική φιλολογία εϊναι έπιστήμη ιστορική και φιλολογική, καί ό νεοελληνιστής, δταν τήν σπουδάζει, θά ξεκινάει άλλοτε άπό τήν ιστορία και άλλοτε άπό τή φιλοσοφία καί θά ένδιαφέρεται άλλοτε γιά τήν έκφραση καί τή γλώσσα καί άλλοτε γιά τήν αισθητική4. Ή έπίσημη άναγνώριση τής νεοελληνικής φιλολογίας ώς έπιστήμης στήν Ελλάδα άργησε, βέβαια, νά πραγματοποιηθεί. Μόλις άπό τό άκαδημαϊκό ετος 1925-1926 καθιερώθηκε ή διδασκαλία του μαθήματος τής νεοελληνικής φιλολογίας στά Πανεπιστήμια Αθηνών καί Θεσσαλονίκης, δπου ιδρύθηκαν άνά1. Πρβλ. Gyula Moravcsik, «Έλληνολογία ή περί της ένότητος τών έλληνικών σπουδών», ΕΕΦΣΠΑ, 20 ( 1 9 6 9 - 1 9 7 0 ) 317. 2. Βλ. καί παρακάτω, Μέρος Β', Κεφάλαιο Α'. 3. Πρβλ. Λ. I. Βρανούση, «Νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές», Κριτικά Φύλλα, 1 (1971) 4 1 (και σέ αυτοτελές φυλλάδιο, Αθήνα 1971, σ. 7). 4. Πρβλ. Ν. Β. Τωμαδάκη, «Σκέψεις έπί τής Νέας Έλληνικής Φιλολογίας», NE, 28 ( 1 9 4 0 ) 1 0 0 1 (= Του ίδιου, Νεοελληνικά, Α', 16-17).
λογες ειδικές έ'δρες. Άπό τότε και ώς τις μέρες μας έχει σημειωθεί μεγάλη πρόοδος στις νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές. Άρκεΐ νά σημειώσει κανείς δτι οί διδάσκοντες σήμερα έλληνική φιλολογία στή Μέση Εκπαίδευση έχουν δλοι διδαχθεί τά Νέα Ελληνικά στο Πανεπιστήμιο —πράγμα που δέν συνέβαινε παλαιότερα—, δτι σήμερα στά Τμήματα Φιλολογίας των Πανεπιστημίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης, Ιωαννίνων, Κρήτης, Πατρών και Θράκης υπάρχουν αρκετοί νεοελληνιστές οί όποιοι θεραπεύουν τήν έπιστήμη τής νεώτερης έλληνικής φιλολογίας, δτι άνάλογες πανεπιστημιακές μονάδες (Ινστιτούτα νεοελληνικών ερευνών ή Κέντρα νεοελληνικών σπουδών) υπάρχουν σέ πολλά Πανεπιστήμια τής Ευρώπης και τής Αμερικής και δτι, άκόμη, αυξάνεται συνεχώς ό άριθμός τών νεοελληνικών περιοδικών (στήν Ελλάδα και στο έξωτερικό) και τών άλλων ειδικών έκδόσεων (βιβλιογραφίες κ.λπ.), μέ τις όποιες προωθούνται σημαντικά οί νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές σέ κλίμακα διεθνή. *
*
*
Έργο τής Φιλολογίας είναι ή έρμηνεία τών γλωσσικών μνημείων του παρελθόντος. Νεοελληνική Φιλολογία είναι ή έπιστήμη τής νεοελληνικής λογοτεχνίας1. "Οταν λέμε Νεοελληνική Λογοτεχνία εννοούμε τό σύνολο τής νεοελληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας, δηλαδή τό σύνολο τών έπώνυμων και άνώνυμων μνημείων του έντεχνου γραπτού (ή και προφορικού) λόγου πού έχουν γραφεί σέ γλώσσα νεοελληνική2. Μέ τον δρο Νεοελληνική Γραμματεία έννοουμε τό σύνολο τών γραπτών μνημείων τής νεώτερης εποχής, ενώ μέ τον δρο Νεοελληνική Γραμματολογία υποδηλώνουμε τήν έπιστήμη εκείνη πού έξετάζει
1. Πρβλ. Κ. θ . Δημαρα, «Νεοελληνική Λογοτεχνία. (Διάγραμμα Ιστορίας)», Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς, τόμ. 6, σ. 346 (και αυτοτελώς, Αθήναι 1965, σ. 5). 2. Πρβλ. Ιωάννου Συκουτρή, «Φιλολογία και Ζωή», στον τόμο Μελέται και "Αρθρα, σ. 219, και Του ίδιου, « Ή διδασκαλία τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», ΝΕ> 11 (1932) 399, σημ. 1 (= Μελέται και "Αρθρα, σ. 242, σημ. 1). Γιά τό θέμα τής προφορικότητας (orality) στή νεα έλληνική λογοτεχνία, πού συζητείται πολύ τον τελευταίο καιρό, βλ. Michael Jeffreys, «Proposais for the Debate on the Question of oral Influence in early modem Greek Poetry», «Άρχες τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», A', 251-266, Γρ. Μ. Σηφάκη, «Τό πρόβλημα τής προφορικότητας στή μεσαιωνική δημώδη γραμματεία», αυτόθι 267284, και Giuseppe Spadaro, «Oralità nella letteratura greca medievale in demotico», αυτόθι, 287-305.
Ιστορικά και έξελικτικά κάθε ένα χωριστά και δλα μαζί τα είδη του έντεχνου λόγου (ποίηση - πεζογραφία - θέατρο κλπ.) 1 . 'Υπό σ τ ε ν ό τ ε ρ η έ ν ν ο ι α νεοελληνική φιλολογία εϊναι ή επιστήμη που έξετάζει τήν ιστορία, τήν έκφραση (γλώσσα, μέτρο, υφος) και τό περιεχόμενο τών προϊόντων του έντεχνου λόγου (δηλαδή τών έργων τής φαντασίας, που είναι ή ποίηση, τό θέατρο, τό άφήγημα, κλπ.). Ύπό ε υ ρ ύ τ ε ρ η έ ν ν ο ι α νεοελληνική φιλολογία είναι ή έπιστήμη που έξετάζει άδιακρίτως κάθε κείμενο λογοτεχνικών άξιώσεων, και όταν άκόμη τό κείμενο αυτό δέν είναι προϊόν τής φαντασίας, άλλά ένα κείμενο λ.χ. ιστορικό, θεολογικό ή φιλοσοφικό, ένα νοταριακό έγγραφο ή ένα δημοσιογραφικό κείμενο γραμμένο λογοτεχνικά. Άπό δσα έκθέσαμε παραπάνω έγινε νομίζω σαφές δτι ά ν τ ι κ ε ί μ ε ν ο τής νεοελληνικής φιλολογίας είναι τα γραμματειακά έργα και, ειδικότερα, τά έργα τής νεώτερης"έλληνικής λογοτεχνικής δημιουργίας, δηλαδή τά λογοτεχνικά έργα του Νέου Ελληνισμού πού έχουν γράφει στή νεοελληνική γλώσσα. "Οταν άναζητήσουμε τά δρια του Νέου Ελληνισμού (και επομένως και τά δρια τής νεοελληνικής λογοτεχνίας) στον 10ο μ.Χ. αιώνα, τότε χώρος τής νεοελληνικής λογοτεχνίας εϊναι άρχικά (και ως τό 1453) ό χώρος τής βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Μετά τό 1453 και ως τήν επανάσταση του 1821, χώρος δπου άναπτύσσεται ή νεοελληνική λογοτεχνία είναι ό χώρος του αλύτρωτου έλληνισμου (φραγκοκρατούμενου, βενετοκρατούμενου, τουρκοκρατούμενου), ένώ άπό τό 1821 (και κυρίως άπό τό 1922) και ως τις μέρες μας ό χώρος τής «κυρίως Ελλάδος». Κατά τήν περίοδο 1453-1821 οι παραδουνάβιες ήγεμονίες και οί χώρες τής δυτικής Ευρώπης (κυρίως Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Γερμανία, Αυστρία, Αγγλία, Κάτω Χώρες, κλπ.), δπου μετά τήν Άλωση βρήκαν καταφύγιο οί "Ελληνες λόγιοι τής Διασπορας, μπορούν νά θεωρηθούν ως ό χώρος δπου παράλληλα άναπτύσσεται ή νεοελληνική φιλολογία. 1. Γενικά γιά τούς ορούς Γραμματεία και Γραμματολογία βλ. Ιωάννου Συκουτρή, «Γραμματεία», ΜΕΕ, 8 (1929) 670β κ.έ. (= Μελέται και "Αρθρα, 120 κ.έ.), και Του ίδιου, «Γραμματολογία», δ.π., 6 7 5 γ κ.έ. και 128 κ.έ., άντίστοιχα, Γ. Βελουδή, «Γιά μια γραμματολογική ορολογία. (Μέ άφορμή ενα Διεθνές Λεξικό τών Γραμματολογικών "Ορων)», Τό Βήμα, 23 Ίουλ. 1980, σσ. 1 και 6 (= Γιώργος Βελουδής, Ψηφίδες για μια θεωρία τής λογοτεχνίας, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 1992, σσ. 17-23), και Γιάννη Παπακώστα, «Γύρω άπό τούς όρους φιλολογία, έλαφρα φιλολογία, λογοτεχνία», NE, 113 (1983) 6 7 8 - 6 8 3 (= Του ίδιου, Ιχνηλασίες. Φιλολογικά μελετήματα, Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2003], σσ. 15-30).
Ό ακριβής προσδιορισμός τών χ ρ ο ν ι κ ώ ν ο ρ ί ω ν τών άρχών τής νεώτερης έλληνικής λογοτεχνίας είναι δύσκολος. Κάθε χρονική τομή είναι πάντα συμβατική. Υπάρχουν μελετητές (= ιστορικοί της λογοτεχνίας) πού άνάγουν τις αρχές τής νεοελληνικής λογοτεχνίας στον δέκατο (ή άκόμη πιο πριν: στον ένατο) ή στον ένδέκατο μ.Χ. αιώνα. Οι περισσότεροι τοποθετούν τό ξεκίνημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο πρώτο ήμισυ του ένδέκατου αιώνα, δταν δηλαδή έμφανίζεται τό πρώτο γραπτό μνημείο σέ δημώδη (γρ. νεοελληνική) γλώσσα (Διγενής Άκριτης). Μία δεύτερη ομάδα μελετητών θεωρεί τό οριακό ετος 1453 ως τό ετος τών άρχών τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ή άνεύρεση της λανθάνουσας πρώτης έκδοσης (1509) του Άπόκοπου του Μπεργαδή άπό τήν Evro Layton1 οδήγησε στήν υιοθέτηση νέας συμβατικής χρονολογίας, πού προτείνεται ως άρχή τής νεοελληνικής λογοτεχνίας2. "Αλλοι μελετητές προτιμούν κριτήρια περισσότερο ούσιαστικά και φθάνουν στον δέκατο έβδομο αιώνα, δηλαδή στήν περίοδο τής άνθησης και τής άκμής της κρητικής λογοτεχνίας. Υπάρχουν, άκόμη, άλλοι μελετητές πού τοποθετούν στά 1708 (ετος πού έκδίδεται ή γνωστή ποιητική συλλογή "Ανθη Εύλαβείας) τις αρχές τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, ή, τέλος, έκεΐνοι πού φθάνουν ως τήν έποχή του Σολωμού και τήν έπανάσταση του *213. 1. Evro Layton, «Zacharias and Nikolaos Kallierges and the first édition of the Apokopos of Bergadis», Θησαυρίσματα, 20 (1990) 206-217. 2. Βλ. Γ. Π. Σαββίδη, «Πότε άραγες άρχίζει ή νεότερη έλληνική λογοτεχνία;», «'Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α', 3 7 - 4 1 (= Του ίδιου, Τράπεζα Πνευματική, 312316), οπού άναπτύσσονται και άναλύονται παλαιότερες προτάσεις του σχετικά μέ τό προτεινόμενο χρονικό δριο. 3. Γιά τά χρονικά δρια και τή γραμματολογική τοποθέτηση τής νεοελληνικής φιλολογίας βλ. Ε. Κριαρα, «Οι δροι "μεσαιωνικός" και "νεοελληνικός" στή γραμματολογία μας», NE, 58 (1955) 9 8 6 - 9 8 8 (= Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 405-407), Λίνου Πολίτη, «"Μεσαιωνικός" καί "νεοελληνικός"», αυτόθι, 1307, Ε. Κριαρα, « Ή γραμματολογική τοποθέτηση τής βυζαντινής δημώδους καί τής κρητικής λογοτεχνίας», αυτόθι, 1554-1557 (= Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 4 0 9 - 4 1 2 ) καί Του ίδιου, «Τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής τελευταίας περιόδου τής μεσαιωνικής έλληνικής γραμματείας» [Μετάφραση άπό τό γερμανικό πρωτότυπο Αικατερίνης Δώδου], αυτόθι, 70 (1961) 1 4 1 8 - 1 4 2 7 (= Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 563-572). Σχετική βιβλιογραφία βλ. στου Δημήτρη Παπα, «Πότε άρχίζει ή νεοελληνική λογοτεχνία; Συμβολή στή λύση του ζητήματος τών διαχωριστικών ορίων τής μεσαιωνικής καί νέας έλληνικής λογοτεχνίας», Probleme der neugriechischen Literatur, I, σ. 106, σημ. 1. Στο θέμα τών άρχών τής νεοελληνικής λογοτεχνίας ήταν άφιερωμένες άρκετές άνακοινώσεις —μέ χρήσιμες τοποθετήσεις τών μελετητών— πού έγιναν στο πλαίσιο του II Διεθνούς Συνεδρίου Neograeca Medii Aevi (Βενετία, 7-10 Νοεμβρίου 1991): βλ. τώρα «'Αρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας», Α', 37105 (= Μέρος πρώτο: Οί Αρχές). Μνημονεύονται ιδιαίτερα οί άνακοινώσεις τών Γ. Π. Σαβ-
Οί π ε ρ ( ο δ ο ι τής νεοελληνικής λογοτεχνίας εϊναι οί έξής: Α'. Ή υστεροβυζαντινή περίοδος: 10ος αιώνας μ Χ . - 1453. α'. Άπό τον 10ο αιώνα μ.Χ. ως τήν άλωση τής Κωνσταντινούπολης άπό τους Φράγκους (1204). β'. Άπό τό 1204 ως τήν άλωση τής Κωνσταντινούπολης άπό τούς Τούρκους (1453). Β'. Ή μεγάλη περίοδος τής Τουρκοκρατίας: 1453-1821. α'. Άπό τήν άλωση τής Κωνσταντινούπολης ώς τήν κατάληψη τής Κρήτης άπό τούς Τούρκους (1453-1669). β'. Άπό τήν πτώση τής Κρήτης ώς τήν έλληνική έπανάσταση (16691821). Γ'. Ή περίοδος άπό τήν έπανάσταση του 1821 έως σήμερα. α'. Ή νεώτερη περίοδος τής λογοτεχνίας (άπό τον Σολωμό ώς τόν ΚαβάΦη) ' , ~, * , β'. Ή σύγχρονη περίοδος τής λογοτεχνίας (άπό τόν Καβάφη ώς τις μέρες μας).
Τά κυριότερα ε ί δ η τής νεοελληνικής λογοτεχνίας εϊναι: ή ποίηση, ή πεζογραφία, τό θέατρο. Ειδική κατηγορία του λογοτεχνικού είδους τής ποίησης εϊναι τό δημοτικό τραγούδι (παραδοσιακή - προφορική λογοτεχνία). Στο λογοτεχνικό εϊδος τής πεζογραφίας άνήκουν κυρίως: τό διήγημα, τό μυθιστόρημα, τό χρονογράφημα και τό δοκίμιο. Στά λογοτεχνικά γένη τής δημιουργικής πεζογραφίας πρέπει νά έντάξουμε: τή μυθοποιημένη (ή μυθιστορηματική) βιογραφία, τά ταξιδιωτικά κείμενα, τή νεοελληνική έπιστολογραφία καί τό άπομνημόνευμα. Ή νουβέλα (ιταλικά novella, γαλλικά nouvelle) άνήκει περισσότερο στο γένος του μυθιστορήματος καί λιγότερο στο γένος του διηβίδη, γιά τήν οποία έγινε ήδη λόγος, Hans Eideneier, «Αναζητώντας τις άρχές τής νεοελληνικής γραμματείας» (42-49), Mario Vitti, «Alla ricerca degli antenati» (50-53), Στυλιανοί} Αλεξίου, « Ή ορολογία τών περιόδων τής λογοτεχνίας μας» (54-60) καί Ε. Γ. Καψωμένου, «Από τή βυζαντινή στή νεοελληνική πολιτισμική φάση» (61-73). Βλ. καί Μικρό νεοελληνικό όργανο. Εκλογή κειμένων (1947-1975) του Δημήτρη Χατζή για τό Νέο *Ελληνισμό. Επιλογή κειμένων, σημειώσεις, μεταγραφή Νίκος Γουλανδρής. Επιμέλεια, ευρετήριο Σία Αναγνωστοπούλου. Εξάντας, [Αθήνα 1995], σσ. 1 9 1 - 2 3 5 («9. Ή νέα έλληνική λογοτεχνία άπό τις πρώτες άρχές ώς τά 1669»). Ενδιαφέρουσα γιά τά κριτήρια βάσει τών οποίων ενα κείμενο μπορεί νά χαρακτηρισθεί ώς δημώδες εϊναι ή άνακοίνωση του Erich Trapp, «Ιωάννης Καματηρός καί ό κανόνας τής δημώδους βυζαντινής λογοτεχνίας» (αυτόθι, Β', 89-96).
γήματος. Πολλές φορές ή διάκριση τής νουβέλας άπό τό διήγημα είναι δύσκολη. Τό πεζοτράγουδο, τέλος, πού είναι άπόδοση στά έλληνικά του γαλλικού δρου «poème en prose», άνήκει περισσότερο στο πρώτο είδος (στήν ποίηση)1. "Οπως κάθε έπιστήμη, ετσι και ή νεοελληνική φιλολογία εχει τούς έπιμέρους κ λ ά δ ο υ ς της, πού είναι οί έξης: 1) ή βιβλιογραφία, 2) ή ιστορία τής λογοτεχνίας, 3) ή κριτική της λογοτεχνίας, 4) ή έκδοτική, 5) ή έρμηνεία και αισθητική άνάλυση, 6) ή γλωσσική ερευνά και κωδικοποίηση, 7) ή μετρική, και 8) ή θεωρία τής λογοτεχνίας2.
Βιβλιογραφία I. Πανταζίδου, «Φιλολογία, γραμματολογία, λογοτεχνία», Εστία 1886, 545-548. — Γρηγορίου Ν. Βερναρδάκη, Λόγος εισιτήριος περί φιλολογίας, Έν Τεργέστη 1899. — Ιωάννου Συκουτρή, Μελέται και "Αρθρα, Εκδόσεις του Αιγαίου, Αθήναι 1956 (και Β' έκδοση φωτομηχανική: Αθήνα 1982). — Γ. Μ. Βαλέτα, «Νεοελληνική φιλολογία», ΜΕΕ, τόμ. Γ (Ελλάς), Αθήναι [ 2 1964], σσ. 537-542. — Ε. Κριαρα, « Ή μεσαιωνική έλληνική γραμματεία. (Τά δρια - μερικά χαρακτηριστικά)», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 5, άριθ. 3 (Ίαν.-Φεβρ. 1951), σσ. 92-96 (= Του ίδιου, Γλωσσοφιλολογικά, σσ. 40-54). — Ν. Β. Τωμαδάκη, ΉΝεοελληνική Φιλολογία. Ήπαράδοσις - τά κριτήρια - ή παρακμή. Έν Αθήναις 1951. — Του ίδιου, Νεοελληνικά. Δοκίμια και μελέται. Τόμ. Α', Αθήναι 1953. — Του ίδιου, Κλεις της Βυζαντινής Φιλολογίας, ήτοι Εισαγωγή εις τήν Βυζαντινήν Φιλολογιαν, τόμ. Α', εκδοσις τετάρτη, Εκδόσεις Π. Πουρναρα, Θεσσαλονίκη 1993. — Κ. Θ. Δημαρα, Νεοελληνική Λογοτεχνία (Διάγραμμα Ιστορίας), Αθήναι 1965. — Κωνστ. I. Βουρβέρη, Εισαγωγή εις την Αρχαιογνωσίαν και την Κλασσικήν Φιλολογιαν, Αθήναι 1967 [Έλληνική Ανθρωπιστική Εταιρεία, Μελέται και Έρευναι, άριθ. 15]. — I. Μ. Χατζηφώτη, «Είσαγωγικαί μελέται έπιστημών και βιβλιογραφία», στον τόμο Πανδέκτης Σπουδών. Κωδικοποίησις βασικών γνώσεων, Ά1. Γιά τον χαρακτηρισμό του πεζοτράγουδου ώς είδους ερμαφρόδιτου ή νόθου βλ. Νάσου Βαγενα, «Γιά εναν ορισμό του μοντέρνου στήν ποίηση», Ό Πολίτης, τευχ. 57-58 (Ίαν.Φεβρ. 1983), σ. 108 και σημ. 1 (στήν αυτοτελή έκδοση του ίδιου δοκιμίου, Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1984, σσ. 56-57 και σημ. 13) = Νάσος Βαγενας, Ή ειρωνική γλώσσα, σσ. 50-51 και σημ. 13, δπου και βιβλιογραφία. 2. Πρβλ. Ν. Β. Τωμαδάκη, « Ή Νεοελληνική Φιλολογία ώς έπιστήμη», 'Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 1, άριθ. 6 (Αυγ. 1945), σ. 19 (= Του ίδιου, Νεοελληνικά, Α', 11) και Ιωάννου Συκουτρή, Μελέται και "Αρθρα, passim.
θήναι 1969, σσ. 320-396. — Gyula Moravcsik, «Έλληνολογία ή περί τής ένότητος τών έλληνικών σπουδών. Όμιλία έν τω Πανεπιστημίω Αθηνών (1963)», ΕΕΦΣΠΑ, 20 (1969-1970) 311-324. — Διον. Ά. Ζακυθηνου, «Κλασσικαί, Βυζαντιναί και Νεοελληνικαί Σπουδαί», ΠΑΑ, 45 (1970) 127137. — Λ. I. Βρανούση, «Νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές», Κριτικά Φύλλα, 1 (1971) 39-51 (και αυτοτελώς, Αθήνα 1971). — Πέτρου Χάρη, « Ε θνική και διεθνική λογοτεχνία», ΠΑΑ, 46 (1971) 62*-77* (= Παρνασσός, 14, 1972, 325-339 = Πέτρου Χάρη, Ό άνθρωπος και ό ίσκιος του, "Ικαρος, [Αθήνα] 1982, σσ. 9-27). — Γ. Βαλέτα, Ή εγκυκλοπαιδική παράδοση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας και οί νεοελληνικές σπουδές. Εισαγωγή στή «Βιογραφική Εγκυκλοπαίδεια Ελλήνων Λογοτεχνών» Ά/φών Παγουλάτου. Ανάτυπο. Αθήνα 1977. — Γιώργου Βελουδή, Γραμματολογία. Θεωρία λογοτεχνίας,, Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1994 (και Τρίτη έκδοση βελτιωμένη, Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2001]).
Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Μέ τον γενικό δρο Ελληνισμός δέν έννοουμε τους "Ελληνες μόνο φυλετικά (ώς λαό και ώς έθνος), άλλά καί ένα σύνολο πολιτισμικών άξιών, πού δημιούργησε τό έλληνικό πνεύμα στο πέρασμα πολλών αιώνων, μέσα στά κάθε φορά τοπικά δρια του έλληνικου χώρου (βλ. παραπάνω). Ανάμεσα στις άξιες αύτές περιλαμβάνονται: ή γλώσσα, ή ιστορία, ή τέχνη καί ή φιλοσοφία, ή φιλολογία, καί μέ έναν λόγο δ,τι μπορεί νά διαδοθεί μέ τήν παιδεία, δ,τι γενικά καλείται έλληνικός πολιτισμός: Ό ειδικότερος δρος"Νέος ' Ε λ λ η ν ι σ μ ό ς σημαίνει έπομένως έναν ιδιαίτερο κόσμο νεοελληνικών πολιτισμικών άξιών - δημιουργημάτων του έλληνικου πνεύματος, δ,τι δηλαδή δημιούργησαν οί νεώτεροι "Ελληνες στήν περιοχή του πνεύματος, άλλά σημαίνει άκόμη καί τό ϊδιο τό νεοελληνικό έθνος. Μεταξύ του Νέου Ελληνισμού καί τής νέας έλληνικής λογοτεχνίας ύπάρχει άμοιβαία σχέση καί έξάρτηση, διότι ή νεοελληνική λογοτεχνία άποτελει ούσιαστική μορφή έκφρασης καί εκδήλωσης του Νέου Ελληνισμού καί συγχρόνως ή ίδια έκφράζει καί διερμηνεύει καίρια τον Νέο Ελληνισμό. Νέος Ελληνισμός καί νέα έλληνική λογοτεχνία, έπομένως, έπηρεάζονται, έκφράζονται άμοιβαία καί άλληλοσυμπληρώνονται1. Οί ρ ί ζ ε ς του Ν έ ο υ ' Ε λ λ η ν ι σ μ ο ύ πρέπει να άναζητηθουν στο Βυζάντιο. Έκει (γύρω στον 11ο μέ 12ο μ Χ . αιώνα) σχηματίζονται οί πρώτοι πυρήνες του Νέου Ελληνισμού. "Οπως σημειώσαμε καί παραπάνω, ιστορικοί τής λογοτεχνίας μας άνάγουν τις άπαρχές της νέας έλληνικής λογοτεχνίας στον 10 μ Χ . αιώνα, διότι τότε, μέσα δηλαδή στή βυζαντινή Αύτοκρατορία, έχει άρχίσει νά διαμορφώνεται ή νέα έλληνική γλώσσα καί νά έμφανίζονται τά δημοτικά έκεΐνα τραγούδια πού έχουν ώς θέμα τους τή ζωή καί τά κατορθώματα του στρατιωτικού σώματος τών άκριτών (άπό τον δρο άκρα = σύνορα) τής βυζαντινής Αύτοκρατορίας. Τά τραγούδια αύτά άνήκουν στον λεγόμενο «άκριτικό κύκλο». Πολλά άπό αύτά διέδωσε έως σήμερα ή προφορική παράδοση. Εξάλλου, ό ίδιος κύκλος τραγουδιών έδωσε ύλικό στον άγνωστο μας ποι1. Πρβλ. Τάσου Άθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις την Νέαν Έλληνικψ τόμ. Α' [= Τα βιβλία του Νέου Ελληνισμού, 1], Αθήναι 1969, σ. 13.
Λογοτεχνίας
ητή για τή δημιουργία του έπους του Βασιλείου Διγενή Άκριτη (10ος ή 11ος αιώνας), πού εϊναι τό πρώτο γραπτό μνημείο τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ή ύπαρξη, λοιπόν, τής νέας έλληνικής γλώσσας, τών άκριτικών τραγουδιών και του άκριτικου έπους έπιβεβαιώνει τή γένεση και τό ξεκίνημα του Νέου Ελληνισμού άπό τό Βυζάντιο. * *
*
Τό πρόβλημα τών άρχών του Νέου Ελληνισμού άπασχόλησε γιά πρώτη φορά τούς "Ελληνες λογίους και ιστορικούς κατά τον 19ο αιώνα, δταν τό θέμα τής καταγωγής τών νεώτερων Ελλήνων εϊχε έγείρει πολλές και έντονες συζητήσεις1. Ό Σπυρίδων Ζαμπέλιος άναζήτησε πρώτος τις άρχές του νέου έλληνικου έθνους στούς βυζαντινούς χρόνους* ή συνέχεια στήν έλληνική γλώσσα και ή ύπαρξη τών δημοτικών τραγουδιών άποτελουσαν γι* αύτόν άριστα αποδεικτικά στοιχεία. Ή συνέχεια στήν έλληνική γλώσσα, ή έμφάνιση πολλών λογοτεχνικών δημοτικών έργων κλπ. έκαμαν άργότερα τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο νά άναπτύξει τις ιδέες αύτές συστηματικότερα και νά δεχθεί δτι οί άρχές του Νέου Ελληνισμού πρέπει νά άναζητηθουν μέσα στά έρείπια και στο χάος πού δημιούργησε ή Δ' Σταυροφορία (1204 μ.Χ.). Προς τήν ιδια κατεύθυνση κινήθηκε και ό Κωνσταντίνος Σάθας, ό όποιος προώθησε τις ιδέες αύτές και διεύρυνε τό περιεχόμενο τους. Τήν άποψη του Παπαρρηγόπουλου υιοθέτησαν και άλλοι νεώτεροι ιστορικοί, πού παράλληλα μέ τή βυζαντινή μελέτησαν και τή νεοελληνική ιστορία (Κωνσταντίνος "Αμαντος, Ιωάννης Βογιατζίδης, κ.ά.). Ή Ιστορία του Βυζαντινοϋ Κράτους του Άμάντου2 περατώνεται στο έτος 1204, ένώ κατά τή γνώμη του Βογιατζίδη οί Παλαιολόγειοι χρόνοι (1261-1453) δέν αποτελούν τό τέλος του βυζαντινοί), άλλα τήν άρχή του Νέου Ελληνισμού3. Άρα τό έτος 1204 πρέπει νά έκληφθει ως ή συμβατική χρονική άφετηρία του Νέου Ελληνισμού. Τό συμπέρασμα αύτό έξάγεται άπό τις άπόψεις τών παραπάνω μελετητών, τις όποιες έκθέσαμε περιληπτικά. Μέ τήν παράλληλη χρήση τής λαϊκής γλώσσας κατά τή χρονική περίοδο του 10ου —11ου αιώνα (ή και πιο πριν: άπό τον 9ο άκόμη αιώνα), μέ τήν 1. Βλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Α' 'Άρχές και διαμόρφωση του, έκδοση β', θεσσαλονίκη 1974, σ. 46. 2. Τόμ. Α' (395-867 μ.Χ.), εκδοσις β', «ΟΕΣΒ», εν Αθήναις 1953 και τόμ. Β' (8671204 μΧ.), έκδοσις β', «ΟΕΣΒ», έν Αθήναις 1957. 3. Οί παραπάνω άπόψεις τών Ελλήνων ιστορικών άναπτύσσονται άναλυτικότερα άπό τον Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλο, ο.π., σσ. 46-47, όπου και ή βιβλιογραφία.
έμφάνιση δηλαδή τής άκριτικής ποίησης καί του έπους του Διγενή Άκριτη, εχουμε, δπως είδαμε, τήν α υ γ ή τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, που άποτελεΐ έκφραση και έκδήλωση του Νέου Ελληνισμού. "Ετσι ά π ό τ ό Β υ ζ ά ν τ ι ο άρχιζει ή ι σ τ ο ρ ι κ ή π ο ρ ε ί α τ ο υ Ν έ ο υ Ε λ λ η ν ι σ μ ο ύ , τήν όποια, σε δ,τι άφορα τή λογοτεχνική παραγωγή, θά παρακολουθήσουμε στο Δ' Κεφάλαιο. Τό άκριτικό επος του Βασιλείου Διγενή Άκριτη γίνεται, έπομένως, ή γέφυρα που θά ένώσει τόν βυζαντινό έλληνισμό μέ τόν νεώτερο καί θά τονίσει τήν άδιάσπαστη ένότητά τους1, ένώ οί έπικοί ήρωες Διγενής, Κωνσταντής, Άρμούρης κ.ά., άποτελουν τά σύμβολα τής ένότητας του έθνους2. Ή πνευματική, λοιπόν, συνέχεια άπό τό Βυζάντιο προς τόν Νέο Ελληνισμό εϊναι δεδομένη καί άναμφισβήτητη. Σέ αυτό συνηγορουν καί τά παρακάτω στοιχεία. Οί σταυροφορίες, καί ιδιαίτερα ή Δ' (1204 μ.Χ.), έπιτάχυναν τήν έξέλιξη τών πραγμάτων καί' συνετέλεσαν στή διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού. Κατά τόν 13ο αιώνα άρχίζουν νά χρησιμοποιούνται τά ονόματα Ελλάς καί "Ελλην, γιά νά γενικευθουν κατά τόν έπόμενο αιώνα. (Παράλληλα εχουμε, άπό τόν 13ο κιόλας αιώνα3, τήν έμφάνιση τών λέξεων Γένος (= έθνος) καί Γένος τών Ελλήνων, πού σημαίνει δτι άρχιζει ή άφύπνιση τής έθνικής συνείδησης τών νεώτερων Ελλήνων). Οί ξένοι χρησιμοποιούν στά εγγραφά τους τις άντίστοιχες λατινικές λέξεις Graecia καί Graeci. Ή άφύπνιση τής έθνικής συνείδησης τών κατοίκων του φραγκοκρατούμενου έλληνισμου άποδεικνύεται καί άπό τά λογοτεχνικά τους εργα. Οί μελετητές τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, μέ κριτήρια πάντοτε γλωσσικά καί μέ βάση συνήθως τή γλώσσα τών κειμένων, προσπαθούν νά άνεύρουν στις φραγκοκρατούμενες έλληνικές χώρες τις πατρίδες ορισμένων έργων τής νεοελληνικής λογοτεχνίας4. Στήν έλληνική διασκευή του δυτικου μυθιστορήματος Ό Πόλεμος της Τρωάδος, πού έγινε άπό άγνωστο μας "Ελληνα ποιητή σέ πολιτικούς στίχους κατα τά μέσα του 13ου αιώνα, εχουμε τις πρώτες ένδείξεις τής άπήχησης πού εϊχε
1. Πρβλ. I. Μ. Χατζηφώτη, «Εισαγωγή στή Νεοελληνική λογοτεχνία», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Χάρη Πάτση, τόμ. Α', σ. III. 2. Πρβλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, δ.π., σ. 55. 3. Σέ έγγραφο (= έπιστολή) του Ιωάννου Γ' Δούκα Βατάτζη (1222-1254)· βλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, ο.π., σσ. 75 καί 88 καί Του ίδιου, Ή πορεία του Γένους, Αθήνα 1966 [Οί Εκδόσεις τών Φίλων - Ό Νέος Ελληνισμός, Α'], σσ. 25-26. 4. Βλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου *'Ελληνισμού, τόμ. Α', σσ. 88-89.
στή λογοτεχνία ή άφύπνιση της έθνικής συνείδησης τών Ελλήνων κατά τή Φραγκοκρατία. Τό μυθιστόρημα αυτό ξανάφερνε στον νου τών Ελλήνων τους ομηρικούς ήρωες και τόνωνε τό έθνικό τους φρόνημα. Άς σημειωθεί έδώ δτι άπό τό ίδιο μυθιστόρημα έμπνεύστηκε άργότερα και ό άγνωστος μας "Ελληνας ποιητής τήν Άχιλληίδα ή Διήγησιν του Άχιλλέως (14ος αιώνας)1. Στούς έπόμενους (13ο-15ο) αιώνες (κυρίως στον 14ο) εμφανίζονται και διαδίδονται και τά πέντε γνωστά μας Ιπποτικά έρωτικα μυθιστορήματα: Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη, Φλώριος και Πλατζιαφλώρα, Ίμπέριος και Μαργαρώνα. Τά μυθιστορήματα αύτά έχουν γραφεί σέ δημοτικίζουσα γλώσσα και σέ πολιτικό στίχο (δεκαπεντασύλλαβο) και άποτελουν σημαντικό σταθμό στήν έξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ή έμφάνιση και διάδοση τών μυθιστορημάτων αύτών πρέπει νά συνδυάζεται πάντοτε μέ τήν άφύπνιση τής έθνικής συνείδησης τών Ελλήνων κατά τούς 13ο-15ο αιώνες. Αξίζει νά σημειωθεί άκόμη δτι κατά τον 15ο αιώνα ό Γεώργιος ΓεμιστόςΠλήθων (t 1452) θά δηλώσει: Έσμεν γαρ οΰν ών ήγεισθέ τε και βασιλεύετε "Ελληνες τό γένος, ώς ή τε φωνή και ή πάτριος παιδεία μαρτυρεί2, ένώ ό τελευταίος αύτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ό Παλαιολόγος θά ονομάσει τήν Κωνσταντινούπολη ελπίδα και χαράν πάντων τών Ελλήνων3. Ή πορεία του Νέου Ελληνισμού συνεχίζεται και μετά τήν άλωση τής Πόλης (1453), δηλαδή κατά τή διάρκεια τής τουρκικής ύποταγής (Τουρκοκρατία) και άκόμη ως τούς χρόνους του Ελληνικού Διαφωτισμού (τέλη 18ουάρχές 19ου αιώνα)4, δταν μέ τήν έπανάσταση του '21 άρχίζει ή πολιτική ιστορία του νεοελληνικού Κράτους5. "Οπως εδειξε ό Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος μέ τήν Ιστορία του Ελληνικού νΕθνους, άπό τήν άρχαία Ελλάδα στο Βυζάντιο και άπό τό Βυζάντιο στή νεώτερη Ελλάδα ύπάρχει ά δ ι ά κ ο π η σ υ ν έ χ ε ι α (ιστορική ένότητα του Έθνους). Κατά τό μακρό διάστημα τής δουλείας του Γένους και τής τουρκικής κα-
1. Περισσότερα βλ. στου Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, δ.π., σσ. 88-91. 2. Βλ. Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τόμ. Γ', έν Αθήναις 1926, σ. 2 4 7 , 14-15.
3. [Σφραντζής], σ. 418, 32 (Grecu). 4. Πρβλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, « Ή καταγωγή και ή πνευματική συνέχεια του έλληνικου έθνους», ΕΕΦΣΠΘ, 10 ( 1 9 6 8 ) 133. 5. Πρβλ. Τάσου Άθ. Γριτσοπούλου, δ.π., σ. 11.
τοχής, ό Νέος Ελληνισμός διατήρησε ζωντανή τήν έθνική του συνείδηση και άσβεστη τή μνήμη του ιστορικού του παρελθόντος. Ή γλώσσα καί τά τραγούδια, οί θρύλοι καί οι παραδόσεις, τα ήθη καί τά έθιμα, μέ τή διάρκειά τους άπό τούς βυζαντινούς άκόμη χρόνους καί ώς τήν έπανάσταση του '21 (μέ τήν όποια, δπως είπαμε, άρχίζει ό νεοελληνικός πολιτικός βίος), εϊχαν διαδραματίσει ενεργό ρόλο στή διατήρηση αυτή. Έπομένως, ό Νέος Ελληνισμός είναι συνέχεια καί έπιβίωση του άρχαίου καί του βυζαντινου. "Οπως παρατηρεί ό Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος στήν Ιστορία του γιά τον Νέο Ελληνισμό, κατά τή χρονική περίοδο άπό τον 10ο ώς τον 13ο μ Χ . αιώνα οί πυρήνες του άρχαίου έλληνικου πολιτισμού έξακολουθουσαν νά ύπάρχουν καί νά έπιδρουν στά κέντρα καί στήν ύπαιθρο τής έλληνικής Χερσονήσου καί ιδιαίτερα τής κυρίως Ελλάδος (δπου ποτέ δέν μειώθηκε τό ένδιαφέρον για τή σπουδή τών άρχαίων Ελλήνων συγγραφέων), ή παράδοση ορισμένων δημοτικών τραγουδιών μας ένώνει μέ τήν κλασική άρχαιότητα (οί υποθέσεις ορισμένων «παραλογών» θυμίζουν μύθους του άρχαίου θεάτρου καί συνδέουν τό νεώτερο δημοτικό τραγούδι μέ τήν άρχαία τραγωδία), ένώ παράλληλα προς τά άκριτικά φαίνεται δτι κυκλοφορούσαν καί άλλα δημοτικά τραγούδια, καθώς καί λόγια έργα (κυρίως μυθιστορήματα: ή βυζαντινή λ.χ. διασκευή τής μυθιστορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ή γνωστή μας ώς Φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου, πού μεταφράστηκε σέ πολλές γλώσσες καί κυκλοφορούσε τόσο στήν Ανατολή δσο καί στή Δύση). Γενικά, κατά τον ίδιο ιστορικό, άπό γενεά σέ γενεά καί έπί αιώνες μεταβιβάζονταν οι άναμνήσεις της έλληνικής άρχαιότητας καί συνεχίζονταν οί βαθειές καί άργές ζυμώσεις πού μετέπλαθαν βαθμιαία τον βυζαντινό κόσμο σέ νεοελληνικό. Άπό τό ένα μέρος ή άρχαία έλληνική φιλολογία καί τέχνη έπιδρουσε έπάνω στον βυζαντινό κόσμο καί άπό τό άλλο οι ιδέες καί οί παραστάσεις του άρχαίου καί του βυζαντινου κόσμου εϊχαν τήν προέκτασή τους καί άσκουσαν τήν έπίδρασή τους στο σχηματιζόμενο νεοελληνικό έθνος1. Τήν έμφάνιση του Νέου Ελληνισμού καί τή σύνδεσή του μέ τον βυζαντινό καί τον άρχαΐο τήν παρατηρούμε στά γράμματα καί στήν τέχνη καί τών άλλων βυζαντινών αιώνων2 καί ώς τήν πτώση τής βυζαντινής Αύτοκρατορίας (1453), δπου, δπως είδαμε, φθάνουν ορισμένοι μελετητές πού άσχολήθηκαν μέ τά μεθοδολογικά προβλήματα τής νεοελληνικής φιλολογικής έπιστήμης — στήν προσπάθειά τους νά προσδιορίσουν τις άπαρχές του Νέου Ελληνισμού και 1. Για όσα σημειώνονται στήν παραπάνω παράγραφο βλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου *Ελληνισμού, τόμ. Α', σσ. 53-61, δπου καί ή βιβλιογραφία. 2. Γιά τούς όποιους βλ. Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, ο.π., σσ. 91 κ.έ.
νά τον διακρίνουν άπό τον βυζαντινό—, γιά νά τοποθετήσουν τό τυπικό δριο έναρξης του Νέου Ελληνισμού1. Βιβλιογραφία Άπόστ. Ε. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Α' Άρχές και διαμόρφωση του, Θεσσαλονίκη 2 1974. — Του ίδιου, Ή πορεία του Γένους, Αθήνα 1966 [Οί έκδόσεις τών Φίλων - Ό Νέος Ελληνισμός, Α']. — Του ίδιου, « Ή καταγωγή και ή πνευματική συνέχεια του ελληνικού έθνους», ΕΕΦΣΠΘ, 10 (1968) 107-133 (και στά άγγλικά: «Byzantinism and Hellenism. Remarks on the Racial Origin and the Intellectual Continuity of the Greek Nation», Balkan Studies, 9, 1968, 101-126) [ή μελέτη αυτή άποτελει άπάντηση στο άρθρο του Cyril Mango, «Βυζαντινισμός και ρομαντικός έλληνισμός», Εποχές, τευχ. 46 (Φεβρ. 1967), σσ. 133-143 2 , στο όποιο (καθώς και στο άρθρο τών Ph. Sherrard και J. Campbell, « Ή ιστορική άνάδυση του νεοελληνικού κράτους», Σύνορο, τευχ. 40, Χειμώνας 1966-1967, σσ. 250-267) άπάντησε μέ τρεις έπιφυλλίδες του στήν έφημερίδα Τό Βήμα (23, 30 Μαρτ. και 6 Άπρ. 1967) και ό Ε. Π. Παπανούτσος. Γιά τό άρθρο του Mango βλ. και τή βιβλιοκρισία τής Άλκης Κυριακίδου-Νέστορος στον Φιλόλογο, τευχ. 7 (Δεκ. 1966), σσ. 83-92]. — Γ. Π. Κουρνούτου, «Στοιχεία νεοελληνικού πολιτισμού», στον τόμο: 'Οργανισμός Εθνικού Θεάτρου, Δώδεκα Διαλέξεις. Σειρά Α', Αθήναι 1961 [Βιβλιοθήκη Εθνικού Θεάτρου - Άριθ. 1], σσ. 89-104. — Philip Sherrard, « Ή ιδέα του Ελληνικού Έθνους», στον τόμο: Δοκίμια γιά τον Νέο Ελληνισμό, σειρά «σύνορο» - τόμος τέταρτος, Αθήνα 1971. — Ν. Β. Τωμαδάκη, Νεοελληνικά. Δοκίμια και μελέται. Τόμ. Α', Αθήναι 1953. — Τάσου Άθ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις τήν Νέαν 'Ελληνικήν Λογοτεχνίαν, τόμ. Α' [Τά βιβλία του Νέου Ελληνισμού, 1], Αθήναι 1969. — Χ. Γ. Πατρινέλη, Πρόσωπα και θέματα του Νέου Ελληνισμού. (Άρθρα σέ έγκυκλοπαιδεΐες), Αθήναι 1972. — Δημ. Γρ. Τσάκωνα, Εισαγωγή εις τον Νέον Ελληνισμόν. Κοινωνιολογία της πολιτικής και πνευματικής ζωής. Αθήναι 2 1971. — Του ίδιου, Προβλήματα ελληνικότητος, Αθήναι 2 1972. — Του ίδιου, Κοινωνιολογία του νεοελληνικού πνεύματος, Αθήναι 2 1972. — Ί. Ν. Θεοδωρακόπουλου, Τό Εικοσιένα και δ σύγχρονος ελληνισμός, Αθήνα 1972 [Οί έκδόσεις τών Φίλων -
1. Βλ. Ν. Β. Τωμαδάκη, «Σκέψεις επί της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας», NE, 28 (1940) 1 0 0 2 (= Του ίδιου, Νεοελληνικά, Α', 19). 2. Τό άρθρο του Mango πρωτοδημοσιεύτηκε στά άγγλικά: «Byzantinism and romantic hellenism», Journal ofthe Warburg and Courtauld Institutes, 28 (1965) 29-43.
Ό Νέος Ελληνισμός, Β']. — Ν. Βερνίκου, «Ανατομία τής νεοελληνικής ιδεολογίας», Δευκαλίων, χρόνος 4ος, τευχ. 13 (Μάρτ. 1975), σσ. 34-50. — Διον. Ά. Ζακυθηνου, Ή Τουρκοκρατία. Εισαγωγή εις τήν νεωτεραν ιστορίαν του \Ελληνισμού, Αθήναι 1957. Καί σέ έπεξεργασμένη καί άναπτυγμένη μορφή: D. Α. Zakythinos, The Making of Modern Greece from Byzantium to Independence. Translated with an Introduction by K. P. Johnstone. Blackwell, Oxford 1976. — Νίκου Γ. Σβορώνου, Τό ελληνικό έθνος. Γένεση και διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού. Προλεγόμενα Σπ. I. Άσδραχα, Φιλολογική έπιμέλεια Νάσου Βαγενα, Εκδόσεις Πόλις, [Αθήνα 2004].
Η ΓΛΩΣΣΑ. ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ
Ή δ ι α μ ό ρ φ ω σ η τ ή ς ν ε ο ε λ λ η ν ι κ ή ς γ λ ώ σ σ α ς συντελείται σιγά-σιγά μέσα στον χώρο δπου άναπτύσσεται ή βυζαντινή λογοτεχνία κατά τούς πριν άπό τήν Άλωση αιώνες. Ένώ δμως ή διαμόρφωση αυτή ήταν άποτέλεσμα πολλών αιώνων, ή λαϊκή γλώσσα, δπως είχαμε τήν εύκαιρία νά τονίσουμε πολλές φορές ώς τώρα, άρχιζει να κάνει τήν έμφάνισή της σέ λογοτεχνικά εργα άπό τόν 10ο (ή 11ο) μ.Χ. αιώνα. Ή έποποιία του Βασιλείου Διγενή Άκριτη (ΙΟος-ΙΙος μ.Χ. αιώνας), τά Προδρομικά ποιήματα (12ος μ.Χ. αιώνας) καί ό ίΐπάνεας, πού άνήκει στον ίδιο αιώνα, άποτελουν τά παλαιότερα μνημεία του νεοελληνικού (δημοτικού) λόγου κατά τήν περίοδο τών βυζαντινών χρόνων. Σέ λαϊκή γλώσσα είναι γραμμένο τό Χρονικόν του Μορέως (του 14ου αιώνα), ένώ μάλλον δημοτική είναι και ή γλώσσα στήν όποια έχουν γράφει καί τα πέντε βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα (γιά τά όποια εγινε λόγος παραπάνω), πού άνήκουν χρονικά στούς έπόμενους αιώνες. Στά άντιπροσωπευτικά αυτά εργα, καθώς καί σέ άλλα μικρότερης λογοτεχνικής άξίας πού δέν άναφέρονται έδώ, υπάρχουν βέβαια καί στοιχεία άρχαϊστικά. Δηλαδή ή δημοτική γλώσσα τών κειμένων αυτών δέν είναι άμιγής1. Ή πρόοδος δμως πού εϊχε σημειωθεί στήν έξέλιξη τής γλώσσας ήταν μεγάλη καί προδίκαζε δ,τι θά άκολουθουσε στούς έπόμενους αιώνες. Μετά τήν άλωση τής Πόλης, δταν τό σκοτάδι τής δουλείας θά σκεπάσει τόν έλληνικό χώρο, θεματοφύλακες τής μεγάλης πνευματικής παρακαταθήκης του "Εθνους θά γίνουν άλλες χώρες (έλληνικές, πού παρέμεναν άκόμη άδούλωτες, ή ξένες), στις όποιες θα βρουν καταφύγιο πολλοί "Ελληνες λόγιοι του Βυζαντίου, πού θά συντηρήσουν τήν έλληνική παράδοση, θά καλλιεργήσουν τή νεοελληνική παιδεία καί θά προετοιμάσουν τήν πνευματική άφύπνιση του Γένους καί τή λύτρωση του υπόδουλου έλληνισμου άπό τόν μακροχρόνιο καί τυραννικό ζυγό τών Όθωμανών. "Ετσι στήν Κρήτη, μετά άπό μία περίοδο προετοιμασίας (πού φθάνει ώς τά τέλη περίπου του 16ου αιώνα), κατά τήν οποία γράφονται σέ γλώσσα άνάμεικτη άπό δημοτικά καί λόγια στοιχεία ποιήματα διδακτικά ή παραινετικά, σα1. Πρβλ. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Α', σσ. 321 καί 361.
τιρικά, έρωτικά καί ιστορικά1, άκολουθει περίοδος άκμής (τέλη του 16ου αιώνα - 1669), κατά τήν οποία γράφονται: τό ποιμενικό ειδύλλιο Ή Βοσκοπούλα, τά εργα του «Κρητικού Θεάτρου» Έρωφίλη, Βασιλεύς ό Ροδολίνος (τραγωδίες), Κατζουρπος, Στάθης, Φορτουνάτος (κωμωδίες), τό ποιμενικό δράμα Γύπαρις ή Πανώρια, τό θρησκευτικό δράμα Ή Θυσία του 'Αβραάμ και τό ποιητικό μυθιστόρημα Έρωτόκριτος2. Χαρακτηριστικό γνώρισμα τών έργων αύτών είναι δτι «εϊναι γραμμένα στο καθαρό κρητικό ιδίωμα, πού μέ τή συστηματική του καλλιέργεια άνυψώνεται τώρα, γιά πρώτη φορά, σέ εξαίρετο όργανο λογοτεχνικής έκφρασης»3. Στήν Κύπρο, έπίσης, κατά τον 16ο αιώνα, μετά άπό ορισμένα πεζά εργα πού γράφτηκαν σέ λαϊκή κυπριακή γλώσσα (Άσσίζες, 14ος αιώνας - Χρονικόν Λεοντίου Μαχαίρα καί Χρονογραφία Γεωργίου Βουστρωνίου, 15ος αιώνας), εχουμε τά κυπριακά έρωτικά ποιήματα, γραμμένα έπίσης στο τοπικό δημοτικό ιδίωμα καί έπηρεασμένα άπό τό πνεύμα του πετραρχισμου. Έ ξ ω άπό τον έλληνικό χώρο, ό μαθητής του Ίανου Λάσκαρι Κερκυραίος λόγιος Νικόλαος Σοφιανός, πού έζησε (πρώτο ήμισυ του 16ου αιώνα) καί πέθανε στήν Ιταλία (Βενετία), ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα γιά τή νεοελληνική γλώσσα καί συνέλαβε τήν ιδέα νά τυπώσει βιβλία στή δημοτική, γιά νά βοηθήσει στή διαπαιδαγώγηση του τουρκοκρατούμενου Γένους4. Γιά τον παραπάνω σκοπό συνέταξε, πρώτος αύτός, γραμματική τής δημοτικής5, στήν όποια «έσπούδασε νά ύπαγάγη ύπό μέθοδον καί κανονίση τήν καθωμιλημένην έλληνικήν γλώσσα ν, ήτις —δπως ομολογεί ό ίδιος ό Σοφιανός— ούδόλως κατωτέρα είναι 1. Γιά τά ποιήματα αύτά βλ. M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σσ. 13-26. 2. Γιά τά έργα αύτά τής κρητικής λογοτεχνίας βλ. έπισης M. I. Μανούσακα, ο.π., σσ. 27-53. 3. M. I. Μανούσακα, ο.π., σ. 28. 4. Βλ. Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 142. 5. Ή γραμματική αύτή έκδόθηκε (άρχικά τό πρώτο μέρος καί έπειτα καί τά τρία μέρη της μαζί) πολύ άργότερα άπό τον Emile Legrand (Nicolas Sophianos, Grammaire du grec vulgaire et traduction en grec vulgaire du traité de Plutarque sur Véducation des enfants. Publiées par —. Deuxième édition, Paris 1874 [Collection de monuments pour servir à l'étude de la langue néohellénique, Nouvelle Série, vol. 2, Athènes 1874]). Βλ. τώρα: Νικολάου Σοφιανού, Γραμματική τής κοινής τών 'Ελλήνων γλώσσης. Επιμέλεια - Εισαγωγή: Θανάσης Χ. Παπαδόπουλος. Εκδόσεις Κέδρος, [Αθήνα 1977]. [Επανέκδοση του προηγούμενου βιβλίου (σσ. 167-291) μέ ύπόμνημα του έπιμελητή (σσ. 9-12) καί έκτενέστατη εισαγωγή (σσ. 13-165). Στις σσ. 2 9 5 - 3 1 0 ό πρόλογος του Ε. Legrand σέ έλληνική μετάφραση). Γενικότερα για τό θέμα τών πρώτων νεοελληνικών γραμματικών βλ. Johannes Irmscher, « Ή άρχή τής νεοελληνικής γραμματικής», «'Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α', 100-105.
του Πλάτωνος, του Δημοσθένους, και του Ξενοφώντος, αί δέ συγκροτουσαι αυτήν λέξεις ού μόνον άκραιφνεΐς και γνήσιοι, και άπό τών άρχαιοτάτων χρόνων κατά βαθμόν διαπεμφθεϊσαι, άλλά και θαυμασίως όλιγοσύλλαβοι, και έν τέλει δτι δι' ολίγων και σταθερών κανόνων εύκολος ή έκμάθησις αυτής άποβαίνει»1. Ό Σοφιανός δημοσίευσε (Βενετία, 1544) μετάφραση του έργου του Πλουτάρχου Περί παίδων αγωγής (που ό ίδιος τό ονόμασε Παιδωγωγό) και σκόπευε να μεταφράσει στήν καθομιλουμένη και άλλα έργα άπό τήν άρχαία έλληνική γραμματεία και νά συντάξει νεοελληνικό λεξικό2. Ό Δημήτριος Βερναρδάκης χαρακτηρίζει μέ τά έπόμενα λόγια τον Σοφιανό: «άνήρ έγκρατής μέν του έ*λληνος λόγου, σοφός δ* έν τοις μάλιστα και πολυμαθής, και τής δημοτικής γλώσσης ου μόνον ένθερμος υπέρμαχος, άλλά και γ νώμων άριστος και κριτής»3, ένώ ό Α. Ε. Μέγας γράφει γι' αυτόν: «Πρώτος δέ αυτός έπεχείρησε νά υποβάλη τήν δημοτικήν γλώσσαν είς γραμματικόν σύστημα και νά μεταχειρισθή αύτήν είς τήν γραφομένην γλώσσαν, μεταφράζων "Ελληνας συγγραφείς»4. Δίκαια λοιπόν ό Σοφιανός, για τις παραπάνω προσπάθειες, χαρακτηρίζεται ώς ό πρώτος «διαμορφωτής» τής νεοελληνικής5 και ό πρόδρομος του μεγάλου άναμορφωτή τής έθνικής μας γλώσσας Αδαμαντίου Κοραή6. Ό Σοφιανός στήν προσφώνηση τής μετάφρασης του Περί παίδων αγωγής άναφέρει δτι κοινολόγησε τις προθέσεις του και συμβουλεύθηκε και άλλους "Ελληνες λογίους τής Βενετίας πού συμφωνουσαν νά γίνουν μεταφράσεις κλασικών κειμένων στή νεοελληνική γλώσσα. Ανάμεσα σ' αύτούς μνημονεύονται ό Αντώνιος Καλλιέργης, ό Κωνσταντίνος Ράλλης, ό Αντώνιος Έπαρχος, ό Έρμόδωρος Λήσταρχος, ό Ιάκωβος Τριβώλης, κ.ά.7. Άπό τούς παραπάνω δμως λογίους μόνο ό Ιάκωβος Τριβώλης, πού καταγόταν και αύτός άπό τήν Κέρκυρα, υιοθέτησε στά κείμενά του τή λαϊκή γλώσσα8. Υπενθυμίζω δτι ό Τριβώλης έγραψε στή δημοτική γλώσσα και τύπωσε στή Βενετία δύο ποιήματα: τό ιστορικό στιχούργημα Ιστορία του Ταγιαπιέρα και τό έρωτικό ποίημα 1. Βλ. Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα, σ. 11. 2. Βλ. Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνική Φιλολογία, σ. 1 4 2 και Του ίδιου, Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα, σσ. 11-12. 3. Βλ. Δημ. Βερναρδάκη, Ψευδαττικισμοϋ ελεγχος, σ. 124· πρβλ. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Α', σ. 332. 4. Βλ. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Α', δ.π. 5. Βλ. Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα, σ. 15. 6. Πρβλ. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Α', σ. 3 3 4 . 7. Βλ. É. Legrand, Ο.ΤΓ., σσ. 9 1 - 9 2 και 2 5 9 - 2 6 0 , άντίστοιχα· πρβλ. Κ. Ν. Σάθα, Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα, σ. 14. 8. Πρβλ. Κ. θ . Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 116.
Ιστορία του ρε της Σκότζιας με τήν ρήγισσα τής Έγγλιτέρρας, που εϊναι έμμετρη διασκευή διηγήματος άπό τό Δεκαήμερο του Βοκακίου. Στους έπόμενους αιώνες, άνάμεσα στα σημαντικότερα έργα που συνετέλεσαν στήν έξέλιξη τής γλώσσας πρέπει νά τοποθετήσουμε τήν Τέχνη Ρητορικής (Βενετία, 1681) του Κρητικού Φραγκίσκου Σκούφου (1644-1697) και τις Διδαχές (Βενετία, 1716) του Κεφαλλονίτη Ηλία Μηνιάτη (1669-1714). Και τά δύο αύτά έργα περιέχουν κείμενα έκκλησιαστικής ρητορικής και είναι γραμμένα στή δημοτική γλώσσα. Αύτά σέ γενικές γραμμές γιά τήν πορεία και τήν άνάπτυξη τής νεοελληνικής γλώσσας ώς τις άρχές του 18ου αιώνα. «Αύται είναι αί πρώται άρχαί» —γράφει ό Α. Ε. Μέγας—, «τά γενέθλια ούτως ειπείν τής γραφομένης Νεοελληνικής γλώσσης· αυτη είναι ή πορεία και άνάπτυξις αύτής, μέχρις δτου περί τό 1700 μ.Χ. ώς γνήσια δημοτική άνεδείχθη ώς έλληνοπρεπές δργανον εις συνεννόησιν του Έθνους, εις μόρφωσιν τών νέων γενεών»1. * *
*
Ή προσπάθεια γιά τον γ λ ω σ σ ι κ ό κ α θ α ρ ι σ μ ό (γρ. έξαρχαϊσμό) δημιούργησε στήν Ελλάδα τό γ λ ω σ σ ι κ ό ζ ή τ η μ α . Και δημιούργημα τής προσπάθειας αύτής τών καθαρολόγων ύπήρξε ή καθαρεύουσα. Στή δημιουργία του γλωσσικού ζητήματος συνέτεινε και ή συντηρητική στάση τής Εκκλησίας, παρόλο πού δέν έλειψαν και άπό αύτήν οί φωτεινές εξαιρέσεις (Μελέτιος Πηγας, Κύριλλος Λούκαρις, κ.ά.). Κατά τήν περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (μέσα του 18ου αιώνα και έξής) τήν άποκατάσταση τής άρχαίας έλληνικής γλώσσας τήν θεωρούσαν άπαραίτητη προϋπόθεση γιά τήν άνάσταση τής προγονικής δόξας. Ό Κερκυραίος λόγιος Εύγένιος Βούλγαρις (1716-1806), πού έγραψε τά πρώτα του βιβλία σέ υποδειγματική καθαρεύουσα, χωρίς άρχικά νά ξεκινάει άπό έχθρα προς τή λαϊκή γλώσσα ή νά επιδιώκει έπαναφορά τής άρχαίας, έφθασε άργότερα νά άποδοκιμάσει τήν άπλή γλώσσα, νά γίνει ό ύποκινητής του γλωσσικού ζητήματος και νά γράψει νέα έργα, στά όποια δέν άπέφυγε τούς άρχαισμούς. Τις γλωσσικές άπόψεις του Βούλγαρι άκολούθησε και ό Κερκυραίος μαθητής του Νικηφόρος Θεοτόκης (1731-1800), πού πέρασε στον συντηρητισμό (στον καθαρολογισμό, δπως λέει ό ίδιος), άφου προηγουμένως χρησιμοποίησε (στά κηρύγματά του τής Κέρκυρας) τήν άπλή γλώσσα του έκκλησιαστικου ρητορικού λόγου του Μηνιάτη. 1. Βλ. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Α', σ. 362.
Πρώτος άπολογητής τής νεοελληνικής γλώσσας υπήρξε ό έπίσης μαθητής του Βούλγαρι Ίώσηπος Μοισιόδαξ (1725 ci. - 1807). Τις ιδέες του τελευταίου γιά τή γλώσσα άκολουθεϊ καί ό Δημήτριος Καταρτζής (1720/25-1807). 'Οπαδός δμως αυτός τής «φυσικής» (= τής δημοτικής), άναγκάζεται τελικά (1791) νά έγκαταλειψει τις άκραιες γλωσσικές θέσεις του καί νά γράψει σέ γλώσσα «αιρετή» (= μεικτή). Τις άπόψεις του Καταρτζή γιά τή νεοελληνική γλώσσα μπορούμε νά τις παρακολουθήσουμε σέ μιάν έπιστολική συζήτηση πού είχε στά 1789 μέ τόν Λάμπρο Φωτιάδη, σχολάρχη - διευθυντή τής Αύθεντικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου, πού έγραψε σέ άρχαία γλώσσα1. Ενδιαφέροντα γιά τό θέμα μας είναι τά σχετικά έργα του Καταρτζή: Γραμματική της Νεοελληνικής, Νεοελληνική στιχουργία, Γραμματική τής Αρχαίας (σέ δημοτική γλώσσα), κ.ά. Κατά τήν άμέσως πριν άπό τήν έπανάσταση του 1821 περίοδο παρατηρείται έξαρση τών άγώνων για τή γλώσσα, μέ τή γνωστή «μάχη τών φυλλαδίων». ΌΠαναγιώτής Κοδρικας (1762,-1827) ήταν ό πιο συντηρητικός άπό δλους τούς άλλους λογίους γιά τις γλωσσικές του ιδέες καί συγχρόνως ό πιο άσπονδος έχθρός του Κοραή, ένώ οι Νεόφυτος Δούκας, Αθανάσιος Πάριος καί Στέφανος Κομμητας υπήρξαν οί περισσότερο ονομαστοί έκπρόσωποι του άρχαισμου καί του συντηρητισμού. Αντίθετοι προς τις συντηρητικές άπόψεις τών τριών τελευταίων ήταν δσοι προήλθαν άπό τόν κύκλο του Δημητρίου Καταρτζή (μαθητές ή οπαδοί του): ό Ρήγας Βελεστινλής (1757 ci. - 1798), ιδίως μέ τό Σχολεϊον τών ντελικάτων εραστών, οί «Δημητριεις» Γρηγόριος Κωνσταντας καί Δανιήλ Φιλιππίδης, ό Αθανάσιος Χριστόπουλος, κ.ά. Στο Φυσικής άπάνθισμα, πού έκδόθηκε στή Βιέννη τό 1790, γράφει ό Ρήγας γιά τή γλώσσα πού χρησιμοποιεί: « Ή αιτία όπου μετεχειρίσθην άπλουν υφος, ήτον διά νά μήν προξενήσω μέ τήν γριφότητα του έλληνισμου εις τούς άλλους, έκεΐνο όπού ό ίδιος έπαθα σπουδάζοντας (...). 'Όθεν, άφορώντας ό σκοπός μου εις τ ό ν ά ώ φ ε λ ή σ ω τ ό Γ έ ν ο ς μ ο υ, καί οχι προς έπίδειξιν νά έπισωρεύσω λέξεις εις αυτό μου τό άπάνθισμα, έπρεπε νά τό έκθέσω μέ σαφήνεια ν, δσον τό δυνατόν, όπού νά τό καταλάβουν δλοι, καί νά άποκτήσουν μίαν παραμικράν ίδέαν τής άκαταλήπτου Φυσικής»2. Τόν έπόμενο χρόνο (1791) οί Δημητριεις Γρηγόριος Κωνσταντας καί Δανιήλ Φιλιππίδης έκδίδουν
1. Ή άλληλογραφία Δημητρίου Καταρτζή καί Λάμπρου Φωτιάδη δημοσιεύτηκε άπο τόν Κ. Ν. Σάθα (Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα, σσ. 154-176) καί τόν Α. Ε. Μέγα ( Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Β', σσ. 23-33). 2. Βλ. Λ. I. Βρανούση, Ρήγας. "Ερευνα, συναγωγή καί μελέτη — . «ΒΒ» άριθ. 10, «Αετός», Αθήναι 1957, σ. 268.
σέ νεοελληνική γλώσσα τό εργο Γεωγραφία Νεωτερική περί της Ελλάδος, στο όποιο άκολουθουν και έφαρμόζουν τις γλωσσικές ιδέες του Καταρτζή. Αργότερα (1805) ό Αθανάσιος Χριστόπουλος δημοσιεύει τή Γραμματική της Αίολοδορικής, δπου ύποστηρίζει ότι ή νεοελληνική είναι μια διάλεκτος τής άρχαίας γλώσσας (αιολική καί δωρική) δπως καί ή άττική. Τις άρχές του Χριστόπουλου γιά τή διάδοση τής δημοτικής υιοθετεί καί ό Ιωάννης Βηλαρας (17711823), πού τό 1814 τύπωσε στήν Κέρκυρα σύντομο έργο μέ τήν έπιγραφή: Η ρομέηκη γλόσα. Στο βιβλίο αύτό ό Βηλαρας έκθέτει τά σχετικά μέ τό ορθογραφικό του σύστημα καί τις γλωσσικές του θεωρίες καί έπιχειρεΐ τήν έφαρμογή τους επάνω σε ποιήματα καί μεταφράσεις. Στο ϊδιο εργο ό Βηλαρας καταργεί τήν ιστορική ορθογραφία. Έτσι φθάνουμε στόν Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833). Ό Χιώτης σοφος άφησε τον χρόνο νά κρίνει τά πράγματα καί θεώρησε καλό, σχετικά μέ τή γλώσσα, νά άκολουθήσει (άνάμεσα στόν δημοτικισμό του Μηνιάτη καί τον καθαρολογισμό του Θεοτόκη) τή «μ έ σ η ό δ ό»1. Δηλαδή ό Κοραής στάθηκε άνάμεσα στις δύο άκρότητες (τών χυδαϊστών καί τών άρχαϊστών ή μακαρονιστών) καί εγινε ό στόχος τών επιθέσεων καί τών δύο γλωσσικών παρατάξεων. (Τή γλωσσική μεσότητα και τον φιλελευθερισμό του ό Κοραής διατύπωνε μέ τά έξης άξιώματα: «μήτε τύραννοι τών χυδαίων, μήτε πάλιν δούλοι τής χυδαιότητος αύτών» — «... Ή γλώσσα εϊναι εν άπό τά πλέον άναπαλλοτρίωτα του Έθνους κτήματα. Άπό τό κτήμα τούτο μετέχουν δλα τα μέλη του έθνους μέ δημοκρατικήν, νά ειπω ούτως, ισότητα»). Οι πρώτοι, δηλαδή οί οπαδοί τής λαϊκής γλώσσας, γιά νά φωτισθεί ό λαός, νόμιζαν δτι επρεπε οι λόγιοι του νά χρησιμοποιήσουν τή γλώσσα του, ενώ οί δεύτεροι, οί θιασώτες του άρχαϊσμου, πρέσβευαν δτι μέσα άπό τήν άρχαία γλώσσα θά άναστηθει τό δοξασμένο άρχαϊο γένος2. Ωστόσο, ό σκοπός του Κοραή ήταν νά δώσει στο έθνος του μιά γλώσσα πού θα ήταν ικανή νά συντελέσει στήν άνάπτυξη τής παιδείας του. Ό άπαίδευτος, πρέσβευε, δέν μπορεί νά είναι πραγματικά έλεύθερος άνθρωπος. * *
*
Ό Κοραής είχε τή γνώμη δτι έπρεπε νά μελετηθεί μεθοδικά ή νεοελληνική γλώσσα δπως σώζεται στο στόμα του λαου καί δπως διατηρείται στά μεταγενεστερα γλωσσικά του μνημεία, νά συνταχθεί νεοελληνικό λεξικό καί νεοελληνική γραμματική, νά συγκριθεί ή νέα μέ τήν άρχαία γλώσσα, ή νέα γλώσσα 1. Βλ. Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Β', σ. 49. 2. Βλ. Κ. θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 264.
νά άποτελέσει τή βάση τής έλληνικής καί νά διορθωθούν οί λαϊκές λέξεις στους άρχικούς των τύπους («Διόρθωσιν ονομάζω τής γλώσσης, δχι μόνον τόν μετασχηματισμόν διαφόρων βαρβαρομόρφων λέξεων καί συντάξεων, άλλά και τήν φυλακή ν πολλών άλλων, τάς όποιας ώς βαρβάρους σπουδάζουν νά έξορισωσιν άπό τήν γλώσσαν, δσοι μετά προσοχής δέν ήρεύνησαν τήν φύσιν τής γλώσσης», έγραφε). 'Όπως ορθά παρατηρεί ό Κ. θ . Δημαρας: «Του Κοραή ή θέση βρίσκεται πολύ πλησιέστερα στών οπαδών τής λαϊκής γλώσσας, μα ή κλασική του παιδεία δέν του έπιτρέπει νά φθάσει ώς τις άκρες συνέπειες του διαμορφωμένου πιά γλωσσικού κινήματος: ή γλώσσα τών λογίων πρέπει νά είναι διορθωμένη και πλουτισμένη»1. "Οπως είδαμε καί παραπάνω, ό Παναγιώτης Κοδρικας υπήρξε ό πιο άσπονδος πολέμιος τών γλωσσικών άρχών καί θεωριών του Κοραή, ένώ τήν έπιστροφή στο ένδοξο παρελθόν ζητούσε και μία άλλη όμάδα συντηρητικών, άνάμεσα στούς οποίους ήταν ό Θεσσαλός Στέφανος Κομμητας, ό Ηπειρώτης Νεόφυτος Δούκας και ό Αθανάσιος Πάριος.,Τή διακωμώδηση τής γλώσσας του Κοραή έπιχείρησε ό Ίακωβάκης Ρίζος Νερουλός, μέ τή δημοσίευση (τό 1813) τής κωμωδίας του πού εϊχε τόν ένδεικτικό τίτλο Κοραχιστιχά. Αντίθετα προς τούς παραπάνω συντηρητικούς, στό στρατόπεδο τών φίλων του Κοραή άνήκουν οί οπαδοί τών γλωσσικών ιδεών του: Νεόφυτος Βάμβας (1776-1865), πού είναι ό εισηγητής τής άπλής καθαρεύουσας, Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836), ό περισσότερο πιστός καί συνεπής οπαδός του Κοραή καί συγγραφέας τής δωδεκάτομης ιστορίας πού φέρει τόν τίτλο Ίστορίαι τών ανθρωπίνων πράξεων (1830-1832), ό Κωνσταντίνος Οικονόμος (17801857), πού μετέφρασε στά έλληνικά τόν Φιλάργυρο του Μολιέρου μέ τόν τίτλο Έξηνταβελώνης, καί ό άδελφός του Στέφανος, ό Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος (1755-1830), οί έκδοτες του περιοδικού Έρμης ο Λόγιος Ανθιμος Γαζής (1764-1828), Κωνσταντίνος Κοκκινάκης (1781-1831), Θεόκλητος Φαρμακίδης (1784-1860), κ.ά. Τήν έπίδραση του Κοραή δέχονται και δύο άλλοι λόγιοι: ό Αθανάσιος Ψαλίδας (1764-1829), πού προχωρεί πέρα άπό τόν Κοραή και γίνεται θερμός οπαδός τής λαϊκής γλώσσας, καί ό Θεόφιλος Καίρης (1784-1853) 2 . 1. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΛ, σ. 265. 2. Για τούς τελευταίους αύτούς βλ. Κ. θ. Δημαρα, ΙΝΛ, σσ. 276-278. Περισσότερα γιά τις γλωσσικές άπόψεις του Κοραή βλ. στό μελέτημα του Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, « Ή γλωσσική θεωρία του Κοραή και ή γλώσσα του», NE, τόμ. 114, τευχ. 1355, Αφιέρωμα Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833), Αθήναι, Χριστούγεννα 1983, σσ. 30-46. Βλ. έπίσης γιά τόν Θ. Καΐρη τά Πρακτικά του Πανελλήνιου Συμποσίου Θεόφιλος Καιρης, Ανδρος, 6-9 Σεπτ. 1984, Gutenberg, Αθήνα 1988, δπου οι έξαιρετικά ενδιαφέρουσες άνακοινώσεις τών
* *
*
Μέ τό γλωσσικό ζήτημα είναι άμεσότατα συνδεδεμένο και τό θέμα τής νεοελληνικής κριτικής. Ή γλώσσα ύπήρξε γιά ενα Ιδιαίτερα μακρό διάστημα τό μέγα και άμετάθετο πρόβλημα τής νεοελληνικής κριτικής. Ή ιστορία τής νεοελληνικής κριτικής άρχίζει μέ τον Κοραή1. Τό γλωσσικό άπασχολεΐ τήν κριτική του στό έργο Στοχασμοί αυτοσχέδιοι περι τής ελληνικής παιδείας και γλώσσης, στά διάφορα Προλεγόμενα του και σέ άλλα έργα του* «... ή προσπάθεια του Κοραή νά διαμορφώσει τή λογία γλώσσα μέ βάση τήν κοινή, είναι κείνη πού τελεσφόρησε και έπέτρεψε τήν άνάπτυξη τής φιλολογικής μας γλώσσας.. .»2 και: «... τό πέρασμα του Κοραή άπό τον πνευματικό μας κόσμο προσέδωσε, έκτος άπό τά άλλα, στή γλώσσα μας σαφήνεια, άκριβεια και διαύγεια πού τής έλειπαν έντελώς πριν.. .»3. Αναγεννητική άπό τήν άποψη αύτή είναι και ή μορφή του Βηλαρα, ό όποιος, δπως είδαμε, υποστήριζε μέ πάθος τή δημοτική γλώσσα και άπλοποίησε τήν ορθογραφία της. Οί περισσότεροι άπό τούς έκπροσώπους τής Επτανήσου δέν άρκέστηκαν στή χρήση τής δημοτικής· άφιέρωσαν στή γλώσσα και μικρά δοκίμια, μέ τά όποια διατύπωσαν τήν πίστη τους στή δημοτική. "Ετσι ό Διάλογος του Σολωμού θά γίνει τό εύαγγέλιο τής δημοτικής. Στό κείμενο αύτό ό Σολωμός συγκρίνει τό γλωσσικό μας ζήτημα μέ άνάλογα φαινόμενα άλλων χωρών και υποστηρίζει δτι δπως στις χώρες έκεινες έτσι και στήν Ελλάδα ή λαλουμένη ζωντανή γλώσσα πρέπει νά άντικαταστήσει τούς νεκρούς τύπους τής λογίας. Κατά τον Σολωμό ό άγώνας γιά τή γλώσσα είναι ισάξιος μέ τον άγώνα γιά τήν ελευθερία. "Οπως ή έλευθερία θά άπαλλάξει τον λαό άπό τήν πολιτική δουλεία, έτσι και ή γλώσσα θά τον άπαλλάξει άπό τό πνευματικό σκοτάδι4. Ανάμεσα σέ άλλα, γράφει ό Σολωμός στον Διάλογο: «... μήγαρις έχω άλλο στό Βασ. Σφυρόερα («ΌΚαιρης στήν έπανάσταση του 1821», σσ. 105-111) και Κωνστ. Ν. Πετρόπουλου («ΌΚαΐρης ιεροεξεταζόμ,ενος - Μία δραματική μορφή», σσ. 239-252). 1. Βλ. Κ. θ. Δημαρα, «Δημοτικισμός και κριτική. Δοκίμιο συνθέσεως», NE, 26 (1939) 1499α (τώρα στον συγκεντρωτικό τόμο του ίδιου: 'Ελληνικός Ρωμαντισμός, Έρμης, Αθήνα 1982 [Νεοελληνικά Μελετήματα, 7], σ. 303). 2. Κ. θ . Δημαρα, ο.7Γ., άντίστοιχα. 3. Κ. θ . Δημαρα, ο.7Γ., σ. 1499α, σημ. 2 (= Του ίδιου, 'Ελληνικός Ρωμαντισμός, σ. 555). 4. Πρβλ. Γ. θ . Ζώρα, Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου, «ΒΒ» άριθ. 14, «Αετός», Αθήναι 1953, σσ. 41-42 (= Του ίδιου, Επτανησιακά Μελετήματα, [τόμ.] Α', Αθήναι 1960, σσ. 73-74).
νου μου πάρεξ έλευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε νά πατεί τά κεφάλια τά τούρκικα, τούτη θέλει πατήσει ογλήγορα τά σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα άγκαλιασμένες και οί δύο θέλει προχωρήσουν είς τό δρόμο τής δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει ή κανένας Τούρκος βαβιζει* γιατί γιά μέ είναι δμοιοι και οί δύο». Και άλλου: «... τές λέξες ό συγγραφέας δέν τές διδάσκει* μάλιστα τές μαθαίνει άπό του λαου τό στόμα* αύτό τό ξέρουν και τά παιδιά. (...) Ωστόσο σου ξαναλέγω δτι ό δάσκαλος τών λέξεων είναι ό λαός»1. Εξάλλου, σέ έπιστολή του τής 1ης Ιουνίου 1833 (π.ή.), πού άπηύθυνε στον Γεώργιο Τερτσέτη, ό Σολωμός γράφει δτι πρέπει κανείς νά στηριχθεί στή γλώσσα τής δημοτικής ποίησης, δηλαδή στή γλώσσα του λαου, και υστέρα νά ύψωθεϊ κατακόρυφα και να προχωρήσει ώς τήν τελειότητα: «Γιά τις γλώσσες ισχύει αύτό πού είπε ό Μακιαβέλι γιά δλους τούς άνθρώπινους θεσμούς: δέν ύπάρχει άλλη σωτηρία, δταν φθαρούν, παρά μόνο έπιστρέφοντας στις άρχές. Οί δάσκαλοι τής Ελλάδας γυρίζουν υπερβολικά πίσω* αύτό δέν είναι έπιστροφή στις αρχές. » Έ γ ώ χαίρω νά ξεκινά κανείς άπό τά δημοτικά τραγούδια* άλλά θα ήθελα δποιος χρησιμοποιεί τήν κλέφτικη γλώσσα, νά τό κάνει δ υ ν α μ ι κ ά, δχι τ υ π ι κ ά, μέ καταλαβαίνεις; Και ώς προς τήν ποίηση, πρόσεξε, Γιώργη μου* εϊναι βέβαια καλό νά βασίζεται κανείς σ' αύτά τά χνάρια, άλλά δέν είναι καλό νά σταματα έκει: πρέπει νά ύψώνεται κατακόρυφα. »Δέν ξέρω αν έκφράζω καλά τή σκέψη μου, βιαστικά καθώς γράφω. Ή κλέφτικη ποίηση είναι δμορφη και ένδιαφέρουσα ώς άφελής έκδήλωση τών Κλεφτών γιά τή ζωή, τή σκέψη και τά αισθήματά τους. Δέν έχει τό ιδιο ένδιαφέρον στο δικό μας στόμα: τό έθνος θέλει άπό μας τό θησαυρό τής δικής μας άτομικής διανόησης ντυμένον έθνικά. *Αν ήσουν εδώ, θά μιλούσα, πιστεύω, σαφέστερα»2. "Οπως άναφέραμε και παραπάνω, σχεδόν δλοι οι Επτανήσιοι λογοτέχνες άσχολήθηκαν μέ τή γλώσσα και τό γλωσσικό ζήτημα σέ αύτοτελή δοκίμιά τους3. Μετά τον Διάλογο του Σολωμού, άξίζει νά άναφέρουμε δτι ό Ιάκωβος Πολυλάς άσχολήθηκε περισσότερο συστηματικά και έπιστημονικά μέ τό θέμα αύτό στο δοκίμιο Ή φιλολογική μας γλώσσα. Σκέψεις Ιακώβου Πολυλά, έν
1. Τά παραπάνω άποσπάσματα είναι άπό τήν έκδοση: Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, Επιμέλεια - Εισαγωγές: Στυλιανός Αλεξίου, Στιγμή, Αθήνα 1994, σσ. 532 και 533, άντίστοιχα. 2. Βλ. Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά, δ.π., σ. 602. 3. Τά πιο σημαντικά άπό τά δοκίμια αυτά συγκέντρωσε ό Γ. Θ. Ζώρας (δ.π., σσ. 195374).
Αθήναις 1892 (= "Απαντα τά λογοτεχνικά και κριτικά. Αναστύλωσε Γ. Βαλέτας. Δεύτερη συμπληρωμένη. Εκδόσεις Νίκα, Αθήνα 1959, σσ. 246-305). Κορυφαία θέση στήν ιστορία τής νεοελληνικής κριτικής κατέχουν τά Προλεγόμενα του Πολυλά, πού προτάσσονται στή μεταθανάτια έκδοση τών Ευρισκομένων του Σολωμού (Κέρκυρα 1859), τήν όποια ετοίμασε ό ίδιος ό Πολυλάς («μέ τήν έμψύχωσι καί συνεργίαν τών ΚΚ. Καρόλου Μάνεσι, Γερασίμου Μαρκορα και Πέτρου Κουαρτάνου», δπως σημειώνει στο τέλος τών Προλεγομένων του). Στο σημείο αύτό πρέπει νά μνημονευθεί και τό μελέτημα του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου Πόθεν ή κοινή λέξις τραγουδώ; Σκέψεις περι ελληνικής ποιήσεως (έν Αθήναις 1859), μέ τό όποιο έπικρίθηκε ή έκδοση Πολυλά. Ό Πολυλάς άπάντησε στόν Ζαμπέλιο μέ ένα άλλο φυλλάδιο, πού τυπώθηκε τήν έπόμενη χρονιά (1860) στήν Κέρκυρα μέ τον τίτλο Πόθεν ή μυστικοφοβία του κ. Σπ. Ζαμπελίου\ Ένώ αύτά συμβαίνουν στήν Επτάνησο, στήν Αθήνα κατά τον ϊδιο αιώνα ή έντονη κριτική δραστηριότητα τών έκπροσώπων τής πνευματικής ζωής κορυφώνεται μέ τή διαμάχη άνάμεσα στούς Παναγιώτη Σούτσο - Κωνσταντίνο Άσώπιο, Άγγελο Βλάχο - Εμμανουήλ Ροίδη καί Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο, Κωνσταντίνο Κόντο - Δημήτριο Βερναρδάκη καί Γεώργιο Χατζιδάκι. Ό καθαρολόγος Παναγιώτης Σούτσος έκδίδει τό 1853 τή Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου2, πού χαρακτηρίζεται ώς μνημείο γλωσσικής ορθοδοξίας. Απάντηση στο παραπάνω έργο άποτελουν Τά Σουτσεια, πού έκδίδονται άνώνυμα στήν Αθήνα τον ϊδιο χρόνο άπό τον Κωνσταντίνο Άσώπιο (1785-1872). Πρόκειται γιά έναν αύστηρό κριτικό ελεγχο τών γλωσσικών άπόψεων του Σούτσου, γιά ενα εργο πού ό Εμμανουήλ Ροΐδης χαρακτήρισε άργότερα (1877) ώς τό «κύκνειον (...) ασμα τής παρ* ήμίν κριτικής»3.
1. Τά κείμενα αύτά (του Πολυλά καί του Ζαμπελίου) τά βρίσκει τώρα κανείς στούς συγκεντρωτικούς τόμους: Σολωμός. Προλεγόμενα κριτικά Στάη - Πολυλά - Ζαμπελίου. Επιμέλεια Α. θ. Κίτσου-Μυλωνα. ΕΛΙ.Α., Αθήνα 1 9 8 0 (καί Δεύτερη έκδοση, μέ Επίμετρο Νίκου Καλταμπάνου, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα 2004), καί Σπυρίδωνος Ζαμπελίου Τά κριτικά κείμενα. Φιλολογική έπιμέλεια: Γιώργος Γ. Άλισανδράτος. Αθήνα 1 9 9 9 ["Ίδρυμα Κώστα καί Ελένης Ούράνη, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Γενική φιλολογική έποπτεία: Βαγγέλης Αθανασόπουλος], σσ. 155-233 καί 271-298, άντίστοιχα. 2. Παναγιώτου Σούτσου, Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου ή 'Ανάστασις της άρχαίας έλληνικής γλώσσης έννοουμένης υπό πάντων, Αθήναι 1853. 3. Βλ. Ε. Δ. Ροϊδου, Περι συγχρόνου έλληνικής ποιήσεως, έν Αθήναις 1877, σ. 23 (= Εμμανουήλ Ροΐδη, "Απαντα, Φιλολογική έπιμέλεια "Αλκή Αγγέλου, τόμ. Β' ( 1 8 6 8 1879), Εκδοτική «Ερμής» EILE., Αθήνα 1978 [Φιλολογική Βιβλιοθήκη - 1], σ. 301)· πρβλ. Κ. θ . Δημαρα, δ.π., σ. 1501β καί σημ. 3 (= Του ίδιου, Ελληνικός Ρωμαντισμός, σσ.
Σέ υψηλότερα έπίπεδα κινείται άργότερα (1877) ή νεοελληνική κριτική μέ τή διαμάχη Αγγέλου Βλάχου (1838-1920) και Εμμανουήλ Ροίδη (18361904), στήν όποια παρεμβαίνει και ό Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος (18561910) 1 , ό έπειτα γαλλόφωνος ποιητής Jean Moréas. Επιβάλλεται ωστόσο νά σημειωθεί δτι στήν περίπτωση αυτήν ή φιλολογική διαμάχη τών δύο άνδρών δέν έχει ώς άντικείμενό της τή γλώσσα, άλλά τήν έξέλιξη τής ποίησης στήν Ελλάδα 2 . Ό Ροΐδης, ώς εισηγητής στον δραματικό άγώνα του Φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» τό 1877, διατύπωσε στήν εκθεσή του τή θεωρία δτι δέν υπήρχε τότε «περιρρέουσα άτμόσφαιρα» γιά τήν καλλιέργεια τής ποίησης («ποιητής άδύνατον εϊναι νά γεννηθή και νά ύπάρξη έκτος μιας οιασδήποτε περιρρεούσης αύτόν ποιητικής άτμοσφαίρας»). Στή θεωρία αύτή του Ροΐδη άπάντησε ό Άγγελος Βλάχος μέ μιά διάλεξή του («Περί νεωτέρας έλληνικής ποιήσεως και ιδίως περί Γεωργίου Ζαλοκώστα») στον «Παρνασσό» (22 Άπρ. 1877), στήν όποια εξέφραζε τήν άποψη δτι ή ποίηση έξαρταται άπό τήν έμπνευση και δτι κατά" τήν έποχή έκείνη υπήρχε στήν Ελλάδα κατάλληλο κλίμα πού εύνοουσε τήν ποίηση. Ό Ροΐδης άνταπάντησε στον Βλάχο μέ τά μελετήματα: «Περί συγχρόνου έλληνικής κριτικής» (1877) και «Περί συγχρόνου έλληνικής ποιήσεως» (1877). Λίγα χρόνια άργότερα (1882-1884) τό γλωσσικό ζήτημα έρχεται πάλι στήν έπικαιρότητα, και μάλιστα μέ μεγαλύτερη οξύτητα, μέ τούς Κωνσταντίνο Κόντο, Δημήτριο Βερναρδάκη και Γεώργιο Χατζιδάκι και μέ τά περισπούδαστα έργα πού μας άφησαν οί έπιφανεΐς αύτοί λόγιοι. Ό πρώτος έξέδωσε σέ τόμο μιά σειρά Γλωσσικών Παρατηρήσεων του (1882) —δπου φθάνει σέ γλωσσικές άκρότητες και ύπερβολές—, πού φέρνουν στή μνήμη μας τον άττικισμό3.
307 και 556-557), Παν. Μουλλα, « Ή διαμάχη Π. Σούτσου - Κ. Άσωπίου ( 1 8 5 3 ) και ή ιστορική συγκυρία», Ό Ερανιστής, 11 ( 1 9 7 4 ) 150 και σημ. 3 3 (= Του ίδιου, Ρήξεις και συνέχειες. Μελέτες γιά τον 19ο αιώνα, Εκδόσεις Σοκόλη, [Αθήνα 1993], σ. 278 και σημ. 33) και Του ίδιου, « Ή άθηναϊκή πανεπιστημιακή κριτική και ό Ροΐδης», Ή κριτική στη νεότερη *Ελλάδα, σ. 73 (= Ρήξεις και συνέχειες, σ. 327). 1. Βλ. Ίω. Παπαδιαμαντοπούλου, Όλίγαι σελίδες έπ ευκαιρία της μεταξύ τών κ. κ. Ε. Δ. Ροιδου και 'Αγγέλου Βλάχου άναφυείσης φιλολογικής έριδος. Έν Αθήναις, Τύποις Εφημερίδος τών Συζητήσεων, 1978. 2. Γιά τήν άντιδικία Βλάχου - Ροΐδη βλ. Κλέωνος Παράσχου, Εμμανουήλ Ροΐδης, τομ. Α', Αθήνα 1942, κυρίως σσ. 184-227 και 283. 3. Τις άπόψεις του Κόντου —όπως διατυπώνονται στό έργο του Γλωσσικαι Παρατηρήσεις— γιά τήν έρευνα της νεώτερης έλληνικής γλώσσας συνοψίζει ό συνάδελφος Γεώργιος Ανδρ. Χρίστοδούλου, στό βιβλίο του: Κωνσταντίνος Στ. Κόντος, 1834-1909, [τόμ.] Α', Αθήνα 1979, σσ. 29-33.
"Οπως ό Κ. Άσώπιος έπιχείρησε νά έλέγξει τίς γλωσσικές θέσεις του Σούτσου, κατά τόν ίδιο τρόπο τόν έλεγχο τών Γλωσσικών Παρατηρήσεων του Κόντου άνέλαβε ό Δημήτριος Βερναρδάκης, μέ τή δημοσίευση του έργου Ψευδαττικισμου ελεγχος (1884) 1 . Καθώς σημειώνει ό Κ. Θ. Δημαρας: «Τό βιβλίο του Βερναρδάκη, μαχητικό, γεμάτο βιαιότητα άλλά καί σοφία, προκάλεσε τόν ένθουσιασμό τών οπαδών τής ζωντανής γλώσσας, καθιερώνοντας έτσι τόν Κόντο άρχηγό τής καθαρεύουσας, ένώ ό Βερναρδάκης παρουσιαζόταν υπέρμαχος του δημοτικισμού»2. Γιά τήν ιστορία του γλωσσικού ζητήματος χρειάζεται νά σημειωθεί δτι τόν Ιούλιο του 1884, μέ ένέργειες του Νικολάου Πολίτη, πού ύπηρετουσε τότε ώς τμηματάρχης του υπουργείου Παιδείας, «καθιερώνεται μέ νομοθετικό διάταγμα ή διδασκαλία τής νέας έλληνικής στά έλληνικά σχολεία, και συγκεκριμένα γιά τήν περίοδο πού άρχίζει μέ τόν Σκούφο καί τελειώνει μέ τόν Δ. Παπαρρηγόπουλο»3. Τέλος, στον γλωσσικό άγώνα έλαβε μέρος, σχετικά νέος, καί ό Γεώργιος Χατζιδάκις (1848-1941), πού κατά τό ιδιο έτος (1884) δημοσίευσε τή Μελέτη επί της νέας έλληνικης4. Ή έργασία αυτή έρχόταν, πάλι, ώς άπάντηση στον Ψευδαττικισμοΰ ελεγχο του Βερναρδάκη. Ό Χατζιδάκις πίστευε πώς ή δημοτική γλώσσα είναι έξέλιξη τής άρχαίας κοινής. Τέσσερα χρόνια άργότερα (1888) ό Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929) εκδίδει τό βιβλίο του Τό Ταξίδι μου, στό όποιο έκφράζει τό γλωσσικό του πιστεύω καί τό όποιο προκάλεσε σάλο καί άντίδραση καί έδωσε τήν άφορμή γιά νέους γλωσσικούς άγώνες. Τό Ταξίδι έρχόταν σέ μιάν ώρα δπου ό δημοτικισμός υποστηριζόταν θεωρητικά άπό πολλούς καί ή δημοτική είχε έπικρατήσει στον ποιητικό λόγο καί γινόταν τό σύμβολο του γλωσσικού άγώνα5. Μέ τό Ταξίδι του ό Ψυχάρης συνετέλεσε στήν έπιβολή τής δημοτικής γλώσσας καί στον πεζό λόγο. Τό 1893 ό Εμμανουήλ Ροίδης έκδίδει Τά είδωλα, βιβλίο γραμμένο στήν
1. Δημητρίου Βερναρδάκη, Ψευδαττικισμοϋ ελεγχος, ήτοι Κ. Σ. Κόντου Γλωσσικών Παρατηρήσεων αναφερομένων εις τήν νέαν *Ελληνικήν γλώσσαν ανασκευή. Έν Τεργέστη 1884. Γιά τή διαμάχη Κ. Κόντου - Δ. Βερναρδάκη βλ. Γ. Χριστοδούλου, δ.π., σσ. 24-26 καί 71-112. 2. Κ. θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σσ. 469-470. 3. Βλ. νΑλκη Αγγέλου, « Ό Λασκαράτος στήν Αθήνα», NE, τόμ. 70, τευχ. 827 (Αφιέρωμα στον Λασκαράτο), Αθήναι, Χριστούγεννα 1961, σ. 32α (καί σέ αυτοτελές άνάτυπο, σ. 6α). 4. Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι, Μελέτη επι της νέας έλληνικής ή βάσανος του ελέγγου του ψευδαττικισμοϋ. Έν Αθήναις 1884. 5. Πρβλ. Κ. θ . Δημαρα, ΙΝΑ, σσ. 470-472, καί Του ίδιου, «Δημοτικισμός καί κριτική», δ.π., σ. 1511α (= 'Ελληνικός Ρωμαντισμός, σ. 320).
καθαρεύουσα, στο οποίο δμως ό συγγραφέας του, αν καί έμφανίζεται ώς διαιτητής άνάμεσα στις δύο άντιμαχόμενες γιά τή γλώσσα παρατάξεις (τών δημοτικιστών καί τών καθαρευουσιάνων), παίρνει τό μέρος του δημοτικισμού1. Μέ τή μελέτη Ειδώλων κατάλυσις, ο Γ. Ν. Χατζιδάκις έπέκρινε τό βιβλίο του Ροίδη, στηριζόμενος σέ έπιχειρήματα πού του πρόσφερε ή έπιστήμη τής Γλωσσολογίας2. Πιστός μαθητής του Ψυχάρη έμφανίζεται ό Άλέξαντρος Πάλλης (18511935) μέ τή μετάφραση τής Ίλιάδος στή δημοτική (έκδόθηκε στά 1901). Στο έγχείρημά του αύτό ό Πάλλης παρακινήθηκε άπό τήν έπιθυμία νά ξαναζωντανέψει τό άρχαΐο έπος. Άλλά στήν προσπάθεια αύτή άπομακρύνθηκε πολύ άπό τό ίδιο τό κείμενο. Ό Πάλλης υποστήριξε μέ άφοσίωση καί συνέπεια τις γλωσσικές άπόψεις του Ψυχάρη καί τήν ιδέα του δημοτικισμού. Τό κήρυγμα του Ψυχάρη άκολουθεΐ καί ό Αργύρης 'Εφταλιώτης (1849-1923), παρακινημένος άπό τον Πάλλη. Ό Εφταλιώτης, στή μετάφραση τής 'Οδύσσειας, δέχεται τήν έπίδραση τής άνάλόγης μεταφραστικής Εργασίας του Πάλλη (βλ. παραπάνω). Τήν ίδια, τέλος, στάση (μέ τον Πάλλη καί τον Εφταλιώτη) στο γλωσσικό ζήτημα κρατάει καί ό Πέτρος Βλαστός (1879-1941). Αντίθετα μέ τον Πάλλη, τον Εφταλιώτη καί τον Βλαστό, οί λογοτέχνες Γεώργιος Βιζυηνός, Αριστομένης Προβελέγγιος καί Γεώργιος Στρατήγης, πού εϊχαν άρχίσει νά γράφουν πριν άπό τό ξεκίνημα τής λογοτεχνικής γενιάς του 1880 (βλ. παρακάτω) καί τό κήρυγμα του Ψυχάρη, δέν μπόρεσαν νά άφομοιώσουν έντελώς τή νέα γλωσσική διδασκαλία πού έγκαινίαζε ό Ψυχάρης μέ τό Ταξίδι του3. Στούς λογοτέχνες αύτούς πρέπει έπίσης νά προστεθεί ή περίπτωση του Παπαδιαμάντη, καί γιά τον πρόσθετο λόγο δτι αύτός, σέ δ,τι άφορα τή
1. Πρβλ. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σσ. 472-473. 2. Γ. Ν. Χατζιδάκι, «Περί του γλωσσικού ζητήματος έν Ελλάδι. Μέρος Γ' (Ειδώλων κατάλυσις)», Άθηνα, 1 ( 1 8 9 5 ) 1 4 5 - 2 8 2 (= Του ίδιου, Γλωσσολογικοί Μελέται, τόμ. Α', έν Αθήναις 1901, σσ. 363-504). Τό ιδιο έργο του Ροίδη έπέκρινε καί ό Πολυλάς (βλ. Π. Δ. Μαστροδημήτρη, « Ό Ιάκωβος Πολυλάς ώς κριτικός τών Ειδώλων του Εμμανουήλ Ροΐδη», στον τόμο του ίδιου, 'Ανάλεκτα Νεοελληνικής Φιλολογίας, Β' έκδοση συμπληρωμένη, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1 9 9 8 0 1 9 9 5 ) , σσ. 1 2 9 - 1 5 2 = Φιλερήμου άγάπησις. Τιμητικός τόμος γιά τον καθηγητή Άγαττητο Γ. Τσοπανάκη, Ρόδος 1997 [Στέγη Γραμμάτων καί Τεχνών Δωδεκανήσου, Σειρά αυτοτελών έκδόσεων άριθ. 20], σσ. 347-372). 3. Πρβλ. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 475. Γιά τή γλώσσα του Βιζυηνου βλ. Κ. Μητσάκη, 'Αναδρομή στις ρίζες. Γεώργιος Βιζυηνός. Εκδόσεις «Έλληνική Παιδεία», Αθήνα 1977 [Μεσαιωνικές καί Νεοελληνικές Μελέτες, 2], σσ. 13-18 = Του ίδιου, Πορεία, σσ. 105-109 (σσ. 14 καί 106, άντίστοιχα: «Θεωρητικά θερμός υπέρμαχος τής δημοτικής, στήν πράξη δμως ενας μετριοπαθής καθαρευουσιάνος»).
γλώσσα, κινείται σέ ε να ν εντελώς διαφορετικό πνευματικό χώρο άπό τον χώρο του Ψυχάρη1. Τις άπόψεις του Ψυχάρη γιά τό γλωσσικό ζήτημα άκολούθησε μέ μετριοπάθεια ό Μανόλης Α. Τριανταφυλλίδης (1883-1959), καθηγητής τής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης (1926-1932), πού μέ τό διδακτικό καί τό συγγραφικό εργο του συνετέλεσε άποφασιστικά στο νά καθιερωθεί ή δημοτική γλώσσα καί στόν έπιστημονικό λόγο2. Γιά τήν ιστορία του γλωσσικού ζητήματος άξίζει να σημειωθούν εδώ καί τα έπόμενα: ΌΠάλλης δημοσίευσε άκόμη (τήν ϊδια χρονιά πού κυκλοφόρησε ή μετάφραση τής Ίλιάδος) τή μετάφραση τής Καινής Διαθήκης, πού προκάλεσε τήν άντίδραση τών συντηρητικών («Τά Εύαγγελικά») 3 . Τήν ίδια άντιδραση θά συναντήσει δυο χρόνια άργότερα (1903) καί ή μετάφραση σέ γλώσσα μεικτή τής Όρέστειας του Αισχύλου άπό τον Γεώργιο Σωτηριάδη («Τά Όρεστειακά»)4. Πριν άπό τήν παράσταση του έργου αύτου άπαγγέλθηκε άπό τήν ήθοποιό Μαρίκα Κοτοπούλη «Τό χαίρε τής τραγωδίας», ποίημα του Κωστή Παλαμα, ό όποιος συγκέντρωσε έπίσης τό μένος του φοιτητικού πλήθους καί κινδύνευσε νά χάσει τή θέση του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δπου έργαζόταν ώς γραμματέας. Παράλληλα δημοσιεύονται, μέ τον τίτλο Τό γλωσσικόν ζήτημα κ9 ή εκπαιδευτική μας άναγέννησις (1902), διάφορα άρθρα του γιατρού Φώτη Φωτιάδη (1849-1936), τό 1907 άρχίζει νά έκδίδεται ή Γραμματική του Μέ1. Βλ. Π. Δ. Μαστροδημήτρη, «ΌΖητιάνος» του Καρκαβίτσα. Εισαγωγή - Κείμενο Γλωσσάριο. Νέα έκδοση. Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1996 [Ερμηνευτικές Εκδόσεις Νεοελληνικών Κειμένων, 1], σ. 23 και σημ. 15, δπου καί ή βιβλιογραφία. 2. Βλ. Μανόλη Α. Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική Γραμματική, Πρώτος τόμος Ιστορική Εισαγωγή με 13 χάρτες και 7 πίνακες, Αθήνα 1 9 3 8 (τώρα καί στή σειρά "Απαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τόμ. Γ' Νεοελληνική γραμματική. Ιστορική εισαγωγή (1938). Ανατύπωση μέ διορθώσεις. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών ("Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), θεσσαλονίκη 1981, [Μ. Α. Τριανταφυλλίδη], Νεοελληνική Γραμματική (της δημοτικής), «ΟΕΣΒ», έν Αθήναις 1 9 4 1 καί Του ϊδιου, Μικρή Νεοελληνική Γραμματική, Δεύτερη έκδοση (μέ βελτιώσεις). Άριστοτέλειον Πανεπιστήμιον θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο ν Νεοελληνικών Σπουδών - "Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, θεσσαλονίκη 1975. 3. Γιά τά «Εύαγγελικά» βλ. Έμμ. I. Κωνσταντινίδου, Τά Εύαγγελικά. Τό πρόβλημα της μεταφράσεως της 'Αγ. Γραφής εις τήν νεοελληνικήν και τά αιματηρά γεγονότα του 1901. Έν Αθήναις 1976, δπου καί ή παλαιότερη βιβλιογραφία. 4. Για τά «Όρεστειακά» βλ. Γιάννη Σιδέρη, Τό 'Αρχαίο Θέατρο στή Νέα Έλληνική Σκηνή. Α' 1817-1932. Ίκαρος, [Αθήνα 1976], σσ. 1 8 6 - 1 9 9 καί Του ίδιου, «Τά "Όρεστειακά". Ταραχές για νά μήν παίζονται οί τραγωδίες σέ μετάφραση», Θέατρο, Περ. Β', τόμ. 6, τευχ. 33 (Μάης-Ίούνης 1973), σσ. 51-61 καί τευχ. 3 4 / 3 6 (Ίούλ-Δεκ. 1973), σσ. 89-99.
νου Φιλήντα (1870-1934), και τό 1908 δημοσιεύεται ή Γλώσσα και ζωή του μαθηματικού Έλισαίου Γιανίδη (ψευδώνυμο του Σ. Σταματιάδη, 1865-1942). Τήν ιδια χρονιά (1908) ιδρύεται άπό τον γιατρό Δημήτριο Σαράτση (18711951) «τό σχολείο του Βόλου» (μέ διευθυντή τόν Αλέξανδρο Δελμουζο, 1880-1956), στό όποιο γίνεται ή πρώτη προσπάθεια νά έφαρμοσθει ό δημοτικισμός στήν Εκπαίδευση. Ακόμη, ή έκδοση άπό τόν γιατρό Δημήτριο Π. Ταγκόπουλο (1867-1926) του περιοδικού ΌΝουμας (τό πρώτο φύλλο του κυκλοφορεί στις 2 Ίαν. 1903, ένώ τό περιοδικό έξακολουθεΐ νά έκδίδεται και μετά τόν θάνατο του Ταγκόπουλου, δηλαδή ως τό 1931) πού έξέφραζε τις γλωσσικές άπόψεις του Ψυχάρη, ή ίδρυση (τό 1905) τής έταιρείας « Ή Εθνική Γλώσσα» (ιδρυτικά στελέχη της: ό νΙων Δραγούμης (1878-1920), ό Μάρκος Τσιριμώκος (1872-1939), ό Ανδρέας Καρκαβίτσας, ό Κωσταντϊνος Χατζόπουλος και ό Γεώργιος Σωτηριάδης), του «Εκπαιδευτικού Όμίλου» (1910), μέ δικό του έντυπο (τό Δελτίο του Εκπαιδευτικού Όμίλου), τής «Φοιτητικής Συντροφιάς» (1910), και ή πραγματοποίηση τής γλωσσικής και έκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1917, πού προήλθε άπό τούς κόλπους του «Εκπαιδευτικού Όμίλου» και είχε ώς πρωτεργάτες της τούς Δημήτρη Γληνό (18821943), Αλέξανδρο Δελμουζο και Μανόλη Τριανταφυλλίδη, άποτελουν μερικές άπό τις πιο γόνιμες δραστηριότητες πού συνετέλεσαν ιδιαίτερα στήν παγίωση και τήν έπιβολή τής δημοτικής γλώσσας και γενικότερα στήν έπικράτηση του δημοτικισμού. Ή μεταρρυθμιστική προσπάθεια του 1917, πού συνδέεται ιδιαίτερα μέ τόν δημιουργικό ρόλο του Μ. Τριανταφυλλίδη, του Άλ. Δελμούζου και του Δ. Γληνού και άποτέλεσε τήν πρώτη θαρραλέα κρατική πρωτοβουλία γιά τήν έκπαιδευτική άνανέωση, θά τερματισθεί σύντομα. Στή δεκαετία του 1920 τά γλωσσοεκπαιδευτικά πράγματα παρακολουθούν τή γενικότερα άσταθή πορεία του τόπου, μέ ορισμένες ένδιαφέρουσες παρενθέσεις και δημιουργικές άπαρχές (Μαράσλειο Διδασκαλείο, ίδρυση Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - 1925). Αλλά άπό τά τέλη αύτής τής δεκαετίας ώς τά μέσα τής έπόμενης πυκνώνουν οί προϋποθέσεις μιας πιο δημιουργικής πορείας και βελτιώνονται οί δροι γιά τή συστηματικότερη μελέτη και καλλιέργεια τής νεοελληνικής γλώσσας. Δίπλα στή λογοτεχνική και ή φιλολογική γενιά του '30 μέριμνα σοβαρά γιά τήν ερευνά τής γλώσσας, ένώ οί περισσότεροι έκπρόσωποί της γράφουν μιάν έπιμελημένη δημοτική και έπαληθεύουν τις δυνατότητές της νά άνταποκριθει στις άνάγκες τής έπιστημονικής και τής φιλοσοφικής έκφρασης. Γύρω στά μέσα τής δεκαετίας του 1930 οί ιδεολογικές ζυμώσεις και γενικά οί πνευματικές διεργασίες βρίσκονται σέ έξαρση και θά συνεχισθούν παρά τις φυσικές άναστολές τής δικτατορικής περιόδου 1936-1940.
Ή πολεμική σύγκρουση και ή Κατοχή (1940/41-1944) θά προκαλέσουν τήν άντίσταση στον κατακτητή και, παράλληλα, τήν άνάγκη μιας βαθύτερης έθνικής καί πνευματικής αύτογνωσίας. Οί συντροφιές, ιδιαίτερα οί νεανικές, διαβάζουν καί συζητουν* τό βιβλίο κυκλοφορεί άπό χέρι σέ χέρι καί γίνεται ίσως άντικείμενο στοργικότερου ένδιαφέροντος, καί φυσικά ό προβληματισμός πάνω στό θέμα τής γλώσσας καί στις εύρύτερες συνέπειές του διαρκεί καί άνανεώνεται. Στις μεταπολεμικές δεκαετίες ή σπουδή τής γλώσσας προχωρεί καί ή χρήση τής δημοτικής εύρύνεται, τουλάχιστον στον χώρο τών φιλολογικών καί ιστορικών έπιστημών, τής φιλοσοφίας, του δοκιμίου, τής δημοσιογραφίας, κλ.π. Φυσικά, γιά τήν ποίηση καί τή δημιουργική πεζογραφία, πού έχουν προηγηθεί κατά πολλές δεκαετίες προς τήν κατεύθυνση αύτήν, εϊναι πιά άδιανόητος κάθε συσχετισμός μέ τήν καθαρεύουσα. ( Ή παρουσία λόγιων τύπων καί έκφραστικών σχημάτων σέ μερικά νεώτερα, ποιητικά κυρίως, κείμενα είναι έντελώς άσχετη μέ τις καθαυτό γλωσσικές πεποιθήσεις τών λογοτεχνών πρόκειται ούσιαστικά γιά «μνήμες» άπό τήν ιστορία τής έλληνικής γλώσσας καί άπό κορυφαίες στιγμές τής έλληνικής γραμματείας, πού λειτουργουν γόνιμα μέσα στή νεώτερη ποιητική αίσθηση.) Μέ ώριμες, λοιπόν, άντικειμενικές συνθήκες, ή έκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 προβλέπει τήν εισαγωγή τής δημοτικής στήν Εκπαίδευση (πρωτοβάθμια καί δευτεροβάθμια) μαζί μέ μία εύρύτερη άναπροσαρμογή τών έκπαιδευτικών πραγμάτων, ώστε τό διδακτικό έργο καί νά άνταποκριθει στά μορφωτικά αιτήματα τής έποχής μας καί ούσιαστικά άνθρωπιστική καλλιέργεια νά προσφέρει. Αλλά καί ή νέα προσπάθεια συναντάει υπολογίσιμα έμπόδια καί, τελικά, ματαιώνεται τό 1967 μέ τήν έπιβολή του δικτατορικού καθεστώτος. Καί μόνο έπειτα άπό δέκα σχεδόν χρόνια θεσμοθετείται πάλι άπό τή δημοκρατική πολιτεία ή εισαγωγή τής δημοτικής σέ δλες τις βαθμίδες τής Εκπαίδευσης καθώς καί ή χρήση της σέ δλους πιά τούς τομείς του δημόσιου βίου τής χώρας. Βιβλιογραφία Παναγιώτου Σούτσου, Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου ή Άνάστασις της αρχαίας έλληνικής γλώσσης έννοουμένης υπό πάντων. Αθήναι 1853. — Τά Σούτσεια, ήτοι ό κύριος Παναγιώτης Σούτσος έν γραμματικοϊς, έν φιλολόγοις, έν σχολάρχαις, έν μετρικοΐς και έν ποιηταϊς εξεταζόμενος. Έν Αθήναις, Τύποις καί άναλώμασι Σ. Κ. Βλαστού, 1853. — Σ. Κ. Σάθα, Νεοελληνικής Φιλολογίας παράρτημα. Ιστορία του ζητήματος της νεοελληνικής γλώσσης.
Έν Αθήναις 1870 (και φωτοανατύπωση, Αθήναι 1969). — Τό ζήτημα της γλώσσας. Ύπό Νικολάου Κονεμένου. Τυπογραφεΐον ό Κάδμος, Κερκύρςι 1873 (= Κονεμένου, *'Απαντα, Αναστύλωσε Γ. Βαλέτας. Τόμ. Α', Εκδόσεις «Πηγής», Αθήνα 1965, σσ. 33-81 = Νικολάου Σπ. Κονεμένου, Τό ζήτημα της γλώσσας. Λόγος έργου σκιά. Επιλογή - Εισαγωγή - Σχόλια: Ρηνιώς Παπατσαρούχα-Μίσσιου. Εκδόσεις Φιλόμυθος, Αθήνα 1993 [ Ή έλληνική γλώσσα, Γ'], σσ. 45-106). — Κων. Σ. Κοντού, Γλωσσικαι Παρατηρήσεις άναφερόμεναι είς τήν νέα ν έλληνικήν γλώσσαν. Έν Αθήναις, Έ κ τών καταστημάτων Ανδρέου Κορομηλα, 1882. — Δημ. Βερναρδάκη, Ψευδαττικισμου ελεγχος, ήτοι Κ. Σ. Κοντού Γλωσσικών Παρατηρήσεων αναφερομένων είς την νέαν *Ελληνικήν γλώσσαν ανασκευή. Έν Τεργέστη 1884. — Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι, Μελέτη έπι της νέας ελληνικής ή βάσανος του ελέγχου του ψευδαττικισμου. Έν Αθήναις 1884. — Τό πρόβλημα τής νεωτέρας γραφομένης \Ελληνικής ύπό Κ. Kjrjujnbacher [σέ μετάφραση Θεοφάνους Α. Κακριδή] και άπάντησις είς αύτόν ύπό Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι. Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, έν Αθήναις 1905 [Βιβλιοθήκη Μαρασλή]. — Γ. Ν. Χατζιδάκι, Μεσαιωνικά και Νέα 'Ελληνικά, τόμ. Α'-Β', έν Αθήναις 1905-1907 [Βιβλιοθήκη Μαρασλή]. — Του ίδιου, Σύντομος ιστορία τής ελληνικής γλώσσης, [Αθήναι 1915] (= Σύλλογος προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, άριθ. 21). — Α. Ε. Μέγα, βΙστορία του γλωσσικού ζητήματος, Μέρος Α' Αιώνες γλωσσικών αλλοιώσεων ήτοι πρώται άρχαϊ και πορεία τής γραφομένης νεοελληνικής γλώσσης (300 πΧ. 1750 μΧΧ έν Αθήναις 1925, Μέρος Β' Αιώνες γλωσσικών συζητήσεων (1750-19261 έν Αθήναις 1927. — Άχιλλ. Τζαρτζάνου, Τό γλωσσικό μας πρόβλημα. Πώς έμφανίζεται τώρα και ποιά εϊναι ή ορθή λύσις του. Έν Αθήναις 1934. — Κ. Μ. Μιχαηλίδη, « Ό Βερναρδάκης καί τό γλωσσικό», Τά Νέα Γράμματα, 1 (1935) 192-204 και 487-499. — Μανόλη Α. Τριανταφυλλίδη, Νεοελληνική Γραμματική. Πρώτος τόμος Ιστορική Εισαγωγή μέ 13 χάρτες και 7 πίνακες, Αθήνα 1938 (= "Απαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Τόμ. Γ' Νεοελληνική γραμματική. Ιστορική εισαγωγή (1938). Ανατύπωση μέ διορθώσεις. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών ("Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), θεσσαλονίκη 1981) καί "Απαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τόμ. 4-6, Θεσσαλονίκη 1963 [Άριστοτέλειον Πανεπιστήμιο ν Θεσσαλονίκης, Ινστιτούτο ν Νεοελληνικών Σπουδών ("Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη)]. — Στίλπωνος Π. Κυριακίδου, «Λαογραφία καί Δημοτικισμός», Νέα Εστία, 26 (1939) 1480-1488 [γενικότερο ένδιαφέρον παρουσιάζουν οί σσ. 1433-1526 του τόμου 26 τής Νέας Εστίας, πού συγκροτούν τό τεύχος 309 (1 Νοεμβρίου 1939), τό όποιο εϊναι Αφιέρωμα στα πενηντάχρονα του Δημοτικισμού]. — Κ. θ . Δημαρα, «Δημοτικισμός και Κριτική»,
αυτόθι, σσ. 1498-1511 (= Του ίδιου, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Έρμης, Αθήνα 1982 [Νεοελληνικά Μελετήματα, 7] σσ. 301-322 καί 554-563). — I. Μ. Παναγιωτόπουλου - Διον. Ζακυθηνου - Ε. Π. Παπανούτσου, Νεοελληνική κριτική, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 12, Εκδοτικός οίκος I. Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι [1956]. — Ε. Κριαρα, « Ή φιλολογική γενεά του 30 στόν τομέα τών νεοελληνικών γραμμάτων», 1Εποχές, τόμ. 3, τευχ. 9 (Ίαν. 1964), σσ. 11-16 (= Του ίδιου Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', 31-36). — Του ίδιου, "Αρθρα και σημειώματα ενός δημοτικιστή, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., [Αθήνα 1979]. — Του ίδιου, Ή σημερινή μας γλώσσα. Μελετήματα και άρθρα. [Εκδόσεις] Μαλλιάρη - Παιδεία, Αθήνα - Θεσσαλονίκη, 1984. — Του ίδιου, Τά πεντάλεπτά μου στήν ΕΡΤ και άλλα γλωσσικά, Β' έκδοση μέ προσθήκες, Μαλλιάρης - Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1988, [ 1 1987]. — Του ίδιου, Ή γλώσσα μας. Παρελθόν και παρόν, θεσσαλονίκη 1992. — Κυριάκου Σιμόπουλου, Ή γλώσσα και τό Εικοσιένα. Αογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζάμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα και προσαγορεύσεις. Αθήναι 1971. — I. Μ. Χατζηφώτη, Τό γλωσσικό μας ζήτημα. Ιστορική άναδρομή και μερικές σκέψεις γιά τήν έπίλυσή του. «Μίνωας», [Αθήνα 1972]. — Κώστα Παπαπάνου, Οί ποιητικοί διαγωνισμοί (1851-1873) καί ή δημοτική μας γλώσσα, Αθήνα 1973. — Panayotis Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes 18511877, Athènes 1989 [Archives Historiques de la Jeunesse Grecque, Secrétariat Général à la Jeunesse, 22]. — Γιάννη Κορδάτου, Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος. Γ' έκδοση. Εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήναι [1973]. — Αλέξη Δημαρα, Ή μεταρρύθμιση πού δέν έγινε. (Τεκμήρια ιστορίαςΧ Τόμ. Α' 1821-1892, τόμ. Β' 1895-1967. Ερμής, [Νέα Έλληνική Βιβλιοθήκη, ΣΠ 26], Αθήνα 1973-1974. — Έμμ. I. Μοσχονα, Αλ. Πάλλη Μπρουσός, Ερμής, [Νέα Έλληνική Βιβλιοθήκη, ΣΠ 30], Αθήνα 1975, σσ. ιγ'-ρκα'. — Ρένας Σταυρίδη-Πατρικίου, Δημοτικισμός καί κοινωνικό πρόβλημα, Ερμής, [Νέα Έλληνική Βιβλιοθήκη, ΣΠ 33], Αθήνα 1976. — Νέα Εστία, τόμ. 100, τευχ. 1187, Αφιέρωμα: Λογοτεχνία καί Δημοτικισμός, Αθήναι, Χριστούγεννα 1976. — Προβλήματα τής δημοτικής γλώσσας, θεσσαλονίκη 1976 [Τέχνη. Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία]. — Άννας Φραγκουδάκη, Ό εκπαιδευτικός δημοτικισμός καί ό γλωσσικός συμβιβασμός του 1911, Ιωάννινα 1977 [Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής, Δωδώνη: Παράρτημα άρ. 10]. — Μεσεβρινου [= Αντώνη Μυστακίδη], Σωστή δημοτική, [Στή σειρά:] Τά Τετράδια του Ρήγα, θεσσαλονίκη 1978. — Γιά τή δημοτική γλώσσα. Κείμενα Γ. Βέλτσου, Κ. Δεσποτόπουλου, Ε. Κριαρα, Γ. Μπαμπινιώτη, Σ. Πάνου, Μ. Σετάτου, Α. Τσοπανάκη. Εκδόσεις Γρηγόρη, [Αθήνα 1979]. — Γ. Μπαμπινιώτη, Νεοελληνική κοινή.
Πέρα της καθαρευούσης και της δημοτικής. Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1979. — Γιάννη Καλιόρη, «Διδάγματα του άδιεξόδου. Μέ τήν ευκαιρία τριών βιβλίων γιά τήν έλληνική γλώσσα [Κριαρά, Μεσεβρινου, Μπαμπινιώτη]», Εποπτεία, τευχ. 42 (Ίαν. 1980), σσ. 47-90 (= Γιάννη Μ. Καλιόρη, Παρεμβάσεις, Κέδρος, [Αθήνα 1981], σσ. 343-454). — Ή δημοτικιστική αντίθεση στήν κοραϊκή «μέση οδό». Βηλαρας. Ψαλίδας, Χριστόπουλος κ.ά. Εισαγωγή - Επιμέλεια Έμμ. I. Μοσχονα. [Εκδόσεις] 'Οδυσσέας, Αθήνα 1981. — Ή κριτική στή νεότερη Ελλάδα. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, "Ιδρυμα Σχολής Μωραιτη, Αθήνα 1981 [Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας, 13]. — Αγαπητού Γ. Τσοπανάκη, Ό δρόμος προς τήν Δημοτική. (Μελέτες και άρθρα). Εκδοτικός οίκος Ά/φών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1982 [Παιδαγωγική καί Εκπαίδευση, 3].
Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Υπάρχει τάση γιά άναγωγή τών άρχών τής νεοελληνικής λογοτεχνίας στον 10ο αιώνα, έπειδή άπό τότε έμφανίζονται τά πρώτα νεοελληνικά γλωσσικά στοιχεία στά λογοτεχνικά κείμενα (βλ. και Κεφάλαιο Α'). Τόν έπόμενο αιώνα, μέ τόν Διγενή Άκριτη, έγκαινιάζεται σειρά έργων σέ νεοελληνική («δημώδη», καλύτερα) γλώσσα, πού έντάσσονται στή λογοτεχνική παράδοση του Έθνους και γίνονται άντικείμενο μελέτης τής νεοελληνικής φιλολογίας. Ή λογοτεχνική αύτή παραγωγή —περισσότερο ποιητική— καλύπτει δλη τήν περίοδο ώς τήν "Αλωση (δηλαδή αύτήν τρύ χαρακτηρίσαμε Υστεροβυζαντινή: 10ος αιώνας - 1453). Κατά τήν επόμενη μεγάλη περίοδο, πού ονομάσαμε περίοδο τής Τουρκοκρατίας (1453-1821), ό έλληνισμός δημιουργεί τή λογοτεχνία του κάτω άπό τή δυναστεία τών Τούρκων —δπου ή λογοτεχνική παραγωγή είναι ούσιαστικά άνύπαρκτη—, τών Φράγκων και τών Βενετών (Ρόδος, Επτάνησος, Κύπρος, Πελοπόννησος, Κρήτη, κλπ.) —δπου παρατηρείται πνευματική άνθηση (στήν Κύπρο μέ τά Κυπριακά ερωτικά ποιήματα και ιδίως στήν Κρήτη, κατά τόν δέκατο έκτο αιώνα) και λογοτεχνική άκμή (στήν Κρήτη κατά τόν δέκατο έβδομο αιώνα, μέ τά λαμπρά έργα του «Κρητικού Θεάτρου», μέ τή Βοσκοπούλα και τόν Έρωτόκριτο)—, και στις λεγόμενες χώρες τής Διασπορας (ιδίως στήν Ιταλία) — δπου θά καταφύγουν οί "Ελληνες λόγιοι και μέ τό έργο τους θά συντελέσουν στήν άφύπνιση του Γένους. Ή τρίτη περίοδος, πού καλύπτει χρονικά τόν δέκατο ένατο και τόν εικοστό αιώνα (άπό τήν έπανάσταση του 1821 έως σήμερα), είναι ή νεώτερη περίοδος τής λογοτεχνίας. Ή Επτανησιακή Σχολή μέ τόν Σολωμό και τόν Κάλβο, ή Αθηναϊκή Σχολή, ή λογοτεχνική γενιά του 1880 μέ τόν Παλαμα, ό Καβάφης, ό Σικελιανός, ό Καζαντζάκης, ή λογοτεχνική γενιά του 1930, ή ποίηση και ή πεζογραφία, τό δοκίμιο και τό θέατρο, και μέ έναν λόγο ή λογοτεχνική παραγωγή δύο ολόκληρων αιώνων, άπό τόν Σολωμό ώς τις μέρες μας, άνήκουν στή μεγάλη αύτήν περίοδο τής νεοελληνικής γραμματείας και θά γίνουν εδώ άντικείμενο ιστορικής έξέτασης.
ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
Π Ε Ρ I Ο Δ Ο Σ : 10ος A I Ω Ν Α Σ - 1 4 5 3
Άπό τόν 10ο αιώνα ώς τήν άλωση της Κωνσταντινούπολης απο τους Φράγκους (1204) 'Ακριτικός κύκλος - «Βασίλειος Διγενής Άκρίτης» - «Προδρομικά»
Τά τραγούδια του άκριτικου κύκλου1, πού δπως είναι γνωστό άντιπροσωπεύουν μιά πρωιμότερη φάση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, άναφέρονται στή ζωή και στή δράση τών ύπερασπιστών τών συνόρων τής βυζαντινής Αύτοκρατορίας (τών άκριτών). Οί πράξεις τών ήρώων αύτών, δπως περιγράφονται στά ποιήματα αύτου του είδους, πολλές φορές άγγίζουν τά δρια του ύπερφυσικου. Τά θέματα τών τραγουδιών του άκριτικου κύκλου είναι τά θέματα τής ήρωικής ποίησης δλων τών έποχών (στρατιωτικά κατορθώματα, Ιπποτικοί έρωτες, τιτανικοί άγώνες, κλπ.) 2 . Ό ρόλος έπομένως πού διαδραμάτισαν οί άκριτες στήν υπεράσπιση τών άνατολικών συνόρων του βυζαντινου Κράτους άπό τις άραβικές έπιδρομές (8ος-11ος αιώνας) προσφέρει τήν πρώτη έπική υλη στή νεοελληνική λογοτεχνία. Άπό τόν κύκλο τών άκριτικών ποιημάτων προήλθε τό έκτενές έπικό ποίημα (έμμετρο έρωτικό μυθιστόρημα τό χαρακτηρίζουν ορισμένοι ειδικοί μελετητές) Βασίλειος Διγενής Άκρίτης, πού μας έχει παραδοθεί σέ πολλές παραλλαγές3. 1. Συλλογές άκριτικών άσμάτων υπάρχουν στά έπόμενα εργα: Στίλπωνος Π. Κυριακίδου, Ό Διγενής * Ακρίτας. \'Ακριτικά εττη - Ακριτικά τραγούδια - Ακριτική ζωή. Έν Αθήναις [1926] (= ΣΩΒ, άριθ. 45), σσ. 117-150, Πέτρου Π. Καλονάρου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας. Τά έμμετρα κείμενα Αθηνών (πρώην Άνδρου, μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών έκ της διασκευής Τραπεζουντος), Κρυπτοφέρρης και Έσκοριάλ Νέα πλήρης έκδοσις μετ* εισαγωγής, υποσημειώσεων και υπομνήματος υπό — . Τόμ. Β', Αθήναι 1 9 4 1 (και φωτοανατύπωση: Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήναι 1970), σσ. 207-253, Henri Grégoire, Ό Διγενής Ακρίτας. Ή βυζαντινή έποποιια στήν ιστορία και στήν ποίηση. New York 1942, σσ. 2 0 1 - 2 8 5 (= άνθολόγηση έπικών τραγουδιών και δείγματα τών διαφόρων «διασκευών»), Ακαδημίας Αθηνών, 'Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (εκλογή), τόμ. Α', έν Αθήναις 1 9 6 2 [Δημοσιεύματα του Λαογραφικού Αρχείου, άριθ. 7], σσ. 3-118, κ.ά. 2. Πρβλ. Γ. θ. Ζώρα, Βυζαντινή ποιησις, «ΒΒ» άριθ. 1, «Αετός», Αθήναι 1956, σ. 12. 3. Κρυπτοφέρρης (Grottaferrata), Escorial (Ισπανία), Τραπεζούντας, Άνδρου (τώρα Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος, άριθ. 1074), Άνδρου (πεζή διασκευή· τώρα Πανεπιστημίου θεσσαλονίκης, άριθ. 2): του έτους 1632, Όξφόρδης (= Lincoln College, άριθ. 24): του έτους 1670 (είναι ή ομοιοκατάληκτη διασκευή του ίερομονάχου Ιγνατίου Πετριτση άπό τή Χίο). Μέ βάση τά παραπάνω χειρόγραφα έχουν γίνει οί έξης έκδόσεις του έργου: Πέτρου Π. Καλονάρου, Βασίλειος Διγενής Ακρίτας. Τά έμμετρα κείμενα Αθηνών (πρώην Άνδρου, μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών έκ της διασκευής Τραπεζουντος), Κρυπτοφέρρης και Έσκοριάλ Νέα πλήρης έκδοσις μετ* εισαγωγής, υποσημειώσεων και κριτικού ύπομνήμα-
Οί παραλλαγές αυτές άναφέρονται στα κατορθώματα τών άκριτών τών άνατολικών συνόρων του βυζαντινου κράτους καί Ιδιαίτερα στις άνδραγαθίες του Βάτος υπό — . Τόμ. Α'-Β'. Εκδοτικός οίκος Δημητράκου, Αθήναι 1 9 4 1 (και φωτοανατύπωση: Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήναι 1970). — John Mavrogordato, Digenis Akrites. Edited with an introduction, translation and commentary. Oxford, at the Clarendon Press, 1 9 5 6 (καί φωτοανατύπωση: Oxford University Press, 1963). — Erich Trapp, Digenes Akrites. Synoptische Ausgabe der ältesten Versionen. Wien 1 9 7 1 (Österreichische Akademie der Wissenschaften, Kommission für Byzantinistik, Institut für Byzantinistik der Universität Wien, Wiener Byzantinistische Studien, Band VIII). Γιά τήν έκδοση Trapp βλ. τήν άναλυτική βιβλιοκρισία του Linos Politis, «Digénis Akrites. A propos de la nouvelle édition de l'épopée byzantine», Scriptorium, 27 (1973) 3 2 7 - 3 5 1 (= Α. Πολίτης, Βιβλιοκρισίες, 241-297). Στή βιβλιοκρισία αυτή καί ιδίως στή μελέτη του ίδιου συγγραφέα «L'épopée byzantine de Digénis Akritas. Problèmes de la tradition du texte et des rapports avec les chansons akritiques», Atti del Convegno Internazionale sul tenta: La poesia epica e la sua formazione, ACcademia Nazionale dei Lincei, Anno 367, Roma 1970, Quaderno 139, σσ. 5 5 1 - 5 8 1 (= Llnos Politis, Paléographie et littérature byzantine et néogrecque. Recueil d'études. Variorum Reprints, London 1975, άριθ. XX), γίνεται λόγος για τά προβλήματα τής παραδόσεως του κειμένου του Διγενή (σχέσεις άνάμεσα στις παραλλαγές) καί γιά τις σχέσεις του «έπους» μέ τά τραγούδια του άκριτικου κύκλου. Γιά τή δεύτερη παραλλαγή βλ. Ιωάννας Καραγιάννη, Ό «Διγενής Ακρίτας» του Έσκοριάλ. (Συμβολή στή μελέτη του κειμένου), Ιωάννινα 1976 [Μελέτες στή Νέα Ελληνική Φιλολογία, 1], Στυλιανου Αλεξίου, Ακριτικά. Τό πρόβλημα της εγκυρότητας του κειμένου Ε - Χρονολόγηση Αποκατάσταση χωρίων - Ερμηνευτικά. Ηράκλειο Κρήτης, [1979] (πρβλ. καί τό μελέτημα του ίδιου, «Παρατηρήσεις στον Ακριτη.», Αριάδνη, 1, 1983, 41-57 = Του ίδιου, Δημώδη βυζαντινά, 29-49), καί Bernard Fenik, Digenis. Epie and populär style in the Escorial version, Crete University Press, Herakleion-Rethymnon 1991, γιά τό έπικό καί τό λαϊκό ύφος τής παραλλαγής του Escorial. Μετρικά προβλήματα τής ίδιας παραλλαγής έξετάζονται στήν άνακοίνωση του Ευριπίδη Γαραντούδη, «Προβλήματα περιγραφής καί άνάλυσης τών πρώτονεοελληνικών δεκαπεντασυλλάβων: Ή μετρική άποκατάσταση τών δημωδών κειμένων», «Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α', 188-227, ένώ ζητήματα τής παράδοσης του κειμένου του Διγενή θίγονται στις άνακοινώσεις τών Peter Mackridge, «An éditorial problem in Médiéval Greek Texts: The Position of the object clitic pronoun in the Escorial Digenes Akrites», αυτόθι, 325-342, καί Roderick Beaton, «Digenes Akrites on the Computer: A comparative Study of the E and G Versions», αυτόθι, Β', 42-68. Αναφορικά μέ τις πηγές του έργου, ό Willem Johan Aerts («The "First" Book (ZI Trapp) of the Epic Digenis Akritas», αυτόθι, 19-25) θεωρεί δτι ό συγγραφέας του πρώτου βιβλίου του Διγενή άντλησε στοιχεία άπό τό μυθιστόρημα Βαρλαάμ και Ίωάσαφ πού άποδίδεται στον Ιωάννη τόν Δαμασκηνό. Γιά τήν έρμηνεία του έργου, γενικότερα, χρήσιμες είναι καί οί άνακοινώσεις τής Renata Lavagnini («Il poeta del Dighenis Akritis», αυτόθι, 9-18) καί τής Francesca Rizzo Nervo («Per l'interpretazione del Digenis: Note sui rapporti con le redazioni antico russe», αυτόθι, 26-40). Ενδιαφέρουσες άπόψεις —κυρίως γιά τις παραλλαγές Κρυπτοφέρρης καί Escorial— περιέχονται καί στά Πρακτικά του Συνεδρίου του King's College (7-8 Μαΐου 1992): R. Beaton - D. Ricks (eds.), Digenes Akrites. New
σιλείου Διγενή Άκριτη. Στήν παραλλαγή της Κρυπτοφέρρης τό έπος του ΔιApproaches to Byzantine Heroic Poetry, London 1993* στις σσ. 116-131 ή ανακοίνωση του Γ. Κεχαγιόγλου γιά τήν «ξεχασμένη» πεζή παραλλαγή τής Άνδρου (έκτενέστερη μορφή τής άνακοίνωσης αυτής — « Ό πεζός Διγενής Άκριτης: Ή παραλλαγή τής Άνδρου και τό νεοελληνικό γραμματειακό της πλαίσιο»— δημοσιεύτηκε στήν Επετηρίδα τής Φιλοσοφικής Σχολής θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας, τόμ. 3, 1993, 313-339). Σχέδιο έκδοσης τών παραλλαγών Τραπεζούντας καί Αθηνών προαναγγέλλει ό Javier Alonso Aldama («Τά χειρόγραφα τής Τραπεζουντος καί τών Αθηνών του Διγενή Άκριτα. Γιά μιά νέα έκδοση καί μελέτη τών παραλλαγών τους», «Neograeca MediiAevi IV», 61-93). Οί άπόψεις του Αλεξίου περί του άκριτικου έπους συνοψίζονται στά έξής: Αρχική «δημώδης» σύνταξη του έργου στή γλώσσα τών «Προδρομικών ποιημάτων» καί του Μιχαήλ Γλυκά (βλ. παρακάτω). Άπό τήν αρχική αύτή σύνταξη λίγο άργότερα προήλθε μέ διασκευαστική έργασία ή σύνταξη τής Grottaferrata. (Χαρακτηρίζεται άπό άδέξιους έξαρχαϊσμούς, κακή στιχουργία, φθορά τών τοπωνυμίων καί ονομάτων, καθώς έπίσης και πολλών χωρίων). Τό κείμενο του Escortai είναι φθαρμένο παλαιογραφικά και γλωσσικά άνανεωμένο, άλλά διατηρεί πολλά στοιχεία τής άρχικής μορφής. Περισσότερα γιά τό θέμα αύτό βλ. στήν άνακοίνωση του ϊδιου μελετητή: « Ό Διγενής Άκριτης του Έσκοριάλ (φιλολογική, ιστορική καί άρχαιολογική προσέγγιση)», ΠΑΑ, 58 (1983) 6 8 - 8 3 = Του ϊδιου, Δημώδη βυζαντινά, 51-70. Τελευταίος καρπός τών σχετικών ένασχολήσεων του Αλεξίου είναι ή λαμπρή κριτική έκδοσή του: Βασίλειος Διγενής Άκριτης (Κατά τό χειρόγραφο του Έσκοριάλ) και τό άσμα του Άρμούρη. Κριτική έκδοση, Εισαγωγή, Σημειώσεις, Γλωσσάριο Στυλιανου Αλεξίου. [Εκδόσεις] Ερμής, Αθήνα 1985 [Φιλολογική Βιβλιοθήκη, 5]. Σχετικά προς τις παραπάνω άπόψεις του Αλεξίου, ό Ιωάννης Κ. Προμπονας ( Ακριτικά Α', Αθήνα 1985, ιδίως σ. 35) έχει τή γνώμη δτι ή άρχική σύνταξη του Διγενή Άκριτη έγινε «στήν Ποντιακή διάλεκτο τής άντίστοιχης έποχής καί ειδικότερα στή γλώσσα τής ποντιακής άκριτικής ποίησης». Ό Προμπονας προσκομίζει καί άλλα στοιχεία —πού συνηγορουν υπέρ τής γνώμης του γιά άρχική σύνταξη του Διγενή στήν ποντιακή διάλεκτο— μέ τήν άνακοίνωσή του: «Ενδείξεις γιά ποντιακή καταγωγή του Διγενή Άκριτη», «Άρχες της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β', 69-76. Εξάλλου, ό Roderick Beaton (The Médiéval Greek Romance, 2nd édition, revised and expanded, London and New York (1996), σσ. 5 0 - 5 1 [στήν έλληνική μετάφραση του έργου: Roderick Beaton, Ή ερωτική μυθιστορία του ελληνικού Μεσαίωνα. Μετάφραση Νίκης Τσιρώνη άπό τή δεύτερη άγγλική άναθεωρημένη καί έπαυξημένη έκδοση. Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σσ. 77-79]) έπισημαίνει τον διττό χαρακτήρα του έπους· άφενός υπάρχουν τά έπικά στοιχεία, κατάλοιπα παλαιότερων έποχών, άφετέρου δμως κάνουν σιγά-σιγά τήν έμφάνισή τους στοιχεία ρητορικής έπεξεργασίας που φέρνουν τό έργο πιο κοντά στά λόγια μυθιστορήματα του ΙΒ' αιώνα, τών οποίων θεωρείται πρόδρομος, θ ά πρέπει, τέλος, νά άναφερθουμε καί στις σχετικές άπόψεις του Α. Kambylis («Textkritik und Metrik», BZ, 88, 1995, 36-67), ό όποιος θεωρεί δτι οί δεκαπεντασύλλαβοι πού έμφανίζονται στο κείμενο του Escorial άνάγονται στόν συντάκτη του κειμένου καί δέν οφείλονται σέ άντιγραφικά σφάλματα. Αναίρεση τών άπόψεων αύτών έπιχειρεΐ ό Στ. Αλεξίου στή μελέτη του «Βυζαντινοί "Δεκαπεντασύλλαβοι"», Παλίμψηστον, Περ. Β', τευχ. 1 4 / 1 5 (1994-1995), σσ. 11-20 (= Του ϊδιου, Δημώδη βυζαντινά, 185196). Νεώτερες έκδόσεις του Διγενή άπό τά χειρόγραφα του Έσκοριάλ καί τής Κρυπτό-
γενή διαιρείται σέ οκτώ βιβλία (Λόγους)1, στα όποια μνημονεύονται οί πρόγονοι του ήρωα, ή γέννησή του, οί ήρωικές πράξεις του, οί έρωτικές περιπέτειές του, οί εχθροί καί τά κατορθώματά του, ή οικογενειακή έγκατάστασή του στον Εύφράτη, ό θάνατος του, κ.ά. Ό Διγενής Άκριτης, πού ό Νικόλαος Πολίτης τον χαρακτήρισε (ίσως ύπερβολικά, άλλά οπωσδήποτε ένδεικτικά) ώς τό «έθνικόν έπος τών νεωτέρων Ελλήνων»2, συγκεφαλαιώνει τό ήρωικό πνεύμα τής άκριτικής ποίησης. Στή λαϊκή γλώσσα τής έποχής έχουν γραφεί καί τά λεγόμενα Προδρομικά ποιήματα, πού χρονικά άνήκουν στον έπόμενο (12ο) αιώνα. Πρόκειται γιά τέσσερα σατιρικά ποιήματα (= θέματα) πού άποδίδονται στον γνωστό βυζαντινό λόγιο Θεόδωρο Πρόδρομο (τον γνωστότερο ώς Πτωχοπρόδρομο). Ό άγνωστος μας ποιητής —ή οί άγνωστοι μας ποιητές3— τών κειμένων αύτών, πού ή σημασία τους γιά τήν Ιστορία, τή Λαογραφία καί τή γλώσσα εϊναι μεγάλη, άποτείνεται στούς αύτοκράτορες 'Ιωάννη Β' Κομνηνό (1118-1143) και Μανουήλ Α' Κομνηνό (1143-1180), άλλά καί σέ άλλα πρόσωπα, γιά νά τούς ζητήσει χρηματική βοήθεια. Τό πρώτο άπό τά παραπάνω τέσσερα σατιρικά ποιήματα (274 άνομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι) έχει ώς θέμα του τήν κακιά και άνυπόφορη γυναίκα, στο δεύτερο (117 άνομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι) περιγράφεται ή φτώχεια του ποιητή, στο τρίτο (291 άνομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι) περιγράφονται τά βάσανα πού περνούν οί άνθρωποι τών γραμμάτων, ένώ στο τέταρτο (665 άνομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι) σατιρίζονται άπό τον μοναχό ποιητή οί ήγούμενοι του μοναστηρίου δπου έμόναζε4. φέρρης: Dighenis Akritis, versione delV Escorial. Introduzione, testo, traduzione e note al testo a cura di Francesca Rizzo Nervo, Rubbetino, 1996 καί Digenis Akritis. The Grottaferrata and Escorial Versions. Edited and translated by Elizabeth Jeffreys. Cambridge University Press, 1998. 1. Οί άλλες παραλλαγές διαιρούνται σέ δέκα βιβλία. 2. Περί του εθνικού έπους τών νεωτέρων \Ελλήνων. Λόγος άπαγγελθεις εν τω έθνικω Πανεπίστημ,ίφ τήν 14 Ιανουαρίου 1907 υπό Ν. Γ. Πολίτου. Έν Αθήναις 1907 (= Του ίδιου, Λαογραφικά Σύμμεικτα, τόμ. Α', έν Αθήναις 1920 [Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα Λαογραφικού Αρχείου, άριθ. 1], σσ. 237-260). 3. Εϊναι πιθανό νά πρόκειται γιά δύο ή περισσότερους ποιητές πού μιμήθηκαν τήν τεχνική καί τις ιδέες του Θεοδώρου Προδρόμου (βλ. Γ. θ. Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, δ.π., σ. 28). 4. Τών Προδρομικών ποιημάτων υπάρχουν άρκετά χειρόγραφα (βλ. τις σσ. 69-77 τής παρακάτω έκδοσης του Eideneier). Ή γλωσσική άξία τών κειμένων αύτών οδήγησε τον Κοραή στο νά τα συμπεριλάβει στον Α' τόμο τών Άτακτων του (Παρίσι 1828, σσ. 1-37) [α' έκδοση]. Νεώτερη καί πληρέστερη εϊναι ή έκδοση τών ξένων νεοελληνιστών D. C. Hesseling καί Η. Pernot (Poèmes prodromiques en grec vulgaire. Édités par —. Am-
Ήθικοδιδακτικά ποιήματα
Στον ίδιο αιώνα άνήκουν και τρία άλλα έργα με ήθικοδιδακτικό περιεχόμενο (συμβουλευτικά ή παραινετικά ποιήματα: οί Στίχοι γραμματικοί Μιχαήλ του Γλυκά, ους εγραφε καθ9 ον κατεσχέθη καιρόν έκ προσαγγελίας χαιρέκακου τινός (581 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι, γραμμένοι — πιθανώς το 1159— σέ δημώδη γλώσσα και άπευθυνόμενοι στον αύτοκράτορα Μανουήλ Α' Κομνηνό, 1143-1180) 1 , ό Σπανέας, πού θυμίζει τόν Προς Δημόνικον γνωστό παραινετικό λόγο του [Ισοκράτους]2 (ό συγγραφέας συμβουλεύει και έδώ κάποιον νέο γιά τό πώς πρέπει νά συμπεριφέρεται στήν κοινωνία κλπ.)
sterdam 1910, σσ. 30-83). Κριτική έκδοση τών παραπάνω ποιημάτων πραγματοποίησε ό Hans Eideneier, μέ εισαγωγή, γερμανική μετάφραση και γλωσσάριο: Ptochoprodromos. Einfhürung, kritische Ausgabe, deutsche Übersetzung, Glossar. Besorgt von —. Romiosini, Köln 1 9 9 1 [Neograeca Medii Aevi, V]. Ό Eideneier αποσυνδέει έντελώς τά Προδρομικά ποιήματα άπό τόν Θεόδωρο Πρόδρομο και τά άποδίδει σέ κάποιον άγνωστο «ήμιλόγιο» συγγραφέα πού άδυνατει νά άνταποκριθει πλήρως στις άπαιτήσεις του ύψηλου υφους της έποχής. Ό ίδιος έκδοτης υποστηρίζει άκόμη ότι τά ποιήματα αύτά, μετά τήν πρώτη καταγραφή τους, γνώρισαν μιά φάση προφορικής παράδοσης και φαίνεται ότι διαδόθηκαν σέ ευρύτερα λαϊκά στρώματα. "Ιχνη τής παράδοσης αύτής μπορούν —κατά τόν Eideneier— νά έπισημανθουν στή χειρόγραφη παράδοση. Οί άπόψεις πού διατυπώνονται στήν εισαγωγή της έκδοσης Eideneier προκάλεσαν ήδη τις πρώτες συζητήσεις (βλ. W. Hörandner, «Autor oder Genus? Diskussionsbeiträge zur "Prodromischen Frage" aus gegebenem Anlaß», Byzantinoslavica, 54 ( 1 9 9 3 ) 314-324, και Πάνου Βασιλείου, «Για τό τρίτο "Πτωχοπροδρομικό" ποίημα. (Μικρό σημείωμα γιά τήν άρση ένός μεθοδολογικού λάθους)», 4 Ελληνικά, 53 (2003) 171-179). Τά Προδρομικά ποιήματα τα παρουσιάζει (μέ ισπανική μετάφραση και σχόλια) και ό José Maria Egea ( Versos del gramatico senor Teodoro Prodromo el pobre ο poemas ptocoprodromicos. Estudio preliminar, texto greco, traduction, notas y commentarios. Granada 2001)· στά δύο πρώτα ποιήματα ό Egea άκολουθει τήν έκδοση Eideneier, ένώ στά ποιήματα 3 και 4 παρέχει άντικρυστά τά κείμενα και τών δύο έκδόσεων (Hesseling- Pernot και Eideneier). 1. Τό κείμενο του ποιήματος παραδίδεται άπό τό έλληνικό χειρόγραφο 2 2 8 (φφ. 21Γν 24 ) τής Bibliothèque Nationale τών Παρισίων, άπό όπου τό έξέδωσαν ό Ε. Legrand (BGV, I, σσ. 18-37) και ό Εύδοξος Τσολάκης (Μιχαήλ Γλυκά Στίχοι ους εγραφε καθ* όν κατεσχέθη καιρόν, Θεσσαλονίκη 1 9 5 9 [Άριστοτέλειον Πανεπιστήμιον θεσσαλονίκης - Επιστημονική Έπετηρις Φιλοσοφικής Σχολής, Παράρτημα άρ. 3]). 2. Ό συγγραφέας του Σπανέα φαίνεται δτι κατά τή σύνταξη του έργου είχε προ οφθαλμών ένα βυζαντινό γνωμολόγιο, γνωστό ώς Excerpta Parisina, όπου περιλαμβάνονται πολλά άποσπάσματα άπό τόν Προς Δημόνικον λόγο και άπό άλλα άνάλογα κείμενα (βλ. τήν ειδική έργασια —γιά τό πρότυπο, τις πηγές, τά χειρόγραφα και τις παραλλαγές του έργου— του Georg Danezis, Spaneas: Vorlage, Quellen, Versionen, München 1987 [Miscellanea Byzantina Monacensia, Heft 31], σσ. 53-90).
καί είχε ευρύτατη διάδοση1, καί ή 'Αμαρτωλού παράκλησις (ποίημα δεκαέξι συνολικά δεκαπεντασύλλαβων άνομοιοκατάληκτων στίχων —πιθανώς άπόσπασμα έκτενέστερου έργου—, δπου ό ποιητής οικτίρει τον έαυτό του γιά τις άμαρτίες του και παρακαλεί νά άξιωθει τής θείας σωτηρίας)2.
'Από τό 1204 ώς τήν άλωση της άπό τούς Τούρκους
Κωνσταντινούπολης (1453)
«Τό Χρονικόν του Μορέως»
Ή άλωση τής Κωνσταντινούπολης άπό τούς Φράγκους (1204) εϊχε τις έπιπτώσεις της και στόν χώρο τής λογοτεχνίας. Μέ τήν πρώτη άλωση δύο μεγάλοι πολιτισμοί, ό βυζαντινός καί ό δυτικός, έρχονταν γιά πρώτη φορά σέ άμεση έπαφή καί Επικοινωνία. Έπομένως ή λογοτεχνική παραγωγή τής περιόδου άπό τό 1204 ώς τό 1453 έχει τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα αύτής τής συσχέτισης. Άπό τήν πνευματική έπαφή τής Δύσης μέ τή βυζαντινή Ανατολή προήλθαν σημαντικά λογοτεχνικά έργα. "Ενα άπό τά εργα αύτά είναι τό Χρονικόν του Μορέως, έκτενές ιστορικό στιχούργημα 9235 ιαμβικών δεκαπεντασύλλαβων άνομοικατάληκτων στίχων, πού άναφέρεται κατά τρόπο χρονογραφικό στήν κατάληψη τής Πελοποννήσου άπό τούς Φράγκους. Τό έργο έχει παραδοθεί άνώνυμα. Συγγραφέας του πρέπει νά είναι κάποιος Φράγκος πού γνώριζε έλληνικά. Ή έκδοχή αύτή ένισχύεται άπό τό γενικό πνεύμα μέ τό όποιο έχει γράφει τό έργο (άντίθετο προς τό πνεύμα του Νέου Ελληνισμού και τής 'Ορθοδοξίας), ένώ ύπάρχει καί ή άποψη δτι ένδεχομένως τό Χρονικόν νά είναι μετάφραση άπό κάποιο άγνωστο άκόμη γαλλικό πρότυπο. Ό χρόνος συγγραφής του έργου πρέπει νά τοποθετηθεί στις αρχές του 14ου αιώνα. Παρ* δλο πού 1. Γιά τό δνομα αυτό (Σπανέας) βλ. Γεωργ. Ά. Παπαδημητρίου, «Πόθεν τό δνομα Σπανέας του ομωνύμου βυζαντινου παραινετικού ποιήματος», ΠΑΑ, 4 0 ( 1 9 6 5 ) 5 6 0 - 5 6 2 . Του Σπανέα ύπάρχουν πολλά χειρόγραφα καί παραλλαγές (βλ. G. Danezis, ο.π., σσ. 1 5 9 2 2 0 , δπου καί ή σχετική βιβλιογραφία), τών όποιων ή βραχύτερη άριθμει 1 4 8 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί ή έκτενέστερη 674. Γιά τό ίδιο θέμα βλ. και Γ. Αναγνωστόπουλου, Ή χειρόγραφη παράδοση του «Σπανέα.», Αθήνα 1 9 9 3 [Σύλλογος προς διάδοσιν 'Ωφελίμων Βιβλίων]. Εκδόσεις: G. Wagner, Carmina, σσ. 1-27, Ε. Legrand, BGVy I, σσ. 1-10. Περισσότερα γιά τις έκδόσεις του ίδιου κειμένου βλ. στου Κ. Κρουμβάχερ, Ιστορία, Γ', σσ. 3 5 - 3 7 , στου Γ. θ . Ζώρα, δ.π., σ. 25, καί στου G. Danezis, passim τών παραπάνω σελίδων ( 1 5 9 - 2 2 0 ) . 2. Τό σύντομο αύτό κείμενο έκδόθηκε άπό τον Ε. Legrand (BGV y I, σ. 17), άπό τό παρισινό χειρόγραφο 9 2 9 τής Bibliothèque Nationale.
δέν θά μπορούσε νά γίνει ιδιαίτερος λόγος γιά τήν αισθητική άξια του έργου, έν τούτοις άπό άποψη ιστορική και γλωσσική τό Χρονιχόν είναι έργο άξιόλογο και σημαντικό, διότι παρέχει ιστορικές ειδήσεις γιά τήν πρώτη (1095) καί τήν τέταρτη (1204) Σταυροφορία, γιά τήν κατάκτηση τής Πελοποννήσου άπό τούς Φράγκους κλπ., καί διότι έχει γράφει στή λαϊκή γλώσσα τής έποχής. Εξάλλου, ή έπιδραση πού άσκησε τό Χρονιχόν του Μορέως έπάνω σέ ορισμένα έργα τής νεοελληνικής πεζογραφίας καί του νεοελληνικού θεάτρου εϊναι φανερή (Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, Ό Αύθέντης του Μορέως, 1850, Δημητρίου Βερναρδάκη, Μαρία Δοξαπατρη, 1858, Αγγέλου Τερζάκη, Ή πριγκηπέσσα Ίζαμπώ, 1945, κ.ά.). Χειρόγραφα: Τά κυριότερα χειρόγραφα πού παραδίδουν τό Χρονιχόν του Μορέως εϊναι τρία: ό κώδικας 57 τής Βασιλικής Βιβλιοθήκης τής Κοπεγχάγης (Codex Havniensis 57), πού άντιγράφτηκε γύρω στά 1375-1385 καί μας προσφέρει τήν πληρέστερη καί άρχαϊκότερη μορφή του κειμένου, ό Taurinensis Gr. Β. II. 1, πού ή άντιγραφή του πρέπει να έγινε στήν Κύπρο κατά τις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα, καί ό Parisinus Gr. 2898, πού άντιγράφτηκε στο μοναστήρι Άγιος Γεώργιος τών Κρημνών στή Ζάκυνθο άνάμεσα στά χρόνια 1515 καί 1530. Του τρίτου κώδικα —ό όποιος παρέχει τήν άπλούστερη μορφή του κειμένου καί του όποιου ό άντιγραφέας μετριάζει τό άνθελληνικό πνεύμα του κειμένου του πρώτου κώδικα, παραλείποντας άκόμη καί στίχους του— υπάρχουν δύο άντίγραφα: οί κώδικες Paris. Gr. 2753, του 17ου αιώνα, καί ό Bernensis Gr. 509, του 16ου αιώνα. Τό έργο σώζεται καί σέ τρεις ξένες διασκευές (γαλλική, Ιταλική, άραγονική). Νεώτερες έκδόσεις: John Schmitt, The Chronicle of Morea, To Χρονιχόν του Μορέως. A history in political verse, relating the establishment offeudalism in Greece by the Franks in the thirteenth Century. Edited in two parallel texts from the mss of Copenhagen and Paris, with introduction, critical notes and indices by —. London 1904 (καί φωτοανατυπώσεις: Groningen 1967, AMS Press, New York [1979]), Πέτρου Π. Καλονάρου, To Χρονιχόν του Moρεως. Τό έλληνικόν κείμενο ν κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης μετά συμπληρώσεων και παραλλαγών έχ του Παρισινού. Εισαγωγή, ύποσημειώσεις καί έπεξεργασία ύπό —. Αρχαίος εκδοτικός οίκος Δημ. Δημητράκου, [Αθήναι 1940] 1 (καί φωτοανατύπωση, μέ προλεγόμενα Ρένου Ήρ. Αποστολίδη καί μέ 1. Ή έκδοση αυτή εϊναι χρήσιμη για τήν έπίλυση ορισμένων τοπογραφικών προβλημάτων του έργου. Σχετικά μέ τήν άποκατάσταση του κειμένου δέν έχει κανένα ένδιαφέρον, αφου ό Καλονάρος άνατυπώνει —χωρίς καί νά τό δηλώνει— τό κείμενο τής έκδοσης του
Schmitt.
24 σχέδια του Γιώργου Πανουτσόπουλου, Εκάτη, [Αθήνα 1989]), καί Harold Ε. Lurier, Crusaders as Conquerors; The Chronicle of the Morea. Translatée! from the Greek, with notes and introduction by —. Columbia University Press, New York and London, 19641. Στήν έκδοση του Lurier, έπιλύονται ορισμένα άπό τά ιστορικά προβλήματα του έργου. Ό Ισπανός φιλόλογος José M. Egea έξέδωσε μιά Gramâtica de la Cronica de Morea. Un estudio sobre el griego médiéval, Vitoria/Gasteiz 1988, και άσχολήθηκε μέ τή μετρική του Χρονικού: «El verso politico bizantino: dobletes linguisticos en la Cronica de Morea», στον τόμο Oriente y Occidente en la Edad Media. Influjos bizantinos en la cultura occidental, Vitoria 1993, σσ. 63-75. Ό ίδιος μελετητής προχώρησε καί στήν έκδοση του Χρονικού, μέ εισαγωγή καί μετάφραση στά ισπανικά (La Cronica de Morea. Estudio preliminar, texto y traduction José M. Egea. Consejo Superior de Investigaciones Cientifîcas, Madrid 1996 [Nuova Roma, Biblioteca Graeca et Latina Aevi Posterions, 2])' Ή έκδοση του. κε,ιμένου έγινε άπό τόν κώδικα Havniensis 57 (Η). Τά κενά του Havniensis ό έκδοτης τά συμπλήρωσε άπό τόν κώδικα Parisinus Gr. 2898 (Ρ), ένώ γιά ορισμένες προσθήκες στηρίχθηκε στήν προσωδία. «Τό Χρονικόν τών Τόχχων της Κεφαλληνίας»
Στον έπόμενο (15ο) αιώνα γράφτηκε καί τό έπίσης άνώνυμο έργο Τό Χρονικόν τών Τόκκων της Κεφαλληνίας, τό όποιο άριθμεΐ 3923 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί του όποιου ή άξία είναι κυρίως ιστορική καί γλωσσική. Τό έργο παραδίδεται άπό τόν κώδικα Vaticanus Gr. 1831, φφ. 1Γ-80Γ, καί ό άγνωστος μας ποιητής του κατάγεται ϊσως άπό τά Γιάννενα καί είναι σύγχρονος μέ τά γεγονότα που περιγράφει: ιστορεί τήν έποχή άπό τόν θάνατο του κόμητα τής Κεφαλληνίας καί Ζακύνθου καί δούκα τής Λευκάδας Λεονάρδου Α' Τόκκου ώς τις έχθροπραξίες του διαδόχου καί δευτερότοκου γιου του Καρόλου Α' Τόκκου κατά του Μυστρα* δηλαδή τή χρονική περίοδο περίπου άπό τό 1375 ώς τό 1422. Εκδόσεις: Cronaca dei Tocco di Cefalonia di Anonimo. Prolegomeni, testo critico e traduzione a cura di Giuseppe Schirö. Accademia dei Lincei, Roma 1975 [Corpus Fontium Historiae Byzantinae, vol. X]. Ή Ελισάβετ Ζαχαριάδου («Οί χίλιοι στίχοι στήν άρχή του Χρονικού τών
1. Κρίσεις: H - G . Beck, BZ, 57 ( 1 9 6 4 ) 422-423, Peter Topping, Spéculum, 4 0 ( 1 9 6 5 ) 737-742, G. Spadaro, 'Ελληνικά, 19 (1966) 386-397.
Τόκκων», Ηπειρωτικά Χρονικά, 25, 1983, 158-181) έδειξε δτι ή σειρά τών «τετραδίων» στόν κώδικα Vat. Gr. 1831 ήταν διαταραγμένη, μέ συνέπεια οί 1000 στίχοι στήν αρχή του Χρονικού νά μήν είναι στή σωστή τους σειρά, καί προτείνει νέα έκδοση του έργου μέ σωστή στιχαρίθμηση. Προβλήματα γλώσσας του Χρονικού έξετάζει ό νέος Αυστριακός βυζαντινολόγος Martin Hinterberger («Γλωσσικά προβλήματα στο Χρονικό τών Τόκκο», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου γιά τό Δεσποτάτο τής Ηπείρου, ΆθήναΆρτα 1993, σσ. 559-566). Στο ιδιο συνέδριο ή Βουλγάρα βυζαντινολόγος Anneta Ilieva άσχολήθηκε μέ τό θέμα «The Image of the Morea (Frankish and Byzantine) in the Mentality of a Gianniotes: The Author of the Tocco Chronicle» (βλ. σσ. 309-312 τών παραπάνω Πρακτικών). Βυζαντινά Ιπποτικά μυθιστορήματα
Ή δυτική δμως έπίδραση είναι περισσότερο φανερή σέ μια σειρά άπό έμμετρα έρωτικά μυθιστορήματα, πού έμφανίζονται κατά τό χρονικό διάστημα άνάμεσα στόν 13ο καί τον 15ο μ.Χ. αιώνα (ή άκριβέστερη χρονολόγησή τους είναι δύσκολη) καί πού μας έχουν παραδοθεί χωρίς δνομα συγγραφέα. Στά κείμενα αύτά, πού είναι γραμμένα σέ δεκαπεντασύλλαβο άνομοιοκατάληκτο στίχο καί άνάμεικτη άπό λόγια καί δημώδη στοιχεία γλώσσα (δημοτικίζουσα), συνυπάρχουν ή λόγια βυζαντινή παράδοση καί ή δυτική έπίδραση. Τά ιπποτικά αύτά μυθιστορήματα τής παλαιολόγειας έποχής έχουν ώς πρότυπά τους δυτικά κείμενα καί άναφέρονται στις έρωτικές περιπέτειες τών ήρώων τους, άπό τούς οποίους έλαβαν τά όνόματά τους. Κατά χρονολογική τάξη τά μυθιστορήματα αύτά είναι τά έξής: Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη, Φλώριος και Πλατζιαφλώρα, Ίμπέριος και Μαργαρώνα. Τό τρίτο μυθιστόρημα είναι τό πιο σπουδαίο, τό πιο άντιπροσωπευτικό καί συγχρόνως τό περισσότερο διαδεδομένο (αύτό άποδεικνύει τό πλήθος τών χειρογράφων άπό τά όποια παραδίδεται)1.
1. Σχετικά μέ τό θέμα αύτό βλ. τό μελέτημα του Παναγιώτη Α. Αγαπητού, « Ή έμμεση παράδοση του δημώδους μυθιστορήματος Λίβιστρος και Ροδάμνη», 'Ελληνικά, 4 2 ( 1 9 9 1 - 1 9 9 2 ) 6 1 - 7 4 . Γενικά γιά τά βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα βλ. M. J. Manoussacas, «Les romans byzantins de chevalerie et l'état présent des études les concernant», RÉB, 10 (1952) 70-83. Γιά τήν άπό τό 1945 ώς τό 1960 σχετική βιβλιογραφία βλ. καί Otto Mazal, «Der griechische und byzantinische Roman in der Forschung von 1945 bis 1960. Ein Literaturbericht», JÖBG, 14 (1965) 83-124. Επισκόπηση τών μετέπειτα ερευνών γιά τά ιπποτικά μυθιστορήματα γίνεται στήν έργασία τής Elizabeth Μ. Jeffreys, «The Populär Byzantine Verse Romances of Chivalry», Μαντατοφόρος, τευχ. 14 (Νοέμ-
Δύο μυθιστορημάτων έχουν βρεθεί τά πρότυπα: πρότυπο του Ίμπέριος και Μαργαρώνα εϊναι τό μεσαιωνικό γαλλικό (= προβηγκιανό) μυθιστόρημα Pierre de Provence et la Belle Maguélonne, ένώ του Φλώριος και Πλατζιαφλώρα τό γαλλικό ιπποτικό μυθιστόρημα του 12ου αιώνα Floire et Blanchefleur (άμεσο δμως πρότυπο του έλληνικου μυθιστορήματος είναι ή ιταλική (= τοσκανική) διασκευή του γαλλικού προτύπου II cantare di Fiorio e Biancifiore, του 14ου αιώνα)1. Κριτική έκδοση τεσσάρων μυθιστορημάτων (πλήν του τρίτου άπό τά παραπάνω) εκαμε ό Εμμανουήλ Κριαρας (Βυζαντινά Ιπποτικά μυθιστορήματα, «Βασική Βιβλιοθήκη» άρ. 2, «Αετός», Αθήναι 1955). Τό πρώτο μυθιστόρημα τό έξέδωσε (μέ γαλλική μετάφραση), μετά τόν Κριαρα, και ό Michel Pichard (Le roman de Callimaque et de Chrysorrhoé. Texte établi et traduit par —. Société d'Édition «Les Belles Lettres», Paris 1956 [Collection byzantine, publiée sous le patronage de l'Association Guillaume Budé]), τό δεύτερο μυθιστόρημα τό δημοσίευσε μέ ισπανική μετάφραση ό José Maria Egea (Historia extraordinaria de «Beltandro y Crisanza». Estudio preliminar, texto griego, traduction, notas y comentarios. [Εκδόσεις] Athos-Pergamos, Granada 1998), ένώ του τρίτου υπάρχει ή (νεώτερη) έκδοση τής J. Α. Lambert, née van der Kolf (Le roman de Libistros et Rodamné. Publié d'après les manuscrits de Leyde et de Madrid avec une introduction, des observations grammaticales et un glossaire. Par —. Amsterdam 1935). Τό τέταρτο μυθιστόρημα τό έξέδωσε ό F. J. Ortolâ Salas, «Fiorio y Platziaflora». Una novella bizantina de epoca Paleologa. Universidad de Cadiz, 1998 [Nueva Roma, 6]. Κριτική διερεύνηση (γιά τήν «οριστική» τους έκδοση) στά κείμενα τριών μυθιστορημάτων άπό τά μνημονευθέντα πέντε (Αίβιστρος και Ροδάμνη, Καλ-
βριος 1979), σσ. 20-34. Τήν παραδοσιακή χρονολόγηση τών μυθιστορημάτων άμφισβήτησε ό Π. Α. Αγαπητός ( « Ή χρονολογική άκολουθία τών μυθιστορημάτων Καλλίμαχος, Βέλθανδρος και Λίβιστρος», «'Αρχές τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β', 97-134). 1. Γιά τά πρότυπα τών δύο έργων βλ., άντίστοιχα, Études sur la littérature grecque moderne. Imitations en grec de nos romans de chevalerie depuis le Xlle siècle. Par M. A. Ch.Gidel. Paris 1866, σσ. 278-288, και Giuseppe Spadaro, Contributo sulle fond del romanzo greco-medievale «Fiorio e Plaziaflora», Αθήναι 1966 [= Κείμενα και Μελέται Νεοελληνικής Φιλολογίας, άριθ. 26], όπου και ή παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. Βλ. και τήν έργασία του ίδιου μελετητή (του G. Spadaro) «Originalitâ e imitazione nei romanzi medievali greci di origine occidentale», στον τόμο: Medioevo romanzo e orientale, α'/, 1-18, καθώς έπίσης Anna di Benedetto Zimbone, «Dal "Cantare di Fiorio e Biancifiore" al "Florios e Platziaflore"», αυτόθι, β'/, σσ. 1 9 1 - 2 0 2 (ή Zimbone συγκρίνει τό μυθιστόρημα με τό πρότυπο του και έπισημαίνει συγκλίσεις και άποκλίσεις).
λίμαχος και Χρυσορρόη, Βέλθανδρος και Χρυσάντζα) έπιχειρείται στή μελέτη του Μ. Κ. Χατζηγιακουμή, Τά μεσαιωνικά δημώδη κείμενα. Συμβολή στή μελέτη και στήν έκδοση τους, Αθήνα 1977, δπου καί ή προηγούμενη βιβλιογραφία, ένώ γιά τις υπάρχουσες έκδόσεις του μυθιστορήματος Φλώριος και Πλατζιαφλώρα, βλ. τό μελέτημα τής Anna di Benedetto Zimbone, «Note critiche al testo di Φλόριος και Πλατζιαφλώρα», Ίταλοελληνικά, 3 (1990) 195-204. Συστηματική, έξάλλου, μελέτη τής γλώσσας του πρώτου άπό τά παραπάνω πέντε μυθιστορήματα γίνεται στήν έργασία του Photis Apostolopoulos, Le langue du roman byzantin «Callimaque et Chrysorrhoé», Αθήναι 1984 [Ακαδημία Αθηνών]. Ή έρευνα γιά τά τρία παραπάνω μυθιστορήματα (Λίβιστρος, Καλλίμαχος, Βέλθανδρος), έκτος άπό τό γενικότερο βιβλίο του Roderick Beaton (The Médiéval Greek Romance, Ηθδθ) 1 , προωθήθηκε μέ τή διατριβή του Π. Α. Αγαπητού, Narrative Structure in the Byzantine Vernacular Romances. A Textual and Literary Study of Kallimachos, Belthandros and Libistros, München 1991 [Miscellanea Byzantina Monacensia, 33]. Ό ίδιος μελετητής έδωσε μιά σειρά προκαταρκτικών άρθρων γιά τόν Λίβιστρο ('Ελληνικά, 42, 1991-1992, 61-74, 43, 1993, 337-359, JÖB, 42, 1992, 191-208) καί μέ τή συνεργασία του Ο. L. Smith έγραψε ένα ώραιο άρθρο γιά τους γράφεις καί τά χειρόγραφα τών βυζαντινών δημωδών μυθιστορημάτων: «Scribes and Manuscripts of Byzantine Vernacular Romances...», Ελληνικά, 44 (1994) 61-80 2 . Έξάλλου, ή Anna di Benedetto Zimbone, έκτος άπό τό παραπάνω μνημονευόμενο σχετικό μελέτημά της, προσπάθησε νά δείξει δτι πιθανώς τό μυθιστόρημα Φλώριος και Πλατζιαφλώρα είναι έργο κρητικό («Φλόριος καί Πλατζιαφλόρα romanzo cretese?», Σύνδεσμος. Studi in onore di Rosario Anastasi I, Catania 1991, 179-191]. Τέλος, ή Τίνα Λεντάρη άσχολήθηκε μέ τήν παραλλαγή V [= Cod. Vat. Gr. 2391, φφ. 1-153] του μυθιστορήματος Λίβιστρος και Ροδάμνη 1. Τό βιβλίο αύτό προκάλεσε ποικίλα σχόλια (θετικά καί άρνητικά): βλ. κυρίως Γ. Κεχαγιόγλου, 'Ελληνικά, 41 ( 1 9 9 0 ) 158-171, καί P. Α. Agapitos - Ο. L. Smith, The Study of Médiéval Greek Romance: A Reassessment of Recent Work, Copenhagen 1 9 9 2 [Opuscula Graecolatina, 33], γεγονός πού οδήγησε τόν συγγραφέα στό νά έτοιμάσει νέα έκδοσή του ( 2 1996), έμπλουτισμένη μέ ένα Επίμετρο (σσ. 207-227), δπου μνημονεύονται καί σχολιάζονται δλες οί πρόσφατες συμβολές πού σχετίζονται μέ τό έλληνικό μεσαιωνικό μυθιστόρημα. Άπό τήν έκδοση του 1996 έγινε ή προμνημονευθείσα μετάφραση στά έλληνικά της Νίκης Τσιρώνη. 2. Τελευταία έργασία του Π. Α. Αγαπητού, σχετική μέ τήν έκδοση του έργου: «Προς μία κριτική έκδοση του μυθιστορήματος Λίβιστρος και Ροδάμνη. Προβλήματα μεθόδου», «Neograeca Medii Aevi III», 1-16.
(«'Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β', 135-147) 1 . Ενδιαφέρουσες είναι και οί έπισημάνσεις τής Κούλας Χρυσομάλλη-Henrich («Ιπποτικά μυθιστορήματα καί μοντέρνα άφηγηματολογία. Οί έκφάνσεις του άφηγητή καί ή δόμηση του χρόνου του Ίμπέριος και Μαργαρώνα», «Neograeca Medii Aevi /V», 371-396). Έμμετρες διασκευές μυθιστορημάτων κ .ά.
Στον ιδιο αιώνα (14ο) άνήκουν καί ορισμένα άλλα έμμετρα μυθιστορήματα (= έμμετρες διασκευές), πού ώς βάση τής ύπόθεσής τους έχουν άρχαιους μύθους. Ή 'Ιλιάς —Ίλιάδος Ραψφδίαι ΚΑ'— (8799 τροχαϊκοί οκτασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι) του Κωνσταντίνου Έρμονιακου εϊναι μια παράφραση σέ άπλή γλώσσα της 7λιάδος του Όμήρου. Τήν έργασια αύτήν άνέθεσε στον στιχουργό τής άΰλής-του ό δεσπότης τής Ηπείρου Ιωάννης Δούκας Κομνηνός Άγγελος (1323-1335). Τό έργο έκδόθηκε ολόκληρο άπό τον Emile Legrand (7λιάδος Ραψφδίαι ΚΑ'. La guerre de Troie. Poème du XIVe siècle en vers octosyllabes par Constantin Hermoniacos. Publié d'après les manuscrits de Leyde et de Paris par —. Paris 1890 [= Bibliothèque Grecque Vulgaire, tome V]), άπό τούς κώδικες του 15ου αιώνα Vulcanius n° 93 (του Leiden), φφ. 284 r -388 v , Paris. Supplément Gr. n° 444, φφ. 8Γ-111Γ, καί Paris. Coislinianus n° 316, φφ. 21 v -163 v . Ό Πόλεμος της Τρφάδος (14401 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι), έργο άνώνυμο, εϊναι σχεδόν κατά λέξη μετάφραση άπό τά γαλλικά (σέ άπλή έλληνική γλώσσα) του μυθιστορήματος του Benoît de Sainte-Maure La guerre —ή Le Roman— de Troie (του 12ου αιώνα). Τό έργο παραδίδεται άπό άρκετούς κώδικες2 καί έχει έκδοθει άποσπασματικά άπό τον Δ. I. Μαυροφρύδη (Εκλογή μνημείων της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης, εκδιδομένη ύπό —, τόμ. Α', Άθήνησιν 1866, σσ. 183-211) 3 .
1. Μέ τό ιδιο χειρόγραφο εϊχε άσχοληθει προηγουμένως καί ό Roberto Garroni («La redazione inedita del romanzo Libistro e Rodamne, conservata nel cod. Vat. Gr. 2391: descrizione paleografica e fruizione letteraria», στον τόμο: Metodologie della ricerca sulla tarda anticità. Atti del Primo Convegno delV Associazione di Studi Tardoantichi, a cura di Antonio Garzya, M. D'Auria Editore in Napoli, 1989, σσ. 383-395). 2. Βλ. τις σσ. XCI-CXXV τής κριτικής έκδοσης τών Μ. Παπαθωμόπουλου - Ε. Μ. Jeffreys τής έπόμενης υποσημείωσης. 3. Άπό τον άκέφαλο καί κολοβό κώδικα Paris Gr. 2 8 7 8 (850 περίπου στίχοι). Πρόσφατη ολοκληρωμένη έκδοση του έργου: Ό Πόλεμος της Τρωάδος (The War ofTroy). Κριτική
Ό Βίος 'Αλεξάνδρου ή Αλέξανδρος ό Βασιλεύς (6117 άνομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι)1 εϊναι έμμετρη διασκευή [α'] σέ λόγια γλώσσα του μυθιστορηματικού Βίου του Μεγάλου Αλεξάνδρου του Ψευδο-Καλλισθένη. Ό Βίος Αλεξάνδρου παραδίδεται άπό τό Μαρκιανό χειρόγραφο υπ' άριθ. 408 καί έκδόθηκε ολόκληρος άπό τον W. Wagner (Trois poèmes grecs du moyen-âge inédits recueillis. Par —. Berlin 1881, σσ. 56-241) 2 . Νεώτερη έκδοση του ίδιου κειμένου έκαμε ό Siegfried Reichmann (Das byzantinische Alexandergedicht nach dem codex Marcianus 408 herausgegeben, Meisenheim am Glan, 1963). Τής διασκευής αύτής έγινε άργότερα άλλη [β'] σέ ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους (ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή) — εϊναι γνωστότερη ώς «Ριμάδα»: Γέννησις, κατορθώματα και θάνατος Αλεξάνδρου του Μακεδόνος διά στίχου3. Υπάρχει και μια άλλη [γ'] πεζή έκδοχή (σέ δημοτική γλώσσα) του Βίου 3Αλεξάνδρου, πού κυκλοφορούσε σέ χειρόγραφη μορφή άπό τον 15ο (περίπου) ώς τον 17ο αιώνα4. Ή γνωστή μας Φυλλάδα του Μεέκδοση μέ εισαγωγή καί πίνακες Μ. Παπαθωμόπουλου - Ε. Μ. Jeffreys. Editio princeps. MJ.E.T., Αθήνα 1996 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 7]. 1. Κατά τά τελευταία χρόνια ή βιβλιογραφία γύρω άπό τή μυθιστορία αυτήν έχει αυξηθεί σημαντικά (βλ. ιδιαίτερα: Georg Veloudis, Der neugriechische Alexander. Tradition in Bewahrung und Wandel von —. Institut für Byzantinistik und neugriechische Philologie der Universität München, München 1 9 6 8 [Miscellanea Byzantina Monacensia, herausgegeben von Hans-Georg Beck, Heft 8], δπου γιά τήν παράδοση του έργου ώς τά νεώτερα χρόνια, καί Του ίδιου, Alexander der Grosse. Ein alter Neugrieche. Ernst Heimeran Verlag, München [1969]). 2. Ή έκδοση μέ πρόλογο του D. Bikélas (Paris, mai 1881). 3. Ή παραπάνω διασκευή παραδίδεται άπό τον υπ* άριθ. 445 κώδικα (του 16ου αιώνα) τής μονής Μεταμορφώσεως τών Μετεώρων καί τυπώθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1529 —άκολούθησαν άλλες δεκατρείς έκδόσεις— άπό τον Ζακύνθιο λόγιο Δημήτριο Ζήνο. Ή άξία του χειρογράφου είναι μικρή, γιατί αύτό είναι άντίγραφο μιας (πιθανότατα τής πρώτης) άπό τις 14 βενετικές έκδόσεις. Τό 1974 κυκλοφόρησε κριτική έκδοση άπό τον Άγγλο νεοελληνιστή David Holton (Διήγησις του 'Αλεξάνδρου. The taie of Alexander, the rhymed version. Critical édition with an introduction and commentary by —. θεσσαλονίκη 1 9 7 4 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 1]). Μέ τήν έκδοση του 1 5 2 9 καί μέ τις έπεμβάσεις του έπιμελητή της Δημ. Ζήνου άσχολήθηκε ή Cristina Stevanoni (στήν άνακοίνωσή της «A proposito dell'Alessandro Neogreco», Medioevo romanzo e orientale, α'/ 307-320). 4. Τήν παραπάνω έκδοχή μελέτησε ό Ulrich Moennig (Zur Überlieferungsgeschichte des Mittel- und Neugriechischen Alexanderromans, Köln 1987 [Neograeca Medii Aevi, II]). Οί χειρόγραφες παραλλαγές του Βίου 'Αλεξάνδρου του 16ου καί 17ου αιώνα φαίνεται δτι μεταφράστηκαν άπό κάποια σερβική διασκευή (βλ. μεταξύ άλλων: Ε. Trapp, JOB, 39, 1989, 358-359, σέ βιβλιοκρισία του παραπάνω βιβλίου του Moennig). Ή σερβική αυτή διασκευή άνάγεται καί πάλι σέ υποθετική έλληνική διασκευή *ζ, δπως τεκμηριώνει ό
γαλέξαντρου βασίζεται σέ ένα χειρόγραφο —συγγενές μέ τόν κώδικα 400 τής μονής Μεταμορφώσεως τών Μετεώρων— αυτου του κειμένου, άλλά καί σέ άλλες (δευτερεύουσες) 7τηγές. Τό παλαιότερο σωζόμενο έντυπο τής Φυλλάδας εϊναι του έτους 17 5 Ο1. Ή Διήγησις πολυπαθους 'Απολλώνιου του Τύρου είναι έπίσης μετάφραση άπό δυτικό (Ιταλικό) πρότυπο. Αρχικά, κατά τήν έλληνιστική έποχή (3ος-4ος μ.Χ. αιώνας), υπήρχε έλληνικό μυθιστόρημα μέ τόν τίτλο 'Απολλώνιος Τύριος, τό όποιο, πριν χαθεί, διασκευάστηκε στά λατινικά (Historia Apollonii régis Tyri)2 καί έπειτα (άρχές του 14ου αιώνα) μεταφράστηκε στά Ιταλικά, άπό δπου έγινε ή έλληνική μετάφραση. Ή Διήγησις εϊχε μεγάλη διάδοση κατά τόν μεσαίωνα καί υπάρχουν δύο διασκευές της στά έλληνικά. Ή μία έχει γίνει σέ 857 πολιτικούς άνομοιοκατάληκτους στίχους καί ή μεταγενέστερη (άπό τόν Κρητικό Γαβριήλ Άκοντιάνο) σέ 1894 ομοιοκατάληκτους στίχους. Τής πρώτης διασκευής, πού παραδίδεται άπό τόν κώδικα Parisinus Gr. 390, φφ. 149 Vr 173 v , έχουν γίνει ρί έπόμενες έκδόσεις: W. Wagner, Médiéval Greek Texts, σσ. 63-90, Του ίδιου, Carmina, σσ. 248-276, καί Antonius Α. Janssen, Narratio neograeca Apollonii Tyrii. Textus graecus prolegomenis commentariisque et translatione latina instructus. Amstelodami 1954. Κριτική έκδοση του κειμένου τής πρώτης έλληνικής διασκευής έτοιμάζει ό Μ. Α. Παπαθωμόπουλος3. Τής δεύτερης έλληνικής διασκευής τό κείμενο (Ριμάδα του 'Απολλώνιου του Τύρου) εϊναι μεταγενέστερο. Περιέχεται σέ χειρόγραφο του 15 ου αιώνα καί έκδόθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό έτος Ulrich Moennig (Die spätbyzantinische Rezension *ζ des Alexanderromans, Köln 1 9 9 2 [Neograeca Medii Aevi, Vi]). Γιά τά παραπάνω δύο βιβλία του Moennig βλ. τις βιβλιοκρισίες του Στέλιου Λαμπάκη (Μαντατοφόρος, τευχ. 39-40, 1995, σσ. 182-185). 1. Αντίτυπο της έκδοσης αυτής σώζεται στή μονή Χιλανδαριου του Αγίου "Ορους (άριθ. έντυπου 113). Στό άντιτυπο αυτό βασίζεται ή έκδοση του Γ. Βελουδή (ΉΦυλλάδα του Μεγαλέξαντρου. Διήγησις 1Αλεξάνδρου του Μακεδόνος. Επιμέλεια — . Εκδόσεις Έρμης, [ΝΕΒ, ΔΠ 39], Αθήνα 1977), γιά τήν οποία βλ. τή βιβλιοκρισία του Γ. Γιατρομανωλάκη (Διαβάζω, τευχ. 9, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1977, σσ. 74-78). 2. "Εκδοση τών δύο παραλλαγών της λατινικής διασκευής πραγματοποίησε ό G. Α. Α. Kortekaas (Historia Apollonii Régis Tyri. Prolegomena, text édition of the two principal Latin recensions, bibliography, indices and appendices. Bouma's Boekhuis, Groningen 1984 [Mediaevalia Groningana, 3]. Ή έκδοση αυτή μπορεί νά χρησιμεύσει γιά μιά νέα συγκριτική μελέτη του έλληνικου κειμένου προς τό δυτικό πρότυπο του (βλ. καί M. Papathomopoulos, BZ, 80, 1987, 384). Προς τήν κατεύθυνση αύτή κινείται ή σύντομη μελέτη τής Anna di Benedetto Zimbone, «Il Cantare di Apollonio di Antonio Pucci e la Ριμάδα Άπολλωνίου του Τύρου», Testi letterari italiani tradotti in greco (dal '500 ad oggi), σσ. 13-23, δπου καί ή προηγούμενη σχετική μέ τό θέμα βιβλιογραφία. 3. Βλ. Μ. Α. Παπαθωμόπουλου, «Medievalia», Δωδώνη, 2 ( 1 9 7 3 ) 283-290.
1524 1 . Σημειωτέον, δτι ό Άκοντιάνος μιμείται έλεύθερα τό εργο Istoria d'Apollonio του Φλωρεντινού ποιητή Antonio Pucci (14ος αιώνας)2. Έντωμεταξυ κυκλοφόρησε νέα, έπιβλητική κριτική έκδοση δλων τών έκδεδομένων και άνεκδότων εως σήμερα έλληνικών «μορφών» που άνήκουν στον 'Απολλώνιο της Τύρου ή σχετίζονται μέ αυτόν. "Ολα τά έν λόγω έλληνικά κείμενα («δύο έκτενεΐς έμμετρες αφηγήσεις, τέσσερις συντομότερες "ρίμες" και τέσσερα πεζά παραμύθια») τοποθετούνται χρονικά στή μεγάλη περίοδο άπό τά μέσα περίπου του 14ου ώς τά μέσα του 20ου αιώνα3. Τήν έπίδραση του Διγενή Ακριτη εχει δεχθεί ό άγνωστος μας ποιητής του μυθιστορήματος Αχιλληις ή Διήγησις του ΑχιλλέωςΉρωας του μυθιστορήματος αύτου είναι ό Αχιλλέας, πού μικρή μόνο σχέση εχει μέ τόν ομώνυμο του ομηρικό ήρωα. Ή Αχιλληις εϊναι ενα έρωτικό μυθιστόρημα και οί ήρωές του έχουν καθαρά νεοελληνικά χαρακτηριστικά. Τό εργο σώζεται σέ τρεις διασκευές (δύο έκτενέστερες και μία συντομότερη): τής Νεάπολης, του Λονδίνου και τής Όξφόρδης (κώδικες: Neapolitanus Gr. III, Β. 27, του 15ου αιώνα, φφ. 15Γ-59Γ, 1820 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι. — British Museum, Additional n° 8241, του 15ου έπίσης αιώνα, φφ. 7Γ-71Γ, 1320 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι. — Bodleianus Miscellaneus 286, του 16ου αιώνα, φφ. 1Γ-24Γ, 761 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι5. Εκδόσεις: Τής πρώτης διασκευής 1. Βλ. Γ. Κεχαγιόγλου, «Τρεις άβιβλιογράφητες έκδόσεις του 16 ου αιώνα», Τετράδια εργασίας,, τευχ. 10, Αθήνα 1988, σσ. 457-461. 2. Γιά τή φιλολογική τύχη, γενικότερα, του μυθιστορήματος Historia Apollonii régis Tyri στήν Ελλάδα βλ. τό μελέτημα του Giuseppe Spadaro, «La fortuna del romanzo di Apollonio di Tiro in Grecia», Θησαυρίσματα, 21 ( 1 9 9 1 ) 23-33 (= Του ίδιου, Letteratura cretese, 243-253). 3. Γιώργος Κεχαγιόγλου, «Απολλώνιος της Τύρου». Ύστερομεσαιωνικές και νεότερες ελληνικές μορφές. Κριτική έκδοση, μέ Εισαγωγές, Σχόλια, Πίνακες λέξεων - Γλωσσάρια και Επίμετρα. Τόμοι 1-2 [ό τόμ. 2 σέ δύο ήμιτόμους]. θεσσαλονίκη 2004 [Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών - "Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη]. 4. Γιά τά διάφορα προβλήματα της Αχιλληίδας βλ. και τή διατριβή του Κ. Μητσάκη, Προβλήματα σχετικά μέ τό κείμενο, τις 7τηγές και τή χρονολόγηση της «Αχιλληίδας», θεσσαλονίκη 1 9 6 3 (= Του ίδιου, Τό έμψυχοΰν ύδωρ, σσ. 389-464' παραλείπεται τό Παράρτημα —σσ. 7 4 - 9 5 — τής αύτοτελους έκδοσης). Στήν Αχιλληίδα άφιέρωσε σειρά άρθρων του ό Ole L. Smith ('Ελληνικά, 42, 1 9 9 1 - 1 9 9 2 , 75-94, Neograeca Medii Aevi, 3 1 5 - 3 2 4 και «Αρχές τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β', 182-187), ό όποιος και έξέδωσε τό έργο (τήν παραλλαγή τής Όξφόρδης): βλ. παρακάτω. 5. Γιά τή χειρόγραφη παράδοση του έργου βλ. Giuseppe Sradaro, « Ή χειρόγραφη παράδοση τής Αχιλληίδας. Προβλήματα σχετικά μέ τή σύνθεση και τή μετάδοση του έργου», «Neograeca Medii Aevi III», σσ. 341-348.
έχουμε τις εκδόσεις του W. Wagner (Trois poèmes grecs du moyen-âge inédits recueillis, σσ. 1-55), του Hesseling (κριτική έκδοση): UAchilléide byzantine. Publiée avec une introduction, des observations et un index par D. C. Hesseling, Amsterdam 1919, καί του Ole L. Smith (The Byzantine Achilleid. The Naples version, Wien 1999 [Wiener Byzantinistische Studien, XXI]). Τής δεύτερης διασκευής ύπάρχουν δύο έκδόσεις: του Β. Haag {Die Londoner Version der byzantinischen Achilleis, München 1919) καί του D. C. Hesseling (δ.π., σσ. 91-125, χωρίς δμως κριτική επεξεργασία του κειμένου). Τέλος, τής τρίτης διασκευής τό κείμενο έξέδωσαν ό Κ. Ν. Σάθας («Le roman d'Achille. Texte inédit en grec vulgaire. Par M. C. N. Sathas», Annuaire de ΓAssociation pour Γencouragement des études grecques en France, 13, 1879, 126-175 [τό ανάτυπο, μέ αύτοτελή σελιδαρίθμηση: Paris 1880]), ό Σπυρίδων Π. Λάμπρος (Νέος Έλληνομνήμων, 15, 1921, 367-408), καί ό Ole L. Smith (The Oxford Version of tke «Achilleid», Museum Tusculanum Press, Copenhagen 1990 [Opuscuïà'Grâecolatina, 32]. OJSmith ύποστηρίζει δτι ή παραλλαγή τής 'Οξφόρδης προέρχεται άπό καταγραφή κάποιας προφορικής λαϊκής σύνθεσης, πράγμα γιά τό όποιο άμφιβάλλει ό Hans Eideneier1. Τής πρώτης διασκευής ύπάρχει και ιταλική μετάφραση: Ρ. Stomeo, «Achilleide, poema bizantino anonimo», Studi Salentini, 7 (1959) 155-197. Τήν 'Αχιλληίδα συγκρίνει μέ τό ομώνυμο έργο του Λατίνου ποιητή Ποπλίου Παπινίου Στατίου (P. Papinius Statius) —πέθανε στά τέλη του 95 ή στις άρχές του 96 μ.Χ.— ή Σοφία Γεωργακοπούλου στήν έργασία της «L'Achilléide de Stace et TAchilléide anonyme byzantine», Classica et Mediaevalia, 45 (1994) 251-286. Ή Διηγησις Βελισαρίου, πού άναφέρεται στον γενναίο στρατηγό του αύτοκράτορα Ίουστινιανου, είναι γνωστή άπό τρεις διασκευές του 15ου καί 16ου αιώνα, ή άρχική της δμως μορφή πρέπει να γράφτηκε κατά τήν τελευταία δεκαετία του 14ου αιώνα (άνάμεσα στά 1390 καί 1399). Ή παλαιότερη (μέ τον τίτλο Διηγησις ώραιοτάτη του θαυμαστοϋ ανδρός (εκείνου) του λεγομένου Βελισαρίου) είναι άνομοιοκατάληκτη, παραδίδεται άπό τούς κώδικες Vindob. Theol. Gr. 244 (του 16ου αιώνα), φφ. 227Γ-245Γ (556 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι) καί Neapol. Gr. ΠΙ. Β. 27 (του 15ου αιώνα), φφ. 59 ν -74 ν (580 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι), καί εκδόθηκε άπό τον G. Wagner (Carmina, σσ. 304321), μέ βάση τό πρώτο χειρόγραφο, καί άπό τον R. Cantarella («La Διήγησις ώραιοτάτη του θαυμαστου έκείνου του λεγομένου Βελισαρίου (di anonimo 1. Σέ βιβλιοκρισία του τής παραπάνω έκδοσης ('Ελληνικά, 42, 1991-1992, 226229), δπου καί προτάσεις του γιά βελτιώσεις στο κείμενο.
autore). Testo critico con una Appendice: Sulla fortuna della leggenda di Belisario», SBN, 4, 1935, 153-202), μέ βάση καί τά δύο παραπάνω χειρόγραφα1. Άπό τό δεύτερο χειρόγραφο καί μέ εισαγωγή καί ιταλική μετάφραση έξέδωσε τό εργο καί ή Enrica Follieri («"Il poema bizantino di Belisario"», Atti del Convegno Internazionale sul tema: La poesia epica e la sua formazione, Accademia Nazionale dei Lincei, Anno 367, Roma 1970, Quaderno 139, σσ. 583-651). Ή δεύτερη διασκευή (μέ τον τίτλο Ιστορική έξήγησις περι Βελισαρίου>), έπίσης άνομοιοκατάληκτη (840 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι), έγινε άπό τον Εμμανουήλ Λιμενίτη, παραδίδεται άπό τον κώδικα του 16ου αιώνα Paris. Gr. 2909, φφ. 91Γ-114Γ, καί έκδόθηκε άπό τον G. Wagner (Carmina, σσ. 322-347) 2 Τέλος ή τρίτη διασκευή (νεώτερη καί ομοιοκατάληκτη: 997 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι) [τίτλος: Ριμάδα περι Βελισαρίου η Διηγησις εις τάς πράξεις του περιβοήτου στρατηγού τών Ρωμαίων μεγάλου Βελισαρίου], παραδίδεται άπό τούς κώδικες του 16ου αιώνα Paris. Gr. 1043, φφ. 1 Γ -23 ν , καί Mutinensis Gr. α. G. 19 (άριθ. 241), olim III, Α. 24, φφ. l r -84 r , καί έκδόθηκε πάλι άπό τον G. Wagner (Carmina, σσ. 348-378), άπό τό πρώτο χειρόγραφο3. Άπό ένα νέο χειρόγραφο, τον κώδικα του 16ου αιώνα Neapol. Gr. III, C. 28, φφ. 1Γ-8ν (: Διήγησις του θαυμαστού εκείνου άνδρός του λεγομένου Βελισαρίου), εξέδωσε τό κείμενο τής Διηγήσεως ο Όλλανδός νεοελληνιστής Arnold Fr. van Gemert4. To έν λόγω χειρόγραφο (Ν2), κατά τον van Gemert, «δίνει μιά άνομοιοκατάληκτη [392 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι] παραλλαγή πού έκ πρώτης όψεως έχει μεγαλύτερη ομοιότητα μέ τό Ν [= Neapol. Gr. III. Β. 27] παρά μέ τό Β [= Vindob. Theol. Gr. 244] (...) άλλά μοιάζει περισσότερο μέ τό Ρ [= Paris. Suppl. Gr. 1043 καί Mutin. Gr. α. G. 19 (άριθ. 241)] καί σά νά άποτελεϊ τον συνδετικό κρίκο άνάμεσα στο Ν καί στο Ρ (+Γ [= Paris. Gr. 2909: διασκευή Έμμ. Λιμενίτη]). (...) Μιά άλλη πιθανότητα είναι τό Ν καί τό Ν2 νά διατήρησαν άνεξάρτητα τό ένα άπό τό άλλο τή γραφή του πρωτότυ-
1. Κρίσεις: Fr. Dölger, BZ, 35 ( 1 9 3 5 ) 160. Βλ. καί τό μελέτημα του Ε. Trapp, «Textkritische Bemerkungen zum Belissargedicht», Byzantion, 4 0 ( 1 9 7 0 ) 4 6 6 - 4 7 0 . 2. Γιά τήν έκδοση αυτή βλ. Φ. Κουκουλέ, «Παρατηρήσεις εις τά Carmina graeca medii aevi του G. Wagner», Λαογραφία, 3 ( 1 9 1 1 ) 3 7 8 - 3 8 1 . Βλ. έπίσης τήν άνακοίνωση του Günther S. Henrich, «Sprachlich-philologisches zu M. Limenites; seine Autorschaft der Halosis», «'Αρχές της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β', 3 1 9 - 3 2 5 . 3. Συναφώς προς τά παραπάνω βλ. καί τή μελέτη του G. Schiro, «L'ulitmo seminario. Per una edizione della Διήγησις di Belisario», RSBN, N.S., 1 2 - 1 3 (XXII-XXIIl), 1 9 7 5 1976, σσ. 1-32. 4. Α. F. van Gemert, «The New Manuscript of the History of Belisarius», Folia Neohellenica, 1 ( 1 9 7 5 ) 45-72.
που»1. Τό νέο χειρόγραφο προσφέρει, δπως σημειώθηκε, συνολικά 392 στίχους, οί όποιοι άντιστοιχουν στούς στίχους 1-354 τών Ν καί Β, 5-475 του Γ, καί 1592 του Ρ2. Κυκλοφόρησε καί συνολική έκδοση τών παραπάνω διασκευών του έργου: Ιστορία του Βελισαρίου. Κριτική έκδοση τών τεσσάρων διασκευών μέ εισαγωγή, σχόλια καί γλωσσάριο W. F. Bakker - Α. F. van Gemert. Μορφωτικό "Ιδρυμα Έθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 6]. Ήθικοδιδακτικά καί άλληγορικά ποιήματα
Στήν κατηγορία αύτήν άνήκουν δύο κυρίως ποιήματα. Ή Ιστορία του Πτωχολέοντος καί ό Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας και ευτυχίας. Του πρώτου ποιήματος είναι άγνωστος ό ποιητής, καθώς έπίσης ό τόπος καί ό χρόνος τής σύνθεσής του. Τό ποίημα παραδίδεται καί μέ άλλους τίτλους (βλ. παρακάτω τις έκδόσεις του έργου) κάί άναφέρεται σέ κάποιον πλούσιο πού, ένώ πτώχευσε καί πουλήθηκε ώς δούλος, μέ τή σύνεση καί τή σοφία του κατόρθωσε νά άποκτήσει πάλι τήν έλευθερία του. Ή Ιστορία του Πτωχολέοντος, πού είναι γραμμένη σέ μεικτή γλώσσα καί άνομοιοκατάληκτους τροχαϊκούς οκτασύλλαβους στίχους, παραδίδεται άπό τούς έξης κώδικες: 1) Vindobonensis Theologicus Gr. 244 (του 16ου αιώνα: 1515-1519), φφ. 104 ν -108 ν , 2) Neapolitanus Gr. III. Α. a. 9 (του 16ου έπίσης αιώνα: 1500-1520/1525), φφ. 25 ν -33 ν , 3) Parisinus Gr. 390 (τών άρχών του 16ου αιώνα), φφ. 66 ν -70 ν , 4) ιδιωτικής συλλογής Γ. Θ. Ζώρα, Αθήνα (του 17ου αιώνα), φφ. 1ν-7Γ, 5) Βυτίνας 1 (του 18ου αιώνα), φφ. 392 ν -403 Γ , καί 6) τόν άγνωστο πριν άπό λίγα χρόνια άθωνιτικό Λαύρας Γ 138 (2063), του 18ου έπίσης αιώνα, φφ. 233 ν 237Γ. Σύμφωνα μέ τή γνώμη του τελευταίου έκδοτη του έργου (βλ. παρακάτω), τά κείμενα τών παραπάνω έξι κωδίκων άπαρτίζουν τρεις ομάδες (= έπεξεργασίες). Στήν πρώτη άνήκουν τά κείμενα τών δύο πρώτων χειρογράφων (939 καί 853, άντίστοιχα, στίχοι), στή δεύτερη τά δύο κείμενα του τρίτου χειρογράφου (361 καί 24, άντίστοιχα, στίχοι) καί στήν τρίτη τά κείμενα τών τριών τελευταίων χειρογράφων (331 στίχοι τό τέταρτο καί 414 τό πέμπτο καί τό 1. Βλ. Arnold Fr. van Gemert, «To καινούργιο χειρόγραφο τής Διηγήσεως Βελισαρίου», Actes du XlVe Congrès International des Études Byzantines [Βουκουρέστι, 6-12 Σεπτ. 1971], Bucure§ti 1976, σσ. 78-79. 2. Βλ. A. F. van Gemert, «The New Manuscript of the History of Belisarius», ο.π., σ.
εκτο). Ή πρώτη επεξεργασία άντιπροσωπεύεται άπό τήν έκτενέστερη (αυθεντικότερη και άρχαιότερη) παραλλαγή του έργου (= παραλλαγή α), ή δεύτερη άπό μια συντομότερη (= παραλλαγή Ρ) —μέ τήν όποια συνδέεται και τό μικρό κείμενο του φ. 66Γ του ίδιου χειρογράφου (= άπόσπασμα Ρι)— και ή τρίτη έπεξεργασία (σύντομη και χρονικά νεώτερη) άντιπροσωπεύεται άπό δύο παραλλαγές: μία του τέταρτου χειρογράφου (παραλλαγή Α) και μία τών χειρογράφων πέμπτου και έκτου (παραλλαγή Β). Κατά τόν ιδιο έκδοτη, ή γραπτή παράδοση τής Ιστορίας Πτωχολέοντος καλύπτει χρονικά ενα διάστημα τεσσεράμισι περίπου αιώνων (άρχές 14ου - μέσα 18ου αιώνα* πιθανώς και λίγο μετά). Υπάρχουν οί έξής φιλολογικές έκδόσεις του έργου: Περί του γέροντος του φρονίμου μουτζοκουρεμένου, ποίημα νυν τό πρώτον έκ του έν Παρισίοις χειρογράφου εκδοθέν έπιμελεία και διορθώσει Αίμυλίου Αεγρανδίου. Έν Παρισίοις 1872 (= Collection de monuments pour servir à l'étude de la langue néo-hellénique, N° 19) [άπό τόν τρίτο κώδικα]. — Recueil de chansons populaires grecques. Publiées et traduites pour la première fois par Emile Legrand. Paris 1874 (= Collection de monuments pour servir à l'étude de la langue néohellénique, Nouvelle Série, N° 1, Athènes 1874), [άριθ.] 126 [Όσοφός πρεσβύτης], σσ. 257-285 (άπό τόν πέμπτο κώδικα). — G. Wagner, Carmina, σσ. 277-303 (άπό τόν πρώτο κώδικα και μέ τόν τίτλο: Βίος και Πολιτεία τινός δοκιμωτάτου και σοφωτάτου γέροντοςΥ. — J. Schick, Corpus Hamleticum. Hamlet in Sage und Dichtung, Kunst und Musik, A («Sagengeschichtliche Untersuchungen»), τόμ. 5, μέρος 2, Leipzig 1938, σσ. 234-306 (συγκεντρωτική έκδοση του κειμένου άπό τούς κώδικες πρώτο, τρίτο και πέμπτο). — Γ. Θ. Ζώρα, «Ιστορία του Πτωχολέοντος. (Έξ ιδιοκτήτου άνεκδότου παραλλαγής)», Κρητικά Χρονικά, 7 (1953) 267-295 (άπό τόν τέταρτο κώδικα). — Γ. Θ. Ζώρα, «Ιστορία του Πτωχολέοντος (κατά άνέκδοτον παραλλαγήν του νεαπολιτικου κώδικος III. Α. a. 9)», ΕΕΒΣ, 28 (1958) 414-443 (και σέ αύτοτελή έκδοση: Αθήναι 1959 [Σπουδαστήριον Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, άριθ. 21]), άπό τόν δεύτερο κώδικα. — Γιώργου Κεχαγιόγλου, Κριτική έκδοση της Ιστορίας Πτωχολέοντος. Θέματα υστεροβυζαντινής και μεταβυζαντινής λογοτεχνίας. Διδακτορική διατριβή. Θεσσαλονίκη 1978 [Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής, Παράρτημα άρ. 22], δπου εκδίδονται τά κείμενα και τών εξι χειρογράφων, κριτικά άποκαταστημένα. 1. Βλ. γιά τό στιχούργημα αυτό και τή μελέτη του J. Kalitsunakis, «Τό μεσαιωνικόν στιχούργημα Βίος και πολιτεία τινός δοκιμωτάτου και σοφωτάτου γέροντος», ΒΖ, 44 (1951) 304-314.
Τό δεύτερο ποίημα, ό Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας καί ευτυχίας, άποτελεΐται άπό 756 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους, γράφτηκε γύρω στον 13ο μ.Χ. αιώνα καί έχει ώς θέμα του τον παλιό μύθο τής όδοιπορίας προς τήν Τύχη1. "Ενας νέος, πού δοκίμασε στή ζωή του τή δυστυχία, άποφασίζει νά πάει νά τήν βρει, γιά νά πληροφορηθεί τήν αίτια γιά τήν όποια ταλαιπωρεί τούς άνθρώπους. Στον δρόμο βρίσκει τον Χρόνο. Αύτός τον εφοδιάζει μέ συστατικό γράμμα προς τή Δυστυχία. Τήν βρίσκει, έπακολουθεΐ συζήτηση, καί στο τέλος, άφου ή Δυστυχία διάβασε καί τό γράμμα του Χρόνου, άποφασίζει νά τον διαγράψει άπό τον κατάλογο τών «υπηκόων» της. Τον έφοδιάζει έπίσης μέ μιάν έπιστολή πού άπευθύνεται προς τήν άδελφή της, τήν Εύτυχία, ή οποία, δταν τον συναντήσει, θα τον κατατάξει άνάμεσα στούς εύνοουμένους της. Τό ποίημα τελειώνει μέ παραινετικούς στίχους τόσο προς τούς εύτυχεις, πού δέν πρέπει νά τούς παρασύρει ή εύτυχία, δσο και προς τούς δυστυχείς, πού δέν πρέπει' νά χάνουν τό θάρρος καί τήν έλπίδα τους. Ό Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας και ευτυχίας περιέχεται στά χειρόγραφα: Bodleianus Mise. 282 (του 16ου αιώνα), φφ. 1 Γ -22 ν , καί υπ' άριθ. 35 (άλλοτε 1296) τής Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης τής Λειψίας (του 15ου αιώνα), φφ. 1 Γ -24 ν . Εκδόσεις: Sp. Lambros, Collection, σσ. 289-321 καί Σπ. Λάμπρου, «Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας καί εύτυχίας κατά τον κώδικα τής Λειψίας», Νέος Έλληνομνήμων, 3 (1906) 402-432δ.
Ποιήματα άπό τόν κόσμο τών φυτών καί άπό τόν κόσμο τών ζώων («Ίστορίαι τών ζώων»)
Ό κόσμος τών ζώων άποτέλεσε άπό τά παλιά άκόμη χρόνια προσφιλές θέμα στούς συγγραφείς. Τα έργα πού έχουν ώς βάση τους διάφορες ιστορίες για τά ζώα γράφτηκαν μέ άλληγορικό και διδακτικό σκοπό. Περιγράφουν συνήθειες καί χαρακτήρες τών ζώων καί γι' αύτό άποτέλεσαν ιδιαίτερη κατηγορία λογοτεχνικών κειμένων πού έλαβε τήν ονομασία: «Ίστορίαι τών ζώων». Στήν κατηγορία αυτή, καί γιά τήν περίοδο πού έξετάζουμε, άνήκουν τά έξης κυρίως έργα: Ό Φυσιολόγος, Διήγησις παιδιόφραστος [ή πεζόφραστος]2 τών τετραπο-
1. Βλ. Γεωργίου Α. Μέγα, « Ό Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας καί εύτυχίας και τά παραμύθια τής προς τήν τύχην όδοιπορίας», Λαογραφία, 15 ( 1 9 5 3 ) 3-43. 2. Γιά τό πρόβλημα παιδίόφραστος (= σέ φράση άπλή) - πεζόφραστος (= σέ φράση πεζη, σέ λαϊκή γλώσσα) βλ. Ν. Μ. Παναγιωτάκη, «Παι&όφραστος», Φίλτρα. Τιμητικός τόμος Σ. Γ. Καψωμένου, Θεσσαλονίκη 1975, σσ. 275-290, δπου καί ή παλαιότερη βιβλιογραφία, καί Hans Eideneier, « Ή "πεζή φράσει" Διήγησις τών τετραπόδων ζώων», 'Αφιέρωμα στον Ενδοξο Θ. Τσολάκη, σσ. 269-277.
δων ζώων, Ό Πουλολόγος, Ό Πωρικολόγος, Όφαρολόγος, Συναξάριον του τιμημένου γαδάρου. Ό Φυσιολόγος, εργο φυσιογνωστικου περιεχομένου, εϊναι γραμμένος σέ λαϊκή γλώσσα. Πρόκειται γιά άνώνυμη διασκευή άπό παλαιότερο κείμενο. Παραδίδεται άπό τους κώδικες Paris. Gr. 929, φφ. 325Γ-403Γ, καί Paris. Gr. 390, φφ. 71Γ-104Γ. Αποτελείται άπό 1131 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί γράφτηκε κατά τον 14ο αιώνα. Τό ποίημα διαιρείται σέ έπιμέρους κεφάλαια, δπου ό ποιητής περιγράφει διάφορα ζώα καί πτηνά. Στο πρώτο μέρος κάθε κεφαλαίου ό ποιητής δίνει τά χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα, ένώ στο δεύτερο κάνει «άναγωγή» στά άνθρώπινα, άφήνοντας έτσι νά διαφανεί ή διδακτική πρόθεσή του. Τό έργο, παρά τήν οπωσδήποτε μικρή ποιητική άξια του, γνώρισε μεγάλη διάδοση, δπως άποδεικνύεται καί άπό τις πολλές έκδόσεις του. Εκδόσεις: «Étude sur un poème grec inédit intitulé Ό Φυσιολόγος. Par M. Ch. Gidel. Suivie du texte grec. Édité par M. Émile Legrand», Annuaire de ΓAssociation pour Vencouragement des études grecques en France, 7 (1873) 188-296 καί Le Physiologus. Poème sur la nature des animaux en grec vulgaire et en vers politiques, publié pour la première fois d'après deux manuscrits de la Bibliothèque Nationale par Émile Legrand et précédé d'une étude littéraire par Ch. Gidel. Paris 1873 (= Collection de monuments pour servir à l'étude de la langue néo-hellénique, N° 16), δπου περισσότερα γιά τά χειρόγραφα καί γιά τις προηγούμενες έκδόσεις του Φυσιολόγου. Ή Διηγησις παιδιόφραστος τών τετραπόδων ζώων άποτελειται άπό 1082 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί γράφτηκε τον 14ο αιώνα (1364), σέ γλώσσα άνάμεικτη άπό δημώδη (κυρίως) καί λόγια στοιχεία. Τό έργο εϊναι άνώνυμο καί έχει διδακτικό καί σατιρικό χαρακτήρα: ό βασιλιάς τών ζώων (τό λιοντάρι) καλεί δλα τά ζώα σέ συγκέντρωση, μέ τον σκοπό νά του άναφέρουν τά προτερήματα καί τά έλαττώματά τους. Γρήγορα δμως άρχίζουν άνάμεσά τους οί άντεγκλήσεις καί οί κατηγορίες, πού οδηγούν σέ πόλεμο. .. Ό ποιητής, θέλοντας νά διδάξει, κλείνει τό ποίημα μέ τή διαπίστωση δτι εϊναι δύσκολο νά μεταβληθούν άπό οποιαδήποτε δύναμη οί φυσικοί νόμοι. Τό κείμενο τής Διηγήσεως παραδίδουν οί κώδικες: Parisinus Gr. 2911 (του 15ου αιώνα), φφ. 1Γ-37Γ, Vindobonensis Theol. Gr. 244 (του 16ου αιώνα), φφ. 32Γ75Γ, Petropolitanus Gr. 721 (του 17ου αιώνα) —άλλοτε υπ' άριθ. 92 τής Βιβλιοθήκης τής μονής του Λειμώνος τής Λέσβου—, φφ. 188 ν -218 Γ , καί Petrop. Gr. 202 (του 16ου αιώνα), φφ. 1Γ-29Γ. Άπό τούς δύο πρώτους κώδικες έξέδωσε τό ποίημα ό G. Wagner (Carmina, σσ. 141-178) 1 , ένώ άπό τό 1972 έχουμε 1. Ό πρόλογος του ποιήματος άποκαταστάθηκε κριτικά άπό τον Ευδοξο Θ. Τσολάκη
νέα έκδοση του κειμένου τής Διηγησεως, πού έγινε μέ βάση και τά πέντε παραπάνω χειρόγραφα: «Παιδιόφραστος διηγησις τών ζώων τών τετραπόδων», Critical édition. Thesis submitted for the degreee of Doctor of Philosophy in the Univesrity of London by Vassiliki Tsiouni. Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie der Universität, München 1972 [Miscellanea Byzantina Monacensia, Heft 15]. Αναμένεται και ή κριτική έκδοση του Μ. Α. Παπαθωμόπουλου. Στά ίδια πλαίσια κινείται και ό Πουλολόγος (τά ζώα έδώ έχουν άντικατασταθεΐ άπό τά πουλιά: ό βασιλιάς άετός —μέ τήν εύκαιρία τών γάμων του γιου του— τά καλεί σέ συγκέντρωση καί έπαναλαμβάνεται ή ϊδια ιστορία πού είδαμε καί στό προηγούμενο έργο). Τό κείμενο άριθμεΐ 668 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί είναι γραμμένο στή λαϊκή γλώσσα. Ό Πουλολόγος παραδίδεται άπό τά έπόμενα χειρόγραφα: Const. Gr. Seraglio 35, φφ. 87Γ-115Γ, Petropol Gr. 202, φφ. 63Γ-91Γ, Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 84Γ89Γ, Petropol Gr. 721 (άλλοτε, όπως είδαμε, μονής Λειμώνος Λέσβου υπ' άριθ. 92), φφ. 218 ν -236 Γ , Escorialensis Gr. 496 OF-IV-22), του 15ου αιώνα, φφ. 196 Γ -197 ν καί 202 Γ -213 ν , υπ' άριθ. 701 τής ΕΒΕ (Αθηναϊκός), του 16ου αιώνα, φφ. 217Γ-234Γ, καί χειρόγραφο ιδιωτικής συλλογής του καθηγητή Γ. Θ. Ζώρα, του 18ου αιώνα, φφ. 1 Γ -23 ν . Εκδόσεις: G. Wagner (Carmina, σσ. 179198) [άπό τόν κώδικα Vindob. Theol. Gr. 244]1, Γ. Θ. Ζώρα, «ΌΠουλλολόγος (κατά τήν νέαν παραλλαγήν)», ΕΕΒΣ, 25 (1956) 173-206 (καί σέ αυτοτελή έκδοση: Αθήναι 1956, σσ. 48 [Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών (άριθ. 10)], Του ίδιου, « Ό Πουλλολόγος (κατά τόν Άθηναϊκόν κώδικα 701)», ΕΕΒΣ, 30 (1960-1961) 150167 (καί αύτοτελώς: Αθήναι 1960, σσ. 32 [Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, άριθ. 28]), Ό Πουλολόγος, Kritische Textausgabe mit Übersetzung sowie sprachlichen und sachlichen Erläuterungen, von Stamatia Krawczynski. Akademie-Verlag, Berlin 1960 [Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin, Berliner byzantinistische Arbeiten, Band 22], καί Ό Πουλολόγος, Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σχόλια καί λεξιλόγιο Ισαβέλλας Τσαβαρή. Μορφωτικό "Ιδρυμα Έθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1987 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 5]. («Παρατηρήσεις στούς πρώτους στίχους της Διηγήσεως παιδιοφράστου τών τετραπόδων ζώων», 'Ελληνικά, 17, 1962, 318-324). 1. Για τήν έκδοση Wagner βλ. Φ. Κουκουλέ, «Παρατηρήσεις εις τά Carmina graeca medii aevi του G. Wagner», σσ. 373-375, καί Στεφ. Ξανθουδιδου, «Άντιπαρατηρήσεις εις τά του Wagner Carmina graeca medii aevi», Λαογραφία, 3 (1911) 619-620 (= Του ίδιου, Μελετήματα, σσ. 184-185).
Τά έργα Διήγησις παιδιόφραστος τών τετραπόδων ζώων καί Πουλολόγος ό κώδικας Const. Gr. Seraglio 35 τά άποδίδει στον Θεόδωρο Πρόδρομο. Τά δύο έπόμενα εργα (Ό Πωρικολόγος καί Όφαρολόγος), του 13ου καί 14ου, άντίστοιχα, αιώνα, είναι πεζά κείμενα καί έχουν χαρακτήρα σατιρικό (παρωδούν τή γλώσσα καί γενικότερα τό υφος τών διοικητικών έγγράφων του Βυζαντίου)1. Τό κείμενο του Πωρικολόγου περιέχεται στά χειρόγραφα: Vindob. Theol. Gr. 244, Paris. Gr. 2316, κ,ά.π.2. Παλαιότερες έκδόσεις: G. Wagner, Carmina, σσ. 199-202. — Γ. Θ. Ζώρα, Ό Πωρικολόγος (κατ' αγνώστους παραλλαγάς), Αθήναι 1958 [Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (άριθ. 18)]. Κριτική έκδοση όλων τών παραλλαγών του Πωρικολόγου (μέ άναλυτικά προλεγόμενα, συγκρίσεις προς τις παλαιότερες έκδόσεις μεμονωμένων παραλλαγών, περιγραφή τών χειρογράφων καί τών έντυπων έκδόσεων, μέ άναφορά στις προφορικές διασκευές Νάξου καί Κύπρου, άλλά καί στήν τουρκική, στή σερβική καί στή ρουμανική διασκευή) πραγματοποίησε ή Helma Winterwerb: Porikologos. Einleitung, kritische Ausgabe aller Versionen, Übersetzung, Textvergleiche, Glossar, kurze Betrachtungen zu den fremdsprachlichen Versionen des Werks sowie zum Opsarologos. Besorgt von —. Romiosini, Köln 1992 [Neograeca Medii Aevi, VU]· στο ιδιο βιβλίο έπαναλαμβάνεται καί τό κείμενο του Όψαρολόγου κατά τήν έκδοση Krumbacher —βλ. ευθύς άμέσως— καί συγκρίνεται μέ τόν Πωρικολόγο. Ό Όφαρολόγος περιέχεται στον κώδικα Ψ-Γν-22 του Escorial και έκδόθηκε άπό τόν Karl Krumbacher (Das mittelgriechische Fischbuch von —. Mit einer Tafel. München 1903 [Separat-Abdruck aus den Sitzungsberichten der philos.-philol. und der histor. Klasse der Kgl. Bayer. Akademie der Wissenschaften 1903, Heft ΠΙ, σσ. 345-380]). Τέλος, σατιρικό καί διδακτικό χαρακτήρα έχει και τό Συναξάριον του τιμημένου γαδάρου (του 15ου αιώνα), πού άριθμεΐ 393 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί άναφέρεται μόνο σέ τρία ζώα (λύκο, άλεπού καί γάιδαρο). Τό ποίημα παραδίδεται άπό τό χειρόγραφο Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 126Γ-129Γ, καί έκδόθηκε άπό τόν G. Wagner (Carmina, σσ. 112-123). Σύγκριση του Συναξαρίου του τιμημένου γαδάρου προς τήν ομοιοκατάληκτη Φυλλάδα του Γαδάρου (βλ. παρακάτω), μέ τόν σκοπό νά διαφωτιστεί ή τεχνική 1. Ό Ν . Οίκονομίδης («Οί αυλικοί τίτλοι στον Πωρικολόγο καί ό κόσμος πού άντικατοπτρίζουν», Ένθύμησις Ν. Μ. Παναγιωτάκη, 527-534) υποστηρίζει δτι οί άναφερόμενοι στο ποίημα βυζαντινοί τίτλοι προέρχονται άπό έμμεση καί δχι άμεση γνωριμία του συγγραφέα του μέ τή βυζαντινή αυλική έθιμοτυπία. 2. Βλ. τις σσ. 84-115 τής άμέσως παρακάτω περιγραφόμενης έκδοσης του έργου άπό τήν Helma Winterwerb.
του «περάσματος» άπό άνομοιοκατάληκτο πρότυπο σέ ομοιοκατάληκτη διασκευή, έκαμε ή Cornelia Pochert: Die Reimbildung in der spat- und postbyzantinischen Volksliteratur, Köln 1991 [Neograeca Medii Aevi, IV]1. Βλ. επίσης τό μελέτημα τής Αναστασίας Μαρκομιχελάκη, «Γαδάρου, Λύκου κι άλουπους διήγησις. Σατιρικά και κωμικά άποτελέσματα άπό τις άφαιρέσεις και τις προσθήκες στό κείμενο του Συναζαρίου του τιμημένου γαδάρου», «Neograeca Medii Aevi IV», 467-483. Βιβλιογραφία Κ. Κρουμβάχερ, Ιστορία της Βυζαντηνης [sic] Λογοτεχνίας, μεταφρασθεϊσα υπό Γεωργίου Σωτηριάδου, τόμ. Γ', έν Αθήναις 1900 (και φωτοανατυπωση: Εκδόσεις Βασ. Ν. Γρηγοριάδη, Αθήναι 1974). — Ηλία Π. Βουτιερίδη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Από τών μέσων του ΙΕ' αιώνος μέχρι τών νεωτάτων χρόνων. Τομ. Α', έν Αθήναις 1924. — Ε. Κριαρα, « Ή μεσαιωνική έλληνική γραμματεία (Τά δρια - μερικά χαρακτηριστικά)», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 5, άριθ. 3 (Ίαν.-Φεβρ. 1951), σσ. 92-96 (= Του ίδιου, Γλωσσοφιλολογικά, σσ. 40-54). — Τάσου Βουρνα, «Προδρομικές μορφές τής λογοτεχνίας μας», στά βιβλία του: Δοκίμια νεοελληνικής λογοτεχνίας και ιστορίας, [Εκδόσεις] «Πυξίδα», Αθήνα 1956, σσ. 7-33 (= Probleme der neugriechischen Literatur, I, σσ. 127-144), και Ιστορικά και φιλολογικά πορτραίτα, Εκδόσεις Ά/φών Τολίδη, Αθήνα 1981, σσ. 257-286. — Γ. Θ. Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 1, «Αετός», Αθήναι 1956. — Λίνου Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη. Βιβλίο πρώτο Πριν άπό τήν 0Αλωση. Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα [1957]. — Hans Georg Beck, Geschichte der byzantinischer Volksliteratur, München 1971 [Byzantinisches Handbuch im Rahmen des Handbuchs der Altertumswissenschaft, 2. Teil. 3. Band]. To εργο και σέ έλληνική μετάφραση Νίκης Eideneier: Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1988. — Κ. Μητσάκη, Εισαγωγή στή Νέα Έλληνική Λογοτεχνία. Πρωτονεοελληνικοι χρόνοι. Μέρος πρώτο Από τά τραγούδια του Ακριτικού κύκλου εως τούς Θρήνους γιά τό πάρσιμο της Πόλης, Θεσσαλονίκη 1973. — Κ. Θ. Δημαρα, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ώς την έποχή μας, Ένατη έκδοση, Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000.
1. Παρουσίαση τής ερευνάς τής Pochert γίνεται άπό τόν Σ. Λαμπάκη στον Μαντατοφορο, τευχ. 3 7 - 3 8 ( 1 9 9 3 - 1 9 9 4 ) , σσ. 1 3 0 - 1 3 3 .
ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΤΗΣ
9
ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ:
Από τήν άλωση της Κωνσταντινούπολης της Κρήτης άπό τούς Τούρκους
1453-1821
ώς την κατάληψη (1453-1669)
01 "Ελληνες λόγιοι της Διασποράς
Άπό τόν 14ο κιόλας αιώνα, κυρίως δμως μετά τήν πτώση τής Πόλης (1453) —άλλά καί μετά: μέ τήν άλωση τής Χαλκίδας άπό τους Τούρκους (1470), τήν κατάληψη τής Κύπρου (1571) καί τήν πτώση τής Κρήτης (1669)—, πολλοί "Ελληνες λόγιοι θά καταφύγουν στά μεγάλα πνευματικά κέντρα τής Δύσης (Ρώμη, Φλωρεντία, Βενετία, Πάδοβα, Τεργέστη, Μιλάνο, Νεάπολη, Μεσσήνη, Φερράρα, Παρίσι, Βιέννη κ.λπ.) καί θά έπιδοθουν στή διδασκαλία τών έλληνικών γραμμάτων1, άπό τήν οποία θά προέλθουν σημαντικές μεταφράσεις έργων τής έλληνικής άρχαιότητας στή λατινική γλώσσα καί άλλα διδακτικού περιεχομένου πρωτότυπα έργα (γραμματικές κ.λπ.), πού θά συμβάλουν άποφασιστικά στήν έκμάθηση καί διάδοση τής έλληνικής γλώσσας στή Δύση. Παράλληλα οί "Ελληνες αυτοί λόγιοι θά ευδοκιμήσουν στή Δύση ώς τυπογράφοι, ώς έκδοτες άρχαίων Ελλήνων συγγραφέων άλλά καί άλλων κειμένων, ώς διορθωτές, ώς άντιγραφεΐς κωδίκων, κλπ. Μέ τόν τρόπο αυτόν οί "Ελληνες λόγιοι θά συμβάλουν στήν Αναγέννηση τών γραμμάτων καί τών τεχνών στή Δύση2, θά συντελέσουν ώστε νά μείνει ζωντανή ή έλληνική πνευματική παράδοση καί θά βοηθήσουν στό νά διατηρηθεί τό πνεύμα τής σταυροφορίας γιά τήν άνάκτηση τής Πόλης (Βησσαρίων, Ιανός Λάσκαρις, κ.ά.). Οι σημαντικότεροι "Ελληνες λόγιοι τής Διασπορας είναι οί έξής: Όέπίσκοπος Νικαίας Βησσαρίων (1403-1472), άπό τήν Τραπεζούντα. Μαθητής του πλατωνικού Γεωργίου Γεμιστου-Πλήθωνος καί ένα άπό τά έπι-
1. Ό Μανουήλ Χρυσολωρας (ci. 1 3 5 0 - 1 4 1 5 ) λ.χ. — ό «πρώτος φυγάς»— διδάσκει κατά τά τέλη του αιώνα αύτου ( 1 3 9 6 - 1 3 9 9 ) τά έλληνικά γράμματα στή Φλωρεντία καί συγγράφει γραμματική μέ τόν τίτλο Ερωτήματα, πού τυπώθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1484. 2. Γιά τήν έλληνική συμβολή στήν Αναγέννηση βλ. Διον. Ά. Ζακυθηνου, «Τό πρόβλημα της έλληνικής συμβολής εις τήν Άναγέννησιν», ΕΕΦΣΠΑ, 5 ( 1 9 5 4 - 1 9 5 5 ) 1 2 6 - 1 3 8 (= Του ίδιου, Μεταβυζαντινά και Νέα 'Έλληνικά, Αθήναι 1 9 7 8 , σσ. 2 2 9 - 2 4 3 ) καί Κ. I. Γιαννακόπουλου (D. J. Geanakoplos), Ελληνες λόγιοι εις την Βενετία ν. Μελέται έπι της διαδόσεως τών έλληνικών γραμμάτων άπό του Βυζαντίου εις τήν δυτικήν Ευρώπην. Μετάφρασις Χ. Γ. Πατρινέλη. Εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1 9 6 5 .
φανέστερα μέλη τής άντιπροσωπείας τής Ανατολικής Εκκλησίας στή σύνοδο τής Φερράρας - Φλωρεντίας (1438-1439) γιά τήν ένωση τών Εκκλησιών, ό Βησσαρίων άναγκάζεται, γιά τις φιλενωτικές του τάσεις, νά παραμείνει στήν Ιταλία καί μετά τή σύνοδο, καί νά προσχωρήσει στήν Καθολική Εκκλησία, άπό τήν οποία θά άναγορευθεΐ καρδινάλιος καί άργότερα τιτουλάριος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1463). Ή εύρύτατη παιδεία του καί τά πολλαπλά του προσόντα θά συντελέσουν ώστε τρεις φορές νά είναι έ'νας άπό τούς έπικρατέστερους διεκδικητές του παπικού θρόνου. Στήν Ιταλία ό Βησσαρίων εργάζεται έπίμονα γιά να κινήσει τούς ήγεμόνες τής χώρας αύτής, άλλά καί τούς ήγεμόνες άλλων κρατών τής Εύρώπης, έναντίον τών Τούρκων καί θά κρατήσει ώς τό τέλος τής ζωής του γνήσιο τό έλληνικό φρόνημά του1. Στή Ρώμη ό Βησσαρίων διατηρούσε τό περίφημο «Scriptorium» (= έργαστήριο άντιγραφής κωδίκων), δπου, κάτω άπό τό άγρυπνο βλέμμα του, οί 'Έλληνες φυγάδες πού συντηροΰσε ό ϊδιος άντέγραφαν τά κείμενα τής έλληνικής άρχαιότητας καί μετέδιδαν τό άρχαΐο έλληνικό πνευμά στή Δύση. Στά 1468 ό Βησσαρίων θά δωρήσει τήν πλούσια συλλογή του άπό έλληνικά χειρόγραφα στή βενετική Πολιτεία, γιά νά έχουν τή δυνατότητα νά τά διαβάζουν οί πολυπληθείς 'Έλληνες πού συνέρρεαν στήν πόλη τών τεναγών, δπου ή έλληνική κοινότητα άριθμουσε τά περισσότερα μέλη άπό άλλες έλληνικές κοινότητες του έξωτερικου. Άνάμεσα στά άλλα, έγραφε ό Βησσαρίων στο δωρητήριο έγγραφο του προς τή βενετική Πολιτεία: «Αφήνω τα χειρόγραφά μου στήν Βενετία δχι τόσο γιά νά εφοδιάσω τούς λογίους τής Δύσεως μέ γνώσεις τής άρχαίας Έλληνικής Φιλολογίας, άλλά γιά νά βοηθήσω τούς υπόδουλους συμπατριώτες μου, πού δέν έχασαν μόνο τον τόπο τους, άλλά κινδυνεύουν νά γίνουν βάρβαροι καί σκλάβοι» . ι Ώς τον θάνατο του (πού τον βρήκε στή Ραβέννα στις 18 Νοεμβρίου 1472), ό Βησσαρίων θά εϊναι ό μεγάλος προστάτης τών Ελλήνων λογίων τής Διασποράς καί γιά τον σκοπό αύτό θά διαθέσει δλα τά προσωπικά του εισοδήματα. Ό Θεόδωρος Γαζής (ci. 1400-1475), άπό τή Θεσσαλονίκη, συγγραφέας «Έλληνικής Γραμματικής» [σέ τέσσερα βιβλία (Theodori Introducîivae grammatices libri quatuor)], πού έκδόθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία άπό τον Άλδο Μανούτιο στις 25 Δεκ. 1495 3 .
1. Βλ. τό έκλαϊκευτικό έργο του Άχ. Ά. Κύρου, Βησσαρίων ό "Ελλην, τόμοι 2, Αθήναι 1947 , δπου καί ή παλαιότερη βιβλιογραφία. 2. Βλ. Κ. I. Γιαννακόπουλου, «Οί "Ελληνες τής διασποράς καί ή άνάπτυξη τής έθνικής συνειδήσεως», Τό Βήμα, 22 Αύγ. 1971, σ. 4. 3. Βλ. Emile Legrand, BHt 15ος καί 16ος αι., τόμ. 1, Παρίσι 1885, σσ. 41-42, άριθ.
Ό Κωνσταντίνος Λάσκαρις (1434-1501), άπό τήν Κωνσταντινούπολη, είναι ενας άπό τούς διαπρεπέστερους 'Έλληνες λογίους τής Δύσης. Διακρίθηκε ώς διδάσκαλος τών έλληνικών γραμμάτων σέ πολλές ιταλικές πόλεις (Μιλάνο, Νεάπολη, Μεσσήνη). Στό Πανεπιστήμιο τής Μεσσήνης δίδαξε έλληνική φιλολογία και πολλοί έπιφανεΐς Ιταλοί ούμανιστές έμαθαν κοντά του τά έλληνικά (Pietro Bembo, Angelo Gabrielli, κ.ά.π.). Ή έλληνική γραμματική του είναι τό πρώτο τυπωμένο στή Δύση έλληνικό βιβλίο (30 Ίαν. 1476)1. Ό Μάρκος Μουσουρος (ci. 1470-1517), άπό τό Ρέθυμνο τής Κρήτης, ύπήρξε σπουδαίος έλληνιστής και συνεργάτης του Άλδου στήν έκδοση πολλών έλληνικών βιβλίων. Στον Κρητικό αύτόν λόγιο οφείλεται ή πρώτη έκδοση (editio princeps) τών «Απάντων» του Πλάτωνος (Βενετία, 1513). Στήν έκδοση αύτή ό Μουσουρος προτάσσει τήν περίφημη Ï2&J εις Πλάτωνα (γραμμένην σέ άρχαία έλληνική γλώσσα)2, κείμενο ένδεικτικό τών αισθημάτων πού έτρεφε γιά τόν άρχαιο φιλόσοφο. Ό Μουσουρος δίδαξε έλληνική φιλολογία στό Πανεπιστήμιο τής Πάδοβας και στή Βενετία. Στά 1516 ό προστάτης τών έλληνικών γραμμάτων πάπας Λέων ό Γ (1513-1521), πού άνήκε στή μεγάλη φλωρεντινή οικογένεια τών Μεδίκων, κάλεσε άπό τή Βενετία τόν Μουσουρο, πού έφερε τότε τόν τίτλο του «έπισκόπου Ιεράπετρας», γιά νά τόν χειροτονήσει άρχιεπίσκοπο Μονεμβασίας. Στή Ρώμη ό Μουσουρος βοήθησε τόν Ιανό Λάσκαρι (βλ. παρακάτω) νά οργανώσει τό Έλληνικό Γυμνάσιο, πού λειτούργησε άπό τό 1514 ώς τό 1521 (έκλεισε δηλαδή μετά τόν θάνατο του πάπα Λέοντος Γ). Άλλος σπουδαίος λόγιος τής Διασπορας ήταν ό Κωνσταντινουπολίτης Ιανός Λάσκαρις-Ίωάννης Λάσκαρις Ρυνδακηνός (1445-1535), πού προερχόταν άπό τήν αύτοκρατορική οικογένεια τών Λασκάρεων τής Νικαίας. Ό Ιανός, δπως και πολλοί άλλοι 'Έλληνες, κατέφυγε στήν Ιταλία (Ρώμη). Έκεΐ ό Βησσαρίων τόν άνέλαβε υπό τήν προστασία του. Άργότερα θά πάει στή Φλωρεντία, δπου θά γίνει έγκάρδια δεκτός άπό τόν Λαυρέντιο τών Μεδίκων (Lorenzo dei Medici). Ή ίδρυση άπό τόν τελευταίο τής Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης (Biblioteca Laurenziana) στή Φλωρεντία οφείλεται στις συστάσεις του Λάσκαρι. Στή βιβλιοθήκη αύτή ό Ιανός διορίστηκε βιβλιοφύλακας και γιά τόν έμπλουτισμό της πραγματοποίησε δύο ταξίδια στήν Ανατολή (τό 1490 και τό 1491) γιά τή συγκέντρωση έλληνικών χειρογράφων. Τόν έπόμενο χρόνο (1492) ό Λάσκαρις διορίστηκε καθηγητής τών έλληνικών γραμμάτων στό Πανεπιστήμιο τής Φλωρεντίας, ώς διάδοχος του Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (14231. Βλ. É. Legrand, ο.π., σσ. 1-5, άριθ. 1 (Επιτομή τών οκτώ του λόγου μερών...). 2. Βλ. Γρηγ. Μ. Σηφάκη, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τόν Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 ( 1 9 5 4 ) 366-388.
1511). 'Όταν, δύο χρόνια άργότερα (τον Σεπτέμβριο του 1494), ό Κάρολος Η' τής Γαλλίας περάσει τις Άλπεις γιά να διεκδικήσει τά δικαιώματά του στο Βασίλειο τής Νεαπόλεως, πού σκόπευε νά τό χρησιμοποιήσει ώς ορμητήριο γιά μία σταυροφορία έναντίον τών Τούρκων, ό Λάσκαρις θά συναντήσει τον Γάλλο βασιλιά και τελικά θά τον άκολουθήσει στή Γαλλία. «Του μίλησα —άφηγεΐται ό Λάσκαρις— και του προέβαλα αύτό πού ήταν γιά τό κοινό καλό τής χριστιανοσύνης. Τον βρήκα εύνοϊκά διατεθειμένο (...). Αύτός ήταν ό λόγος πού τον άκολούθησα στή Γαλλία»1. Στά 1504, ό Λάσκαρις διορίζεται πρεσβευτής τής Γαλλίας στή Βενετία, δπου, δπως είδαμε, υπήρχε ή πιο σημαντική έλληνική παροικία, καί τό 1509 ξαναγυρίζει στή Γαλλία. "Οταν τό 1513 άνήλθε στόν παπικό θρόνο ό μαθητής του Ιωάννης τών Μεδίκων, ό γνωστός πάπας Λέων ό Γ, ό Λάσκαρις έσπευσε στή Ρώμη γιά τή διοργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου. 'Ώς τό τέλος τής ζωής του ό Λάσκαρις άφιερώθηκε στήν ιδέα τής σταυροφορίας έναντίον τών Τούρκων, ένώ ή φιλολογική επιστήμη του οφείλει πολλές έκδόσεις καί μεταφράσεις άρχαίων Ελλήνων συγγραφέων καί τήν έκδοση μιας συλλογής έλληνικών Επιγραμμάτων2. Στήν πλειάδα τών Ελλήνων λογίων τής Διασπορας άνήκει καί ό Κερκυραίος μαθητής του Ίανου Λάσκαρι στο Έλληνικό Γυμνάσιο τής Ρώμης Νικόλαος Σοφιανός, γιά τον όποιο έγινε έκτενής λόγος στο Γ' Κεφάλαιο. Τέλος πρέπει νά μνημονευθούν έδώ καί τά ονόματα τών: Γεωργίου Τραπεζουντίου (1395-1472) 3 , Άνδρονίκου Καλλίστου (1400-1486), Ιωάννου Αργυροπούλου (1393/4-1487), πού χρημάτισε έπί 14 ολόκληρα χρόνια (14571471) καθηγητής τών έλληνικών γραμμάτων στο Πανεπιστήμιο τής Φλωρεντίας, Μιχαήλ Αποστόλη (ci. 1422-1480), Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (14231511), Αριστοβούλου (έπειτα Αρσενίου Μονεμβασίας) Αποστόλη (1468/91535), Ζαχαρία Καλλιέργη (ci. 1473 - λίγο μετά τό 1524), Δημητρίου Δούκα (ci. 1480-1527;), Δημητρίου Μόσχου (15ος αι.), Αντωνίου του Έπάρχου 1. Βλ. τό ένδιαφέρον άρθρο (= κείμενο διάλεξης) του Francis R. Walton, « Ό Ιανός Λάσκαρις καί ή έλπίδα τής Σταυροφορίας», Το Βήμα, 21 Ίαν. 1973, σ. 4. 2. Βλ. É. Legrand, ο.π, σσ. 195-199, άριθ. 78. Νεώτερη ολοκληρωμένη έκδοση τών έλληνικών έπιγραμμάτων του Λάσκαρι: Giano Laskaris, Epigrammi greci. A cura di Anna Meschini. Padova 1976 [Università di Padova, Studi bizantini e neogreci diretti da Filippo Maria Pontani, 9]. 3. Βλ. γι* αυτόν: George of Trebizond. A Biography and a Study ofhis Rhetoric and Logic. By John Monfasani. E. J. Brill, Leiden 1976 [Columbia Studies in the Classical Tradition, vol. I]. Καί νεώτερη συλλογή κειμένων: Collectanea Trapezuntiana. Texts, Documents, and Bibliographies of George of Trebizond. Edited by John Monfasani. Binghampton, New York, 1984 [Médiéval and Renaissance. Texts and Studies, vol. 25].
(1491-1571), Ματθαίου Δεβαρή (ci. 1505-1581), του Κρητικού Φραγκίσκου Πόρτου (1511-1581), κ.ά.πλ θρήνοι για τήν "Αλωση της Πόλης - Χρησμοί
"Οπως ήταν φυσικό, τό γεγονός τής Αλώσεως προκάλεσε έντονον κραδασμό τής λαϊκής ψυχής. Ή συγκίνηση αυτή άποτυπώνεται σε ορισμένα δημοτικά ή λόγια κείμενα, πού έκφράζουν τήν οδύνη άλλά και τις έλπίδες του Ελληνισμού γιά τή μελλοντική έθνική του άποκατάσταση. Αναφέρω έδώ ένδεικτικά τό γνωστό δημοτικό τραγούδι τής «Άγια-Σοφιας». Τά σπουδαιότερα άπό τά κείμενα τής κατηγορίας αύτής εϊναι τά έξής2: "Αλωσις Κωνσταντινουπόλεως. Στιχούργημα άπό 1045 δεκαπεντασύλλαβους (άλλοτε ομοιοκατάληκτους καί άλλοτε άνομοιοκατάληκτους) στίχους. Τό ποίημα γράφτηκε άπό τόν Εμμανουήλ Λιμενίτη3 μετά τήν άλωση τής Πόλης. Τό κείμενο του θρήνου αύτου παραδίδεται άπό τόν κώδικα Paris. Gr. 2909 (του 15ου αιώνα), φφ. 41Γ-68Γ. Νεώτερη έκδοση: É. Legrand, BGV, I, σσ. 169-202. Άναχάλημα της Κωνσταντινόπολης. Ανώνυμο στιχούργημα άπό 118 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους, πού πρέπει νά γράφτηκε άμέσως μετά τήν Άλωση. Τό ποίημα διασώζει ένας μονάχα κώδικας (ό Paris. Gr. 2873, φφ. 187Γ-191Γ), άπό τόν όποιο τό έξέδωσε πρώτα ό É. Legrand (Les Oracles de Léon le Sage, La Bataille de Varna, La Prise de Constantinople. 1. Γιά τούς "Ελληνες λογίους τών παραπάνω σελίδων βλ. γενικότερα τό βιβλίο του Κ. I. Γιαννακόπουλου, "Ελληνες λόγιοι είς την Βενετίας δπου καί ή παλαιότερη βιβλιογραφία. 2. Ή κυριότερη βιβλιογραφία γιά τούς θρήνους: Κ. Κρουμβάχερ, Ιστορία, Γ', σσ. 11Ü 5 . — Σπυρ. Π. Λάμπρου, «Μονωδίαι καί Θρήνοι έπί τή άλώσει τής Κωνσταντινουπόλεως», Νέος Έλληνομνήμων, 5 (1908) 190-269. — Ηλία Π. Βουτιερίδη, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, τόμ. Β', έν Αθήναις 1927, σσ. 198-217. — Γ. Θ. Ζώρα, Βυζαντινή ποίησις, σσ. 36-43 (τής Εισαγωγής) καί 1 7 7 - 2 2 2 (άναδημοσίευση τών κειμένων απο παλαιότερες έκδόσεις). — Γ. Θ. Ζώρα, Περί την αλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1959 (Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, [άριθ. 25]), σσ. 2 6 7 - 2 8 3 (δπου άναδημοσιεύεται μέρος τής Εισαγωγής του προηγούμενου μέ προσθήκες). — Gyula Moravcsik. Byzantinoturcica, I Die byzantinischen Quellen der Geschichte der Türkvölker, Berlin 2 1958, σσ. 548-550. — Erwin Fenster, Laudes Constantinopolitanae, München 1968 [Institut für Byzantinistik und Neugriechische Philologie der Universität, Miscellanea Byzantina Monacensia, Heft 9], ιδίως σσ. 289-315. — La caduta di Costantinopoli. [Vol. 2] Ueco neVmondo. Testi a cura di Agostino Pertusi, Fondazione Lorenzo Valla, Arnoldo Mondadori Editore, [Milano 1976], σσ. 3 6 4 - 4 0 3 καί 484-490. 3. "Οπως άπέδειξε μέ πειστικά έπιχειρήματα ό G. S. Henrich («Sprachlich-philologisches zu M. Limenites; seine Autorschaft der Halosis», δ.π., ιδίως 325-329).
Poèmes en grec vulgaire publiés pour la première fois d'après les manuscrits de la Bibliothèque Nationale par—. Paris 1875 [Collection de Monuments pour servir à l'étude de la langue néo-hellénique, Nouvelle Série, N° 5, Athènes 1875], σσ. 85-100). Νεώτερη κριτική έκδοση του κειμένου έκαμε ό Εμμανουήλ Κριαρας (Άναχάλημα της Κωνσταντινόπολης. Τό κείμενο μέ εισαγωγή, σχόλια καί γλωσσάριο. Β' έκδοση συμπληρωμένη. Θεσσαλονίκη 1965* ή πρώτη έκδοση: 1956). Τό Άναχάλημα (= θρήνος· άπό τό αναχαλιέμαι = θρηνώ) δέν εϊναι κρητικό κείμενο, δπως πίστευαν παλαιότερα πολλοί μελετητές του, άλλά γράφτηκε στήν Κύπρο, δπως άπέδειξε ό έκδοτης του Ε. Κριαρας, στηριγμένος στήν έξέταση τών γλωσσικών στοιχείων του κειμένου. Ή άξία του έργου δέν έγκειται μόνο στό γεγονός δτι τό Άναχάλημα εϊναι ένα άξιόλογο μνημείο τής νεοελληνικής γλώσσας, άλλά καί στό δτι τό κείμενο αυτό εϊναι ένα σημαντικό ποιητικό δημιούργημα. Θρήνος τήςβω'νσταντινουπόλεως. Ανώνυμο έπίσης στιχούργημα άπό 128 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους. Παραδίδεται άπό τρία χειρόγραφα: τόν κώδικα 160 τής Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης τών Ιεροσολύμων, άπό τόν όποιο τό έξέδωσε ό Α. Παπαδόπουλος-Κεραμεύς («Θρήνος τής Κωνσταντινουπόλεως», ΒΖ, 12, 1903, 267-272), τόν κώδικα 279 του Αρχαιολογικού Μουσείου του Βουκουρεστίου, άπό τόν όποιο τό έξέδωσε ό Δ. Ρούσσος (έφημ. Πατρίς Βουκουρεστίου, έτος Γ , άριθ. φύλλου 3620, 29 Μαίου 1903)1, καί τόν Αθηναϊκό κώδικα 3113 (φφ. 262 Γ -263 ν ). Άπό τόν τελευταίο κώδικα έξέδωσε τό κείμενο του θρήνου ό Γ. Θ. Ζώρας («Αγνωστος παραλλαγή του "Θρήνου" τής Κωνσταντινουπόλεως (κατά τόν Αθηναϊκό κώδικα 3113)», Παρνασσός, 1 (1959) 329-342* καί αυτοτελώς: Αθήναι 1959 (Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, [άριθ. 24]), δπου, σέ Παράρτημα, σσ. 19-25, άναδημοσιεύεται τό κείμενο του χειρογράφου του Βουκουρεστίου, κατά τήν έκδοση Ρούσσου. Ή έκδοση Ζώρα, μέ τό Παράρτημα, καί στον συγκεντρωτικό τόμο: Γ. Θ. Ζώρα, Περί τήν αλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, σσ. 233-253). Θρήνος τών τεσσάρων Πατριαρχείων. Ό θρήνος αυτός (102 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) εϊναι γραμμένος σέ διαλογική μορφή. Τό πατριαρχείο τής Κωνσταντινουπόλεως θρηνολογεϊ στά άλλα τρία ορθόδοξα πατριαρχεϊα τής Ανατολής τή δυστυχία που τό βρήκε, ένώ αυτά του θυμίζουν τήν έπίσης θλιβερή κατάσταση στήν οποία βρέθηκαν κάτω άπό τόν ζυγό τών άπιστων κατακτητών. Τό κείμενο του θρήνου αύτου περιέχεται στους κώδικες: 1. Οί κώδικες Ιεροσολύμων καί Βουκουρεστίου διασώζουν τήν παραλλαγή του Θρήνου της Κωνσταντινουπόλεως πού κατέγραψε ό μητροπολίτης Γάζης Παΐσιος Λιγαρίδης.
Bodleianus Mise. 302, φφ. 10Γ-13Γ, και Marcianus cl. VII, η° 43, φφ. 129Γ137Γ, καί έκδόθηκε άπό τόν Karl Krumbacher {Ein dialogischer Threnos auf den Fall von Konstantinopel Von —. München 1901 [Separat-Abdruck aus den Sitzungsberichten der philos.-philol. und der histor. Klasse der Kgl. Bayer. Akademie der Wissenschaften 1901, Heft III, σσ. 329-362]) 1 . Ματθαίου μητροπολίτου Μυρέων: Θρήνος καί κλαυθμός περί της Κωνσταντινουπόλεως. Πρόκειται γιά άπόσπασμα (στίχοι 2305-2764) του έκτενους ιστορικού στιχουργήματος του 17ου αιώνα (2860 πολιτικοί στίχοι): Ετέρα ιστορία τών κατά τήν Ούγγροβλαχίαν τελεσθέντων... ποιηθεΐσα παρά του εν άρχιερευσι πανιερωτάτου μητροπολίτου Μυρέων κυρου Ματθαίου... Όλόκληρο τό εργο γράφτηκε τό 1618 καί τυπώθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1638 2 . Νεώτερη έκδοση: É. Legrand, BGV, II, Paris 1881, σσ. 231-333 3 . Παπα Συναδηνου του Σερραίου: Θρήνος. Ό άκριβέστερος τίτλος του ποιήματος εϊναι: Περί τό γένος τών *Ρωμαίων τό πώς έγκατασταθήκαμεν καί πώς έχάσαμεν τήν Πόλιν καί δλα τά άγαθά. Τό στιχούργημα αύτό άριθμει 160 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους καί άποτελεΐ μίμηση του θρήνου του Ματθαίου Μυρέων4. Εκδόσεις: Σπυρ. Λάμπρου, «Ανέκδοτος θρήνος έπί τή άλώσει τής Κωνσταντινουπόλεως», Εστία, 22 (1886) 821-825, Του ίδιου, «Μονωδίαι καί Θρήνοι έπί τή άλώσει τής Κωνσταντινουπόλεως», δ.π., σσ. 250-256 —άπό τόν αύτόγραφο κώδικα υπ' άριθ. 153 (17ος αι.), φφ. 8Γ14Γ, τής μονής Κουτλουμουσίου του Άγιου Όρους— και Πέτρου Πέννα, « Ό Θρήνος έπί τή άλώσει τής Κωνσταντινουπόλεως του Σερραίου ιερέως Συναδινου», Σερραϊκά Χρονικά, τευχ. Α', Αθήναι 1938, σσ. 73-80. Νέα συνολική έκδοση καί του Θρήνου άλλά καί του Χρονικού τών Σερρών, μέ πλουσιότατο σχολιασμό: Paolo Odorico, avec la collaboration de S. Asdrachas, T.
1. Μέ τόν Θρήνο τών τεσσάρων Πατριαρχείων άσχολήθηκε ό S. Peter Cowe («Lament of the Four Patriarchates: Theme and Variation», Byzantinoslavica, 52 ( 1 9 9 1 ) 80-88). 2. Βλ. Κομνηνής Δ. Πηδώ νια, « Ή πρώτη έκδοση τών ιστορικών ποιημάτων του Σταυρινου καί του Ματθαίου Μυρέων», ΕΕΦΣΠΘ, Περ. Β', τευχ. Τμήματος Φιλολογίας, τόμ. 7 (1998), σσ. 199-226 + πίνακες 1-10 (άνατύπου). 3. Γιά τόν Ματθαίο Μυρέων καί τόν Θρήνο του βλ. Δ. Ρούσσου, «Θρήνος περί τής Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίου Μυρέων», Νέος Έλληνομνήμων, 6 (1909) 495-499, καί D. Russo, Studii istorice greco-române. Opere postume. Tomul I, Βουκουρέστι 1939, σσ. 159-179. Επίσης, μέ λεπτομερή άνιχνευση τής βυζαντινής κληρονομιάς: Alfred Vincent, «Byzantium regained? The History, Advice and Lament by Matthew of Myra», Θησαυρίσματα, 28 ( 1 9 9 8 ) 275-347. 4. Βλ. τό μελέτημα του Δ. Ρούσσου, «Παπα Συναδηνός καί Ματθαίος ό Μυρέων», NE, 24 (1938) 1229-1232.
Karanastassis, Κ. Kostis, S. Petmezas, Conseils et mémoires de Synadinos prêtre de Serres en Macedoine (XVIIe siècle), Paris 1996. Άλλωστε, άν στά χρόνια πρίν άπό τήν Άλωση μιά σειρά άπό χρησμολογικά κείμενα προφήτευε άπαισιόδοξα τήν καταστροφή, μετά άπό αυτήν οί χρησμοί που έμφανιζονται άντανακλουν τήν πεποίθηση του Γένους γιά τον σύντομο τερματισμό τής τουρκικής κυριαρχίας, πού θά πραγματοποιηθεί μέ τήν έπέμβαση θειων καί μυστικών δυνάμεων1. Ή δημιουργική λογοτεχνία του φραγκοκρατούμενου έλληνισμου (Ρόδος, Επτάνησος, Κύπρος, Πελοπόννησος, Κρήτη)
Δημιουργική δμως λογοτεχνία στις λεγόμενες χώρες τής Διασπορας καί στις τουρκοκρατούμενες έλληνικές περιοχές δέν υπάρχει. Τό άντίθετο συμβαίνει στις φραγκοκρατούμενες έλληνικές περιοχές πού τελούσαν κάτω άπό τήν πνευματική έπίδραση τών χωρών τής δμτικής Εύρώπης. "Ετσι στή Ρόδο έχουμε πολύ νωρίς (μέσα του 15ου αιώνα) τή γνωστή συλλογή έρωτικών ποιημάτων πού φέρει τον τίτλο Καταλόγια. Στίχοι περι έρωτος και άγάπης, πού παραδίδεται άπό τό χειρόγραφο Additional n° 8241 (του 15ου αιώνα, φφ. 165 Γ -202 ν ) του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου2 καί έκδόθηκε γιά πρώτη φορά άπό τον Wilhelm Wagner ( Άλφάβητος τής αγάπης. Das ABC der Liebe. Eine Sammlung rhodischer Liebeslieder, zum ersten Male herausgegeben, metrisch übersetzt und mit einem Wörterbuche versehen, von —. Leipzig 1879) 3 . Ή ιδια συλλογή (714 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι) εϊναι γνωστή καί μέ άλλους τίτλους καί ιδίως μέ τον τίτλο Έρωτοπαίγνια, τον όποιο έδωσαν στά λυρικά αύτά ποιήματα οί έκδοτες τους Hesseling καί Pernot. Ό γνωστός κώδικας τής Βιέννης Vindob. Theol. Gr. 244 (του 16ου αιώνα) διασώζει καί μιάν άλλη συλλογή άπό παρόμοια έρωτικά ποιήματα, πού έκδόθηκε γιά πρώτη φορά άπό τον Ε. Legrand (Recueil de
1. Γιά τούς χρησμούς γενικά βλ. τό άρθρο του Κ. θ. Δημαρα, «Οι χρησμοί στήν νέα μας ιστορία. Έράνισμα», Εκλογή, 3 ( 1 9 4 7 ) 196-203. 2. Ή λέξη καταλόγι σημαίνει: δημοτικό (έρωτικό) τραγούδι. 3. Νεώτερη κριτική έκδοση έγινε άπό τούς D. C. Hesseling καί Η. Pernot: Έρωτοπαιγνια (Chansons d'amour). Publiées d'après un manuscrit du XVe siècle avec une traduction, une étude critique sur les Έκατόλογα (Chanson des cent mots), des observations grammaticales et un index par —. Paris-Athènes 1 9 1 3 (= Bibliothèque grecque vulgaire, tome X).
chansons populaires grecques, σσ. 10-71)1. Τέλος, σέ ορισμένα φύλλα (118Γ121Γ καί 124 ν ) του νεαπολιτικου χειρογράφου III. Β. 27 (του 16ου αιώνα) περιέχονται έξι ποιήματα (τέσσερα σέ οκτασύλλαβους καί δύο σέ δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους) άνάλογα μέ έκεΐνα τών δύο παραπάνω χειρογράφων (Λονδίνου καί Βιέννης)2. Έπίσης, ό Εμμανουήλ Λιμενίτης μας έδωσε ένα έμμετρο χρονικό σέ 644 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους (οί 17 πρώτοι εϊναι άνομοιοκατάληκτοι) γιά τό θανατικό (τήν πανώλη) που έπεσε στή Ρόδο στά 14981499 3 . Τό κείμενο αυτό εξέδωσαν ό G. Wagner (Carmina, σσ. 32-52) καί ό É. Legrand, (BGV, I, σσ. 203-225) άπό τόν κώδικα Paris. Gr. 2909, φφ. 69Γ-90ν. Άπό τά Επτάνησα (Κέρκυρα) κατάγεται ό Ιάκωβος Τριβώλης (ci. 14901547), πού, δπως είδαμε στό Γ' Κεφάλαιο, έγραψε σέ δημοτική γλώσσα καί τύπωσε στή Βενετία (τό 1528), δπου ζούσε, τό ιστορικό στιχούργημα Ιστορία του Ταγιαπιέρα. Στό έργο αυτό, πού άποτελεΐται άπό 313 τροχαϊκούς —ορισμένοι εϊναι ιαμβικοί— οκτασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, ό ποιητής υμνεί τά κατορθώματα του ομώνυμου Βενετού πλοιάρχου. Στή Βενετία τυπώθηκε (1543) καί τό έρωτικό ποίημα του Τριβώλη Ιστορία του ρε της Σκότζιας με τήν ρήγισσα της Έγγλιτέρρας, πού εϊναι έπίσης γραμμένο στή δημοτική γλώσσα άλλα σέ ιαμβικούς (376) δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Τό στιχούργημα αυτό εϊναι έμμετρη διασκευή διηγήματος άπό τό Decamerone του Boccaccio (1313-1375) 4 . Άπό τήν Επτάνησο (Ζάκυνθο) κατάγεται καί ό Μάρκος Δεφαράνας 1. Νεώτερη έκδοση τής ΐδιας συλλογής έδωσε ό Hubert Pernot: Chansons populaires grecques des XVe et XVIe siècles publiées et traduites par —. Paris 1 9 3 1 [Collection de l'Institut néo-hellénique de l'Université de Paris, Fasc.8]. 2. Βλ. Γ. Θ. Ζώρα, Δημώδη ποιήματα αγνώστου συγγραφέως (κατά τόν κώδικα III. Β. 27 της Βιβλιοθήκης της Νεαπόλεως), Αθήναι 1955 (Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, [άριθ. 9]). 3. Μέ ορθά έπιχειρήματα ό Arnold Fr. van Gemert προτείνει «νά διαγραφεί ό Εμμανουήλ Γεωργηλας ώς ποιητής του Θανατικού της Ρόδου [καί τής Ιστορικής έξηγήσεως περι Βελισαρίου: βλ. παραπάνω] καί νά άντικαταστήσουμε τό λανθασμένο αύτό όνομα μέ τό σωστό Εμμανουήλ (ό έπιλεγόμενος Γεωργηλας) Λιμενίτης» («Εμμανουήλ Λιμενιτης καί οχι Εμμανουήλ Γεωργηλας», Άντίχαρη, σ. 112). Γιά ορισμένα προβλήματα του έργου του Λιμενίτη βλ. τήν πρόσφατη έργασία του G. S. Henrich (ο.π., 319-329). 4. Τά δύο ποιήματα του Τριβώλη έκδόθηκαν άπό τόν Ε. Legrand (Collection de monuments pour servir à Γ étude de la langue néo-hellénique. N° 13, Athènes 1871, καί N° 3, Athènes 1869, άντίστοιχα) καί σέ νεώτερη έκδοση άπό τόν Johannes Irmscher: Ιακώβου Τριβώλη, Ποιήματα. Herausgegeben, übersetzt und erklärt von —. Akademie-Verlag,
(1503-1575 ci.)1, στον όποιο άνήκουν έπίσης δύο ποιήματα: οί Λόγοι διδακτικοί του πατρός προς τόν υιό ν καί ή Ιστορία της Σωσάννης2. Τά ποιήματα αύτά έχουν γραφεί σέ δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους (788 καί 376, άντιστοιχα) και χαρακτηρίζονται γιά τό έντονο χριστιανικό χρώμα τους. Εκδόθηκαν γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1543 καί τό 1569 3 , άντιστοιχα. Άπό τή Ζάκυνθο, πιθανότατα, προέρχεται καί τό άχρονολόγητο σύντομο στιχούργημα (198 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) Περί γέροντος νά μην πάρη κορίτσι\ Σέ μιά ν άλλη φραγκοκρατούμενη περιοχή, στήν Κύπρο, άνάμεσα στά χρόνια 1546-1570, δηλαδή πριν άπό τήν άλωση τής μεγαλονήσου άπό τούς Τούρκους (1571), έχουμε μιά σειρά άπό έρωτικά ποιήματα, γνωστά μέ τόν γενικότερο τίτλο Κυπριακά έρωτικά ποιήματα. Τά ποιήματα αύτά (156 συνολικά) Berlin 1956 [Deutsche Akademie der Wissenschaften zu Berlin. Institut für griechischrömische Altertumskunde. Berliner byzantinistische Arbeiten, Band 1]. Γιά τόν Τριβώλη βλ. καί τή μελέτη τής Κατερίνας Ζαρίνη, « Ό Κερκυραίος στιχουργός Ιάκωβος Τριβώλης. (Στοιχεία άπό τό Ιστορικό Άρχεϊο Κερκύρας, 1515-1546)», Έώα και Έσπέρια, 1 ( 1 9 9 3 ) 145-189. 1. Πλήθος άπό νέα βιογραφικά καί έργογραφικά στοιχεία γιά τόν Δεφαράνα μας προσφέρει ή έργασία του Στέφανου Κακλαμάνη, «Μάρκος Δεφαράνας (1503-1575;), Ζακύνθιος στιχουργός του 16ου αιώνα», Θησαυρίσματα, 21 (1991) 210-315. Ό Κακλαμάνης άντλησε πλούσιο άρχειακό υλικό γιά τους Τριβώλη - Δεφαράνα - Βεντράμο άπό τό Archivio di Stato di Venezia, άπό τό όποιο ώς τώρα τυπώθηκε μόνο τό τμήμα αυτό γιά τόν Δεφαράνα. 2. Τά δύο ποιήματα του Δεφαράνα έκδόθηκαν, άντιστοιχα, άπό τή Sitsa Karaiskakis, «Das Lehrgedicht Λόγοι διδακτικοί του πατρός προς τόν υίόν von Markos Depharanas 1543», Λαογραφία, 11 ( 1 9 3 4 / 1 9 3 7 ) , 1-66. Ανατύπωση άπό τήν πρώτη έκδοση: Βενετία, 1543. (Γιά τήν έκδοση αυτή βλ. τή βιβλιοκρισία του Δημ. Ίω. Γεωργακα, ΕΕΒΣ, 11, 1935, 507-510, καί τό μελέτημα του Μ. Κριαρα, «Παρατηρήσεις εις τούς Διδακτικούς λόγους του Μάρκου Δεφαράνα», Άθηνα, 46, 1935, 1 3 6 - 1 5 2 = Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 59-75) καί τόν É. Legrand (BGV, I, σσ. 269-280). Ό Δημήτρης Μιχαηλίδης έντόπισε «Il modello italiano délia Ιστορία τής Σωσάννης di Marco Defaranas», Italia e Grecia: Due culture a confronto, σσ. 157-167. 3. Φωτοτυπική έπανέκδοση τής έκδοσης αύτής, μέ εισαγωγή, έπιλογή βιβλιογραφίας καί γλωσσάριο του Γ. Κεχαγιόγλου, έγινε στή σειρά «Λαϊκά λογοτεχνικά έντυπα», άριθ. 1, σσ. 1 5 1 κέ. τής Εκδοτικής Έρμης EILE., [Αθήνα 1982]. 4. Τό κείμενο παραδίδεται άπό τόν κώδικα Vindob. Theol. Gr. 244 (φφ. 129 ν -130 ν ) καί έκδόθηκε άπό τόν G. Wagner (Carmina, σσ. 106-111). Γιά τήν έκδοση αύτή βλ. Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, «Παρατηρήσεις εις μεσαιωνικά κείμενα», ΕΕΦΣΠΑ, 13 ( 1 9 6 2 - 1 9 6 3 ) 364-366. Βλ. καί τή μελέτη του Γιώργου Δανέζη, «Senex amans: Τό δημώδες ποίημα γιά τόν γέρο καί τό κορίτσι (Περί γέροντος)», «Neograeca Medii Aevi IV», 427-454.
πού παραδίδονται άπό τό Μαρκιανό χειρόγραφο του 16ου αιώνα App. Gr., classe IX, η° 32 (collocazione 1287), φφ. SMJCT1, γράφτηκαν άπό άγνωστο ποιητή του 16ου αιώνα (στή δημοτική κυπριακή διάλεκτο2 και σέ μέτρα πού
1. Κριτική έκδοση τών Κυπριακών ερωτικών ποιημάτων έγινε άπό τήν Thémis Siapkaras-Pitsillidès τό 1 9 5 2 (καί νεώτερη, άπό τήν ίδια: Le Pétrarquisme en Chypre. Poèmes d'amour en dialecte chypriote d'après un manuscrit du XVIe siècle. Texte établi et traduit avec le concours de Hubert Pernot. Deuxième édition. Société d'édition Les Belles Lettres - Paris, Athènes 1 9 7 5 [Collection Connaissance de la Grèce, dirigée par Octave Merlier]). Ή ιδια πάλι έκδότρια έτοίμασε γιά τό έλληνικό κοινό καί τήν έκδοση: Θέμ. Σιαπκαρα-Πιτσιλλίδου, Ό Πετραρχισμός στην Κύπρο. Ρίμες άγάπης άπό χειρόγραφο του 16ου αιώνα μέ μεταφορά στην κοινή μας γλώσσα. Αθήνα 1976. Μερική έκδοση τών ίδιων ποιημάτων είχε γίνει παλαιότερα άπό τον É. Legrand (BGV, II, σσ. 58-93). Ιταλικά πρότυπα ποιημάτων του κυπριακου canzoniere έπισήμανε και ό Vincenzo Pecoraro («Primi appunti sul canzoniere petrarchista di Cipro», Miscellanea Neogreca, 97-127), ένώ ό Σωτήριος Α. Γεωργιάδης ( « Ό άνώνυμος ποιητής του χειρογράφου τής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης τής Βενετίας», Έπετηρις του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, 19, 1992, 531-546) υποστηρίζει δτι ποιητής του canzoniere είναι ό Etienne de Lusignan, ό συγγραφέας τής Chorograffia· στόν ίδιο τόμο τής Έπετηρίδος, σσ. 5 1 5 - 5 3 0 (= Ντέϊβιντ Χόλτον, Μελέτες γιά τον «Έρωτόκριτο» και άλλα νεοελληνικά κείμενα, Εκδόσεις Καστανιώτη, [Αθήνα 2000], σσ. 209-236), ό David Holton συγκρίνει τά κοινά σημεία τής πνευματικής παραγωγής Κρήτης καί Κύπρου: «Cyprus and the Cretan Renaissance: a preliminary study of some cultural connections». Εξάλλου, ή "Ελση Μαθιοπούλου-Τορναρίτου έδωσε έως τώρα δύο προκαταρκτικά μελετήματα έν όψει τής νέας έκδοσης πού έτοιμάζει: «Lyrik der Spätrenaissance auf Zypern. Beobachtungen und Notizen zum codex Marc. Gr. IX, 32», Folia Neohellenica, 1 ( 1 9 8 5 - 1 9 8 6 ) 62-159, καί «Προτάσεις καί παράμετροι γιά μιά νέα έκδοση του κυπριακου άναγεννησιακου Canzoniere τής Μαρκιανής», «'Αρχές τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Β', 352-390. Γιά τις Ρίμες Άγάπης βλ. καί τό μελέτημα του Κώστα Π. Κύρρη, «Αισθητική καί φιλολογική παιδεία τών "ποιητών" τών Ριμών Άγάπης. Εσωτερικές ποιοτικές διαφορές, ''λαϊκά" καί "λόγια" στοιχεία, καί ιστορικότητα», «Neograeca Medii Aevi IV», 347-367. 2. Πρέπει νά σημειωθεί έδώ δτι πριν άπό τά Κυπριακά έρωτικά ποιήματα, κατά τον 14ο αιώνα, μεταφράστηκαν άπό τή γαλλική -γλώσσα στή δημοτική διάλεκτο τής Κύπρου οι Άσσίζες (κείμενα άστικής νομοθεσίας) καί δτι στόν έπόμενο (15ο) αιώνα γράφτηκε τό Χρονικόν του Λεοντίου Μαχαίρα καί ή Χρονογραφία του Γεωργίου Βουστρωνίου (βλ. καί παραπάνω: Κεφ. Γ'). Τών τριών αυτών κειμένων βλέπε, άντίστοιχα, τις έκδόσεις τών: Κ. Ν. Σάθα, Άσίζαι του Βασιλείου τών Ιεροσολύμων και τής Κύπρου, έν Παρισίοις 1877 [καί φωτοανατύπωση: Εκδόσεις Βασιλείου Ν. Γρηγοριάδη, Αθήναι 1972] (= Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. 6, έν Βενετία 1877). — R. M. Dawkins, Leontios Makhairas. Récital concerning the Sweet Land of Cyprus entitled «Chronicle». Edited with a translation and notes by —. Vol. I-II, Oxford, at the Clarendon Press, 1932. — Κ. Ν. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμ. 2, Venetiis 1873, σσ. 411-543. Νέα έκδοση του Χρονικού του Μαχαίρα: Λεόντιος Μαχαίρας, Χρονικό τής Κύπρου. Παράλληλη διπλωματική έκδοση τών χειρογρά-
χρησιμοποιούσαν οί Ιταλοί ποιητές τής Αναγέννησης1) κάτω άπό τό πνεύμα καί τήν παράδοση του πετραρχισμου, δηλαδή κάτω άπό τήν έπίδραση πού ειχε άσκήσει μέ τήν ποίησή του στις χώρες τής δυτικής Εύρώπης ό μεγάλος Ιταλός λυρικός ποιητής Francesco Petrarca (1304-1374) 2 . Αξίζει νά άναφέρουμε δτι άνάμεσα στά ποιήματα αύτά βρίσκουμε τα πρώτα έλληνικά σονέτα. Κατά τήν ίδια περίπου έποχή (1520) ό Γιοϋστος Γλυκός (f 1522) γράφει στήν Κορώνη τα παραινετικό στιχούργημα Πένθος θανάτου, ζωής μάταιον και προς Θεόν επιστροφή. Αριθμεί 632 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους καί τυπώθηκε στή Βενετία τό 1524, τό 1528, τό 1543 καί τό 1564. Τελευταία τό ποίημα έξέδωσε ό Γ. Θ. Ζώρας («Πένθος θανάτου, ζωής μάταιον και προς Θεόν επιστροφή», Αθήναι 1970 [Βιβλιοθήκη Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας, Αθήναι, άριθ. 49]) άπό τόν κώδικα Neapolit. Gr. HI. Β. 27, του 16ου β(ώνά, φφ. 1Γ-12Γ. Απηχήσεις του ποιήματος βρίσκουμε στήν Έρωφίλη, στον Έρωτοκριτο, στον Κρητικά Πόλεμο του Ανθίμου Διακρούση3, κ.ά. * *
*
φων. Εισαγωγή - Επιμέλεια: Μιχάλης Πιερής - Άγγελ Νικολάου-Κονναρή. Λευκωσία 2 0 0 3 [Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Πηγές καί Μελέτες τής Κυπριακής Ιστορίας, XLVIII]. Εξάλλου, τό παραπάνω έργο του Βουστρωνίου (ή Χρονογραφία) έπανεκδόθηκε τό 1989 άπό τήν Εκδοτική Εταιρεία «Φιλόκυπρος» (Λευκωσία), μέ έπιμέλεια καί σημειώσεις Άντρου Παυλίδη, ένώ τό 1997 κυκλοφόρησε ή πληρέστατη λαμπρή έκδοση: Τζώρτζης (Μ)πουστρους (Γεώργιος Βο(σ)τρ(υ)ηνός ή Βουστρώνιος), Διήγησις Κρονίκας Κύπρου. Κριτική έκδοση, Εισαγωγή, Σχόλια, Γλωσσάρι, Πίνακες καί Επίμετρο: Γιώργος Κεχαγιόγλου. Λευκωσία 1997 [Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, Πηγές καί Μελέτες τής Κυπριακής Ιστορίας, XXVII]. 1. Βλ. σχετικά Thémis Siapkaras-Pitsillidès, Le Pétrarquisme en Chypre, σσ. 38 κ.έ., Θέμ. Σιαπκαρα-Πιτσιλλίδου, Ό Πετραρχισμός στήν Κύπρο, σσ. 4 1 κ.έ. Άπό τή νεώτερη βιβλιογραφία βλ. Lucia Marcheselli Loukas, «Ρίμες άγάπης: Modelli ritmici dell' endecasillabo cipriota», Θησαυρίσματα, 21 (1991) 316-346, Τής ίδιας, «Strutture e metrica dei sonetti petrarcheschi nelle traduzioni cipriote del XVI secolo», Testi letterari italiani tradotti in greco (dal '500ad oggi)y σσ. 73-88, καί Massimo Pen, «Ει τις τά ξένα μάχεται... Interferenze metriche italo-greche nel canzoniere petrarchista di Cipro», αυτόθι, 57-67. 2. Γιά τόν πετραρχισμό στήν 'Ελλάδα βλ. καί Κ. Μητσάκη, Ό Πετραρχισμός στην *'Ελλάδα. 'Ανθολογία ελληνικού σονέτου. Θεσσαλονίκη 1973. Γιά τά Κυπριακά έρωτικα ποιήματα βλ. ιδίως τις σσ. VIII-IX (σσ. 1-6 άνθολόγηση 10 κυπριακών ποιημάτων). 3. Βλ. Κομνηνής Δ. Πηδώνια, «Στίχοι του Πένθους θανάτου στον Κρητικό πόλεμο του Άνθιμου Διακρούση», 'Ελληνικά, 27 ( 1 9 7 4 ) 160-162.
Ή Κρήτη, δπως είναι γνωστό, έμεινε κάτω άπό τήν κατοχή τών Βενετών άπό τό 1211 ως τό 1669. Κατά τούς δύο πρώτους αιώνες τής βενετικής κυριαρχίας (ιδιαίτερα ώς τό δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνα) δέν παρατηρείται στή μεγαλόνησο άξιόλογη άνάπτυξη τής λογοτεχνίας. Ή λογοτεχνική παραγωγή τής περιόδου αυτής περιορίζεται σέ δ,τι διέσωσε ή προφορική παράδοση (τραγούδια άκριτικά, λυρικά, «παραλογές»)1. Σύμφωνα μέ τά πορίσματα έρευνών στό Κρατικό Αρχείο τής Βενετίας2, ό Κρητικός ποιητής Στέφανος Σαχλίκης έζησε (και έπομένως έγραψε τά ποιήματά του) κατά τό δεύτερο ήμισυ του 14ου μ.Χ. αιώνα (± 1331 - μετά τό 1391) 3 καί δχι κατά τά τέλη του 15ου, δπως πιστευόταν ώς τό 1976. Έπομένως δέν θά πρέπει νά μιλούμε πλέον γιά πλούσια λογοτεχνική παραγωγή που άρχιζει στήν Κρήτη μετά τήν άλωση τής Πόλης (1453) και διαιρείται σέ δύο μεγάλες περιόδους: 1) στήν περίοδο τής προετοιμασίας (1453-1590) καί 2) στήν περίοδο τής άκμής (1590-1669) 4 , άλλά γιά δύο πάλι περιόδους (καί μέ τις ίδιες ονομασίες) που έχουν δμως άλλη άφετηρία καί πού έκτείνονται — συνεπώς— σέ μεγαλύτερα χρονικά πλαίσια: α') δεύτερο ήμισυ του 14ου αιώνα εως 1590 και β') 1590-1669. Κατά τήν πρώτη περίοδο συνεχίζεται ή βυζαντινή παράδοση καί παρατηρείται ή έπίδραση τής δυτικής λογοτεχνίας του Μεσαίωνα5. Ή ποιητική παρα1. Βλ. M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σ. 7. 2. "Οπως έκτέθηκαν στό Δ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο (Ηράκλειο, 29 Αύγ.-3 Σεπτ. 1976), μέ τήν άνακοίνωση του Όλλανδου μελετητή Arnold Fr. van Gemert (σέ συνεργασία M. Ι. Μανούσακα): « Ό δικηγόρος του Χάντακα Στέφανος Σαχλίκης ποιητής του ΙΔ' καί όχι του ΙΕ' αιώνα» (βλ. Πεπραγμένα του Δ' Διεθνούς Κρητολογικοΰ Συνεδρίου, τόμ. 2, Αθήνα 1981, σσ. 215-231)· βλ. καί τήν έκτενέστερη μελέτη του Arnold Fr. van Gemert, « Ό Στέφανος Σαχλίκης καί ή έποχή του», Θησαυρίσματα, 17 ( 1 9 8 0 ) 36-130. Όρισμένες έπιφυλάξεις του Στ. Αλεξίου γιά τήν πρώιμη τοποθέτηση του Σαχλίκη τις άντέκρουσε ό Μ. I. Μανούσακας: « Ό Στέφανος Σαχλίκης ποιητής του 14ου αιώνα (οριστική τοποθέτηση)», Ελληνικά, 41 ( 1 9 9 0 ) 120-127, όπου καί ή σχετική βιβλιογραφία. Άπό τή μεταγενέστερη περί Σαχλίκη βιβλιογραφία βλ. καί τό μελέτημα του ίδιου, «Απηχήσεις του Στέφανου Σαχλίκη στό έργο του Λεονάρδου Ντέλλαπόρτα», Λοιβή εις μνήμην ''Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού, 'Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ήράκλειον 1994, σσ. 187-193. 3. Βλ. Arnold Fr. van Gemert, « Ό Στέφανος Σαχλίκης καί ή έποχή του», ο.π., σσ. 3 8 καί 55-58. 4. Βλ. M. Ι. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σ. 13. 5. Βλ. M. I. Μανούσακα, δ . π σ σ . 13 καί 28 (στή σημ. 2 ή βιβλιογραφία). Γιά τήν έπίδραση της ιταλικής λογοτεχνίας στήν πρώιμη περίοδο της κρητικής λογοτεχνίας έγραψε καί ό Ν. Μ. Παναγιωτάκης («The italian Background of early cretan literature», Dumbarton Oaks Papers, 49 ( 1 9 9 5 ) 281-323. Καί σέ ιταλική μετάφραση Cristiano Luciani: «Modelli italiani nella letteratura cretese delle origini», Sincronie. Rivista semestrale di
γωγή τής περιόδου αυτής δέν είναι έξαιρετικου ένδιαφέροντος1. Ή γλωσσική μορφή τών ποιητικών κειμένων είναι άνάμεικτη άπό στοιχεία δημοτικά καί στοιχεία λόγια. Κοινό χαρακτηριστικό τών ποιημάτων τής περιόδου αυτής είναι ή ομοιοκαταληξία (γιά τήν καθιέρωση τής όποιας βλ. παρακάτω). Τά ποιήματα τής πρώτης περιόδου τής κρητικής λογοτεχνίας κατατάσσονται, σύμφωνα μέ τό περιεχόμενο τους, στις έξής κατηγορίες: α') Ποιήματα διδακτικά ή παραινετικά, βΟ Ποιήματα σατιρικά, γ') Ποιήματα έρωτικά καί δ') Ποιήματα ιστορικά2. Στήν πρώτη, βέβαια, κατηγορία άνήκουν καί τά ποιητικά έργα του Κρητικού ποιητή (άπό τόν Χάνδακα) Λεονάρδου (Λινάρδου) Ντελλαπόρτα (περί τό 1330-21 Ίουλ. 1419/12 Ίουν. 1420), πού χάνει πλέον τό προνόμιο «του πρώτου Κρητικού ποιητή», δηλαδή τέσσερα στιχουργήματα: ενα έκτενές (3166 στίχοι) σέ διαλογική μορφή («Ερωτήματα καί άποκρίσεις Ξένου και Αληθείας») καί τρία συντομότερα («Λόγος του άμαρτωλου Λεονάρδου Τελλαμπόρτα περί άνταποδόσεως καί ύπομνηστικόν τής έαυτου ψυχής», «Στίχοι θρηνητικοί τραγωδηθέντες έν τή είρκτή Λεονάρδου Τελλαμπόρτα άδόμενοι εις τόν Έπιτάφιον Θρήνο ν», καί «Λόγοι παρακλητικοί του προκριμένου Λεονάρδου Τελλαμπόρτα καί ύπομνηστικόν προς τόν δεσπότην Χριστόν καί προς τήν Θεοτόκον»), τά όποια γράφτηκαν δταν ό Ντελλαπόρτας ήταν φυλακισμένος (μετά άπό τις 24 Ίουλ. 1403 και πριν άπό τις 29 Δεκ. 1411). Και τά τέσσερα αύτά κείμενα άνακάλυψε ό M. I. Μανούσακας (τό 1953) στον υπ* άριθ. 140 κώδικα τής μονής Παντοκράτορος του Άγιου Όρους3. Ήθικοθρησκευτικου περιεχομέletterature, teatro e sistemi di pensiero, Anno II, fasc. 3 (gennaio-giugno 1998) σσ. 59107). 1. Γιά τήν πρώτη περίοδο τής κρητικής λογοτεχνίας («κατάσταση της έρευνας», «πορίσματα τής βιβλιογραφίας τών τελευταίων τριάντα χρόνων») βλ. τήν έπισκόπηση του Σ. Λαμπάκη, « Ή πρώτη περίοδος τής κρητικής λογοτεχνίας», Μαντατοφόρος, τευχ. 33 (Ιούν. 1991), σσ. 11-15. Πολύ χρήσιμη είναι ή συνθετική παρουσίαση όλης της πρώιμης κρητικής λογοτεχνίας πού έπιχειρει ό Arnold Fr. van Gemert στό άρθρο του «Literary antecedents» (βλ. τόν τόμο Literature and Society in Renaissance Crete, σσ. 49-78 (= Λογοτεχνία και κοινωνία στην Κρήτη τής 'Αναγέννησης, σσ. 59-94: «Λογοτεχνικοί πρόδρομοι») καί στό νεώτερο μελέτημά του «Οί χαμένες γενιές τής Κρήτης», Ροδωνιά, Β', 599-620. 2. Βλ. M. I. Μανούσακα, δ.π., σ. 13. 3. Τά βιογραφικά του Ντελλαπόρτα, ή χειρόγραφη παράδοση, ό τόπος καί ό χρόνος συγγραφής, οι πηγές καί τα πρότυπα, ή δομή καί ή θεματική, ή γλώσσα καί τό μέτρο, ό γραμματολογικός χαρακτήρας καί ή γενική άξιολόγηση τών παραπάνω τεσσάρων ποιημάτων, άποτελουν τά περιεχόμενα έκτενους (σσ. 197) καί τεκμηριωμένης Εισαγωγής τής σπουδαίας έκδοσης: Λεονάρδου Ντελλαπόρτα, Ποιήματα (1403/1411). "Εκδοση κριτική, Εισαγωγή, Σχόλια καί Ευρετήρια M. I. Μανούσακα. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρο ν Έρεύνης
νου είναι έπίσης τά εργα: τό Περί ξενιτείας άνώνυμο ποίημα τών άρχών του 15ου αιώνα1, ή Ρίμα Παρηγορητική (± 1425, 302 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι), οί Λόγοι Διδακτικοί (πριν άπό τό 1430, 326 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) και ό κάπως παραμελημένος άπό τήν ερευνά «δραματικής μορφής» Θρήνος εις τά Πάθη καί τήν Σταυρωσιν του Κυρίου καί Θεου καί Σωτήρος ήμών Ίησου Χρίστου (έργο σύγχρονο μέ τό Ιστορία καί "Ονειρο —βλ. παρακάτω—, 404 δεκαπεντασύλλαβων ομοιοκατάληκτων στίχων) του Μαρίνου Φαλιέρου (± 1395-1474, βλ. παρακάτω)2, ό Άπόκοπος του Μπεργαδή (τέλη του 14ου ή πρώτες δεκαετίες του 15ου αιώνα3 [καί, πάντως, πριν άπό τό 1509, ετος τής πρώτης εκδοσής του4]) —τό εργο άριθμει 558 δετού Μεσαιωνικού καί Νέου 'Ελληνισμού, Αθήνα 1995, δπου καί ή παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. 1. Τό ποίημα αύτό παραδίδεται άπό τόν κώδικα Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 223 Γ -226 Γ , καί άπό τόν Αθηναϊκό έλληνικό κώδικα 701, φφ. 202 Γ -215 ν . Άπό τόν πρώτο κώδικα τό έξέδωσαν ό Κ. Ν. Σάθας (Πανδώρα, 22, 1871, 4 7 2 - 4 7 8 ) καί ό G. Wagner (Carmina, σσ. 203-220), καί άπό τόν δεύτερο ό Ιωάννης Καλιτσουνάκης (Ή έξ 'Αθηναϊκού κώδικος παραλλαγή του «Περί ξενιτείας» ποιήματος. Ύπό — . Έν Αθήναις 1930 [= Πραγματειαι της 'Ακαδημίας * Αθηνών, τόμ. Α', άριθ. 6]). Στον πρώτο κώδικα τό ποίημα άριθμει 546 δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους καί στον δεύτερο 541. Νέα ολοκληρωμένη κριτική έκδοση του ποιήματος «Περί ξενιτείας» πραγματοποίησε ό Γιάννης Κ. Μαυρομάτης (Τά «Περί τής ξενιτείας» ποιήματα. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σχόλια καί λεξιλόγιο Γιάννη Κ. Μαυρομάτη. Δήμος Ηρακλείου - Βικελαία Βιβλιοθήκη, Ήράκλειον 1995). 2. Τό πρώτο ποίημα του Φαλιέρου παραδίδεται άπό τούς κώδικες Ambros. Υ 89 sup., φφ. 77 ν -83 ν , Laur. Ashburnh. 1549, φφ. 22 r -28 v , καί Neapol. Gr. III. Β. 27, φφ. 168 r 173 ν , καί έκδόθηκε κριτικά άπό τούς W. F. Bakker - Α. F. von Gemert («The Ρίμα Παρηγορητική of Marinos Phalleros. A critical édition with introduction, notes and index verborum», Studia Byzantina et Neohellenica Neerlandica, E. J. Brill, Leiden 1972, σσ. 74-195). Τό δεύτερο ποίημα περιέχεται στά φφ. 411 Γ -424 Γ του κώδικα Vallicell. 39 (C 46) καί έκδόθηκε άπό τόν Γ. Θ. Ζώρα ( « Ό ποιητής Μαρίνος Φαλιέρος. 2. Λόγοι Διδακτικοί», Κρητικά Χρονικά, 2, 1948, 213-234) καί τούς W. F. Bakker καί Α. F. van Gemert (The Λόγοι Διδακτικοί of Marinos Phalieros. A critical édition with introduction, notes and index verborum. By —. E. J. Brill, Leiden 1977 [Byzantina Neerlandica, Fasc. 7]). Κριτική έκδοση του τρίτου ποιήματος (άπό τόν κώδικα Tüb. Mb 27, φφ. 170 r -184 r ) μας έδωσαν πρόσφατα οί Wim F. Bakker καί Arnold F. van Gemert: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2002. 3. Σύμφωνα μέ τόν Α. F. van Gemert («Μερικές παρατηρήσεις στον Λπόκοπο του Μπεργαδή», 'Αφιέρωμα στον καθηγητή Λίνο Πολίτη, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 34): «Μέ όλες τις έπιφυλάξεις πού διατύπωσα παραπάνω, ό Λπόκοπος θά πρέπει νά χρονολογηθεί περίπου τήν ίδια περίοδο μέ τό ποιητικό έργο του Φαλιέρου, ϊσως καί λίγο πιο πριν». 4. "Οπως προκύπτει άπό άντίτυπο τής έκδοσης αυτής, πού τό άνακάλυψε ή Evro Layton («Zacharias and Nikolaos Kallierges and the first édition of the Apokopos of Bergadis», Θησαυρίσματα, 20, 1990, 206-217) στή Δημοτική Βιβλιοθήκη τής μικρής γαλ-
καπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και παραδίδεται άπό τους κώδικες Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 98 ν -103 Γ , και Vatic. Gr. 1139, φφ. 86 ν -132 Γ , που είναι άντίγραφο μιας άπό τις δύο πρώτες έκδόσεις του έργου (Βενετία 1509 καί 1534)—\ ό Θρήνος τής Θεοτόκου (192 δεκαπεντασύλλαβοι άνομοιοκατάληκτοι στίχοι, γραμμένοι άνάμεσα στά χρόνια 1488/9-1491/2) 2 καί ή στιχούργηση τών «Χαιρετισμών τής Θεοτόκου» (έγινε λίγο πριν άπό τό 1493, έπίσης σέ δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους) του λόγιου φιλενωτικου ιερέα —έπειτα Ιωσήφ έπισκόπου Μεθώνης— Ιωάννου Πλουσιαδηνου (ci. 1429-1500) 3 , ΉΚοσμογέννησις του Γεωργίου Χούμνου, λικής πόλης Sélestat (Schlettstadt) τής Αλσατίας. Περισσότερα γιά τήν έκδοση αυτή καί γιά τό κείμενο της βλ. στο έκτενές μελέτημα του Ν. Μ. Παναγιωτάκη, «Τό κείμενο τής πρώτης έκδοσης του Άπόχοπου. Τυπογραφική καί φιλολογική διερεύνηση», Θησαυρίσματα, 21 ( 1 9 9 1 ) 89-209. Ό Παναγιωτάκης προχωρεί στήν «Κριτική μεταγραφή μέ βάση τήν πρώτη έκδοση (4509)», ή οποία θέτει τό πρόβλημα νέας κριτικής έκδοσης του Άπόχοπου. Μετά τήν άνακοίνωση τής άνεύρεσης' τής πρώτης έκδοσης του Άπόχοπου, άκολούθησε ή δημοσίευση ένός σημαντικού άριθμοΰ μελετημάτων γύρω άπό τό κείμενο αύτό. Μνημονεύονται ιδιαίτερα δύο έργασίες του Μιχ. Λασσιθιωτάκη: «Apokopos 183-220: Remarques sur Γ anticléricalisme de Bergadis», Θησαυρίσματα, 22 (1992) 127-147, καί «Άντίθετον σχαμνϊν τής βασιλείας τής Ρώμης. Observations sur un passage énigmatique d'Apocopos», αύτόθι, 24 ( 1 9 9 4 ) 149-188. Του Μιχ. Λασσιθιωτάκη καταγράφονται καί δύο νεώτερες έργασίες, σχετικές μέ τον Άπόχοπο: «Le thème de la tempête dans Apocopos et dans quelques œuvres narratives italiannes de la fin du Moyen Âge», Θησαυρίσματα, 27 ( 1 9 9 7 ) 89-100, καί «Autour du prologue & Apocopos», Ένθύμησις Ν. M. Παναγιωτάχη, 397-420. 1. Ό Άπόχοπος χαρακτηρίσθηκε (άπό τό 1965) ώς «τό άξιολογώτερο ποίημα της κρητικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα ολόκληρου» καί ώς «τό παλιότερο γνωστό σέ λαϊκή γλώσσα έλληνικό λογοτεχνικό έργο πού τυπώθηκε στή Βενετία» (M. I. Μανούσακα, Ή χρητιχή λογοτεχνία, σ. 16). Εξάλλου ό έκδοτης του έργου Στυλιανός Αλεξίου (Μπεργαδή, Άπόχοπος. Κριτική έκδοση — . Ηράκλειο ν 1965 [Ανατύπωση άπό τά Κρητιχά Χρονιχά, 17 ( 1 9 6 3 ) 183-251] καί: Μπεργαδή, Άπόχοπος. Ή Βοσχοπούλα. Εκδοτική Ερμής EILE., [NEB, ΠΟ 15], Αθήνα 1971) σημειώνει γιά τήν πρώτη έκδοση του ίδιου έργου: «ή πρώτη γνωστή έντυπη έκδοση έλληνικου βιβλίου σέ δημοτική γλώσσα» (τό παράθεμα άπό τή σ. 15 τής έκδοσης του 1971). Τον Άπόχοπο έξέδωσε παλαιότερα καί ό Ε. Legrand (Collection de monuments pour servir à l'étude de la langue néo-hellénique. Première Série, N° 9, Paris 1870, μέ βάση τήν έκδοση του 1667 και τις παραλλαγές τής έκδοσης του 1721, καί BGV, II, σσ. 94-122, μέ βάση τήν έκδοση του 1534, άλλα καί μέ παραλλαγές άπό τό χειρόγραφο τής Βιέννης, πού τις σημειώνει στο υπόμνημα). 2. Κριτική έκδοση του κειμένου (άπό τούς έλληνικούς κώδικες: IV 4 3 4 τής Bibliothèque Royale Albert Ier τών Βρυξελλών, φφ. 199 Γ -200 ν , καί 2 1 4 τής Ρουμανικής Ακαδημίας του Βουκουρεστίου, φφ. 233 Γ -235 ν ) έκαμε ό Πάνος Βασιλείου ( « Ό αυτόγραφος Θρήνος τής Θεοτόχου του 'Ιωάννη Πλουσιαδηνου», 'Ελληνιχά, 32, 1980, 267-287). 3. Γενικά γιά τον Πλουσιαδηνό και τά στιχουργήματά του βλ., συμπληρωματικά, στου
συμβολαιογράφου στον Χάνδακα (τέλη του 15ου αιώνα), που είναι διασκευή —άπό τό πεζό βυζαντινό κείμενο Ιστορία Παλαιού— σέ 2832 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους τών δύο πρώτων βιβλίων τής Παλαιάς Διαθήκης (τής «Γενέσεως» και τής «Εξόδου»)1, ό Ύμνος στή Μαρία Μαγδαληνή (230 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) καί άλλα ποιήματα του καθολικού μονάχου Ανδρέα Σκλέντζα (τέλη έπίσης του 15ου αιώνα)2, καί ή Ρίμα θρηνητική εις τόν πικρόν και άκόρεστον "Αδην του Ρεθύμνιου ποιητή Ιωάννου Πικατόρου (άρχές του 16ου αιώνα), άποτελούμενη άπό 563 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους3. M. Ι. Μανούσακα, δ.π., σσ. 10-11. Ή βιβλιογραφία στήν έργασία του ίδιου, «Ανέκδοτοι στίχοι καί νέος αύτόγραφος κώδιξ του Ιωάννου Πλουσιαδηνου», Αθηνά, 68 ( 1 9 6 5 ) 49, σημ. 1 (βλ. καί τήν προηγούμενη υποσημείωση). 1. Τμήματα του έργου έξέδωσε παλαιότερα ό F. Η. Marshall (Old Testament legends from a Greek poem on Genesis and Exodus by Georgios Chumnos. Edited with introduction, metrical translation, notes and glossary from a manuscript in the British Museum by —. Cambridge, at the University Press, 1925) καί ολόκληρο τό κείμενο ό Γεώργιος Α. Μέγας (Γεωργίου Χούμνου, Ή Κοσμογέννησις. Ανέχδοτον στιχούργημα του ΙΕ' αιώνος. Έμμετρος παράφρασις τής Γενέσεως καί Εξόδου της Παλαιάς Διαθήκης. Κριτική έκδοσις — . Αθήναι 1975). Ή έκδοση Marshall στηρίζεται μόνο σέ ένα χειρόγραφο, ένώ ή έκδοση Μέγα σέ όλα τά γνωστά χειρόγραφα πού παραδίδουν τό έργο του Χούμνου (Marc. Gr. cl. IX, n° 17 (1247), φφ. 1Γ-71Γ [τό χειρόγραφο αύτό γράφτηκε τό 1493], Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 2 r -19 v , British Museum, Additional n° 4 0 7 2 4 , φφ. 1Γ-137Γ, καί Σιναϊτικό έλληνικό 1187, φφ. l r -205 r ). Ήέξέταση τών βιογραφικών του Χούμνου άπό τόν Α. F. van Gemert, γιά τήν οποία γίνεται λόγος στή σ. VI, σημ. 1, τής έκδοσης Μέγα, έπιβάλλει τή χρονολόγηση του έργου γύρω στά 1 4 6 0 - 1 4 7 0 (βλ. τή βιβλιοκρισία του G. Kechagioglou, BZ, 7 1 , 1 9 7 8 , 71). 2. Τά ποιήματα αύτά έξέδωσε κριτικά ή Ελένη Δ. Κακουλίδη («Ποιήματα του Ανδρέα Σκλέντζα», !Ελληνικά, 20 ( 1 9 6 7 ) 107-145 = Ελένης Κακουλίδη-Πάνου, Συμβολές. Νεοελληνικά μελετήματα. Ιωάννινα 1 9 8 2 ["Ερευνες στή Νέα Έλληνική Φιλολογία, 4], σσ. 105-142) άπό τόν κώδικα Marc. Gr., cl. IX, n° 17 (collocazione 285), φφ. 73 r -100 r . Ώς terminus post quem γιά τή συγγραφή του έργου του Σκλέντζα, ό Α. F. van Gemert, ( « Ό Κρητικός ποιητής πέρ Αντρέας Σκλέντζας», Cretan Studies, 1, 1988, 97-113) προτείνει τά έτη 1474-1475. 3. Έκδόθηκε άρχικά άπό τόν G. Wagner (Carmina, σσ. 224-241). Νεώτερη κριτική έκδοση του κειμένου τής Ρίμας έκαμε ό Ε. Κριαρας ( « Ή Ρίμα θρηνητική του Ιωάννου Πικατόρου», Έπετηρις του Μεσαιωνικού Αρχείου τής Ακαδημίας Αθηνών, 2, 1940, 20-69 = Του ΐδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 280-329). Οί δύο αύτές έκδόσεις έγιναν άπό τό μόνο γνωστό χειρόγραφο πού παραδίδει τή Ρίμα (Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 168 Γ -175 Γ ). Ό Arnold F. van Gemert, έργάζεται άπό καιρό γιά μιά νέα έκδοση του Πικατόρου. Προκαταρκτικά δημοσίευσε ορισμένες παρατηρήσεις του («Κριτικές καί έρμηνευτικές παρατηρήσεις στή Ρίμα θρηνητική του Πικατόρου», Ελληνικά, 4 3 , 1 9 9 3 , 77-123, καί « Ή παράδοση τής Ρίμας θρηνητικής του Ιωάννη Πικατόρου», «Αρχές τής Νεοελληνικής Αογοτε-
Στήν ϊδια κατηγορία (τών διδακτικών/παραινετικών κειμένων) μπορεί νά ένταχθει καί τό άνώνυμο κρητικό ποίημα Παλαιά καί Νέα Διαθήκη. Τό έργο τοποθετείται στά τέλη του 15ου ή στις αρχές του 16ου αιώνα, περιέχεται —μεταξύ έργων του «Κρητικού Θεάτρου» καί άλλων— στον κώδικα Marcianus Graecus, classe XI, n° 19 (collocazione 1394), φφ. 244 Γ -336 ν , καί άποτελεΐται άπό 5329 ομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους στίχους1. Στή δεύτερη κατηγορία υπάγονται ποιήματα, μέ τά όποια διακωμωδούνται ήθη τής έποχής. Έδώ άνήκουν τρία εκτενή στιχουργήματα του σημαντικού Κρητικού σατιρικού ποιητή Στέφανου Σαχλίκη (πιθανότατα πρόκειται γιά περισσότερα —άπό τρία— συντομότερα ποιήματα, πού έντάχθηκαν μέσα στά στιχουργήματα αύτά): 1) Γραφαί καί στίχοι καί έρμηνεϊαι, ετι καί αφηγήσεις κυροϋ Στεφάνου του Σαχλήκη (712 δεκαπεντασύλλαβοι —άλλοτε άνομοιοκατάληκτοι καί άλλοτε ομοιοκατάληκτοι—, γραμμένοι σέ λαϊκή γλώσσα), ή σύνθεση του όποιου τοποθετείται στο χρονικό διάστημα ± 1385-1390. Ό Σ α χλίκης στο στιχούργημα αύτό μας δίνει τις έμπειρίες του άπό τή φυλακή, στήν οποία τόν οδήγησε ή χήρα Κουταγιώταινα, μιά γυναίκα έλαφρών ήθών του Χάνδακα, μέ τήν όποια ό ποιητής είχε συνάψει δεσμό: μιλάει γιά τήν άστάθεια τής φιλίας, άναφέρεται στά βάσανα τών φυλακισμένων καί, τέλος, μας δίνει τήν περιγραφή τής «Βουλής τών πολιτικών» (= τών έταιρών), τις όποιες σατιρίζει μέ καυστικότατους στίχους2. 2) Γραφαί καί στίχοι καί έρμηνεϊαι κυροϋ χνίας», Β', 227-241). Ή άνακοίνωσή του στο Ζ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο (Ρέθυμνο, 25-31 Αύγουστου 1991), γιά τήν προτεραιότητα του Πικατόρου έναντι του Άσκοποι; δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Cretan Studies, 3 (1992) 97-112. Διορθώσεις στο κείμενο του Πικατόρου πρότεινε καί ό Ι. Δ. Πολέμης («Κριτικές καί έρμηνευτικές παρατηρήσεις σέ βυζαντινά καί μεταβυζαντινά ποιήματα», 'Ελληνικά, 44, 1994, 366-367). 1. Τό έργο αύτό δημοσιεύτηκε στο σύνολο του άπό τα κατάλοιπα του Ν. Μ. Παναγιωτάκη καί άποτελεϊ έμμετρη άπόδοση γεγονότων τής Βίβλου, πού πλαισιώνονται άπό τήν άφήγηση μιας κατάβασης στον Κάτω Κόσμο (στ. 1-983) καί άπό ικεσίες προς τήν Θεοτόκο νά μεσολαβήσει υπέρ τών αμαρτωλών (στ. 5120-5329): Παλαιά καί Νέα Διαθήκη. 'Ανώνυμο κρητικό ποίημα (τέλη 15ου - άρχες 16ου αι.). Κριτική έκδοση |Νικολάου Μ. Παναγιο>τάκη. Επιμέλεια: Στέφανος Κακλαμάνης - Γιάννης Κ. Μαυρομάτης. Βενετία 2004 [Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών καί Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας, Graecolatinitas Nostra, Πηγές, 6]. Τής έκδοσης του κειμένου προτάσσεται ώς Εισαγωγή (σσ. ιε'-μβ') παλαιότερη σχετική άνακοίνωσή του Παναγιωτάκη, οπού ό μελετητής άναφέρεται στις προηγούμενες δημοσιεύσεις δειγμάτων του ποιήματος (περίπου 500 στίχοι) καί συζητεί γενικά τά προβλήματα του κειμένου. 2. Τό πρώτο στιχούργημα του Σαχλίκη παραδίδεται άπό τούς κώδικες Parisinus Gr. 2909, φφ. 116 r -140 r , καί Montepessulanus [Bibliothèque de la Faculté de Médecine του Montpellier] 405, φφ. 123 Γ -141 Γ , άπό τούς όποιους τό έξέδωσε ό G. Wagner (Carmina, σσ. 79-105). Τό ιδιο κείμενο, άπό τόν στίχο 2 0 2 κ.έ., παραδίδεται καί άπό τόν κώδικα Nea-
Στεφάνου του Σαχλήκη. Γράφτηκε στήν ίδια πενταετία (± 1385-1390), δπως καί τό προηγούμενο ποίημα, καί στήν ϊδια μέ έκεΐνο γλώσσα. Οί δεκαπεντασύλλαβοι σ* αυτό είναι δλοι ομοιοκατάληκτοι καί ή ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή (δπως δηλαδή καί στούς ομοιοκατάληκτουντες στίχους 378-712 του πρώτου στιχουργήματος). Ό άριθμός τών στίχων του έργου ποικίλλει (367 στον Παρισινό κώδικα 2909, 365 στον Montepessul. 405, καί 403 στον Neapol. III. Α. a. 9). Ό Σαχλίκης νουθετεί έδώ τόν Φραντζισκή, γιο στενού φίλου του, νά έγκαταλείψει τούς νυχτερινούς περιπάτους, τις «πολιτικές» καί τά ζάρια (ϊσως πρόκειται γιά τρία στιχουργήματα, πού τά συνδέει ή κοινή πρόθεση του ποιητή νά συμβουλεύσει)1. 3) Άφήγησις παράξενος του ταπεινού Σαχλίκη (412 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι)2. Τό στιχούργημα αύτό γράφτηκε γύρω στά 1385-1390 (terminus post quem: 1383/1384) καί έχει χαρακτήρα αυτοβιογραφικό: ό ποιητής άφηγεΐται δτι μετά τήν άποφυλάκισή του κατέφυγε στό χωριό του Πενταμόδι, δπου διατηρούσε μύλους καί κτήματα, άλλά ή ζωή έκει δέν του άρεσε. Γι' αύτό έγκατέλειψε τό χωριό καί κατέφυγε στον Χάνδακα, δπου ό φίλος του Δούκας τής Κρήτης Pietro Mocenigo (1381-1383) τόν politanus III. Α. a. 9, φφ. 8 ν -17 ν , άπό τόν όποιο τό έξέδωσε ό Συνόδης Δ. Παπαδημητρίου (Stefan Saklikis i ego stikhotvorenie «Άφήγησις παράξενος», Odessa 1896, σσ. 30-51). 1. Τό δεύτερο στιχούργημα του Σαχλίκη παραδίδεται έπίσης άπό τούς κώδικες Paris Gr. 2909, φφ. 141 Γ -154 Γ , Montepessul. 405, φφ. 141 Γ -154 ν , καί Neapol. III. Α. a. 9, φφ. 17 ν 25 ν , καί έκδόθηκε άπό τόν Ε. Legrand (Annuaire de l'association pour l'encouragement des Études Grecques en France, 15, 1871, 2 0 1 - 2 4 2 καί Collection de monuments pour servir à l'étude de la langue néo-hellénique, N° 15, Paris 1871), μέ βάση τόν πρώτο κώδικα, άπό τόν G. Wagner (Carmina, σσ. 62-78), μέ βάση ένα χαμένο σήμερα άπόγραφο του πρώτου κώδικα (βλ. Ν. Μ. Παναγιωτάκη, «Μελετήματα περί Σαχλίκη», Κρητικά Χρονικά, 27, 1987, σσ. 12, σημ. 2, καί 45-58) καί άπό τόν δεύτερο κώδικα, καί άπό τόν Mario Vitti («Il poema parenetico di Sachlicis nella tradizione inedita del cod. napoletano», Κρητικά Χρονικά, 14, 1 9 6 0 , 1 7 8 - 1 9 0 ) , μέ βάση τόν τρίτο κώδικα. 2. Τό τρίτο στιχούργημα του Σαχλίκη περιέχεται στά φφ. 1 Γ -8 ν του κώδικα Neapol. III. Α. a. 9 και έκδόθηκε άπό τόν Συνόδη Παπαδημητρίου (ο.π., σσ. 15-30). Λεπτομερέστερη άνάλυση του ποιήματος γίνεται άπό τόν Στέφ. Α. Ξανθουδίδη («Έκ της έν Κρήτη Ενετοκρατίας. Ό ποιητής Σαχλίκης καί οί δικηγόροι Κρήτης προ πέντε αιώνων», Παναθήναια, 18, 1909, σσ. 177-180). Συνολική κριτική έκδοση τών ποιημάτων του Σαχλίκη έτοιμαζε άπό χρόνια ό Ιταλός καθηγητής Raffaelle Cantarella (fMilano, Μάιος 1976). Παρόμοια έκδοση γιά τή «Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη» έτοίμαζε καί ό Ν. Μ. Παναγιωτάκης (βλ. Λίνου Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη. Βιβλίο δεύτερο Μετά τήν *Αλωση (15ος και 16ος αιώνας). Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα [1975], σ. 156), ό όποιος —έν όψει της έτοιμαζόμενης έκδοσης του Κρητικού ποιητη— έξέδωσε, έπιλεκτικά, τμήματα τών ποιημάτων του («Sachlikisstudien», Neograeca Medii Aevi, 219-276 = Του ίδιου, «Μελετήματα περί Σαχλίκη», Κρητικά Χρονικά, 27, 1987, 7-58).
διόρισε δικηγόρο. Ούτε όμως μέ τή νέα κατάσταση πραγμάτων μπόρεσε νά προσαρμοσθεί, άφου οί συνάδελφοι του είχαν διαφθαρεί άπό τις δωροληψίες καί τις καταχρήσεις του έπαγγέλματος... Στήν ϊδια κατηγορία ποιημάτων άνήκουν καί τά άνώνυμα σατιρικά στιχουργήματα Συναξάριον τών ευγενικών γυναικών και τιμιωτάτων αρχοντισσών (τέλου του 15ου μέ άρχές του 16ου αιώνα — 475 δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι, οί περισσότεροι άπό τούς όποιους είναι ομοιοκατάληκτοι) καί Έπαινος τών γυναικών (τών άρχων του 16ου αιώνα — 735 οκτασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι), ποίημα μέ έντονη τήν έπίδραση του Σαχλίκη1, καί τό επίσης άνώνυμο ποίημα Θρήνος του Φαλλίδου του πτωχού (323 ομοιοκατάληκτοι στίχοι —τροχαϊκοί έπτασύλλαβοι καί ιαμβικοί οκτασύλλαβοι—, μέ δίστιχες έπωδούς)2. Στήν ιδια κατηγορία άνήκουν καί τά άνώνυμα σατιρικού περιεχομένου ποιήματα: Γαδάρου, λύκου και άλεποϋς διήγησις ωραία (τών άρχων του 16ου αιώνα — 540 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι), „πού είναι διασκευή του μεσαιωνικού ποιήματος Συναξάριον του τιμημένου γαδάρου (του 15ου αιώνα) καί έκδόθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1539 3 , καί τό Ό κάτης και οι ποντικοί(114 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι)4. 1. Τά δύο αύτά ποιήματα έκδόθηκαν ώς ενα έργο ( 1 2 1 0 στίχοι) άπό τόν Κ. Krumbacher (Ein vulgärgriechischer Weiberspiegel. Von —. München 1 9 0 5 [Separat-Abdruck aus den Sitzungsberichten der philos.-philol. und der histor. Klasse der Kgl. Bayer. Akademie der Wissenschaften 1 9 0 5 , Heft III, σσ. 335-433]), άπό τόν υπ' άριθ. 4 κώδικα, φφ. 262 Γ -283 Γ , του Ελληνικού Κολλεγίου (Collegio Greco) τής Ρώμης (στό φ. 274 Γ περατώνεται τό ενα κείμενο καί στό ΐδιο άρχίζει τό άλλο). Γιά τις ιταλικές πηγές του πρώτου άπό τά δύο παραπάνω ποιήματα βλ. Ν. M. Panayotakis, «Le fonti italiane di un poema misogino cretese del tardo Quattrocento», Θησαυρίσματα, 25 ( 1 9 9 5 ) 1 2 4 - 1 4 2 . 2. Τό στιχούργημα αυτό παραδίδεται άπό τόν έπτανησιακής προελεύσεως κώδικα Marcianus Graecus, cl. XI, n° 19 (collocazione 1394), φφ. 1 7 8 v - 1 7 9 \ άπό τόν όποιο τό πρωτοεξέδωσε πλημμελώς ό Στέφανος Ξανθουδίδης (« Ό Φαλλίδος. Στιχούργημα Κρητικόν του 16ου αιώνος», ΕΕΒΣ, 4, 1 9 2 7 , 9 6 - 1 0 5 ) . Κριτική έκδοση του ίδιου ποιήματος πραγματοποίησε ό Ν. Μ. Παναγιωτάκης (Θησαυρίσματα, 23, 1 9 9 3 , 2 2 2 - 2 8 9 = Ό ίδιος, Κρητικό Θέατρο, σσ. 1 5 9 - 2 3 6 ) . 3. Βλ. É. Legrand, ΒΗ, 15ος καί 16ος αι., τόμ. 1, σσ. 2 3 4 - 2 3 5 , άριθ. 98. Τό κείμενο άνατυπώθηκε πολλές φορές κατά τόν 19ο αιώνα. Σημειώνω έδώ ότι άπό τήν έκδοση του Jac. Grimm (Sendschreiben an Karl Lachmann über Reinhart Fuchs, Leipzig 1 8 4 0 , σσ. 75 κ.έ.), ή όποια έγινε άπό τή λαϊκή έκδοση του 1832, τό έργο άνατυπώθηκε άπό τόν G. Wagner (Carmina, σσ. 124-140). Κριτική έκδοση: Λευτέρη Αλεξίου, « Ή Φυλλάδα του Γαδάρου,, ήτοι Γαδάρου, λύκου και άλεποϋς διήγησις ωραία», Κρητικά Χρονικά, 9 ( 1 9 5 5 ) 8 1 118. Ό Αλεξίου άκολουθεΐ τή βενετική έκδοση του 1539. Γιά τήν έκδοση Αλεξίου βλ. Λίνου Πολίτη, «Παρατηρήσεις σέ κρητικά κείμενα», Κρητικά Χρονικά, 1 2 ( 1 9 5 8 ) 3 0 5 - 3 1 3 . 4. Τό ποίημα αυτό είναι του 16ου αιώνα καί τό έξέδωσε ό Ν. Bänescu («Un poème
Ή τρίτη κατηγορία δέν έχει σημαντικά ποιήματα (άνάλογα, λ.χ., μέ τά Κυπριακά ερωτικά ποιήματα). Στήν κατηγορία αυτήν έντάσσονται τά δύο ποιήματα του γνωστού μας ήδη —άπό τά διδακτικού-παραινετικού περιεχομένου έργα του— ποιητή Μαρίνου Φαλιέρου Ιστορία και "Ονειρο (758 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) καί Έρωτικόν Ένυπνιον (130 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι)1, καί τό άνώνυμο ποίημα Ριμάδα κόρης καί νιου, πού παραδίδεται άπό τούς κώδικες Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 327 ν -
grec vulgaire du moyen âge: Όκάτης καί οί ποντικοί», Είς μνήμην Σπυρίδωνος Λάμπρου, έν Αθήναις 1935, σσ. 3 9 3 - 3 9 7 ) άπό τόν κώδικα Vatic. Gr. 1139, φφ. 45 Γ -53 ν . Νεώτερη έκδοση: David Holton, «Παρατηρήσεις γιά τό κρητικό ποίημα ΌΚάτης καί οί Ποντικοί», στον τόμο: Ντέιβιντ Χόλτον, Μελέτες γιά τόν «Έρωτόκριτο» και άλλα νεοελληνικά κείμενα, Εκδόσεις Καστανιώτη, [Αθήνα 2000], σσ. 1 9 3 - 2 0 6 (στις σσ. 203-206: «Πρόχειρη έκδοση του κειμένου»). 1. Τελευταίες έκδόσεις τών δύο έρωτικών ποιημάτων του Φαλιέρου (άπό τούς κώδικες Ambros. Υ 89 sup., φφ. 84 r -99 v , Neapol. Gr. III. Β. 27, φφ. 101 r -118 r , Vatic. Gr. 1563. φφ. 9 6 r - l l l r , τό πρώτο, καί Neapol. Gr. III. Β. 27, φφ. 121 ν -124 ν , τό δεύτερο): ArnoldusFranciscus van Gemert, Marinos Falieros en zijn beide lief de sdromen, Α. M. Hakkert, Amsterdam 1973, καί Μαρίνου Φαλιέρου, Ερωτικά "Ονειρα. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σχόλια καί λεξιλόγιο Arnold van Gemert. Θεσσαλονίκη 1 9 8 0 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 4]. Μετά άπό νεώτερες έρευνες πού πραγματοποίησε ό van Gemert στο Κρατικό Άρχειο τής Βενετίας κατέληξε στο συμπέρασμα δτι ό ποιητής τών παραπάνω ποιημάτων Μαρίνος Φαλιέρος, πού τόν τοποθετούσαν ώς τώρα στις άρχές του 16ου αιώνα, πρέπει νά άναζητηθεΐ στον ομώνυμο του (ευγενή Μαρίνο Φαλιέρο του Μάρκου) του πρώτου ήμίσεος του 15ου αιώνα: ± 1 3 9 5 - 1 4 7 4 ή ζωή του, 1 4 2 0 - 1 4 3 0 ή συγγραφή τών έργων του (βλ. Α. F. van Gemert, «The Cretan Poet Marinos Falieros», Θησαυρίσματα, 14, 1977, 7-70, καί Μαρίνου Φαλιέρου, Ερωτικά "Ονειρα, δ.π., σσ. 16-20). Οί νέες άνακαλύψεις του van Gemert γιά τούς Κρητικούς ποιητές Φαλιέρο καί Σαχλίκη (βλ. M. I. Μανούσακα - Α. F. van Gemert, « Ό δικηγόρος του Χάντακα Στέφανος Σαχλίκης ποιητής του ΙΔ' καί δχι του ΙΕ' αιώνα» δ.π., καί Α. F. van Gemert, « Ό Στέφανος Σαχλίκης καί ή έποχή του», δ.π) όδηγουν, συνδυαστικά, καί προς μιάν άλλη σημαντική άναθεώρηση: αυτήν πού μεταθέτει τόν χρόνο κατά τόν όποιο εισάγεται (άπό τήν Ιταλία) ή ομοιοκαταληξία στήν έλληνική ποίηση άπό τά μέσα του 15ου στο δεύτερο ήμισυ του 14ου μ.Χ. αιώνα (βλ. M. I. Μανούσακα - Α. F. van Gemert, δ.π., σσ. 229 καί 231, Α. F. van Gemert, « Ό Στέφανος Σαχλίκης καί ή έποχή του», δ.π., σσ. 58 καί 74-75, καί Μαρίνου Φαλιέρου, 'Ερωτικά "Ονειρα, δ.π., σ. 90). Γιά τις νέες έρευνες και τις διαπιστώσεις του van Gemert βλ. καί M. I. Μανούσακα, «Έκθεσις πεπραγμένων του έν Βενετία Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών καί Μεταβυζαντινών Σπουδών κατά τό έτος 1975», Θησαυρίσματα, 12 ( 1 9 7 5 ) 3 6 6 - 3 6 7 , καί (γιά συμπληρωματικές έρευνές του κατά τό έπόμενο έτος 1976) αυτόθι, 13 ( 1 9 7 6 ) 330-331. Βλ. καί τις συνολικές έπισκοπήσεις του Α. F. van Gemert («Τά "Απαντα του Μαρίνου Φαλιέρου», «Neograeca Medii Aevi IV», 143-158, καί «Ανάμεσα στήν Ανατολή καί τή Δύση: Ό βενετοκρητικός ποιητής Μαρίνος Φαλιέρος», Κρήτη καί Ευρώπη, 89-104).
328 ν , καί Ambros. Υ 89 sup., φφ. 73Γ-77ν (160 καί 198, άντίστοιχα, δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι σέ διαλογική μορφή)1. Στήν τέταρτη, τέλος, κατηγορία άνήκουν τά στιχουργήματα: Ή Συμφορά τής Κρήτης του Μανόλη Σκλάβου (282 ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι), πού άναφέρεται στή μεγάλη καταστροφή του Χάνδακα (ιδιαίτερης πατρίδας του ποιητή) άπό τον φοβερό σεισμό τής μεγαλονήσου τής 29 Μαΐου 1508 2 , Τό τραγούδι της Φιαγκούσας, άνώνυμο ποίημα του οποίου σώζεται μόνο ένα άπόσπασμα άπό 50 στίχους καί στο όποιο περιγράφεται ή καταστροφή τής Σητείας μάλλον άπό τον ιδιο σεισμό (του 1508) 3 , καί τό έκτενέστερο ποίημα (2542 δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι) Μάλτας πολιορκία του Ρεθύμνιου ποιητή Αντωνίου Άχέλη, ό όποιος έχει ώς πρότυπο του τον P. Gentil de Vendosme (βλ. παρακάτω)· τό έργο άναφέρεται στόν νικηφόρο άγώνα τών Ίωαννιτών ιπποτών τής Μάλτας (1565) έναντίον τών Τούρκων πολιορκητών4." * * Κατά τή δεύτερη περίοδο τής κρητικης λογοτεχνίας (1590-1669), δηλαδή 1. Ό Legrand έξέδωσε τό ποίημα άρχικά άπό τον πρώτο κώδικα (Recueil de chansons populaires grecques, σσ. 20-35, άριθ. 3, μέ γαλλική μετάφραση) καί άργότερα άπό τον δεύτερο (BGV, II, σσ. 51-57). Νεώτερη κριτική έκδοση (μέ γαλλική έπίσης μετάφραση): Chansons populaires grecques des XVe et XVIe siècles. Publiées et traduites par Hubert Pernot. Paris 1931, σσ. 72-87, άριθ. 118. Σχετικά μέ τήν Ριμάδα, έξαιρετικά ένδιαφέρουσες καί διεισδυτικές είναι οί παρατηρήσεις του Φ. I. Κακριδή ( « Ή κατάρα τών άπαρνημένων. Αρχίλοχος, Επωδοί 792 D. = Ίππώναξ, άποσπ. 115W., Ριμάτα κόρης και νιου 734747 Δημοτικά τραγούδια τής άπαρνημένης», Κτερίσματα. Φιλολογικά μελετήματα άφιερωμένα στόν Ίω. Καμπίτση (1938-1990). Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2000, σσ. 73-89). Πρόσφατη κριτική έκδοση του ποιήματος: Ριμάδα κόρης και νέου. Contrasto di una fanciulla e di un giovane. Edizione critica, introduzione, commento e traduzione di Maria Caracausi. Carocci editore, [Roma 2003]. 2. Τό ποίημα έκδόθηκε άπό τον G. Wagner (Carmina, σσ. 53-61) καί τον Φ. Κ. Μπουμπουλίδη ( Ή Συμφορά της Κρήτης του Μανόλη Σκλάβου. Κρητικόν στιχούργημα του ΙΣΤ αιώνος. Αθήναι 1955 [Σπουδαστήριον Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών]) μέ βάση τον κώδικα Vindob. Theol. Gr. 244, φφ. 245 ν 252 ν . Είναι πιθανό καί ό Μανόλης Σκλάβος νά άνηκε στούς φιλενωτικούς κύκλους (βλ. Joke Aalberts, « Ό Μανόλης Σκλάβος καί ό σεισμός του 1508», Κρητικά Χρονικά, 28-29, 1 9 8 8 - 1 9 8 9 , 338-357). 3. Τό κείμενο έξέδωσε κριτικά ό Γ. Κ. Σπυριδάκης («Τό άσμα του σεισμού έν Κρήτη (1508)», BNJ, 15, 1938-1939, 58-65), άπό χειρόγραφο πού σήμερα φυλάσσεται στο Ι στορικό Αρχείο Κρήτης. 4. Κριτική έκδοση του ποιήματος του Άχέλη έκαμε ό Hubert Pernot (P. Gentil de Vendosme et Antoine Achélis, Le siège de Malte par les Turcs en 1565. Publié en Français et en grec d'après les éditions de 1567 et de 1571. Par —. Paris 1910). Γιά τό πρόβλημα τής σχέσης του Άχέλη μέ τό ξένο πρότυπο του βλ. Στέφανου Κακλαμάνη, « Ή
κατά τή μεγάλη έποχή του «Κρητικού Θεάτρου», που πολύ ορθά χαρακτηρίζεται ώς «ό χρυσός αιώνας τής κρητικής και ή πρώτη θαυμαστή άνθιση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας»1, τό κρητικό γλωσσικό ιδίωμα καλλιεργείται συστηματικά, άνυψώνεται ώς δργανο έκφρασης καί έπιβάλλεται ώς γλώσσα λογοτεχνική, ένώ οί δημιουργοί τών λογοτεχνικών έργων έμπνέονται δχι πιά άπό τή λογοτεχνία του Μεσαίωνα άλλά άπό τή λογοτεχνία τής Αναγέννησης2. Ή ιταλική έπιδραση πού παρατηρείται στά εργα τής περιόδου αυτής είναι χαρακτηριστική3. Οί δημιουργοί ώστόσο τών έλληνικών έργων δέν άκολουθουν δουλικά τά δυτικά πρότυπά τους. Ισχύει στήν περίπτωση αύτή «ή λειτουργία τής άφομοίωσης ξένων υλικών»4. Οί Κρητικοί μάλιστα συγγραφείς συμβαίνει νά ξεπερνούν τά πρότυπά τους καί νά δίνουν στά έργα τους χαρακτήρα έθνικόν5.
Μάλτας Πολιορκία του Αντωνίου Άχέλη καί τό ξένο πρότυπο της», Κρήτη και Ευρώπη, 31-40. Βλ. έπίσης Του ίδιου, «Χρονολογικά καί έκδοτικά ζητήματα στό έργο Μάλτας Πολιορκία του Αντωνίου Άχέλη», Πεπραγμένα του Η' Διεθνούς Κρητολογικοϋ Συνεδρίου, [Ηράκλειο, 9 - 1 4 Σεπτ. 1996], τόμ. Β1, Ηράκλειο 2000, σσ. 283-292. 1. Βλ. M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σ. 27. 2. Βλ. M. I. Μανούσακα, δ.π., σσ. 27 καί 28. 3. Βλ. Ε. Κριαρα, «Ιταλικές έπιδράσεις σέ παλαιότερα έλληνικά κείμενα», 'Εποχές, τόμ. 1, τευχ. 4 (Αύγουστος 1963), σσ. 9-22 = Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', 17-30 (γιά τό «Κρητικό Θέατρο» καί τόν Έρωτόκριτο στις σσ. 12-16 καί 20-24, άντίστοιχα). Μέ τήν ιταλική έπίδραση στήν κρητική κωμωδία άπό πλευρά θεματική άσχολήθηκε ή Μάρθα Άποσκίτη («Συγκριτικές παρατηρήσεις στήν κρητική καί τήν ιταλική κωμωδία (άναλογίες καί διαφορές)», Λοιβή εις μνήμην Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού, Ηράκλειο 1994, σσ. 177-186), ένώ τή σχέση τών τριών κρητικών κωμωδιών μέ τις ιταλικές άναγεννησιακές θεωρίες έξετάζει ή Αναστασία Μαρκομιχελάκη στήν άνέκδοτη διδακτορική διατριβή της (The three Cretan comedies of the 16th and 17th centuries and their theoretical background, Cambridge 1991), περίληψη τής οποίας βλ. στήν έκδοση (άπό τόν Στέφανο Κακλαμάνη): Γεωργίου Χορτάτση, Κατσοΰρμπος, Ή νέα Σκηνή, [Αθήνα], Μάιος 1993, σσ. 1 2 1 - 1 3 0 («Οί ιταλικές ποιητικές θεωρίες στον Κατσοϋρμπο»' βλ. και τά σχετικά άρθρα της ίδιας: « Ή άναγεννησιακή δραματική θεωρία στό ποιμενικό δράμα Πανώρια του Γ. Χορτάτζη», «Neograeca Medii Aevi III», 227-242, καί « Ή άναγεννησιακή δραματική θεωρία στήν τραγωδία Έρωφιλη του Γ. Χορτάτζη», Πεπραγμένα του Η' Διεθνούς Κρητολογικοϋ Συνεδρίου, τόμ. Β2, Ηράκλειο 2000, σσ. 95-106. Στό θέμα της γλωσσικής έπίδρασης (άπό τά ιταλικά) έπανήλθε ή Lidia Martini («Italianismi nelle commedie cretesi», Italia e Grecia: Due culture a confronto, σσ. 125-133). 4. Θ. Σ. "Ελιοτ, Ή "Ερημη Χώρα και άλλα ποιήματα. Εισαγωγή, σχόλια, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη. Όριστική έκδοση. "Ικαρος, [Αθήνα 1986], σ. 24. 5. Βλ. σχετικά Ν. Β. Τωμαδάκη, « Ό έθνικός χαρακτήρας τής κρητικής λογοτεχνίας», 'Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 1, άριθ. 8 (Όκτ. 1945), σσ. 19-21 (= Του ίδιου, Νεοελληνικά, Α', 76-83).
Κατά τήν περίοδο τής άκμής τής κρητικής λογοτεχνίας άναπτύσσονται ιδιαίτερα τά έξής λογοτεχνικά εϊδη: τό ειδύλλιο, τό θέατρο (τραγωδία, κωμωδία, ποιμενικό δράμα καί θρησκευτικό δράμα) καί τό [ποιητικό] μυθιστόρημα1. Τά κείμενα τής λογοτεχνίας αύτής, πού άνάγονται στά παραπάνω είδη, ώς σύνολο άντιπροσωπεύουν μιάν άπό τις σημαντικότερες φάσεις τής ιστορίας τών νεοελληνικών γραμμάτων. Τό ειδύλλιο, ώς εϊδος λογοτεχνικό, έλκει τήν καταγωγή του άπό τήν ιταλική Αναγέννηση. Στό είδος αύτό άνήκει τό κρητικό ποίημα Ή Βοσκοπούλα, πού άποτελεΐται άπό 476 ένδεκασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Τό ποίημα παραδόθηκε άνώνυμα καί πρέπει νά άκολουθεΐ κάποιο άγνωστο άκόμη ιταλικό πρότυπο2. Έχει γράφει περί τό 1600 καί τυπώθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1627 άπό τόν Κρητικό Νικόλαο Δριμυτηνό τόν Άποκορωνίτη3. 1. Πολύ χρήρ-^μες συγκεντρωτικές έπισκοπήσεις γιά ορισμένα άπό τά εϊδη αυτά έπιχείρησαν: ό Πάνος Βασιλείου, («Επισκόπηση έρευνας και μελέτης γύρω στό κρητικό θέατρο», Μαντατοφόρος, τευχ. 33, Ιούν. 1991, σσ. 20-26), ή Rosemary Ε. Bancroft-Marcus («The pastoral mode», στον τόμο Literature and Society in Renaissance Crete, σσ. 79-102 = Λογοτεχνία καί κοινωνία στήν Κρήτη τής 'Αναγέννησης, σσ. 95-124: «Ποιμενικό δράμα καί ειδύλλιο»), ό Alfred L. Vincent («Comedy», αυτόθι, 103-128 καί 125-156, άντιστοιχα), ό Walter Puchner («Tragedy», αυτόθι, 129-158 καί 157-193, άντιστοιχα). Βλ. έπίσης γιά τά ιντερμέδια τήν έργασία τής R. Bancroft-Marcus («Interludes», αυτόθι, 159178 καί 195-221, αντίστοιχα), καί γιά τό θρησκευτικό δράμα τή μελέτη του W. F. Bakker ( «Religious drama», αυτόθι, 179-203 καί 223-252, άντιστοιχα). Άνάπτυξη, τέλος, γνώρισαν καί οί έρευνες γύρω άπό τή μετρική τών έργων τής άκμής τής κρητικής λογοτεχνίας (βλ. Lucia Marcheselli Loukas, «Κρητικοί έντεκασύλλαβοι: μετρικορυθμικά σχήματα», Μαντατοφόρος, τευχ. 32, Δεκ. 1990, σσ. 45-51, Ντίας Φιλιππίδου, «Όδεκαπεντασύλλαβος στήν κρητική Αναγέννηση: τά έργα τής άκμής (1570-1669)», αυτόθι, σσ. 52-67, Walter Puchner, «Reimstudien zum Kretischen Theater», 'Αριάδνη, 5 , 1 9 8 9 , 313324 (= Β. Πουχνερ, To Κρητικό θέατρο, σσ. 455-466), καί Τ. Μαρκομιχελάκη, « Ή τέχνη καί ή τεχνική τής ομοιοκαταληξίας στις κωμωδίες του Κρητικού Θεάτρου», Παλίμφηστον, 13,1993,181-212). 2. Ό Άρης Δικταΐος στό μελέτημά του « Ή Εΰμορφη βοσκοπούλα καί τό πρότυπο της», NE, 59 (1956) 1 2 6 - 1 3 4 (= Του ίδιου, Ανοιχτοί λογαριασμοί μέ τό χρόνο. Κριτικά και άλλα. Εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1963, σσ. 9-34) υποστηρίζει ότι ή ιταλική Ballata della Pastorella του ποιητή του ΙΓ' αιώνα Guido Cavalcanti άποτέλεσε τό πρότυπο τής Βοσκοπούλας. Τήν άποψη αύτή του Δικταίου άμφισβήτησαν οί M. I. Μανούσακας («Τό δήθεν πρότυπο τής Βοσκοπούλας», NE, 59, 1956, 263-265 [στις σσ. 265-266 δημοσιεύεται άπάντηση του Δικταίου ( « Ή Εύμορφη Βοσκοπούλα») στον Μανούσακα]) καί Αίνος Πολίτης («Τό πρότυπο τής Βοσκοπούλας», αυτόθι, σσ. 298-300). 3. Νεώτερη κριτική έκδοση: Ή Βοσκοπούλα, Κρητικό ειδύλλιο του 1600. Κριτική έκδοση Στυλιανου Αλεξίου. Ηράκλειο 1 9 6 3 [Εταιρία Ιστορικών Κρητικών Μελετών]. (Καί άνατύπωση του κειμένου, μέ διαφορές στήν άπόδοση μερικών λέξεων: Μπεργαδή,
Ή Βοσκοπούλα άγαπήθηκε Ιδιαίτερα άπό τον έλληνικό λαό καί τό 1698 μεταφράστηκε στή λατινική γλώσσα, πιθανώς άπό τον Γάλλο επίσκοπο PierreDaniel Huet (1630-1721), ό όποιος έγραψε γιά τούς στίχους της δτι είναι «ώσάν τριανταφυλλάκια στο περιβόλι τών Μουσών»1. Τά περισσότερα δμως έργα του αιώνα τής άκμής τής κρητικής λογοτεχνίας άνήκουν στή δραματική ποίηση. Είναι τρεις τραγωδίες, τρεις κωμωδίες, ε να ποιμενικό καί ε να θρησκευτικό δράμα. Τά οκτώ αύτά θεατρικά έργα έντάσσονται στήν ένότητα του «Κρητικού Θεάτρου» (ή ονομασία οφείλεται στόν Κωνσταντίνο Σάθα, ό όποιος τό 1879 έξέδωσε κάτω άπό τον τίτλο αύτό ν τέσσερα άπό τά έπόμενα οκτώ έργα: Ζήνων, Στάθης, Γύπαρις,, Έρωφίλη.). Κοινό χαρακτηριστικό τών τριών τραγωδιών είναι δτι έχουν πέντε πράξεις, πρόλογο καί χορικά (ή Έρωφίλη έχει καί ιντερμέδια) καί δτι δλες έχουν γράφει σέ δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους (εξαιρούνται τά χορικά, πού είναι γραμμένα σέ ένδεκασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο καί σέ διάφορα μέτρα: terza rima ή ottava). Ή παλαιότερη άπό τις τρεις τραγωδίες καί συγχρόνως ή περισσότερο γνωστή καί άξιόλογη εϊναι ή Έρωφίλη, πού γράφτηκε άπό τόν Ρεθύμνιο ποιητή Γεώργιο Χορτάτση περί τό 1600. Τυπώθηκε γιά πρώτη φορά στή Βενετία τό 1637 άπό τόν Κύπριο ιερέα Ματθαίο Κιγάλα —πού έκαμε πολλές αύθαιρεσίες στήν έκδοση του κειμένου— καί άπό τότε τό έργο γνώρισε πολλές έπανεκδόσεις. Ή σημαντικότερη καί «κριτικότερη» άπό αύτές εϊναι έκείνη πού έγινε στή Βενετία τό 1676 άπό τόν Κρητικό ιερωμένο Αμβρόσιο Γραδενίγο2. Χειρόγραφα: Τό κείμενο τής Έρωφίλης παραδίδεται άπό τά έξής χειρόγραφα: 1) Τό χειρόγραφο του Φιλίππου Χαρέρη (Carer). Τό άναφέρει ό πρώτος έκδοτης του έργου Ματθαίος Κιγάλας, πού προσθέτει δτι ήταν αύτόγραφο του Χορτάτση. Ή τ α ν γραμμένο μέ λατινικούς χαρακτήρες καί ό Κιγάλας τό μετέγραφε «μέ γράμματα ρωμαϊκά» καί προχώρησε στήν έκδοσή του. Τό χειρόγραφο αύτό έχει χαθεϊ. 2) Τό χειρόγραφο Legrand (άγορασμένο άπό τόν Γάλλο Άπόχοπος. Ή Βοσκοπούλα. Επιμέλεια Στυλιανου Αλεξίου. Εκδοτική Έρμης EILE., [NEB, ΠΟ 15], Αθήνα 1971). Σύγκριση μέ άντίστοιχα ποιήματα τής δυτικοευρωπαϊκής λογοτεχνίας έπιχειρει ό Μιχάλης Λασσιθιωτάκης («Οί σχέσεις τής Βοσκοπούλας μέ τή δυτική ποιμενική λογοτεχνία: Μερικές σκέψεις καί προτάσεις», Κρήτη καί Ευρώπη, 41-56). 1. Βλ. δπου στήν προηγούμενη υποσημείωση (στήν έκδοση Αλεξίου του 1963), σ. λε'. 2. Κριτική έκδοση (βασισμένη στις έκδόσεις: Γραδενίγου, Σάθα —βλ. παραπάνω—, Legrand, καί στόν έλληνικό κώδικα 590 τής Εθνικής Βιβλιοθήκης του Μονάχου): Στεφ. Ξανθουδίδου, Έρωφίλη. Τραγωδία Γεωργίου Χορτάτζη (1600Χ εκδιδομένη εκ τών άριστων πηγών μετ1 εισαγωγής καί λεξιλογίου. Athens 1 9 2 8 [Texte und Forschungen zur byzantinisch-neugriechischen Philologie, 9]. Βλ. καί τήν έπόμενη υποσημείωση.
νεοελληνιστή στα 1873). Είναι γραμμένο μέ λατινικούς έπίσης χαρακτήρες και είναι άκέφαλο καί κολοβό. Μέ βάση τό χειρόγραφο αυτό ό Legrand έκαμε έκδοση του κειμένου τής Έρωφίλης στή γνωστή μας σειρά Bibliothèque grecque vulgaire (tome II, σσ. 335-399), δπου διατήρησε τους λατινικούς χαρακτήρες του χειρογράφου. Έπειτα χάρισε τό χειρόγραφο στή Βιβλιοθήκη τής Ι στορικής καί Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, δπου υπάρχει μέ τά στοιχεία: Θ 62 [16]. 3) Τό χειρόγραφο τής Bayerische Staatsbibliothek του Μονάχου (του 17ου αιώνα): Monacensis Graecus 590. Τό χειρόγραφο αυτό έχει γραφεί μέ έλληνικούς χαρακτήρες (προέρχεται άπό τήν Κεφαλλονιά) καί μελετήθηκε άπό τόν Ξανθουδίδη. 4) Τό χειρόγραφο (MSS 13/Î/17) τής University Library του Birmingham [olim συλλογής Thomas Phillips (1792-1872)], πού άγοράστηκε σέ δημοπρασία τής 15ης Ιουνίου 1970 στον γνωστό οικο Sotheby's του Λονδίνου. Τό χειρόγραφο αυτό είναι του 17ου αιώνα, προέρχεται άπό τή βιβλιοθήκη-του λόρδου Guilford καί έχει γράφει άπό τό χέρι του Μάρκου-Άντωνίου Φώσκολου, του ποιητή του Φορτουνάτου1. Πρότυπο τής Έρωφίλης εϊναι ή τραγωδία του Ίταλου συγγραφέα Giovanni Battista Giraldi (1504-1573) Orbecche (1547) 2 , ό Χορτάτσης ομως μπόρεσε νά δώσει στό κείμενο του τή δική του πνοή —στή μορφή καί στό περιεχόμενο—, πού τό διαφοροποιεί άπό τό ιταλικό πρότυπο του. Ό M. I. Μανούσακας άπέδειξε δτι ενα μέρος τής δεύτερης πράξης τής Έρωφίλης ό Χορτάτσης τό δανείστηκε άπό τήν τραγωδία του Ίταλου ποιητή Torquato Tasso II Re Torrismondo (1587), πού άποτέλεσε έπίσης τό πρότυπο τής κρητικής τραγωδίας Βασιλεύς ό Ροδολίνος3. Στά ιντερμέδια (άπό τό ιταλικό intermezzo) τής Έρωφίλης —μουσικοχορευτικά κομμάτια μέ ξεχωριστή υπόθεση πού παρεμβάλλονται άνάμεσα στις πέντε πράξεις τής τραγωδίας—, ό Χορτάτσης άκολουθεΐ τό έργο του Tasso Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ (Gerusalemme Liberata,
1. Περιγραφή του χειρογράφου έκαμε ό Α. Vincent («A manuscript of Chortatses' "Erophile" in Birmingham», University of Birmingham Historical Journal, vol. XII, N° 2, 1970, σσ. 261-267, άπό δπου καί οί παραπάνω πληροφορίες). Τό χειρόγραφο αύτό έλαβαν υπόψη τους οί έκδοτες της τελευταίας κριτικής έκδοσης: Έρωφίλη, τραγωδία Γεωργίου Χορτάτση. Επιμέλεια Στυλιανου Αλεξίου - Μάρθας Άποσκίτη. [Εκδόσεις] Στιγμή, Αθήνα 1988 ( 2 1996). 2. Βλ. Erophile, vulgärgiechische Tragödie von Georg Chortatzes aus Kreta. Ein Beitrag zur Geschichte der neugriechischen und der italiänischen Literatur von Conrad Bursian. Leipzig 1 8 7 0 [Abhandlungen der philologisch-historischen Klasse der Kgl. Sächsischen Gesellschaft der Wissenschaften, Band, 5, άριθ. VII], σσ. 549-635. 3. Βλ. M. I. Μανούσακα, «Άγνωστη πηγή τής Ερωφίλης του Χορτάτση: Ή τραγωδία Il Re Torrismondo του Tasso», Κρητικά Χρονικά, 13 (1959) 73-83.
1581), καί συγκεκριμένα τό έπεισόδιο του Rinaldo καί τής Armida1, ένώ τά λυρικότατα χορικά τής τραγωδίας έχουν ώς πηγή τους τά χορικά τής Φαίδρας του Σενέκα2. Ή δεύτερη τραγωδία του «Κρητικού Θεάτρου» είναι τό έργο Βασιλεύς ό Ροδολίνος του έπίσης Ρεθύμνιου ποιητή Ίωάννη-Άνδρέα Τρωιλου3, γιου του Γεωργίου, πού τυπώθηκε γιά πρώτη καί μοναδική φορά στή Βενετία τό 1647 άπό τόν ίδιο τόν δημιουργό της4. Τό έργο άποτελειται άπό πρόλογο («προλογίζει τό Μελλούμενο»), πέντε πράξεις καί πέντε χορικά, «άπό τά όποια τά τρία (α', 1. Τά ιντερμέδια τής Έρωφίλης έκδόθηκαν χωριστά, άπό τούς ίδιους έκδοτες του έργου (Στυλιανό Αλεξίου καί Μάρθα Άποσκίτη): Ή «Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ» (Τά Ιντερμέδια τής «Έρωφίλης»). Επιμέλεια —. Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 1992. Περισσότερα γιά τις σχέσεις τών ιντερμεδίων τής Έρωφίλης μέ τό πρότυπο τους βλ. στις 40-46 τής έκδοσης αύτής. 2. Βλ. Στυλ. Δεινάκι, «Αί πηγαί τής Έρωφίλης. Ό Χορτάτσης άπεμιμήθη χωρία τής 'Αντιγόνης τον Σοφοκλέους;», Χριστιανική Κρήτη, 1 (1912) 435-447. Γιά άλλες πηγές τών χορικών τής Έρωφίλης βλ. Vincenzo Pecoraro, «Le fonti dei cori délia Έρωφίλη», Ελληνικά, 22 ( 1 9 6 9 ) 370-376. 3. Γιά τόν Τρώιλο βλ. M. I. Μανούσακα «Ανέκδοτα βενετικά έγγραφα ( 1 6 1 8 - 1 6 3 9 ) γιά τόν Ίωάννη-Άνδρέα Τρώιλο, τόν ποιητή του Ροδολίνου», Θησαυρίσματα, 2 (1963) 6377, Κ. Ντόκου, «Νέες ειδήσεις γιά τόν ποιητή του Ροδολίνου Ιωάννη Ανδρέα Τρώιλο», 'Αριάδνη, 5 ( 1 9 8 9 ) 173-183, καί Του ίδιου, «Νέες ειδήσεις γιά τόν ποιητή του Φορτουνάτου Μάρκο Αντώνιο Φόσκολο», στον συλλογικό τόμο "Ανθη Χαρίτων, Βενετία 1 9 9 8 [Έλληνικόν Ινστιτούτο ν Βυζαντινών καί Μεταβυζαντινών Σπουδών τής Βενετίας, Βιβλιοθήκη Άρ. 18], σσ. 305-316, όπου καί ή παλαιότερη βιβλιογραφία. 4. Τό μοναδικό άντίτυπο τής έκδοσης αύτής βρίσκεται στή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη (μέ τά στοιχεία: MGL 72, Β). Κριτική έκδοση του έργου είχε άναλάβει νά έτοιμάσει ό Στέφανος Ξανθουδιδης (1864-1928). Μετά τόν θάνατο του, τή συμπλήρωση τής έργασίας του Ξανθουδίδη πραγματοποίησε ό M. I. Μανούσακας, άπό τόν όποιο έκδόθηκαν άποσπάσματα του έργου: M. I. Μανούσακα, «Βασιλεύς ό Ροδολίνος (1647). Άποσπάσματα», Έλληνική Δημιουργία, 12 ( 1 9 5 3 ) 67-70 (έκδίδονται οί στίχοι 1 7 7 - 2 7 8 τής Ε' πράξης του έργου, τό χορικό τής Γ' πράξης καί τό χορικό τής Ε' πράξης), καί Του ίδιου, «Βασιλεύς ό Ροδολίνος, τραγωδία Ίωάννη-Άνδρέα Τρωιλου (1647), Πράξεις Γ'-Δ'. Πρώτη παρουσίαση (μέ εισαγωγικό σημείωμα)», Θέατρο, τόμ. 1, τευχ. 4 (Ίούλ.-Αύγ. 1962), σσ. 8-23. Κυκλοφόρησε καί φωτοτυπική έπανέκδοση του παραπάνω μοναδικού άντιτύπου τής Γενναδείου Βιβλιοθήκης: Ιωάννου Ανδρέα Τρωιλου, Βασιλεύς ό Ροδολίνος. Τραγωδία. Βενετία, παρά Ιωάννη Άντωνίω τω Ίουλιανώ, 1647. Πρόλογος: Francis R. Walton, Εισαγωγή: M. I. Μανούσακα. Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, 1976 (= Θησαυροί τής Γενναδείου, I), γιά τήν όποία βλ. τή βιβλιοκρισία του Φ. Κ. Μπουμπουλίδη ( Ελεύθερος Κόσμος, 12 Νοεμβρίου 1977, σ. 2). Επεξεργασία του κειμένου πού δίνει ή φωτομηχανική αύτή άνατύπωση του βενετικού έντύπου του Ροδολίνου (1647) γίνεται στήν έκδοση: Ροδολίνος. Τραγωδία Ιωάννη Ανδρέα Τρωιλου (17ου αιώνα). Πρόλογος Στυλιανού Αλεξίου, Επιμέλεια Μάρθας Άποσκίτη. Στιγμή, Αθήνα 1987.
γ' καί εΟ εϊναι σονέτα, άπό τά πρωιμότερα τής λογοτεχνίας μας»1. Ό Ροδόλίνος είναι διασκευή τής τραγωδίας του Tasso II Re Torrismondo2, μέ πολλές δομικές άλλαγές (άφαιρέσεις, τροποποιήσεις, προσθήκες κ.λπ.), που τις έπέβαλε τό προσωπικό αισθητικό κριτήριο του Κρητικού ποιητή καί που διαφοροποιούν άρκετά τό έλληνικό έργο άπό τό ξένο πρότυπο του3. Ό Ζήνων, ή θεωρούμενη μέ βεβαιότητα εως πριν άπό τό έτος 1968 ώς τρίτη κρητική τραγωδία4, έχει ύπόθεση ιστορική καί δχι φανταστική, δπως συμβαίνει μέ τις δύο προηγούμενες τραγωδίες του «Κρητικού Θεάτρου» (τήν Έρωφίλη καί τόν Ροδολίνο). Είναι έργο πού μας παραδόθηκε άνώνυμα καί πρέπει νά γράφτηκε μετά τό έτος 1648 —άφου τότε τυπώθηκε τό πρότυπο του, δηλαδή τό δραματικό έργο Zeno του Άγγλου Ιησουίτη μονάχου Joseph Simo (1595-1671), πού έχει γραφεί σέ λατινική γλώσσα5— καί πριν άπό τό έτος 1. Βλ. τήν ΪΓισάγωγή του M. Ι. Μανούσακα, σ. XXV, στή φωτοτυπική έπανέκδοση τής προηγούμενης υποσημείωσης. 2. Τήν άποψη αυτή είχε διατυπώσει πρώτος ό Ξανθουδίδης στήν άνέκδοτη εισαγωγή του έργου (γιά τήν οποία βλ. παραπάνω) καί άργότερα ( 1 9 3 3 ) ό Ηλίας Π. Βουτιερίδης (Σύντομη ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας (1000-1930). Τρίτη έκδοση. Μέ συμπλήρωμα ( 1 9 3 1 - 1 9 7 6 ) του Δημήτρη Γιάκου. Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήναι 1976, σ. 190). Ωστόσο καί οί δύο (Ξανθουδίδης καί Βουτιερίδης) δέν έκαμαν συγκριτική έρευνα τών δύο κειμένων, πράγμα πού έγινε υστέρα άπό άρκετά χρόνια (βλ. M. I. Μανούσακα, « Ή τραγωδία Βασιλεύς ό Ροδολΐνος συγκρι νομένη προς τό ίταλικόν της πρότυπο ν», fΑθήνα, 59, 1955, 343-344). 3. Περισσότερα γιά τή διασκευή του Κρητικού ποιητή βλ. στήν παραπάνω Εισαγωγή του M. Ι. Μανούσακα, σσ. XXIII-XXVI. 4. "Οπως αιτιολογημένα υποστηρίζει ό Σπύρος Εύαγγελάτος («Χρονολόγηση, τόπος συγγραφής του Ζήνωνος καί έρευνα γιά τόν ποιητή του», Θησαυρίσματα, 5, 1968, 177203), ό Ζήνων γράφτηκε στήν Επτάνησο (στή Ζάκυνθο ή στήν Κεφαλλονιά) τό έτος 1682 άπό Επτανήσιο συγγραφέα καί παίχτηκε στή Ζάκυνθο στις άρχές του 1683. Τήν άποψη του Εύαγγελάτου γιά τήν έπτανησιακή προέλευση του έργου άποδέχεται ό Στυλιανός Αλεξίου («Κριτικά στον Κορνάρο», Κρητικά Χρονικά, 2 5 , 1 9 7 3 , 4 0 4 σημ. 8 = Του ίδιου, Κρητικά φιλολογικά, σ. 219, σημ. 8), καί: Ζήνων. Κρητοεπτανησιακή τραγωδία. Ε πιμέλεια Στυλιανός Αλεξίου - Μάρθα Άποσκίτη. Στιγμή, Αθήνα 1991, σσ. 75-79), άλλά τήν άμφισβητει ή Lidia Martini: «Considerazioni e proposte sullo Zenone», Università di Padova, Istituto di studi Bizantini e Neogreci, Miscellanea 1, Liviana Editrice, Padova 1978, σσ. 33-51 (ιδίως 35-38). Ή Martini έκφράζει σοβαρές άμφιβολίες γιά τή γνησιότητα του προλόγου, χωρίς δμως καί νά άποδεικνύει δτι τό έργο είναι κρητικό (βλ. Βάλτερ Πουχνερ, δπου στήν έπόμενη υποσημείωση, σσ. 208 καί 218, άντίστοιχα). 5. Ή διαπίστωση γιά τό πρότυπο του Ζήνωνος έγινε άπό τόν πρώτο έκδοτη του έργου Κ. Ν. Σάθα (Κρητικόν Θέατρον ή συλλογή ανεκδότων και άγνωστων δραμάτων, Βενετία 1879 —καί φωτοανατύπωση: Αθήνα 1 9 6 3 — , σσ. ιε'-ις')· βλ. καί τή σχετική ειδική έργασία του Φ. Κ. Μπουμπουλίδη (Τό πρότυπον του «Ζήνωνος», Ήράκλειον Κρήτης, 1955) —
1669 1 . Ό άγνωστος μας ποιητής του έργου2 άκολουθεΐ πιστά τό δυτικό πρότυπο του. Ό Ζήνων περιέχεται στο γνωστό Νανιανό χειρόγραφο τής Βενετίας Marcianus Graecus, classe XI, n° 19 (collocazione 1394), φφ. 117 Γ -145 ν — γράφτηκε στα τέλη του 17ου ή στις αρχές του 18ου αιώνα—, και έκδόθηκε γιά πρώτη φορά άπό τόν Κ. Ν. Σάθα (ο.π., σσ. 1-102). Ξένα, άγνωστα δμως έως τώρα, πρότυπα φαίνεται νά μιμούνται καί οί συγγραφείς τών τριών κρητικών κωμωδιών (Κατζούρμπου, Στάθη καί Φορτουνάτου), πού έχουν κοινή περίπου ύπόθεση: τήν άγάπη ένός νέου καί μιας νέας, στήν όποια στέκεται έμπόδιο ό έρωτας ένός πλούσιου γέρου. Τελικά δμως ό γέρος αύτός άποδεικνύεται πατέρας του νέου ή τής νέας καί δλα οδηγούνται σέ αίσιο τέλος. Ή δράση καί τών τριών κωμωδιών, πού, δπως καί οί τραγωδίες, έχουν γραφεί σέ δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους, τοποθετείται στή σύγχρονη εποχή καί στο Μεγάλο Κάστρο (= στόν Χάνδακα, τό Ηράκλειο), ένώ γύρω άπό τά πρόσωπα πού άναφέραμε (του νέου, τής νέας καί του πλούσιου γέρου) κινούνται καί άλλα πρόσωπα (χαρακτηριστικοί τύποι), πού πέ-
γιά τήν οποία, πάντως, βλ. τή βιβλιοκρισία του Ν. Μ. Παναγιωτάκη (ΆΘηνα, 59, 1 9 5 5 , 3 0 9 - 3 1 8 = Του ϊδιου, Κρητικό Θέατρο, σσ. 2 5 7 - 2 6 9 ) — , καθώς έπίσης καί τή συστηματική έργασία του Βάλτερ Πουχνερ, «Θεατρολογικές έρευνες γιά τό πρότυπο του Ζήνωνα», Θησαυρίσματα, 17 ( 1 9 8 0 ) 2 0 6 - 2 8 4 = Του ίδιου, !Ελληνική Θεατρολογία, σσ. 2 1 5 - 2 9 7 (στις σσ. 2 0 6 - 2 0 9 καί 2 1 7 - 2 1 9 , άντίστοιχα, συνοψίζονται τά πορίσματα τών μελετητών γιά τόν Ζήνωνα άπό τό 1 8 7 9 ώς τό 1 9 7 8 καί κατόπιν ό συγγραφέας προωθεί τό θέμα τής έρευνας του προτύπου του έργου). Τέλος βλ. Β. Πουχνερ, «Εισαγωγή στά προβλήματα του Ζήνωνα», [Στο Πρόγραμμα:] Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης. «Ζήνων». Περίοδος 1 9 8 3 - 8 4 , χωρίς σελιδαρίθμηση [σσ. 23-32], καί (σέ διευρυμένη μορφή) στο βιβλίο του ϊδιου Τό Κρητικό Θέατρο, σσ. 5 0 3 - 5 2 1 . 1. Πριν άπό τό 1669, έφόσον —σύμφωνα μέ τή γνώμη τών παλαιότερων έρευνητών— θεωρήσουμε τό έργο ώς κρητικό, ή πριν άπό τό 1 6 8 3 , αν δεχθούμε δτι τό έργο είναι έπτανησιακό* πρβλ. Βάλτερ Πουχνερ, «Θεατρολογικές έρευνες γιά τό πρότυπο του Ζήνωνα», ο.π., σσ. 2 7 8 - 2 7 9 καί 2 4 5 - 2 4 6 , άντίστοιχα. Ειδικότερα, ό Ν. Μ. Παναγιωτάκης δέχεται (ο.7Γ., σσ. 3 1 1 και 260, άντίστοιχα) δτι ό terminus post quem (του 1 6 4 8 ) πρέπει νά άναχθεΐ στο έτος 1 6 3 4 , κατά τό όποΐό ϊσως έγινε —πριν άκόμη τυπωθεί τό κείμενο— μιά παρασταση του Zeno στο άγγλικό Κολλέγιο τών Ίησουϊτών τής Ρώμης, καί ό Β. Πουχνερ (ο.7Γ., σ. 2 7 8 καί 245, άντίστοιχα) στο έτος 1631, κατά τό όποιο παραστάθηκε γιά πρώτη φορά ό Zeno στο Κολλέγιο του Saint Omer στή Μάγχη. 2. Ό νέος έκδοτης του έργου Στυλιανός Αλεξίου —πού χαρακτηρίζει, δπως είδαμε, τόν Ζήνωνα «κρητοεπτανησιακή τραγωδία» (βλ. παραπάνω)— άποκλίνει υπέρ ένός συγγραφέα Κρητικού, έγκαταστημένου στα Επτάνησα, ό όποιος θά πρέπει νά άναζητηθεΐ άνάμεσα στούς καθηγητές ένός «σεμιναρίου» πού ιδρύθηκε άπό τούς Ιησουίτες στή Ζάκυνθο κατά τό έτος 1680. Πιθανολογεί, μάλιστα, δτι συγγραφέας του έργου είναι ό καθολικός Γεώργιος Σκούφος (δ.π., σσ. 79-82, καί ιδίως σ. 79, σημ. 56).
ρασαν άπό τή λατινική στήν ιταλική κωμωδία (τήν όποια άκολουθουν καί μιμούνται οί Κρητικοί συγγραφείς): του «miles gloriosus», του σχολαστικού δασκάλου (που χρησιμοποιεί ένα γλωσσικό κράμα άπό έλληνικά, λατινικά καί ιταλικά), του κόλακα, του συκοφάντη, του λαίμαργου δούλου (= «παράσιτοι» τής άρχαίας κωμωδίας), τής προξενήτρας, τής υπηρέτριας, τής πεθεράς, κ.π,ά. Ή παλαιότερη καί σημαντικότερη άπό τις σωζόμενες τρεις κρητικές κωμωδίες1 είναι ό Κατζουρμπος, νεώτερο έργο του Γεωργίου Χορτάτση, γραμμένο γύρω στά 1600 (άκριβέστερα άνάμεσα στό 1595 καί τό 1601). Τό έργο2 άποτελεΐται άπό σύντομο πρόλογο, πέντε πράξεις καί τέσσερα ιντερμέδια καί παραδίδεται άπό τόν Αθηναϊκό έλληνικό κώδικα 2978, φφ. 59 Γ -107 ν , πού προέρχεται άπό τήν Κεφαλονιά (άνήκε άλλοτε στον Κεφαλλονιτη λόγιο Παναγιώτη Βεργωτή, 1842-1916). Ό Στάθης γράφτηκε άπό άγνωστο συγγραφέα (ενδεχομένως άπό τόν Γεώργιο Χορτάτση) στό Μεγάλο Κάστρο, πιθανότατα λίγο μετά τό 1604 (δηλαδή «τό έργο άνήκει σέ μεταγενέστερη έποχή τής θεατρικής δραστηριότητας
1. Γιά ορισμένα άποσπάσματα έργων πού χάθηκαν βλ. M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σσ. 39-40. Έν τφ μεταξύ κυκλοφόρησε ή έργασία τών M. I. ManusakasWalter Puchner, Die vergessene Braut. Bruchstücke einer unbekannten kretischen Komödie des 17. Jahrhunderts in den griechischen Märchenvarianten vom Typ AaTh 313c, Wien 1984, δπου δημοσιεύονται άποσπάσματα ένός άπό τά έργα αυτά («Φιορεντίνος και Ντολτσέτα»). 2. Γεωργίου Χορτάτση, Κατζουρμπος. Κωμωδία. Κριτική έκδοση, σημειώσεις, γλωσσάριο Λίνου Πολίτη. Ηράκλειο Κρήτης 1 9 6 4 (Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών. Κρητικόν Θέατρον, 1]. "Εκδοση του Κατζούρμπου έπιχείρησε καί ό Στέφανος Κακλαμάνης —υιοθετώντας τόν τύπο Κατσουρμπος— στό πρόγραμμα της παράστασης του έργου άπό τή Νέα Σκηνή (Μάιος 1993). Στήν έκδοση αύτή γίνεται προσπάθεια νά «καθαρθεΐ» τό κείμενο άπό έπτανησιακούς τύπους πού είχαν μείνει στήν έκδοση του Λ. Πολίτη. Ό Κακλαμάνης, συστηματοποιώντας διάφορες έρευνές του στή Βενετία, έδωσε καί τό βιβλίο "Ερευνες γιά τό πρόσωπο και τήν έποχή του Γεωργίου Χορτάτση, 'Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Ηράκλειο ν Κρήτης 1993. Έκεΐ, βασιζόμενος στή μνεία (Κατσουρμπος, στίχ. 361) του Βενετού στρατιωτικού Baitassare Rangone, πού υπηρέτησε στήν Κρήτη μεταξύ τών έτών 1 5 7 9 - 1 5 8 1 , άνεβάζει τή χρονολογία συγγραφής του έργου περί τά τέλη του 1581, ή λίγο άργότερα, μεταθέτοντας έτσι τις άρχές του «Κρητικού θεάτρου» τουλάχιστον κατά δεκαπέντε χρόνια ένωρίτερα (σ. 43). Ό ίδιος μελετητής (αυτόθι, σσ. 4652) τοποθετεί τή χρονολογία συγγραφής τής Ερωφίλης καί τής Πανώριας γύρω στά 1 5 9 5 - 1 6 0 0 , χωρίς νά θεωρεί βέβαιη τή χρονική προτεραιότητα τής Πανώριας έναντι τής Ερωφίλης. Ό Σπύρος Εύαγγελάτος, στή μελέτη του «Πότε γράφτηκε, λοιπόν, ό Κατζουρπος του Γεωργίου Χορτάτση;», Παράβασις, 2, 1998, 11-15, συζητεί και άπορρίπτει τις άπόψεις του Κακλαμάνη, έμμένοντας στή χρονολόγηση πού είχε προτείνει ό Πολίτης (δηλαδή 1595-1601).
του ποιητή»)1, καί άποτελείται άπό πρόλογο, τρεις πράξεις καί δύο ιντερμέδια. Ή κωμωδία αύτή παραδίδεται έπισης άπό τόν έλληνικό Νανιανό κώδικα τής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης τής Βενετίας cl. XI. 19 (1394), φφ. 180Γ-207Γ άπό δπου έκδόθηκε (δπως καί ό Ζήνων) άπό τόν Κ. Ν. Σάθα (Κρητικόν Θέατρον, σσ. 103-176) 2 . Ό Φορτουνάτος, ή τρίτη κρητική κωμωδία, εϊναι έργο του καθολικού γαιοκτήμονα Μάρκου-Άντωνίου Φώσκολου, γιου του Ανδρέα, καί γράφτηκε στο Μεγάλο Κάστρο γύρω στά 1655 (στο χειρογραφο που περιεχει το εργο, μετα τήν άφιέρωση, ύπάρχει, διαγραμμένη δμως μέ μελάνι καί γι* αύτό δυσανάγνωστη, ή ήμερομηνία: 1655 Ιουλίου εις τάς 8) καί πριν, πάντως, άπό τό έτος 1662, κατά τό όποιο πέθανε ό ποιητής του3. Τό έργο αύτό έχει άφιέρωση, πρόλογο, πέντε πράξεις καί τέσσερα ιντερμέδια, καί παραδίδεται άπό τόν παραπάνω Νανιανό κώδικα τής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης τής Βενετίας (φφ. 342Γ439 ν ) 4 . Τό κείμενο του Φορτουνάτου εϊναι γραμμένο μέ λατινικούς χαρακτήΡεζ ' Έργο του Γεωργίου Χορτάτση άποδείχτηκε δτι εϊναι καί τό ποιμενικό δρά1. Στά πιθανά αύτά συμπεράσματα (γιά τόν συγγραφέα καί τή χρονολόγηση του έργου) καταλήγει ή Lidia Martini, στήν εισαγωγή τής νέας έκδοσης του κειμένου τής κρητικής κωμωδίας: Στάθης. Κρητική κωμωδία. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σημειώσεις καί λεξιλόγιο Lidia Martini. Θεσσαλονίκη 1976 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 3], σσ. 32-40 καί 23-31 (δπου συζητείται καί ή παλαιότερη —σχετική μέ τή χρονολόγηση του έργου— βιβλιογραφία), άντίστοιχα. 2. Βελτιωμένη έκδοση του κειμένου του Στάθη δημοσιεύτηκε άνώνυμα στο περιοδικό Θέατρο, τόμ. 1, τευχ. 4 (Ίούλ.-Αύγ. 1962), σσ. 4 8 - 6 3 (περισσότερα γιά τήν έκδοση αύτή βλ. στου M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σ. 37, σημ. 3). Νεώτερη κριτική έκδοση του ϊδιου κειμένου (μέ βάση τό παραπάνω βενετικό χειρόγραφο καί τις προγενέστερες έκδόσεις) έκαμε, δπως είδαμε, ή Lidia Martini (βλ. τήν προηγούμενη υποσημείωση). 3. Βλ. τις σημαντικές έρευνητικές έργασίες του Α. L. Vincent: « Ό ποιητής του Φορτουνάτου», Θησαυρίσματα, 4 ( 1 9 6 7 ) 53-84, «Νέα στοιχεία γιά τό Μάρκο Αντώνιο Φώσκολο», αυτόθι, 5 ( 1 9 6 8 ) 119-176, καί «Στο χωριό του συγγραφέα του Φορτουνάτου. Μιά έρευνα γιά τήν ιστορική συνέχεια τής κρητικής διαλέκτου», Παλίμφηστον, 13 ( 1 9 9 3 ) 172-180 (δπου έπιχειρεϊται σύγκριση τής γλώσσας του Φορτουνάτου μέ τό σημερινό ιδίωμα τής περιοχής). 4. Κριτική έκδοση του έργου (μέ βάση τό χειρόγραφο τής Βενετίας) έγινε άπό τόν Στέφανο Ξανθουδίδη (Μάρκου Αντωνίου Φώσκολου (1669), Φορτουνατος. Κωμωδία άνέκδοτος τό πρώτον έκ του αυτογράφου του ποιητου έκδιδομένη υπό — , 'Εφόρου άρχαιοτήτων. Εκδοτικός οϊκος «'Ελευθερουδάκης», έν Αθήναις, 1922). Νεώτερη κριτική έκδοση τής ϊδιας κωμωδίας: Μάρκου Αντωνίου Φώσκολου, Φορτουνάτος. Κριτική έκδοση, Σημειώσεις, Γλωσσάριο Alfred Vincent. Εκδοτική έπιμέλεια Θεοχάρη Δετοράκη. Ηράκλειο Κρήτης 1980 ['Εταιρία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, Κρητικό ν Θέατρον, 2].
μα Γύπαρις (τώρα Πανώρια)\ πού γράφτηκε πριν άπό τήν Έρωφίλη (δηλαδή άνάμεσα στά 1590 καί 1600) 2 . Τά τρία αυτά σημαντικά στοιχεία (τό δνομα του ποιητή, ό τίτλος του έργου —Πανώρια— καί τό δτι ή Έρωφίλη είναι μεταγενέστερο έργο του Χορτάτση) έγιναν γνωστά άπό τήν άφιέρωση στον λόγιο Βενετό άρχοντα τών Χανίων Μαρκαντώνιο Βιάρο3 (56 στίχοι) τήν όποια έχει τό νέο (τρίτο) πληρέστερο χειρόγραφο του έτους 1673, πού άνήκει στήν ιδιωτική συλλογή του ιερέα Μάριου Δ. Δαπέργολα (Αθήνα, Βιβλιοθήκη του μικρού ναου του Ακάθιστου στή Αιξωνή τής Γλυφάδας). Έτσι έρμηνεύονται μέ νέο πνεύμα οί στίχοι του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή (στό ποίημά του Φιλονικία του Χάνδακος και του Ρεθέμνου): Ένα παιδί μου παλαιόν, όπου 'θελα γέννηση κ ' έκεϊνο μέ πολλήν τιμήν ήθελε μέ στολίσηΓεώργιον Χορτάκιον έκραζαν τ' ονομά του κάί καμε τήν πανώργιαν του μέ ζαχαρένια χείλη, μαζί μέ τόν Κατζάροπον τήν άξιαν Έρωφίλη4. Χειρόγραφα καί έκδόσεις του έργου: Ή Πανώρια παραδίδεται άπό τρία χει1. Βλ. Μπάμπης Οικονόμου, «Άγνωστο χειρόγραφο του Γύπαρη. Αποκαλύπτει τό όνομα του ποιητή καί τόν πραγματικό τίτλο του δράματος», Επιθεώρηση Τέχνης, 17 ( 1 9 6 3 ) 516-528. 2. Σύμφωνα μέ τήν άναθεωρημένη εισαγωγή του Λίνου Πολίτη (στό βιβλίο: Βιτζέντζου Κορνάρου, Έρωτόκριτος. Ανατύπωση άπό τήν έκδοση Στεφάνου Α. Ξανθουδίδου. Εισαγωγή Λίνου Πολίτη. Τρίτη έκδοση. Εκδοτικός οίκος «Αστήρ», Αθήναι 1976, σ. 67, σημ. 37) «ή πιο πιθανή [χρονολογική] σειρά [συγγραφής τών έργων του Χορτάτση] είναι (περίπου)»: Πανώρια 1585-1590, Έρωφίλη 1 5 9 0 - 1 5 9 5 καί Κατζοΰρμπος 1595-1600. Ό Κακλαμάνης ( Έρευνες για τό πρόσωπο και τήν έποχή του Γεωργίου Χορτάτση, σσ. 4650) πιστεύει ότι ή άφιέρωση τής Πανώριας στον Μαρκαντώνιο Βιάρο πιθανότατα γράφτηκε μέ τήν ευκαιρία του θεατρικού άνεβάσματος του δράματος στά Χανιά καί ότι έπομένως ή σύνθεσή της δέν συνδέεται άπαραίτητα μέ τόν χρόνο συγγραφής του έργου. Άρα ή Έρωφίλη δέν είναι βέβαιο ότι έπεται χρονικά τής Πανώριας. Κατά τόν Κακλαμάνη (<αυτόθι, σσ. 51-52) ό Χορτάτσης πρέπει νά έγραψε καί τά δύο έργα μετά τήν έπιδημία τών έτών 1 5 9 2 - 1 5 9 5 , άνάμεσα στά 1 6 0 0 καί στά 1 6 0 4 περίπου. 3. Βλ. γι' αυτόν τή μελέτη του M. I. Μανούσακα, « Ό Μαρκαντώνιος Βιάρος (1542μετα τό 1604) καί ό χρόνος συγγραφής τών δραμάτων του Γεωργίου Χορτάτση», Κρητικά Χρονικά, 17 ( 1 9 6 3 ) 261-282, όπου έκδίδεται κριτικά καί ή άφιέρωση (σσ. 269270). 4. Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή, Διήγησις διά στίχων του δεινού Κρητικού Πολέμου, Βενετία 1681. Στή νεώτερη έκδοση του Άγαθαγγέλου Ξηρουχάκη (ΌΚρητικός Πόλεμος (1645-1669) ή συλλογή τών έλληνικών ποιημάτων Άνθιμου Διακρούση, Μαρίνου Ζάνε, έν Τεργέστη 1908), σ. 588, στίχ. 5-10, όπου τό πανώργιαν πρέπει νά γίνει Πανώργιαν.
ρόγραφα: 1) Τό βενετικό Marcianus Graecus XI. 19 (1394), φφ. 147 Γ -177 ν , άπό τό όποιο έγινε ή (πρώτη) έκδοση του Κ. Ν. Σάθα (Κρητικόν Θεατρον, σσ. 177-282), 2)τό Αθηναϊκό έλληνικό 2978, φφ. 5 Γ -58 ν , καί 3) τό (πληρέστερο) χειρόγραφο τής ιδιωτικής συλλογής Δαπέργολα. Κριτική έκδοση του έργου (μέ βάση τά δύο πρώτα χειρόγραφα) έκαμε ό Εμμανουήλ Κριαρας (Γύπαρις, κρητικόν δραμα. Πηγαί - κείμενον. Athen 1940 [Texte und Forschumgen zur byzantinisch-neugriechischen Philologie, Nr. 39]). Άπό τόν ιδιο εκδότη κυκλοφόρησε καί νέα ολοκληρωμένη (102 έπιπλέον στίχοι) κριτική έκδοση του κειμένου (Γεωργίου Χορτάτση, Πανώρια. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σχόλια καί λεξιλόγιο Εμμανουήλ Κριαρα. Θεσσαλονίκη 1975 [Βυζαντινή καί Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, 2], πού έγινε μέ βάση καί τα τρία χειρόγραφα. Αξίζει νά έπισημανθεΐ δτι τό Λεξιλόγιο τής έκδοσης αύτής καλύπτει μέ τήν πληρότητά του τις πρωτοβάθμιες άνάγκες του μελετητή γιά τή γλωσσική προσπέλαση τών έργων τής κρητικής λογοτεχνίας. Ή Πανώρια έχει γραφεί σέ δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους καί άποτελειται άπό πέντε πράξεις. Ώς προς τό λοιπό περιεχόμενο τους, τά τρία παραπάνω χειρόγραφα έμφανίζουν κάποια διαφοροποίηση. Οί πρόλογοι λ.χ. του πρώτου είναι δύο, ένώ τό δεύτερο χειρόγραφο έχει μόνο ε να ν πρόλογο (τόν δεύτερο). Επίσης, στο δεύτερο χειρόγραφο, άνάμεσα στις πέντε πράξεις του δράματος παρεμβάλλονται τέσσερα ιντερμέδια (τά τρία πρώτα εϊναι άποσπάσματα άπό σκηνές τής κωμωδίας Κατζοΰρμπος). Τό τρίτο, τέλος, χειρόγραφο, πέρα άπό τήν άφιερωτική έπιστολή προς τόν Μαρκαντώνιο Βιάρο (γιά τήν όποια βλ. παραπάνω), περιέχει καί τούς δύο προλόγους, τρία νέα ιντερμέδια1 καί έ'ναν σύντομο έπίλογο. Ή έρευνα έδειξε δτι πρότυπο τής Πανώριας εϊναι τό ποιμενικό δράμα του Βενετού ποιητή Luigi Groto La Calisto, πού τυπώθηκε τό 1583 2 . Άλλά ό 1. Τά τρία νέα ιντερμέδια του χειρογράφου Δαπέργολα τά δημοσίευσε ό M. I. Μανούσακας («Τά τρία τελευταία άνέκδοτα ιντερμέδια του "Κρητικού θεάτρου"», Πεπραγμένα του Ç' Διεθνούς Κρητολογιχοϋ Συνεδρίου, τόμ. 2, Χανιά 1991, σσ. 317-342). 2. Βλ. Λίνου Πολίτη, «Παρατηρήσεις έπί του ιταλικού προτύπου του Γύπαρι», 'Αθήνα, 53 ( 1 9 4 9 ) 351 [= Ανακοίνωση στήν Επιστημονική 'Εταιρεία], Linos Politis, «La poésie pastorale en Crète à la fin du 16ème siècle; Rapports et différences avec la poésie pastorale italienne», Actes du IVe Congrès de l'Association Internationale de Littérature Comparée [Fribourg 1964], [tome II], Mouton and Co., The Hague - Paris 1966, σσ. 10001007 [ή άρίθμηση τών σελίδων τών δύο τόμων εϊναι συνεχής] (= Linos Politis, Paléographie et littérature byzantine et néo-grecque, άριθ. XXIIl), καί Του ϊδιου, «Ποιμενική ποίηση και δράμα στήν Κρήτη. 'Ομοιότητες καί διαφορές μέ τά ιταλικά», Πεπραγμένα του Β' Διεθνούς Κρητολογιχοϋ Συνεδρίου, τόμ. Δ', έν Αθήναις 1969, σσ. 389-396 (= Του ίδιου, Θέματα της λογοτεχνίας μας. Δεύτερη σειρά. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 12, [Θεσ-
Χορτάτσης επέβαλε στο έργο τήν προσωπική του σφραγίδα καί τό διαφοροποίησε άπό τό ξένο πρότυπο. Τό γνωστό έπεισόδιο τής Παλαιάς Διαθήκης μέ τή θυσία του Αβραάμ άποτέλεσε τήν πηγή γιά τήν έμπνευση πολλών θεατρικών έργων στή Δύση. Τό έργο του Luigi Groto Lo Isach χρησίμευσε ώς πρότυπο στόν Κρητικό ποιητή του θρησκευτικού δράματος Ή Θυσία του 'Αβραάμ*, πού γράφτηκε στήν Κρήτη μετά τό 1586 (έτος έκδοσης του προτύπου του) καί ώς τό 1635 (έτος συγγραφής ή άντιγραφής του έργου, σύμφωνα μέ τή σημείωση πού ύπάρχει στο τέλος του χειρογράφου τής Μαρκιανής Βιβλιοθήκης τής Βενετίας cl. XI. 19 (1394): Στους χίλιους εξακόσιους τριανταπέντε έγίνη I in verso άπό \α Κρητικό, ευλάβεια γιά νά δίνη...). Πρέπει δμως νά τονίσουμε δτι ό 'Έλληνας ποιητής έκαμε πολλές καινοτομίες (άφαίρεση του προλόγου καί τών χορικών κατάργηση τών πράξεων καί τών σκηνών) καί έπέμεινε στήν άνάλυση τών χαρακτήρων2. Ό άγνωστος μας ποιητής τής Θυσίας ταυτίστηκε, μετά άπό συγκριτική έρευνα του κειμένου της προς τό κείμενο του Έρωτοκρίτου, καί τήν εύρεση πολλών συγγενών στοιχείων τών δύο έργων (ύφος, στιχουργία, παράλληλα χωρία κλπ.), μέ τόν Βιτσέντζο Κορνάρο3. Μάλιστα ή Θυσία, σέ σύγκριση μέ τόν Έσαλονίκη 1976], σσ. 53-65). Σχετικά μέ τό θέμα του προτύπου τής Πανώριας βλ. ωστόσο Απόστολου Σαχίνη, «Κριτικές παρατηρήσεις στήν Πανώρια του Χορτάτση», 'Αθήνα, 7374 ( 1 9 7 2 - 1 9 7 3 ) [«Αειμωνάριον» - προσφορά εις τόν καθηγητήν Ν. Β. Τωμαδάκην] 207230 (καί, σέ άναπτυγμένη μορφή, στά βιβλία του Γύρο στο κρητικό θέατρο, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 14, [Θεσσαλονίκη 1980], σσ. 9 - 5 3 καί Μελέτες γιά τήν κρητική λογοτεχνία, "Ιδρυμα Κώστα καί Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1995, σσ. 11-64), καί Ε. Κριαρα, «"Ελεγχος παρατηρήσεων του Α. Σαχίνη στήν Πανώρια του Χορτάτση», 'Ελληνικά,, 28 ( 1 9 7 5 ) 4 2 5 - 4 3 1 (= Του ϊδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', 397-403). 1. Βλ. John Mavrogordato, «The Greek draina in Crete in the seventeeth Century», JHS, 48 ( 1 9 2 8 ) 243-246, καί Γ. Θ. Ζώρα, Περι τάς πηγάς τής «Θυσίας του Αβραάμ», έν Αθήναις 1945. 2. Γιά τήν αισθητική άξία του έργου βλ. τό δημοσίευμα του Απόστολου Σαχίνη, «Κριτικές παρατηρήσεις στή Θυσία του Αβραάμ του Κορνάρου», Βυζαντινά, 5 ( 1 9 7 3 ) 59-86 (καί, σέ άναπτυγμένη μορφή, στά βιβλία του Γύρο στο κρητικό θέατρο, σσ. 57-117, καί Μελέτες γιά τήν κρητική λογοτεχνία, σσ. 65-132). Στήν άποψη του Σπύρου Εύαγγελάτου δτι ή Θυσία είναι έργο «άφηγηματικου» λόγου καί δχι έργο θεατρικό («ΉΘυσία του 'Αβραάμ κείμενο "άφηγηματικου" λόγου καί δχι θεατρικό έργο», 'Αριάδνη, 5, 1989, 285288), άντιτίθεται ό Wim Bakker μέ τό μελέτημά του: « Ή θεατρικότητα τής Θυσίας του Αβραάμ», Ροδωνιά, Α', 67-85. 3. Βλ. Λίνου Πολίτη, « Ό Έρωτόκριτος καί ή Θυσία του Βιτζέντζου Κορνάρου. Ό ποιητής - Χρονολόγηση», 'Αφιέρωμα στή μνήμη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη 1960, σσ. 357-371, δπου καί ή βιβλιογραφία.
ρωτόκριτο, διαπιστώθηκε δτι εϊναι νεανικό εργο του Κορνάρου1. Ήδη τέθηκε σέ ένέργεια άκόμη καί ή τεχνική τών υπολογιστών γιά νά δοθεί λύση στό πρόβλημα τής σχέσης Θυσίας καί Έρωτοκρίτου, χωρίς δμως έως τώρα σαφή άποτελέσματα2. Τό έργο άριθμεΐ 1144 δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους. Ό έλληνικός λαός άγάπησε πολύ τή Θυσία, τήν παρέστησε σέ λαϊκές γιορτές καί πολλοί στίχοι της (πολλά δίστιχα) έγιναν λαϊκές παροιμίες. Του έργου έχουν σωθεϊ μιμήσεις3, ένώ έγιναν καί μεταφράσεις του σέ ξένες γλώσσες (πεζή καί έμμετρη τουρκική —τό 1800 καί τό 1836, άντιστοιχα—, έμμετρη σερβική —τό 1799—, κλπ.) 4 . Χειρόγραφα καί έκδόσεις: Ή Θυσία του 'Αβραάμ παραδίδεται άπό τά έπόμενα δύο χειρόγραφα: 1) Τόν Μαρκιανό κώδικα cl. XI. 19 (1394), φφ. 210Γ231Γ (τό κείμενο έδώ είναι γραμμένο μέ λατινικούς χαρακτήρες), καί 2) τό άθηναϊκό χειρόγραφο Κολυβα (του 18ου αιώνα* προέρχεται άπό τή Βιβλιοθήκη του Αλεξίου Κολυβα). Τό κείμενο του χειρογράφου Κολυβα δέν διαφέρει άπό τό κείμενο τών έντύπων έκδόσεων. Εικάζεται λοιπόν δτι είναι άντίγραφο κάποιας άπό τις πολλές έκδόσεις τής Θυσίας. Ή άξία, έπομένως, του χειρογράφου αύτου είναι περιορισμένη. Τό κείμενο τής Θυσίας έκδόθηκε γιά πρώτη φορά στη Βενε1. Αντίθετα ό Ε. Κριαρας («Ζητήματα τής Θυσίας του Αβραάμ (Χρονολόγηση - ό ποιητής)», Κρητικά Χρονικά, 1 (1947) 2 2 7 - 2 3 8 (= Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 345-356), καί «Χρονολογικά, μεθοδολογικά καί άλλα ζητήματα Θυσίας καί Έρωτοκρίτου.», Εις μνήμην Κ. Αμάντου, Αθήναι 1960, σσ. 3 5 3 - 3 6 9 = Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 511-527) δέχεται ότι ό Έρωτόκριτος γράφτηκε πριν άπό τή Θυσία (δηλαδή πριν άπό τό έτος 1635). 2. Βλ. ιδίως Dia Μ. L. Philippides, « Ό υπολογιστής συνεργός στή φιλολογική άνάλυση: Γλώσσα καί ρίμα στή λογοτεχνία της κρητικής άκμής», «Αρχές τής Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», Α', 136-157, καί Τής ίδιας, «Μιά πρώτη συμβολή τής ρίμας στήν έξέταση τής πατρότητας Θυσίας καί Έρωτοκρίτου», Ροδωνιά, Β', 571-589. Γιά τόν ποιητή τής Θυσίας βλ. έπιπροσθέτως τήν άνακοίνωση του Günther S. Henrich, « Ό Κορνάρος ποιητής καί τής Θυσίας — ή μαρτυρία τών "κρυπτοσφραγίδων"», Ή 'Ελλάδα τών νησιών άπό τή Φραγκοκρατία ώς σήμερα. Πρακτικά του Β' Ευρωπαϊκου Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Ρέθυμνο, 10-12 Μαίου 2002, Επιμέλεια: Άστέριος Αργυρίου, τόμ. Α' Οι μαρτυρίες τών λογοτεχνικών κειμένων, 'Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004, σσ. 85-94, καί τή διάλεξη («Εις μνήμην Ν. Μ. Παναγιωτάκη») του Wim F. Bakker, Ό ποιητής τής «Θυσίας του Αβραάμ», Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2003. 3. Βλ. Γλυκερίας Πρωτόπαπα, «Ποίημα άπαρνημένης. Στιχούργημα κατά μίμησιν τής Θυσίας του Αβραάμ έκ ναξιακου χειρογράφου του ΙΗ' αιώνος», Παρνασσός, 2 ( 1 9 6 0 ) 213-219. 4. Βλ. M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σ. 44, σημ. 5, όπου καί ή βιβλιογραφία.
τία τό 1696 ή τό 1697 και έκτοτε γνώρισε πολλές έπανεκδόσεις. Σημαντικότερες άπό αυτές είναι οί έκδόσεις του Αντωνίου Βόρτολι τών έτών 1713 (ιδίως) καί 1760 1 . Πρώτη κριτική έκδοση τής Θυσίας έγινε άπό τόν Γεώργιο Μέγα ( Ή Θυσία του Αβραάμ. Κριτική έκδοσις. Αθήναι 1943), μέ βάση τό χειρόγραφο τής Μαρκιανής καί τήν έκδοση του 1760. Στή δεύτερη έκδοση του ίδιου κειμένου ( Ή Θυσία του 'Αβραάμ. Κριτική έκδοσις Γ. Μέγα άναθεωρηθεϊσα. Αθήναι 1954) ό έκδοτης έλαβε υπόψη καί τήν έκδοση του 1713. Άπό τούς Wim F. Bakker καί Arnold F. van Gemert κυκλοφόρησε καί νέα κριτική έκδοση τής Θυσίας (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1996). Τό σημαντικότερο γλωσσικό καί λογοτεχνικό μνημείο τής Κρητικής Σχολής είναι τό μεγάλο έπικολυρικό ποίημα Έρωτόχριτος (10052 ομοιοκατάληκτοι δεκαπεντασύλλαβοι στίχοι). Ό Έρωτόχριτος είναι ε να ποιητικό μυθιστόρημα, ενα έκτενές άφηγηματικό ποίημα, δπου ό ποιητής διηγείται τήν έρωτική ιστορία τών ήρώων του, του Έρωτόκριτου καί τής Αρετούσας . Σύμφωνα μέ τούς τελευταίους στίχομς του ποιήματος (Θωρώ πολλούς και πεθυμούν χ9 εχω το γροιχημένα νά μάθουν τις έχόπιασεν εις τ' άπανωγραμμένα. Κ9έγώ δε θε νά χουρφευτω χι αγνώριστο νά μ9εχου, μα θέλω νά φανερωθώ, χι δλοι νά μέ χατέχου. ΒΙΤΣΕΝΤΖΟΣ εϊν9 ό ποιητής xal στη γενιά ΚΟΡΝΑΡΟΣ, πού νά βρεθη άχριμάτιστος, σα θά τον πάρη δ Χάρος. Στή Στείαν έγεννήθηχε, στή Στείαν ένεθράφη έχει χαμέ χ9 έχόπιασεν έτοΰτα πού σας γράφει. Στό Κάστρον έπαντρεύτηχε σάν άρμηνεύγει ή φύση, τό τέλος του εχει νά γένη δπου ο Θεός ορίση. (Ε, 1539-1548)) 3
ποιητής του Έρωτοχρίτου είναι ό Βιτσέντζος Κορνάρος, πού γεννήθηκε και 1. Γιά τις έκδόσεις τής Θυσίας άπό τό 1696 ώς τό 1874 βλ. τό ειδικό μελέτημα του W. F. Bakker, «Οι παλιές έκδόσεις τής Θυσίας του Αβραάμ», Ό Ερανιστής, 15 (19781979) 23-74, δπου καί ή βιβλιογραφία. 2. Γενικότερα γιά τόν Έρωτόκριτο βλ. David Holton, «Romance», στον τόμο: Literature and Society in Renaissance Crete, σσ. 205-237 (= Λογοτεχνία και κοινωνία στήν Κρήτη της Αναγέννησης, σσ. 253-291) καί David Ricks, «Έρωτόκριτος: Σύγχρονες προσεγγίσεις καί προοπτικές (1980-1990)», Μαντατοφόρος, τευχ. 33 (Ιούν. 1991), σσ. 2731. 3. Οί στίχοι κατά τήν κριτική έκδοση του Στυλιανου Αλεξίου (γιά τήν οποία βλ. παρακάτω).
μεγάλωσε στή Σητεία (δπου έγραψε καί τό μακρόπνοο ποίημά του — πιθανώς πριν άπό τό 1645, δηλαδή πριν άπό τήν έναρξη του Βενετοτουρκικου πολέμου) καί που παντρεύτηκε καί διέμενε στο Μεγάλο Κάστρο (στο Ηράκλειο)1. "Οτι ό Κορνάρος είναι ό ποιητής του Έρωτοκρίτου άναφέρεται καί στήν πρώτη βενετική έκδοση του έργου (1713). Ειδικότερα, στόν τίτλο του ποιήματος άναγράφονται καί τά έξής: .. .Συνθεμένον άπό τόν ποτέ Εύγενέστατον Βιτζέντζον τόν Κορνάρον. Άπό τήν Χώραν της Σιτίας του Νησιού της Κρήτης... Άλλά γύρω άπό τό πρόσωπο του Κορνάρου καί τόν χρόνο συγγραφής του έργου έγιναν καί έξακολουθουν νά γίνονται πολλές συζητήσεις. Ή έρευνα δέν κατέληξε άκόμη σέ οριστικά καί άπό δλους άποδεκτά συμπεράσματα2.
1. Γιά τούς Κορνάρους τής Σητείας βλ. τό βιβλίο του Γιάννη Κ. Μαυρομάτη, 'Ανέκδοτα βενετικά έγγραφα γιά τους Κορνάρους τής Σητείας και του Χάνδακα, Αθήνα 1986, δπου καί ή παλαιότερη βιβλιογραφία. 2. Τά φιλολογικά προβλήματα πού σχετίζονται μέ τόν ποιητή του Έρωτοκρίτου, τή χρονολόγηση του έργου, τις πηγές του κλπ., καί δλη ή ώς τό 1976 βιβλιογραφία πού άναφέρεται στα προβλήματα αύτά, άλλά καί σέ δλα γενικότερα τά θέματα πού άφορου ν τό παραπάνω κρητικό έργο, άντιμετωπίζονται ιστορικά καί κριτικά στή συγχρονισμένη εισαγωγή τής έκδοσης: Βιτζέντζου Κορνάρου, Έρωτόκριτος. Ανατύπωση άπό τήν έκδοση Στεφάνου Α. Ξανθουδιδου. Εισαγωγή Αίνου Πολίτη. Τρίτη έκδοση. Εκδοτικός οίκος «Αστήρ», Αθήναι 1976. "Οπως πιστεύει ό Λ. Πολίτης (ο.π., σ. 28), ή άρχική μορφή του Έρωτοκρίτου είχε ολοκληρωθεί γύρω στά 1645-1648, άλλά ό Κορνάρος συνέχιζε νά έπεξεργάζεται τό έργο του καί μετά τή χρονική αύτή περίοδο. Στις μεταγενέστερες, έπομένως, φροντίδες του ποιητή οφείλεται καί τό έπεισόδιο τής μονομαχίας Κρητικού - Καραμανίτη. Αλλωστε, σύμφωνα μέ τις άπόψεις πού έξέθεσε στο Δ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο (Ηράκλειο 29 Αύγ. - 3 Σεπτ. 1976) ό Ν. Μ. Παναγιωτάκης ( « Ό ποιητής του Έρωτοκρίτου», Πεπραγμένα του Δ' Διεθνούς Κρητολογικου Συνεδρίου, τόμ. Β', Αθήνα 1981, σσ. 329-355 = Του ϊδιου, Ό ποιητής του «Έρωτοκρίτου», σσ. 257-283 = Του ϊδιου, Κρητική Αναγέννηση, σσ. 149-180), σ' αύτόν έλάχιστες άμφιβολίες άπομένουν δτι ποιητής του Έρωτοκρίτου είναι ό εύγενής Βιτσέντζος Κορνάρος —γιος του Ιακώβου καί άδελφός του Ανδρέα (έπισης ποιητή καί ιδρυτή τής Ακαδημίας τών Stravaganti του Χάνδακα)—, πού γεννήθηκε στο χωριό Τραπεζόντα τής Σητείας στις 26 Μαρτίου 1553, έγκατέλειψε τή Σητεία γύρω στά 1590, γιά νά εγκατασταθεί μόνιμα στόν Χάνδακα, δπου τελέστηκε ό γάμος του μέ τή Μαριέττα Zeno στις 8 Σεπτεμβρίου του έτους 1 5 9 0 (βλ. τώρα τή μελέτη του: «Στο Κάστρον έπαντρεύτηκε», Ροδωνιά, Β', 3 7 1 - 3 8 8 = Του ϊδιου, Κρητική Αναγέννηση, σσ. 223247) καί δπου πήρε ένεργό μέρος στά δημόσια πράγματα τής πόλης καί άνέλαβε λειτουργήματα στή διοίκηση, πέθανε (σέ ήλικία περίπου 6 0 χρόνων) πιθανότατα λίγους μήνες μετά τόν Όκτώβριο του 1 6 1 2 (ϊσως στόν Χάνδακα), καί δτι έπομένως τό έργο πρέπει νά γράφτηκε πριν άπό τό έτος αύτό. (Στο μελέτημα του Γ. Κ. Μαυρομάτη, «Οί Κορνάροι τής Σητείας ( Ή οικογένεια του Ιακώβου Κορνάρου)», Αμάλθεια, τευχ. 56-57 (Ίούλ.-Δεκ. 1983), σ. 200, προσφέρεται ή μαρτυρία δτι ό Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου πέθανε στο διάστημα μεταξύ 12 Αύγ. 1613 καί 24 Απρ. 1614.) Επειδή δμως τό πρόβλημα τής
Mè τό δεύτερο άπό τά παραπάνω προβλήματα (τόν χρόνο συγγραφής του ποιήματος) συνδέεται άμεσα καί τό πρόβλημα τών πηγών του Έρωτοκρίτου. Πρότυπο του Κορνάρου γιά τήν έμπνευση του Έρωτοκρίτου άποτέλεσε τό έργο του Pierre de la Cypède Paris et Vienne (1432;) —ή, τό πιθανότερο, κάποια ιταλική διασκευή ή μετάφρασή του—, ε να παλιό γαλλικό μυθιστόρημα του μεσαίωνα (του 15ου αιώνα), άπό τό όποιο ό Κρητικός ποιητής δανείστηκε μόνο τήν ύπόθεση, γιά να πλάσει ένα έντελώς έλληνικό ποιητικό έργο1. ταύτισης του ποιητή καί τής χρονολόγησης του Έρωτοκρίτου σχετίζεται άμεσα μέ τό πρόβλημα του προτύπου του ίδιου έργου, χρειάζεται νά σημειώσω έδώ δτι σύμφωνα μέ τά συμπεράσματα τής έρευνας του Σπύρου Εύαγγελάτου —γιά τήν όποια βλ. τήν έπόμενη υποσημείωση— ό ποιητής του Έρωτοκρίτου δέν μπορεί νά είναι ό παραπάνω Βενετοκρητικός ευγενής Βιτσέντζος Κορνάρος. Τις άπόψεις πού διατύπωσαν κατά καιρούς (καί ώς τό 1980) οί μελετητές γιά τό πρόσωπο του ποιητή του Έρωτοκρίτου βλ. στο άρθρο του Στυλιανου Αλεξίου^ «Γιά τήν ταύτιση του ποιητή του Έρωτοκρίτου», Μαντατοφόρος, τευχ. 13 (Ιούν. 1979), σσ. 4-11, καί στις σσ. Υ-ρ' τή< νέας κριτικής έκδοσης του έργου άπό τόν ίδιο τόν Αλεξίου (γιά τήν οποία βλ. στήν έπόμενη έπίσης υποσημείωση). Ό Εύαγγελάτος, μέ νεώτερη άνακοίνωσή του (στο C Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο: Χανιά, 24-31 Αύγ. 1986), πού τυπώθηκε αυτοτελώς (Σπύρου Α. Εύαγγελάτου, Και πάλι γιά τόν «Έρωτόκριτο». Προσπάθεια προσδιορισμού του ποιητή του, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1989), βασιζόμενος στά έως τώρα βιβλιογραφικά δεδομένα άλλά καί σέ νέα στοιχεία πού άνακάλυψε στο Κρατικό Αρχείο τής Βενετίας, θεωρεί ώς πιθανούς ποιητές του Έρωτοκρίτου τόν Βιτσέντζο Κορνάρο του Μπενέτο —πού γεννήθηκε στις άρχές του ΙΖ' αιώνα—, ή τόν λίγο νεώτερο του Βιτσέντζο Κορνάρο του Δράκου. Τά χρονολογικά δεδομένα, ή μόρφωση, ή κοινωνική τάξη, τό ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα πού προδίδει «έλληνική συνείδηση», κλπ., συνηγορούν, κατά τήν άποψή του, υπέρ τής πιθανότητας ένας άπό τούς δύο αύτούς Κρητικούς ποιητές νά είναι ό ποιητής του Έρωτοκρίτου. Ή «φιλολογία» γύρω άπό τόν πραγματικό Βιτσέντζο Κορνάρο συνεχίζεται μέ τό άρθρο του Ν. Μ. Παναγιωτάκη, «Στό Κάστρον επαντρεύτηκε», ο.π., άντίστοιχα, μέ τό όποιο ένισχύονται οί άπόψεις του (δπως καί του Γ. Κ. Μαυρομάτη) δτι ό ποιητής του Έρωτοκρίτου ήταν ό γιος του Ιακώβου Κορνάρου. 1. Τή διαπίστωση γιά τό βασικό πρότυπο του Έρωτοκρίτου έκαμε τό 1935 ό Ρουμάνος μελετητής Ν. Cartojan (βλ. τή βιβλιογραφία στό: Βιτσέντσου Κορνάρου, Έρωτόκριτος. Κριτική "Εκδοση, Εισαγωγή, Σημειώσεις, Γλωσσάριο Στυλιανοί) Αλεξίου «Ερμής», Αθήνα 1980 [Φιλολογική Βιβλιοθήκη - 3], σ. ξα', σημ. 64, καί σ. 538). Τήν ίδια, ωστόσο, διαπίστωση είχε κάμει κατά τόν προηγούμενο αιώνα ό Ηπειρώτης λόγιος καί καθηγητής τής Ιονίου Ακαδημίας τής Κέρκυρας Χριστόφορος Φιλητας ( 1 7 8 7 - 1 8 6 7 ) σέ ένα άπό τά άνέκδοτα χειρόγραφα τετράδιά του, πού τώρα φυλάσσονται στή Βιβλιοθήκη τής Βουλής τών 'Ελλήνων [άριθ. 313] (βλ. Άλκη Αγγέλου, « Ή σπασμωδική έπιστήμη καί τό πρότυπο του Έρωτοκρίτου», 'Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 6, άριθ. 2 (Φθινόπωρο 1953), σσ. 145152 = Του ίδιου, Τών Φώτων, [Α'], σσ. 329-336)! Παράλληλα ό Cartojan έθετε καί τό πρόβλημα αν τό γαλλικό μυθιστόρημα ή κάποια ιταλική μετάφραση ή διασκευή του υπήρξε τό άμεσο πρότυπο του Κορνάρου, καί κατέληγε στό συμπέρασμα δτι τή βασικότερη πηγή του Έρωτοκρίτου άποτέλεσε μία έμμετρη ιταλική διασκευή του γαλλικού κειμένου πού
Χειρόγραφα και εκδόσεις: Ό Έρωτόχρπος παραδίδεται άπό ενα μοναδικό χειρόγραφο πού βρίσκεται στό Λονδίνο: British Museum, Harleian Collection, είχε κάμει ό Angelo Albani (τίτλος της: Innamoramento di dui fidelissimi amanti Paris e Vienna) καί εϊχε πρωτοεκδοθει στή Ρώμη τό 1626 (καί ότι, άρα, τό έλληνικό έργο γράφτηκε μετά τό έτος αύτό). Ό Ε. Κριαρας, σέ συγκριτική μελέτη του Έρωτοκρίτου προς τό γαλλικό έργο (Μελετήματα περί τάς πηγάς του Έρωτοκρίτου, Athen 1 9 3 8 [Texte und Forschungen zur byzantinisch-neugriechischen Philologie, Nr. 27]), «συζήτησε καί έλεγξε τήν πειστικότητα τών έπιχειρημάτων του Cartojan» (βλ. Ε. Κριαρα, «Νέες διαπιστώσεις καί παρατηρήσεις γιά τις πηγές καί τή χρονολόγηση του Έρωτοκρίτου», NE, 93, 1973, 37-39 = Του ίδιου, Γλωσσοφιλολογικά, σσ. 150-152). Σέ μεταγενέστερη έργασία του («Nuovi contributi di ricerche sul poema cretese Erotokritos e sulle sue fonti italiane», Cultura Neolatina, 4-5, 1 9 4 4 - 1 9 4 5 , 122-132), ό Cartojan μελέτησε τις πεζές ιταλικές μεταφράσεις του Paris et Vienne, πού δέν τις είχε έξετάσει ό Κριαρας, καί διαπίστωσε ότι ό Έρωτόκριτος είχε άμεσότερη σχέση προς αύτές καί οχι προς τό πεζό γαλλικό κείμενο. Τό ΐδιο πρόβλημα άπασχόλησε καί τόν Gareth Morgan («French and Italian elements in the Erotocritos», Κρητικά Χρονικά, 7, 1953, 201-228), άλλά τά συμπεράσματα του Ά γ γλου μελετητή τής κρητικής λογοτεχνίας δέν προώθησαν τό θέμα. Τήν άμεση έξάρτηση του Έρωτοκρίτου άπό τήν έμμετρη διασκευή του Albani έξέτασε έπίσης ό Ιταλός νεοελληνιστής Francesco Màspero (στό μελέτημά του «Le fonti del poema neogreco Erotokritos e Paris e Vienna di Angiolo Albani», Istituto Lombardo, Accademia di Scienze e Lettere, Rendiconti, Classe di Lettere, vol. 105, 1971, σσ. 69-86, καί στήν Εισαγωγή τής μετάφρασής του: Vincenzo Cornaro, Erotôcrito. Introduzione, traduzione e note di —. Milano 1975). Μέ τά συμπεράσματα του Màspero συμφώνησε ό Ε. Κριαρας («Νέες διαπιστώσεις και παρατηρήσεις γιά τις πηγές καί τή χρονολόγηση του Έρωτοκρίτου», ο.π., άντιστοιχα), ένώ ό Σπύρος Α. Εύαγγελάτος —σέ άνακοίνωσή του στό Δ' Διεθνές Κρητολογικό Συνέδριο, πού δημοσιεύτηκε στό περιοδικό Ελληνικά, 33 ( 1 9 8 1 ) 98-127, μέ τόν τίτλο «Χρονολόγηση του Έρωτοκρίτου». ( Ό "terminus post quem" γιά τή συγγραφή του έργου)»— μετά άπό συγκριτική μελέτη του γαλλικού κειμένου, τής έντυπης ιταλικής πεζής μετάφρασής του (α' έκδοση: 1482), τής έμμετρης διασκευής του άπό τόν Albani, καί του Έρωτοκρίτου, κατέληξε στά άκόλουθα συμπεράσματα: α') ότι ό Κορνάρος δέν «γνώριζε κάποια γαλλική έκδοση του Paris et Vienne ή κάποιο γαλλικό χειρόγραφο του έργου», β') ότι ή έντυπη ιταλική μετάφραση σέ πρόζα «άποτέλεσε τό βασικό πρότυπο του Έρωτοκρίτου (σέ συνδυασμό μέ τό εργο του Albani)» καί γ') ότι « Ό Κορνάρος γνώριζε τό Innamoramento di dui fidelissimi amanti Paris e Vienna του Angelo Albani (α' έκδ. Ρώμη 1626, β' γνωστή έκδ. Βενετία 1628), όπως φαίνεται άπό 45 θέματα ή χωρία πού δείχνουν έξάρτηση του Έρωτοκρίτου άπό τό έργο αύτό καί πού δέν υπάρχουν άντίστοιχά τους στό γαλλικό άπώτερο πρότυπο ή στήν ιταλική έκδοχή σέ πρόζα. Τό γεγονός είναι έντυπωσιακό, γιατί μας οδηγεί στή χρονολόγηση του κρητικού μυθιστορήματος μετά τό 1626. (...)», ( δ . π σ σ . 98100). Εξάλλου ό Ν. Μ. Παναγιωτάκης (δ.π., σσ. 3 4 8 - 3 5 0 , 2 7 6 - 2 7 8 καί 172-175, άντιστοιχα) χαρακτήρισε ώς «μνημείο φιλολογικής προχειρότητας καί αυθαιρεσίας» καί ώς άπαράδεκτη τή μελέτη του Màspero, παρατηρώντας άνάμεσα σέ άλλα καί τά έξής: «Τό σοβαρότατο σφάλμα του είναι ότι στή σύγκριση αύτή δέν έλαβε καθόλου υπόψη του καί φαίνεται νά άγνοεΐ τό κείμενο τής πολύ περισσότερο διαδεδομένης πεζής ιταλικής διασκευής
η° 5644. Τό χειρόγραφο αυτό, που είναι εικονογραφημένο καί άποτελεΐται άπό 256 φύλλα, γράφτηκε στήν Κεφαλλονιά τό 1710 καί άγοράστηκε στήν Κέρκυρα τό 1725 άπό τόν λόρδο Edward Harley. Ή πρώτη έκδοση του Έρωτοκρίτου έγινε στή Βενετία, στό τυπογραφείο του Αντωνίου Βόρτολι, στά 1713. Τό μοναδικό άντίτυπο τής έκδοσης αυτής σώζεται στή Γεννάδειο Βιβλιοθήκη τών Αθηνών. Άπό τό ιδιο βενετικό τυπογραφείο άνατυπώθηκε τό έργο στά 1737 (είναι ή λεγόμενη δεύτερη έκδοσή του). 'Ένα άντίτυπο τής άνατύπωσης του 1737 υπάρχει στήν Εθνική Βιβλιοθήκη τών Αθηνών, μέ τά στοιχεία: Ν. Φ. 688 (ή: Ελληνικά παλαιότυπα, άριθ. 93). Άπό τότε έγιναν πολλές άλλες άνατυπώσεις του έργου, άπό τό ίδιο τυπογραφείο (1778) και άπό άλλα τυπο-
τής γαλλικής μυθιστορίας, πού άπό τό 1 4 8 2 ώς τό 1 6 5 5 είχε τυπωθεί 3 3 τουλάχιστο φορές, κυρίως στή Βενετία, ένώ τό έργο του Albani άπό τό 1 6 2 6 ώς τό 1 6 4 5 μόνο τέσσερις φορές, δύο στή Ρώ(1η,"μία στή Βενετία καί μία στό Τρεβίζο. "Οπως συνάγεται καί άπό τήν προχειρότερη σύγκριση, δλα ή σχεδόν δλα τά σημεία ομοιότητας πού έπισημαίνει ό Màspero άνάμεσα στον Έρωτόχριτο καί στον Albani τά βρίσκουμε νά υπάρχουν ήδη στήν παλαιότερη πεζή ιταλική διασκευή, σέ μερικά μάλιστα άπ αυτά τό κείμενο τής πεζής διασκευής είναι πλησιέστερο προς τόν Έρωτόχριτο άπό δ,τι τό κείμενο του Albani. Ακόμη καί τό κυριότερο έπιχείρημα του Màspero, δτι ό Albani μετέτρεψε σέ νένα τό πρόσωπο πού έμφανίζεται ώς φίλη τής ήρωίδας στή γαλλική μυθιστορία, δέν εύσταθει, άφου ώς νένα έμφανίζεται καί στήν πεζή ιταλική διασκευή» (ο.7Γ., σσ. 3 4 9 - 3 5 0 καί 2 7 7 - 2 7 8 , άντίστοιχα). Τέλος, σύμφωνα μέ τά συμπεράσματα πού έκθέτει ό Γιάννης Κ. Μαυρομάτης στή διδακτορική διατριβή του (Τό πρότυπο του «Έρωτοκρίτου», Ιωάννινα 1 9 8 2 [Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Σειρά έπιστημονικών διατριβών τής Φιλοσοφικής Σχολής, 3]) —στήν οποία έξετάζεται συστηματικά καί λεπτομερειακά ό Έρωτόκριτος σέ σχέση μέ τις ιταλικές διασκευές (έντυπες καί χειρόγραφες) τής γαλλικής μεσαιωνικής μυθιστορίας Paris et Vienne καί μέ τή λατινική του Jean de Pins / Ioannes Pinus (τυπώθηκε στή Βενετία τό 1516), σέ δλη τήν έκταση του κειμένου του—, ή έντυπη πεζή διασκευή του άπώτερου γαλλικού προτύπου είναι τό κείμενο πού κυρίως άκολούθησε ό Κορνάρος, ό όποιος έλαβε υπόψη του μιαν άπό τις νεώτερες έπανεκδόσεις τής διασκευής αυτής ( 1 5 4 3 κ.έ.). Έ ν τω μεταξύ, ό Σπύρος Α. Εύαγγελάτος, μέ τό έκτενές δημοσίευμά του: Προς την αλήθεια γιά τόν Βιτσέντζο Κορνάρο. Ποιος ήταν ό ποιητής του «Έρωτοκρίτου»; [Εκδόσεις] Κάκτος, Αθήνα 1 9 8 5 [Σειρά Φιλολογικών Μελετημάτων άρ. 11, έπανήλθε στό πρόβλημα τής έρευνας γιά τή χρονολόγηση του ποιήματος, καί στό πρόσωπο του ποιητή καί, δπως σημειώνει ό ίδιος στήν εισαγωγή του βιβλίου (σ. 15): «Τό νέο αύτό μελέτημά μου μας οδηγεί σέ τρία βασικά συμπεράσματα: 1) Αποδεικνύεται, γιά άλλη μιά φορά, δτι ό Κορνάρος έγνώριζε τό Innamoramento... του Albani, άρα ό Έρωτόχριτος γράφτηκε υστέρα άπό τό 1 6 2 6 καί ή έρευνα γιά τόν έντοπισμο του ποιητή πρέπει οριστικά νά στραφεί στή χρονική περίοδο άνάμεσα στό 1 6 2 6 καί —άπωτατο δριο— τό 1 6 6 9 (έτος τής ολικής κατάληψης τής Κρήτης άπό τούς Τούρκους). 2) Αποδεικνύεται δτι, καί άσχετα άπό τό θέμα τής χρονολόγησης, ό "ευγενής Βενετός" Βιτσέντζος Κορνάρος του Ιακώβου άποκλείεται νά είναι ό ποιητής του Έρωτοκρίτου. 3) t...]» . Γιά τή χρονολόγηση του Έρωτοκρίτου βλ. καί τήν προηγούμενη υποσημείωση.
γραφεία τής ίδιας πόλης (του Ν. Γλυκέος: 1758, 1777, 1789, καί του «Φοίνικος»). Μέ βάση τό χειρόγραφο του Λονδίνου καί τις δύο πρώτες βενετικές έκδόσεις έγινε κριτική έκδοση του Έρωτοκρίτου άπό τόν Στέφανο Α. Ξανθουδίδη (Βιτζέντζου Κορνάρου, Έρωτόκριτος. Έκδοσις κριτική, γενομένη έπί τή βάσει τών πρώτων πηγών μετ* εισαγωγής, σημειώσεων καί γλωσσάριου υπό —. Έν Ήρακλείω 1915). Νέα κριτική έκδοση: Βιτσέντζου Κορνάρου, Έρωτόκριτος. Κριτική "Εκδοση. Εισαγωγή, Σημειώσεις, Γλωσσάριο Στυλιανου Αλεξίου. [Εκδόσεις] Έρμης, Αθήνα 1980 [Φιλολογική Βιβλιοθήκη - 3]. Ό ποιητής του Έρωτοκρίτου άρχίζει τό ποίημά του μέ σύντομο πρόλογο (= προοίμιο, στίχοι 1-18), δπου μιλάει γιά τό εύμετάβλητο τών άνθρώπινων πραγμάτων, τούς πολέμους, τήν παντοδυναμία του έρωτα καί τή χάρη τής φιλίας, θέματα στά όποια θά άναφερθεϊ διεξοδικότερα κατά τήν άφήγηση τής ιστορίας τών δύο ήρώων του. Κατόπιν εισέρχεται στήν κυρίως άφήγηση τών γεγονότων. Καθορίζει τόν τόπο καί τόν χρόνο τής έξέλιξής τους, πού είναι ή Αθήνα τής άρχαιας εποχής, κ.ο.κ. Ό Ξανθουδίδης, άκολουθώντας τήν πρώτη βενετική έκδοση (1713), στή δική του έκδοση (1915) διαιρεί έπίσης τό ποίημα σέ πέντε μέρη (Α-Ε). Τό ϊδιο γίνεται καί στήν κριτική έκδοση του Αλεξίου (1980). Ό Έρωτόκριτος άγαπήθηκε ιδιαίτερα άπό τόν έλληνικό λαό. 'Έγινε δημοφιλές άνάγνωσμα τών λαϊκών τάξεων καί πολλοί στίχοι του άπαγγέλλονται άπό μνήμης άκόμη καί σήμερα. Πολλά έπίσης δίστιχα του έργου έλαβαν χαρακτήρα λαϊκών παροιμιών. Σέ δλα αύτά συνετέλεσε ή άξια του ϊδιου του έργου, πού τό καθίστα πάντα έπίκαιρο. Μεγάλη άπόδειξη τής έπικαιρότητάς του άποτελουν οί άλλεπάλληλες έκδόσεις του1. Τέλος πρέπει νά σημειωθεί δτι ή έπίδραση πού άσκησε ό Έρωτόκριτος στή μεταγενέστερη ποιητική παραγωγή ύπήρξε σημαντική (Σολωμός, Κρυστάλλης, Παλαμάς, Σικελιανός, Σεφέρης, Πρεβελάκης). 1. Άς προστεθεί δτι τό ποίημα του Κορνάρου διασκευάστηκε σέ λόγια (φαναριώτικη) γλώσσα άπό τόν Διονύσιο Φωτεινό (Νέος Έρωτόκριτος. Παρά — . Έν Βιέννη 1818* σέ δύο τόμους) καί δτι μεταφράστηκε στά ρουμανικά καί τά τουρκικά [1873] (γιά τις μεταφράσεις αυτές βλ. M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία, σ. 50, σημ. 6, δπου καί ή βιβλιογραφία, καί Λίνου Πολίτη, ο.π., σσ. 50-52). Αποσπάσματα του Έρωτοκρίτου μεταφράστηκαν καί στά άγγλικά άπό τόν J. Mavrogordato (The Erotokritos. By —. With an Introduction by Stephan Gaselee. Oxford University Press, London 1929). To μεγαλύτερο μέρος του έργου μεταφράστηκε καί στά γαλλικά άπό τόν φιλόλογο Denis Kohler (βλ. Κ. Θ. Δημαρα, «Έρωτόκριτος», Τό Βήμα, 22 Μαρτ. 1974, σσ. 1-2). Εξάλλου ολόκληρος ό Έρωτόκριτος μεταφράστηκε, δπως είδαμε, καί στά ιταλικά άπό τόν Ιταλό νεοελληνιστή Francesco Màspero: Vincenzo Cornaro, Erotdcrito. Introduzione, traduzione e note di —. Milano 1975 [I Classici Bietti].
Άπό τήν πτώση της Κρήτης ώς τήν έλληνική έπανάσταση (1669-1821) Ή πνευματική παραγωγή καί κίνηση στά Επτάνησα, τή Διασπορά καί τΙς τουρκοκρατούμενες περιοχές — Οί Φαναριώτες
Ή υποταγή τής Κρήτης στούς Τούρκους (1669) προκάλεσε τό πολύστιχο θρηνητικό ποίημα του Ρεθύμνιου ποιητή Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή Διήγησις διά στίχων του δεινού Κρητικού Πολέμου (πρωτοεκδόθηκε στή Βενετία τό 1681) 1 , πού έκφράζει έντονα τή συνείδηση τής συνοχής του έλληνικου Γένους2, καθώς καί τόν Θρήνο της Κρήτης (210 στίχοι) του λόγιου Κρητικού Πατριάρχη Αλεξανδρείας Γερασίμου Παλλαδα (1688-1710) 3 . Μετά τήν πτώση τής Κρήτης καί τό τέλος του Βενετοτουρκικου πολέμου (1645-1669) τό έλληνικό πνευματικό κέντρο μετατοπίζεται σέ μιάν άλλη βενετοκρατούμενη περιοχή, στα Επτάνησα. Έκει θά καταφύγουν πολλοί Κρητικοί, πού μαζί μέ τή μακραίωνη πνευματική τους παράδοση θά μεταφέρουν καί τά χειρόγραφα τών έργων πού έξετάσαμε παραπάνω. Ή έπίδραση πού άσκήθηκε άπό τούς Κρητικούς πρόσφυγες τών νησιών του Ιονίου στήν πνευματική ζωή τής Επτανήσου γίνεται φανερή καί άπό τά έπόμενα: α') Σέ πολλά νησιά του Ιονίου, ιδιαίτερα δμως στή Ζάκυνθο, γίνονται (άπό τόν 17ο ώς τόν 19ο αιώνα) παραστάσεις καί λαϊκές διασκευές (είναι οί γνωστές Όμιλίες) τών έργων του «Κρητικού Θεάτρου»4. β') Κατά τόν έκδοτη 1. Νεώτερες έκδόσεις του έργου: Ό Κρητικός Πόλεμος (1645-1669) ή συλλογή τών ελληνικών ποιημάτων *ΑνΘίμου Διακρούση, Μαρίνου Ζάνε, συλλεγέντων και εκδιδομένων ύπό του άρχιμανδρίτου Άγαθαγγέλου Ξηρουχάκη, έφημερίου τής εν Βιέννη ελληνικής εκκλησίας, έν Τεργέστη 1908 [κατά τήν πρώτη έκδοση]. Γιά τήν έκδοση Ξηρουχάκη βλ. τή βιβλιοκρισία του Στεφ. Α. Ξανθουδίδη, ΒΖ, 18 (1909) 586-600. Βλ. καί τή μελέτη του Ν. Β. Τωμαδάκη, «Διορθωτικά εις τόν Κρητικόν Πόλεμον του Τζάνε», Κρητικά Χρονικά, 1 ( 1 9 3 3 ) 127-132 (= Του ίδιου, Μεταβυζαντινά Φιλολογικά. (Μελέται καί Κείμενα). Αθήναι 1965, σσ. 215-221). — Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή, Ό Κρητικός Πόλεμος (16451669). "Εκδοση κριτική. Εισαγωγή - έπιμέλεια Α. Ν. Νενεδάκη. Αθήνα 1979. Γιά τήν έκδοση Νενεδάκη βλ. τή βιβλιοκρισία του Ν. Β. Τωμαδάκη, 'Αθήνα, 11 ( 1 9 7 8 - 1 9 7 9 ) 397-405. — Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή του Ρεθυμναιου, Ό Κρητικός Πόλεμος (16451669). Επιμέλεια Στυλιανός Αλεξίου - Μάρθα Άποσκίτη. Στιγμή, Αθήνα 1995. 2. Πρβλ. Κ. θ. Δημαρα, ΙΝΛ, σ. 95. 3. Βλ. Χρ. Μ. Πέτρου-Μεσογείτου, «Κρητικοί στίχοι έκ παλαιών χειρογράφων τής βιβλιοθήκης του Μουσείου Ηρακλείου», ΕΕΚΣ, 2 (1939) 3 4 8 - 3 5 4 (έκδοση του κειμένου άπό τό χειρόγραφο υπ' άριθ. 184, φφ. 1 Γ -5 ν ). 4. Βλ. Γλυκερίας Πρωτοπαπα-Μπουμπουλίδου, Τό θέατρον εν Ζακύνθω άπό του ΙΖ' μέχρι του ΙΘ' αιώνος. (Έπί τή βάσει άνεκδότων κειμένων). Αθήναι 1958, σσ. 19-34.
της Ιταλό νεοελληνιστή Mario Vitti, ή τραγωδία Εύγένα (1646) του Ζακύνθιου στιχουργοί) Θεοδώρου Μοντσελέζε άνήκει στήν Κρητική Σχολή1. γΟ Ανώνυμη κρητική μετάφραση (τών άρχων του 17ου αιώνα, σέ ένδεκασύλλαβους καί έπτασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους και μέ τόν τίτλο ΌΠιστικός βοσκός) του ποιμενικού δράματος του Giovanni Battista Guarini (1538 -1612) Pastorfido (1590) μιμήθηκε ό Ζακύνθιος Μιχαήλ Σουμμάκης στή δική του μετάφραση του ίδιου έργου2. δ') Τό «Κρητικό Θέατρο» θυμίζουν έπίσης οί τραγωδίες τών άρχων του 18ου αιώνα —1720 καί 1721, άντιστοιχα— Ιφιγένεια καί Θυέστηςτον Κεφαλλονίτη στιχουργού Πέτρου Κατσαΐτη (1660 /65-1737/42) 3 . ε') Ή έπίδραση που άσκησαν τα έργα τής κρητικής λογοτεχνίας στήν πνευματική παραγωγή του Σολωμού4 καί άλλων λογοτεχνών τής Επτανήσου εϊναι άναμφισβήτητη. *
*
Άπό τόν έλληνισμό τής Διασποράς προέρχεται ή γνωστή ποιητική συλλογή "Ανθη Εύλαβείας, πού γράφτηκε άπό τούς 'Έλληνες σπουδαστές του Φλαγγινιανου Έλληνομουσείου τής Βενετίας (δπου σπούδαζαν διάφορες έπιστήμες: φιλολογία, φιλοσοφία, ρητορική, κ.λπ.). Ή συλλογή αύτή τυπώθηκε στή Βενετία
1. Teodoro Montselese, Εύγένα. A cura di Mario Vitti. Napoli 1965 [Istituto Universitario Orientale - Seminario di Greco Moderno, 2], σσ. 12-13, καί passim τής Εισαγωγής (σσ. 13-34) τής νέας έκδοσης του έργου: Τραγωδία όνομαζομένη Εύγένα του Κύρ Θεοδώρου Μοντσελέζε, 1646. Παρουσίαση Mario Vitti, Φιλολογική έπιμέλεια Giuseppe Spadaro. Εκδόσεις Όδυσσέας, [Αθήνα 1995]. 2. Βλ. Ε. Κριαρα, « Ή μετάφραση του Pastor Fido άπό τόν Ζακυνθινό Μιχαήλ Σουμμάκη», NE, τόμ.. 76, τευχ. 899, Αθήναι, Χριστούγεννα 1964, σσ. 273-297 (= Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', 37-61). 3. Έμμ. Κριαρα. Κατσαΐτης. Ιφιγένεια - Θυέστης - Κλαθμός Πελοποννήσου. Ανέκδοτα έργα. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σημειώσεις καί γλωσσάριο. Αθήνα 1 9 5 0 [Collection de Γ Institut Français d'Athènes, 43]. Ειδικότερα βλ. Βάλτερ Πουχνερ, « Ό Πέτρος Κατσαΐτης καί τό Κρητικό Θέατρο», Παρνασσός, 25 ( 1 9 8 3 ) 6 7 0 - 7 1 0 (= Του ΐδιου, Εύρωπαϊκή Θεατρολογία, σσ. 1 8 3 - 2 2 1 = Του ίδιου, Τό Κρητικό θέατρο, σσ. 261-323, μέ προσθήκες καί βελτιώσεις). Οί παραπάνω δύο τραγωδίες του Κατσαΐτη, μαζί μέ τό στιχούργημα Κλαθμός Πελοποννήσου (1716), δείχνουν παράλληλα πόσο άναπτυγμένη πρέπει νά ύπήρξε τελικά ή κοινωνία τών Έπτανήσων ήδη άπό τις άρχές του 18ου αιώνα. 4. Βλ. Έμμ. Κ. Χατζηγιακουμή, Νεοελληνικαι 7ζηγαι του Σολωμού, έν Αθήναις 1 9 6 8 [Εθνικό ν καί Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιο ν Αθηνών, Φιλοσοφική Σχολή, Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου, 1], σσ. 25-112, όπου καί ή βιβλιογραφία.
στίς άρχές του 18ου αιώνα (1708) 1 . Άνάμεσα στά ποιητικά κείμενα πού περιέχονται στο συλλογικό αύτό έργο υπάρχουν καί τέσσερα σονέτα γραμμένα στή δημοτική γλώσσα. Τά έγραψαν οί τρόφιμοι Ανδρέας Μυιάρης (Αθηναίος), Λαυρέντιος Βενέριος (Κρητικός), Αντώνιος Στρατηγός (Κερκυραίος) καί Φραγκίσκος Κολομπής (Κεφαλλονίτης). Ή έμφάνιση τής συλλογής "Ανθη Εύλαβείας άποτελεϊ τό σημαντικότερο ποιητικό γεγονός μετά άπό τήν άνάσχεση τής ποιητικής άνθησης στήν Κρήτη, πού τήν έπέβαλε ή τουρκική κατοχή του 1669 . Άπό τόν έλληνισμό τής Διασποράς —ή, καλύτερα, άπό "Ελληνα πού σπούδασε στο έξωτερικό— προέρχεται καί τό άνώνυμο έμμετρο θεατρικό έργο τών άρχών του 18ου αιώνα Δαβίδ (629 ποικίλων μέτρων ομοιοκατάληκτοι στίχοι —ή ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή: κρητικό δίστιχο—, χωρισμένοι σέ πέντε σκηνές), τό όποιο βρέθηκε άνάμεσα στα χαρτιά του Χιώτη σοφού Λέοντος Άλλατίου (ΐ586-1669Χ\δπου υπάρχουν καί χειρόγραφα μεταγενέστερα τής έποχής
1. "Ανθη Εύλαβείας. Έκχυθέντα εις τήν Πανένδοξον Μετάστασιν τής Θεομήτορος Μαρίας. Παρά τίνων τών του Φλαγγινιανου Έλληνομουσείου Τροφίμων τε καί Σπουδαίων, έπιστασία καί έπανορθώσει του Πολυμαθεστάτου αύτών Ίεροδιδασκάλου Ιωάννου Πατούσα του έξ Αθηνών, Γυμνασιάρχου του ρηθέντος Φροντιστηρίου,... Ένετίησιν ,αψη' (1708). 2. Γιά τά "Ανθη Εύλαβείας βλ. τις έργασίες του Γ. Βαλέτα, «Τά "Ανθη Εύλαβείας. Μιά πνιγμένη άναγεννητική άναλαμπή του νέου Ελληνισμού», NE, τόμ. 64, τευχ. 755, Αθήναι, Χριστούγεννα 1950, σσ. 98-119, καί Γ. Θ. Ζώρα, « Ή Παναγία καί ή συλλογή "Ανθη Εύλαβείας», 'Ελληνική Δημιουργία, 4 (1949) 3 3 7 - 3 4 1 (= Του ίδιου, Επτανησιακά Μελετήματα, τόμ. Β', Αθήναι 1959, σσ. 3 6 3 - 3 7 2 = Του ϊδιου, Θέματα μεσαιωνικής και νεοελληνικής φιλολογίας, Αθήναι 1977 [Βιβλιοθήκη Βυζαντινής καί Νεοελληνικής Φιλολογίας, άριθ. 52], σσ. 42-50). Γιά τά βασικά προβλήματα πού δημιουργεί ή μελέτη τής παραπάνω ποιητικής συλλογής («ορθή άπόδοση του κάθε στιχουργήματος στόν δημιουργό του», «έξακρίβωση του καθενός άπό τούς δημιουργούς», «ή θέση τής Συλλογής αυτής μέσα στήν δλη έθνική παιδεία στόν άρχόμενο ΙΗ' αιώνα») βλ. Κ. Θ. Δημαρα, «Εισαγωγικά στήν μελέτη τής συλλογής "Ανθη εύλαβείας», Μνημόσυνον Σοφίας 'Αντωνιάδη, Βενετία 1974 [Βιβλιοθήκη του Ελληνικού 'Ινστιτούτου Βενετίας Βυζαντινών καί Μεταβυζαντινών Σπουδών - Άρ. 6], σσ. 3 3 6 - 3 4 9 (= Κ. Θ. Δημαρας, Ιστορικά Φροντίσματα. Α' Ό Διαφωτισμός και τό κορύφωμά του, Εκδοτική φροντίδα Πόπης Πολέμη, Πορεία, Αθήνα 1992, σσ. 130138). Τέλος, γιά τήν ιδια συλλογή καί τούς συνεργάτες της βλ. Άθ. Ε. Καραθανάση, Ή Φλαγγίνειος Σχολή της Βενετίας, Θεσσαλονίκη 1975 ( 2 1986), σσ. 296-307. Συγκεντρωτική βιβλιογραφία γιά τή συλλογή βλ. στήν έκδοση: *Ανθη Εύλαβείας. Επιμέλεια Αθανασίου Καραθανάση. Εκδοτική «Ερμής» EILE., [NEB, ΠΟ 36], Αθήνα 1978. 3. Codex Vallicellianus Allatianus CXXXVI, φφ. 4 r -16 r (τα φφ. 6 r -7 r είναι λευκά). Τό κείμενο έχει άντιγράψει ό Ραφαήλ Βερνάτσας (1710-1780), Χιώτης καθολικός ιερέας, καθηγητής στο Ελληνικό Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου τής Ρώμης καί έπιμελητής τών έλληνικών χειρογράφων τής Βατικανής Βιβλιοθήκης.
πού έζησε έκεινος. Του έργου διαθέτουμε ήδη κριτική έκδοση1. Τό χειρόγραφο είναι γραμμένο μέ λατινικούς χαρακτήρες (φραγκοχιώτικα) στό γλωσσικό ιδίωμα τής Χίου (λαϊκός λόγος διανθισμένος μέ παροιμιώδεις έκφράσεις, χωρίς διαλεκτολογικές ύπερβολές καί ξένα γλωσσικά δάνεια, ζωηροί διάλογοι) και ή ύπόθεσή του είναι έμπνευσμένη άπό τήν Παλαιά Διαθήκη (άναφέρεται στό άμάρτημα του Δαβίδ και στή μετάνοιά του καί έχει σχέση μέ τό ιησουίτικο θέατρο* ό άγνωστος συγγραφέας του Δαβίδ, ό όποιος —δπως προκύπτει άπό τούς στίχους— είναι "Ελληνας του καθολικού δόγματος, συνέθεσε τό έργο ίσως γιά νά παρασταθεί στή Χίο —γιά προπαγανδιστικούς λόγους—, ή στό Κολλέγιο του Άγιου Αθανασίου τής Ρώμης γιά γλωσσική άσκηση τών τροφίμων του). Μετά τήν άνακάλυψη του Δαβίδ βρέθηκαν σέ χειρόγραφη μορφή καί άλλα σχετικά θεατρικά εργα πού προέρχονται άπό τόν ίδιο χώρο του Αιγαίου, γεγονός τό όποιο άποδεικνύει δτι στον χώρο αύτόν άνθιζε κατά τούς ΙΖ' καί ΙΗ' αιώνες μιά λογοτεχνία ή όποια ώς τώρα παρέμενε άνέκδοτη. Τά ευρεθέντα έργα έκδόθηκαν κατά τά τελευταία χρόνια καί είναι τά έξής: Ηρώδης ή ή σφαγή τών νηπίων. Χριστουγεννιάτικο θρησκευτικό δράμα αγνώστου ποιητη σέ πεζό λόγο άπό τό χώρο τών Κυκλάδων τήν έποχή της Άντιμεταρρύθμισης2. — Ήτραγέδια του Άγιου Δημητρίου. Θρησκευτικό δράμα μέ κωμικά ιντερμέδια, άγνωστου ποιητη, πού παραστάθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 1723 στή Ναξία3. — 1Ανέκδοτα στιχουργήματα του θρησκευτικού θεάτρου του ΙΖ' αιώνα. "Εργα τών ορθόδοξων Χίων κληρικών Μιχ. Βεστάρχη, Γρηγ. Κονταράτου, Γαβρ. Προσοφα\ *
*
*
Στις τουρκοκρατούμενες περιοχές θά ήταν ύπερβολικό νά ύποστηρίξει κανείς δτι υπήρξε άξιόλογη λογοτεχνική παραγωγή. Γύρω δμως άπό τό Φανάρι, δπου τό ορθόδοξο Πατριαρχείο, δημιουργείται πνευματική ζωή καί κίνηση, τήν 1. Αγνώστου Χίου ποιητή, Δαβίδ. ''Ανέκδοτο διαλογικό στιχούργημα. Ανεύρεση - Κριτική έκδοση Θωμα I. Παπαδοπούλου. Εταιρία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού καί Γενικής Παιδείας, Αθήνα 1979 [Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας, 8]. 2. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σημειώσεις καί γλωσσάριο Βάλτερ Πουχνερ. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998 [Παράβασις, Παράρτημα Κείμενα 1]. 3. Κριτική έκδοση μέ εισαγωγή, σημειώσεις καί γλωσσάριο: Νικόλαος Μ. Παναγιωτάκης ( | ) - Βάλτερ Πουχνερ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999. 4. "Εκδοση κριτική μέ εισαγωγή, σχόλια καί ευρετήρια M. I. Μανούσακα - Βάλτερ Πουχνερ. Αθήνα 2 0 0 0 [Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρεύνης του Μεσαιωνικού καί Νέου Ελληνισμού].
όποια εκφράζουν ορισμένοι φωτισμένοι λόγιοι πού σπούδασαν στή Δύση (Πάδοβα), δπως λ.χ. ό πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρις (1572-1638), πού τό 1627 μετέφερε στήν Πόλη τό τυπογραφείο του Κεφαλλονίτη Νικοδήμου Μεταξα, προκειμένου νά φωτίσει τό Γένος μέ έλληνικές εκδόσεις, ό άριστοτελικός φιλόσοφος Θεόφιλος Κορυδαλλεύς (1570-1646), πού δίδαξε στήν «Πατριαρχική Ακαδημία», καί άλλοι μορφωμένοι "Ελληνες πού ώφέλησαν τήν Εκκλησία καί τό Γένος. Άνάμεσα στούς τελευταίους αύτούς συγκαταλέγονται πολλοί Φαναριώτες, πού ώς υπάλληλοι τής Υψηλής Πύλης άνήλθαν στά άνώτατα άξιώματα τής τουρκικής υπαλληλικής ιεραρχίας καί παράλληλα καλλιέργησαν τά έλληνικά γράμματα. Μνημονεύεται έδώ ό πολύγλωσσος Παναγιωτάκης Νικούσιος, άπό τή Χίο, πού διετέλεσε Μέγας Διερμηνεύς τής Πύλης, ό Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ό έξ άπορρήτων (1641-1709) 1 , πού δίδαξε έπίσης στήν Πατριαρχική Ακαδημία και έλαβε τά μεγαλύτερα άξιώματα (Μέγας Διερμηνεύς τής Π$,ης, Μέγας Μυστικοσύμβουλος, Μέγας Αογοθέτης) — είναι ό συγγραφέας τών έργων: Ρητορική, Γραμματική περί συντάξεως (τυπώθηκε στή Βενετία «παρά Νικολάω Γλυκει τω έξ Ιωαννίνων» τό 1745), Φροντίσματα («στοχασμοί βγαλμένοι άπό τήν άνθρώπινη πείρα του») κλπ.—, ό μεγαλύτερος γιος του Αλεξάνδρου Νικόλαος Μαυροκορδάτος (1680-1730), πού έλαβε τόν τίτλο του πρώτου τών Μεγάλων Διερμηνέων τής Πύλης καί τό άξίωμα «του ήγεμόνος τής Μολδαβίας» (άργότερα καί τής Βλαχίας) καί έγραψε, άνάμεσα σέ άλλα, τό προδρομικό έργο Φιλοθέου Πάρεργα2 (τό έργο αύτό κρίνεται ώς τό πρώτο έλληνικό μυθιστόρημα τών μεταγενέστερων χρόνων, ή τουλάχιστον σάν μιά «προσπάθεια γιά διαμόρφωση μυθιστορηματικού είδους»), καί ό γιος του Νικολάου Κωνσταντίνος Μαυροκορδάτος, ήγεμόνας στις παρίστριες ήγεμονίες, άνθρωπος καλλιεργημένος (εϊχε ώς άρχή του τόν θρησκευτικό ούμανισμό) πού τιμούσε τούς Γάλλους συγγράφεις, προσκαλούσε στήν αύλή του λογίους άπό τή Δύση και προσανατόλιζε τις ήγεμονίες προς τόν γαλλικό διαφωτισμό (ήταν δηλαδή ένας τυπικός έκπρόσωπος του φωτισμένου δε-
1. Ή προσωνυμία έξ άπορρήτων σχετίζεται μέ τόν τίτλο του Μεγάλου Μυστικοσυμβούλου («έξ άπορρήτων») πού έλαβε τό 1688. 2. Τα Φιλοθέου Πάρεργα γράφτηκαν κατά μίμηση γαλλικών έργων καί σέ άρχαίζουσα γλώσσα γύρω στά 1718 καί πρωτοτυπώθηκαν στή Βιέννη τό 1800. Περισσότερα γιά τό εργο αύτό βλ. στου Κ. Θ. Δημαρα, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Πέμπτη έκδοση. Εκδοτική «Έρμης» EILE., Αθήνα 1989 [Νεοελληνικά Μελετήματα, 2], σσ. 263-282, καί ιδίως στή νέα έκδοσή του ( 1 9 8 9 άπό τόν Jacques Bouchard), γιά τήν όποια βλ. παρακάτω, Μέρος Γ', Κεφ. Δ', Κριτικές Εκδόσεις Νεοελληνικών Κειμένων: Μ α υ ρ ο κ ο ρ δ ά τ ο ς Νικόλαος.
σποτισμου καί ή νομοθεσία του αποτέλεσε σταθμό στή διοίκηση τών ήγεμονιών)1, κ.ά.π. Στο σημείο αυτό πρέπει νά άναφερθεΐ καί μία άλλη φυσιογνωμία του θρησκευτικού ούμανισμου, ό πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος Νοταρας (16411707). Μέ ένέργειες του ιεράρχη αύτου ιδρύθηκαν τυπογραφεία στο Ιάσιο, στο Βουκουρέστι, στή Μόσχα, προς τόν σκοπό νά τυπωθουν έκκλησιαστικά βιβλία, καί σχολεία στά Ιεροσόλυμα. Άπό τόν κύκλο τών Φαναριωτών προέρχονται καί δύο έμμετρα κείμενα, χωρίς δμως μεγάλη ποιητική άξια: ή Στοιχειομαχία (τυπώθηκε στή Βενετία τό 1746) του Ιωάννου Ρίζου Μανέ, άλληγορικό έργο άπό 200 ιαμβικούς έπτασύλλαβους στίχους μέ θέμα τή φύση καί τά στοιχεία της, καί ή Βοσπορομαχία (4000 στίχοι) του έξελληνισμένου Φράγκου Μομάρς (γράφτηκε τό 1752 καί τυπώθηκε στή Λειψία τό 1766), πού έχει ώς θέμα της τή φιλονικία Εύρώπης καί Ασίας στο στενό του Βοσπόρου. Άλλά καί έξω άπό τό Φανάρι σημειώνεται άξιόλογη πνευματική κίνηση. Αξίζει έδώ νά άναφερθουν καί ορισμένοι άλλοι λόγιοι άνδρες του τουρκοκρατούμενου έλληνισμου: ό Εύγένιος Γιαννούλης ό Αιτωλός (πέθανε τό 1682), πού δίδαξε σέ σχολεία τής ιδιαίτερης πατρίδας του, ό ιερομόναχος Εύθύμιος [Πενταγιώτης], πού τό 1703 έγραψε σέ καθαρή καί πλούσια δημοτική (λαϊκή) γλώσσα τό Χρονικόν Γαλαξειδίου2, ό Κοσμάς ό Αιτωλός (1711-1779), πού σπούδασε στήν Άθωνιάδα καί μέ τά έθνεγερτικά κηρύγματά του συνέβαλε στήν άφύπνιση του Γένους, καί ό πολυγραφότατος στιχουργός Καισάριος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος) Δαπόντες (1714-1784), άπό τή Σκόπελο, συγγραφέας του έμμετρου έργου Καθρέπτης Γυναικών (τυπώθηκε στή Λειψία τό 1766) καί πολλών άλλων έργων. Ή περίοδος του Νεοελληνικού Διαφωτισμού
Όέλληνικός διαφωτισμός είναι προέκταση του εύρωπαϊκου. Ένώ δμως στήν Εύρώπη τό ξεκίνημα του διαφωτισμού άνάγεται στόν 17ο αιώνα καί τό 1. Γιά τούς Φαναριώτες τής παραπάνω παραγράφου βλ. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σσ. 131137 (άπό δπου καί τά μέσα σέ εισαγωγικά άποσπάσματα). 2. Εκδόσεις: Κ. Ν. Σάθα, Χρονικόν άνέκδοτον Γαλαξειδίου, ή Ιστορία Αμφίσσης, Ναυπάκτου, Γαλαξειδίου, Αοιδορικίου και τών περιχώρων, Αθήναι 1865 (καί φωτοανατύπωση, 1962). — Χρονικό του Γαλαξειδίου. Δημοτικό ίστόρημα του 1704 γραμμένο άπό τόν ιερομόναχο Ευθύμιο Πενταγιώτη. Λογοτεχνική άποκατάσταση Γ. Βαλέτα. "Ικαρος, Αθήνα 1944. — «Χρονικό του Γαλαξειδίου». Επιμέλεια 'Ηλία Αναγνωστάκη. Εκδόσεις Ακρίτας, Αθήνα 1985.
τέλος του στους άμέσως πριν άπό τή γαλλική έπανάσταση χρόνους, ή άκμή του έλληνικου διαφωτισμού τοποθετείται στό δεύτερο ήμισυ του 18ου και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Ή έλληνική έπανάσταση του 1821 σήμανε τό τέλος του έλληνικου διαφωτισμού. Οί Φαναριώτες, ώς διπλωμάτες, ιδιαίτερα δμως ώς ήγεμόνες καί μάλιστα ώς συγγράφεις, μέ τις στενές σχέσεις τους προς τό εύρωπαϊκό πνεύμα του φωτισμένου δεσποτισμού καί τή γαλλική παιδεία (Βολταιρος, γαλλική Εγκυκλοπαίδεια, κλπ.), γίνονται γιά τήν Ελλάδα οί φορείς του διαφωτισμού. Τό έργο του Νικολάου Μαυροκορδάτου Φιλοθέου Πάρεργα (1718), κείμενο προδρομικό, δπως είδαμε, γιά τή νεοελληνική λογοτεχνία, βρίσκεται στήν άφετηρία του νεοελληνικού διαφωτισμού. Οί κυριότεροι έκπρόσωποι του νεοελληνικού διαφωτισμού είναι οί έξής: ό γιατρός Θωμάς Μανδακάσης άπό τήν Καστοριά, ό Κερκυραίος Εύγένιος Βούλγαρις, συγγραφέας Λογικής (τυπώθηκε στή Λειψία τό 1766), μέ τήν όποια καταδικάζει'τήν πρόληψη τών. Αρχαίων καί μνημονεύει δυτικούς έπιστήμονες καί φιλοσόφους τών χρόνων μετά τήν Αναγέννηση (Καρτέσιος, Hobbes, Νεύτων, Λόκε, Λεϊβνίτιος, κ.ά.)\ ό μαθητής του Βούλγαρι στήν Άθωνιάδα Ίώσηπος Μοισιόδαξ (1725 ci. - 1800) 2 , ό Δημήτριος Φωτιάδης ή Καταρτζής (1720/1725-1807) —δπως είδαμε παραπάνω (Κεφ. Γ'), μεταξύ τών οπαδών του συγκαταλέγονται ό Ρήγας, ό Δανιήλ Φιλιππίδης καί ό Γρηγόριος Κωνσταντας—, μία άπό τις πιο ένδιαφέρουσες μορφές του νεοελληνικού διαφωτισμού, συγγραφέας πολλών έργων πού γράφτηκαν γιά τόν φωτισμό του Γένους3 (τό έργο του Γνώθι Σαυτόν «άποτελεϊ, κατά κάποιον τρόπο, προλεγόμενα σέ μία έλληνική Εγκυκλοπαίδεια, δπως τήν ΐδεάσθηκε, έχοντας στον νου του τις άνάλογες γαλλικές έπιδόσεις»4), καί ό Αδαμάντιος Κοραής. "Οπως ορθά παρατηρεί ό Κ. Θ. Δημαρας, τό πρόβλημα του διαφωτισμού ήταν κατεξοχήν πρόβλημα άγωγής καί πριν άπ* δλα έπρεπε νά λυθεί τό πρόβλη-
1. Βλ. Κ. Θ. Δημαρα, Ό Ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήναι 1964, σ. 28 (βλ. τώρα Κ. θ. Δημαρα, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 5 1989, σ. 15)· οί έπόμενες παραπομπές γίνονται μόνο στό δεύτερο δημοσίευμα. 2. Συνολική θεώρηση τής ζωής καί του έργου του Μοισιόδακος γίνεται στή μελέτη του Πασχάλη Μ. Κιτρομηλίδη, Ίώσηπος Μοισιόδαξ. 01 συντεταγμένες της βαλκανικής σκέψης του 18ου αιώνα. Μορφωτικό "Ιδρυμα Έθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1985 [Νεοελληνική Προσωπογραφία]. 3. Φιλολογική έκδοση τών έργων του Καταρτζή: Δημητρίου Καταρτζή, Τά Ευρισκόμενα. Εκδότης: Κ. Θ. Δημαρας. Εκδόσεις «Ερμής», Αθήνα 1970. 4. Κ. Θ. Δημαρα, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 18.
μα του γλωσσικού οργάνου τής άγωγής αυτής1. Ή άνάσταση δμως τής προγονικής δόξας, που είχε άρχίσει νά γίνεται συνείδηση στους 'Έλληνες λογίους, προϋπέθετε τήν άποκατάσταση τής αρχαίας γλώσσας. "Ετσι λ.χ. ό Βούλγαρις σημείωνε στή Λογική του: «έκσυρικτέον άρα τά χυδαϊστί φιλοσοφείν έπαγγελλόμενα βιβλιάρια». Πρέπει ωστόσο νά ύπομνησθεΐ δτι ή ροπή προς τήν αρχαία γλώσσα δέν σήμαινε άπαραίτητα συντηρητισμό. Πολλές φορές συνδυάστηκε μέ τά πιο προοδευτικά κινήματα του έλληνικου νου2. Άπό τήν άλλη μεριά ό Καταρτζής, που σεβόταν ωστόσο τήν άρχαιότητα, ζητούσε νά καθιερωθεί ώς άποκλειστική γλώσσα του Νέου Ελληνισμού ή κοινή τής εποχής («ή καλλιέργειά της, κ* ή συγγραφή βιβλίων σ* αυτήνα, εϊναι γενική και όλική άγωγή του έθνους», έγραφε τό 1783 3 ). 'Όταν δμως τό 1791 άναγκάστηκε νά έγκαταλείψει τή θέση αυτή, τόνιζε δτι τό έκανε γιά νά προασπίσει άλλες, περισσότερο βασικές άρχές του: «άδιαφορώντας μέ δ,τι τρόπον καί αν είναι —έλεγε—, μόνο νά ώφελήσω τό γένος μου»4. Ή «μέση οδός» του Κοραή (καί στό γλωσσικό θέμα) «έκφράζει κάλλιον παντός άλλου τό προοδευτικόν άλλ' ουχί έπαναστατικόν πνεύμα του διαφωτισμού: "μακράν άπό τήν Σκύλλαν τής άθείας καί τήν Χάρυβδιν τής δεισιδαιμονίας", ή: "μήτε τύραννοι τών χυδαίων", δηλαδή τών μή λογίων, τών πολλών, "μήτε δούλοι τής χυδαιότητος αύτών"...»5. Ή τοποθέτηση δμως αύτή του Κοραή τόν έφερε άντιμέτωπο προς τις δύο γλωσσικές άκρότητες. Γενικό χαρακτηριστικό τών προσπαθειών του Κοραή άποτελεϊ ή συνεχής παιδευτική φροντίδα του γιά τό Γένος καί ή έπίμονη προσήλωσή του στήν ιδέα τής έλευθερίας. Παιδεία και έθνική συνείδηση διασταυρώνονται στον Κοραή μέ ούσιαστικότερο άπό κάθε άλλη φορά οργανικό τρόπο. Καί μέσα στή διασταύρωση αύτή μπορούμε νά διακρίνουμε πώς ό νεοελληνικός διαφωτισμός άντιλαμβάνεται γενικά τό νόημα του έθνους καί πώς συμβάλλει στή διαμόρφωση τής νεοελληνικής έθνικής συνείδησης. Πρόδρομοι καί Επτανήσιοι προσολωμικοί
Στον κύκλο τών προδρόμων άνήκουν τρεις κυρίως ποιητές, πού έμφανίζονται κατά τό δεύτερο ήμισυ του 18ου αιώνα. Ό Ρήγας Βελεστινλής, ό Άθανά1. Βλ. Κ. Θ. Δημαρα, ο.π., σ. 16. 2. Βλ. Κ. Θ. Δημαρα, δ.π.9 σ. 17. 3. Βλ. Δημητρίου Καταρτζή, Τά Ευρισκόμενα, σ. 10 (πρβλ. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΛ, σ. 196, καί Του ϊδιου, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 17). 4. Κ. Θ. Δημαρα, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 18. 5. Βλ. Κ. Θ. Δημαρα, Ο.ΤΓ., σσ. 19-20.
σιος Χριστόπουλος καί ό Ιωάννης Βηλαρας. Καί οί τρεις είναι έπηρεασμένοι άπό τό πνεύμα του διαφωτισμού καί πιστεύουν δτι ή πνευματική άναγέννηση τής Ελλάδας εϊναι ή προϋπόθεση τής πολιτικής της άναγέννησης. Συγγράφουν, λοιπόν, ή μεταφράζουν ποικίλου περιεχομένου (διδακτικά, λογοτεχνικά, κλπ.), έργα στή δημοτική γλώσσα, γιατί καί οί τρεις έχουν τήν πεποίθηση δτι ό λαός θά μορφωθεί μόνο δταν γράφουν έργα στή γλώσσα τής καθημερινής του ομιλίας. Ό Ρήγας (1757 ci. - 1798) γεννήθηκε στό Βελεστίνο καί έμαθε τά πρώτα γράμματα στή Ζαγορά του Πηλίου. "Επειτα πήγε στήν Κωνσταντινούπολη καί μετά στή Βλαχία. Τό 1790 τυπώνει στή Βιέννη τό Σχολεϊον τών ντελικάτων εραστών, ήτοι Βφλίον ηθικόν, περιέχον τά περίεργα συμβεβηκότα τών ώραιοτέρων γυναικών του Παρισιού, άκμαζουσών κατά τόν παρόντα Αιώνα. Έκ της Γαλλικής διαλέκτου νυν πρώτον μεταφρασθέν παρά του Ρήγα Βελεστινλή Θετταλου1. Πρόκειται, δπως άπέδειξαν νεώτερες έρευνες, γιά μεταφράσεις διηγημάτων του Γάλλου Rétif <de la Bretonne2. Τόν ιδιο χρόνο καί στήν ίδια πόλη έκδίδει ένα διδακτικό έργο μέ τόν τίτλο Φυσικής άπάνθισμα. Διά τους άγχίνους και φιλομαθείς eΈλληνας. Έκ της Γερμανικής και Γαλλικής διαλέκτου έρανισθέν. Τό έργο εϊναι γραμμένο σέ διαλογική μορφή (τά πρόσωπα εϊναι δύο: ό μαθητής καί ό δάσκαλος). "Ενα τρίτο έργο του Ρήγα έκδιδεται στή Βιέννη τό 1797 μέ τόν τίτλο Ό Ηθικός τρίπους. Στό έργο αύτό περιλαμβάνονται τρεις μεταφράσεις: Τά Όλυμπια του Metastasio3, Ή Βοσκοπούλα τών "Αλπεων του Marmontel καί Ό πρώτος ναύτης του Gessner (ή μετάφραση αύτή έγινε άπό τόν συνεργάτη του Ρήγα Αντώνιο Κορωνιό). Ανάμεσα στις άλλες μεταφράσεις του Ρήγα συγκαταλέγεται καί ή μετάφραση του μεγαλύτερου μέρους του τέταρτου τόμου άπό τόν Ανάχαρση του Barthélémy. Σπουδαίο έργο του Ρήγα, μέ χαρακτήρα διδακτικό καί έθνικό, εϊναι ή Χάρτα του (1796-1797), δπου παρουσιάζεται ό έλληνικός χώρος καί πάνω σέ αύτόν σχέδια άπό νομίσματα μέ προσωπογραφίες τών μεγάλων μορφών τής άρχαίας 1. Βλ. Ρήγα, Σχολεΐον τών ντελικάτων εραστών. Επιμέλεια Π. Σ. Πίστα. Εκδόσεις Έρμης, [ΝΕΒ, ΔΠ 13], Αθήνα 1971. 2. Βλ. Jean Α. Thomopoulos, «L'original de Y École des amants délicats de Phigas Velestinlis», BNJ, 18 ( 1 9 4 5 - 1 9 4 9 ) 20-31 (= I. Α. Θωμοπούλου, «Τό πρότυπο του Σχολείου τών ντελικάτων εραστών», NE, 4 8 (1950) 1 0 2 8 - 1 0 3 8 = Του ίδιου, Διακονία στή Λογοτεχνία (κριτικά δοκίμια), Αθήνα 1973, σσ. 41-68, μέ τόν τίτλο: «Του Ρήγα Φεραίου τά διηγήματα»). 3. Βλ. γιά τή μετάφραση αύτή A. I. Βρανούση, « Ό Ρήγας καί τό θέατρο. Ή μετάφραση τών 'Ολυμπίων του Μεταστασίου», Θέατρο, τόμ. Α', τευχ. 5 (Σεπτ.-Όκτ. 1962), σσ. 25-
έλληνικής ιστορίας (ό ίδιος ό Ρήγας δημοσίευσε χωριστά τό 1797 και τήν προσωπογραφία του Μεγάλου Αλεξάνδρου)1. Τέλος πρέπει νά άναφερθει ιδιαίτερα ό Θούριος του Ρήγα (4Ώς πότε παλληκάρια νά ζοϋμεν στά στενά, μονάχοι σά λιοντάρια στές ράχες, στά βουνά')2, που κυκλοφόρησε σέ πολλά άντίγραφα καί πολλές λαθραίες έκδόσεις κατά τήν προεπαναστατική περίοδο καί άποτέλεσε πατριωτικό έναυσμα ένθουσιασμου γιά τήν άπελευθέρωση τής σκλαβωμένης πατρίδας, ένώ παράλληλα καλλιεργούσε τήν ιδέα γιά τή δημιουργία μιας καινούργιας κοινωνίας. Συμπερασματικά παρατηρούμε δτι οί έθνικοί στόχοι καλύπτουν τό έργο του Ρήγα σχεδόν στο σύνολο του καί εκφράζονται είτε μέ τή μορφή άμεσων παρορμήσεων (Θούριος, Νέα Πολιτική Διοίκησις), είτε έμμεσα μέ κείμενα πού αποβλέπουν στήν πνευματική άφύπνιση του Γένους (Φυσικής άπάνθισμα). Γενικά πρέπει νά έξαρθεΐ ή εύρύτητα του έθνισμου του Ρήγα καί ή προδρομική σημασία τών πολιτικών του οραματισμών. Ό Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) γεννήθηκε στήν Καστοριά καί έζησε στήν Κωνσταντινούπολη καί στο Βουκουρέστι. Ανήκει καί αύτός στόν κύκλο του Καταρτζή. Τό 1805 έκδίδει στή Βιέννη τή γνωστή μας Γραμματική της Αιολοδορικης, ήτοι της ομιλούμενης τωρινής τών Ελλήνων γλόσσας (δπου ύποστηρίζει δτι ή νεοελληνική γλώσσα είναι ένα μείγμα τής άρχαίας αιολικής καί τής άρχαίας δωρικής διαλέκτου) καί μαζί τό δράμα 'Αχιλλεύς, πού ώς θέμα του έχει τόν θυμό του Αχιλλέα καί τή συμφιλίωσή του μέ τόν Αγαμέμνονα. Τό 1811 ό Χριστόπουλος εκδίδει τά Λυρικά του, συλλογή εύθυμων (έρωτικών καί βακχικών) ποιημάτων, πού θά του προσδώσει τήν έπωνυμία «ό νέος Ανακρέων». Ή συλλογή αύτή γνώρισε πολλές έκδόσεις3 καί επηρέασε τή μεταγενέστερη ποίηση (Σολωμός - Αθηναϊκή Σχολή). Ό Ιωάννης Βηλαρας (1771-1823), τέλος, γεννήθηκε στά Κύθηρα καί ύπηρέτησε ώς γιατρός στήν αύλή του Άλή-πασα τών Ιωαννίνων. Τό 1814 έξέδωσε στήν Κέρκυρα τή Ρομέηκη γλόσα, δπου, έπηρεασμένος άπό τόν γαλ1. Βλ. τή μελέτη του Γεωργίου Λάιου, «Οί Χάρτες του Ρήγα», ΔΙΕΕ, 14 ( 1 9 6 0 ) 231312. 2. Ttà τό έργο αύτό του Ρήγα βλ. Α. Daskalakis, «Thourios Hymnos. Le chant de la liberté de Rhigas Velestinlis», Balkan Studies, 4 ( 1 9 6 3 ) 315-346, καί Απ. Β. Δασκαλάκη, Τά έθνεγερτικά τραγούδια του Ρήγα Βελεστινλή. Κείμενα, σχόλια, καί έρμηνευτικαί σημειώσεις. Έκδοσις νέα μετά προσθηκών. Εκδόσεις Ε. Γ. Βαγιονάκη, Αθήναι 1977. 3. Βλ. Αθανασίου Χριστοπούλου, Λυρικά. Επιμέλεια Ελένης Τσαντσάνογλου. Εκδόσεις Ερμής, [ΝΕΒ, ΠΟ 2], Αθήνα 1970, σ. 6.
λικό διαφωτισμό, έξέθεσε τις προοδευτικές άπόψεις του γιά τή γλώσσα (βλ. Κεφ. Γ'). Τό έργο είναι άφιερωμένο στον Αθανάσιο Ψαλίδα. Στήν Κέρκυρα έπίσης έκδόθηκαν, μετά τόν θάνατο του (1827), άπό τόν Αθανάσιο Πολίτη, τά Ποιήματα και πεζά τινα, μέ κατατοπιστικό πρόλογο γιά τή ζωή καί τό έργο του, πού έγραψε ό Κωνσταντινουπολίτης λόγιος Πλάτων Πετρίδης (1790 -1852) 1 . Μέ τά ποιήματα του Βηλαρα ή λυρική ποίηση προχώρησε ενα βήμα πιο πέρα άπό εκεί δπου τήν άφησε ό Χριστόπουλος, καί ή σατιρική ποίηση άπέκτησε έ'ναν άπό τούς πιο σημαντικούς έκπροσώπους της. ΌΒηλαρας φιλοτέχνησε καί ορισμένες μεταφράσεις άρχαίων έλληνικών κειμένων σέ νεοελληνική γλώσσα. Ειδικότερα μετέφρασε τή Βατραχομυομαχία του [Όμήρου]2, τόν πλατωνικό Κρίτωνα, τόν Επιτάφιο του Περικλέους του Θουκυδίδη καί ποιήματα του Ανακρέοντα. * *
*
Στήν Επτάνησο (ιδιαίτερα στή Ζάκυνθο), κατά τήν πριν άπό τήν έπανάσταση του '21 περίοδο, παρατηρείται άξιόλογη πνευματική κίνηση, ή όποια στον τομέα τής λογοτεχνίας εϊχε ώς άποτέλεσμα τήν παραγωγή ορισμένων στιχουργημάτων έρωτικου, πολιτικού καί σατιρικού περιεχομένου. Ή γαλλική έπανάσταση καί ή έπέμβαση τών Γάλλων στά Επτάνησα, άπό τή μία πλευρά, καί άπό τήν άλλη οι άντιθέσεις τής έπτανησιακής κοινωνίας (εύγενεϊς καί ποπολάροι) έπηρέασαν τήν τοπική λογοτεχνική παραγωγή. Οί σημαντικότεροι έκπρόσωποι τής προσολωμικής ποίησης εϊναι οί έξης: Ό Στέφανος Ξανθόπουλος (μέσα του 18ου αιώνα) καί ό Ανδρέας Σίγουρος (1665-1747) πού καλλιεργούν τήν έρωτική-λυρική ποίηση (ό πρώτος εϊχε συνθέσει καί συλλογή στιχουργημάτων μέ τόν τίτλο Ποιήματα θλιβερά - ποιήματα έρωτικά). Σημαντικότερος, ώς λυρικός ποιητής, άπό τούς δύο προηγουμένους, εϊναι ό Θωμάς Δανελάκης (δικό του ποίημα —ή μίμηση ποιήματος του Γάλλου Antoine-Vincent Arnault— εϊναι «Τό ξενιτεμένο πουλί»). Ό ίδιος διασκεύασε στά έλληνικά τή γαλλική «Μασσαλιώτιδα». Τήν πατριωτική ποίηση καλλιεργεί ό Αντώνιος Μαρτελάος (1754-1819), 1. Βλ. Π. Δ. Μαστροδημήτρη, « Ό Ιωάννης Βηλαρας δπως τόν εϊδε ό πρώτος βιογράφος του Πλάτων Πετρίδης», NE, τόμ. 94, τευχ. 1115, Χριστούγεννα 1973, σσ. 9 3 - 9 8 [καί σέ αυτοτελή έκδοση, Αθήνα 1974, σσ. 16] (= Του ΐδιου, Νεοελληνικά, Α', 19-37). 2. Γιά τή μετάφραση (γρ. παράφραση) αύτή του Βηλαρα βλ. Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη, Νεοελληνικαι μεταφράσεις, παραφράσεις και διασκευαϊ της «Βατραχομυομαχίας», έν Αθήναις 1973, σσ. 68-76.
έπηρεασμένος άπό τις άρχές τής γαλλικής έπανάστασης καί άπό τά πατριωτικά τραγούδια του Ρήγα. Παρά τό γεγονός δτι άνήκε στήν τάξη τών εύγενών τής Ζακύνθου, χαρακτηριζόταν γιά τις φιλελεύθερες καί πατριωτικές ιδέες του. ''Ήταν μαθητής του Παναγιώτη Παλαμά καί πιθανός δάσκαλος του Σολωμού (άπηχήσεις του «Θουρίου» του Μαρτελάου είναι εύδιάκριτες στον Ύμνο είς τήν Έλευθερίαν του Σολωμού). Έκτος άπό τόν «Θούριο» ό Μαρτελάος έγραψε τό γνωστό ποίημα «"Υμνος είς τήν περίφημο ν Γαλλία ν, τόν άρχιστράτηγον Βοναπάρτην καί τόν στρατηγό ν Γεντίλλην». Τις ιδέες του Μαρτελάου άκολουθεϊ ενας άλλος Ζακύνθιος ποιητής, ό Νικόλαος Κούρτσολας, πού έγραψε ποίημα «Στον Μαρτελάο» καί «Θούριο», ένώ ό Νικόλαος Λογοθέτης ή Γούλιαρης ήταν άντίθετός του καί έτρεφε έχθρικά αισθήματα προς τούς Γάλλους και τις άρχές τής γαλλικής έπαναστάσεως. Ό τελευταίος καταγόταν άπό άριστοκρατική οικογένεια καί ήταν καί αύτός μαθητής του Π. Παλαμα. Σπούδασε άρχαία έλληνική καί λατινική φιλολογία στήν Ιταλία καί παρώδησε τόν «"Υμνο είς τήν περίφημον Γαλλίαν...» του Μαρτελάου. Τή σατιρική ποίηση καλλιεργούν τρεις άλλοι προσολωμικοί ποιητές: ό Αντώνιος Κατήφορος (1685/1696-1762), πού εϊναι γόνος άριστοκρατικής οικογένειας, μέ σπουδές έπίσης στήν Ιταλία, καί συγγραφέας έλληνικής γραμματικής, ό Αύξέντιος, πού σατιρίζει τόν Κουτούζη (βλ. παρακάτω), καί ό σημαντικότερος τους Νικόλαος Κουτούζης (1741-1813), ιερωμένος καί ζωγράφος. Ώς ζωγράφος ό Κουτούζης μαθήτευσε κοντά στον Νικόλαο Δοξαρα καί εικονογράφησε τόν ναό τής Φανερωμένης στή Ζάκυνθο. Ώς ποιητής έγραψε στήν αρχή λυρικά ποιήματα καί μετά έπιδόθηκε στή σατιρική ποίηση, είδος ιδιαίτερα καλλιεργημένο στή Ζάκυνθο. Ή σάτιρα του Κουτούζη είναι δηκτική καί άνελέητη καί στρέφεται έναντίον δλων. Στή Ζάκυνθο κατά τήν ϊδια περίοδο άναπτύσσεται καί ή κωμωδία. Ό Σαβόγιας Ρούσμελης ή Σουμερλής έγραψε τό έργο Κωμωδία τών ψευτογιατρών (1745), δπου σατιρίζει τούς έμπειρικούς γιατρούς (τούς κομπογιαννίτες) τών Ιωαννίνων1. Σημαντικότερος δμως κωμωδιογράφος είναι ένας άλλος Ζακύνθιος, νεώτερος του προηγουμένου, ό Δημήτριος Γουζέλης (1774-1843), άνιψιός καί μαθητής του Μαρτελάου. Ό Γουζέλης έγραψε τό έργο Ό Χάσης 1. Γιά τόν Ρούσμελη καί τό έργο του βλ. Γλυκερίας Πρωτοπαπα-Μπουμπουλίδου, Τό θέατρον έν Ζακύνθω, σσ. 54-84, Τής ίδιας, Σαβόγιας Ρούσμελης, Αθήναι 1971, δπου εκδίδεται ή Κωμωδία τών ψευτογιατρών (σσ. 37-94), καί Θόδωρου Γραμματά, « Ή Κωμωδία τών Ψευτογιατρών του Σαβόγια Ρούσμελη», στον τόμο: Τό Ιόνιο. Περιβάλλον - Κοινωνία -Πολιτισμός. Πρακτικά Συμποσίου 1984, Αθήνα 15-17 'Οκτωβρίου, Αθήνα 1984 [Κέντρο Μελετών Ιονίου], σσ. 5 7 - 8 1 (= Του ίδιου, Νεοελληνικό θέατρο. Ιστορία - δραματουργία. Δώδεκα μελετήματα. [Εκδόσεις] Κουλτούρα, Αθήνα 1987, σσ. 42-59).
(1790), μέ τό οποίο έμφανίζεται ώς συνεχιστής τής ζακυνθινής κωμωδίας, δπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τήν έπίδραση πού δέχτηκε άπό τήν κρητική κωμωδία. Χαρακτηριστικοί είναι οί ζευγαρωτοί πολιτικοί στίχοι καί ό κεντρικός ήρωας τής κωμωδίας (ό τύπος του καυχησιάρη - ψευτοπαλληκαρα). Ό Γουζέλης δημοσίευσε καί μία άτεχνη μετάφραση τής Gerusalemme Liberata του Torquato Tasso (1807) 1 . Βιβλιογραφία Άχ. Ά. Κύρου, Οι 'Έλληνες της Αναγεννήσεως καί ό Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Αθήναι 1938. — Του ίδιου, Βησσαρίων ό "Ελλην, τόμ. 1-2, Αθήναι 1947. — Deno John Geanakoplos, Greek Scholars in Venice, Cambridge, Massachussetts 1962 (καί έλληνικά: Κ. Γιαννακοπούλου, Έλληνες Λόγιοι εις τήν Βενετίαν. Μελέται επί της διαδόσεως τών έλληνικών γραμμάτων άπό του Βυζαντίου εις j f j r δυτικήν Ευρώπην. Μετάφρασις Χ. Γ. Πατρινέλη. Εκδοτικός οίκος Γ. Φέξη, Αθήναι 1965). — Δ. Ά.' Ζακυθηνου, Αναγέννησις και Αναγεννήσεις. Έλληνικαι άνακεφαλαιώσεις. Αθήναι 1978. [Άνατύπωση τών σσ. 130-228 του τόμου μελετημάτων του ίδιου, Μεταβυζαντινά και Νέα Έλληνικά, Αθήναι 1979]. — Π. Δ. Μαστροδημήτρη, "Έλληνες Λόγιοι (ΙΕ'-ΙΘ' αιώνες). Μελέτες και κείμενα. Τόμ. Α', β' έκδοση μέ προσθήκες καί βελτιώσεις, Εκδόσεις Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989 01979). — Παναγιώτη Νούτσου, Οι λόγιοι του Βυζαντίου στή Δύση, Ιωάννινα 2004 [Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Τομέας Φιλοσοφίας, Επιστημονική Επετηρίδα Δωδώνη: Παράρτημα Άρ. 73]. — Σπυρ. Π.Λάμπρου, «Μονωδίαι καί Θρήνοι έπί τή άλώσει τής Κωνσταντινουπόλεως», Νέος Έλληνομνήμων, 5 (1908) 190-269. — Λίνου Πολίτη, Ποιητική Ανθολογία. Βιβλίο δεύτερο Μετά τήν "Αλωση. Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα [ 2 1975]. — Μελή Νικολαΐδη, Κυπριακή Λογοτεχνία. «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 6, «Αετός», Αθήναι 1957. — Κ. Μητσάκη, Ό Πετραρχισμός στήν Ελλάδα. Ανθολογία ελληνικού σονέτου. Θεσσαλονίκη 1973. — Κ. Ν. Σάθα, Κρητικόν Θέατρον ή συλλογή άνεκδότων και άγνωστων δραμάτων. Έν Βενετία 1879 (καί φωτοανατύπωση, Αθήναι 1963). — Στυλιανου Αλεξίου, Κρητική Ανθολογία (ΙΈ-ΙΖ' αιώνας). — Δεύτερη έκδοση. Ήράκλειον Κρήτης, 1969. — Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, Κρητική Λογοτεχνία, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 7, «Αετός», Αθήναι 1955. — Alexandre Embiricos, La Re-
1. Γιά τις νεοελληνικές μεταφράσεις της Gerusalemme Liberata βλ. τήν άνακοίνωση του Costantino Nicas, «Fortuna délia Gerusalemme Liberata in Grecia», Miscellanea Neogreca, σσ. 83-88.
naissance Crétoise. XVIe et XVIIe siècles. Tome I: La littérature. Société d'Édition «Les Belles Lettres», Paris 1960 [Collection de l'Institut d'Études Byzantines et Néo-Helléniques de l'Université de Paris, Fascicule XIX]. — M. I. Μανούσακα, Κριτική βιβλιογραφία του «Κρητικού Θεάτρου». Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη. Αθήνα 1964 [Ανατύπωση άπό τό περιοδικό Ήώς, Έ τος 7, άριθ. 76-85 (Αφιέρωμα Κρήτη), Αθήνα 1964, σσ. 273-303] καί Στέφανου Κακλαμάνη, «Κριτική βιβλιογραφία του "Κρητικού Θεάτρου" (19651979)», Ό Ερανιστής, 17 (1981) 46-73. — Του ίδιου, Βιβλιογραφία «Έρωτοκρίτου» (1889-2003), Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2003. — M. I. Μανούσακα, Ή κρητική λογοτεχνία κατά τήν εποχή της Βενετοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1965 [Άριστοτέλειον Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης]. — Δημήτρη Δασκαλόπουλου, «Εκδόσεις έργων Κρητικής Λογοτεχνίας (16001669)», Συλλέκτης, Έτος Β' (1976), σσ. 252-253, 286-287, 314-315, 352-353, 382-383, 420-421, 456-457, 486, 518-520, καί Έτος Γ (1977), σσ. 10-11, 42-43, 72-73, 104-105, 134, 166-167, 198-199, 226-227, 258-259 καί 261, 290. — Π. Δ. Μαστροδημήτρη, Ήποίηση του Νέου Ελληνισμού, I Πρωτονεοελληνικά κείμενα, II Κρητική λογοτεχνία, III Δημοτικό τραγούδι, 'Ανθολογία. Εισαγωγή - Υπομνήματα - Γλωσσάριο, "Εβδομη έκδοση, Αθήνα 2004 ['Ίδρυμα Γουλανδρή-Χόρν]. — Κ. Θ. Δημαρα, Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Άπό τις πρώτες ρίζες ώς τήν εποχή μας. Ένατη έκδοση. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000. — Του ίδιου, Ό Κοραής και ή εποχή του, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 9, Εκδοτικός οίκος I. Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι 1958 (= Του ίδιου, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σσ. 301-389). — Του ίδιου, Ό Ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήναι 1964 (Άνάτυπον άπό τόν τόμον Γ [Ελλάς], σσ. 297-301, τής Μεγάλης Έλληνικης Εγκυκλοπαίδειας [Παύλου Δρανδάκη - πρώην Πυρσου] (= Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σσ. 1-22)). — Του ίδιου, La Grèce au temps des Lumières, Genève 1969. — Του ίδιου, «Τό σχήμα του Διαφωτισμού», στόν τόμο ΙΑ' τής Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (Ό έλληνισμός ύπό ξένη κυριαρχία (περίοδος 1669-1821), Τουρκοκρατία - Λατινοκρατία»), [Αθήνα 1975], σσ. 328-359 (= Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σσ. 23-119). — Του ίδιου, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Πέμπτη έκδοση. Εκδοτική «Έρμης» EILE., Αθήνα 1989 01977) [Νεοελληνικά Μελετήματα, 2]. — Ν. Β. Τωμαδάκη, «Κλασσικισμός, Διαφωτισμός καί Αδαμάντιος Κοραής», Μνημοσύνη, 6 (1976-1977) 94-116 (= Του ίδιου, Νεοελληνικά, τόμ. Β', σσ. 324-345). — Άλκη Αγγέλου, Τών Φώτων. "Οψεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. [Τόμ. Α'], Ερμής, Αθήνα 1988 [Νεοελληνικά Μελετήματα 9, Νέα Σειρά], καί τόμ. Β', Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 1999. — Παναγιώτη Κονδύλη, Ό Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οί φιλοσοφικές ιδέες.
Εκδόσεις Θεμέλιο, [Αθήνα 1988]. — Φίλιππου Ήλιου, Ιδεολογικές χρήσεις του κοραϊσμου στον 20ό αιώνα, Ό Πολίτης, Αθήνα 1989. — Λ. I. Βρανούση, Ρήγας, Έρευνα, συναγωγή καί μελέτη. «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 10, «Αετός», Αθήναι 1957. — Του ίδιου, Οί Πρόδρομοι. «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 11, «Αετός», Αθήναι 1955 (Κ. Δαπόντες, Φαναριώτες στιχουργοί, Άθ. Χριστόπουλος, Γ. Σακελλάριος, Μιχ. Περδικάρης, Ίω. Βηλαρας). — Γ. Θ. Ζώρα, 'Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847), Αθήναι 1952. [Αναπτυγμένη μορφή τής μελέτης του συγγραφέα πού δημοσιεύτηκε στήν Ελληνική Δημιουργία, 9 (1952) 395-416 και 557-564.] — Nestor Camariano, Athanasios Christopoulos. Sa vie, son œuvre littéraire et ses rapports avec la culture roumaine. Thessaloniki 1981 [Institute for Balkan Studies, 192]. — Γ. Θ. Ζώρα - Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, 'Επτανήσιοι προσολωμικοί ποιηταί, Αθήναι 1953. — Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, Προσολωμικοί. Τεύχος Α' Στ. Ξανθόπουλος - Άνδρ. Σίγουρος, τευχ. Β' Νικόλαος'Κουτουζης, τευχ. Γ' 'Ανώνυμα Στιχουργήματα, τευχ. Δ' Αντώνιος Μαρτελάος και οι περί αύτόν, καί τευχ. Ε' Λοιποί προσολωμικοί, Προσθηκαι, Αθήναι 1966-1997. — Φαναριώτες - νΑνθη Εύλαβείας - Επτανήσιοι. Επιμέλεια εισαγωγής: Μ. Μ. Παπαιωάννου, άνθολογίας: Κ. Ίορδανίδης. [Αθήνα 1980]. Στή σειρά: Ή ελληνική ποίηση. 5Ανθολογία - Γραμματολογία, [τόμ. Α'], τών Εκδόσεων Σοκόλη. — Ανδρέα Καραντώνη, Φαναριώτικη και επτανησιακή ποίηση. Φαναριώτικη ποίηση - Προσολωμικοί στιχουργοί Σολωμός - Κάλβος - Βαλαωρίτης - Σολωμικοί καί Μετασολωμικοί ποιητές. [Εκδόσεις] Επικαιρότητα, Αθήνα 1987. — Γλυκερίας Πρωτοπαπα-Μπουμπουλίδου, Τό θέατρον έν Ζακύνθω άπό του ΙΖ' μέχρι του ΙΘ' αιώνος (Έπί τή βάσει άνεκδότων κειμένων). Αθήναι 1958. — Γεωργίας Λαδογιάννη, 'Αρχές του νεοελληνικού θεάτρου. Βιβλιογραφία τών έντυπων έκδόσεων 1637-1879, Αθήνα 1996 [Δρώμενα/Παράρτημα 2].
ΑΠΟ ΤΗΝ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
TOT
1821
ΕΩΣ
ΣΗΜΕΡΑ
Πριν προχωρήσουμε στή νεώτερη περίοδο τής λογοτεχνίας, πού άρχιζει μέ τόν Σολωμό, κρίνουμε άπαραιτητο νά άναφερθουμε γιά λίγο στό Δ η μ ο τ ι κ ό τ ρ α γ ο ύ δ ι και στό Α π ο μ ν η μ ό ν ε υ μ α . Τό έλληνικό δημοτικό τραγούδι είναι ενα εϊδος τής νεοελληνικής λογοτεχνίας αυτόνομο (λογοτεχνία προφορική: τραγούδι —άκουσμα— και όχι «ποίημα»!), πού άναπτύχθηκε παράλληλα μέ τήν προσωπική (= τήν εντεχνη) ποίηση. Ξεκινάει χρονικά άπό τότε πού ξεκινάει ή νεοελληνική λογοτεχνία (τραγούδια του άκριτικου κύκλου) καί φθάνει ώς τις μέρες μας (τραγούδια του πο-
λέμου 1940-1944, κλπ. 1 ). Δηλαδή καλύπτει δση έκταση καλύπτει καί ή νεοελληνική λογοτεχνία. Ιδιαίτερη άνάπτυξη γνωρίζει τό δημοτικό τραγούδι στήν περίοδο κατά τήν οποία τό Γένος ήταν υπόδουλο στούς Τούρκους. Άπό τόν 17ο αιώνα καί ώς τήν έπανάσταση του '21 έχουμε ένα πλήθος δημοτικών τραγουδιών (άπό πολλές έλληνικές περιοχές: Πελοπόννησο, Ρούμελη, Θεσσαλία, Μακεδονία, κλπ.), πού άναφέρονται στή ζωή καί στά κατορθώματα τών άρματολών καί τών κλεφτών (κλέφτικα τραγούδια) ή γενικά στή ζωή τών Ελλήνων κατά τή διάρκεια τής δουλείας (παιδομάζωμα, έπαναστατικές έξεγέρσεις στήν Πελοπόννησο καί στήν Κρήτη, άγώνες τών Σουλιωτών, κλπ.). Καθολική, συνθετική καί άπόλυτα γνήσια έκφραση του έθνικου συναισθήματος του ύπόδουλου έλληνισμου άποτελουν τά κλέφτικα τραγούδια2. Πολλά εϊναι επίσης τά τραγούδια τής δεκαετίας 1821-1830 πού άναφέρονται σέ πρόσωπα καί περιστατικά τής Επαναστάσεως (Μαυρομιχαλαιοι, Παπαφλέσσας, Μάρκος Μπότσαρης — μάχη Δηρου, πολιορκία Μεσολογγίου, καταστροφή τής Κάσου, ναυμαχία του Γέροντα — Πάργα, Νάουσα, κλπ.). Τά δημοτικά τραγούδια, άνάλογα μέ τό περιεχόμενο τους, διαιρούνται σέ κατηγορίες (ιστορικά, κλέφτικα, άκριτικά, παραλογές, τής άγάπης, νυφιάτικα, παιδικά, γιορταστικά (λατρευτικά) καί έθιμικά, θρησκευτικά, τής ξενιτιάς, μοιρολόγια, γνωμικά, έργατικά, περιγελαστικά, ρίμες). Γλώσσα τών δημοτικών τραγουδιών εϊναι ή δημοτική, καί μέτρο, τις περισσότερες φορές, ό ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος, μέ σταθερή τομή στήν όγδοη συλλαβή3. "Ενα άλλο χαρακτηριστικό τής δημοτικής ποίησης εϊναι ή έλλειψη ομοιοκαταληξίας (έξαιρουνται τά δίστιχα). Ή μορφολογική άρτιότητα, ή λιτή
1. Βλ., λ.χ., Ερατοσθένη Γ. Καψωμένου, Τό σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι. Ή δομή και ή ιδεολογία του. Εκδόσεις Θεμέλιο E l l JE., Αθήνα 1 9 7 9 (Τά ριζίτικα τραγούδια τής Αντίστασης (1941-1945), Ανέκδοτες ρίμες γιά τόν έλληνοϊταλικό πόλεμο, τή Μάχη τής Κρήτης (1940-1945), Κρητικά δημοτικά τραγούδια γιά τή Δικτατορία καί τό Πολυτεχνείο (1972-1974), Ό θεματικός κύκλος τών τραγουδιών του Κυπριακου άγώνα (1955-1977)). 2. Γιά τό κλέφτικο τραγούδι βλ. τις έπόμενες ειδικές έργασίες: Γιάννη Μ. Αποστολάκη, Τό κλέφτικο τραγούδι. Τό πνεύμα κ' ή τέχνη του. Έν Αθήναις 1950, Π. Σπανδωνίδη, Τό κλέφτικο τραγούδι και ή αρχαϊκή τέχνη, θεσσαλονίκη 1952, Του ίδιου, Οί κλεφταρματωλοι και τα τραγούδια τους, Αθήναι [1963], Κώστα Ρωμαίου, Ή ποίηση ενός λαου, Αθήνα 1968, Αλέξη Πολίτη, Τό δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα. Ερμής, [ΝΕΒ, ΠΟ 25], Αθήνα 1973. 3. Γιά τούς συνηθέστερους στίχους τών δημοτικών τραγουδιών βλ. Γεράσιμου Σπαταλα, Ή μορφολογία τών δημοτικών τραγουδιών μας. Μελέτη. «Αετός» Α.Ε., Αθήναι 1946, σσ. 8-10.
δομή, ή άπουσία πλατειασμών καί ή τελειοποίηση τών έκφραστικών μέσων άποτελουν τα γενικά χαρακτηριστικά τής δημοτικής ποίησης1. *
*
Τά άπομνημονεύματα τών άγωνιστών τής έλληνικής έπανάστασης (καί ιδιαίτερα τών άγωνιστών έκείνων πού είχαν πεζογραφικές ικανότητες) άποτελουν τή λογοτεχνική παραγωγή, τή λογοτεχνία καλύτερα του '21. Στό σημείο αύτό εξαίρονται τά Στρατιωτικά Ενθυμήματα (3 τόμοι) του Νικολάου Κασομούλη, δπου συναντουμε έξαίρετες περιγραφές, τά Άπομνημονεύματα (2 τόμοι) του Στρατηγού Γιάννη Μακρυγιάννη (προσωπικό υφος, άπλή ρουμελιώτικη λαϊκή γλώσσα, σπάνιες πεζογραφικές ικανότητες) και τά άπομνημονεύματα του Γέρου του Μοριά (Διήγησις συμβάντων της έλληνικης φυλής.), παρά τις οποιεσδήποτε επεμβάσεις του Τερτσέτη στις άναμνήσεις του Κολοκοτρώνη. Τά παραπάνω άντιπροσωπευτικά κείμενα άποτελουν τήν έκφραση μιας κορυφαίας στιγμής του νεοελληνικού βίου άπό τούς ίδιους τούς συντελεστές της. Ανώτατη έκδήλωση στον τομέα αύτό ν: ό Μακρυγιάννης.
Ή νεώτερη περίοδος της λογοτεχνίας (άπό τον Σολωμό και έξης) Ό Σολωμός, δ Κάλβος καί ή Επτανησιακή Σχολή
Ό Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στή Ζάκυνθο στις 8 Απριλίου 1798 άπό τόν εύγενή Νικόλαο Σολωμό (1737-1807) καί τήν πληβεία Αγγελική Νίκλη. Στή Ζάκυνθο έμαθε τά πρώτα γράμματα άπό τόν Ιταλό φυγάδα ιερέα Don Santo Rossi καί άπό άλλους 'Έλληνες δασκάλους, δηλαδή τόν Νικόλαο Κασιμάτη, τόν Αναστάσιο Καραβία καί πιθανώς τόν Αντώνιο Μαρτελάο. Κατά τή
1. Ή μονογραφία του Γ. Μ. Σηφάκη, Γιά μιά ποιητική του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1988, «ξεκινώντας άπό τή διδασκαλία του Αριστοτέλη γιά τή λειτουργία τής ποίησης (ώς μιμήσεως τών "καθόλου")», είναι ενα παράδειγμα εκσυγχρονισμένης φιλολογικής προσέγγισης τών δημοτικών μας τραγουδιών. Μέ τήν έργασία του αύτήν ό μελετητής έπιχειρεΐ «νά έπισημάνει, νά διατυπώσει καί νά περιγράψει τούς κανόνες καί τή διαδικασία παραγωγής καί δημιουργίας, ή κατασκευής καί "ποίησης", του δημοτικού τραγουδιου», έπιτυγχάνοντας τόν προσδιορισμο τής «ποιητικής» του έλληνικου δημοτικού τραγουδιου.
δεκαετία 1808-1818 ό Σολωμός σπουδάζει στήν Ιταλία, άρχικά στό Λύκειο τής Κρεμόνας και υστέρα στή Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου τής Παβίας. Κατά τό διάστημα τής διαμονής του στήν Ιταλία σχετίζεται μέ πολλούς άνθρώπους τών ιταλικών γραμμάτων (τόν κριτικό Giuseppe Montani, τόν ποιητή Vincenzo Monti, πού μετέφρασε στά ιταλικά τήν Ίλιάδα, κ.ά.), μελετάει ιταλική φιλολογία καί μυείται στά μυστικά τής Τέχνης. Στήν Ιταλία γράφει καί τά πρώτα του ιταλικά ποιήματα (πάνω σέ θέματα θρησκευτικά). "Οταν έπιστρέψει στή Ζάκυνθο θά έπιδοθεΐ στήν έκμάθηση τής έλληνικής γλώσσας, (ύπακούοντας στις έπίμονες συστάσεις του Σπυρίδωνος Τρικούπη), καί θά γράψει τούς πρώτους στίχους του στά έλληνικά (πρβλ. τά νεανικά ποιήματα: «Αγνώριστη», «Ξανθούλα», «Τρελή μάνα», κ.ά.). Ή έλληνική ποίηση τόν είχε κερδίσει οριστικά. Ή δεκαετία 1823-1833 υπήρξε γιά τόν Σολωμό πολύ παραγωγική. Τόν Μάιο του 1823 γράφει τόν Ύμνον εις τήν Έλευθερίαν, έκτενές έπικολυρικό ποίημα έμπνευσμένο άπό τά πρώτα στρατιωτικά γεγονότα τής έλληνικής επανάστασης, πού θά τυπωθεί δύο χρόνια άργότερα (1825) καί θά μεταφρασθεί συγχρόνως στά ιταλικά καί στά γαλλικά. Ό Ύμνος άποτελεϊ —θά λέγαμε— τήν άναβίωση του πινδαρικού λυρισμού στή νέα έλληνική γλώσσα καί δρομολογεί τις έξελίξεις προς νεώτερες ποιητικές δημιουργίες, δπως του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, του Κωστή Παλαμα καί του Αγγέλου Σικελιανού. Τό 1824 γράφεται τό ποίημα Εις τόν θάνατον του Λόρδ Μπάιρον —έχουμε καί έδώ τό ύφος του Ύμνου, τόν ϊδιο ύψηλό τόνο, άλλά άπό τό ποίημα άπουσιάζει ό δραματικός λυρισμός, ή έξαρση καί τό πάθος, χαρακτηριστικά πού έμφανίζονται σέ μεταγενέστερα έργα του ποιητή— καί μετά τό έπίγραμμα « Ή καταστροφή τών Ψαρών» (1825), ή «Φαρμακωμένη» (1826), ο Λάμπρος, κ.ά. Στήν ίδια περίοδο (1824) γράφεται ό Διάλογος, έργο θεωρητικό, δπου ό ποιητής διατυπώνει τις προσωπικές άπόψεις του γιά τή γλώσσα καί γίνεται θερμός ύποστηρικτής τής δημοτικής. Τό 1828 άναγκάζεται γιά λόγους οικογενειακούς νά μετοικήσει στήν Κέρκυρα, δπου έξακολουθει νά έργάζεται παραγωγικά. Έκεΐ έπεξεργάζεται ορισμένα έργα πού τά-εϊχε άρχίσει στή Ζάκυνθο, δπως τό δυνατό σατιρικό πεζογράφημα Ή γυναίκα τής Ζάκυθος (1826) καί τό ποίημα Ό Λάμπρος, ή άρχιζει άλλα, νέα (δπως τή μεγάλη ποιητική σύνθεση Οι Ελεύθεροι πολιορκημένοι, πού τήν έμπνεύστηκε άπό τή δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου: ή σύνθεση του Α' σχεδιάσματος, σέ έξασύλλαβους στίχους, τοποθετείται γύρω στά 1830). Μέ τόν Κρητικό (1833-1834) —πού άποτελεϊ τήν κορύφωση, θά λέγαμε, του νεοελληνικού λυρισμού καί τής μουσικότητας— έγκαινιάζεται νέα περίοδος ποιητικής δημιουργίας του Σολωμού. Κατά τήν ϊδια έποχή, καί γιά μιάν
ολόκληρη δεκαετία (1833-1844), ό ποιητής έργάζεται έπάνω στο Β' σχεδίασμα τών Ελεύθερων πολιορκημένων, χρησιμοποιώντας τώρα τόν ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο (τό κρητικό δίστιχο). Άπό τό ετος 1844 άρχίζει ή σύνθεση του Γ' σχεδιάσματος, σε δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους. Ή περίοδος τών μεγάλων έμπνεύσεων του Σολωμού κλείνει μέ τόν Πορφυρά (1849). Τά παραπάνω ποιητικά έργα (ΌΚρητικός, Οί 'Ελεύθεροι πολιορκημένοι, Ό Πορφύρας) άποτελουν τά πρώτα άριστουργήματα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, παρά τό γεγονός δτι έμειναν «άποσπασματικά» και άνολοκλήρωτα. Ό ποιητής, έπηρεασμένος άπό τόν γερμανικό ιδανισμό, άναζητουσε πάντα τήν τελειότητα, έλπίζοντας ίσως δτι κάποτε θά έπανερχόταν σέ μιά νέα έπεξεργασία τών θεμάτων πού τόν είχαν άπασχολήσει παλαιότερα. Ό θάνατος δμως, πού ήρθε πρόωρα, τόν έμπόδισε νά ολοκληρώσει τήν ποιητική του δημιουργία. Στήν τελευταία περίοδο τής ζωής του Σολωμού άνήκουν και τά ιταλικά ποιήματα «La navicella greca» («Τό έλληνικό καραβάκι»), «Saffo» («Σαπφώ»), τά ιταλικά σχεδιάσματα «La madré greca» («Ή Ελληνίδα μητέρα»), «La donna velata» («Ή γυναίκα μέ τό μαγνάδι», « Ή σκεπασμένη μορφή», « Ή κυρία μέ τό βέλο»), πού ό ποιητής σκόπευε νά τά μεταπλάσει στά έλληνικά, καί άλλα ποιήματα (δπως λ.χ. τό «Carmen Seculare», 1849, κλπ.). Ό Σολωμός δημιούργησε μιάν ολόκληρη σχολή ποιητικής γραφής καί άντίληψης, πού βασιζόταν στή χρήση τής δημοτικής γλώσσας καί τών δημοτικών μας τραγουδιών. Άπό τό κήρυγμά του, πού δόθηκε κυρίως μέ τόν περίφημο Διάλογο του, γαλουχήθηκαν ολόκληρες γενιές Ελλήνων ποιητών καί στοχαστών, γιά πολύν καιρό μετά τόν θάνατο του. Ό Γιάννης Ψυχάρης, ό Κωστής Παλαμας, ό Άγγελος Σικελιανός, ό Γιώργος Σεφέρης, ό 'Οδυσσέας Ελύτης, άκολουθουν τόν Σολωμό, τόσο στο θέμα τής γλώσσας δσο καί στήν ποιητικη άντίληψη. Ό Σολωμός άντιπροσωπεύει τήν ώριμότερη ποιητική συνείδηση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. "Ολες σχεδόν οί βιώσιμες άξιες τής έλληνικής παράδοσης διοχετεύονται μέσα στο έργο του καί μεταπλάθονται δημιουργικά σέ καινούργιες μορφές ύψηλου λυρισμου. Κορυφαίες στιγμές: Οί Ελεύθεροι πολιορκημένοι και Ό Κρητικός. Ό θάνατος, πού τόν βρήκε τόν Φεβρουάριο του 1857, σταμάτησε μιά μεγάλη λυρική φωνή, πού μετουσίωσε ποιητικά μεγάλες στιγμές τής έλληνικής φυλής καί διασταύρωσε μέσα στή νεοελληνική λογοτεχνία τήν ιδέα του έθνους μέ τό νόημα τής τέχνης. Χωρίς τόν Σολωμό θά ήταν, ίσως, άδιανόητες πολλές μεταγενέστερες σημαντικές έξελίξεις, δχι μόνο στον χώρο τής λογοτεχνίας, άλλά καί στόν χώρο τής αισθητικής γενικότερα, καί τής κοινωνίας. Εντελώς διαφορετικός άπό τό πνεύμα τής Επτανησιακής Σχολής εϊναι ό
έπίσης Ζακύνθιος ποιητής Ανδρέας Κάλβος (1792-1869). Δεκάχρονος άκόμη ό Κάλβος θά βρεθεί, δπως καί ό Σολωμός, στήν Ιταλία (αυτός στό Λιβόρνο), μαζί μέ τόν διαζευγμένο έμπορο πατέρα του Ιωάννη καί τόν μικρότερο άδελφό του Νικόλαο. Στήν πλούσια έλληνική παροικία του Λιβόρνου ό Ανδρέας θά μείνει δέκα ολόκληρα χρόνια. Σέ ήλικία είκοσι χρόνων (τό 1811) θά πρωτογνωρίσει στή Φλωρεντία τόν Ιταλό ποιητή (γεννημένον στή Ζάκυνθο άπό Ελληνίδα μητέρα) Ugo Foscolo (1778-1827) 1 . Στό περιβάλλον του Foscolo ό Κάλβος θά γράψει τά πρώτα ιταλόγλωσσα έργα του (ώδές, τραγωδίες, δοκίμια). Τόν Foscolo θά άκολουθήσει ό Κάλβος (ώς γραμματέας του) καί στά ταξίδια του (1816) στήν Ελβετία (Ζυρίχη) καί στήν Αγγλία (Λονδίνο). Στήν Αγγλία δμως διακόπτονται οί σχέσεις τους καί τότε ό Κάλβος άναγκάζεται, γιά λόγους βιοποριστικούς, να παραδίδει ιδιωτικά μαθήματα καί νά φιλοτεχνεί μεταφράσεις έργων θρησκευτικού περιεχομένου (τής Αγγλικανικής Εκκλησίας) άπό τά άγγλικά στά ιταλικά καί στά έλληνικά. Στό Λονδίνο θά δώσει καί διαλέξεις έπάνω σέ νεοελληνικά θέματα2. Στήν Αγγλία έπίσης θά τελέσει τόν πρώτο γάμο του, άπό τόν όποιο θά άποκτήσει μία κόρη. Γρήγορα δμως μητέρα καί κόρη πεθαίνουν καί ό ποιητής άποφασίζει νά έπιστρέψει (Σεπτ. του 1820) στή Φλωρεντία, δπου, δπως έδειξαν νεώτερες έρευνες, θά γίνει ένεργό μέλος στήν οργάνωση τών Carbonari3. Στό μεταξύ άρχίζει ή έλληνική έπανάσταση, πού θά του έμπνεύσει τό σύνολο σχεδόν του ποιητικού του έργου4. Κατά τήν ίδια έποχή (Άπρ. του 1821, ν. ή.) ό Κάλβος άπελάθηκε άπό τή Φλωρεντία γιά τις φιλελεύθερες ιδέες του και κατευθύνθηκε πάλι προς τήν Ελβετία (Γενεύη), δπου έμεινε έπί τέσσερα σχεδόν χρόνια, διδάσκοντας τήν ιταλική και τή νέα 1. Βλ. Ν. Β. Τωμαδάκη, « Ό Ανδρέας Κάλβος άπό Λιβόρνου εις Φλωρεντία ν», 'Αφιέρωμα εις Κωνσταντϊνον Άμαντον, Αθήναι 1940, σσ. 163-196 (= Ν. Β. Tomadakis, Miscellanea Byzantina-Neohellenica, σσ. 1 4 1 - 1 7 4 = Του ίδιου, Νεοελληνικά, Β', 207-240). 2. Βλ. Κ. Θ. Δημαρα, «Γύρω στον Κάλβο καί τόν Κοδρικα. (Σχολιασμένα κείμενα)», 'Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 6, άριθ. 3 (Χειμώνας 1953-1954), σσ. 2 5 0 - 2 6 2 (= Του ίδιου, 'Ελληνικός Ρωμαντισμός, σσ. 116-129 καί 520-521). 3. Βλ. Γ. Θ. Ζώρα, « Ή δευτέρα διαμονή του Κάλβου εις Φλωρεντία ν καί ή άπέλασις αύτοΰ (άγνωστα έγγραφα)», Παρνασσός, 11 ( 1 9 6 9 ) 5 3 6 - 5 4 8 (= Του ίδιου, Νέα Καλβικά, Αθήναι 1970, σσ. 5-18), καί Του ίδιου « Ό Κάλβος Καρμπονάρος κατά τάς παραμονάς τής 'Ελληνικής Επαναστάσεως», NE, τόμ. 88, τευχ. 1043, 'Αφιέρωμα στό Εικοσιένα, Αθήναι, Χριστούγεννα 1970, σσ. 137-150. Περισσότερα γιά τό ίδιο θέμα βλ. στό βιβλίο του Κ. Πορφύρη, Ό 'Αντρέας Κάλβος Καρμπονάρος. Ή μυστική δίκη τών Καρμπονάρων τής Τοσκάνης, β' έκδοση [μέ πρόλογο Νάσου Βαγενα], Κέδρος, [Αθήνα 1 9 9 2 ] 0 1 9 7 5 ) , όπου καί ή παλαιότερη σχετική βιβλιογραφία. 4. «Κρίνοντας άπό τά πράγματα, μπορούμε νά πούμε ότι ό Αγώνας μας έδωσε τήν ποίηση του Κάλβου» (Κ. Θ. Δημαρας, ΙΝΑ, σ. 290).
έλληνική γλώσσα1. Στή Γενεύη τυπώνει τό 1824 τήν πρώτη ποιητική συλλογή του (τις δέκα πρώτες ώδές του) μιέ τόν τίτλο Ή Λύρα2. Άπό τις άρχές του 1825 βρίσκεται στό Παρίσι, δπου έκδίδει (τό 1826) τή δεύτερη ποιητική συλλογή του (δέκα έπίσης ώδές) μέ τόν τίτλο Λυρικά3. Οί είκοσι ώδές του Κάλβου άποτελουν τό σύνολο τής δημιουργικής του παραγωγής. Τό ετος 1826 ό Κάλβος κατεβαίνει στήν έπαναστατημένη Ελλάδα (Μήλος, "Υδρα, Ναύπλιο), τήν όποια γρήγορα θά έγκαταλείψει. Κατά τό μεγάλο διάστημα 1826-1852 διαμένει στήν Κέρκυρα, δπου άσκει τό έπάγγελμα του καθηγητή (διδάσκει ιδιωτικά ή σέ διάφορες σχολές). Κατά τά άκαδημαϊκά έτη 1826-1827, 1836-1837 καί 1840-1841 διδάσκει ώς καθηγητής στήν Ιόνιο Ακαδημία (τήν πρώτη χρονιά ιταλική λογοτεχνία4 και τις άλλες δύο χρονιές φιλοσοφία5). Τήν τελευταία περίοδο τής ζωής του (1852-1869) ό ποιητής θά τήν περάσει πάλι στήν Αγγλία, διδάσκοντας στό παρθεναγωγείο τής δεύτερης συζύγου του, δασκάλας Charlotte Augusta Wadams, στό Λονδίνο και τέλος στό χωριό Louth (βόρεια Αγγλία).
1. Γιά τή δραστηριότητα του Κάλβου στήν Ελβετία ( 1 8 1 6 καί 1 8 2 1 κ.έ.) βλ. Νίκου Α. Βέη, «Κάλβου έργα καί ήμέραι έν Ελβετία», Πραγματεϊαι της 'Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 28, άριθ. 2, έν Αθήναις 1958. Γιά τήν τετράχρονη διαμονή καί τις άσχολίες του Κάλβου στή Γενεύη βλ. καί τό ένδιαφέρον μελέτημα του Ελβετού νεοελληνιστή Bertrand Bouvier, «Calvos in Geneva», στον συλλογικό τόμο Modern Greek Writers, σσ. 6 8 - 9 1 (καί τήν έλληνική περίληψή του, μέ τόν τίτλο: « Ό Κάλβος στή Γενεύη. "Καθηγητής γλωσσών καί μαθηματικών"», Τό Βήμα, 3 Σεπτ. 1972, σσ. 5-6). 2. Τόν ιδιο χρόνο κυκλοφόρησε στό Παρίσι γαλλική μετάφρασή της σέ πεζό λόγο, πού έγινε άπό τόν Γάλλο σινολόγο Stanislas Julien. Ό Julien μετέφρασε στά γαλλικά καί τόν Ύμνο του Σολωμού (πρόκειται γιά πεζή έπίσης μετάφραση πού τυπώθηκε μαζί μέ τό έλληνικό κείμενο του Ύμνου στό έπίμετρο του δεύτερου τόμου τής συλλογής έλληνικών δημοτικών τραγουδιών (βλ. παρακάτω) του Claude Fauriel, Παρίσι 1825). 3. Τυπώθηκαν μαζί μέ τά Λυρικά του Αθανασίου Χριστοπούλου καί μέ πεζή γαλλική μετάφραση του Pauthier de Censay. 4. Βλ. Σπ. I. Άσδραχα, «Άπό τή ζωή του Κάλβου στήν Κέρκυρα (1826-52)», Κερκυραϊκά Χρονικά, 10 (1963) 134 (= Σπύρου I. Άσδραχα, 'Ελληνική κοινωνία και οικονομία ιη' και ιθ' ai (Υποθέσεις και προσεγγίσεις), Ερμής, Αθήνα 1 9 8 2 [Νεοελληνικά Μελετήματα, 5], σ. 270), καί Πάνου Καραγιώργου, «Άγνωστα γράμματα του Κάλβου», Δελτίο της Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, έτος 19 (1982), σσ. 70-71, δπου καί ή βιβλιογραφία. 5. Βλ. Ανδρέα Κάλβου, Μαθήματα Φιλοσοφίας. Πανεπιστημιακές παραδόσεις στήν Ιόνιο Ακαδημία, Κέρκυρα 1840-41. Πρώτη έκδοση άπό τις σημειώσεις του ίεροσπουδαστου (Θεοκλήτου) Θεμιστοκλέους Άλιπράντη μέ έρμηνευτική εισαγωγή υπό Παναγή Δ. Άλιπράντη. Επιμέλεια Λίνου Γ. Μπενάκη, Προλεγόμενα Ευαγγέλου Α. Μουτσοπούλου. Αθήνα 2 0 0 2 [Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρεύνης τής 'Ελληνικής Φιλοσοφίας].
Ή ποίηση του Κάλβου ήταν καί έξακολουθεΐ νά άποτελει μιάν εντελώς ιδιόμορφη περίπτωση του νεοελληνικού λυρισμου. Εντελώς άποκομμένος, σέ δ,τι άφορα τή μορφή καί τό πνεύμα, άπό τούς ύπόλοιπους δημιουργούς τής Επτανήσου, ό Κάλβος παρέμεινε άγνωστος ώς τά 1889, δταν τόν άνακάλυψε ό Κωστής Παλαμας καί τόν έκαμε γνωστό στο εύρύτερο κοινό, μέ τή διάλεξή του τής 16ης Μαρτίου 1889 στόν Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός». Έκτοτε σημαντικές μελέτες έχουν γραφτεί γιά τό έργο του, τό όποιο —παρά τήν άσυνήθιστη γλώσσα του καί τούς άπροσδόκητους ρυθμούς του— κατέλαβε μία άπό τις ύψηλότερες θέσεις μέσα στήν ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Τόν δρο «Επτανησιακή Σχολή» εισήγαγαν πρώτοι ό Κωνσταντίνος Άσώπιος καί ό Εμμανουήλ Ροίδης. Έτσι ονομάζεται ή γύρω άπό τή φωτεινή φυσιογνωμία του Σολωμού πλειάδα τών λογοτεχνών έκείνων πού, κατά τόν περασμένο αιώνα καί τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, μέ πνευματικό κέντρο τους τήν Επτάνησο —ή όποια, άς σημειωθεί, δέν γνώρισε ποτέ τόν ζυγό τών Τούρκων—, καλλιέργησαν μέ άκρα συνέπεια καί έπιτυχία δλα σχεδόν τά ειδη του έντεχνου λόγου, άκολουθώντας τήν πνευματική πορεία καί τό παράδειγμα του μεγάλου δασκάλου τους. Πρόκειται γιά μιά λογοτεχνική κίνηση πού μπορούμε νά πούμε δτι χαρακτηρίζεται άπό κοινές άρχές καί κοινούς τρόπους γραφής, μέ μοναδική έξαίρεση τήν περίπτωση του Κάλβου. Ό Κωστής Παλαμας διέκρινε τρεις άξονες στή θεματολογία τών ποιητών τής «σχολής» αύτής: τή γυναικολατρία, τήν πατριδολατρία καί τή Χριστολατρία1. Πράγματι, γύρω άπό τούς τρεις αύτούς θεματικούς άξονες στράφηκαν δλοι σχεδόν οί Επτανήσιοι ποιητές, έχοντας ώς πρότυπο τόν Σολωμό. Οί σημαντικότεροι έκπρόσωποι τής Επτανησιακής Σχολής είναι σύγχρονοι καί φίλοι του Σολωμού. Τόν κύκλο τών λογοτεχνών αύτών άποτελουν οί παρακάτω: ό Αντώνιος Μάτεσις (1794-1875), πού γύρω στά 1830 γράφει τόν θαυμάσιο Βασιλικό (κοινωνικό θεατρικό έργο, πού ό ϊδιος ό συγγραφέας του θά τό χαρακτηρίσει άργότερα «ιστορική μυθιστοριογραφία δραματικώς παριστανομένη»)· — ό Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1874), άπό τή Ζάκυνθο, νομικός καί δικαστής (τό 1833 θά άρνηθεΐ νά καταδικάσει τόν Κολοκοτρώνη, γεγονός πού θά συντελέσει στή γνωριμία τών δύο άνδρών καί στήν υπαγόρευση καί έκδοση τών άπομνημονευμάτων του Γέρου του Μοριά), καί άπό τό 1844 ώς τόν θάνατο του βιβλιοθηκάριος καί άρχειοφύλακας τής Βουλής τών Ελλήνων, άποτελεΐ έ'ναν άπό τούς «συνδέσμους» τής Επτανησιακής καί τής Αθηναϊκής Σχολής 1. Βλ. τώρα Κ. Παλαμα, "Απαντα, τόμ.. 13, Μπίρης, [Αθήνα 1968], σ. 4 2 1 ( « Ή άγία Τριάς υψηλών ιδεών...»)· πρβλ. Γ. Θ. Ζώρα, Επτανησιακά Μελετήματα, Α', σ. 95.
(βλ. παρακάτω). Τό 1833 ό Τερτσέτης γράφει (καί άφιερώνει στον Όθωνα) τό ποίημα Τό φίλημα, έπηρεασμένος άπό τό δημοτικό τραγούδι. Τό ποίημα αύτό προκάλεσε τό γράμμα του Σολωμού τής 1ης Ιουνίου 1833 π.ή. (γιά τό όποιο βλ. καί Κεφ. Γθ, δπου ό μεγάλος δάσκαλος βρήκε τήν εύκαιρία νά διατυπώσει τις άπόψεις του γιά τή χρήση τής δημοτικής γλώσσας καί γιά τήν άξια τών δημοτικών τραγουδιών1. Τό 1847 δημοσιεύει τήν ποιητική συλλογή Άπλή γλώσσα καί τό 1856 τά δύο έκτενή ποιήματα Οί γάμοι του Μεγάλου * Αλεξάνδρου καί Κόριννα και Πίνδαρος, πού έδειξαν μέ τόν πιο άπτό καί σίγουρο τρόπο τήν άνωτερότητα της δημοτικής άπέναντι στήν καθαρεύουσα καί προετοίμασαν τήν έπιβολή της, πού θά άρχίσει μέ τόν Βαλαωρίτη καί θά ολοκληρωθεί μέ τόν Παλαμα καί τή λογοτεχνική γενιά του 1880 (βλ. παρακάτω). Άπό τόν ιδιο δημοσιεύονται καί άρκετοί πανηγυρικοί λόγοι, πού τούς έκφωνουσε ιδίως κατά τήν έπέτειο τής 25ης Μαρτίου ώς βιβλιοθηκάριος τής Βιβλιοθήκης τής Βουλής,, Ό ίδιος έγραψε στά ιταλικά ένα θεατρικό έργο μέ τόν τίτλο La morte di Socrate (1866) καί φιλοτέχνησε μετάφραση του πλατωνικού διαλόγου Κρίτων — ό λυρικός καί λεπταίσθητος ποιητής Ιούλιος Τυπάλδος (1814-1883), «ό πιο τυπικός συνεχιστής του σολωμικού πνεύματος στήν ποίηση»2. Τό 1856 έκδίδει τήν ποιητική συλλογή Ποιήματα διάφορα, καί προς τό τέλος τής ζωής του μεταφράζει στά έλληνικά μέ μεγάλη δεξιοτεχνία καί έπιτυχία δώδεκα άσματα του μνημειώδους έργου του Torquato Tasso Gerusalemme Liberatœ — ό Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896), ό κορυφαίος έκπρόσωπος τής νεοελληνικής κριτικής του 19ου αιώνα, ό όποιος δύο μόλις χρόνια μετά τόν θάνατο του Σολωμού (1859) έπιμελήθηκε τήν πρώτη έκδοση Τών Ευρισκομένων του μεγάλου ποιητή. Γιά τήν έκδοση αύτήν ό Πολυλάς έγραψε τά γνωστά μας Προλεγόμενα, πού άποτελουν τό βασικότερο κριτικό κείμενο του και συγχρόνως τό πιο αύθεντικό, άκόμη καί σήμερα, μελέτημα γιά τήν έρμηνεία του σολωμικού έργου. Αύτά καί μόνο (τά Προλεγόμενα) άρκουν γιά νά τόν κατατάξουμε άνάμεσα στούς μεγαλύτερους δοκιμιογράφους καί στοχαστές τής λογοτεχνίας μας. Παράλληλα ό Πολυλάς μετέφρασε Σαίξπηρ (τό 1855 τήν Τρικυμία καί τό 1889 τόν Άμλετ) καί "Ομηρο (τήν 'Οδύσσεια, 1875 κ.έ., καί 1. Τό γράμμα του Σολωμού προς τόν Τερτσέτη δημοσιεύτηκε άπό τόν Α. Σ. Μάτεσι («Ανέκδοτος έπιστολή του Σολωμού», Παναθήναια, 5, Όκτ. 1 9 0 2 - Μάρτ. 1903, 245247) καί άναδημοσιεύτηκε άπό τόν Λίνο Πολίτη (ΌΣολωμός στά γράμματα του, Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας», [Αθήνα 1956], σσ. 32-34 = Διονυσίου Σολωμού, 'Απαντα, Τόμος τρίτος Αλληλογραφία, Επιμέλεια - Μετάφραση - Σημειώσεις Λίνου Πολίτη, "Ικαρος, 1991, σσ. 251-257). Βλ. τώρα καί Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα χαϊ Πεζά, ΈπιμέλειαΕίσαγωγές: Στυλιανός Αλεξίου, Στιγμή, Αθήνα 1994, σσ. 601-603. 2. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 378.
τήν Ίλιάδα, 1890 κ.έ.)\ "Εγραψε έπίσης καί άλλα κριτικά κείμενα (βλ. Κεφ. Γ'), μερικά ποιήματα (άνάμεσα στά όποια τά σονέτα «Μιά πρώτη άγάπη», «Τό Σούλι» και «Ερασιτέχνης») καί τρία διηγήματα («"Ενα μικρό λάθος», «Τά τρία φλωριά», « Ή συγχώρεσις»)· — ό Γεράσιμος Μαρκορας (18261911) —ό σημαντικότερος, νομίζω, μετασολωμικός ποιητής—, γιος του δικαστή Γεωργίου Μαρκορα (1793-1878), στενού φίλου του Σολωμού, καί δημιουργός του έξοχου έπικολυρικου ποιήματος Ό "Ορκος, πού είναι έμπνευσμένο άπό τούς άγώνες τής Κρήτης καί ειδικότερα άπό τήν ήρωική άντίσταση τών πολιορκημένων του Αρκαδίου (1866) καί άποτελεϊ τήν έκτενέστερη ποιητική σύνθεση του Μαρκορα (1624 ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι ομοιοκατάληκτοι στίχοι)2. Τό ποίημα έκδόθηκε γιά πρώτη φορά τό 1875 καί έπανεκδόθηκε στή συλλογή Ποιητικά εργα (Κέρκυρα, 1890). Στά 1899 ό Μαρκορας έξέδωσε στήν Αθήνα καί τήν ποιητική συλλογή Μικρά ταξείδια. Ό Μαρκορας δέν φθάνει, βέβαια, τό υψος τής ποίησης του Σολωμού, είναι δμως ενας σημαντικός και ικανός τεχνίτης πού έπιχείρησε νά συνεχίσει σέ ολοκληρωμένη μορφή τήν προσπάθεια έκείνου καί βοήθησε πολλούς μεταγενεστέρους του, δπως λ.χ. τόν Παλαμα, νά άρτιώσουν και νά ολοκληρώσουν τήν ποιητική τους γραφή3. Στον ιδιο λογοτεχνικό κύκλο άνήκουν και οι έπόμενοι Επτανήσιοι: ό Γεώργιος Ρώμας (1798-1867), πού τό 1853 δημοσιεύει τήν ποιητική συλλογή "Ανθη (άφιερωμένη στον Σολωμό)· — ό Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901), σατιρικός ποιητής άπό τήν Κεφαλλονιά, πού «άποτελεϊ τόν γνησιότερο σύνδεσμο άνάμεσα στά Επτάνησα και στήν Αθήνα»4. Τό 1872 ό Λασκαράτος δη1. Γιά τις μεταφράσεις κειμένων της άρχαίας έλληνικής γραμματείας άπό Επτανήσιους λογοτέχνες βλ. Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, «Αι υπό τών Επτανησίων νεοελληνικαί μεταφράσεις κλασσικών συγγραφέων», ΕΕΦΣΠΑ, 14 ( 1 9 6 3 - 1 9 6 4 ) 492-540, Πάνου Καραγιώργου, «Οί μεταφραστές τής Επτανησιακής Σχολής (Γραμματολογικό διάγραμμα)», Δελτίον της Ιονίου Ακαδημίας, 2 ( 1 9 8 6 ) 3 1 9 - 3 3 3 , καί Γ. Π. Σαββίδη, «Εκδοτικές περιπέτειες τών μεταφράσεων του Σαίξπηρ άπό τόν Κωνσταντίνο Θεοτόκη», Περίπλους, Χρ. Ε', τευχ. 17-18 (Άνοιξη-Καλοκαίρι '88), σσ. 4 9 / 1 - 6 3 / 1 5 (= Του ίδιου, Τράπεζα Πνευματική, σσ. 196-208). 2. Τό έργο αύτό του Μαρκορα μέ άπασχόλησε άπό έρμηνευτική άποψη στό βιβλίο: Π. Δ. Μαστροδημήτρης, «Ό "Ορκος» του Μαρκορα. Μελέτη φιλολογική. Κείμενο. Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1978. Καί: Νέα έκδοση, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1996 [Ερμηνευτικές Εκδόσεις Νεοελληνικών Κειμένων - 2]. 3. Στά 1927 ο Παλαμας θά δηλώσει: « Ό Μαρκορας μου τόν έμαθε τό στίχο» (βλ. Κωστή Παλαμα, «Γεράσιμος Μαρκορας», Ιόνιος 'Ανθολογία, έτος Δ', άρ. 36 (Μάρτιος 1930), Τεύχος άφιερωμένο στον ποιητη Γεράσιμο Μαρκορα, σ. 71 = Κωστή Παλαμα, "Απαντα, τόμ. 8, Μπίρης, [Αθήνα 1966], σ. 358). 4. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 421.
μοσιεύει τήν ποιητική συλλογή Στιχουργήματα διάφορα, πού τήν άφιερώνει στον Γεώργιο Τερτσέτη. Τά περισσότερα δμως έργα του εϊναι πεζά καί έχουν χαρακτήρα ήθικολογικό: Τά μυστήρια της Κεφαλονιάζ (1856), Ιδού ό άνθρωπος (1886), Αυτοβιογραφία (στά ιταλικά), και άλλα πολλά. Εξέδιδε έπίσης τήν έφημερίδα Ό Λύχνος. Ό Λασκαράτος, μέ τήν πεζογραφία του καί τήν ποίησή του, έγινε αιτία νά δημιουργηθεί μεγάλο φιλολογικό σκάνδαλο, νά άφορισθεΐ άπό τήν Εκκλησία, νά διωχθεί καί νά συκοφαντηθεί. Τό σπινθηροβόλο πνεύμα τής σάτιράς του καί ή δριμύτητα τής κριτικής του άποτελουν σημαντικά κοινωνικά τεκμήρια τής έποχής καί του πολιτισμικού έπιπέδου τών Έπτανήσων — ό Σπυρίδων Μελισσηνός (1833-1887), πού έγραψε τραγωδίες καί δημοσίευσε τήν ποιητική συλλογή Τά μνήματα (1860) καί τήν «έποποιια» Ηθικός Κόσμος (Τυπ. «Κάδμος», έν Κερκύρςι, 1879)· — ό Σπυρίδων Ζαμπέλιος (1815-1881), έκδοτης τής συλλογής δημοτικών τραγουδιών ^ σ μ α τ α δημοτικά τής <• Έλ>λάδος (1852) καί συγγραφέας του μελετήματος Πόθεν ή κοινή λέξις τραγουδώ (1859), μέ τό oftoïo έπέκρινε τήν έκδοση τών Ευρισκομένων του Σολωμού άπό τόν Πολυλά, καί του ιστορικού μυθιστορήματος Οι κρητικοί γάμοι (1871)· — ό Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879), απο τη Λευκάδα, ποιητής και έθνικός άγωνιστής (θαρραλέοι καί έπί μονοί ήταν οι άγώνες του γιά τήν ένωση τής Επτανήσου μέ τή μητέρα πατρίδα). Σπουδάζει στό έξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία) καί έπηρεάζεται άπό τόν γαλλικό ρομαντισμό. Τά έργα του εϊναι έπίσης βαθύτατα έπηρεασμένα άπό τό δημοτικό τραγούδι. Ή ποίησή του εϊναι κυρίως προσανατολισμένη σέ πατριωτικά θέματα. Ό Βαλαωρίτης άποτελεΐ έπίσης εναν άπό τούς σημαντικότερους κρίκους πού συνδέουν τήν έπτανησιακή λογοτεχνία μέ τήν άθηναϊκή. Κυριότερες ποιητικές συλλογές του: Στιχουργήματα (1847), Μνημόσυνα (1857), Κυρά Φροσύνη (1859), Αθανάσης Διάκος, Αστραπόγιαννος (1867), Φωτεινός (έργο μισοτελειωμένο* γράφτηκε κατά τό τελευταίο έτος τής ζωής του ποιητή — 1879— και άναφέρεται στήν έποχή τής Βενετοκρατίας). Ό Βαλαωρίτης, γενικότερα, μέσα στά ποιητικά του έργα προβάλλει ένα ήρωικό ιδανικό και μιάν ύψηλή πατριωτική ποίηση, ή όποια, ένώ δέν μπορεί νά συναγωνιστεί σέ καθαυτό καλλιτεχνικό βάρος τή σολωμική, άξιοποιεΐ έντούτοις μέ έπάρκεια τό δίδαγμα τών δημοτικών τραγουδιών και προωθεί μέ πολύ σύνθετον τρόπο τήν τεχνική του δεκαπεντασύλλαβου* — ό Αντώνιος Μανουσος (1828-1903), πού έξέδωσε έκτενές ποίημα μέ τόν τίτλο Ό θάνατος της τυφλής (1848) καί συλλογή δημοτικών τραγουδιών μέ τόν τίτλο Τραγούδια εθνικά (1850). Άργότερα ό Μανουσος τύπωσε καί δύο ποιητικές συλλογές, μέ τούς τίτλους Στεναγμοί (1857) καί Λυρικά ποιήματα (1876). Ή ποίηση του Μανούσου έμφανίζει έντονη τήν έπίδραση του Σολωμού καί του δημοτικού τραγουδιου* — ό Πανα-
γιώτης Πανας (1832-1896), άπό τήν Κεφαλλονιά, άγωνίζεται και αυτός γιά τήν ένωση τής Επτανήσου μέ τήν 'Ελλάδα. Δέχεται τήν έπίδραση του ρομαντισμού τής Αθηναϊκής Σχολής (ήταν θαυμαστής του Αλεξάνδρου και του Παναγιώτη Σούτσου)1, γράφει σάτιρες, δημοσιεύει σέ διάφορα περιοδικά μεταφράσεις άπό τόν Ossian σέ δεκαπεντασύλλαβους άνομοιοκατάληκτους στίχους και σέ δημοτική γλώσσα (συγκεντρωτική έκδοση τών μεταφράσεων αύτών: Κεφαλληνία 1862) καί έκδιδει μιά ποιητική συλλογή μέ τόν τίτλο Έργα αργίας (1883), στήν οποία συμπεριλαμβάνει καί παλαιότερη ποιητική εργασία του* — ό Γεώργιος Καλοσγουρος (1853-1902) 2 . Συνεχιστής τής πορείας πού χάραξε ό Πολυλάς μέ τό κριτικό καί τό μεταφραστικό του εργο, ό Καλοσγουρος μετέφρασε στά έλληνικά τά ιταλικά ποιήματα του Σολωμού3, τόν Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου, τά Ειδύλλια του Θεοκρίτου, τούς Τάφους του Foscolo, κ.ά. Οί πρόλογοι τών μεταφράσεων του Καλοσγούρου αποτελούν άξιόλογα αύτοτελή αισθητικά δοκίμια. Γενικότερα, ό Καλοσγουρος διακρίνεται γιά τή λεπτότητα τών κριτικών του παρατηρήσεων καί γιά τήν εύγένεια του υφους του, τόσο στο κριτικό δσο καί στο μεταφραστικό του έργο* — ό Λορέντζος Μαβίλης (1860-1912). Σπούδασε έπί πολλά χρόνια φιλολογία στή Γερμανία καί παρακολούθησε μαθήματα σανσκριτικής γλώσσας. Μετέφρασε: Βιργίλιο, Δάντη, Γκαίτε (τόν Φάουστ), έπεισόδιο άπό τό ινδικό έπος Μαχαβαράτα, κ.ά. Θαυμάσια γιά τήν τεχνική τελειότητά τους είναι τά σονέτα του Μαβίλη, στά όποια διακρίνει κανείς μιά φιλοσοφική διάθεση καί κάποια μελαγχολία. Ή ζωή του Μαβίλη ύπήρξε πλούσια σέ έθνική δράση (πολέμησε στήν Κρήτη τό 1896 καί στήν Ήπειρο τό 1897). Τό 1909 έκλέγεται βουλευτής στή Β' Αναθεωρητική Βουλή τών Ελλήνων καί σέ μνημειώδη λόγο του (26 Φεβρ. 1911) ύποστηρίζει θερμά τή δημοτική γλώσσα. Στόν λόγο έκεινον καταχωρίζεται ή περιώνυμη φράση: «Χυδαία γλώσσα δέν ύπάρχει* ύπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι, καί ύπάρχουσι πολλοί χυδαίοι άνθρωποι ομιλούντες τήν καθαρεύουσα!». Ό Μαβίλης πήρε μέρος στο Βαλκανικό πόλεμο του 1912 ώς έθελοντής στο έλληνικό σώμα τών Γαριβαλδινών καί σκοτώθηκε στόν Δρίσκο τής Ηπείρου. Ό ήρωικός του θάνατος άποτέλεσε τήν επισφράγιση τής άγωνιστικής του ζωής καί ίδεολο1. Γιά τόν Πανα βλ. τή διατριβή τής Έρασμίας-Αουΐζας Σταυροπούλου, Παναγιώτης Πανας (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός, Επικαιρότητα, Αθήνα 1987. 2. Βλ. γι* αύτό ν Γλυκερίας Πρωτοπαπα-Μπουμπουλίδου, «Γεώργιος Καλοσγουρος», Έπετηρις Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών, 5 ( 1 9 8 7 - 1 9 8 8 ) 256-320. 3. Δ. Σολωμού, Τά ιταλικά ποιήματα. Πρόλογος καί μετάφρασις Γεωργίου Καλοσγούρου. Εκδοτικός οίκος «'Ελευθερουδάκης», έν Αθήναις 1 9 2 1 (καί δεύτερη έκδοση, μέ τά ιταλικά πρωτότυπα: Διονυσίου Σολωμού, Τά ιταλικά ποιήματα. Πρόλογος καί μετάφραση Γεωργίου Καλοσγούρου. Τυπογραφείο «Κείμενα», Αθήνα 1984).
γίας* — ό Μικέλης "Αβλιχος (1844-1917), σατιρικός ποιητής άπό τήν Κεφαλλονιά. Έγραψε: Πινακοθήκη τής Κολάσεως (έργο άνολοκλήρωτο). Άλλοι έλάσσονες έκπρόσωποι της Επτανησιακής Σχολής: Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832), Γεράσιμος Μαυρογιάννης (1823-1905), Νικόλαος Κονεμένος (1832-1907), Στέλιος Χρυσομάλλης (1836-1918), Διονύσιος Ήλιακόπουλος (1852-1899), Στέφανος Μαρτζώκης (1855-1913), κλπ. Μετά άπό τούς δημιουργούς αύτούς, ή Επτανησιακή Σχολή ούσιαστικά «κλείνει», ή προεκτείνεται μέσα στον 20ό αιώνα μέ δημιουργούς διαφορετικούς καί άνανεωμένους, δπως εϊναι ό Γρηγόριος Ξενόπουλος, ό Κωνσταντίνος Θεοτόκης καί ό Άγγελος Σικελιανός (βλ. παρακάτω). Άκόμη καί σήμερα μπορούμε νά πούμε δτι ό γεωγραφικός χώρος τής Επτανήσου δέν έπαψε νά έκτρέφει συνεχιστές του Σολωμού καί τής ποιητικής παράδοσης πού έκεΐνος δημιούργησε. ** , 4
Ή προσφορά καί ή συνολική συμβολή τής έπτανησιακής λογοτεχνίας στήν έξέλιξη τής γλώσσας καί του πολιτισμού μας έχουν ήδη μελετηθεί καί έξακολουθουν νά μελετώνται έως σήμερα. Οί Επτανήσιοι λογοτέχνες, άπό τόν Σολωμό ώς τόν Μαβίλη, δέν προσέφεραν μόνο σημαντικά καί άξεπέραστα έργα, άλλά έδωσαν καί τό πρότυπο γιά μιά πολιτιστική άνανέωση του τόπου μας, τήν όποια συνέχισαν ό Παλαμας καί οι μεταγενέστεροι λόγιοι μας. IV αύτό, άλλωστε, καί θεωρείται ώς ή μόνη λογοτεχνική κίνηση οί έκπρόσωποι τής όποιας έμφανιζουν ένότητα άντιλήψεων, μέ κοινές θεωρητικές άρχές καί αισθητικές προϋποθέσεις. Σπάνια θά ξανασυναντήσουμε, σέ νεώτερη λογοτεχνική κίνηση, τέτοια συνοχή καί τέτοια συνέπεια άπόψεων. Ό Σολωμός καθιέρωσε μέ τήν ποίησή του μιά πλατειά άντιληψη γιά τή γλώσσα καί τή λογοτεχνία, πού φαίνεται άκόμη καί σήμερα νά καλύπτει διανοητικές άνάγκες της κοινωνίας μας καί προσφέρει γόνιμα πρότυπα καί υποδείγματα. Άπό τόν Σολωμό άρχίζει ούσιαστικά ή σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία και σ* αύτόν έπιστρέφει κάθε φορά πού χρειάζεται νά άνανεωθεΐ καί νά έπαναπροσανατολίσει τήν πορεία της. Ή επιβίωση του έργου του, δπως άλλωστε καί του έργου τών υπόλοιπων Επτανησίων, άποτελει —άκόμη καί σήμερα πού κυριαρχεί φυσικά μιά διαφορετική αισθητική καί μιά διαφορετική ποιητική γραφή— τήν άσφαλέστερη έγγύηση γιά τή γόνιμη χρήση τής παράδοσης καί τών δυνατοτήτων της. "Ετσι ή έπιστροφή στον Σολωμό καί στούς μαθητές του εϊναι πάντα μιά επιστροφή στις ρίζες του Ελληνισμού καί σέ μιάν άπό τις κύριες πηγές τής ζωντάνιας του καί της δυναμικότητάς του.
Ό Ελληνικός Ρομαντισμός, οί Φαναριώτες καί ή 'Αθηναϊκή Σχολή
"Οπως συνέβη καί μέ τόν έλληνικό διαφωτισμό, ό ρομαντισμός στήν Ελλάδα, σέ σύγκριση μέ τόν ρομαντισμό τής Δύσης, άρχίζει κάπως άργά. Τά δρια του έλληνικου ρομαντισμού1 τοποθετούνται στό χρονικό διάστημα μεταξύ τών έτών 1830 καί 1880. Κατά τά πρώτα δηλαδή πενήντα χρόνια μετά τήν έλληνική έπανάσταση (άκριβέστερα μετά τήν άποκατάσταση του έλληνικου κράτους) «έπικρατεϊ ό ρομαντικός τόνος, άκρως άντιθετος προς τό πνεύμα του διαφωτισμού, νοσταλγός του παρελθόντος, ύμνητής τών συναισθηματικών άξιών, μυστικιστής καί άπαισιόδοξος»2. Κατά τήν περίοδο αύτή ή νεοελληνική λογοτεχνία διαμορφώνεται κάτω άπό τήν ξένη έπιδραση (κάτω δηλαδή άπό τήν έπιδραση του γαλλικού ρομαντισμού), πού βρήκε ωστόσο εδώ γόνιμο έδαφος γιά νά καρποφορήσει (οί Φαναριώτες, πού μετά τήν άπελευθέρωση καί τή δημιουργία του νέου έλληνικου κράτους άφησαν τήν Πόλη γιά νά έγκατασταθουν στήν Αθήνα, έγιναν οι φορείς του γαλλικού πνεύματος στήν Ελλάδα, δπου συνέχισαν νά καλλιεργούν τή δική τους πνευματική παράδοση, τήν παράδοση του Φαναριού). Τά κύρια συστατικά στοιχεία τής λογοτεχνίας πού άναπτύσσεται κατά τήν περίοδο 1830-1880 είναι τά έξής: 1) ή έπιστροφή στό παρελθόν. Ή γλώσσα δμως πού χρησιμοποιούσαν οί Φαναριώτες ήταν άκατάλληλη γιά τή νεοελληνική ποίηση καί ή επάνοδος στό πνεύμα του κλασικισμού τυπική μόνο, καί γι* αύτό άκατόρθωτη, 2) ή μελαγχολική καί άπαισιόδοξη διάθεση, πού έρχόταν πιά ώς άπόηχος του παρακμάζοντος ρομαντισμού τής Δύσης και ήταν κάτι ξένο προς τήν πραγματικότητα πού δημιουργούσαν οί νέες συνθήκες ζωής, άλλά και 3) ή έξαρση τών ήθικών άξιών (πατρίδα, έλευθερία, κλπ.), ή τόνωση του έθνικου φρονήματος καί ή προσπάθεια γιά τή δημιουργία νέας λογοτεχνίας.
1. Ή χρησιμοποίηση του γραμματολογικού τίτλου «Ελληνικός Ρομαντισμός» άπό τούς I. Μ. Παναγιωτόπουλο, Λίνο Πολίτη καί τόν γράφοντα, γιά τόν προσδιορισμό τής άθηναικής έκδοχής του φαινομένου, δέν έρχεται ουσιαστικά σέ καμία σύγκρουση μέ τή γνωστή καί αύτονόητη ρομαντική διάσταση τής Επτανησιακής Σχολής (πού δηλώνεται έξάλλου καί άπό τό περιεχόμενο του προηγούμενου κεφαλαίου). Άλλά ούτε καί ό Κ. θ . Δημαρας (ΙΝΑ) έντάσσει όλους τούς Επτανησίους στήν ένότητα «Ελληνικός Ρομαντισμός», ένώ τό ότι άφιερώνει ιδιαίτερα κεφάλαια στον Σολωμό (καί στον Κάλβο) δέν σημαίνει, βέβαια, ότι άγνόησε τή ρομαντική πτυχή τής ποίησής τους. Ή διευκρίνιση σημειώνεται μέ άφορμή τήν οχι ιδιαίτερα άναγκαία παρατήρηση του Γιώργου Βελουδή ( « Ό έπτανησιακός, ό άθηναϊκός καί ό ευρωπαϊκός ρομαντισμός», *Αφιέρωμα στον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, Επιμέλεια Ε. Κριαρα, Μαλλιάρης-Παιδεία, [θεσσαλονίκη 1989], σ. 59, σημ. 1). 2. Κ. Θ. Δημαρα, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σ. 22.
Ή
ποίηση
Ό Ίακωβάκης Ρίζος Νερουλός, ό Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής, ό Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, ό Αλέξανδρος καί ό Παναγιώτης Σούτσος, δλοι συγγενείς μεταξύ τους, άποτελουν τά κυριότερα ονόματα τών λογοτεχνών του Φαναριού, πού μέ τήν άπελευθέρωση τής πατρίδας έγκαταλειπουν τήν Πόλη γιά νά έγκατασταθουν στήν Αθήνα. Στό έλεύθερο έλληνικό κράτος ό Ίακωβάκης Ρίζος Νερουλός (17781850) κατέλαβε μεγάλες θέσεις στή δημόσια ζωή (έγινε υπουργός τής Παιδείας, πρεσβευτής στήν Κωνσταντινούπολη, κλπ.). Πριν άκόμη άπό τήν Έπανάσταση (τό 1813) δημοσίευσε, δπως είδαμε στό Γ7 Κεφάλαιο, τά περιώνυμα Κορακιστικά του, μέ τά όποια έπιχείρησε νά διακωμωδήσει τή γλώσσα του Κοραή. Τήν ίδια χρονιά δημοσίευσε τήν τραγωδία 'Ασπασία και τήν έπόμενη τήν Πολυξένη\ Ιργα'έμπνευσμένα, δπως καί τό σατιρικό του ποίημα Κούρχας αρπαγή (1816), άπό τόν γαλλικό κλασικισμό. Μετά τήν Έπανάσταση έξέδωσε στά γαλλικά μία «Ιστορία τών νεοελληνικών γραμμάτων»2 καί μία «Νεοελληνική ιστορία». Ανώνυμα κυκλοφόρησαν καί δύο κωμωδίες του: Ή ερωτηματική οικογένεια καί Όέφημεριδοφόβος (1837). Ό Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής (1779-1855) άρχικά ζει στή Βλαχία, δπου έλαβε διάφορα άξιώματα. Έκεΐ μετέφρασε τόν Όρέστη του Ίταλου τραγικού ποιητή Vittorio Alfieri καί συνετέλεσε στή δημιουργία θεατρικής κίνησης στό Βουκουρέστι. Μετά τήν έπανάσταση θά κατεβεί στήν Ελλάδα, δπου θά δημοσιεύσει ποιήματα και τραγωδίες πρωτότυπες καί θά μεταφράσει Κορνήλιο, Ρακίνα και Βολταΐρο. Στά λυρικά ποιήματά του έπηρεάζεται άπό τήν ποίηση του Αθανασίου Χριστοπούλου. Ό Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892) είναι γιος του Ιακώβου. Ό Αλέξανδρος άκολουθει τόν πατέρα του στις παρίστριες ήγεμονίες και σπουδάζει ώς υπότροφος του βασιλια Λουδοβίκου Α' τής Βαυαρίας στή στρατιωτική σχολή του Μονάχου. Ή σταδιοδρομία του στήν 'Ελλάδα ήταν λαμπρή: άπό τό 1844 κ.έ. διετέλεσε καθηγητής τής Αρχαιολογίας στό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ύπουργός τών έξωτερικών τό 1856, πρεσβευτής τής χώρας του στις τότε
1. Τώρα καί τά τρία αυτά έργα μαζί: Ίακωβάκη Ρίζου Νερουλου, Τα θεατρικά («Ασπασία» 1813, «Πολυξένη» 1814, «Κορακιστικά» 1813), Αθήνα 2 0 0 2 [Ίδρυμα Κώστα καί Ελένης Ούράνη, θεατρική Βιβλιοθήκη, Γενική Φιλολογική Εποπτεία: Βάλτερ Πουχνερ]. 2. Cours de littérature grecque moderne. Donné à Genève par Jacovacy Rizo-Néroulos. Genève 1827.
σπουδαιότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Παρίσι, Κωνσταντινούπολη, Βερολίνο) καί στήν Ούάσιγκτον (1867-1868), δπου γνωρίστηκε μέ τόν Αμερικανό ποιητή Walt Whitman (1819-1892). Ώς συγγραφέας ό Ραγκαβής υπήρξε πολυγραφότατος. Έγραψε, μέ ισην εύχέρεια, στίχους, θεατρικά έργα, διηγήματα, μυθιστόρημα, άπομνημονεύματα, έργα γραμματολογικά καί κριτικά, έργα άρχαιολογικου περιεχομένου, συνέταξε λεξικά καί συγχρόνως μετέφρασε στή γλώσσα τής έποχής του άρχαίους "Ελληνες καί ξένους συγγράφεις (θυμίζω έδώ τήν καθαρευουσιάνικη μετάφραση τής Gerusalemme Liberata του Tasso). Ειδικότερα ό Ραγκαβής δημοσίευσε τά παρακάτω λογοτεχνικά καί φιλολογικά έργα: Τό εκτενές ποίημα Δήμος κ9 *Ελένη (Ναύπλιο 1831), σέ δεκαπεντασύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο καί σέ δημοτική γλώσσα (δπως συμβαίνει καί μέ τό ποίημα « Ή Ταξιδεύτρα»). Τό 1837 δημοσιεύεται ό πρώτος τόμος άπό τά Διάφορα ποιήματα (δπου περιέχεται καί τό δράμα του Φροσύνη) καί τό 1840 ό δεύτερος τόμος τής ίδιας συλλογής. Έργο του 1845 είναι ή παροιμιώδης κωμωδία του Του Κουτρούλη ό γάμος. Στά μεταγενέστερα ποιήματά του Διονύσου πλους (1864) καί Ό γοργός ίέραξ (1871) ό Ραγκαβής εγκαταλείπει τή δημοτική γλώσσα καί τόν ρομαντισμό καί επηρεάζεται περισσότερο άπό τόν νεοκλασικισμό. Άπό τήν άφηγηματική πεζογραφία του Ραγκαβή 1 μνημονεύονται έδώ —έπί συνόλου 19 τής περιόδου 1847-1853— τά έκτενή διηγήματά του « Ό συμβολαιογράφος», «Τό χρυσουν μαστίγιον», « Ή Συνέντευξις τής Δρέσδης» καί τό μυθιστόρημα ΌΑύθέντης του Μορέως2, δπου ό συγγραφέας μιμείται τόν Ίβανόη του Walter Scott3. Τό δίτομο έργο Précis d'une histoire de la littérature néohellénique, par A. R. Rangabé, Berlin 1877, κυκλοφόρησε 1. Γιά τήν οποία βλ. τό έξαντλητικό μελέτημα του Απόστολου Σαχίνη « Ή άφηγηματική πεζογραφία του Α. Ρ. Ραγκαβή», 'Ελληνικά, 22 ( 1 9 6 9 ) 3 9 9 - 4 2 9 (= Του ϊδιου, Παλαιότεροι πεζογράφοι, Βιβλιοπωλείο ν της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας A JE., [Αθήνα 1 9 7 3 , 2 1 9 8 2 , 3 1 9 8 9 ] , σσ. 11-53, δπου —σσ. 399 καί 11, άντίστοιχα— ό Ραγκαβής χαρακτηρίζεται, «ιστορικά καί χρονολογικά», ώς «ό πρώτος διηγηματογράφος τής νεοελληνικής πεζογραφίας») καί τή συνολική θεώρηση πού έπιχειρεΐ ή Λίτσα Χατζοπούλου στή διδακτορική διατριβή της 'Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής μαρτυρία λόγου. 'Αφήγηση, ρητορική και ιδεολογία. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999. 2. Δημοσιεύεται γιά πρώτη φορά στο περιοδικό Πανδώρα, τόμ. Α', τεύχη 7-15, ΊούνιοςΝοέμβριος 1850 (= "Απαντα τά Φιλολογικά, τόμ. 8, έν Αθήναις 1876, σσ. 1-263). Νεώτερη έκδοση: Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, ΌΑύθέντης του Μορέως, Φιλολογική έπιμέλεια: Απόστολος Σαχίνης, Αθήνα 1 9 8 9 ["Ιδρυμα Κώστα καί Ελένης Ούράνη, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Γενική έποπτεία: Απόστολος Σαχίνης]. 3. Βλ. Θεοδώρας Μυλωνά - Μιχάλη Πιερή, «Άλ. Ρ. Ραγκαβής - Walter Scott: Επιδράσεις του Ivanhoe στόν Αύθέντη του Μορέως», NE, τόμ. 110, τευχ. 1307, Αφιέρωμα: Τά
συνοπτικότερα καί σέ γερμανική μετάφραση (1882). Επιτομή τής γερμανικής μετάφρασης άποτελεΐ ή Περίληφις Ιστορίας τής Νεοελληνικής Φιλολογίας (1887). Τό σύνολο του φιλολογικού έργου του Ραγκαβή έκδόθηκε στή σειρά "Απαντα τά Φιλολογικά (τόμοι 1-19, έν Αθήναις, 1874-1889). Οί άδελφοί Αλέξανδρος καί Παναγιώτης Σούτσος (1803-1863 καί 18061868, άντιστοιχα) είναι δύο έξέχουσες μορφές του έλληνικου ρομαντισμού. Οί σπουδές πού κάνουν οί δύο Σούτσοι είναι παράλληλες. Στήν Πόλη μαθαίνουν τά πρώτα γράμματα κοντά σέ επιφανείς διδασκάλους. Πολύ νωρίς στέλνονται στή Σχολή τής Χίου, δπου διδάσκουν ό Νεόφυτος Βάμβας, ό Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, κ.ά. Τό 1820 ό Αλέξανδρος, μαζι μέ τούς δύο άλλους άδελφούς του, τόν Δημήτριο και τόν Παναγιώτη, στέλνεται άπό τόν ομώνυμο θειο του, πού ήταν ήγεμόνας τής Βλαχίας, στό Παρίσι, συστημένος στον Αδαμάντιο Κοραή. Είναι ή έποχή δπου στή γαλλική πρωτεύουσα άκμάζει ό ρομαντισμός και δπου ό Βερανζέρος, μέ τήν πολιτική καί κοινωνική ποίησή του, ένθουσιάζει τούς Γάλλους. Ό Αλέξανδρος συναρπάζεται άπό τόν Γάλλο ποιητή και φιλοδοξεί νά γίνει ό Βερανζέρος τής πατρίδας του. Στό Πανόραμα τής Ελλάδος (1833) διακρίνεται ή έπιδραση πού άσκησε στή σάτιρά του ή ποίηση του ονομαστού Γάλλου δασκάλου. Στό μεταξύ άρχίζει ή έλληνική έπανάσταση. Ό Δημήτριος Σούτσος άφήνει τό Παρίσι και σπεύδει νά καταταχθεί στον ιερό λόχο. Ό θάνατος του στό Δραγατσάνι συγκλονίζει τούς δύο άδελφούς του, πού περνούν στήν Ιταλία καί τελικά έγκαθίστανται στό Ναύπλιο (1826). Έδώ χωρίζουν οί δρόμοι τών δύο Σούτσων. Ό Αλέξανδρος, μέ τις καυστικές σάτιρές του, παίρνει μέρος στήν πολιτική και κοινωνική ζωή τών συμπατριωτών του, ένώ ό Παναγιώτης εισέρχεται στον διοικητικό κλάδο καί άκολουθει τήν υπαλληλική ιεραρχία (χρημάτισε Νομάρχης καί γενικός γραμματέας του Συμβουλίου τής Επικρατείας). Στό Ναύπλιο ό Αλέξανδρος παρακολουθεί άπό κοντά τή διαμόρφωση τής νέας έλληνικής κοινωνίας, μέ τις διχόνοιες, τις ραδιουργίες, τούς μικροκομματισμούς της, καί άποφασίζει νά μαστιγώσει τήν κατάσταση αύτή μέ τις καυστικές καί άνελέητες σάτιρές του, πού προκαλούν τέτοια άντίδραση, ώστε νά έγκαταλείψει γρήγορα τήν Ελλάδα καί νά καταφύγει στό Παρίσι. Έκεϊ θά γράψει (στά γαλλικά) καί θά δημοσιεύσει (τό 1829) μιάν «Ιστορία τής 'Ελληνικής Επαναστάσεως». Μετά ό Σούτσος έπιστρέφει πάλι στήν Ελλάδα. Στή νέα αύτή περίοδο, άπό τή σάτιρά του πλήττονται νέα πρόσωπα (ό Ιωάννης καί ό Αύγουστΐνος Καποδίστριας, ό Όθων και ή άντιβασιλεία). Τό 1836 ό εκατόν πενήντα χρόνια του *Ελληνικού Ρομαντισμού [και ό Ρομαντισμός στον 19ο αιώνα], Αθήναι, Χριστούγεννα 1981, σσ. 60-91.
Αλέξανδρος εκδίδει τήν Ελληνική Πλάστιγγα (δημοσιογραφικό φύλλο), μέ τήν οποία καταγγέλλει δτι ή Ελλάδα κατατυραννείται άπό τόν Όθωνα καί τούς Βαυαρούς, καί προκαλεί νέα άντίδραση. Φεύγει πάλι στήν Εύρώπη, γιά νά επανέλθει τό 1839, ετος κατά τό όποιο δημοσιεύει τόν Περιπλανώμενο. Στις 17 Αύγ. 1839 συλλαμβάνεται, γιά νά άποφυλακισθει λίγες μέρες άργότερα, μέ τή μεσολάβηση του άδελφου του Παναγιώτη, πού τήν έποχή έκείνη ύπηρετουσε στό Συμβούλιο τής Επικρατείας. Τότε έγραψε καί μιάν Απολογία κατά τών διωκτών του. Τό 1850 δημοσιεύει τό έπικό ποίημα Τουρκομάχος Ελλάς. Παράλληλα μέ τά έργα αύτά, ό Σούτσος δημοσίευσε τά θεατρικά Ό άσωτος (1830), Ό πρωθυπουργός (1843) καί Ό ατίθασος ποιητής (1843), καί τό μυθιστόρημα Ό εξόριστος του 1831 (1835). Στον Αλέξανδρο Σούτσο προσγράφονται και πέντε τραγωδίες, άλλά μας έχει παραδοθεί τό κείμενο μόνο τής μίας ('Ορέστης' έτος συγγραφής 1823-1824, α' καί β' έκδόσεις: Ερμούπολη 1868). Βλ. παρακάτω, Μέρος Γ', Κεφ. Δ', Κριτικές έκδόσεις νεοελληνικών κειμένων: Σούτσος Αλέξανδρος. Περισσότερο λυρικός άπό τόν Αλέξανδρο εϊναι ό Παναγιώτης Σούτσος. Τό 1831 έκδίδει εναν τόμο ποιημάτων του μέ τόν τίτλο Ποιήσεις, στον όποιο συμπεριέλαβε τόν Όδοιπόρο, ποίημα μέ τό όποιο, κατά τόν Παλαμα, άρχιζει ό έλληνικός ρομαντισμός1. Τό 1834 δημοσιεύεται στό Ναύπλιο τό μυθιστόρημά του Ό Λέανδρος, έργο έπηρεασμένο άπό τό έπιστολιμαΐο μυθιστόρημα του Ugo Foscolo Le ultime lettere di Jacopo Ortis (1802), καί τό 1835 Ή Κιθάρα, συλλογή λυρικών ποιημάτων του. Τις άπόψεις του γιά τή γλώσσα ό Π. Σούτσος διατυπώνει, δπως είδαμε, στή Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου (1853). Τέλος, τό 1864 έξέδωσε ενα άλλο μυθιστόρημά του μέ τόν τίτλο ΉΧαριτίνη ή τό κάλλος της χριστιανικής θρησκείας, πού ό ίδιος τό θεώρησε ώς Άντίδοτον τών κατά της θεότητος του Ίησου Χρίστου ληρημάτων του Έρνέστου Ψ ε νάνου (είναι ό ύπότιτλος του έργου). Στούς παραπάνω ρομαντικούς πρέπει νά προστεθεί καί ό Ηλίας Τανταλίδης (1818-1876), καθηγητής τών έλληνικών γραμμάτων καί τής ρητορικής στή Θεολογική Σχολή τής Χάλκης καί δάσκαλος του Γεωργίου Βιζυηνου, πού άποτελεϊ τόν «πραγματικό έκπρόσωπο του Φαναριού στήν Πόλη» καί πού «μπορεί νά θεωρηθεί ό τελευταίος φαναριώτης ποιητής»2. Τό 1839 ό Τανταλίδης έκδίδει τά Παίγνια ή ποιήματα διάφορα καί τό 1860 τά 'Ιδιωτικά στιχουργήματα.
1. Κ. θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 350. 2. Κ. θ. Δημαρα, ο.π., σσ. 3 7 3 καί 374.
Ol έκπρόσωποι τής Αθηναϊκής Σχολής, οί όποιοι προέρχονται άπό διάφορες περιοχές του έλληνικου χώρου, έπηρεάζονται άπό τους Φαναριώτες που ζουν στήν Αθήνα καί καλλιεργούν τα γράμματα κατά τήν ίδια μέ αυτούς έποχή1. "Ετσι, ό Θεόδωρος Όρφανίδης (1817-1886), άπό τή Σμύρνη, μιμείται τήν πολιτική σάτιρα του Αλεξάνδρου Σούτσου. Νεαρός άκόμη ό Όρφανίδης έκδιδει τό σατιρικό περιοδικό Ό Μένιππος (1838) καί λίγο άργότερα τό περιοδικό Ό Τοξότης (1841). Αποτέλεσμα τής δημοσίευσης τών σατιρικών ποιημάτων του στά παραπάνω περιοδικά ήταν νά άπολυθεΐ άπό τή θέση πού κατείχε τότε στό Υπουργείο τών Εσωτερικών καί νά σταλεί στό Ναύπλιο ώς πολιτικός έξόριστος. Τό 1844 δμως, μέ παρέμβαση του Ιωάννη Κωλέττη, έλαβε κυβερνητική ύποτροφία γιά τό Παρίσι, δπου έπιδόθηκε στή σπουδή της Βοτανικής (άπό τό έτος 1850 και έπί τριάντα ολόκληρα χρόνια ύπηρέτησε ώς καθηγητής τής έπιστήμης αύτής στό Πανεπιστήμιο Αθηνών). Παράλληλα έλαβε μέρος, ώς εισηγητής, σέ πολλούς ποιητικούς διαγωνισμούς2. Άπό τήν καθαρά λογοτεχνική παραγωγή του άξίζει να άναφερθει τό έπικρ ποίημα Χίος δούλη (1858) καί τό χαριτωμένο σατιρικό ποίημα Τίρι-Λίρι (1858). Στούς έλάσσονες ποιητές τής Αθηναϊκής Σχολής άνήκουν ό Δημοσθένης Βαλαβάνης (1829-1854), άπό τήν Καρύταινα τής Πελοποννήσου, πού πέθανε πολύ νέος, χωρίς νά προλάβει νά δώσει παρά έλάχιστα μόνο έλεγειακά ποιήματα (γραμμένα στήν καθαρεύουσα, άλλά καί στή δημοτική γλώσσα, δπως λ.χ. τό Θάνατος του χλέπτου, έπικολυρικό ποίημα 28 στροφών γραμμένο σέ στίχο δεκαπεντασύλλαβο άναπαιστικό)3, και ό Γεώργιος Παράσχος (1820-1886), άδελφός του Αχιλλέα (βλ. παρακάτω), πού έγραψε θουρίους σέ γλώσσα δημοτική4. Ό Ιωάννης Δ. Καρασούτσας (1824-1873), άπό τή Σμύρνη επίσης, εϊναι
1. Σχετικά μέ τό θέμα αύτό βλ. τήν έργασία του Γιάννη Λ. Λέφα, Ό ''Αλέξανδρος Σούτσος και οι επιδράσεις του έργου του στους συγχρόνους του. Διδακτορική διατριβή. Αθήνα 1979. 2. Βλ. Κώστα Παπαπάνου, Οί ποιητικοί διαγωνισμοί (1851-1873) και ή δημοτική μας γλώσσα, Αθήνα 1973, passim, καί Panayotis Moullas, Les concours poétiques de l'Université d'Athènes 1851-1877, Athènes 1989 [Archives Historiques de la Jeunesse Grecque, Secrétariat Général à la Jeunesse, 22], passim. 3. Γιά τόν Δημοσθένη Βαλαβάνη βλ. Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, Νεοελληνικά Μελετήματα, [τευχ.] Β', Αθήναι 1978, σσ. 7-17. 4. Τά βιογραφικά καί έργογραφικά του ποιητή έξετάζονται άπό τήν Γλ. ΠρωτοπαπαΜπουμπουλίδου (Γεώργιος Παράσχος, Ιωάννινα 1977. Σέ Επίμετρο, σσ. 23-37, Ανθολογία άπό τό έργο του Γ. Παράσχου. Οί σελίδες 7-21 τής μελέτης πρωτοδημοσιεύτηκαν στη Δωδώνη, 6, 1977, 55-69).
ποιητής λυρικός (Λύρα, 1839* Μούσα θηλάζουσα, 1840* 'Απάνθισμα ποιητικόν, 1849). Είναι ό μελωδικός και ευαίσθητος, ό τρυφερός ποιητής τών Έωθινών Μελφδιών (1846) και τής Βαρβίτου (1860). Ή μουσική τών στίχων του Καρασούτσα χαρακτηρίζεται ώς κλασικόμορφη καί ευγενική, ένώ ή δλη ποιητική προσφορά του, μέ τήν έξαιρετική ποιότητά της, ώς ενα σημαντικό στοιχείο γιά τή στερεότητα τής Αθηναϊκής Σχολής1. Ό Καρασούτσας έργάστηκε ώς καθηγητής τής γαλλικής γλώσσας σέ διάφορα γυμνάσια τής χώρας καί έγραψε καί σχετικά διδακτικά έγχειρίδια (γαλλική γραμματική, γαλλική χρηστομάθεια, λεξικό τών συνωνύμων τής γαλλικής γλώσσας, κ.ά.). Όταν ό Γάλλος ποιητής Λαμαρτΐνος έγραψε τήν Histoire de la Turquie (1854-1855), ό Καρασούτσας άπάντησε μέ τό ποίημα 'Απόκρισις προς τόν ποιητήν Ααμαρτϊνον συγγραφέα τουρκικής ιστορίας (1856* καί σέ γαλλική μετάφραση του ίδιου: 1858). Άπό τά γαλλικά μετέφρασε τό μυθιστόρημα του Victor Hugo ΉΠαναγία τών Παρισίων (1867) καί τό γνωστό ποίημα του Ααμαρτίνου Ή Λίμνη (1872). Έκτος άπό τή γαλλική, ό Καρασούτσας γνώριζε καί τήν άγγλική 'γλώσσα. Άπό τά άγγλικά μετέφρασε τό μυθιστόρημα τής Αμερικανίδας Harriet Beecher-Stowe Uncle Tom's Cabin (Ήκαλύβη του Θωμά ή ό βίος τών μαύρων έν 'Αμερική- σέ πρώτη μορφή τό έτος 1854, σχεδόν δηλαδή άμέσως μετά τήν έκδοσή του στή Βοστώνη (1851), και σέ τελειότερη τό 1860) και ενα άπόσπασμα άπό ποίημα του Λόρδου Βύρωνα γιά τήν Κόρινθο. Ό Καρασούτσας αύτοκτόνησε στις 20 Μαρτίου 1873 (τήν ιδια μέρα πού πέθαινε καί ενας άλλος ποιητής τής Αθηναϊκής Σχολής, ό Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος· βλ. παρακάτω). Ή ένδεια καί ή νευρασθένεια (ύπέφερε άπό χρόνια ήμικρανία καί άυπνίες) στέρησε τήν Αθηναϊκή Σχολή άπό μιά γνήσια ποιητική φωνή καί άπό μιά σημαντική πνευματική παρουσία. Ό Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873) καί ό Σπυρίδων Βασιλειάδης (1844-1874) έκφράζουν τήν κορύφωση του ρομαντισμού τής Αθηναϊκής Σχολής. Ό πρώτος, γιος του ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, γεννήθηκε στήν Αθήνα, δπου σπούδασε νομικά. Είναι λυρικός ποιητής καί τά ποιήματά του τά διακρίνει στοχαστικότητα καί διάθεση φιλοσοφική. Είναι ό πιο ειλικρινής ποιητής τής Αθηναϊκής Σχολής. Ή ροπή του προς τή μελαγχολία καί τήν άπαισιοδοξία δέν είναι γιά τόν Παπαρρηγόπουλο μανιέρα, άλλά ένδιάθετη τάση τής ψυχής. Ή πρώτη ποιητική συλλογή του (Στόνοι, 1866) έλαβε τό πρώτο βραβείο του Βουτσιναίου ποιητικού διαγωνισμού καί ή δεύτερη (Χελι1. Βλ. Κ. θ. Δημαρα, Ποιηται του ΙΘ' αιώνα, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 12, «Αετός», Αθήναι 1959, σσ. 12 καί 35 (= Του ίδιου, 'Ελληνικός Ρομαντισμός, σσ. 184 καί 216).
δόνες, 1867) τόν πρώτο έπαινο στον ίδιο διαγωνισμό. Τόν ίδιο χρόνο (1867) έκδόθηκε ή συλλογή του Ποιήσεις. Έγραψε καί ορισμένα θεατρικά έργα (τις κωμωδίες: Συζύγου εκλογή, 1868, και 1Αγορά, 1871). Ό Σπυρίδων Βασιλειάδης γεννήθηκε στήν Πάτρα καί ήταν συνομήλικος καί στενός φίλος του Δημ. Παπαρρηγοπούλου (σπούδασε καί αύτός νομικά). Ή ποιησή του είναι λυρική και χαρακτηρίζεται έπίσης γιά τήν άπαισιοδοξια της. Ή πρώτη ποιητική συλλογή του Βασιλειάδη (Εικόνες καί κύματα) έλαβε έπαινο στον Βουτσιναιο ποιητικό διαγωνισμό του 1872. Τό πεζογραφικό έργο του περιλαμβάνει διηγήματα, κριτικές μελέτες και λόγους. Στό μεταφραστικό έργο του άνήκει μία μετάφραση τής Λίμνης του Λαμαρτίνου (1870). Ό Βασιλειάδης δμως είναι περισσότερο γνωστός ώς θεατρικός συγγραφέας. Τά δραματικά έργα του (Οι Καλλέργαι, Λουκάς Νοταράς, Γαλάτεια —έμπνευσμένο άπό τό δημοτικό τραγούδι «Τής άπιστης γυναίκας»—, Σκύλλα, Αλέξανδρος Υψηλάντης) άπατ^λοϋν τό σημαντικότερο μέρος τής λογοτεχνικής παραγωγής του. Τό σύνολο του φιλολογικοί) έργου (ποιητικού, πεζογραφικού και θεατρικού) του Βασιλειάδη, πού χρονικά καλύπτει τή δεκαετία 1865-1874, περιλαμβάνεται σέ τέσσερις τόμους τών Απάντων του, πού έλαβαν τόν τίτλο Αττικαι νύκτες (1873-1874). Ό γενικός πρόλογος πού προτάχθηκε στή σειρά αύτή καί οί έπιμέρους πρόλογοι τών δραμάτων του άποτελουν άξιόλογα αύτοτελή δοκίμια, στά όποια ό συγγραφέας έκθέτει τις άπόψεις του γιά τήν άρχαία έλληνική καί τή σύγχρονή του (ρομαντική) ποίηση, γιά τό άρχαΐο έλληνικό θέατρο καί τό θέατρο τών ρομαντικών, γιά τή δημοτική ποίηση, κλπ. 1 Ό τελευταίος έκπρόσωπος τής Αθηναϊκής Σχολής είναι ό Άχιλλεύς Παράσχος (1838-1895) 2 . Γεννήθηκε στό Ναύπλιο καί έζησε στήν Αθήνα. Ύπήρξε ποιητής άκαλλιέργητος (λέγεται δτι μέ δυσκολία τελείωσε τό δημοτικό σχολείο!), άλλά είχε έμφυτη τήν κλίση προς τήν στιχουργία. Έγραψε μέ μεγάλη εύκολία, σέ δλους τούς τόνους καί γιά δλα τά θέματα. Ή ποιησή του, λυρική καί μεγαλόστομη, έκφράζει τό πνεύμα τής ύπερβολής (άλλά και τής παρακμής) του ρομαντισμού τής Αθηναϊκής Σχολής. Ωστόσο, ό Παράσχος άγαπήθηκε δσο κανένας άλλος ποιητής καί ή έκδοση άπό τόν ίδιο τών τριών τόμων
1. Γενικότερα γιά τόν βίο καί γιά τή λογοτεχνική παραγωγή (ποιητική, πεζογραφική, θεατρική) του Βασιλειάδη βλ. τήν έξαντλητική διατριβή τής Μαρίας Δημάκη-Ζώρα, Σ. Ν. Βασιλειάδης. Ή ζωή και τό εργο του, "Ιδρυμα Κώστα καί Ελένης Ούράνη, Αθήνα 2002. 2. Ή καλύτερη βιογραφία γιά τόν Παράσχο γράφτηκε άπό τόν Κώστα Ούράνη (Αχιλλευς Παράσχος. Ή ζωή του. « Ό Γλάρος», Αθήνα 1944 (= Του ίδιου, Δικοί μας και Ξένοι, τόμ. Β', Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας», [Αθήνα, χ.χ.], σσ. 7-123)).
τών Ποιημάτων του τό 1881 άποτέλεσε φιλολογικό γεγονός1. Στήν έκδοση αυτήν ό ποιητής διαιρεί τά ποιήματα του στις έξής κατηγορίες: πατριωτικά μέ τόν τίτλο Δάφναι, έλεγειακα μέ τόν τίτλο Ίτέαι, έρωτικά μέ τόν τίτλο Μυρσίναι, παιδαγωγικά μέ τόν τίτλο Χλόη, διάφορα (θρησκευτικά, κοινωνικά, κ.λπ.) μέ τόν τίτλο Φύλλα. Έδώ, τέλος, πρέπει νά γίνει μνεία καί ένός άλλου ποιητή, του Ηπειρώτη Γεωργίου Ζαλοκώστα (1805-1858), που άποτελεϊ και αυτός εναν άπό τους «συνδέσμους» άνάμεσα στήν Επτανησιακή καί τήν Αθηναϊκή Σχολή. Σπούδασε στήν Ιταλία, δπως καί οί περισσότεροι Επτανήσιοι, άλλά έζησε στήν Αθήνα κατά τήν έποχή του άθηναϊκου ρομαντισμού. "Έγραψε ποιήματα λυρικά ή έπικολυρικά σέ γλώσσα δημοτική καί άλλα σέ καθαρεύουσα.
Ή πεζογραφία
της
π ερ ιόδ ου
1830-1880
Ή ποίηση εύνοήθηκε άπό τούς ρομαντικούς περισσότερο άπό τήν πεζογραφία. Εξαίρεση άποτελουν τά μυθιστορήματα τών άδελφών Σούτσων ( Ό εξόριστος του 1831, 1835, του Αλεξάνδρου, Ό Λέανδρος, 1834, και Ή Χαριτίνη, 1864, του Παναγιώτη) και τά διηγήματα και τό μυθιστόρημα ΌΑύθέντης του Μορέως (1850) του Α. Ρ. Ραγκαβή. Ή Όρφανή της Χίου ή ό θρίαμβος της αρετής (Έρμούπολις 1839) του Ιακώβου Γ. Πιτσιπίου (1802-1869) «εϊναι άπό τις σημαντικές άπόπειρες, στήν άρχόμενη νέα περίοδο τών γραμμάτων μας, γιά σύνταξη μυθιστορήματος»2, ένώ Ό πίθηκος Ξούθ ή Τά ήθη του αιώνος —μεταγενέστερο (1848) μυθιστόρημα του ίδιου συγγραφέα— έντάσσεται «σ* αύτό πού σήμερα ονομάζεται φανταστικός ρεαλισμός»3. Μνημονεύονται έπίσης έδώ τά μυθιστορήματα: Τό 1. Δύο άλλοι τόμοι, μέ τόν τίτλο Ανέκδοτα ποιήματα, έκδόθηκαν άπό τήν οικογένεια του Παράσχου τό 1904. 2. Κ. θ . Δημαρα, ΙΝΛ, σ. 428. 3. Βλ. τις «Σημειώσεις γιά μιάν εισαγωγή στον Πίθηκο Ξούθ» του έπιμελητη της έκδοσης: Ιάκωβος Γ. Πιτσιπίος, Ό πίθηκος Ξούθ ή Τά ήθη του αιώνος. Φιλολογική έπιμέλεια: Νάσος Βαγενας. Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995, σ. 10 καί σημ. 7 (= Του ίδιου, Ή ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες γιά τή νεοελληνική γραμματεία, Στιγμή, Αθήνα 1994, σ. 204 καί σημ. 7), δπου ή σχετική βιβλιογραφία. Αντίθετα προς τήν παραπάνω άποψη, ό Άπ. Σαχίνης («"Ενας λόγιος του 19ου αιώνα. Ιάκωβος Πιτζιπίος», NE, 141, 1997, 226 = ΠΑΑ, 71, 1996, 393) καταλήγει στήν άποψη δτι τα «γενικά γνωρίσματα του Πιθήκου Ξούθ εϊναι, ώς προς τό περιεχόμενο: α) χαρακτηρολογία, β) ειρωνεία καί σάτιρα, γ) κριτική — μέσω τής ειρωνείας· καί ώς προς τή μορφή: ό τύπος του picaresque μυθιστορήματος». Γιά τόν ΐδιο συγγραφέα βλ. καί τά μελετήματα: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη,
Παλληκάριον (Μάλτα 1835), πού έκδόθηκε άνώνυμα καί πού, δπως έδειξαν νεώτερες έρευνες, είναι έργο του Άγγλου κληρικού Samuel Sheridan Wilson1, Ό Πολύπαθης (1839) 2 καί Ό Ζωγράφος (1842) του Γρηγοριου Παλαιολόγου (1794-1844), καί Ό Θέρσανδρος (1847) του Επαμεινώνδα Ι. Φραγκούδη (1825 ci. - 1897). Μετά τό έτος 1850 άναπτύσσεται ιδιαίτερα τό ιστορικό μυθιστόρημα3. Έκτος άπό τόν Αύθέντη του Μορέως (1850) του Ραγκαβή, στήν ίδια κατηγορία άνήκουν τά μυθιστορήματα: Ό Διάβολος εν Τουρκία (πρωτοδημοσιεύεται άγγλικά τό 1851 καί έλληνικά τό 1862) καί Ή ήρωις τής Ελληνικής Επαναστάσεως (πρωτοδημοσιεύεται άγγλικά τό 1855 καί έλληνικά τό 1861) του Στεφάνου Ξένου (1821-1894), Ό Κατσαντώνης (1860), ΑΙ τελευταΐαι ήμέραι του Άλψπασα (1862) και ΌΧαλέτ-'Εφέντης (1867) του Κωνσταντίνου Ράμφου (1776-1871), ΉΠάπισσα Ιωάννα (1866) του Εμμανουήλ Ροΐδη (1836-1904) —τό σημαντικότερο έργο τής περιόδου αύτής—, τό άνώνυμο μυθιστόρημα Ή στρατιωτική ζωή έν Ελλάδι (Βράιλα, 1870), Οι κρητικοί γάμοι (1871) του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, Ή Βασιλική, Σουλτάνα Αθηναία (1878) του Νικολάου Ε. Μακρή, καί ό Αουκής Αάρας (1879) του Δημητρίου Βικέλα, πού βρίσκεται στό μεταίχμιο δύο έποχών του μυθιστορήματος (βλ. παρακάτω). Σημαντικό σταθμό στήν έξέλιξη τής πεζογραφίας τής ίδιας έποχής άποτελεΐ τό μυθιστόρημα του Παύλου Καλλιγα (1814-1896) Θάνος Βλέκας (πρώτη δημοσίευση στό περιοδικό Πανδώρα του έτους 1855-1856 4 ), έργο προδρομικό γιά τή νεοελληνική ήθογραφία. Στήν ίδια, τέλος, περίοδο άνήκει και τό μυθιστόρημα του Λέοντος Μελα (1812-1879) Ό Γεροστάθης (1858). Προκειμένου γιά τό θ έ α τ ρ ο , έκτος άπό τά θεατρικά έργα πού άναφέρθη-
«Συμβολή στή βιογραφία του Ιάκωβου Γ. Πιτσιπιου», Μολυβδοκονδυλοπελεκητής, 5 ( 1 9 9 5 / 9 6 ) 19-38, καί Βασ. Βλ. Σφυρόερα, «Ιάκωβος Γ. Πιτζιπίος. Ένας έλάσσων λόγιος του 19ου αιώνα», Ό Ερανιστής, 21 ( 1 9 9 7 ) 337-351. 1. Βλ. Δημ. I. Πολέμη, «Άπό τήν δραστηριότητα του έν Μάλτα έλληνικου τυπογραφείου τής Αποστολικής Εταιρείας του Λονδίνου», Ό Ερανιστής, 10 ( 1 9 7 2 - 1 9 7 3 ) 232-235. 2. Ή έκδοση του 1839 — « Έ ν Αθήναις, Έκ τής Τυπογραφίας Κ. Άντωνιάδου (Όδός Έρμου άνω τής Καπνικαρέας), 1 8 3 9 » — είναι δίτομη. Τό μυθιστόρημα κυκλοφορεί (άπό τό 1989) σέ εναν τόμο, άπό τις Εκδόσεις «Νεφέλη» καί άπό τις Εκδόσεις «Ερμής». 3. Γιά τό όποιο βλ. Απόστολου Σαχίνη, Τό Ιστοριχό μυθιστόρημα. Τρίτη έκδοση. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 15, [θεσσαλονίκη 1981], καί Του ίδιου, Τό Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Ιστορία και κριτική. "Εκτη έκδοση διορθωμένη. Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας ΑΈ., Αθήνα [1991], σσ. 37-130. 4. Τόμ. 6, τεύχη 134-142, 15 Όκτ. 1855 - 15 Φεβρ. 1856.
καν παραπάνω (του Α. Ρ. Ραγκαβή, του Άλεξ. Σούτσου, του Δημ. Παπαρρηγοπούλου καί ιδιαίτερα του Σπ. Βασιλειάδη), στήν ϊδια περίοδο έντάσσονται: ή Βαβυλωνία του Δημητρίου Κ. Χατζηασλάνη, του γνωστότερου ώς Βυζαντίου (άπό τόν τόπο τής καταγωγής του), πού δημοσιεύεται γιά πρώτη φορά τό 1836 (περιγράφει δμως τό Ναύπλιο του 1827), καί τά άρχαίζοντα θεατρικά έργα του κλασικού φιλολόγου καί καθηγητή στό Πανεπιστήμιο Αθηνών Δημητρίου Βερναρδάκη (1833-1907), άδελφου του Γρηγορίου Βερναρδάκη, Μαρία Δοξαπατρή (1858), πού άναφέρεται στή Φραγκοκρατία, Κυψελίδαι (1860), Μερόπη (1866) καί Ευφροσύνη (1876) 1 .
Ή Νέα 'Αθηναϊκή Σχολή ( Ή λογοτεχνική γενιά του 1880) Ή
ποίηση
Μέ τό τέλος τής περιόδου 1830-1880 καί τήν έξασθένηση του έλληνικου ρομαντισμού άρχίζει μιά καινούργια έποχή γιά τά νεοελληνικά γράμματα. Τό οριακό έτος 1880 άποτελεΐ τό ξεκίνημα μιας άλλης πνευματικής πορείας και ό γενικότερος ύποτονισμός τής μετεπαναστατικής περιόδου δίνει τή θέση του σέ μιά νέα λογοτεχνική άνθηση. Ή λεγόμενη λογοτεχνική γενιά του '80 είχε συνειδητοποιήσει τήν άνάγκη μιας ποιητικής ά λ λ α γ ή ς2. Τήν άφετηρία τής άλλαγής αύτής έγκαινιάζουν τρεις ποιητικές συλλογές, πού δημοσιεύονται μέσα στό ιδιο άκριβώς έτος (1880): οί Στίχοι του Νίκου Καμπα (1857-1932), οί Ιστοί αράχνης του Γεωργίου Δροσίνη (1859-1951) καί οί Γέλωτες του Δημητρίου Κόκκου (1856-1891). Οί συλλογές αύτές έκφράζουν τό νέο πνεύμα καί τήν καινούργια —άνανεωτική— άντίληψη γιά τήν ποίηση, σέ σύγκριση μέ τήν ποιητική παραγωγή του παρελθόντος. Εϊχε προηγηθεί, βέβαια, ή έκδο-
1. Τά υπόλοιπα δράματα του Βερναρδάκη: Φαϋστα (1893), Αντιόπη (1896), Νικηφόρος Φωκάς (1905), υπερβαίνουν τά χρονικά όρια τής περιόδου 1830-1880, δέν κινούνται όμως έξω άπό τό πνεύμα της. Γενικά γιά τό δραματικό έργο του Βερναρδάκη βλ. I. Π. Καβαρνου, Ή δραματική ποίησις του Δημητρίου Βερναρδάκη, Αθήναι 1962. Βλ. έπίσης Κωστή Παλαμα, 'Απαντα, τόμ. 2, Μπίρης, [Αθήνα 1963], σσ. 431-445 (για τό έργο Φαΰστα) καί Γιάννη Σιδέρη, «Τό θέατρο του Βερναρδάκη. Τά έβδομήντα χρόνια τής Φαύστας», Θέατρο, τόμ. Β', τευχ. 9 (Μάιος-Ιούνιος 1963), σσ. 26-46. 2. Περισσότερα γιά τήν άλλαγή αύτή βλ. στήν Εισαγωγή του Μ. Γ. Μερακλή, στό βιβλίο: Ρομαντικοί - Έποχή του Παλαμα - Μεταπαλαμικοί, [Αθήνα 1977] (= [τόμ. Β'] τής σειράς: Ή έλληνική ποίηση. Ανθολογία - Γραμματολογία, τών έκδόσεων Σοκόλη), σσ. 26 κ.έ.
ση τής ποιητικής συλλογής του Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου (1856-1910) Τρυγόνες και Έχιδναι (1878), πού προετοίμασε τήν έκδήλωση της γενιάς του '80 1 . Εξάλλου, σπουδαίο ρόλο στή διαμόρφωση του νέου πνεύματος έπαιξαν καί τά σύγχρονα λογοτεχνικά περιοδικά: ή Εστία (πρωτοεκδιδεται τό έτος 1876), ό σατιρικός Ραμπαγας (τόν έκδιδουν άπό τό 1878 ό Κλεάνθης Τριαντάφυλλος καί ό Βλάσης Γαβριηλίδης) καί τό σατιρικό φύλλο Μή χάνεσαι (πού έκδίδει άπό τό 1880 ό Γαβριηλίδης). Τις παραπάνω έμφανισεις σημαντικών λογοτεχνικών έργων άκολούθησε ή έκδοση τών ποιητικών συλλογών Σταλακτϊται (1881) και Ειδύλλια (1884) του Δροσίνη2. Ό Κωστής Παλαμας (1859-1943), ό «άρχηγός» τής γενιάς του '80, πρωτοεμφανίζεται τό 1886 μέ τήν ποιητική συλλογή Τραγούδια της Πατρίδος μου, πού ήταν γραμμένη στή δημοτική γλώσσα. *Ας σημειωθεί έπίσης δτι δέκα χρόνια νωρίτερα (τό 1876) ό ποιητής είχε υποβάλει στόν Βουτσιναιο ποιητικό διαγωνισμό τή^συλλογή Ερώτων επη, πού είχε γράφει στήν καθαρεύουσα και τά ποιήματα τής οποίας ή κριτική έπιτροπή (μέ εισηγητή τόν Θεόδωρο Όρφανίδη) εϊχε χαρακτηρίσει ώς «λογιωτάτου γραμματικού ψυχρότατα στιχουργικά γυμνάσματα». Τό 1889 βραβεύεται στόν Α' Φιλαδέλφειο ποιητικόν άγώνα (μέ εισηγητή τόν Νικόλαο Πολίτη) τό πολύστιχο ποίημά του Ύμνος εις την Άθηνάν, καί τό 1892, μετά τήν έκδοση του πρωτοποριακού έργου του Ψυχάρη Τό Ταξίδι μου (1888), δημοσιεύεται ή ποιητική συλλογή του Τά μάτια της ψυχής μου, πού βραβεύεται στόν Β' Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό (εισηγητής ό Αριστομένης Προβελέγγιος). Ή κριτική, τώρα πιά, μιλούσε έπαινετικά γιά τόν Παλαμα, πού είχε άρχίσει νά καθιερώνεται στή συνείδηση του έθνους ώς ό κατεξοχήν ποιητής του καιρού του καί του τόπου του. Τό 1897 δημοσιεύεται ή συλλογή του Ίαμβοι και άνάπαιστοι καί τόν ϊδιο χρόνο διορίζεται άρχικά γραμματέας καί άργότερα γενικός γραμματέας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τήν έπόμενη χρονιά έγραψε τόν Τάφο, γιά νά θρηνήσει τόν πρόωρο χαμό του γιου του Άλκη. Ακολούθησαν οί συλλογές Οί χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900) καί Ή άσάλευτη ζωή (1904), δπου περιλαμβάνονται οί Πατρίδες καί τά δύο γνωστά πολύστιχα ποιήματα του Παλαμα Φοινικιά καί Άσκραΐος, καί τά Σατιρικά γυμνάσματα (1907-1909). Οί δύο μεγάλες ποιητικές συνθέσεις, ό «οικουμενικός» Δωδεκάλογος του Γύφτου καί Ή Φλογέρα του Βασιλιά, δημοσιεύονται τό 1907 καί τό 1910, άντίστοιχα. Τό 1912 έκδίδονται οί λυρικές συλλογές Οί καημοί της Λιμνοθάλασσας καί Ή πολιτεία και 1. Βλ. Κ. θ . Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 459. 2. Σημειώνονται έδώ καί οί σημαντικότερες άπό τις μεταγενέστερες ποιητικές συλλογές του: Φωτερά σκοτάδια ( 1 9 1 5 ) καί Κλειστά βλέφαρα (1918).
ή μοναξιά. Σημειώνονται άκόμη οι συλλογές: Βωμοί (1915), Τά παράκαιρα (1919), Τά δεκατετράστιχα (1919), Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928), Ό κύκλος τών τετράστιχων (1929), Περάσματα και χαιρετισμοί(1931), Οί νύχτες του Φήμιου (1935) —ή τελευταία πού έκδόθηκε πριν άπό τόν θάνατο του ποιητή—, κ.ά. Γενικά στό ποιητικό έργο του Παλαμα εχουμε μιάν άντίστοιχη μέ έκείνην του Σολωμού συνθετική προβολή τής έθνικής παράδοσης, μέ κορυφαίες έκδηλώσεις τόν Δωδεκάλογο του Γύφτου καί τή Φλογέρα του Βασιλιά. "Ομως ό Παλαμας δέν ύπήρξε μόνο ένας άπό τούς σημαντικότερους ποιητές του έθνους, άλλά και κριτικός καί γραμματολόγος οξύς καί πεζογράφος δυνατός. Ώς κριτικός έπισήμανε τήν ποιητική άξια και έξήρε τή σημασία του έργου πολλών Επτανήσιων λογοτεχνών (Σολωμού, Κάλβου, Μαρκορα, Τυπάλδου, Λασκαράτου, Πολυλά, Καλοσγούρου, Βαλαωρίτη, κ.ά.). Εξάλλου, έπιτυχή δοκιμή του Παλαμα στό διήγημα άποτελεϊ τό μακρό πεζογράφημά του Θάνατος παλληκαριοϋ (1891). Τέλος, άναφέρεται ή Τρισεύγενη (1903), τό μοναδικό θεατρικό έργο του. Στήν ίδια ομάδα λογοτεχνών τής Νέας Αθηναϊκής Σχολής άνήκουν καί ορισμένοι άλλοι σημαντικοί δημιουργοί (παλαιότεροι καί νεώτεροι). Ό Γεώργιος Βιζυηνός (1850-1896) πρωτοεμφανίζεται μέ τά Ποιητικά πρωτόλεια, πού έκδίδει στήν Κωνσταντινούπολη τό 1873. Τήν έπόμενη χρονιά δημοσιεύει στήν Αθήνα (τό 1874 γράφτηκε στή Φιλοσοφική Σχολή) τό πολύστιχο έπικολυρικό ποίημα Κόδρος. "Επειτα φεύγει γιά τή Γερμανία (Göttingen: 1875), δπου σπουδάζει φιλοσοφία. Στον Βουτσιναϊο ποιητικό διαγωνισμό του 1876 βραβεύεται ή συλλογή του "Αρες, μάρες, κουκουνάρες (πού τελικά έλαβε τόν τίτλο Βοσπορίδες Αΰραι). Στό Λονδίνο τυπώνει τή γνωστή ποιητική συλλογή Ατθίδες Αΰραι, στήν όποια συγκέντρωσε τό ώς τότε (1883) ποιητικό έργο του καί μέ τήν όποια έγκαταλείπει τή φαναριώτικη έπίδραση τής καθαρεύουσας (είχε σπουδάσει στή Χάλκη κοντά στον 'Ηλία Τανταλίδη) και στρέφεται προς τή δημοτική γλώσσα καί τή λαϊκή παράδοση (τούς μύθους, τούς θρύλους και τις παραδόσεις του έλληνικου λαου). Σημαντικές εϊναι καί οί φιλοσοφικές μελέτες του Βιζυηνου (άντιπροσωπευτικότερη ή έπί ύφηγεσία διατριβή του Ή φιλοσοφία του κάλου παρά Πλωτίνω, έν Αθήναις 1884). Αξιομνημόνευτη έπίσης εϊναι μία μελέτη του (του 1893) γιά τις μπαλάντες (τά βαλλίσματα, δπως τις λέει ό ίδιος), πού κυκλοφόρησε μέ τόν τίτλο Ανά τόν 'Ελικώνοέ. Άξιολογότερος δμως εϊναι ό Βιζυηνός ώς πεζογράφος (βλ. παρακάτω). 1. Γεωρ. Βιζυηνου, 'Ανά τόν *Ελικώνα (Βαλλίσματα). Πρόλογος Γ. Τσοκοπούλου, Ε κ δοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης», έν Αθήναις [1930].
Ό Αριστομένης Προβελέγγιος (1850-1936) σπουδάζει έπίσης στή Γερμανία (οι σπουδές του έπηρεάζουν τήν ποιησή του: ιδανισμός). Κάνει τήν έμφάνισή του στά νεοελληνικά γράμματα τό 1870 μέ τόν Θησέα του, ποίημα έπικό. Ό λυρισμός είναι τό κύριο χαρακτηριστικό του έργου του (βλ. τις συλλογές: Ποιήματα Παλαιά και Νέα, 1896, Ποιήματα, 1916 και Εμπρός στό άπειρον, 1926). Ό Προβελέγγιος έγραψε καί θεατρικά έργα (Ρήγας, Νικηφόρος Φωκάς, Φαίδρα, Άσωτου επιστροφή,, κ.ά.) καί μετέφρασε τόν Φάουστ του Γκαίτε (1887). Στή Νέα Αθηναϊκή Σχολή άνήκει καί ό ποιητής Γεώργιος Σουρής (18521919), πού άρχίζει τή λογοτεχνική σταδιοδρομία του μέ σατιρικούς στίχους καί καταλήγει στήν εύθυμογραφία. Ό ίδιος έκδίδει και τήν έμμετρη σατιρική έφημερίδα ΌΡωμηός (1883-1919). Ό Γεώργιος Στρατήγης (1860-1938) έμφανίζεται γιά πρώτη φορά στή λογοτεχνία μέ τή συλλογή Ροδοδάφναι (1880), πού είναι έντονα έπηρεασμένη άπό τήν ποίηση του 'Αχιλλέα Παράσχου, "Αλλες ποιητικές συλλογές του: Τραγούδια του σπιτιού (1901), Τό λεν τά κύματα (1919). Ό Ιωάννης Πολέμης (1862-1925) δημοσιεύει τούς πρώτους στίχους του (Ποιήματα) τό 1883. Σημειώνονται καί οί ποιητικές συλλογές του: Χειμώνανθοι (1888), Αλάβαστρα (1900), Κειμήλια (1904), Τό παληό βιολί (1909) —ή σημαντικότερη—, Ειρηνικά (1919). Όπως πολύ σωστά παρατηρεί ό Κ. Θ. Δημαρας: «Στις καλύτερές του στιγμές μας θυμίζει [ό Πολέμης] τις πιο άδύνατες στιγμές του Δροσίνη»1. Ό Πολέμης έγραψε καί έμμετρα θεατρικά έργα (δπως λ.χ. τό έργο Ό Βασιλιάς Ανήλιαγος, 1910, κ.ά.). Ό Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894) πρωτοεμφανίζεται μέ τό έπικό ποίημα Αι σκιαί του "£δου (1887). Τό 1891 κυκλοφορεί ή ποιητική του συλλογή Αγροτικά, πού τήν προηγούμενη χρονιά εϊχε λάβει έπαινο στον Β' Φιλαδέλφειο ποιητικό διαγωνισμό, καί τό 1893 ή συλλογή Ό τραγουδιστής του χωρίου και της στάνης. Ή ποίηση του Κρυστάλλη είναι έπηρεασμένη άπό τό δημοτικό τραγούδι καί άπό τήν ποίηση του Βαλαωρίτη. Πρέπει άκόμη νά άναφερθουν καί τά ονόματα δύο άλλων ποιητών, του Άλέξαντρου Πάλλη (1851-1935) και του •Αργύρη Εφταλιώτη (1849-1923). Οί ποιητές αύτοί συνδέονται μέ τόν Ψυχάρη, τόν «άρχηγό του δημοτικισμού», καί είναι περισσότερο γνωστοί γιά τούς γλωσσικούς άγώνες τους καί τά φιλολογικά ένδιαφέροντά τους (ιδίως γιά τήν προσπάθειά τους νά μεταφράσουν άρχαίους "Ελληνες συγγραφείς στή δημοτική γλώσσα* βλ. Κεφ. Γ').
1. Κ. θ . Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 478.
Τέλος, στον ιδιο χώρο, «στή βαριά σκιά του Παλαμα»1, κινούνται καί ορισμένοι άλλοι λογοτέχνες (μεταπαλαμικοί ποιητές): ό Ιωάννης Γρυπάρης (1872-1942), που δημοσίευσε τή μοναδική ποιητική συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερρακότες (1919), έπηρεασμένος άπό τόν γαλλικό παρνασσισμό, καί μετέφρασε άρχαίους "Ελληνες τραγικούς ποιητές (ολόκληρο τόν Αισχύλο καί τόν Σοφοκλή καί δράματα του Εύριπίδη) καί Πλάτωνα2, ό Κωσταντΐνος Χατζόπουλος (1868-1920), έκδοτης του περιοδικού Ή Τέχνη (Νοέμβριος 1898Όκτώβριος 1899) 3 , του όποιου ή έκδοση συμπίπτει μέ τήν εισαγωγή του συμβολισμοί) στήν Ελλάδα, καί δημιουργός τών ποιητικών συλλογών 'Απλοί τρόποι (1920) καί Βραδινοί θρύλοι (1920), ό Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932), ποιητής τών Σκιών (1920), ό Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943), ποιητής τών έργων: Συντρίμματα (1899), rΩρες (1905), Πεπρωμένα (1909), Άσφόδελοι (1918), Αντίφωνα (1931), ό Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940), ποιητής Τών θείων δώρων (1931) καί διηγηματογράφος, ό Γιάννης Καμπύσης (1872-1901), ποιητής τής συλλογής Τό βιβλίο τών συντριμμιών (1900) καί συνεκδότης —μέ τόν Δημήτριο Χατζόπουλο (Μποέμ)— του περιοδικού Ό Διόνυσος (1901-1902) 4 , ό Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1909), ποιητής τής συλλογής 'Αντίλαλοι (1899), κ.ά. Κατά τήν ίδια έποχή, δταν δηλαδή στήν κυρίως Ελλάδα πραγματοποιείται ή παλαμική άναγέννηση, ή μακρινή Κύπρος παρουσιάζει μιάν άξιοσημείωτη λογοτεχνική κινητικότητα — λίγο πριν, καί κυρίως μετά τήν «ύπεκμίσθωσή» της άπό τήν Τουρκία στή Μεγάλη Βρετανία (1878). Μέσα άπό τή μακραίωνη λαϊκή παράδοση τών ποιητάρηδων καί τών δημοτικών τραγουδιών άναδύεται μέ δειλά καί άδέξια βήματα μιά ποίηση προσωπική, γραμμένη ειτε στό πλουσιότατο τοπικό Ιδίωμα του νησιού, είτε στή λογοτεχνική διάλεκτο τής κυρίως Ελλάδας, ειτε σέ καθαρή δημοτική γλώσσα κάτω άπό τήν έπίδραση του δημοτικισμού. Άπό τόν μεγάλο άριθμό τών δημιουργών πού έμφανίζονται ξεχωρίζει ή ποίηση του Βασίλη Μιχαηλίδη (1851-1917), ποίηση βαθιά έπηρεασμένη άπό τά έλλαδικά λογοτεχνικά ρεύματα καί τά ιστορικά γεγονότα του καιρού του ('Ασθενής Λύρα, 1882· Άνεράδα, 1893· Ποιήματα, 1911· κ.ά.). Πιο έπι1. Κ. θ . Δημαρα, δ.π., σ. 537. 2. Περισσότερα γιά τις μεταφράσεις άρχαίων κειμένων άπό τόν Γρυπάρη βλ. στό άρθρο του I. θ . Κακριδή, «Τό μεταφραστικό έργο του», NE, 3 2 ( 1 9 4 2 ) 4 2 9 - 4 3 9 (= Του ίδιου, Μελέτες και Άρθρα, θεσσαλονίκη 1971, σσ. 176-197). 3. Όλόκληρη ή σειρά τών τευχών του περιοδικού φωτοανατυπώθηκε σέ έναν τόμο άπό τό ΕΛ.Ι.Α. (Άθή να 1980). 4. Καί του περιοδικού αύτου έγινε φωτοανατύπωση σέ δύο τόμους ( 1 9 0 1 καί 1902, άντίστοιχα) άπό τό Ε.Λ.Ι.Α. (Αθήνα 1981).
βλητική δμως εϊναι ή φυσιογνωμία καί πιο γόνιμη καί δημιουργική ή παρουσία του ποιητή Δημήτρη Λιπέρτη (1866-1937), ό όποιος, άφου στή νεότητά του θήτευσε στήν καθαρευουσιάνικη παράδοση τής Αθήνας, άργότερα στράφηκε άποκλειστικά στή λαϊκή γλώσσα τής πατρίδας του καί τύπωσε ποιήματα στήν κυπριακή ντοπιολαλιά* ποιήματα γεμάτα χάρη, στοχασμό καί λεπτή λυρική διάθεση, με τό ιδιόμορφο κλίμα καί πνεύμα πού δημιουργουν (Χαλαρωμένη Λύρα, 1891· Στόνοι, 1899· Ύζιυπριώτιχα Τραούδχια: Ά 1923, Β' 1930, Γ 1934, Δ' 1937Υ. Τέλος, χρειάζεται νά έπισημάνουμε τήν έμφάνιση μέσα στή δεκαετία 1920-1930, στή Λεμεσό, μιας νέας γενιάς δημιουργών, δπως ό Αιμίλιος Χουρμούζιος, ό Γλαύκος Άλιθέρσης, ό Σίμος Μενάρδος, κ.ά., οί όποιοι, διεσπαρμένοι μέσα στόν έλλαδικό χώρο άλλά καί έξω άπό αύτόν, θά προσφέρουν σημαντικότατο ποιητικό, πεζογραφικό, μεταφραστικό καί δοκιμιογραφικό έργο. Ή
πεζογραφία
Αντίθετα άπό δ,τι συνέβη μέ τούς ρομαντικούς (πού δέν ενδιαφέρθηκαν ιδιαίτερα γιά τήν πεζογραφία), κατά τήν περίοδο πού μας άπασχολει έδώ δημιουργούνται οί προϋποθέσεις έκεϊνες πού συντελουν στήν έμφάνιση ένός νέου άφηγηματικου είδους, τής ή θ ο γ ρ α φ ί α ς . Υπενθυμίζεται, στήν περίπτωση αύτή, ώς έπικουρικό στοιχείο, ή σύγχρονη τάση προς τήν άξιοποίηση του λαογραφικού μας πλούτου, ή στροφή προς τόν ρεαλισμό καί τόν νατουραλισμό, κλπ., πού συνετέλεσαν στή δημιουργία του είδους αύτου. Στο κεφάλαιο αύτό θά μας άπασχολήσουν οί σημαντικότεροι άπό τούς ήθογράφους τής γενιάς του '80 καί άκόμη οί μεταγενέστεροι πεζογράφοι πού ζουν καί δημιουργουν «στή βαριά σκιά του Παλαμα». Ό Δημήτριος Βικέλας (1835-1908) είναι ό συγγραφέας, δπως είδαμε, του έργου Λουχης Λάρας. Αυτοβιογραφία γέροντος Χίου2 (μυθιστορήματος ιστορικού μέ στοιχεία ήθογραφικά) καί τών Διηγημάτων (1887), συλλογής σημαντικών ήθογραφικών κειμένων («Παππα-Νάρκισσος», «Φίλιππος Μάρθας», κ.ά.)3, τών οποίων τά θέματα άντλει άπό τήν έπαρχιακή ζωή.
1. Κατά τήν έκφραση του Παλαμα, τά ποιήματα του Λιπέρτη «γεννούν τή συγκίνηση τή χαροποιά» (βλ. Κωστή Παλαμα, «Δ. θ . Λιπέρτη, Τζιυπριώτικα Τραγούδκχα», 'Απαντα,, τόμ. 14, Μπίρης, Αθήνα 1968, σ. 525). 2. Πρωτοδημοσιεύεται στο περιοδικό Εστία, έτος Δ', τόμ. 7, τεύχη 158-167 (7 Ίαν11 Μαρτ. 1879). 3. Γιά τόν Βικέλα ώς πεζογράφο βλ. τό μελέτημα του Απόστολου Σαχίνη, « Ή πεζο-
Ό Γεώργιος Βιζυηνός εϊναι περισσότερο πεζογράφος και λιγότερο ποιητής. Εϊναι κατεξοχήν διηγηματογράφος1. Τά διηγήματά του («Τό άμάρτημα τής μητρός μου», «Ποιος ήτον ό φονεύς του άδελφου μου», «Αι συνέπειαι τής παλαιας ιστορίας», «Τό μόνον τής ζωής του ταξίδιον», «Μοσκώβ Σελήμ», κ.ά.), που δημοσιεύονται γιά πρώτη φορά στό περιοδικό Εστία κατά τό χρονικό διάστημα 1883-1895, εϊναι έμπνευσμένα κυρίως άπό άναμνήσεις τών παιδικών του χρόνων στή Θράκη (γεννήθηκε στή Βιζύη) και παράλληλα μέ τό ήθογραφικό χαρακτηρίζονται γιά τό ψυχογραφικό τους χρώμα2. Μέ τήν πεζογραφία άσχολήθηκαν έπίσης ό Γεώργιος Δροσίνης καί ό Κωστής Παλαμας. Ό πρώτος έκδίδει τό 1886 τά Διηγήματα και αναμνήσεις (δπου συμπεριλήφθηκε καί ή νουβέλα Άμαρυλλίς), τό 1901 Τό βοτάνι της αγάπης, τό 1904 τά Διηγήματα τών άγρών και της πόλεως, καί τό 1922 τό μυθιστόρημα "Ερση3. Ό Παλαμας δημοσιεύει στό περιοδικό Εστία του 1891 4 τό άριστουργηματικό ήθογραφικό διήγημα Θάνατος παλληκαριου, πού εϊναι έμπνευσμένο άπό τή ζωντανή έλληνική παράδοση καί χαρακτηρίζεται ώς ένα άπό τά καλύτερα κείμενα τής νεοελληνικής διηγηματογραφίας, καί τό 1920 μιά συλλογή Διηγημάτων που έπανεκδίδεται τό 1929 5 . γραφία του Δημητρίου Βικέλα», ΕΕΦΣΠΘ, 12 (1973) 7-49 (= Του ίδιου, Παλαιότεροι πεζογράφοι, σσ. 57-116). 1. Γιά τόν διηγηματογράφο Βιζυηνό βλ. Απόστολου Σαχίνη, «Τό διήγημα του Γ. Βιζυηνου», ΕΕΦΣΠΘ, 10 ( 1 9 6 8 ) 3 1 1 - 3 6 1 (= Παλαιότεροι πεζογράφοι, σσ. 119-186), Γ. Β. Βιζυηνου, Νεοελληνικά Διηγήματα. Επιμέλεια Παν. Μουλλα. Εκδοτική «Έρμης» EUJE., [NEB, ΔΠ 38], Αθήνα 1980 σσ. ιζ'-ρλς', καί Κώστα Στεργιόπουλου, « Ό Βιζυηνός καί τό διήγημα», Τό Δέντρο, τευχ. 21-22 (Άπρ.-Μάιος 1986), σσ. 10-17, καί τευχ. 23-24 (Ιούν.-Αυγ. 1986), σσ. 17-23 (= Του ίδιου, Περιδιαβάζοντας, Β', 36-51). 2. Γιά τό πεζογραφικό έργο του Βιζυηνου βλ. καί Κ. Μητσάκη, 'Αναδρομή στις ρίζες. Γεώργιος Βιζυηνός, Αθήνα 1977 (ιδίως σσ. 19-32 = Του ίδιου, Πορεία, σσ. 109-119). 3. Γιά τό πεζογραφικό έργο του Δροσίνη βλ. Κώστα Στεργιόπουλου, «Τό άφηγηματικό έργο του Δροσίνη. [Εικοσιπέντε χρόνια άπ* τό θάνατο του]», Νέα Δομή, τευχ. 6 (Νοέμβριος 1976), σσ. 70-72 (= Του ίδιου, Περιδιαβάζοντας, Β', 101-109). 4. Στις σσ. 161-163, 171-173, 188-194, 204-207. Τό Θάνατος παλληκαριου έκδόθηκε καί αυτοτελώς: 1901, 1920, 1927 (βλ. τώρα: Κωστή Παλαμα, "Απαντα, τόμ. 4, Μπίρης, [Αθήνα 1963], σσ. 11-39). 5. Γιά τις έπιδόσεις του Κωστή Παλαμα στον πεζό λόγο βλ. Γρηγορίου Ξενοπούλου, « Ή πεζογραφία του», Γράμματα, Τεύχος επιμνημόσυνο του Κωστή Παλαμα, Αθήναι 1943, σσ. 255-261, Πέτρου Χάρη, «Ήπεζογραφία του Παλαμα», NE, τόμ. 34, τευχ. 397, Χριστούγεννα 1943, σσ. 3 6 3 - 3 7 0 (= Του ίδιου, "Ελληνες πεζογράφοι, τόμ. Α', Βιβλιοπωλεϊον της «Εστίας», [Αθήνα 3 1979], σσ. 137-155), I. Μ. Παναγιωτόπουλου, Κωστης Παλαμας. Τρίτη έκδοση. Οί Εκδόσεις τών Φίλων, Αθήνα 1981, σσ. 3 5 3 - 3 6 9 [γιά τό διήγημα καί τό δράμα], Απόστολου Σαχίνη, « Ή πεζογραφία του Παλαμα», [σέ πρώτη
Στήν έξέλιξη τής πεζογραφίας τών τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνα συνέβαλε Ιδιαίτερα ό Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929) μέ τή δημοσίευση του έργου του Τό ταξίδι μου (1888). Ή δημοσίευση του έργου αυτου συνετέλεσε στήν έπιβολή τής δημοτικής γλώσσας καί στήν πεζογραφία. Παράλληλα δμως ό Ψυχάρης άσχολήθηκε μέ τή συγγραφή πεζών λογοτεχνικών έργων, δπως εϊναι τά μυθιστορήματα Τ9 δνειρο του Γιαννίρη (1897), Ζωή κι αγάπη στή μοναξιά (1904), Ή άρρωστη δούλα (1907), Τά δυο άδέρφια (1910-1911), Άγνή (1912-1913), Τά δυο τριαντάφυλλα του Χάρου (1921) καί μιά συλλογή δεκαπέντε διηγημάτων μέ τόν τίτλο Στον ΐσκιο του πλατάνου (1911) 1 . Τό διήγημα καλλιεργεί καί ό Αργύρης Εφταλιώτης, πού τό 1894 τυπώνει τήν άξιόλογη συλλογή διηγημάτων Νησιώτικες ιστορίες, τό 1897 τις Φυλλάδες του Γεροδήμου, τό 1900 τό έκτενέστερο άφήγημα Ήμαζώχτρα, καί τό 1900-1901 γράφεται τό μυθιστόρημά του Ό Μανόλης ό Ντελμπεντερης. Κορυφαίοι έκπρόσωποι του ήθογραφικου διηγήματος υπήρξαν οί Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911) καί Ανδρέας Καρκαβίτσας (1866-1922). Ό πρώτος άρχικά γράφει μυθιστορήματα ιστορικού περιεχομένου ( Ή Μετανάστη 1879-1880· Οι *Εμποροι τών Εθνών, 1882-1883* Ή Γυφτοπούλα, 1884). Τό 1885 έμφανίζει τό πρώτο διήγημα μέ τόν τίτλο Χρήστος Μηλιόνης. Τό διήγημα αύτό είναι έμπνευσμένο άπό τό δημοτικό τραγούδι. Άπό τότε καί ώς τόν θάνατο του ό Παπαδιαμάντης γράφει άποκλειστικά καί μόνο ήθογραφικά διηγήματα, πού του τά έμπνέουν οί άναμνήσεις, ή ζωή καί οί άνθρωποι τής ιδιαίτερης πατρίδας του Σκιάθου, άλλά καί ή ζωή του στήν πρωτεύουσα μορφή στήν] 'Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τόμ. 4, άριθ. 2 (Μάρτ. 1949), σσ. 65-67, καί [αναθεωρημένο καί συμπληρωμένο, στή] Νέα Πορεία, τευχ. 206-207, Απρίλιος-Μάιος 1972, σσ. 42-47 (= Του ίδιου, Παλαιότεροι πεζογράφοι, σσ. 209-217), Π. Δ. Μαστροδημήτρη, « Ό διηγηματογράφος Παλαμας», Ή Καθημερινή, 15 Νοεμβρίου 1962, σσ. 1-2 (= Κριτικά Φύλλα, 2, 1973, 93-95 = Του ίδιου, Νεοελληνικά, Α', 1 5 3 - 1 5 8 = Του ίδιου, Παλαμικά, 15-21), Κώστα Στεργιόπουλου, « Ό άφηγηματικός Παλαμας», στό Αφιέρωμα: Επιστροφή στον Κωστή Παλαμα. Σαράντα χρόνια άπό τόν θάνατο του, Τετράδια Εύθύνης, 21, [Αθήνα 1983], σσ. 143-149 (= Περιδιαβάζοντας, Β', 110-118), Κ. Μητσάκη, « Ή άφηγηματική πεζογραφία του Κ. Παλαμα», στό βιβλίο του Τά δοκίμια της Όξφόρδης, Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1995, σσ. 1 2 7 - 1 4 3 (= Του ίδιου, Τό άθάνατο νερό, "Ιδρυμα Κωστή Παλαμά, Αθήνα 2005, σσ. 95-110), καί Βάλτερ Πουχνερ, «"θάνατος Παληκαριου" ή ή άνεπαίσθητη υπέρβαση του ήθογραφισμου», NE, 137 ( 1 9 9 5 ) 229-246, 316334 καί 3 8 0 - 3 9 6 (= Του ίδιου, Φιλολογικά και Θεατρολογικά 1Ανάλεκτα. Πέντε μελετήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1995, σσ. 77-195). 1. Γιά τή ζωή καί τό εργο του Ψυχάρη βλ. τό βιβλίο του Εμμανουήλ Κριαρα, Ψυχάρης. Ιδέες, αγώνες, ο άνθρωπος. Β' έκδοση μέ πρόσθετα μελετήματα καί άρθρα. Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα [1981].
(Αθήνα). Εξαίρεση άποτελεΐ τό έκτενέστερο άφήγημά του Ή Φόνισσα (1903), μέ τόν έντονα ψυχογραφικό χαρακτήρα του. Γενικά ό Παπαδιαμάντης στά διηγήματά του φθάνει σέ άριστες περιγραφές καί δημιουργεί προσωπικό υφος. Ή γλώσσα τών διηγημάτων του είναι ιδιότυπη (καθαρεύουσα μέ ιδιωματικά στοιχεία στά διαλογικά μέρη)1. Παράλληλα μέ του Παπαδιαμάντη, θά πρέπει νά άναφερθεΐ καί τό όνομα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (1850-1929), πού άσχολειται άρχικά μέ τό θέατρο (Βάρδας Καλλέργης, 1875* Ή καταστροφή τών Ψαρών, 1876), καί μετά μέ τό διήγημα καί τή συγγραφή ταξιδιωτικών έντυπώσεων. Τήν καθαρεύουσα χρησιμοποιεί στά πρώτα του πεζογραφήματα (ΉΛυγερή, 1890, Διηγηματα, 1892) καί ό Καρκαβίτσας, ό όποιος, άργότερα, έπηρεασμένος άπό τό κήρυγμα του Ψυχάρη, θά στραφεί προς τή δημοτική καί θά γράψει τό ήθογραφικό άφήγημα Ό Ζητιάνος (1896), πού διακρίνεται γιά τόν νατουραλισμό του2, τις δύο συλλογές διηγημάτων Λόγια της πλώρης (1899) καί Παλιές άγάπες (1900) καί τό μυθιστόρημα Ό Λρχαιολόγος (1904) 3 . Ήθογράφοι εϊναι καί δύο άλλοι σύγχρονοι μέ τούς παραπάνω πεζογράφους, ό Ιωάννης Κονδυλάκης (1861-1920), πού άσχολήθηκε ιδιαίτερα μέ τό χρονογράφημα, καί ό ιστοριοδίφης Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945). Ό πρώ1. Άπό τήν πυκνή περί του Παπαδιαμάντη βιβλιογραφία τής τελευταίας τριακονταετίας σημειώνω ένδεικτικά τά μελετήματα: Α. Παπαδιαμάντης αύτοβιογραφούμενος. Επιμέλεια Παν. Μουλλα. Εκδόσεις Έρμης, [ΝΕΒ, ΔΠ 29], Αθήνα 1974, Στέλιου Ράμφου, Ήπαλινωδία του Παπαδιαμάντη, Κέδρος, [Αθήνα] 1976, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Δαιμόνιο μεσημβρινό. Έντεκα κείμενα γιά τόν Παπαδιαμάντη. Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1978, 1 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είκοσι κείμενα γιά τή ζωή και τό εργο του. Πρόλογος - έπιμέλεια Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου. Οί Εκδόσεις τών Φίλων, Αθήνα 1979, Φώτα ολόφωτα. Ένα άφιέρωμα στόν Παπαδιαμάντη και τόν κόσμο του. Επιμέλεια: Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. ΕΛ.Ι.Α., Αθήνα 1981, Όδυσσέα 'Ελύτη, Ή μαγεία του Παπαδιαμάντη, «Ερμείας», [Αθήνα 1976], Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, Αφηγηματικές τεχνικές στόν Παπαδιαμάντη, 1887-1910. Κέδρος, [Αθήνα 1987], Ό μυθιστοριογράφος Παπαδιαμάντης. Συναγωγή κριτικών κειμένων. Επιμέλεια: Σταύρος Ζουμπουλάκης - Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος. Βιβλιοπωλειον της «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., Αθήνα 2003, και Εισαγωγή στήν πεζογραφία του Παπαδιαμάντη. Επιλογή κριτικών κειμένων. Επιμέλεια: Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005. 2. Νεώτερη έκδοση του έργου: Π. Δ. Μαστροδημήτρης, «ΌΖητιάνος» του Καρκαβίτσα. Εισαγωγή - Κείμενο - Γλωσσάριο. Εκδόσεις Καρδαμίτσα, Αθήνα 1980 ( 3 1985, βελτιωμένη). Καί: Νέα έκδοση, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1996 [Ερμηνευτικές Εκδόσεις Νεοελληνικών Κειμένων - 1]. 3. Γιά τήν πεζογραφία, γενικότερα, του Καρκαβίτσα βλ. καί τό μελέτημα του Κώστα Στεργιόπουλου, «Διαίρεση καί χαρακτηριστικά τής πεζογραφίας του Καρκαβίτσα», Άντίχαρη, σσ. 4 3 5 - 4 4 4 (= Περιδιαβάζοντας, Β', 119-134).
τος τό 1884 εκδίδει τά Διηγήματα καί τό 1892 πρωτοδημοσιεύει τό μυθιστόρημα Ό Πατούχας. Αργότερα εκδίδει τό βιβλίο Όταν ήμουν δάσκαλος, καί άλλα διάφορα διηγήματα (1916) καί τή νουβέλα Πρώτη αγάπη (1919) 1 . Ό Βλαχογιάννης, ό έκδοτης τών 'Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη καί τών Στρατιωτικών 'Ενθυμημάτων του Κασομούλη, γνωστός καί μέ τό ψευδώνυμο Γιάννος Έπαχτίτης, έγραψε (σέ ρουμελιώτικη γλώσσα) ώραια διηγήματα έμπνευσμένα άπό τήν έπανάσταση του '21 (πεζογραφική έκμετάλλευση του ύλικου πού προσφέρει ό Αγώνας). Πρωτοεμφανίζεται μέ τις Ιστορίες του Γιάννου Έπαχτίτη τό 1893. Ακολουθεί ή έκδοση τών βιβλίων του (μέ κείμενα άφηγηματικά): Ό πετεινός (1914), Μεγάλα χρόνια (1930), Τά παληκάρια τά παλιά (1931), κ.ά.2 Μεγάλος πεζογράφος γιά τήν έποχή του υπήρξε καί ό Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951), ό κυρίως εισηγητής τής άστικής θεματικής καί νοοτροπίας στον χώρο αύτόν, συγγραφέας ταλαντούχος καί πληθωρικός μέ έπιτυχεΐς έπιδόσεις σέ δλα τά ειδή"του πεζού λόγου (διήγημα, μυθιστόρημα, θέατρο, κριτική), έκδοτης τών περιοδικών Διάπλασις τών παίδων καί Νέα Εστία, κλπ. Στον έπόμενο πίνακα σημειώνονται τά σπουδαιότερα άπό τά έργα του (άναγράφονται οι αύτοτελεΐς έκδόσεις καί οχι οί πρώτες δημοσιεύσεις τους σέ περιοδικά καί εφημερίδες)3. Διήγημα: Έλληνικου άγώνος τό τριακοσιόδραχμον έπαθλο ν, 1885* Μητρυιά, 1890* Στρατιωτικά Διηγήματα, 1892* Διηγήματα (Σειρά πρώτη, 1901, Σειρά δευτέρα, 1903, Σειρά τρίτη, 1907)· Ό κακός δρόμος, 1912· Στέλλα Βιολάντη ή Έρως εσταυρωμένος, 1914· Πετριές στον ήλιο, 1919· Τό Ζακυθινό μαντήλι, 1921· Ό Μινώταυρος, 1925· ΌΤρελλόςμέ τούς κόκκινους κρίνους, 1926, κ.ά.π. Μυθιστόρημα: "Ανθρωπος του κόσμου, 1888· Νικόλας Σιγαλός, 1890· Μαργαρίτα Στέφα, 1906· ΌΚόκκινος Βράχος, 1915· Ό Πόλεμος [1912-1913], 1919 'Λάουρα, 1921· 'Ισαβέλλα, 1923· 1. Γιά τόν διηγηματογράφο Κονδυλάκη βλ. τήν έργασία του Κώστα Στεργιόπουλου, «Τό διήγημα του Κονδυλάκη», NE, τόμ. 72, τευχ. 851, Αφιέρωμα: Ιωάννης Κονδυλάκης, Αθήναι, Χριστούγεννα 1962, σσ. 7-11 (=Περιδιαβάζοντας, Β', 89-100). 2. Μέ τό πεζογραφικό έργο του Βλαχογιάννη άσχολήθηκε συστηματικά ό Απόστολος Σαχίνης ( « Ή άφηγηματική πεζογραφία του Γιάννη Βλαχογιάννη», ΕΕΦΣΠΘ, 11, 1969, 19-77 = Παλαιότεροι πεζογράφοι, σσ. 227-304). Βλ. καί Π. Δ. Μαστροδημήτρη, «Ιστορία καί μυθιστορία στά διηγήματα του Γιάννη Βλαχογιάννη Ιστορίες του Γιάννου Έπαχτίτη», ΕΕΦΣΠΑ, 30 ( 1 9 9 2 - 1 9 9 5 ) 3 2 3 - 3 3 2 (= Του ϊδιου, Ανάλεκτα νεοελληνικής φιλολογίας, Νεφέλη, Αθήνα 1995 (καί Β' έκδοση, συμπληρωμένη, Αθήνα 1998) σσ. 217-228 = Ναυπακτιακά, τόμ. Ζ': Γιάννης Βλαχογιάννης, Α' Συμπόσιο Ναυπακτιακής Λογοτεχνίας, Ναύπακτος 18-20 Νοεμβρίου 1994, Αθήνα 1995, σσ. 317-327). 3. Βλ. Πέτρου Μαρκάκη, «Βιβλιογραφία Γρηγορίου Ξενοπούλου. [Πρώτη συμβολή]», NE, τόμ. 50, τευχ. 587, Αθήναι, Χριστούγεννα 1951, σσ. γ'-η'.
Ήτρίμορφη γυναίκα, 1924* Ένας σύγχρονος Μεσαίωνας: Τερέζα Βάρμα-Δακόστα, 1926* Πλούσιοι και Φτωχοί, 1926* καί "Ατιμοι, 1926* Τυχεροί ν καί Ατυχοι, 1927* ΌΚατήφορος, 1928* Μυστικοί αρραβώνες, 1929, κ.ά.π. Θέατρο: Φοιτψαί, 1921* Στέλλα Βιολάντη, 1923* 7ο μυστικό της κοντέσσας Βαλέραινας, 1928* Φωτεινή Σάντρη, 1930* Πειρασμός, 1930, κ.ά.π. Ό Κωσταντίνος Χατζόπουλος, που τόν γνωρίσαμε παραπάνω καί ώς ποιητή, είναι σημαντικότερος ώς πεζογράφος1. "Εγραψε τα άφηγηματικά εργα 'Αγάπη στό χωριό (1910), Ό πύργος του άκροπόταμου (1915), Υπεράνθρωπος (1915), Φθινόπωρο (1917), και θεωρείται ό εισηγητής τής συμβολιστικής πεζογραφίας στήν Ελλάδα. Αξιόλογο εϊναι έπίσης και τό πεζογραφικό έργο του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (1872-1923), του εισηγητή του κοινωνικού ή κοινωνιστικου μυθιστορήματος στήν Ελλάδα 2 , ό οποίος, ας σημειωθεί έδώ ευκαιριακά, έγραψε καί ωραία σονέτα3. Κοινωνικού περιεχομένου εϊναι τά μυθιστορήματά του Ή τιμή καί τό χρήμα (1912), Κατάδικος (1919) 4 , Ή ζωή καί ό θάνατος του Καραβέλα (1920) καί Οί σκλάβοι στά δεσμά τους (1922) 5 . Σημειώνεται έπίσης ή συγκεντρωτική έκδοση τών ήδη δημοσιευμένων διηγημάτων του συγγραφέα: Διηγήματα [Κορφιάτικες Ιστορίες]. Μέ εντεκα χαράγματα του Μάρκου Ζαβιτζιάνου. Εισαγωγή Γιάννη Δάλλα. Τυπογραφείο «Κείμενα», Αθήνα 1982, [οριστική έκδοση], και οί έκδόσεις: Ή χάση του κόσμου, Τό όνειρο του Σατνη, Κερκύρα. Άνέγδοτα [sic] διηγήματα. «Κείμενα», Αθήνα 1981, καί Τό βιό της κυράς Κερκύρας. Μέ έννιά εικονογραφίες χαραγμένες άπό τόν Μάρκο Ζαβιτζιάνο. "Εκδοση του τυπογραφείου «Κείμενα», Αθήνα 1982 6 . 1. Συνολική θεώρηση του έργου του έπιχειρει ό Τάκης Καρβέλης, στό βιβλίο του Κωσταντϊνος Χατζόπουλος ό πρωτοπόρος, Εκδόσεις Σοκόλη, [Αθήνα 1998], (Οί δικοί μας 2). 2. Βλ. Αιμ. Χουρμούζιου, Κωνστ. Θεοτόκης ό εισηγητής του κοινωνιστικου μυθιστορήματος στήν *Ελλάδα. Ό άνθρωπος - Τό εργο, "Ικαρος, [Αθήνα 1946]. (Και: Δεύτερη "Εκδοση. Οί Εκδόσεις τών Φίλων, Αθήνα 1979), καί Γιάννη Δάλλα, Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Κριτική σπουδή μιας πεζογραφικής πορείας, Εκδόσεις Σοκόλη, [Αθήνα 2001], (Οί δικοί μας - 3). 3. Βλ. Κώστα Δαφνή, «Τά σονέτα του Κ. Θεοτόκη», Παρνασσός, 8 (1966) 415-442. 4. Νεώτερη έκδοση του έργου: Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Κατάδικος. Εισαγωγή Γιάννη Δάλλα. [Εκδόσεις] «Κείμενα», Αθήνα 1979. (Τό κείμενο της εισαγωγής του Δάλλα καί στό περιοδικό Διαβάζω, τευχ. 14, Όκτ.-Νοέμβριος 1978, σσ. 30-39: «Γνώση καί άνάγνωση της πεζογραφίας του Κ. Θεοτόκη. Ή άποκατάσταση μιας έπαφής»). 5. Νεώτερη έκδοση του έργου: Κωνσταντίνου Θεοτόκη, Οί σκλάβοι στά δεσμά τους. Μυθιστόρημα. Προλεγόμενα Γιάννη Δάλλα. «Κείμενα», Αθήνα 1981. 6. Γενικότερα γιά τήν πεζογραφική παραγωγή του Θεοτόκη βλ. τό μελέτημα του Κώ-
Μνημονεύονται έπίσης οί κατεξοχήν διηγηματογράφοι Χρίστος Χριστοβασίλης (1862-1937), 'Αντώνης Τραυλαντώνης (1867-1943) καί Ζαχαρίας Παπαντωνίου1, ό Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), δημιουργός θεατρικών έργων στά όποια είναι φανερή ή έπιδραση του "Ιψεν, συγγραφέας διηγημάτων καί μυθιστορημάτων (Τό αγριολούλουδο, 1924* Τό έγκλημα του Ψυχικου, 1928), ό Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867-1911), ιδρυτής τής «Νέας Σκηνής» καί συγγραφέας του έργου Τό βιβλίο τής Αυτοκράτειρας 'Ελισάβετ (1908) καί του μυθιστορήματος Ή κερένια κούκλα (1911), ό Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894), ό Μιχαήλ Μητσάκης (1863-1916) 2 , ό Σπήλιος Πασαγιάννης, ό στρατευμένος πεζογράφος Κώστας Παρορίτης (1875-1931) 3 , ό ρεαλιστής πεζογράφος Δημοσθένης Βουτυράς (1871/1872-1958), κ.ά. Τέλος, σέ πνευματικό κλίμα κάπως παρόμοιο μέ έκεΐνο του Βουτυρά, έξελίχθηκε τό ιδιόμορφο καί άνισο έργο του Κύπριου πεζογράφου Νίκου Νικολαίδη (1884-1956). Ρ Νιλολαιδης είναι ό σημαντικότερος πεζογράφος του έλληνισμου τής Αιγύπτου καί στά έργα του διαφαίνεται ή σταδιακή μεταμόρφωση τής ήθογραφίας σέ άστική πεζογραφία μέσα άπό μιά σύγχρονη προοπτική (Τό γαλάζιο λουλούδι, 1919* Τό στραβόξυλο, 1922* Ό Σκέλεθρας και άλλα διηγήματα, 1924* Ή καλή συντρόφισσα και άλλα διηγήματα, 1929* Πέρα άπό τό καλό και τό κακό, 1940* Τρία καρφιά, 1948* Τό βιβλίο του μονάχου, 1951, κ.ά.). Ή περίοδος τής λογοτεχνίας άπό τόν Καβάφη εως σήμερα Καβάφης, Σικελιανός, Καζαντζάκης καί άλλοι. ( Ή λογοτεχνική παραγωγή έως σήμερα)
Σύγχρονος περίπου μέ τόν Παλαμα εϊναι ό Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933) πού ζει στήν Αλεξάνδρεια καί δημιουργεί έκει μιά ποίηση στα Στεργιόπουλου, « Ό ιδιαίτερος χαρακτήρας της πεζογραφίας του Θεοτόκη», NE, τομ. 120 (1986), σσ. 1 0 6 6 - 1 0 7 2 (= Περιδιαβάζοντας, Β', 163-173). 1. Βλ. σχετικά τήν ευρύτερη μελέτη (διδακτορική διατριβή) τής Φωτεινής Κεραμάρη, Ό Ζαχαρίας Παπαντωνίου ώς πεζογράφος (Διήγημα, χρονογράφημα, ταξιδιωτικά κείμενα, λογοτεχνική κριτική, τεχνοκριτικό δοκίμιο), Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας A JE., Αθήνα 2 0 0 1 (στις σσ. 20-24 γιά τις συλλογές: Διηγήματα, 1927, Βυζαντινός "Ορθρος, 1936, Ή θυσία, 1937). 2. Γιά τόν Μητσάκη και τό άφηγηματικό εργο του βλ. Κώστα Στεργιόπουλου, « Ό Μιχ. Μητσάκης καί ή άντίστροφη μέτρηση», NE, τόμ. 118 (1985), σσ. 8 7 3 - 8 7 8 (= Περιδιαβάζοντας, Β', 79-88). 3. Βλ. γι* αυτόν τή μελέτη του Στέλιου Φώκου, Κώστας Παρορίτης. Εισαγωγή στη ζωή και τό εργο του. Εκδόσεις Τεκμήριο, [Αθήνα 1979]. (Νεοελληνικά Κείμενα, 2).
έντελώς προσωπική (γλώσσα, στίχος, περιεχόμενο), ιδιότυπα λυρική, στήν όποια χρησιμοποιεί ορισμένα έντελώς διαφορετικά άπό τά καθιερωμένα έκφραστικά μέσα (= πεζολογικά στοιχεία, έπιγραμματικότητα, υποβολή, δραματικό τόνο, περιγραφική τάση, άξιοποίηση τών ιστορικών γνώσεων), κατορθώνοντας νά έπιτύχει έναν έντονο λυρικό κραδασμό, που ονομάστηκε καινούργιο ρίγος στήν ποίηση. Τό ποιητικό έργο του Καβάφη, πού έχει μεταφρασθεί στις κυριότερες εύρωπαϊκές γλώσσες και έχει γνωρίσει πολλές έκδόσεις, εϊναι λιγοστό σέ ποσότητα καί διαιρείται σέ τρεις βασικές κατηγορίες (ποιήματα ιστορικά, φιλοσοφικά ή διδακτικά, λυρικά ή ήδονικά). Αποτελείται άπό 153 ποιήματα (τής περιόδου 1897-1932) άναγνωρισμένα καί δημοσιευμένα άπό τόν ίδιο τόν ποιητή (σέ μονόφυλλα, πού τά συγκέντρωνε σέ συλλογές, άπό τό 1912 ώς τό 1933), ένα ποίημα («Είς τά περίχωρα τής Αντιοχείας») πού δέν πρόλαβε νά τό τυπώσει (τυπώθηκε μαζί μέ τά 153 στήν πρώτη μεταθανάτια έκδοση: Κ. Π. Καβάφη, Τα Ποιήματα, Αλεξάνδρεια 1935 1 ), 24 άλλα ποιήματα τής περιόδου 18861898, πού τά δημοσίευσε καί άργότερα τά άποκήρυξε, καί άκόμη 75 ποιήματα (13 δημοσιευμένα άπό διαφόρους στό διάστημα 1948-1966 καί 62 άδημοσίευτα τής περιόδου 1882-1923 2 ). Δηλαδή 253 συνολικά ποιήματα άπαρτίζουν τό ποιητικό corpus του Καβάφη. Στον άριθμό αύτόν θά πρέπει τώρα νά προστεθούν καί τα 30 «άτελή» ποιήματα τής περιόδου 1918-1932 3 . Τό ποιητικό έργο του Καβάφη είναι δύσκολο νά έρμηνευθεΐ, άν δέν συσχετισθεί μέ τή ζωή του δημιουργου του καί άν δέν τοποθετηθεί μέσα στό κλίμα του χώρου καί τής έποχής κατά τήν όποια δημιουργήθηκε. Ό Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) είναι ποιητής έλληνολάτρης καί έλληνοκεντρικός, στοχαστικός καί λυρικός. Ό λυρισμός άποτελεΐ τή βαθύτερη ούσία τής ποίησής του. Ό Σικελιανός κάνει τήν πρώτη του έμφάνιση στά έλληνικά γράμματα μέ τόν Άλαφροΐσχιωτο (1909) 4 , μακρό λυρικό ποίημα (2293 στίχοι) μέ χαρακτήρα αύτοβιογραφικό, πού έκδόθηκε σέ έναν τόμο μέ τις Ραψωδίες του Ιονίου. Ακολούθησε (1915-1917) ό τετράτομος Πρόλογος στή ζωή (διαιρεμένος σέ τέσσερις ενότητες: Ή συνείδηση τής γης μου, Ή συνείδη1. Τής έκδοσης αυτής κυκλοφόρησε άναστατική έκδοση άπό τό Βιβλιοπωλείο τής «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας ΑΈ. (Αθήνα 2004). 2. Βλ. Κ. Π. Καβάφη, 'Ανέκδοτα Ποιήματα (1882-1923). Φιλολογική έπιμέλεια Γ. Π. Σαββίδη. "Ικαρος, Αθήνα 1968. 3. Βλ. τήν υποδειγματική έκδοσή τους: Κ. Π. Καβάφης, Άτελή Ποιήματα 19181932. Φιλολογική έκδοση καί σχόλια: Renata Lavagnini. "Ικαρος, [Αθήνα 1994]. 4. Είχε προηγηθεί, βέβαια, ή δημοσίευση ( 1 9 0 2 - 1 9 0 9 ) ποιημάτων του στά περιοδικά: Ό Διόνυσος, Παναθήναια, Ό Νουμας, Ζωή καί Ακρίτας.
ση της φυλής μου, Ή συνείδηση της γυναίκας, Ή συνείδηση της πίστης μία πέμπτη ένότητα — Ή συνείδηση της προσωπικής δημιουργίας— δημοσιεύεται ολοκληρωμένη τό 1947), λίγο άργότερα οί μεγάλες ποιητικές συνθέσεις Μήτηρ Θεου (1917) καί Το Πάσχα τών *Ελλήνων (1918), μέ τις όποιες ό ποιητής έπιχείρησε νά ταυτίσει τά ιδεώδη του άρχαίου έλληνικου κόσμου μέ τά ιδεώδη του χριστιανισμού, καί έπειτα οί Στίχοι (1920) — έκλογή άπό τό ώς τότε λυρικό έργο του. Τό ποίημα Δελφικός Λόγος γράφτηκε καί κυκλοφόρησε συγχρόνως μέ τις πρώτες Δελφικές γιορτές (1927), ένώ ή λυρική Ιερά οδός έκδόθηκε τό 1935. Ακολούθησε ή έκδοση τής συλλογής 'Ακριτικά (1942) καί του 'Αντίδωρου (1943), έκλογής του ποιητικού του έργου πού έκαμε ό ίδιος ό Σικελιανός. Παράλληλα μέ τή λυρική ποίηση ό Σικελιανός καλλιεργεί τόν τραγικό λόγο. Οί σημαντικότερες τραγωδίες του εϊναι: Ό διθύραμβος του ρόδου (1932), Ό Δαίδαλος στήν Κρήτη (1943), Σίβυλλα (1944), ΌΧριστός στή Ρώμη (1946), Ό θάνατος του Διγενή (1950), κ.ά. Τά θεατρικά έργα του Σικελιανού έχουν έκδοθει σέ τρεις τόμους μέ τόν τίτλο Θυμέλη (1950-1955). Γενικά τό έργο του Σικελιανού άποτελει λυρική έκφραση τής έλληνικής πολιτισμικής παράδοσης. Οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις του Σικελιανού άποτελουν καθολικούς κοσμοθεωρητικούς οραματισμούς μέ επίκεντρο τήν έλληνική μυθική ιδέα. Πολύπλευρη έπίσης είναι ή προσωπικότητα καί ή πνευματική παρουσία στή νεοελληνική ζωή του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957). Εϊναι ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, στοχαστικός δοκιμιογράφος, συγγραφέας ταξιδιωτικών έντυπώσεων, μεταφραστής δόκιμος (μετέφρασε τή Θεία Κωμωδία του Δάντη, τόν Φάουστ του Γκαίτε καί, μέ τή συνεργασία του I. Θ. Κακριδή, τήν 'Ιλιάδα καί τήν 'Οδύσσεια του Όμήρου) καί μυθιστοριογράφος. Άπό τά έργα του Καζαντζάκη μνημονεύονται οί τραγωδίες Ή τριλογία του Προμηθέα, Κούρος, 'Οδυσσέας, Μέλισσα, Χριστός, !Ιουλιανός, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Καποδίστριας, Γιάγκ-Τσέ, Σόδομα και Γόμορα, Χριστόφορος Κολόμβος (δπως γίνεται φανερό άπό τόν παραπάνω κατάλογο, ό Καζαντζάκης άντλεΐ τά θέματά του άπό τήν άρχαία, τή βυζαντινή και τή νεώτερη έποχή), τό πολύστιχο έπικό ποίημα (33333 δεκαεπτασύλλαβοι στίχοι, 24 ραψωδίες) Όδύσεια [sic] (1938), μεταφρασμένο σήμερα στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (άγγλικά, γαλλικά, γερμανικά), πού άποτελει το ποιητικό «άνάπτυγμα» τών ιδεών τής Άσκητικης του (1927), καί τά έξοχα ταξιδιωτικά βιβλία 'Ισπανία, 'Ιαπωνία - Κίνα, 'Αγγλία, Αίγυπτος - Ιερουσαλήμ -Σινα, Ρουσία. (Γιά τό μυθιστοριογραφικό έργο του βλ. παρακάτω). Μέ τόν Καζαντζάκη τά νεοελληνικά γράμματα πέρασαν τά σύνορα του γε-
ωγραφικου μας χώρου: τά εργα του μεγάλου αυτου δημιουργού (ιδίως τά μυθιστορήματα) μεταφράστηκαν καί διαβάστηκαν σέ δλα τά πλάτη του κόσμου (Ευρώπη, Αμερική, Ασία). Τέλος, πρέπει νά σημειωθούν καί τά ονόματα ορισμένων άλλων άξιόλογων ποιητών που άνήκουν στήν πριν άπό τό 1930 περίοδο. Οί σημαντικότεροι άπό τους ποιητές αυτούς είναι, άναμφίβολα, ό Κώστας Βάρναλης (1884-1974) καί ό Κώστας Καρυωτάκης (1896-1928). Ό πρώτος είναι κοινωνικός βασικά ποιητής (μνημονεύονται οί συνθέσεις του Τό φως πού καίει, 1922, καί Σκλάβοι πολιορκημένοι, 1927)· παράλληλα καλλιεργεί τήν κριτική μελέτη (βλ. παρακάτω) καί τόν πεζό λόγο (Ήαληθινή απολογία του Σωκράτη, 1931). Στό εργο του Βάρναλη διακρίνει κανείς άφθονα διονυσιακά καί σατιρικά στοιχεία* ή σάτιρά του χαρακτηρίζεται γιά τήν άριστοφάνεια έλευθεροστομία της. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής ποίησης του Καρυωτάκη ( Ό πόνος του ανθρώπου και τών πραμάτων, 1919* Νηπενθή, 1921* Έλεγεϊα και σάτιρες, 1927) είναι ή άπαισιόδοξη διάθεση και ό σαρκασμός. Ό τραγικός θάνατος του (αύτοκτονια) στήν Πρέβεζα (21 Ιουλίου 1928) έπιβεβαίωσε τήν εΙλικρίνεια τών προθέσεων τής ποίησής του. Οί άλλοι δημιουργοί τής ίδιας ομάδας είναι οί έξής: ό Κ. Καρθαϊος (1878-1955), φιλολογικό ψευδώνυμο του Κλεάνδρου Β. Λάκωνος, δοκιμότατος μεταφραστής του Σαίξπηρ καί του Θερβάντες καί άξιόλογος λυρικός ποιητής (Sotto voce, 1940)· ό Πέτρος Μάγνης —Κωνσταντίνος Γ. Κωνσταντινίδης— (1880-1953), ποιητής πολυγραφότατος (Φτερουγίσματα, 1902* Άπό τά τραγούδια της Σέμης, 1914· Κυκλάμινα, 1938· Τά μετά τό έπος, 1947, κ.ά.π.)· ό Απόστολος Μελαχρινός (1880-1952), ποιητής τών συλλογών Ό δρόμος φέρνει... (1905), Παραλλαγές (1907), Φίλτρα έπωδών (1935), καί τής ποιητικής σύνθεσης (τρία μέρη) 'Απολλώνιος (1938, 1947), καί μεταφραστής έργων τών τριών μεγάλων τραγικών ποιητών τής άρχαιότητας καί του Αριστοφάνη· ό Σωτήρης Σκίπης (1879/1881-1952), μεταφραστής στά έλληνικά τών Στροφών του Jean Moréas καί ποιητής παραγωγικός (Τραγούδια της ορφανής, 1900· Σερενάτα τών λουλουδιών, 1901· Κάλβεια μέτρα, 1909* Αιολική άρπα, 1922, κ.ά.π> ό Μάρκος Αύγέρης (1884-1973), ποιητής τών συλλογών 'Αντίδρομα και Παράλληλα (1969) καί Φωνές της νύχτας (1970)· ή Μυρτιώτισσα (1881-1968), φιλολογικό ψευδώνυμο τής Θεώνης Δρακοπούλου, ποιήτρια τών συλλογών Κίτρινες φλόγες (1925) καί Κραυγές (1939)· ό Ρήγας Γκόλφης (1882-1958), πιστός παλαμικός, ποιητής τών έργων Τά τραγούδια του 'Απρίλη (1909), Ύμνοι (1921), Στό γύρισμα της ρίμας (1924), Λυρικά χρώματα (1931), Τετράμετρα (1952), κ.ά.· ό Φώτος Γιοφύλλης (1887-1981), ό όποιος τό 1964 έξέδωσε στον συγκεντρωτικό τόμο Ποίηση μισού αιώνα τήν ποιητική του παραγωγή τής περιόδου 1906-1956
καί τό 1970 τή συλλογή Φρέσκες φωνές· ό Ρώμος Φιλύρας (1888-1942), ψευδώνυμο του Ιωάννη Οικονομόπουλου, ποιητής τών συλλογών Ρόδα στον άφρό (1911), Γυρισμοί (1919), Οί ερχόμενες (1920), Κλεψύδρα (1921), Ό πιερρότος (1922), Θυσία (1923)· ό Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944), ποιητής έπηρεασμένος άπό τις θεωρίες του αισθητισμοϋ (Oscar Wilde): Τά Ποιήματα (1939)· ό Κώστας Ούράνης (1890-1953), ποιητής της συλλογής Νοσταλγίες (1920) καί συγγραφέας άξιόλογων ταξιδιωτικών κειμένων ό Γ. Άθάνας [= Γεώργιος Άθανασιάδης-Νόβας] (1893-1987), μέ καλής ποιότητας παραδοσιακό στίχο (Πρωινό ξεκίνημα, 1919* 'Αγάπη στον Έπαχτο, 1922· Ειρμός, 1932· Τραγούδια τών βουνών, 1953· Ευδοκία, 1955, κ.ά> ό Γλαύκος 'Αλιθέρσης (1897-1965), Κύπριος στήν καταγωγή ποιητής πού έζησε στήν Αλεξάνδρεια (δημοσίευσε πολλές ποιητικές συλλογές, δπως λ.χ.: Γαλανά δαχτυλιδάκια, 1919, Κρινάκια του γιαλού, 1921, Άπλή προσφορά, 1929, Μυστικός Δείπνος, 1944, κ.ά> ό Τέλλος νΑγρας (1899-1944), ποιητής (Τά Βουκολικά και τά εγκώμια, 1934* Καθημερινές, 1939* Τριαντάφυλλα μιανής ημέρας, 1965) καί κριτικός (βλ. παρακάτω)· ό Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (1899-1950), ποιητής, πεζογράφος καί θεατρικός συγγραφέας (μνημονεύονται οί ποιητικές του συλλογές: Τά Ιωνικά κι οί άνοιξιάτικες άγάπες, 1922· Ή δεύτερη ζωή, 1935* Αυτοβιογραφία, 1943· Γά παράλληλα, 1946)· ό Μήτσος Παπανικολάου (1900-1943)· ό Καίσαρ Εμμανουήλ (1902-1970), φιλόλογος, μεταφραστής καί ποιητής (Όπαράφωνος αυλός, 1929* Δώδεκα άνθρώπινες μάσκες, 1931· Ή δυναστεία τών χιμαιρών, 1940* Stillae sanguinis, 1951)· ή Μαρία Πολυδούρη (1902-1930), ποιήτρια τών συλλογών Οί τρίλλιες πού σβήνουν (1928) και Ήχώ στό χάος (1929)· ό Μίνως Ζώτος (1905-1932), κυρίως ποιητής (Βήματα, 1929· Αφιέρωμα, 1930)· ό Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), φιλόλογος, πεζογράφος, κριτικός καί ιδίως ποιητής ('Εφήμερα, 1932· Σιγανή φωτιά, 1938* Ή Δεύτερη ζωή, 1938· Ό γρίφος, 1938· Τρία ποιήματα προπολεμικά, 1946* Φυγή στή φύση, 1952* Ηπειρώτικα, 1954), κ.ά. Βιβλιογραφία Γεωργ. Κ. Σπυριδάκη, 1Ελληνική Λαογραφία. (Λαϊκός πολιτισμός τών νεωτέρων !ΕλλήνωνΧ Τευχ. Δ' (Δημοτική ποίησις), έν Αθήναις 1972. — Γ. Θ. Ζώρα, Ποίησις καί πεζογραφία τής Επτανήσου, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 14, «Αετός», Αθήναι 1953 (= Του ίδιου, Επτανησιακά Μελετήματα, [τόμ.] Α', Αθήναι 1960). — Φ. Κ. Μπουμπουλίδου, Επτανησιακή Λογοτεχνία, τόμ. 1-2, Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήναι 1970-1971. — Φαναριώτες - "Άνθη Εύλα-
βείας - Επτανήσιοι. Επιμέλεια εισαγωγής Μ. Μ. Παπαϊωάννου, άνθολογίας Κ. Ίορδανίδης, [Αθήνα 1980]. Στή σειρά: Ή έλληνική ποίηση. 'Ανθολογία Γραμματολογία, [τόμ. Α'], τών Εκδόσεων Σοκόλη. — Λίνου Πολίτη, Ποιητική 'Ανθολογία. Δ' Οί Φαναριώτες και ή 'Αθηναϊκή Σχολή. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη. Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα [1976], Ε' ΌΣολωμός και οί Εφτανησιώτες. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη. «Δωδώνη», Αθήνα [1976], Ç Ό Παλαμάς καί οί σύγχρονοι του. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη. «Δωδώνη», Αθήνα [1977], Ζ' Καβάφης, Σικελιανός και ή ποίηση ώς τό 1930. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη «Δωδώνη», Αθήνα [1977]. — Του ίδιου, «Ελληνικός ρομαντισμός (1830-1880)», στόν τόμο: 'Οργανισμός Εθνικού Θεάτρου, Δώδεκα διαλέξεις, Σειρά Β', Αθήναι 1962 [Βιβλιοθήκη Εθνικού Θεάτρου Άριθ. 2], σσ. 158-180 (= Του ίδιου, Θέματα της λογοτεχνίας μας, Δεύτερη σειρά, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 12, [Θεσσαλονίκη 1976], σσ. 99131). — Κ. Θ. Δημαρα, Ποιηται του ΙΘ' αιώνα, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 12, «Αετός», Αθήναι 1959. — Του ίδιου, Ό Ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήναι 1964. — Του ίδιου, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 'Από τις πρώτες ρίζες ώς τήν εποχή μας. Ένατη έκδοση. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000. — Του ίδιου, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Τέταρτη έκδοση. Εκδοτική «Έρμης» ΕΠ.Ε., Αθήνα 1985 01977) [Νεοελληνικά Μελετήματα, 2]. — Του ίδιου, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Ερμής, Αθήνα 1982 [Νεοελληνικά Μελετήματα, 7]. — I. Μ. Παναγιωτόπουλου, « Ό νεοελληνικός ρομαντισμός. "Ενα σχέδιο μελέτης», στο έργο του ίδιου: Τά πρόσωπα και τά κείμενα, τόμ. 6 (Τά ελληνικά και τά ξένα), Βιβλιοπωλειον τής «Εστίας», [Αθήνα 1963, καί 2 1985 άπό τις Εκδόσεις τών Φίλων], σσ. 59-92. — Του ίδιου, Τό ιστορικόν μυθιστόρημα, «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 17, «Αετός», Αθήναι 1955. — Γλυκερίας Πρωτοπαπα-Μπουμπουλίδου, Ή 'Αθηναϊκή Σχολή. Γραμματολογικό διάγραμμα. Ιωάννινα 1976. — Μ. Γ. Μερακλή, Ρομαντικοί - 'Εποχή Παλαμα - Μεταπαλαμικοί. [Αθήνα 1977.] Στή σειρά: Ή έλληνική ποίηση. 'Ανθολογία - Γραμματολογία, [τόμ. Β'], τών Εκδόσεων Σοκόλη. — Νέα Εστία, τόμ. 110, τευχ. 1307, Αφιέρωμα: Τά εκατόν πενήντα χρόνια του Ελληνικού Ρομαντισμού [και ό Ρομαντισμός στόν 19ο αιώνα], Αθήναι, Χριστούγεννα 1981. — Ανδρέα Καραντώνη, Φαναριώτικη και επτανησιακή ποίηση. Φαναριώτικη ποίηση - Προσολωμικοι στιχουργοί - Σολωμός - Κάλβος - Βαλαωρίτης - Σολωμικοί και ΜετασολωμικοΙ ποιητές. [Εκδόσεις] Επικαιρότητα, Αθήνα 1987. — Mario Vitti, 'Ιδεολογική λειτουργία της έλληνικής ηθογραφίας. (Δεύτερη έκδοση μέ προσθήκες). Κέδρος, 1980 01974 άπό τά «Κείμενα»). — Γ. Βαλέτα, Ή γενιά του '80. Ό νεοελληνικός νατουραλισμός και οί αρχές της ήθογραφίας. Γραμματολογικό δοκίμιο. Εκδόσεις Γραμματολογικού Κέν-
τρου, Αθήνα 1981 (= Αιολικά Γράμματα, τόμ. 12, άρ. 67-68, 'Αφιέρωμα στή γενιά του 1880, Γεν.-Άπρ. 1982, σσ. 1-195). — Γιώργου Παγανου, Ή νεοελληνική πεζογραφία. Θεωρία και πράξη, τόμ. [Α']-Β', Εκδόσεις Κώδικας, Αθήνα 1983 καί 1993. (Σειρά Φιλολογικά). — Απόστολου Σαχίνη, Τό Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Ιστορία καί κριτική. "Εκτη έκδοση διορθωμένη. Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας», I. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., Αθήνα [1991]. — Του ίδιου, Τό ιστορικό μυθιστόρημα. Τρίτη έκδοση. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 15, [Θεσσαλονίκη 1981]. — Του ίδιου, Παλαιότεροι πεζογράφοι, Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας», [Αθήνα 1973, 2 1982, 3 1989]. — Του ίδιου, 'Αναζητήσεις τής μεσοπολεμικής πεζογραφίας. Δεύτερη έκδοση διορθωμένη. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 13, [Θεσσαλονίκη 1978]. — Henri Tonnet, Études sur la nouvelle et le roman grecs modernes, Daedalus, ParisAthènes (2002). —Κώστα Στεργιόπουλου, Ήάνανεωμένη παράδοση, [Αθήνα 1980]. Στή σ.ξφά: Ή έλληνική ποίηση. 'Ανθολογία - Γραμματολογία, [τόμ. Γ'], τών Εκδόσεων Σοκόλη. Ή εισαγωγή του βιβλίου αύτου τώρα καί στον ΣΤ' τόμο τής σειράς: Κώστα Στεργιόπουλου, Περιδιαβάζοντας, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 2004, σσ. 31-58. — Γιάννη Σιδέρη, Νεοελληνικό Θέατρο (1795-1929\ «Βασική Βιβλιοθήκη» άριθ. 40, Εκδοτικός οίκος I. Ν. Ζαχαροπούλου, Αθήναι 1958. — Γεωργίας Λαδογιάννη, Άρχές του νεοελληνικού θεάτρου. Βιβλιογραφία τών έντυπων εκδόσεων 1637-1879, Αθήνα 1996 [Δρώμενα!Παράρτημα 2]. Νεώτερες καί σύγχρονες τάσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας
Τό 1949 ό Κ. Θ. Δημαρας προοιμιάζει τό «Επίμετρο» τής σημαντικότερης έως σήμερα Ιστορίας τής νεοελληνικής λογοτεχνίας μέ τήν άκόλουθη διευκρίνιση: «Στό επίμετρο αύτό γίνεται λόγος γιά συγγραφείς πού παρουσιάσθηκαν γύρω στά 1930, καί τών όποιων, συνεπώς, οί έκδηλώσεις δέν έχουν άκόμη πάρει στό σύνολο σταθερή υπόσταση μέσα στήν ιστορία. Παρατηρείται, δηλαδή, πολύ πιο έντονα τό φαινόμενο πού χαρακτηρίζει καί τά τελευταία κεφάλαια τής Ιστορίας, ή έρευνα πάνω σέ ρευστό ύλικό. Ό έλεγχος τής μεταβατικής έποχής σταματα γύρω στά 1940, στό σημείο πλέον δπου θά έκινδύνευε ή θεώρηση του έργου τών νεωτέρων συγγραφέων νά καταλήξει σέ άπλή άπαρίθμηση άκατάτακτων περιστατικών. Εξάλλου ό δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος μέ τις συνέπειές του δημιουργεί ένα φυσικό δριο, τό πιο πρόσφατο άνάμεσα στά περασμένα καί στήν έπικαιρότητα»1. 1. Βλ. Κ. θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 610.
Σχεδόν πέντε δεκαετίες άργότερα, ή λ ο γ ι κ ή τής παραπάνω διευκρίνισης μπορεί και πάλι να έξυπηρετήσει τή γραμματολογική μας προοπτική, αν δεχθεί τις έξής τροποποιήσεις: αΟ παύει, βέβαια, έντελώς νά ισχύει σέ δ,τι άφορα τή γενιά του '30* βΟ δχι άπλώς έπαληθεύεται, άλλά ένισχύεται σέ δ,τι άφορα τήν όργανικότητα τών μεταλλάξεων πού προκάλεσε ό Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος (καί συνολικά ή έλληνική δεκαετία του *40), δπως άπέδειξε μέ μιά «καθολική» πιά τεκμηρίωση ό χρόνος πού μεσολάβησε* γιατί ώς πηγή συγκλονιστικών έμπειριών γιά τόν σύγχρονο άνθρωπο καί ώς αίτιο περαιτέρω έξελίξεων —καταστάσεις πού άντανακλώνται σέ δλη τή δυτική λογοτεχνία— ή περίοδος του πολέμου δέν δημιουργεί συμβατικό χρονολογικό δριο, άλλά καίρια γραμματολογική τομή1* γΟ ισχύει έν μέρει, προκειμένου γιά τήν πρώτη μεταπολεμική γενιά τών λογοτεχνών, στον βαθμό πού δέν έχει άκόμη κλείσει ό κύκλος του έργου της καί δέν εχουμε φθάσει σέ μιά άρτια και έποπτική θεώρησή της* καί δ') μέ προοδευτικά μετακινούμενο τό οπτικό πεδίο της, ή λογική αύτή ισχύει ολοένα περισσότερο γιά τις έπόμενες γενιές* ένώ ή δεύτερη (έλλαδική) ίστορικοπολιτική τομή, δηλαδή ή δικτατορία τής περιόδου 1967-1974, άφενός προκαλεί ορισμένες άμεσες ήθικές καί ψυχολογικές άντιδράσεις μέσα στά εργα πρεσβύτερων και νεώτερων δημιουργών καί άφετέρου συντελεί έμμεσα σέ πολλές άλλες διαφοροποιήσεις, ώστε άπό τις άρχές περίπου τής δεκαετίας του '70 νά προκύπτουν νέες ένδιαφέρουσες ρευστότητες, πού οπωσδήποτε δέν διαφαίνεται άκόμη που θά καταλήξουν ώς συνολικά και άτομικά γεγονότα, παρά τήν τάση έπίσπευσης τών γραμματολογικών (και άξιολογικών) διευθετήσεων πού παρατηρείται κατά τά τελευταία χρόνια. ( Ή δ η δσα σημειώσαμε έδώ καί δσα θά άκολουθήσουν μαρτυρούν μιά μειωμένη άντίσταση στήν κατάχρηση τής έννοιας τής «γενιάς» — δηλαδή σέ μιά σύμβαση πού έλπίζουμε νά άντισταθμίζεται κάπως άπό τήν έννοούμενη έμφαση κυρίως ή συχνότερα στήν ιστορική καί λιγότερο στήν καθαυτό φιλολογική έγκυρότητα του δρου). Ή έμφανής ποσοτική δυσαναλογία άνάμεσα στό παρόν κεφάλαιο καί σέ δλα τά προηγούμενα αύτου του «Γραμματολογικού διαγράμματος» άποτελεϊ συνειδητή τελική έπιλογή, πού οφείλεται στήν άκόλουθη σειρά λόγων. Καταρχήν, οί τρεις έπαρκέστερες Ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας (Δημαρα, 1. Πού τήν δέχεται τελικά ή κριτική μας. Βλ. π.χ. Απόστολου Σαχίνη, Νέοι πεζογράφοι. Είκοσι χρόνια νεοελληνικής πεζογραφίας: 1945-1965. Τρίτη έκδοση. Βιβλιοπωλειον της «Εστίας» Ιωάννου Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., [Αθήνα 1984], σ. 11, Λίνου Πολίτη, Συνοπτική ιστορία τής νέας έλληνικής λογοτεχνίας. Βιβλιογραφία - Επίμετρο. Τρίτη έκδοση. Θεσσαλονίκη 1977, σ. 7, Μ. Γ. Μερακλή, Ποίηση, σ. 9, καί Του ίδιου, Πεζογραφία, σσ. 7-8, καί Δ. Ν. Μαρωνίτη, Ποιητική και πολιτική ήθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά. Αλεξάνδρου - Αναγνωστάκης - Πατρίκιος. Κέδρος, 1976, σ. 19.
Πολίτη, Vitti) καλύπτουν πλήρως, ειτε ή καθεμιά είτε συνδυαστικά μεταξύ τους, τήν δλη έξέλιξη τής νεοελληνικής γραμματείας ως τό 1930. Ή γενιά του '30 καλύπτεται, βέβαια, έπίσης ικανοποιητικά άπό αύτές, μέ διαφοροποιήσεις πού καί πάλι λειτουργουν συμπληρωματικά (Δημαρας - «Επίμετρο»: οι πρώτες, έρμηνευτικά καί κριτικά εύστοχες, κατευθυντήριες γραμμές* Πολίτης: ισορροπημένες άναλογίες, άρτιες άναπτύξεις και εύλογοι χαρακτηρισμοί* Vitti: έπίμονη προσπάθεια άναζήτησης του κοσμοθεωρητικού ύποστρώματος καί ένός διαφωτιστικού έρμηνευτικου σχήματος). Άλλά ή καίρια καί «γενετική» θέση αύτής τής γενιάς στό πρώτο τμήμα τής ολότητας πού προσδιορίζεται ώς «νεωτερική λογοτεχνία» —και πού συνιστά έως σήμερα ενα τελικά ένιαϊο φαινόμενο διαφοροποίησης σέ σχέση μέ τήν «παράδοση»— δέν έπέτρεπε, φυσικά, τήν άπόσπασή της άπό αύτό τό κεφάλαιο, πού θά σήμαινε καί μιά τάση άπώθησής της στό παρελθόν. Προπαντός δμως σέ δ,τι άφορα τά λογοτεχνικά μας πράγματα άπό .τήν πρώτη μεταπολεμική περίοδο έως σήμερα, ή άνάγκη τών πληροφοριακών συγκεντρώσεων, πού όί άντίστοιχές τους βαθμιαία καί φυσιολογικά φθίνουν μέσα στά τρία παραπάνω έργα, έπέβαλλε έδώ μιά διόγκωση τών σχετικών ένοτήτων. Φυσικά, ή άναφορά σέ πρόσωπα καί στά έργα τους δέν έπιδιώκει —καί έδώ— νά είναι ουτε σχετικά έξαντλητική, άλλά άποβλέπει μόνο σέ μιάν έπαρκή άντιπροσωπευτικότητα, καί οί (πιθανότατα σοβαρές) παραλείψεις δέν σημαίνουν μέ κανέναν τρόπο άξιολογική «πρόταση». Τέλος, κρίθηκε σκόπιμη μιά, περιορισμένη κατά τό σύνολο της, άλλά κατά τά περιλαμβανόμενα στοιχεία της συγκριτικά άναλυτικότερη, άναφορά στή δοκιμιογραφία, έπειδή άπό αύστηρά ειδολογική άποψη ό τομέας αύτός άποτελει σχετικά πρόσφατη κατάκτηση τής γραμματείας μας καί πρέπει νά «ύπομνησθει» ιδιαίτερα καί, άκόμη, έπειδή ό θεωρητικός στοχασμός τών συγγραφέων πού άσχολήθηκαν μέ αύτήν, καθώς κατά ένα μεγάλο μέρος του άναφέρεται στή λογοτεχνία καί συχνά τέμνεται μέ τήν κυρίως κριτική, ένδιαφέρει σοβαρά και άπό «έπιστημολογική» άποψη μιάν «Εισαγωγή στή νεοελληνική φιλολογία».
Ποίηση Άν δεχθούμε σέ γενικές γραμμές δτι οί κορυφώσεις πού γνώρισε ή νεοελληνική λογοτεχνία άπό τις άπαρχές της έως τόν μεσοπόλεμο άντιστοιχουν: στήν κρητική λογοτεχνία τής άκμής· στήν έπτανησιακή προσφορά, μέ έξέχουσες τις προσωπικότητες του Κάλβου καί του Σολωμού* καί στό κεφάλαιο πού άνοίγει με τόν Παλαμά, συνεχίζεται άνθεκτικά άπό τόν Σικελιανό καί κλείνει μέ τήν υπέρβαση πού πραγματοποιεί ό Καβάφης — διαπιστώνουμε δτι άπό τήν ποίη-
ση τών τελευταίων έβδομήντα χρόνων προέρχεται ή τέταρτη οριακή άξιοποίηση τών νεοελληνικών δυνατοτήτων στο έπιπεδο τής λογοτεχνικής δημιουργίας. Στο έργο ποιητών δπως ό Γιώργος Σεφέρης, ό 'Οδυσσέας Ελύτης ή ό Γιάννης Ρίτσος θά συναντήσουμε ποιοτικά εξαιρετικές πραγματοποιήσεις, πού άντιπροσωπεύουν μιά προηγμένη μορφή δημιουργικότητας καί εναν ύψηλό βαθμό λογοτεχνικής συνείδησης. Καί παρά τό γεγονός δτι καί άπό τή νεοελληνική πεζογραφία προέκυψε «άθροιστικά» ένα σπουδαίο πνευματικό έπίτευγμα, είναι μάλλον άναμφισβήτητο δτι αύτή δέν έφθασε στο τελικό υψος τής ποίησης καί δτι δέν συμμερίζεται τήν έντελώς άνετη θέση τής δεύτερης μέσα στήν πρώτη σειρά τής δυτικής λογοτεχνίας. — Ό γραμματολογικός δρος «γενιά του '30», πού καλύπτει τήν πρώτη περίοδο τής λογοτεχνικής νεωτερικότητας καί τούς συγγραφείς πού άρχίζουν τότε τό έργο τους, έχει δεχθεί καί μιά δικαιολογημένα έπιφυλακτική άντιμετώπιση (πού φθάνει κάποτε καί έως τήν άπόρριψη), περισσότερο σέ δ,τι άφορα τήν πεζογραφία άπό δσο τήν ποίηση, έξαιτίας τής συχνής άπολυτοποίησης του «διακριτικού» περιεχομένου του, άλλά καί τής ύπερδιασταλτικής χρήσης του. Θά σημειώναμε δτι ό δρος άνταποκρίνεται στήν πραγματικότητα, ύπό τις έξής τουλάχιστον προϋποθέσεις έγκυρης έλαστικότητας, δηλαδή ιστορικής άκριβολογίας: έλλογη εύρύτητα, πού έπιτρέπει νά καλύπτονται δλες οί μορφές νεωτερικότητας (τεχνοτροπικής, ιδεολογικής καί θεματικής) πού έμφανίζονται στή δεκαετία του '30 καί «περί αύτήν»· έπίγνωση του γεγονότος δτι ή έξέλιξη τών άντιπροσωπευτικών συγγραφέων προκαλεί μεταξύ τους έν μέρει έπιβεβαιωτικές συγκλίσεις καί έν μέρει σημειωτέες άποκλισεις (δταν άπομακρύνονται άπό ορισμένες κοινές άφετηρίες νεανικών ένδιαφερόντων)* «άρνητική» επικύρωση του δρου, μέ βάση τις άναμφισβήτητες έκατέρωθεν διαφορές τών συγγραφέων άπό τά ούσιαστικά γνωρίσματα τών σαφώς παλαιότερων καί τών σαφώς μεταπολεμικών καί διαφωτιστική συνάρτηση τής στενότερης έννοιας «λογοτεχνική γενιά» μέ τήν εύρύτερη έννοια «λογοτεχνική κατεύθυνση». Ή νεωτερική ποίηση στή διεθνή της έκδήλωση καί στή νεοελληνική έκδοχή της έκφράζει τή βασική τάση του δλου καλλιτεχνικού μοντερνισμού, πού συνοψίζεται σέ δ,τι θά ονομάζαμε «θραύση τής λογικής σπονδύλωσης τών πραγμάτων» καί «διάλυση τής παραδοσιακής έπιφάνειας τής ζωής». Μιά συνειδητή προσπάθεια παραμερισμού τουλάχιστον τών ρηχά ορθολογικών στοιχείων καί έρμηνευτικών σχημάτων καί μιά διαρκής άπόπειρα διείσδυσης πέρα άπό τις συμβατικές έπιφάνειες καί τις έξωτερικές μορφές τής ζωής, σέ άρρηκτη σχέση μέ μιάν έπιστράτευση καί άξιοποίηση τών άνάλογων δυνατοτήτων τής γλώσσας, σημαδεύουν ώς γενικά καί μόνιμα χαρακτηριστικά τήν πορεία του νεώτερου ποιητικού λόγου. Τό φαινόμενο άνάγεται άφενός στόν γενικότερα δραμα-
τικό καί «υποψιασμένο» χαρακτήρα τών άναζητήσεων του σύγχρονου άνθρώπου καί άφετέρου στή δυνατότητά του νά άνακαλύπτει δυναμογόνες ποιότητες μέσα σέ βαθύτερα ψυχικά στρώματα καί σέ έπαναστατικούς συνειδησιακούς ορίζοντες — ζητήματα μείζονος πιά άνθρωπολογικής σημασίας γιά τήν έποχή μας, πού δέν πρόκειται νά μας άπασχολήσουν, βέβαια, έδώ παρά μόνο άπό τήν άποψη τών τελικών διαπιστώσεων. Κρατούμε δηλαδή τό συμπέρασμα δτι ένα πνεύμα «έσωτερικότητας», πού άνανεώνει έξάλλου καί τή σύλληψη τών «έξωτερικών» γεγονότων και μορφών, ποιοτικά καιρίως διαφορετικό άπό τό πνεύμα του παραδοσιακού λυρισμου, άποτελεϊ τή βασική κατάκτηση τής νεώτερης ποίησης καί τόν σταθερό γνώμονα πού μας οδηγεί στήν προσέγγιση και στήν κατανόησή της. Μία άπό τις πιο σημαντικές καί ύπεύθυνες προσωπικότητες τής νεώτερης ποίησής μας, δηλαδή ό Γιώργος Σεφέρης (1900-1971), έκφράζει ήδη μέ τά πρώτα έργα του (Στροφή, 1931, καί, προπαντός, Μυθιστόρημα, 1935) ένα έπίπεδο σύνθεσης, δπου τά νεότροπα έκφραστικά μέσα δέν εξαντλούν τό νόημά τους στήν άπλή άνανέωση τών ποιητικών τρόπων, άλλά έξυπηρετουν κάτι μονιμότερο: άποκαλύπτουν μέσα άπό νέα σχήματα τό νόημα τής έλληνικής πολιτισμικής παράδοσης και προσφέρουν μιάν άνανεωμένη συνείδηση τής «έλληνικότητας», ή όποια στηρίζεται στή γερή γνώση καί στή βαθειά κατανόηση τών πραγμάτων. Και σ* αύτό άκριβώς τό σημείο συγκεφαλαιώνεται ή σημασία του έργου του Σεφέρη, του περισσότερο «έπίσημου»1 άπό τούς έκπροσώπους τής ποιητικής γενιάς του '30: στό δτι κατόρθωσε νά διασταυρώσει οργανικά τό πλούσιο υλικό τών εύρωπαϊκών άπηχήσεων πού έφερνε μέσα του μέ τή συνείδηση τών προβλημάτων και τής μοίρας του Ελληνισμού καί νά φθάσει στή δημιουργική ποιητική σύνθεση (Ποιήματα, 151985· Τετράδιο Γυμνασμάτων Β', 1976). Μάλλον περιορισμένη άπό άποψη άριθμου ποιητών, άλλά ιδιαίτερα αισθητή, είναι ή θέση του υπερρεαλισμού, πού τόν άντιπροσωπεύουν κατεξοχήν οί Ανδρέας Εμπειρίκος, 1901-1975 (Υψικάμινος, 1935) και Νίκος Εγγονόπουλος, 1910-1985 (Μήν ομιλείτε εις τόν όδηγόν, 1938* Τά κλειδοκύμβαλα της σιωπής, 1939* κ.ά.)2, ποιητές έξάλλου πού σέ μεταγενέστερα κείμενά τους (ό 1. Βλ. Κ. θ . Δημαρα, ΙΝΛ, σ. 623. 2. θ ά πρέπει ωστόσο νά σημειωθεί ότι τά πρώτα δείγματα υπερρεαλισμού στή νεοελληνική ποίηση έχουμε μέ τις συλλογές Στοΰ γλιτωμοΰ τό χάζι του Θεοδώρου Ντόρρου (18951954) [α' καί β' έκδοση: Παρίσι 1 9 3 0 καί 1931. Τρίτη έκδοση, μέ πρόλογο Άλέξ. 'Αργυρίου: Εκδόσεις Αμοργός, Αθήνα 1981], καί Ποιήματα ( 1 9 3 3 ) του Νικολάου ΚαλαμάρηΚάλα ( 1 9 0 7 - 1 9 8 8 ) [ψευδώνυμ α: Νικήτας Ράντος, Μ. Σπιέρος· τά ξενόγλωσσα κείμενά
πρώτος π.χ. στήν Ενδοχώρα, 1945, καί στήν Όκτάνα, 1980, ό δεύτερος στον Μπολιβάρ, 1944, καί στό Ή κοιλάδα μέ τους ροδώνες, 1978) φαίνεται νά ξεπέρασαν τήν ορθοδοξία τής «αύτόματης γραφής». Αφομοίωση καί αποφασιστικότερη ύπέρβαση τών ορθόδοξων τρόπων του ύπερρεαλισμου συναντούμε στήν ποίηση του Όδυσσέα Ελύτη, 1911-1996 (Προσανατολισμοί, 1940* 'Ήλιος ό πρώτος, 1943* νΑσμα ηρωικό καί πένθιμο γιά τόν χαμένο ανθυπολοχαγό της 'Αλβανίας, 1945* Τό άξιον εστί, 1959* Έξη καί μία τύψεις γιά τόν ουρανό, i960* Ό ήλιος ό ήλιάτορας, 1971* Τό φωτόδεντρο καί ή δέκατη τέταρτη ομορφιά, 1971* Τό μονόγραμμα, 1971* Τά ρώ του έρωτα, 1972* Τά ετεροθαλή, 1974* Μαρία Νεφέλη, 1978* Τρ/α ποιήματα μέ σημαία ευκαιρίας, 1982* Ήμερολόγιο ενός αθέατου 'Απριλίου, 1984* Ό μικρός ναυτίλος, 1985* Τά έλεγεϊα της Όξώπετρας, 1991* Δυτικά της λύπης, 1995* Έκ του πλησίον,
του τά υπογράφει ώς Ν. Calas]. Γιά τόν θ . Ντόρρο βλ. Αλέξη Ζήρα, «Μερικά άκόμη στοιχεία γιά τόν Θεόδωρο Ντόρρο», Ή Καθημερινή, 5 Φεβρ. '81, σ. 6, Μάνου Χαριτάτου, « Ό άγνωστος εισηγητής του υπερρεαλισμού. Νέα στοιχεία γιά τόν θ . Ντόρρο», αυτόθι, 26 Φεβρ. 1 9 8 1 , σ. 6, Κώστα Σταματίου, «Ποιος ήταν ό πρώτος "Ελληνας υπερρεαλιστής. Στοιχεία γιά τόν άγνωστο ποιητή Θεόδωρο Ντόρρο», Τά Νέα, 4 Άπρ. *81, σ. 13, Νάσου Βαγενα, «Γύρω άπό τις άρχές του έλληνικου μοντερνισμού. Τό πρόβλημα του Θεόδωρου Ντόρρου», Ή Καθημερινή, 13, 20 καί 27 Αύγ. '81, σ. 6 = Νάσος Βαγενας, Ή ειρωνική γλώσσα, σσ. 6 3 - 8 9 (ό Βαγενας μέ λογικά έπιχειρήματα άμφισβητεϊ τόν υπερρεαλιστικό χαρακτήρα της ποίησης του θ . Ντόρρου —άλλά καί τών: Σκαρίμπα, Ράντου, τών πρώτων του ποιημάτων, καί Σαραντάρη— καί καταλήγει στό συμπέρασμα δτι ό ποιητής Τάκης Παπατσώνης, γιά τόν οποίο, ωστόσο, βλ. έδώ ευθύς άμέσως, «είναι ό μοναδικός πρωτοπόρος του έλληνικου μοντερνισμού, πού είναι ταυτόχρονα καί πρόδρομος του» [ο.π., 27 Αύγ. '81, σ. 6, καί σ. 8 9 , άντίστοιχα]), καί Ανδρέα Καραντώνη, « Ή περίπτωση του Θεόδωρου Ντόρρου», NE, 1 1 0 ( 1 9 8 1 ) 1 1 3 7 - 1 1 4 4 (καί ό Καραντώνης χαρακτηρίζει τήν ποίηση του Ντόρρου «κατά βάθος λογική καί ρασιοναλιστική», ποίηση πού «δέν έχει καμμιά συγγένεια μέ τόν υπερρεαλισμό» [δ.π., σ. 1139]). Τό ποιητικό έργο του Καλαμάρη, πού τό χαρακτηρίζει γενικότερα μια σαρκαστική διάθεση, έκδόθηκε στον συγκεντρωτικό τόμο Όδός Νικήτα Ράντου ( 1 9 7 7 ) , μέ προλεγόμενα του Όδυσσέα 'Ελύτη. Γιά τόν ποιητή αύτόν βλ. έπισης: Άλέξ. Αργυρίου, « Ή έπιστροφή του Όδυσσέα. Τό πρόσωπο καί τά προσωπεία ένός πρωτοπόρου», Ή Καθημερινή, 27 Όκτ. 1 9 7 7 , σ. 6, καί 3 Νοεμβρίου 7 7 , σ. 7, Mario Vitti, « Ό Νικήτας Ράντος καί ή πρώτη του λογοτεχνική δραστηριότητα. Μορφές της ποιητικής πρωτοπορίας στήν Ελλάδα, 1 9 3 0 - 1 9 4 0 » , ΕΕΦΣΠΘ, 16 ( 1 9 7 7 ) 4 5 1 - 4 5 9 , Γιώργου Γιάνναρη, « Ή πολιτική πλευρά του Κάλας», Ή λέξη, τευχ. 6 (Ίούλ.-Αύγ. '81), σσ. 4 1 7 - 4 2 0 , «Μιά συνομιλία του Ν. Κάλας μέ τόν Αντώνη Φωστιέρη καί τό Θανάση Νιάρχο», αυτόθι, σσ. 4 8 6 - 4 8 9 (= Τών ίδιων, Σε δεύτερο πρόσωπο. Συνομιλίες μέ 50 συγγραφείς καί καλλιτέχνες, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1 9 9 0 , σσ. 1 2 9 - 1 3 2 ) , καί Άλέξ. Αργυρίου, Ό πρωτοποριακός και τρισυπόστατος Νικήτας Ράντος. Μ. Σπιέρος και Νίκος Καλαμάρης, Εταιρεία Συγγραφέων, Αθήνα 1 9 9 0 [Μνήμη 'Εταίρων].
1998), δπου οί σύνθετοι καί πολυσήμαντοι έκφραστικοί τρόποι άποκαλύπτουν μέσα άπό πλούσιες ποιητικές εικόνες εναν κόσμο έλληνικής έμπειρίας καί μεταφυσικής σέ οργανική καί τελικά άπλή ένότητα, μιάν αισθησιακή πρόσληψη καί αισθητική άναγωγή του Αιγαίου, τελικά τή ζωή πού ολοκληρώνεται ώς «παράδοξο» σύστημα έλευθεριας. Στήν ποίηση του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990) συναντουμε τήν αίσθηση του άνθρώπινου πόνου καί τήν προσπάθεια γιά μιά κοινωνική ύπέρβασή του (Τρακτέρ, 1934* Επιτάφιος, 1936* Δοκιμασία, 1943* Πρωινό άστρο, 1955· Ή σονάτα του σεληνόφωτος, 1956* Οί γειτονίες του κόσμου, 1957· Τό παράθυρο, i960· Μαρτυρίες Α, 1963· Μαρτυρίες Β', 1966* Ρωμιοσύνη, 1966· ftλοκτήτης, 1965· 'Ορέστης, 1966· 'Ισ^ντ?, 1972· Ή Ελένη, 1972· ϋέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα, 1972· Ή επιστροφή της Ιφιγένειας, 1972· Τέταρτη διάσταση, 1972· Γκραγκάντα, 1973* Θυρωρείο, 1975· Φαίδρα, 1978· Διαφάνεια, 1981· Τα' έρωτικά, 1981· 9Αργά, πολύ άργά μέσα στη νύχτα, 1991* κ,ά.π.). Ό Ρίτσος, παράλληλα μέ τ ή «στρατευμένη» ποίησή του, έγραψε καί σελίδες εξαιρετικής λυρικής ομορφιάς, μέ πλούσιες εικόνες, συνειρμούς καί ύποδηλώσεις. Μνημονεύονται ιδιαίτερα τά μικρά του ποιήματα, δπου ή συμπυκνωτική δύναμη του ποιητή άγγίζει τά δρια του κλασικού έπιγράμματος. Έπίσης, στήν ποίηση του Νικηφόρου Βρεττάκου (1912-1991) είναι διάχυτη ή άγάπη γιά τόν άνθρωπο καί κάποια διάθεση θρησκευτική (Κάτω άπό σκιές και φώτα, 1929* Στόν Ρόμπερτ 'Οπενχάιμερ, 1954· Ό χρόνος καί τό ποτάμι, 1957* Ή μητέρα μου στήν εκκλησία, 1957· Τό βάθος του κόσμου, 1961· Τό ταξίδι του 'Αρχαγγέλου, 1961* Αυτοβιογραφία, 1961· Διαμαρτυρία, 1974· Τό ποτάμι Μπυες και τά εφτά ελεγεία, 1975· 'Απογευματινό ηλιοτρόπιο, 1976· Λειτουργία κάτω άπό την 'Ακρόπολη, 1981* Χορωδία, 1988· Ήφιλοσοφία τών λουλουδιών, 1988* Σικελικά Ποιήματα, 1990· Συνάντηση μέ τη θάλασσα, 1991· Διαμαρτυρία, 2 1991· κ.ά.). Στόν χώρο τής κοινωνικής ποίησης κινούνται ό Νίκος Παππας (1906-1997), μέ τήν πληθωρική δημιουργία του (.Μάταια λόγια, 1931· Τό αίμα τών άθώων, 1945* Τετράχρονη νύχτα, 1946* Τά παραμύθια του υπνοβάτη, 1948* κ,ά.π.), καί ή Ρίτα Μπούμη-Παπα, 19061984 (Τραγούδια στήν άγάπη, 1930* 'Αθήνα - Δεκέμβρης 1944, 1945* Ό παράνομος λύχνος, 1952* Χίλια σκοτωμένα κορίτσια, 1963* κ,ά.π.). Παρουσία άνανεωτική (προδρομική άπό μιάν άποψη γιά τις παραπάνω έξελίξεις στή νεοελληνική ποίηση) άποτέλεσε ό Τάκης Κ. Παπατσώνης (18951976), ποιητής μεταφυσικός, του όποιου ή οργανική άφετηρία βρίσκεται μάλλον στήν πριν άπό τό 1930 περίοδο (βλ. 'Εκλογή Α', 1934· 'Εκλογή Β', 1963). Διασταύρωση λυρικών καί άνθρωπιστικών τόνων παρουσιάζει ή ποίηση του I. Μ. Παναγιωτόπουλου, 1901-1982 (Τό βιβλίο της Μιράντας, 1924· Λυ-
ρικά σχέδια, 1933* 'Αλκυόνη, 1949· Ό κύκλος τών ζωδίων, 1952· Τό παράθυρο του κόσμου, 1962). Μεγαλύτερες δυσκολίες στήν ένταξή τους σέ μιάν ένιαία προοπτική παρουσιάζουν κάποιοι άλλοι σημαντικοί νεώτεροι ποιητές, πού έπιδέχονται μόνο ειδικότερους χαρακτηρισμούς. Ή ύπαρξιακή άγωνία σημαδεύει τό έργο του Γιώργου Σαραντάρη (1908-1941), παράλληλα μέ τήν παρουσία κοινωνικών έμπειριών (Οί άγάπες του Χρόνου, 1933* Τά ουράνια, 1934· Αστέρια, 1935* Γράμματα σέ μιά γυναίκα, 1936* Στους φίλους μιας άλλης χαράς, 1940). Τήν εύεργετική έπιδραση τών ποιημάτων του Ελύτη καί του Σαραντάρη δέχθηκε ό λυρικός ποιητής Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942): Μικρά έλεγεϊα, 1931* Συνομιλίες μέ τόν εαυτό μου, 1939. Άπό «έκρήξεις δημιουργίας» χαρακτηρίζεται ή ποιητική παραγωγή του Παντελή Πρεβελάκη (1909-1986), στην οποία συναντούμε αύτό πού ό ίδιος ό ποιητής ονομάζει «ειλικρίνεια του ένδιάθετου λόγου», καθώς έπίσης τή γόνιμη παρουσία τής «εύλογίας του παρελθόντος» (Στρατιώτες, 1928* Ή Γυμνή Ποίηση, 1939· Ή πιο Γυμνή Ποίηση, 1941· Ό Νέος Έρωτόκριτος, 3 1985 [ή πρώτη καί ή δεύτερη έκδοση «κυκλοφόρησαν» έκτος έμπορίου, τό 1973 και τό 1978 άντιστοιχα]1. «... Ό έρωτας (ώς έλξη του άπολύτου, κατά τό βίωμα τών μυστικών), ό θάνατος (ό «"Ηλιος του Θανάτου», κριτήριο και κίνητρο τής ζωής), οί έξάρσεις καί οί πτώσεις τής ποιητικής δημιουργίας (ώς ό σφυγμός του ζωντανού χρόνου).. .»2, είναι ορισμένα άπό τά θέματα τής ποίησης του Πρεβελάκη, τά όποια άναπτύσσονται διεξοδικότερα στήν πεζογραφία του (βλ. παρακάτω) καί στά θεατρικά έργα του3. Τήν αίσθηση πού άπορρέει άπό τήν ποίηση του Νίκου Καββαδία (19101975) θά μπορούσαμε συγκεφαλαιωτικά νά χαρακτηρίσουμε ώς «γοητεία του έξωτικου» (Μαραμπού, 1933· Πούσι, 1947 —καί οί δύο συλλογές μαζί: Κέδρος, 1976—· Τραβέρσο, 1975). Τό «έξωτικό» αύτό συχνά συμπίπτει μέ τό άπολύτως καθημερινό καί άνθρώπινο, πού μεταστοιχειώνεται δμως ποιητικά μέ μιά τάση «άνατρεπτική τής έλληνικής άστικής ρουτίνας»4. "Οπως καί στον 1. Γιά τό έργο αύτό του Πρεβελάκη βλ. Π. Δ. Μαστροδημήτρη, «ΌΝέος Έρωτόκριτος» του Παντελή Πρεβελάκη, Εκδόσεις «Τροχαλία», Αθήνα 1987, όπου καί ή σχετική βιβλιογραφία (= Του ίδιου, Νεοελληνικά, Γ', 111-146). 2. Βλ. τή συγκεντρωτική έκδοση: Τα Ποιήματα του Π. Πρεβελάκη (1939-1945), Οί Εκδόσεις τών Φίλων, Αθήνα 1969, σ. 19. 3. Ποιητικό είναι καί τό θεατρικό έργο του Πρεβελάκη, γιά τό όποιο βλ. τή μελέτη τής Μαίρης Βοσταντζή, Τό θέατρο του Παντελή Πρεβελάκη, Οί Εκδόσεις τών Φίλων, Αθήνα 1985. 4. Βλ. Πέτρου Σ. Σπανδωνίδη, Ή νεώτερη ποίηση στήν "Ελλάδα. Δοκίμιο. "Ικαρος, Αθήνα [1955], σ. 39.
Καββαδία, ή θαλάσσια άποδημία συνιστά τό οργανικό πλαίσιο τής ποίησης του Δ. Ι. Αντωνίου (1906-1994), πού, ξένος σέ κάθε τάση ώραιολογίας, άναζητεϊ ένα νόημα ζωής μέσα στή δίψα τής άποδημίας καί στις πικρές καθημερινές έμπειρίες της (Ποιήματα, 1939* Ινδίες, 1967* Χάι Και και Τάνγκα, 1972). Μπορούμε άκόμη νά άναφέρουμε τούς όλιγογράφους, άλλά μέ αίσθηση τής ποιότητας, ποιητές Αλέξανδρο Μπάρα, 1906-1990 (βλ. τή συνολική έκδοση τών ποιημάτων του: νΑθροισμα, 1983) καί Ζήση Οικονόμου, 1911-2005 (Ή προσευχή τής γής, 1938* Ώκεάνεια, 1939* Στό σταυροδρόμι του χρόνου, 1946* Αιθρία σιγή, 1976). 'Ένας άπό τούς άξιολογότερους άνανεωτές τής παράδοσης στήν ποίηση είναι ό Νίκος Γκάτσος, 1911-1992 ('Αμοργός, 1943). Τά σημεία μιας έπίπονης τροχιάς διακρίνουμε στήν ποίηση του Γ. Θ. Βαφόπουλου (1903-1996). Εϊναι φανερή στον ποιητή αύτόν ή προσπάθεια, άπό συλλογή σέ συλλογή, γιά μιά δσο γίνεται μεγαλύτερη ούσίωση του μηνύματος του. Στήν πορεία αυτή ό θάνατος συνιστά μιά μόνιμη «θεματική» παρουσία, ή όποια στις ώριμότερες" πραγματοποιήσεις,του ποιητή αίρεται στό έπιπεδο μιας καθολικής ύπαρκτικής άναζήτησης (Τά ρόδα τής Μυρτάλης, 1931* Προσφορά, 1938· Ή προσφορά και τά άναστάσιμα, 1948· Τό δάπεδο, 1951· Ή μεγάλη νύχτα και τό παράθυρο, 1959* 'Επιθανάτια και σάτιρες, 1966* Τά επιγενόμενα, 1977). Οί περιπτώσεις του Σαραντάρη καί (ιδιαίτερα) του Βαφόπουλου προσφέρονται καί ώς παραδείγματα γεφύρωσης του μεσοπολεμικού μοντερνισμού δχι μόνο μέ τόν συμβολισμό άλλά και μέ μιά κατεύθυνση τής δλης νεωτερικότητας πού προσδιορίζεται ώς «ούσιαστική ποίηση»1 και πού οι έκπρόσωποι της θά δώσουν τό ώριμο έργο τους προπαντός στά μεταπολεμικά χρόνια. Ή υπέρβαση τών εύχρηστων λυρικών διεξόδων μέ μιά πνευματικότητα πού προσπαθεί νά άπαντήσει σέ βαθύτερα υπαρξιακά έρωτήματα άποτελει βασικό γνώρισμα τών ποιητών αύτου του κλίματος. Χαρακτηριστική εϊναι ή πορεία τής Μελισσάνθης (φιλολογικό ψευδώνυμο τής Ήβης Κούγια-Σκανδαλάκη, 1910-1990) άπό τούς ήπιότερους λυρικούς τόνους προς τις μεταφυσικές ή καί μυστικιστικές άναζητήσεις (Φωνές έντόμου, 1930* Προφητείες, 1931· Φλεγομένη βάτος, 1935· Ό γυρισμός του 'Ασώτου, 1936* Ωσαννά και οραματισμός, 1939* Λυρική εξομολόγηση, 1945* Ή έποχή του υπνου και τής άγρύπνιας, 1950· 'Ανθρώπινο σχήμα, 1961* Τό φράγμα της σιωπής, 1965* Τά Ποιήματα (1930-1974), 1975· 10δοιπορικό. Ποιήματα 1930-1984, 1986). Ό Γιώργος 1. Μέ θεωρητικό εισηγητή στήν Ελλάδα προπαντός τόν Πέτρο Σ. Σπανδωνίδη. Βλ. π.χ. τά μελετήματά του: Ή νεώτερη ποίηση στην 'Ελλάδα, "Ικαρος, [1955], σσ. 1 0 7 - 1 2 1 και passim, καί Ή μάχη γιά την ουσία, Ιωάννινα 1962.
Θέμελης (1900-1976) άναζητεΐ ένα στέρεο οντολογικό έρεισμα που θά έκανε άποτελεσματικότερη τήν ποιητική θεώρηση τής ζωής, πιστεύοντας δτι ή τέχνη άναβαθμίζει τήν έμπειρία σέ άφθαρτη διαχρονική άξια (Γυμνό παράθυρο, 1945* "Ανθρωποι και πουλιά, 1947* Ό γυρισμός, 1948* Ώδή γιά νά θυμόμαστε τούς ήρωες, 1949* Ακολουθία, 1950* Συνομιλίες, 1953* Δενδρόκηπος, 1955* Τό πρόσωπο και τό είδωλο, 1959* Φωτοσκιάσεις, 1961* Ή Μόνα παίζει, 1961· Τό δίχτυ τών ψυχών, 1965· "Έξοδος, 1968· Ποιήματα I, 1969, II, 1970* Ήλιοσκόπιο, 1971· Περιστροφή· ποίημα περιστροφικό και μετατοπιζόμενο, 1973* 5Ελεγεία του άμετάθετου, 1973· Δενδρόκηπος II, 1973· Κήποι, 1973· Ars Poetica, 1974· Οίκος εμπορίου, 1974· Τά Βιβλικά, 1975). «Κάλλος ούσιας»1 κατακτά ή ποίηση τής Ζωής Καρέλλη (1901-1998), δπου ή διασταύρωση τής θρησκευτικής άνησυχίας μέ τόν πυρήνα του έρωτικου βιώματος όδηγεΐ σέ μιά δραματική άλλά τελικά λυτρωτική πνευματικότητα (Πορεία, 1940· Έποχή του θανάτου, 1948· Φαντασία του χρόνου, 1949* Της μοναξιάς και της έπαρσης, 1951* Χαλκογραφίες και εικονίσματα, 1952* Κασσάνδρα και άλλα ποιήματα, 1955* Τό πλοϊο, 1955* Παραμύθια του κήπου, 1955* Αντιθέσεις, 1957* Ό καθρέφτης του μεσονυκτίου, 1958* Τά Ποιήματα Α' (1940-1955) - Β' (1955-1973) [δπου και οί νεώτερες συλλογές Τό σταυροδρόμι, 1971 και Ημερολόγιο, 1955-1973], 1973). Προς τό τέλος τής δεύτερης δεκαετίας του μεσοπολέμου βρίσκονται σέ νεανική ήλικία και έπομένως σέ φάση έπιρροών και πρώιμων προσπαθειών οί ποιητές πού θά διαμορφώσουν τά κύρια χαρακτηριστικά του έργου τους κατά τήν πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Ή παιδεία τους έπηρεάζεται άναμφισβήτητα άπό τό εύρύτερο μοντερνιστικό κίνημα, άλλά δχι μόνο άπό αύτό. Τροφοδοτούνται σέ σημαντικό βαθμό και άπό τήν παραδοσιακή ποίηση και προπαντός άπό τόν συμβολισμό, συγκινούνται άπό τόν Καρυωτάκη καί γοητεύονται άπό δσα έκόμισε ό Καβάφης. Ένώ ή δραματική ιστορική περιπέτεια πού άκολουθεΐ (1940-1949) θά είναι ή μεγάλη κοινή έμπειρία πού θά διαποτίσει κατά διαφορετικό τρόπο και βαθμό τήν ψυχολογική καί συνειδησιακή άτομικότητα του καθενός. Σέ δ,τι άφορα τή γενική ποιητική ιδιαιτερότητα πού θά προκύψει ώς άποτέλεσμα, θά λέγαμε δτι πρόκειται δχι γιά μιά ριζικά έπαναστατική τομή, άλλά άναμφισβήτητα γιά έναν σοβαρό άναπροσανατολισμό. Μέσα σέ ένα πλαίσιο πού θά μπορούσε νά χαρακτηρισθεί, σέ πολύ γενικές 1. Π. Σ. Σπανδωνίδη, Ή μάχη γιά τήν ουσία, σσ. 13-20 («Κάλλος μορφής καί κάλλος ούσίας») καί passim.
γραμμές, ώς νεοσυμβολιστικό, κινείται ένας άριθμός ποιητών1 μέ σημαντικές, βέβαια, διαφορές ψυχικών τάσεων καί άπαντήσεων στις πνευματικές τους άνησυχίες. Ό Μήνας Δημάκης (1917-1980) άρχίζει μέ θεωρήσεις τής πραγματικότητας μέσα άπό ένα λυρικό πρίσμα καί προχωρεί στήν περιοχή τών άμεσότερων δραματικών έμπειριών του σύγχρονου άνθρώπου, μέ τις όποιες συμπορεύεται ή άδιέξοδη προσωπική του όδύνη (Ήχαμένη γη, 1939* Κάψαμε τά καράβια μας, 1946* Ποιήματα Α', 1973, Β', 1974, Γ', 1976* Τελευταία ποιήματα. Α' Μακρύ ταξίδι μέσα στή νύχτα' Ars Poetica, 1977). Στήν ύπαρξιακή άπειλή ό Άρης Δικταιος (1919-1983) άπαντα μέ μιά ποίηση έρωτικου ή κυρίως πνευματικου μυστικισμοί), πού άντλει τή δύναμή της άπό τή μεταμόρφωση ένός πλούσιου κόσμου ένδοκοσμικών στοιχείων (Όάντιφατικός άνθρωπος, 1938· Έλούσοβα, 1945· Πολιτεία, Α', 1956, Β', 1958· Τά Ποιήματα 1934-1965, 1974). Ή ποίηση του Τάκη Βαρβιτσιώτη (1916) κινείται μέσα σέ ενα ονειρικό κλίμα, δπου συνδυάζεται ισχυρά ένας άνανεωμένος συμβολισμός μέ άρκετούς υπερρεαλιστικούς τρόπους, επάνω σέ μιά μόνιμη βάση γοητείας άπό τήν ομορφιά καί εύγενικής άνθρωπιστικής διάθεσης (Φύλλα ύπνου, 1949· Τό ξύλινο άλογο, 1955· Ή γέννηση τών πηγών, 1959· Σύνοψη 1 (1941-1957), 1980, Σύνοψη 2 (1958-1972), 1981· Σύνοψη 3 (19731979), 1988· Φαέθων, 1992· Ή θαυμαστή άλιεία, 1993· Νήματα της Παρθένου, 1997· *Αρωμα ενός κομήτη, 1997· "Οχι πιά δάκρυα, 1998, "Ατριον, 2000* "Ομως τό χιόνι πάντα μένει, 2002· Μικρά έρωτικά εγκώμια, 2002). Ό Γιώργος Γεραλής (1917-1996) διακρίνεται άπό μιάν αύθεντική ψυχική εύγένεια καί άπό λυρική πνευματικότητα (Κύκνοι στο λυκόφως, 1939* Αίθουσα άναμονης, 1957· Τά μάτια της Κίρκης, 1961· 2 1963· Ήέλληνική νύχτα, 1974). Μιά ένδιαφέρουσα πορεία άπό τή συμβολιστική στή ρεαλιστική ποίηση χαρακτηρίζει τόν Γιώργο Ξ. Στογιαννίδη, 1912-1994 (Περιστέρια στο φώς, 1949· Τό ξύλινο πουλί, i960· Τό πρόσωπο της Ευρυδίκης, 1975· Επί συνόλου (1949-1981), 1986). Ό Κώστας Στεργιόπουλος (1926), έχοντας άφομοιώσει καί ώς ποιητής τό φαινόμενο τής μετάβασης «άπό τόν συμβολισμό στή νέα ποίηση», έγγράφει γόνιμα στοιχεία τής παράδοσης στόν ορίζοντα του νεωτερικου (Τά τοπία του φεγγαριού, 1955* Τά μισά του πλου, 1979* Τά Ποιήματα 1. "Οπως ισχύει αυτονόητα γιά δλο τό «Γραμματολογικό διάγραμμα» (καί πολύ περισσότερο άπό τό σημείο αύτό καί έξής), σημειώνουμε μιά σειρά ποιητών μέ κριτήριο έπιλογής κυρίως τή χαρακτηριστική άντιπροσωπευτικότητα καί πολύ λιγότερο μια καθαυτό αξιολόγηση. Οί παραλείψεις άλλων γνωστών ονομάτων δέν δηλώνουν τίποτε πέρα άπό τις πιεστικές «οικονομικές» άνάγκες. Τό ιδιο ουδέτερο κριτήριο κυριαρχεί στή μνεία παραδειγμάτων άπό τόν κύκλο τών ποιητικών συλλογών του καθενός, μέ τή μέριμνα νά μήν παραλείποντας κατά κανόνα, ή πρώτη συλλογή καί οί συγκεντρωτικές έκδόσεις.
A' (1944-1965), Β' (1965-1983), 1992· 'Αλλαγή φωτισμού, 1984· Ό-ήλιος του μεσονυκτίου, 1991* Παλίρροια, 1998). Τήν έξέλιξη του ευρύτερου ρεύματος τής «ούσιαστικής» ποίησης άντιπροσωπεύουν ορισμένες βασικές δψεις τών ποιητών πού μνημονεύουμε στή συνέχεια. Μέσα σέ μιά σαφέστερα μεταφυσική προοπτική κινούνται οί ποιητικές θεωρήσεις τής ζωής πού πραγματοποιεί ή Ό λ γ α Βότση, 1922-1998 (Ύμνοι, 1946· Ενδόμυχα, 1953· Ύπαρξη και σιωπή, 1958* Κρύπτη και σύνορο, 1970* Γυμνά πέλματα, 1973· Ή άλλη γνώση, 1982* Ό καιρός σέ κοίταζε, 1993). Στο έργο του Νίκου Καρούζου (1926-1990) ή συγχώνευση καί σχεδόν ή ταύτιση τής χριστιανικής έμπειρίας μέ έ'ναν καθολικό κοσμικό έρωτισμό διακρίνεται άπό μιά μόνιμη ψυχική ένταση, ένώ ό διαρκής διάλογος μέ τό γεγονός του θανάτου παραμένει δραματικά μετέωρος (Ήέπιστροφή του Χρίστου, 1954· Ήελαφος τών άστρων, 1962* Ό ύπνόσακκος, 1964· Χορταριασμένα χάσματα, 1974· Αναμνηστική λήθη, 1982· Λογ^ο) μεγάλα σχήματος, 1989· Τά Ποιήματα Α' (1961-1978), 1993, Β' (1979-1991), 1994). Ό Γιωργής Κότσιρας (1920-1998) καλλιέργησε μιά σύνθετη ποίηση, μέσα στήν όποια βρίσκεται άντιμέτωπος μέ θεμελιώδη προβλήματα τής ύπαρξης, δπως ό χρόνος, ή φθορά καί ό θάνατος ( Ή χώρα τών Λωτοφάγων, 1948* Ήπολιορκία του χρόνου, 1955* Ή συνομιλία μέ τό Σίσυφο, 1958* Τό «άλφα» του Κενταύρου, 1975· Αυτοψία έγκλήματος, 1978· Γά Ποιήματα Α' (1939-1958) - Β' (1959-1977), 1978· Ήλάμψη και τό τέρας καί τό Εγκώμιο 1984* Ή μυθολογία τών προσώπων, 1989). Ή Λίνα Κάσδαγλη (1921) διακρίνεται άπό μιά καρτερική άντιμετώπιση τών προβλημάτων, πού άπορρέει άπό τόν στοχαστικό άνθρωπισμό της (Ηλιοτρόπια, 1952· Οι δρόμοι του μεσημεριού, 1962· Στέφανος ένιαυτοΰ, 1975). Ένώ ό Σταύρος Βαβούρης (1925) τείνει προς τή δραματικότερη έπιλογή μιας άξιοπρεπους μοναχικής πορείας, χωρίς νά περιφρονεί τόν κόσμο καθεαυτόν, άλλά άποφασισμένος νά μήν υποταχθεί στή διάχυτη κοινωνική άπανθρωπία (Έδώ φαντάσου καλπασμούς και κύματα, 1952* Πικρά χείλη δίχως γεύση παραδοχής, 1959· Οί Άτρεϊδες της φωτιάς και της σιωπής, 1964· Όρφέας κατερχόμενος, 1971· Τά άκαριαϊα: έμεϊς (1980-1984), 1984). Μέσα άπό διαυγή καί στέρεα λεκτικά σχήματα, ό Άθως Δημουλας (1921-1985) έκφράζει τόν ώριμο σκεπτικισμό του και τήν προσπάθειά του νά υπερβεί έστω καί γιά λίγο τή σχετικότητα πού έπιβάλλει κυριαρχικά ό χρόνος (Ποιήματα καί Νέα Ποιήματα, 1951· Σονέττα, 1953· Χωρίς τίτλο, 1956* Όρφεύς καί άλλα ποιήματα, 1958· Ένδον, i960* Αύτή ή πραγματικότητα καί ή αλλη. Ποιήματα 19511961, 1961· Περί μνήμης, 1964· *Αλλοτε καί άλλου, 1972* Ό άγρός της τύχης, 1972· Ή μοίρα τών πεπρωμένων, 1979* Τά Ποιήματα, 1951-1985, Στιγμή, 1986· Τά Ποιήματα, 1951-1985, "Ικαρος 1999). Ό Νίκος Φωκάς
(1927), άποφεύγοντας κάθε αίσθηματολογία, έπιμένει έξαρχής στήν άναζήτηση ένός οντολογικού-θεολογικού έρείσματος (Κυνήγια άπό σύγχρονα γεγονότα, 1954* Δυο φορές τ' όνειρο, 1957* Μάρτυρας μοναδικός, 1961* Προβολή πάνω σέ γαλάζιο, 1972· Συλλυπητήρια σέ μιά μέλισσα, 1976* Παρτούζα, 1981* Ό μύθος τής καθέτου, 1981* Προβολέας στά μάτια, 1985* Τό μέτρο τής κραυγής μας, 2000* Ποιητικές συλλογές 1954-2000, 2002). Ή έλληνική δεκαετία του '40 και ή δραματική άπόληξή της, δπως βέβαια καί τό παγκόσμιο πλαίσιο τών πολιτικών έξελίξεων δπου έντάσσεται ή ιδιαίτερη περίπτωση του τόπου μας, έπηρεάζουν καίρια τή συνείδηση ένός άριθμου ποιητών μέ αυξημένη σχετική προδιάθεση. Ό πόλεμος καί ή εύλογη αισιοδοξία που σφράγιζε τήν έκβασή του έπέβαλλαν και ένθάρρυναν τό αίτημα τής πολιτικής έλευθερίας, τής στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης καί τής ειρηνικής συνύπαρξης τών.^αων καί ή έπαναστατική αιχμή ή προέκταση αύτου του αιτήματος άπέβλεπε πιά σέ μιά ριζίκή κοινωνική άναμόρφωση. Άλλά πολύ γρήγορα ή πορεία προς τήν ούσιαστική πολιτική δημοκρατία, πού θά έπέτρεπε καί μεταρρυθμιστικές κοινωνικές έξελιξεις, και, πολύ περισσότερο βέβαια, ή έπαναστατική άπόπειρα τής Αριστεράς είτε υπονομεύονται μεθοδικά άπό τις άντίπαλες δυνάμεις ειτε άνακόπτονται βίαια, μέσα άπό τήν έμφύλια σύρραξη (1946-1949), πού τό τραγικό «περιεχόμενο» καί ή κατάληξή της θά καθορίσουν γιά τά έπόμενα είκοσι πέντε χρόνια, σέ συνάρτηση μέ τόν διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, τήν άναπηρική κατάσταση τής πολιτικής δημοκρατίας στήν Ελλάδα, δπου καί μιά «έσχατη» περίοδος ολικού άφανισμου της (δικτατορία 1967-1974). νΕτσι, άμέσως μετά τόν πόλεμο καί μέ εύκρινέστερη κεντρική ομάδα τούς ποιητές πού άνήκουν στον χώρο γενικά τής Αριστεράς (δηλαδή τούς έκπροσώπους τής μέγιστης «στιγμιαίας» έλπίδας και τής μέγιστης παρατεταμένης ήττας) άρχίζει να διαμορφώνεται ή εύρύτερη περιοχή τής «κοινωνικής ποίησης», δπου κατατίθεται τό πνευματικό άποτέλεσμα τής άρχικής έξαρσης, τής συγκλονιστικής διάψευσης τών προσδοκιών (παράλληλα μέ τις σχεδόν ταυτόχρονες άπογοητεύσεις έκ τών ήγετικών - γραφειοκρατικών ένδον) καί τελικά τής έμμονής στή θεμελιώδη ήθική - κοινωνική έπιλογή, μέσα σέ ένα ψυχικό κλίμα οδύνης καί πικρής άξιοπρέπειας. Στήν οπωσδήποτε τυπικά άντιπροσωπευτική περίπτωση του Τάσου Λειβαδίτη (1921-1988) ό ύμνος συνυπάρχει μέ τήν έλεγεία καί ή φρίκη άπό τήν έφιαλτική μνήμη τών άδικαίωτων θυσιών έπιδεινώνεται μέσα στή νοσηρότητα τών μεταπολεμικών συνθηκών (Μάχη στήν άκρη της νύχτας, 1952* Φυσάει στά σταυροδρόμια του κόσμου, 1953, 2 1955· Ποίηση 1949-1962, 1965' Ό Διάβολος μέ τό κηροπήγιο, 1975* Νυχτερινός έπισκέπτης, 1972* Βιολί γιά
μονόχειρα, 1976* Ό τυφλός μέ τόν λύχνο, 1983* Βιολέτες γιά μιά έποχή, 1985· Μκρό βιβλίο γιά μεγάλα όνειρα, 1987). Ό Άρης Αλεξάνδρου (19221978) στάθηκε μιά υποδειγματικά άνυποχώρητη και τραγικά μοναχική έπαναστατική συνείδηση, που άντιστάθηκε στήν άπανθρωπία του άντιπάλου, άλλά άρνήθηκε καί τή μονολιθικότητα του συναγωνιστή (''Ακόμη τούτη ή άνοιξη, 1946· "Αγονος γραμμή, 1952· Εύθύτης οδών, 1959· Ποιήματα (19411971), 1971, 2 1978). Μέ τήν άμεσότητα ένός συγκινημένου καί λιτού λόγου, ό Γιώργος Σαραντής (1919-1978) μίλησε γιά τή φθορά και τις άπογοητεύσεις, οποιαδήποτε και άν είναι ή κατεύθυνση άπό τήν όποια προέρχονται (Διάχυτες αίστήσεις, 1939* *Ηλιοι στό γέρμα, 1948* Λαύριο, 1949* Πολιτεία χωρίς δνομα, 1954* Οί δρόμοι πού άγαπήσαμε, 1958* Ποιος ήτανε ό Αλέξανδρος, 1970). Τά σημάδια τών ψυχικών τραυμάτων καί ή προσπάθεια γιά τήν έπούλωσή τους είναι έμφανή στήν ποίηση του Ιάσονα Δεπούντη (1919): Από τή θάλασσα, 1948* Τό ναυάγιο τής ομίχλης, 1952* Ό λόφος, 1953* Ακατοίκητη νύχτα, 1962* Ό ύπνος τών Σκιούρων, 1964* κ,ά.π. Ή ριζικά άνθρωπιστική συνείδηση του Μανόλη Αναγνωστάκη (1925-2005) καί ή κριτική έτοιμότητα τής σκέψης του τόν οδήγησαν σέ μιά περιεκτική ποίηση, δπου ή υπεράσπιση του κοινωνικού οράματος δέν καταστέλλεται άπό τά πλήγματα τής πρακτικής άποτυχίας, άλλά μέσα άπό τήν πικρία καί τήν έμπειρία τής μεταπολεμικής άποτελμάτωσης (άλλά και τών σφαλμάτων του οικείου πολιτικού χώρου) γίνεται ήθικά πυκνότερη καί λογικά διαυγέστερη ('Εποχές, 1945* 'Εποχές 2, 1948· 'Εποχές 3, 1951· ΉΣυνέχεια, 1954· Ή Συνέχεια 2, 1956 (μαζί μέ τις Παρενθέσεις)· ΉΣυνέχεια 3, 1962· Ό στόχος, 1970· Τά Ποιήματα 1941-1971, 1971, 3 1985: Στιγμή· Γ.Γ., 1983). Μέ τήν εύκαιρία αύτήν, νά διευκρινίσουμε δτι τό καταρχήν εύλογο, άλλά άπό ένα σημείο καί πέρα παραπλανητικά τυπικό γραμματολογικό σχήμα τής «ποίησης τής ήττας» έχει ώς συγκεκριμένο περιεχόμενο του στήν περίπτωση του προηγούμενου ποιητή — δπως, φυσικά, καί πολλών άλλων— μιά διαρκώς ισχυρή ήθική στάση ζωής. Ό Τίτος Πατρίκιος (1928) είναι έπίσης ένας ποιητής πού διέσωσε τήν καθαρότητα τής σκέψης και τήν αυθεντικότητα τών συναισθημάτων του καί πού ή συγκρατημένη άπαισιοδοξία και ό «έπιμέρους» σκεπτικισμός του δέν σημαίνουν παραίτηση, άλλά περαιτέρω διείσδυση στήν ούσία (Χωματόδρομος, 1954* Μαθητεία (1952-1962), 1963· Προαιρετική στάση, 1975, 2 1981· Ποιήματα I (1948-1954), 1976· Θάλασσα έπαγγελίας, 1977· 'Αντιδικίες, 1981· 'Αντικριστοί καθρέφτες, 1988* Παραμορφώσεις, 1989* Ή ηδονή τών παρατάσεων, 1992· Ήάντίσταση τών γεγονότων, 2000* Ή πύλη τών λεόντων, 2002). Ή αντιστασιακή φωνή του Μιχάλη Κατσαρού (1919-1998) στρέφεται βαθμηδόν γενικότερα έναντίον κάθε μορφής ήθικου - κοινωνικού συμβιβασμου, συγχωνεύ-
οντάς τήν τραγικότητα με τον σαρκασμό (Μεσολόγγι, 1949· Κατά Σαδδουκαίων, 1953* Σύγγραμμα, 1975* 'Αλφαβητάριον. Ποιήματα Α-Ω, 1978* 3Μ+3Μ=6Μ, 1981· 4 Μα&νό, 1982'Μεϊον ΩΑ, 1985). Όλοένα πυκνότερη έκφραση τής πολιτικής εμπειρίας διαπιστώνουμε στο έργο του Κλείτου Κύρου (1921), σέ συνδυασμό μέ τήν άξιοποίηση καί άλλων βιωμάτων που έπισωρεύει ό συλλογικός καί ό προσωπικός χρόνος ('Αναζήτηση, 1949* Κραυγές της Νύχτας, i960· !Απολογία, 1966, 2 1976· Οί Κατασκευές (1949-1979), 1980· Τά Πουλιά και ή Αφύπνιση, 1987* Περίοδος χάριτος καί άλλα ποιήματα, 1992· Έν δλω / Συγκομιδή 1943-1997, 1997). Μέ ρηματική ευχέρεια ό Δημήτρης Χριστοδούλου (1924-1991) ένσωματώνει τήν άνθρωπιστική ευαισθησία του μέσα σέ έναν λυρισμό πού συνδυάζει τήν αφαίρεση μέ τά σαφή περιγράμματα (Νυχτοφύλακες, 1954· Εστίες άντιστάσεως, 1959* Πρόμαχοι, 1966· Ποιήματα 1965-1975, 1975· Πετρέλαια, 1977· Ποιήματα (19541964) καί Ποιήματα (1965-1975), 1980· Ντισκοτέκ, 1982· Πλάγιος άνεμος, 1984). Ένώ ό Πάνος Θασίτης (1023) συγκεφαλαιώνει σέ λιτούς στίχους, πού άποφεύγουν τή συναισθηματική διάχυση, μιά καταγγελία τής κοινωνικής φθοράς καί ύποκρισίας καί μιά πεισματική προσήλωση στο έλάχιστο, έστω, πού άπομένει άπό τήν άνθρώπινη γνησιότητα (Δίχως Κιβωτό, 1951· Πράγματα, 1957* 'Αριθμοί, 1962· Έκατόνησος, 1971· Σχιστολιθικά, 1983). Στήν περίπτωση του Θ. Δ. Φραγκόπουλου (1923-1998) εϊναι εμφανής μια πορεία προς τήν όλοένα βαθύτερη άναγνώριση τής ήθικής του μή «οικείου» σ' αύτόν χώρου τής Αριστεράς, ένώ έξαρχής ήταν αισθητή ή παρουσία τής άνθρωπιστικής = άντιπολεμικής στάσης μέσα στο έργο του (Ποιήματα, 1953· Τά άλλα ποιήματα, 1957* Ιδιωτική διάβαση, 1966* Τά Ποιήματα, Α' (19451956) - Β' (1957-1973), 1975-1976· "Ενας ποιητής, 1977). Ό Δημήτρης Δούκαρης (1925-1982) πέρασε άπό τις πιο «έντοπισμένες» πολιτικές άναφορές σέ μιά γενικότερη καταγγελία τής κοινωνικής καταπίεσης, πού περιλαμβάνει καί σαφή άντιρατσιστικά μηνύματα (Παλινωδία, 1951· Τά πρόσωπα του πύργου, 1955· Ήλυρική έπαρση, 1965· !Αποδημίες, 1970* Τό πέτρινο πρόσωπο, 1979* Ποιήματα του σώματος, 1980). Ή πρώιμη άγωνιστική έμπειρια του Θανάση Κ. Κωσταβάρα (1927) τόν συνοδεύει ώς πολύτιμο ήθικό κεφάλαιο μέσα στήν εύρύτερη άνάπτυξη ένός εύγενικου ψυχισμου ('Αναζήτηση, 1956· Ό Γυρισμός, 1962* Ίστορήματα, 1985· Ό φόβος του άκροβάτη, 1989· Κήποι στόν Παράδεισο, 1990· Στο βάθος του χρώματος, 1993· Ή μακρινή άγνωστη χώρα, 1999* Οί μεταμορφώσεις τών κήπων, 2003). Ή ποίηση του Τάκη Σινόπουλου (1917-1981) κατέληξε σέ μιά σύνθεση του υπαρξιακου μέ τό κοινωνικό. Ή πορεία τών ονειρικών - δραματικών καταβυθίσεων στόν υποκειμενικό χώρο τέμνεται, βαθμιαία, άπό όλοένα περισσότε-
ρες στιγμές - μνήμες σκληρής ιστορικής έμπειρίας καί οί «καταρχήν» συνθήκες μονολόγου έξελισσονται σέ συνθήκες διαλόγου (Μεταίχμιο, 1951* Ή γνωριμία με τόν Μάξ, 1956* ΉΝύχτα και ή 'Αντίστιξη, 1959* Πέτρες, 1972· Νεκρόδειπνος, 1972* Τό χρονικό, 1975· Ό χάρτης, 1977« Νυχτολόγιο, 1978· Συλλογή I (1951-1964), 1976· 27«λλο^ 11 (1965-1980), 1980· 2ο yxpßo <ρώς, 1984). "Ενας στοργικός άνθρωπισμός, που άπαντάει στή σκληρότητα τής ζωής μέ τήν ειλικρίνεια —καί έπομένως μέ τή δύναμη— του συναισθήματος, διατρέχει τό έργο του Κρίτωνα Αθανασούλη, 1916-1979 (Κάϊν και "Αβελ, 1940· Ξενοδοχεΐον ό Κόσμος, 1956* Ή έπίσκεφη του Αγγέλου, 1959· Τά Ποιήματα 1940-1966, 1966· Τό άνθρώπινο ζήτημα, 1976· Τά Ποιήματα 1967-1979, 1980). Ένας άξιόλογος ποιητής κοινωνικής και ιστορικής εύαισθησίας εϊναι ό Γιώργης Παυλόπουλος (1924): Τό κατώγι, 1971* Τό σακί, 1980* Τά άντικλείδια, 1988* Λίγος άμμος, 1997* Ποιήματα 19431997, 2001· Που εϊναι τά πουλιά;, 2004. Οί έρεθιστικές δυνατότητες του ύπερρεαλισμου δέν μπορούσαν, βέβαια, νά θεωρηθούν έξαντλημένες και νά πάψουν νά ένδιαφέρουν τούς μεταπολεμικούς ποιητές. Έμφανίζεται, έτσι, ενα νεοϋπερρεαλιστικό ρεύμα, μέ άρκετά καί άξιοσημείωτα γνωρίσματα «δεύτερης» ώριμότητας, καθώς ή ύπέρμετρη έκφραστική ροϊκότητα καί ή άπεριόριστη εύφροσύνη του πρώτου καί έκρηκτικου υπερρεαλισμού άντικαθίστανται τώρα άπό μιά πιο προσεκτική άφαιρετικότητα καί άπό τήν προσπάθεια διείσδυσης σέ σκοτεινότερες ύπαρξιακές περιοχές. Μιά μεταφυσική συμβολικής τερατομορφίας ή πραγματικών έφιαλτικών μορφών, άλλά καί διαπεραστικού πολυχρωματικου φωτός, εϊναι τό σύστημα πού συγκροτεί ό Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005), μέσα άπό τήν περιδιάβασή του σέ τοπία θανάτου άλλά καί σέ έπίπεδα έντονων αισθήσεων ζωής ( Ή λησμονημένη, 1945* Μέ τό πρόσωπο στον τοίχο, 1952· Τά φάσματα ή ή χαρά στον άλλο δρόμο, 1958· Σφραγίδα ή ή ογδοη σελήνη, 1964· Τό σκεύος, 1971· Ποιήματα (1945-1971), 1977* Χρωμοτραύματα, 1980). Στή συνειδητότερα φιλοσοφική μεταφυσική στρέφεται μέ ύπερρεαλιστικά ή διαφανέστερα έκφραστικά μέσα ό Δ. Π. Παπαδίτσας (1922-1987), ενας ποιητής πού πολιορκεί έρμηνευτικά τόν κόσμο (Τό φρέαρ μέ τις φόρμιγγες, 1943* Ουσίες α', 1959* Ουσίες β', 1961· Ποίηση, 1 (1941-1962), 1963· ΈνΠάτμφ, 1964· Ποίηση, 2 (1964-1974), 1974· Έναντιοδρομία, 1977· Δυοειδής λόγος, 1980· Ή ασώματη, 1983· Τό προεόρτιον, 1986). Ή Ελένη Βακαλό (1921-2001) άπαλείφει άπό τήν ποίηση, άκόμη και μέ συνειδητές συντακτικές διαλείψεις, δ,τι θεωρεί πληθωρικό συναισθηματισμό ή κοινοτοπικό στοχασμό καί συνδέει τό μοντέρνο μέ μιά έπιστροφή στό προλυρικό στοιχειώδες — ύλικό καί ήθικό
(Θέμα και παραλλαγές, 1945* Στή μορφή τών θεωρημάτων, 1951* Τό δάσος, 1954* Περιγραφή του σώματος, 1961* Ή έννοια τών τυφλών, 1962* Ό τρόπος νά κινδυνεύουμε, 1966* Πριν άπό τό λυρισμό, 1981* Οί παλάβρες της κυρά-Ροδαλίνας, 1984* Γεγονότα και ιστορίες της κυρά-Ροδαλίνας, 1990* Τό άλλο του πράγματος. Ποιήματα 1954-1994, 1995). 'Αντίθετα, μέ παραδοσιακή καί ευκρινή σύνταξη, άλλά μέ αιφνιδιαστικούς συνειρμούς εικόνων καί έννοιών, ό Νάνος Βαλαωρίτης (1921) συνθέτει έναν έπαναστατικό λόγο πού στρέφεται έναντίον τής συμβατικότητας τών θεσμών άλλά καί τών άνθρώπινων σχέσεων (Ή τιμωρία τών μάγων, 1947* Κεντρική στοά, 1958* Ή πουπουλένια εξομολόγηση, 1982· Ποιήματα I (1944-1964), 1983* Στό κάτω κάτω της γραφής, 1984* Ανιδεογράμματα, 1996* Ήλιος ό δήμιος μιας πράσινης σκέψης, 1996, *Αστεγος ό Μέγας, 2004* κ.ά.). Στον Έκτορα Κακναβάτο (1920) εϊναι ένδιαφέρον δτι μέ έλλειπτικό καί έρμητικό λόγο συντίθεται μιά μεταφορική,.άλλά καί πολύ έντονη εικονολογία, πού καταλήγει στή βιοθεωρία μέ τήν έκμετάλλευση καί άποσπασμαπικών μυθολογικών ή ιστορικών άναφορών (Fuga, 1943* Διασπορά, 1961* Ή κλίμακα του λίθου, 1964* Τετραψήφιο, 1971* Όδός Λαιστρυγόνων, 1978* Τά μαχαίρια της Κίρκης, 1981* In perpetuum, 1983* Οίακισμοι του Μενεσθέα Πορτολάνου του Μυστρός, 1995· Στά πρόσω ιαχής, 2005). Ή Λύντια Στεφ άνου (1927) άντιτάσσεται στήν τεχνολογική καί κοινωνική αύχμηρότητα του σύγχρονου κόσμου μέ έναν συνδυασμό φυσιοκρατικού καί «ιδεολογικού» άνθρωπισμου (Ποιήματα, 1958* Τοπία άπό την καταγωγή και τήν περιπλάνηση του Ύκ, 1964* "Εξι επεισόδια άπό τόν κύκλο τών τεράτων, 1971* Τά μεγάφωνα, 1973* Οι λέξεις και τά πράγματα, 1983). Ανοίγουμε στό σημείο αύτό μια άντιπροσωπευτική «παρένθεση» σχετική μέ τή νεώτερη κυπριακή ποίηση, πού έξακολουθεΐ νά διαμορφώνει φυσιολογικά μιά πολύ άξιόλογη ιδιοπροσωπία μέσα στον χώρο τών νεοελληνικών γραμμάτων. Ιδιαίτερα σημαντικός ποιητής, ώστε νά προταθεί τό 1984 έπίσημα άπό τήν Κύπρο γιά τό βραβείο Nobel, θεωρείται ό ποιητής Κώστας Μόντης (1914-2004). Στά πολλά ποιητικά του έργα (Minima, 1945* Τά τραγούδια της Ταπεινής Ζωης, 1954* Στιγμές, 1958* Συμπλήρωμα τών στιγμών, i960· Ποίηση, 1962· Αγνώστω Ανθρώπω, 1968« 'Εξ ίμερτης Κύπρου, 1969* Γράμμα στή μητέρα, 1972* Και τότ' έν είναλίη Κύπρω, 1974* Πικραινόμενος έν εαυτφ, 1975· Κύπρος έν Αύλίδι, 1976« 'Αντίμαχα, 1983· Ώς έν κατακλείδι, 1984· Έπί σφαγήν, 1985* κ.ά.), ό Μόντης συμπλέκει τό παρελθόν καί το παρόν τής Κύπρου. Τό έργο του χαρακτηρίζεται άπό τήν ένσωμάτωση τής παραδοσιακής εύαισθησίας μέσα στούς μοντέρνους έκφραστικούς τρόπους καί
άπό τό έλπιδοφόρο μήνυμά του, πέρα άπό τή φθορά του άνθρώπου καί τήν καταστροφή τής πατρίδας του. Αξιοσημείωτη είναι ή μειλίχια ποίηση του Νίκου Κρανιδιώτη (1911-1997), στήν όποια οί τραυματικές εμπειρίες του κυπριακου λαου έξυψώνονται σέ καθολικές καταστάσεις τής άνθρώπινης ψυχής ( Επιστροφή, 1974* Ταξίδι στο νησί του Νότου, 1983* Ό μικρός μας κόσμος, 1986* Γενέθλια γή, 1988· Ή μεγάλη άνοιξη, 1989* Ή κοιλάδα του ήλιου, 1993· κ.ά.). Ένώ άπό τό πληθωρικό ποιητικό έργο του Κύπρου Χρυσάνθη (1915-1998) ξεχωρίζουμε σελίδες μέ γνήσιο λυρισμό καί άνθρώπινη εύαισθησία (παραπέμπω στή δίτομη συγκεντρωτική έκδοση τών ποιημάτων του: Λυρικός Λόγος, Λευκωσία 1985). Εξέχουσα έπίσης θέση κατέχει και ή ποίηση του πρόωρα χαμένου Κύπριου ποιητή Παντελή Μηχανικού (1926-1979) μέ τόν έλεγειακό, άλλά καί άγωνιστικό, πατριδολατρικό λυρισμό της (Παρεκκλίσεις, 1957* Τά Δυο Βουνά, 1963· Κατάθεση, 1975). Ό Κυριάκος Χαραλαμπίδης (1940), ιδιαίτερα άξιόλογος σύγχρονος ποιητής, μέ 'Ορθόδοξες καταβολές, άφομοίωσε λαμπρά τά ποιητικά διδάγματα του Παπατσώνη καί του Σεφέρη. Ή παρουσία τής Μεγαλονήσου εϊναι κυριαρχική στό έργο του, ιδιαίτερα στις τέσσερις τελευταίες ποιητικές συλλογές του. Τό Λγγεΐο μέ τά σχήματα (1973) εϊναι μιά έξοχη περιδιάβαση στον χρόνο καί στά χώματα του τόπου, ένώ ή Αχαιών Λκτή (1977), άπαλλαγμένη άπό ψευδοελεγειακούς τόνους, εϊναι τό άληθινότερο ποιητικό βιβλίο γιά τήν κυπριακή καταστροφή. Ή μυθολογία του Χαραλαμπίδη άποτελει στήν πραγματικότητα άνασυγκόλληση, κομμάτι μέ κομμάτι, τής θρυμματισμένης άπό τό 1959 καί έδώ ζωής τής Κύπρου (βλ. τις δύο παραπάνω ποιητικές συλλογές του καί τις τρεις έπόμενες: Λμμόχωστος Βασιλεύουσα, 1982 —δπου συγκεντρώνεται ποιητική υλη τής περιόδου 1979-1981—, Θόλος, 1989, καί Μεθιστορία, 1995). Τέλος, ιδιαίτερα ένδιαφέρουσα παρουσιάζεται ή μεταφυσική είκονοπλασία πού δημιουργεί ό στοχαστικός λυρισμός του Θεοδόση Νικολάου (1930-2004) στις ποιητικές συλλογές του Πεπραγμένα, 1980, καί Εικόνες, 1988, καί στό «ποίημα» Τό σπίτι, 2002. Στούς νέους ποιητές πού ώριμάζουν μέσα στις δεκαετίες του '50 καί του '60, τά πολιτικοκοινωνικά γεγονότα τών έξηρμένων καί δραματικών χρόνων κληροδοτούνται ώς αίτια βιοτικών συνθηκών καί περιρρέουσας άτμόσφαιρας καί ώς πολύ νωπό ύλικό προβληματισμού. Έχουν έπίσης πίσω τους μιάν άρκετά πλούσια παράδοση άνανεωτικής έλληνικής λογοτεχνίας, μέσα άπό τήν όποια κάνουν άνετότερες (καί συχνά πολύ προσεκτικές) έπιλογές προτύπων, ένώ στρέφονται καί σέ σημαντικά ποιητικά σημεία άναφορας τών άρχών του μεσοπολέμου. "Οπως συμβαίνει, βέβαια, σέ κάθε έποχή, έτσι καί τώρα οί κοινωνικές καί αισθητικές διεργασίες εϊναι σύνθετες, οί άτομικές άποκλίσεις καί
ιδιαιτερότητες παραμένουν ισχυρές, καί έπομένως εϊναι δύσκολο άλλά καί περιττό νά προκύψουν κοινοί χαρακτηρισμοί μέ καθαρό περίγραμμα. Ώς πολίτες τής συγκεκριμένης έλληνικής κοινωνίας δλης έκείνης τής περιόδου, οι ποιητές αύτοί βιώνουν οπωσδήποτε μέ κάποιο άρχόμενο αίσθημα αισιοδοξίας ή, πάντως, σχετικής άνακούφισης τήν έξέλιξη άπό τις πρώτες μετεμφυλιακές συνθήκες (ή «μουντή» άτμόσφαιρα τής δεκαετίας του '50) προς τήν ένδυνάμωση ένός εύρύτερου αιτήματος βασικού έκδημοκρατισμου, διεργασία ή όποια στις άρχές τής δεκαετίας του '60 άποκτα πολύ αισθητή άγωνιστική ένταση καί ορατές πιθανότητες ένός πρώτου πρακτικού άποτελέσματος. Ώς πνευματικοί άνθρωποι γενικά, παρακολουθούν μέ ζωηρό ένδιαφέρον τις ευρωπαϊκές καλλιτεχνικές εξελίξεις, μέ μιάν έπίμονη προσπάθεια άπευθείας ένημέρωσης άλλά καί άξιοποίησης τών σοβαρών έλληνικών άγωγών — ένώ, φυσικά, έπικροτουν ή καί ύποστηρίζουν ένεργητικά τή μέριμνα γιά τή μορφωτική προαγωγή του έλληνικου λαου, μέσα στήν όλοένα σαφέστερη τότε προοπτική καί τελικά μέσα στο πραγματικό έγχείρημα μιας έκπαιξευτικής μεταρρύθμισης (1964). Ώς ποιητές, ώστόσο, άπορροφουν μέ πολύ συγκρατημένη αισιοδοξία δλα αύτά τά καταρχήν εύοίωνα πολιτικά καί πολιτισμικά μηνύματα τών μέσων τής εικοσαετίας, μέ πολύ περισσότερη έμπιστοσύνη τά κυρίως πνευματικά, και άναφέρονται κατεξοχήν στις κοινωνικές καί ψυχικές άπώλειες του παρελθόντος καί του παρόντος. Είναι φανερή μιά έντονη άρνητική στάση άπέναντι στά σοβαρά φαινόμενα άπτής ή ύποβόσκουσας άνελευθερίας καί κοινωνικής παθολογίας γενικά, προκρίνεται ό άνθρωπισμός τής καταγγελίας του κάκου σέ σχέση μέ εναν έπιπόλαια εύφρόσυνο άνθρωπισμό πού θά κινδύνευε νά τό παρακάμψει, θεωρείται άφελής κάθε ιδεαλιστική πρόταση διεξόδου άπό τό κοινωνικό καί ύπαρξιακό άγχος, προτείνεται τό μοντέρνο ώς σοβαρή άναζήτηση ούσίας μέσα άπό μιά λιτή μάλλον έκφραστική καί άποφεύγονται οί ηχηρές αισθητικές συμπεριφορές. Πρόκειται κατεξοχήν γιά ποίηση κριτικών συνειδήσεων, πού έπιδιώκουν: να φθάσουν σέ μιάν έκ του σύνεγγυς γνώση τών άνθρώπινων καταστάσεων, καθώς έχουν επίγνωση τών άδυναμιών τής γενικολογίας* νά άνασύρουν ούσιαστικά βιώματα πού θά άξιζε νά άνακοινωθουν, καί νά μήν έπαναλάβουν τήν άνακοίνωση «έγνωσμένων» ψυχικών καταστάσεων, έστω καί σημαντικών καί νά άρθρώσουν μιά γλώσσα οχι πειραματικών έξορμήσεων, άλλά άναμορφωσης ένός άποθέματος λογοτεχνικής παιδείας. "Ετσι, καί άπό τήν άποψη τής βιοθεωρητικής στάσης διαμορφώνεται ένας λόγος δχι δυναμικου οραματισμού, ουτε δμως καί διαλυτικής παραίτησης, άλλά έπώδυνων βυθομετρήσεων και στοχαστικής άντοχής. Απογοητευμένος άπό τή φθορά τών άξιών καί τών άνθρώπινων σχέσεων, ο
Τάσος Κορφής (1929-1994) νοσταλγεί άνοικτούς - «θαλάσσιους» ορίζοντες άποδημίας ( Ημερολόγιο, 1963* Ήμερολόγιο, 1971* Ποιήματα, 1983* Παυσίλυπα, 1987). Ό διαυγής ποιητικός λόγος του Σπύρου Τσακνια (1929-1999) συγχωνεύει τήν προσωπική και τήν κοινωνική έμπειρία ( Έ ν Αύλίδι, 1976* Πτέρυξχρονιών παθήσεων, 1982* Χαμηλό βαρομετρικό, 1987* Τά Ποιήματα, 1952-1992, 2000). Ό Γιάννης Νεγρεπόντης (1930-1991) διαφύλαξε πεισματικά τόν άνθρωπιστικό πυρήνα του παλιού κοινωνικού οράματος καί οί σκληρές περιπέτειες του τόπου τόν οδήγησαν σέ εναν άκόμη στοργικότερο πατριωτισμό (Πρόσωπα και χώρος, 1958* Φυλάττειν Θερμοπύλας, 1971* Συνάντηση, 1979* Περσεφόνη, 1986* •Ορέστης πυρπολουμενος, 1992). Ή συναισθηματικά καί ήθικά εύαίσθητη θεώρηση προσώπων καί πραγμάτων διακρίνει τήν περιεκτική ποίηση τής Μαρίας Κέντρου-Άγαθοπούλου, 1930 (Ψυχή και τέχνη, 1961* Περίπτωση σιωπής, 1968* Τά τοπία πού είδα, 1975* Θαλασσινό ήμερολόγιο, 1981* Μετανάστες του έσωτερικοϋ νερού, 1985). Τό εργο του Ντίνου Χριστιανόπουλου (1931) διαγράφει μιά πορεία άπό τή συμβολική στή ρεαλιστική έκφραση του έρωτικου βιώματος, μέσα άπό μιά διαρκή προσπάθεια πύκνωσης του λόγου (Έποχή τών ισχνών άγελάδων, 1950* 1Ανυπεράσπιστος καημός, i960* Μικρά ποιήματα, 1975· Ποιήματα 1949-1999, 2000). Ή δημιουργική έσωστρέφεια τής Κικής Δημουλα (1931) δέν τήν οδηγεί στήν άπομόνωση άλλά σέ εναν σοβαρό διάλογο μέ τόν «άλλον» — καί μέ τόν άναγνώστη (Ποιήματα, 1952· "Ερεβος, 1956· Ερήμην, 1958· Έπι τά ίχνη, 1963* Τό λίγο του κόσμου, 1971· Τό τελευταίο σώμα μου, 1981· Χαίρε ποτέ, 1988· Ήέφηβεία τής λήθης, 1994· Ένός λεπτού μαζί, 1998· Ήχος άπομακρύνσεων, 2001· Χλόη θερμοκηπίου, 2005· βλ. καί Άπαντα νεοελλήνων συγγραφέων: Δ η μ ο υ λ α Κική). ΌΝίκος-Άλέξης Άσλάνογλου (1931-1996) μετασχηματίζει τήν έρωτική άγωνία σέ μιά μεταφυσική δραματικότητα, μέσα στή μελαγχολία άλλά καί στό θάλπος ένός ομιχλώδους φυσικού καί ψυχικού τοπίου (Δύσκολος θάνατος, 1954* Ποιήματα γιά ένα καλοκαίρι, 1963· Νοσοκομείο έκστρατείας, 1972· Ό δύσκολος θάνατος (1946-1974), 1978· Τρία ποιήματα, 1987). Ό Τάσος Πορφύρης (1931) συνοδεύεται άπό μνήμες χαμένων άγωνιστικών και έρωτικών οραμάτων (Νεμέρτσκα, 1961* Τό έγκαταλειμμένο σπίτι, 1968· Ή πέμπτη έξοδος, 1980). Ή Λεία Χατζοπούλου-Καραβία (1932) άνάγει τήν αισθησιακή-άναγεννητική έκπληξη σέ αισθητική καί τελικά σέ άνθρωπιστική άξια (Σχέδια στό νερό, 1956· Τά παιδιά τής Έστρέδα Νάδα, 1961· Συγκομιδή (1956-1963), 1963· Προς Αντιγόνην, 1975· 30 ποιήματα ζωής και θανάτου, 1981). Μιά άτμόσφαιρα τελικής μοναξιας χαρακτηρίζει τήν ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη (1932), καθώς ή συνείδησή του άρνεϊται νά έγκαταλείψει τουλάχιστον τήν ήθική ένός πολιτικού οράματος, πού
ολοένα χάνεται μαζί μέ τους νεκρούς του παρελθόντος, καί ταυτόχρονα έρχεται άντιμέτωπη μέ τό ήθικό κενό του παρόντος (Γενική αίσθηση, 1954* 1'Ανασύνδεση, 1962* Μόνον δια της λύπης, 1976* Ψυχοστασία, 1983* Έκ περάτων, 1986* Έν γη άλμυρα, 1996* "Εως..., 2003). Ή άρνηση τής υποκρισίας και τής ματαιοδοξίας, άλλά καί ή «κατανόηση» άπέναντι σέ λιγότερο ιδιοτελείς άνθρώπινες άδυναμίες διακρίνουν τόν Τάσο Δενέγρη, 1934 (Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος, 1975* Ακαριαία, 1985* Ή κατάσταση τών πραγμάτων, 1989). Ό Βασίλης Καραβίτης (1934) διαπιστώνει τήν άβεβαιότητα πού χαρακτηρίζει σχεδόν δλες τις καταστάσεις έκτος άπό τή «μακάρια» φύση ( Υλικό μονώσεως, 1970* Φόρμουλες γιά μιάν άγνωστη ζωή, 1982* Αυπομανία, 1989* Τό άγαθό σκοτάδι, 1997* Του προσώπου, 2003* Βίος άπορητικός, 2005). Ό Ματθαίος Μουντές (1935-2000) άναζητεΐ μέ στοχαστικότητα τούς τρόπους μιας χριστιανικής άπάντησης στον κόσμο τής φθοράς (Παρακαταθήκη, 1957/ Ισόπεδος διάβασις, 1963* Ή αντοχή τών υλικών, 1971* Τά άντίποινα, 1982* Νηπιοβαπτισμός, 1992). Μέ άγάπη και συνειδησιακή δεκτικότητα, ό Θωμάς Γκόρπας (1935-2003) κληρονομεί τό δράμα βασανισμένων γενεών καί κατατρεγμένων άτόμων (Σπασμένος καιρός, 1957* Παλιές ειδήσεις, 1966* Πανόραμα, 1975* Στάσεις στό μέλλον, 1979* Τά Ποιήματα, 1957-1983, 1995). Ό Πρόδρομος Μάρκογλου (1935) μελετά ένα κοινωνικό πεδίο αποσυνθέσεων, δπου προς τό παρόν μόνο ό έρωτας φαίνεται νά διατηρεί μιά θετική ύπόσταση (νΈγκλειστοι, 1962* Τά κύματα και οί φωνές, 1971· Πάροδος Μοναστηρίου, 1989* Σημειώσεις γιά ποιήματα πού δε γράφτηκαν, 1993· Εσχάτη υπόσχεση. Ποιήματα 1958-1992,1996). Ό Μάρκος Μέσκος (1935), μέ πλούσια άποθέματα άγάπης γιά τόν πάτριο φυσικό και κοινωνικό χώρο, άλλά καί χωρίς ψευδαισθήσεις, άντιτάσσει σύμβολα άμυνας άπέναντι στον θάνατο καί στήν άπανθρωπία (Πριν άπό τό θάνατο, 1958* "Αλογα στον Ίπποδρόμο, 1973* Τά φαντάσματα της Ελευθερίας, 1979* Δώδεκα Μάηδες, 1992· Χαιρετισμοί, 1995· Μαύρο δάσος (Ποιήματα 1958-1986), 1999· Ψιλόβροχο, 2000· Ελεγείες, 2004). Αξιομνημόνευτη είναι ή έξέλιξη τής ποίησης του Στυλιανου Σ. Χαρκιανάκη (1935), πού τό οικουμενικό βλέμμα τής ίερατείας του τόν οδηγεί σέ έναν βαθύ λόγο Όρθόδοξου άνθρωπισμου ( Έν γη άλλοτρία, Ι-ΙΙΙ, 1985, 1990, 1997· Λιτανεία χρωμάτων, 1999· Ή δομή τών κρυστάλλων, 2002). Ή Μαρία Καραγιάννη (1936) μετασχηματίζει τις ύπαρξιακές άπορίες της σέ έναν κόσμο έναργών συμβόλων ( Ή Κατάδυση και ό Πυθμένας, 1973* Δίδυμο ονειρο, 1979* Μυστική δίοδος, 1989). Ό Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος (1936) άντιτάσσει στή φθορά τής κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας, την έμμονή σέ μιά λυρικά υποστηριζόμενη ήθική στάση (Ύπό ξένην σημαία, 1972· Βαρκελώνη, 1975· Λόγια στην Καλυψώ, 1981· Ραγι-
σμένο ταμπούρλο, 1991* Ύπό ξένην σημαία. Ποιήματα, 1967-1987, 1991· Τά ποιήματα του Μανδαρίνου, 2002). Ό Σωκράτης Σκαρτσής (1936), γοητευμένος μέ τή γλώσσα, τήν όποια μουσικοποιεΐ (κυριολεκτικά καί μεταφορικά), θέλει νά έκφράσει μέ αυτήν τό θαύμα τής διαυγους έλληνικής φύσης μέσα στο φως καί δίπλα στή θάλασσα (Ή πρώτη γραφφή, 1958* Μέλι στο νερό, σήμερα, 1978* Τό πράγμα του κόσμου, 1984· Λαλικά, 2001). Ένας βασικός άξονας στήν ποίηση του Ανέστη Εύαγγέλου (1937-1994) σχηματίζεται άπό τή στοχαστικά δραματική παρακολούθηση μιας βαθμιαίας άπώλειας κοινωνικών έλπίδων καί πολύτιμων προσωπικών βιωμάτων (Περιγραφή έξώσεως, i960· Μέθοδος άναπνοης, 1966· !Απογύμνωση, 1979· Τά Ποιήματα (19561986), 1988· Τό χιόνι και ή έρήμωση, 1994). Ό Θανάσης Παπαθανασόπουλος (1937) διακρ ίνεται άπό ήθικές καί ύπαρξιακές άνησυχιες (Πυρίμορφον όχημα, 1962· Ποιήματα, Α', 1987· Β', 1988· Γ , 2002· Άέναον παρόν, 2004), πού έκφράσθηκαν καί σέ μιάν εύρύτατη σύνθεση θετικής βιοθεωρητικής πρότασης (Διγενής 'Ακρίτας, 1990). Γιά νά άντιμετωπίσει τήν καχεξία του παρόντος, ό Μάνος Ελευθερίου (1938) άναζητεΐ ερείσματα καί σέ ορισμένα πνευματικά καί ήθικά σημεία άναφορας τής έλληνικής παράδοσης — π.χ. «μνημονεύει Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη» (Συνοικισμός, 1962* Μαθήματα μουσικής, 1972* 'Αγρυπνία στήν εκκλησία του προφήτη Έλισαίου γιά τό σκοτεινό τρυγόνι, 1975* Τά δρια του μύθου, 1975· Τό μυστικό πηγάδι, 1983* 'Αναμνήσεις άπό τήν όπερα, 1987* Τό νεκρό καφενείο, 1997* Ήπόρτα της Πηνελόπης, 2003). Ή Κατερίνα Άγγελάκη-Ρούκ (1939) άντιλαμβάνεται τήν έρωτική σχέση μέ τά πρόσωπα, άλλά καί τή γενικότερη κοινωνία άγάπης μέ τά πράγματα, ώς στιγμιαίες έστω καταστάσεις άλήθειας μέσα σέ έναν κόσμο ψευδαισθήσεων καί φθοράς (Λύκοι και σύννεφα, 1963* Τά σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης, 1977· Ό θρίαμβος της σταθερής άπώλειας, 1978· 'Ενάντιος έρωτας, 1982· Οί μνηστηρες, 1984* 'Επίλογος άέρας, 1990* Ωραία έρημος ή σάρκα, 1995* Τά Ποιήματα, 1963-1977, 1997· Ποιήματα 1978-1985, 1998). Δημιουργικά άφομοιώνει τή σεφερική διδασκαλία ό Δημήτρης Δασκαλόπουλος, 1939 ('Απόπλους, 1963· Νέκυια, 1978* Γράμματα στόν Έρμόλαο, 1981· Φωνές της σιωπής, 1982· Σκοτεινή Πανσέληνος. Ποιήματα 1963-1993, 1999). Σέ πολλά «κέντρα» τής ποίησης τής Ζέφης Δαράκη (1939) είναι έμφανής ή γυναικεία παρουσία καί άναδύεται άπό αύτά μιά άξιοπρεπής έκφραση πόνου (Μεταπτώσεις, 1967* Ό κήπος με τά εγκαύματα, 1973* Ό αρχάγγελος καθρέφτης, 1976* Ό λύκος του μεσονυχτίου, 1978* Τό μοναχικό φάντασμα της Λένας "Ολεμ. Θάλεια, 1982· Τό ιερό κενό, 1988· Κοιμήθηκα ή άχάριστη, 1992· Ή θλίψη καίει τις σκιές μας, 1995* Ωσάν λέξεις, 1998· Ποίηση 1971-1992. 'Εκλογή, 1999· Τό σώμα δίχως αντικλείδι, 2000· Τό ακίνητο έν οδύνη, 2002· Τά
ποιήματα 1984-2004, 2005). Ό έντονος έρωτισμός του Ανδρέα Άγγελάκη (1940-1991) άναπτύσσεται θαρραλέα άλλά καί βασανιστικά, μέσα σέ έφιαλτικά περιβάλλοντα ( Όμιλίες του Θεοΰ και τής θάλασσας, 1962* Τό πύο ν, 1973* Ή οδός Θρασυβούλου, 1979* Τό έρωτικό σώμα, 1981* Ή μεταφυσική τής μιας νύχτας, 1982* Τά ποιήματα του δολοφόνου μου, 1986* Ό μακρύς μονόλογος τής Μαρίας Πολυδούρη, 1989). Ήάγωνία τής Ρούλας Άλαβέρα (1942) γιά τήν τύχη του σύγχρονου άνθρώπου κλιμακώνεται άπό τόν ιδιο τόν βιολογικό φόβο έως τήν άνησυχία γιά τόν ψυχικό καί ήθικό κίνδυνο (Περί τής δεσποτείας τών άντιαζομένων, 1970* Τό κρανιοτρύπανο, 1973* Dr. Τζέκυλ. "Ει, μίστερ Χάυντ, 1978* 'Οδοιπορικό, 1982* Άκηδία, 1983· Μπλουζ. Τό σώου δεν πήρε τέλος, 1990* Περί τής δεσποτείας τών πόλεων και τών ονειρικών, 1999* Ποίηση 1964-1984, 2004). Ή περίοδος, τής δικτατορίας (1967-1974) άποτελει τό χρονικό πλαίσιο τών πρώτων έμφανίσεων τών ποιητών τής «γενιάς του '70» καί μιά άπό τις άρνητικές έμπειρίες τους, πού μαζί μέ άλλους κύκλους βιωμάτων θά συντελέσουν στή διαμόρφωση του προσώπου τους. Ή ποιητική παιδεία τους προσδιορίζεται άπό μιάν άνετότερα έποπτική πιά γνωριμία μέ τό έργο του Σεφέρη, του Ελύτη, του Εμπειρίκου καί του Ρίτσου, άπό ιδιαίτερη οικειότητα μέ τήν πρώτη μεταπολεμική γενιά καί μικρότερη μέ τή δεύτερη (φυσικό, ίσως, γιατί τότε προχωρούσε άκόμη ή τελευταία προς τή διαμόρφωση τής φυσιογνωμίας της) καί άπό μιάν έμφανή έπαφή μέ ξένους ποιητές, κυρίως τών άγγλόφωνων χωρών καί ιδιαίτερα τής Αμερικής (π.χ. κίνημα τών «Beat» ποιητών καί πεζογράφων). Ή δικτατορία άποτέλεσε γιά τούς ποιητές αύτούς άρχικά έναν στόχο συγκαλυμμένων άλλά καί «κλασικά» πολιτικών άναφορών καί, προοδευτικά, τήν έλλαδική άφορμή γιά μιά γενικότερη άρνηση του εγχώριου καί του διεθνούς κατεστημένου σέ δλες τις μορφές του καί γιά τήν άπόρριψη μιας κοινωνίας άποχαυνωτικου καταναλωτισμου, τεχνοκρατικής άπανθρωπίας καί στυγνής μοναξιάς, καθώς στό μεταξύ προχωρούσε μιά έποχή παγκόσμιων άνακατατάξεων καί ή χώρα μας άπό τά μέσα τής δεκαετίας του '70 έντασσόταν ολοένα ταχύτερα, άλλά όχι πάντα φυσιολογικά, στον δυτικό χώρο καί άποδεχόταν μιά κοινή ιεραρχία άνισων άξιών καί, προπαντός, κάποιους μαζικούς τρόπους ζωής. Αμφισβήτηση, πρόσληψη μηνυμάτων του γαλλικού Μαίου του '68, σατιρική έπίθεση κατά του κοινωνικού κομφορμισμού, τελικά μιά ριζική έπαναστατικότητα, άλλά μέ ολοένα λιγότερη έμπιστοσύνη, καί έπομένως μέ φειδωλές ή καί μηδενικές καταθέσεις, στήν τράπεζα του κοινωνικού μέλλοντος, διερευνητική προσφυγή σέ ορισμένα γόνιμα στοιχεία τής έλληνικής πολιτισμικής παράδοσης, χωρίς δμως ρομαντικές ώραιοποιήσεις — είναι μερικά άπό τά
ιδεολογικά στίγματα τής γενιάς αυτής. Σημαντικός χώρος δμως παραχωρείται καί στά άτομικά προβλήματα: επίμονα άντισυμβατική άναζήτηση τής έρωτικής έμπειρίας, χωρίς συχνό λυτρωτικό άποτέλεσμα, βαθμιαία άποτελμάτωση τής συντροφικότητας, στυφές γεύσεις επειτα άπό μικρές διάρκειες εύφροσύνης, μοναξιά μέσα σέ άσφυκτικούς χώρους άστικής καθημερινότητας. Ή ποιητική πού περιέχει καί συνέχει δλα αύτά τά στοιχεία κυμαίνεται άπό τό βίαια άντιλυρικό καί αύχμηρό εως τό μελαγχολικά ήπιο, μέ ένδιάμεσο καί σημαντικότερο ισως φάσμα τή στοχαστική δραματικότητα, πού άποφεύγει δμως έπιμονα τή σοβαροφάνεια. Καί ειδικότερα σέ δ,τι άφορα τήν ποιητική γλώσσα, θά λέγαμε δτι χρονικά διαγράφει μάλλον μιά καμπύλη άπό τήν αιχμηρότερη προς τήν περισσότερο λειασμένη καί έσωτερικευμένη εκφραστική. Σημειώνουμε μιά σειρά ποιητών: Γιάννης Κοντός, 1943 (Περιμετρική, 1970* Τά απρόοπτα, 1975* Στή διάλεκτο τής ερήμου, 1980* Τά οστά, 1982* 'Ανωνύμου Μονάχου, 1985* Ό αθλητής του τίποτα, 1997* Ή ύποτείνουσα τής σελήνης, 2002* Προπονητής θανάτου, 2004). — Αλέξανδρος "Ισαρης, 1943 ("Ομιλος Φίλων Θαλάσσης Ό ίσορροπιστής, 1976* Οί παρενέργειες τής σιωπής. Ποιήματα 1966-1983, 1984· Θά έπιστρέψω φωτεινός. Ποιήματα 1993-1999, 2000). — Μανόλης Πρατικάκης, 1943 (Ποίηση, 1971-74, 1974· Λιβιδώ, 1978* Ή παραλοϊσμένη9 1980* Όντοφάνεια, 1988* Ή μαγεία τής μή διεκδίκησης, 1990* Ποιήματα 1970-1984, 1991· Τά δυσεύρετα χρώματα του τέλους, 1993* Ή λήκυθος, 1995· !Αφημένα ήσυχα στή χλόη, 1999· Τό νερό, 2002· Ποιήματα 19842000, 2003). — Μάξιμος Όσύρος, 1943 (Εύη Ι. Βουτσαρα, 1973· Εύη Ι. Βουτσαρα II, 1979· Ό δρόμος τής μέταξας, 1988· Πολιτεία, 1993). — Λευτέρης Πούλιος, 1944, Ποίηση 1, 1969* i , 2, 1975· Ό γυμνός ομιλητής, 1977· Γά ποιήματα. Επιλογή 1969-1978, 1982· Ενάντια, 1983· Τά έπουσιώδη, 1988· Μωσαϊκό, 2001). — Αλέξης Τραϊανός, 1944-1980 (Μικρές μέρες, 1973· Ή κλεψύδρα μέ τις στάχτες, 1975* Τό δεύτερο μάτι του Κύκλωπα/Cancer 's Poems, 1977· Φύλακας έρειπίων, 1991). — Μιχάλης Γκανας, 1944 ('Ακάθιστος Δείπνος, 1978* Μαύρα λιθάρια, 1980* Γυάλινα Γιάννενα, 1989* Παραλογή, 1993· Στίχοι, 2002· Ό ύπνος του καπνιστή, 2003). — Μιχαήλ Μήτρας, 1944 ('Ασταθές πεδίο, 1982, 2 1984· Ή παράδοξη οικειότητα του άγνώστου, 1997* Διακριτικές μεταβολές. Ποιήματα και εικόνες 1982-2002, 2004). — Δημήτρης Νικορέτζος, 1944 (Στοχασμοί στό ήμίφως, 1983* Όδοιπορία στή σιωπή, 1985* Τέσσερα βήματα στά σύννεφα, 1989· Νυχτερινά άλληλούϊα, 1991· Λευκή μουσική, 1998· Οί κύκνοι δέν θά κλάψουν απόψε, 2000) — Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, 1945 (Ποιήματα, 1966· Συλλογή, 1970· Έπί πυγήν καθισαι, 1972· Ιχνογραφία, 1975· Τό
οικογενειακό δέντρο, 1978* Κάτω στον ΰπνο, 1986* Κλεμμένη Ιστορία, 2000· Ποιήματα (1972-2000) 2004). — Θανάσης Νιάρχος, 1945 (Εικοσιτέσσερα νυχτερινά τραγούδια, 1970* "Ερως, έρωτας, 1979). — Χριστόφορος Λιοντάκης, 1945 (Το τέλος το£ τοπίου, 1973* Υπόγειο γκαράζ, 1978* Ό Μινώταυρος μετακομίζει, 1982* Ό ροδώνας μέ τούς χωροφύλακες, 1988* Με τό 1999). — Νάσος Βαγενας, 1945 (ΙΤεάον "Αρεως, 1974* Βιογραφία, 1978· Τα γόνατα τής Ρωξάνης, 1981* Περιπλάνηση ένός μή ταξιδιώτη, 1986* ÎT πτώση του ιπτάμενου, 1989* Βάρβαρες ώδές, 1992* Ή πτώση του ιπτάμενου, β', 1997* Σκοτεινές μπαλλάντες και άλλα ποιήματα, 2001* Στέφανος, 2004). — Νατάσα Χατζιδάκι, 1946 (2/riç έξόδους τών πόλεων, 1971* 1'Ακρυλικά, 1976· Δυσαρέσκεια, 1984* Άλλο*, 1990· Βαθυέρυθρο, 2005). — Στέφανος Μπεκατώρος, 1946 (Terra Rossa, 1968· Περιορισμένος χώρος, 1975* Πατριδογνωσία. Επιλογή 1969-1981, 1982· Όίός Κυδαθηναίων, 1991· Πηγάδι μέ ουρανό, 1994· Ό ούρανός εϊναι τό χώμα, 1998). — Βασίλης Στεριάδης, 1947-2003 ( Ό κ ' 7/3ο, 1970· Τό ιδιωτικό άεροπλάνο, 1971· Ντίκ ό χλομός, 1976· Ό προπονητής παίκτης, 1992). — Μαρία Λαινα, 1947 ('Ενηλικίωση, 1968· Έπέκεινα, 1970· 'Αλλαγή τοπίου, 1975· στίξεως, 1979· τ^ς, 1985· Ρόδινος φόβος, 1992· EÄÖ, 2003). — Γιάννης Πατιλης, 1947 (Όμικρός και τό θηρίο, 1970· Άλλά τώρα προσέχτε!..., 1973· Τττέρ τών καρπών, 1977* Κέρματα, 1980* Μή καπνιστής σέ χώρα καπνιζόντων. Ποιήματα 1970-1980, 1982· Ζεστό μεσημέρι, 1984· Γραφέως κάτοπτρον, 1989· Τα&'&α στήν πόλη. [Ποιήματα 1970-1990], 1993). — Γιώργος Χρονας, 1947 (Βιβλίο I, 1973· Οί λάμπες, 1974· Τά μαύρα τακούνια, 1979· Τά άρχαϊα βρέφη, 1980* Ελληνορωμαϊκή πάλη, 1981* Τελετές μοτοσυκλέτας, 1981· Ό άναιδής θρίαμβος, 1984* Φωτογραφίες πορσελάνης, 1992· Κίτρινη 6χθη Α', 1993). — Νίκος Λάζαρης, 1947 (Όβυθός τής γκαζόζας, 1975· Γό ίάσος τών έκρήξεων, 1978* 'Ερωτογράφημα, 1981· Τά δέντρα τρέχουν βιαστικά, 1985). — Μαρία Κυρτζάκη, 1948 (Σιωπηλές κραυγές, 1966* Οι λέξεις, 1973· Ήγυναίκα μέ τό κοπάδι, 1982· Ήμέρια νύχτα, 1989· Σχιστή οδός, 1992* Λιγοστό και νά χάνεται, 2002). — Δημήτρης Καλοκύρης, 1948 (Ήλιάδες κοντά στή θάλασσα, 1967· Τό πουλί και άλλα άγρια θηρία, 1972* Τά φανταστικά φουγάρα, 1977* Ή προκυμαία, 1984* Όκακόςάέρας, 1988· *Ατρακτος. Ποιήματα 1966-2001, 2004). — Γιώργος Κ. Καραβασίλης, 1948-2004 (Ήγραφή καί τό μαχαίρι, 1970* Τά ήδυπαθή, 1976· Τά μυστικά δωμάτια του πύργου, 1978* Καλλιέργεια του αίματος, 1984* Υπέρ τών Μουσών, 1990· Ποιήσεις [1963-2003], 2004). — Παυλίνα Παμπούδη, 1948 (Σχεδόν χωρίς προοπτική δυστυχήματος, 1971· Τά μωρά τών άγγέλων άσπρα καί τυφλά, 1974* Αύτός έγώ, 1977* Τό μάτι τής μύγας, 1983* Μαύρο
του πράσινου, 1984* Όλεπτουργός, 1995* Τό μαύρο άλμπουμ, 1999* Ποιήματα 1971-1993, 2002). — Τζένη Μαστοράκη, 1949 (Τό Συναξάρι τής Άγιας Νιότης, 1971· Διόδια, 1972· Τό σόι, 1978* Ιστορίες γιά τά βαθιά, 1983· Μ' ενα στεφάνι φως, 1989). — Γιάννης «Υφαντής, 1949 (Μανθρ ασπέντα, 1977* Ό καθρέφτης του Πρωτέα, 1986* Περιγραφή, 1988* Οί μεταμορφώσεις του μηδενός, 1990). — Ανδρέας Παγουλάτος, 1949 (Τά Επίμαχα, 1973« Κορμί κείμενο, 1975* νΟργια και έμπόδια, 1991* Πρός-Στοιχειώσεις-Πόροι, 1996). — Γιώργος Μαρκόπουλος, 1951 ( β Έβδομη Συμφωνία, 1968* Ή θλϊψις του προαστίου, 1976* Ποιήματα 1968-1976, 1980* Ή ιστορία του ξένου και τής λυπημένης, 1987* Ποιήματα (1968-1987), 1992· Μή σκεπάζεις τό ποτάμι, 1998). — Βερονίκη Δαλακούρα, 1951 (67-72. Ποίηση, 1972· Ή παρακμή του έρωτα, 1976* Ό ύπνος, 1982· Τό παιχνίδι του τέλους, 1988* Μέρες ήδονής, 1990). — Άναστάσης Βιστωνίτης, 1952 (Σονέτα, 1970* Μετοικεσία, 1972· Ανιχνευτές, 1974· Τέφρες, 1980· *Εδαφος, 1981· Οι κήποι τής Σελήνης, 1990· Χώρα άπό ουρανό. Ποίηση 1983-1995, 1996). — Διονύσης Καψάλης, 1952 (Τά μύρτα του φωτός, 1978* Μέ μιά τρελή σοδειά, 1979* Βιβλίο πρώτο, 1982· Τέσσερα, 1983· Άκόμη μιά φορά, 1986· Δίγαμα, 1988· Ύπό κλίμακα, 1991* Αισθηματική άγωγή, 1993* Μέρες άργίας, 1995* Μπαλλάντες και περιστάσεις, 1997· Άπό λεπτότατη οδύνη, 2003). — Αντώνης Φωστιέρης, 1953 (Τό μεγάλο ταξίδι, 1971, Ποίηση μές στήν ποίηση, 1977* Σκοτεινός έρωτας, 1977· Τό θά και τό νά του θανάτου, 1987· Ή σκέψη άνήκει στό πένθος, 1996* Πολύτιμη Λήθη, 2002). — Δήμητρα Χριστοδούλου, 1953 (Τά *Αλογα του Μυροβλήτου, 1974· Ήγησώ, 1979* Χώμα, 1985· Ή Προσευχή του άναιδοΰς, 1991* Τό κυπαρίσσι τών έργατικών, 1995* Φορτίο, 1997* Προς τά κάτω, 1999· Ελάχιστα πριν, 2005). — Γιώργος Βέης, 1955 (Φόρμες και άλλα ποιήματα, 1970-1973,1974* Κι άλλη ποίηση, 1976* Όλο* κοιμούνται στό καράβι, 1979· Ό δράκος του μεσημεριού, 1983· Παράφραση τής νύχτας, 1989* Γεωγραφία κινδύνων, 1994* Χρυσαλλίδα στον πάγο, 1999* Υστερόγραφα γής, 2004). — Γιάννης Βαρβέρης, 1955 (Έν φαντασία και λόγφ, 1975· Τό Ράμφος, 1978* Αναπήρων πολέμου, 1982* Ό θάνατος τό στρώνει, 1986* Πιάνο βυθου, 1991* Ό κύριος Φόγκ, 1993* "Ακυρο θαύμα, 1996· Ποιήματα 1975-1996, 2000· Στά ξένα, 2001). — Κώστας Γουλιάμος, 1955 (Ματικάπια, 1976· Εντροπία, 1977· Νευρασθενικά τοπία, 1981). Μιάν άνανεωμένη έσωτερικότητα άναζητουν, ίσως πιο έπίμονα τώρα, καί οί νεώτεροι ποιητές, πού συναντώνται στήν κατεύθυνση αύτήν μέ τήν έξέλιξη πολλών άπό τούς προηγούμενους, άλλά καί άποκλίνουν άπό άρκετές άλλες άπόψεις. Ζώντας σέ έναν κόσμο πού δέν μπορεί νά τούς προσφέρει «ό ίδιος» κάποια έρείσματα κοινωνικών άξιών καί, κατά κανόνα, θεωρώντας άδύνατη τήν
προσφυγή σέ μιά κοσμοθεωρία μεταφυσικής βάσης, δημιουργουν τις διεξόδους τους μέσα στο ϊδιο τό ποιητικό γεγονός, που ή άξια του φαίνεται νά γνωρίζει μιάν ισχυρή άνάκαμψη μέσα στή συνείδησή τους. Επισκοπώντας ένα σύνολο πολύ διαφορετικών άτομικοτήτων, θά μπορούσαμε νά έπισημάνουμε μερικές γενικότερες κατευθύνσεις δπως οι άκόλουθες: άπουσία άμεσων ιστορικοκοινωνικών άναφορών, πού δέν σημαίνει δμως άπομόνωση στόν ιδιωτικό χώρο, άλλά έπικέντρωση του ένδιαφέροντος στόν μετασχηματισμό τόσο τών έξωτερικών έμπειριών δσο καί τών έσωτερικών διεργασιών σέ «σώματα» πνευματικής πράξης (οι ποιητές αύτοί πιστεύουν στή σύγχρονη ποίηση περισσότερο άπό δσο στή σύγχρονη κοινωνία — τουλάχιστον μέ τήν έννοια δτι ή δεύτερη δέν διακρίνεται, βέβαια, γιά τήν ύψηλόφρονη ένθάρρυνση κάποιου ήθικοπολιτικου οράματος καί δτι, προπαντός σήμερα, μόνο διά τής πρώτης θά μπορούσαν νά προσφέρουν κάτι θετικό στή δεύτερη)· έπίμονη προσήλωση του έσωτερικου βλέμματος στόν θάνατο,, ,άλλά συνήθως μέ μιά βαθμιαία άπορρόφηση - άποδοχή του υπαρξιακοί) τρόμου* ροπή προς τόν άπαιτητικό στοχασμό, πού θέλει νά διεμβολίσει καί νά καταλύσει τή συμβατική σκέψη* άπομάκρυνση άπό τόν «κραυγαλέα» δηλωτικό κοινωνικό ή αισθητικό έπαναστατισμό* σύνθεση μιας ένδοποιητικής μεταφυσικής* έπανεμφάνιση συνδυασμών δραματικού καί λυρικου* δοκιμή άναγέννησης έμμετρων μορφών διαμόρφωση μιας γλώσσας πού προσπαθεί νά γίνει δραστική μέσα άπό τήν ένταση τής καλλιέργειάς της και δχι μέσα άπό τήν έπιστράτευση μιας «καθημερινής» τραχύτητας. Δέν θά έπρεπε νά προσθέσουμε τίποτε περισσότερο, πέρα άπό τό δτι οί ένδείξεις αύτές συνάπτονται ομαλά σέ ενα εύρύτατο γραμματολογικό σύνολο, πού ύπαγορεύει τήν έπανάληψη μιας κοινοτοπικής δσο καί βάσιμης διαπίστωσης: δτι καμία πρόβλεψη περί τελικού άδιεξόδου τής ποίησης δέν έχει ιστορικά έπαληθευθεϊ έως σήμερα. Περιπτώσεις ποιητών: Γιάννης Τζανετάκης, 1956 (Μούμιες στήν πανσέληνο, 1978* !Απανθράκωση, 1983· Όσο άκούω σέ χρώμα, 1985* Τά ζώα της Κυριακής, 1988* Μέ φώτα έρημου, 1992* Όνείρου έρως, 1995* Βίος βαθύς, 2004). — Γιώργος Κακουλίδης, 1956 (Λίμπερτυ, 1979* Ήαΐρεση της τίγρης, 1984* Ή προσευχή του Τζορντάνο Μπρουνο, 1986* Τό χρώμα της ορχήστρας, 1989* Ή άλήθεια πού δέν υπάρχει, 1999). — Βαγγέλης Κάσσος, 1956 (Μικρές δορκάδες, 1979* Στά ριζά της σιωπής, 1984* Ή πείρα του θανάτου, 1989* Αδιαπέραστο φώς, 1998). — Παντελής Μπουκάλας, 1957 (Άλγόρυθμος, 1980· Ή εκδρομή της Εύδοκίας, 1982, 21993* Σήματα λυγρά, 1992· Ό μάντης, 1994* Όπόταν πλάτανος, 1999). — Σωτήρης Τριβιζας, 1957 (Τό κέλυφος, 1982, 2 1985· Κίβδηλο φεγγάρι, 1984, 2 1993· Βίος άσωμάτων και άλλα ποιήματα, 1986, 2 1991). — Χάρης Βλαβιανός, 1957 (Ύπνοβασίες, 1983· Πω-
λητής Θαυμάτων, 1985* Τρόπος του λέγειν, 1986* νΑσπονδος άναίρεσις, 1989* Ή νοσταλγία τών ουρανών, 1992* Ό άλλος τόπος, 1995* Adieu, 1996· Ό άγγελος της ιστορίας, 1999* Μετά τό τέλος της ομορφιάς [Ποιήματα, 1998-2002], 2003). — Δημήτρης Χουλιαράκης, 1957 ( Υ π έ ρ θηλών καί ραμφών, 1983* Τά μαύρα μέταλλα του πόθου, 1985* Ή Σουπέργκα περιμένει, 1987* Τό λείψανο τών ημερών, 1994* Ζωή κλεισμένη, 2001). — Παν.-Χαρά Χρηστάρα, 1957 (Στον ύπνο της Αφροδίτης. Ποιήματα 1986-1989, 1990· Αναλαμπές σωμάτων. Ποιήματα 1981-1991, 1991* Νυχτερινή γραφή, 1994* Όπτικό πεδίο, 2002* Τό φώς δικούς του νόμους υπακούει, 2003). — Στρατής Πασχάλης, 1958 (Ανακτορία, 1977* Ανασκαφή, 1984* Μιά νύχτα του Ερμαφρόδιτου, 1989* Βυσσινιές στό σκοτάδι, 1991* Άνθη του νερού, 1994· Κωμωδία, 1998« Κοιτάζοντας δάση, 2002· Στίχοι ενός άλλου. (Ποιήματα 1977-2002), 2002). — Μαρία Κούρση, 1958 (Ποιήματα, 1981· Κουκκίδα διαστάσεων, 1983* Πιστό άντίγραφο μέ μαλλιά, 1987* Έμεινα μέσα, 2002). — Ηλίας Λάγιος, 1958-2005 (Αλέξη Φωκά: Ασκήσεις, 1984· Κατά Αλέξιον καί Μαρίαν, 1990* Ή ιστορία της Λαίδης Όθέλλος, 1992* Τό βιβλίο τής Μαριάννας, 1993). — Θάνος Φωσκαρίνης, 1960 (Συν τό νέο σίγμα, 1979* Ό καμβάς καί τό σκουλήκι, 1997· Οινόπνευμα γιά τά μάτια καί τό στόμα, 2000* Ή άλήθεια μέ ή χωρίς άντιβιοτικά, 2002). — Κώστας Γκιμοσούλης, 1960 (Ό ξυλοκόπος πυρετός, 1983* Ή άγια μελάνη, 1983* Τό στόμα κλέφτης, 1985* Χέρι στή φωτιά, 1999* Αγάπη άπό ζήλια, 2004). — Νίκος Γ. Δαββέτας, 1960 (Οί έραστές της "Οστριας, 1983* Ρέκβιεμ γιά τό πρωινό τέλος, 1985* Ή μυστική ταφή της Έλεονώρας Τίλσεν, 1988* Τά μήλα της Εδέμ, 1990* Τό κίτρινο σκοτάδι του Βάν Γκόγκ, 1995). — Γιώργος Κοροπούλης, 1960 (Αρχή σοφίας, 1983· Γεθσημανη, 1985· Τρίτον άπό της άληθείας, 1988* Ουκ εστίν ώδε, 1993). — Θανάσης Σερέφας, 1960 (Λεζάντα γιά μιά φωτογραφία, 1983· Αύτή πού γλεντάει στό φώς, 1985· Μέ την ψυχή στό στόμα, 1990* Απ'τό τίποτα, 1994* Τρεις γάτες δρόμος, 2000). — Γιώργος Μπλάνας, 1960 ( Ή ζωή κολυμπά σάν φάλαινα άνύποπτη πριν τή σφαγή, 1987· Ήάναπόφευκτη άνθηρότητά σου, 1990* Νύχτα, 1991). — Θανάσης Χατζόπουλος, 1961 ('Ιδίοις σώμασι, 1986* Ή Κοίμηση, 1988* Τό άφωτο, 1990* Από καταβολής δρόσου, 1991* Όέξ αίματος νεκρός, 1994· Στον ηλιο μοίρα, 1996· 'Ιδίοις σώμασι/Χωρία, α', 1997· Κανόνας, 1998· Κελί, 2000· Μιγαδικά καί άμφιθαλη, 2003* No humans9 land - άναφορά, 2005). Βιβλιογραφία Κ. Θ. Δημαρά, Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από τις πρώτες ρίζες ώς τήν έποχή μας. Ένατη έκδοση. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000 (σσ.
620-627). — Πέτρου Σπανδωνίδη, Ή νεώτερη ποίηση στην Ελλάδα. Δοκίμιο. "Ικαρος, Αθήνα [1955]. — Αντρέα Καραντώνη, Προβολές, Α', Αθήνα 1965. — Του ϊδιου, Α' Εισαγωγή στη νεώτερη ποίηση, Β' Γύρω άπό τή σύγχρονη Ελληνική ποίηση. Πέμπτη έκδοση βελτιωμένη. Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήναι 1978. — Του ϊδιου, Ή ποίηση μας μετά τόν Σεφέρη. Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα 1976. — Λίνου Πολίτη, Ποιητική 'Ανθολογία. Η' Ή γενιά του 1930 και ο Σεφέρης. Δεύτερη έκδοση άναθεωρημένη. Εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα [1977]. — Του ίδιου, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό "Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978 ( 2 1979, μέ διορθώσεις, 3 1980). — Αλέξανδρου Αργυρίου, ΝεωτερικοΙ ποιητές του μεσοπολέμου, [Αθήνα 1979]. Στή σειρά: Ή έλληνική ποίηση. 'Ανθολογία - Γραμματολογία, [τόμ. Δ'], τών Εκδόσεων Σοκόλη. — Του ίδιου, Ή πρώτη μεταπολεμική γενιά. [Αθήνα, 1982]. Στήν ίδια σειρά, [τόμ. Ε']. — Κώστα Παπαγεωργίου, Ήδεύτερη μεταπολεμική γενιά, [Αθήνα 2002]. Στήν ίδια σειρά, [τόμ. ζ']. — Mario Vittf, Ή Γενιά του -Τριάντα9. 'Ιδεολογία και μορφή, Νέα έκδοση έπαυξημένη, Ερμής, Αθήνα 1995. — Κώστα Στεργιόπουλου, 'Από τό συμβολισμό στή «νέα ποίηση». Εκδόσεις «Βάκων», Αθήνα 1967. — Του ίδιου, Ή άνανεωμένη παράδοση, [Αθήνα 1980]. Στή σειρά: Ή έλληνική ποίηση. 'Ανθολογία-Γραμματολογία, [τόμ. Γ'], τών Εκδόσεων Σοκόλη. Ή εισαγωγή του βιβλίου αύτου τώρα καί στόν ΣΤ' τόμο τής σειράς: Κώστα Στεργιόπουλου, Περιδιαβάζοντας, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 2004, σσ. 31-58. — Βύρωνα Λεοντάρη, Ή ποίηση της ήττας, Εκδόσεις Έρασμος, [Αθήνα 1983]. — Μ. Γ. Μερακλή, Σύγχρονη Έλληνική Λογοτεχνία, 1945-1980. Μέρος πρώτο: Ποίηση. Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 1987]. — Του ίδιου, Λογοτεχνική κριτική, I. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 9, [Θεσσαλονίκη, 1976]. — Σόνιας Ίλίνσκαγια, Ή μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στή μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στήν *Ελλάδα. Γ' έκδοση. Μεταφραστική έπιμέλεια: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Κέδρος, [Αθήνα, Δεκέμβριος 1990]. — Δ. Ν. Μαρωνίτη, Ποιητική και πολιτική ήθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά. 'Αλεξάνδρου - 'Αναγνωστάκης - Πατρίκιος. Κέδρος, [Αθήνα] 1976. — Κωστή Μοσκώφ, Ή κοινωνική συνείδηση στήν ποίηση της Θεσσαλονίκης. Δοκίμιο. Θεσσαλονίκη 1978. — Ξ. Α. Κοκόλη, Δώδεκα ποιητές. Θεσσαλονίκη 1930-1960. [Εκδόσεις] Εγνατία, [Θεσσαλονίκη 1979]. — Νεώτερη έλληνική ποίηση 19651980. Εισαγωγή Αλέξης Ζήρας. Εκδόσεις Γραφή, [Αθήνα 1979]. — 'Αλέξη Ζήρα, Γενεαλογικά γιά την ποίηση και τούς ποιητές του '70, Ρόπτρον, Αθήνα 1989. — Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Ή γενιά του '70. Ιστορία - Ποιητικές διαδρομές. Κέδρος, [Αθήνα 1989]. — Ποιητές της νεότερης γενιάς. Άετοπουλειο Πολιτιστικό Κέντρο Χαλανδρίου, [Αθήνα] 1992 (σσ. 9-20: Αλέξη Ζήρα,
«Όρισμοί καί συσχετίσεις στή νεότερη ποίηση, 1980-1990»). — Δώρας Μέντη, Μεταπολεμική πολιτική ποίηση. Ιδεολογία καί ποιητική, Κέδρος, [Αθήνα 1995]. — Γενιά του '70. Έργογραφία τών ποιητών, Βασική κριτικογραφία, Αποσπάσματα άπό κριτικές, 'Ανθολόγηση ποιημάτων. Εισαγωγή: Αλέξης Ζήρας, Επιμέλεια: Δημήτρης Αλεξίου. Εκδόσεις "Ομβρος, Σύγχρονη Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2001. Πεζογραφία Τά γενικά ιστορικά, ιδεολογικά καί πολιτισμικά πλαίσια πού σημειώνονται παραπάνω σχετικά μέ τις περιόδους τής νεώτερης καί τής σύγχρονης ποίησης ισχύουν, βέβαια, σέ δ,τι άφορα τις έπιρροές πού δέχεται καί ό συνειδησιακός κόσμος τών πεζογράφων πού δρουν παράλληλα μέ τούς ποιητές. Προκειμένου γιά τά ιδιαίτερα ένδιαφέροντα καί τις τεχνοτροπικές έξελίξεις τής πεζογραφίας, ένας συγκεφαλαιωτικός χαρακτηρισμός θά μπορούσε νά άναφερθεΐ στά εξής βασικά γνωρίσματα: διαγράφεται μιά πορεία άπό τή ρεαλιστική - περιγραφική θεώρηση τής άνθρώπινης δράσης προς τή διεισδυτικότερη διερεύνηση τών κοινωνικών συνθηκών καί του άνθρώπινου ψυχισμου, μέ άνάλογη άναπροσαρμογή τών άφηγηματικών δομών καί τών έκφραστικών μέσων, πού μετακινεί τό κέντρο βάρους άπό τήν παραδοσιακή άπεικόνιση του ορατού προς τή νεωτερική άποκάλυψη του λανθάνοντος. Άπό τή φύση της, ωστόσο, ή πράξη τής πεζογραφίας διατηρεί, άκόμη καί μέσα άπό τήν τολμηρότερη άφαιρετικότητα, έναν μεγαλύτερο βαθμό ρεαλιστικής συνοχής συγκριτικά μέ τήν ποίηση, μέ άποτέλεσμα ό χώρος της νά παρέχει ένδείξεις περισσότερο σταθμητές1. Κατά τήν πρώτη δεκαετία του Μεσοπολέμου, και μέσα στις έντονα διαφοροποιούμενες κοινωνικοπολιτικές, πολιτισμικές καί ειδικότερα λογοτεχνικές συνθήκες στον διεθνή καί βαθμιαία στό ν ελληνικό χώρο, έντοπίζοντα ι οί γενετικές ζυμώσεις πού θά προκαλέσουν μιά χρονικά έκτεταμένη καί ποιοτικά κρίσιμη άνανέωση τής νεοελληνικής πεζογραφίας. "Οπως μέ τήν ποίηση, έτσι καί 1. Γιά τήν άναγκαία στοιχειώδη πληροφόρηση σέ δ,τι άφορα τό είδος τών κειμένων-βιβλίων, οί τίτλοι τους στήν παρακάτω έπισκόπηση συνοδεύονται άπό τις άντίστοιχες συντομογραφίες: μ. (μυθιστόρημα), δ. (διήγημα), ν./νς (νουβέλα/ες) καί τ. (ταξιδιωτικό/ά). Αύτόνοητη είναι, βέβαια, ή συχνή σχετικότητα τών ορίων μεταξύ νουβέλας καί διηγήματος καί ή (μάλλον) σπανιότερη μεταξύ μυθιστορήματος καί νουβέλας. Τονίζεται δμως δτι προκειμένου γιά τή μοντερνιστική (καί γενικά τή νεωτερική) πεζογραφία, καί άνάλογα μέ τήν ενταση τής «καθαρότητάς» της, οί τρεις πρώτοι προσδιορισμοί γίνονται άπό έν μέρει έως πλήρως συμβατικοί (καί δηλωτικοί κυρίως ή σχεδόν μόνο τής έκτασης του κειμένου).
fjiè τό θεματικό, τεχνοτροπικό καί ιδεολογικό σύνολο τής πεζογραφίας τής γενιάς του '30 ή νεοελληνική λογοτεχνία εισάγεται καί συμμετέχει διαρκώς πιά στή νεωτερικότητα του εικοστού αιώνα. Θά άκολουθήσουν έως τήν έποχή μας περίοδοι εύδιάκριτης κάθε φορά ιδιαιτερότητας — μέ τουλάχιστον έπαρκεις ποιοτικές «αιχμές». Καθοριστικά γνωρίσματα του έργου τών πεζογράφων τής πρώτης αύτής γενιάς εϊναι: ή ϊδια ή έπίγνωση τής μέγιστης λογοτεχνικής καί γενικότερα τής πνευματικής άξιας προπαντός του μυθιστορήματος, μέ βάση τά κορυφαία παλαιότερα καί σύγχρονα ξένα πρότυπα, καί ή φιλοδοξία μιας έλληνικής προσέγγισης του όδηγητικου «ιδεώδους»· στήν πράξη, μιά άναμφισβήτητα άξιοπρεπής άνάπτυξη έκσυγχρονισμένης έλληνικής μυθιστοριογραφίας (μέ παράλληλες τις προωθητικές μορφές διηγήματος)· ή άρτίωση καί έδραίωση τής «συνείδησης πεζογράφου» καί ή άκμαία πεποίθηση σέ δ,τι άφορα τήν κοινωνική σημασία του σχετικού ρόλου (άνεξάρτητα άπό τήν προς τό παρόν πρακτική έμβέλειά τ
πού χάθηκε άπάνου σε μιά ξέρα, Ιστορίες και περιστατικά, "Ελληνες θαλασσινοί στις θάλασσες τής Νοτιάς, Ή'Αφρική κ' οι θάλασσες τής Νοτιάς (δ.), 1944* Γιαβάς ο θαλασσινός (μ.), 1965). Μέ έξαιρετικά περιεκτική λιτότητα, ό Στρατής Δούκας (1895-1983) άπέδωσε τήν περίπτωση μιας άτομικής —και, άντιπροσωπευτικά, τής συλλογικής— περιπέτειας μετά τή Μικρασιατική καταστροφή στό κυριότερο, και, αναλογικά προς τό πυκνό περιεχόμενο του, σύντομο άφήγημα Ιστορία ένός αιχμαλώτου, 1929 (άκόμη: 'Οδοιπόρος (τ.), 1968* Ένώτια (δ.), 1974). Ή άποφασιστική είσοδος τής άντιπολεμικής πεζογραφίας στήν Ελλάδα πραγματοποιείται μέ τό μυθιστόρημα Ή Ζωή έν Τάφω (1930 [α' μορφή: 1924]) του Στράτη Μυριβήλη (1890-1969), πού συνδύασε έπιτυχημένα τόν ρεαλισμό μέ τόν λυρισμό ήδη σ' αύτό τό έργο, στά δύο έπόμενα μιας «τριλογίας» μέ έντελώς αύτοτελεΐς, βέβαια, μονάδες: Ή δασκάλα μέ τά χρυσά μάτια (1933), Ή Παναγιά ή Γοργόνα (1949), σέ τρεις νουβέλες, τήν ψυχολογικά διεισδυτική Ό Βασίλης ό 'Αρβανίτης (1943), τήν ένδιαφέρουσα (άστικου πλαισίου και ήθογραφικής άναδρομής) Τά παγανά (1945) και τή φυσιολατρική Ό Πάν (1946), καί στά πολλά καί άνισα διηγήματά του (Κόκκινες Ιστορίες, 1915* Διηγήματα, 1928* Τό πράσινο βιβλίο, 1935* Τό γαλάζιο βιβλίο, 1939· Τό κόκκινο βιβλίο, 1952* Τό βυσσινί βιβλίο, 1959). Μιάν έμπειρία αιχμαλωσίας στή Μικρά Ασία άποτυπώνει καί ό 'Ηλίας Βενέζης (19041973) στό πρώτο σημαντικό εργο του Τό Νούμερο 31328 (μ.), 1931 (προηγήθηκε: ΌΜανώλης Λέκας και άλλα διηγήματα, 1928)· καί συνεχίζει μέ μυθιστορήματα λυρικού άνθρωπισμου (Γαλήνη, 1939) καί νοσταλγίας τών «μαγικά» ειδυλλιακών παιδικών χρόνων (Αιολική Γή, 1943) καί γενικά μέ μιά πεζογραφία ήπιων τόνων καί ύποβλητικου κλίματος, πού «έξανθρωπίζει» άκόμη καί τά τραγικά γεγονότα (Αιγαίο (δ.), 1941* "Ωρα πολέμου (δ.), 1946* "Έξοδος (μ.), 1950* Φθινόπωρο στήν 'Ιταλία (τ.), 1950* 'Αμερικανική Γή (τ.), 1955). Τό εργο του Θράσου Καστανάκη (1901-1967) περιβάλλει τό (κυρίως) έλληνικό θέμα μέ κοσμοπολιτική πλαισίωση καί άτμόσφαιρα καί διαγράφει έναργεΐς άνθρώπινους τύπους, μέ μιάν έξέλιξη άπό τήν ειρωνική προς τή «συμπαθητική» άντιμετώπισή τους (Οί πρίγκιπες (μ.), 1924* Ή χορεύτρια κοντεσσίνα Φελιτσιτά κι άλλα διηγήματα, 1928* Στό χορό τής Ευρώπης (μ.), 1929* Τό Παρίσι τής νύχτας και του έρωτα (δ.), 1929* Τό μαστίγιο κι οι πολυέλαιοι (δ.), 1930* Ή φυλή τών ανθρώπων (μ.), 1932· Ελληνικά χώματα: Τά μυστήρια τής Ρωμιοσύνης (δ.), 1933* ΌΡασκάγιας (δ.), 1939* Τόν καιρό τής είρήνης (μ.), 1942* Ό Χατζη-Μανουήλ (μ.), 1956* Ή παγίδα (μ.), 1962). Παράλληλα μέ τούς έκπροσώπους τής ολοκληρωμένης καί σαφούς άνανέωσης (ή καί ένωρίτερα) άρχίζουν τήν άσχολία τους —καί οί περισσότεροι τήν
συνεχίζουν έπί πολλά χρόνια— ορισμένοι πεζογράφοι πού προτιμούν τή «γραμμική» καί περιγραφική άφήγηση, δέν έπιδιώκουν υφολογικές καινοτομίες ή τήν πολυεδρική θεματική καί τήν έμβάθυνση σέ συνθετότερα φαινόμενα, άλλά μέ τό πρόταγμα του κοινωνικού ρεαλισμού καί τής κοινωνιστικής «θέσης» συμβάλλουν στήν έξ άντικειμένου όλικότητα του σκοπού τής λογοτεχνίας καί παρουσιάζουν κάποιες ισχυρές «στιγμές». Σημειώνουμε τούς: Πέτρο Πικρό, 1895/6-1956 (Χαμένα κορμιά (δ.), 1922· Σα θά γίνουμε άνθρωποι (δ.), 1924* Τουμπεκί(μΧ 1927* Ό άνθρωπος πού έχασε τόν εαυτό του (μ.), 1928* Ή εταίρα που κυβέρνησε τήν 'Ελλάδα [Ασπασία] (μ.), 1931* Άπό τόν κόσμο πού φεύγει στόν κόσμο πού έρχεται, ή αύτό πού δέν σοφίστηκε ούτε ό σοφός Αριστοτέλης. Ρομάντζο γιά τή νεολαία, 1934* Λαμπηδόνα του βυθοϋ (μ.), 1955). — Νίκο Κατηφόρη, 1903-1967 (Τραβώντας στήν τρέλλα (δ.), 1922· Τό άνοιχτό παράθυρο (δ.), 1926* 'Όσο κρατάει τό σκοτάδι (δ.), 1929* Ήπιάτσα (μ.) 1930:, Ή διχτατορία του Σατανά (μ.), 1935* Ό άρχοντας και άλλα διηγήματα, 1945· 'Όταν σκάβαμε τόν ουρανό (μ.), 1964* Ό καρχαρίας και τά έννιά κύματα (μ.), 1965). — Χρήστο Λεβάντα, 1904-1975 (Στο μεθύσι του πόνου (δ.), 1923· Ίσιος δρόμος (δ.), 1932· Ή φαμίλια του Νώε (δ.), 1940· Ταξίδι στο άγνωστο (δ.), 1949* Πορεία κόντρα στόν τυφώνα (ν.), 1956* Ιστορίες του Πόρτο-Λεόνε (δ.), 1960). — Γαλάτεια Καζαντζάκη, 1881-1962 (11 π.μ. - 1 μ.μ. κι άλλα διηγήματα, 1927* Κρίσιμες στιγμές (δ.), 1952* ν Ανθρωποι και υπεράνθρωποι (μ.), 1957). — Βάσο Δασκαλάκη, 1897-1944 (Ξεριζωμένοι (μ.), 1930). — Θέμο Κορνάρο, 1906-1970 (Τό "Αγιον *Ορος (μ.), 1933· Σπιναλόγκα (μ.), 1933· Όάλήτης (μ.), 1935· Καλοί και κακοί (μ.), 1940* Δέ θά πεθάνουμε (δ.), 1943* Ό εσταυρωμένος λαός μας (μ.), 1945· Στάχτες και φοίνικες (μ.), 1957* Ήαίχμαλωσία της νύχτας (μ.), 1958· Τό ξεκίνημα μιας γενιάς (μ.), 1962). Ό Κοσμάς Πολίτης (1888-1975) ψυχογράφησε εύστοχα τήν έρωτική άνησυχία έξελιγμένων άστών (Λεμονοδάσος (μ.), 1930· Εκάτη (μ.), 1933) καί τήν έφηβεία (Eroïca (μ.) 1938), σέ κείμενα δπου κυριαρχεί ή ύπέρβαση τής καθημερινότητας, ή λεπτή καί άνώτερη έσωτερική διεργασία καί ή ποιητική άτμόσφαιρα. Άλλά άποδείχθηκε τουλάχιστον έξίσου ικανός καί στήν άνάδειξη, μέ άνάλογη ύποβλητικότητα, καί άλλων δψεων τής ζωής: μέ τά μυθιστορήματα Τό Γυρι (1945) καί, προπαντός, Στου Χατζηφράγκου (1962) στράφηκε στόν κόσμο του άπλου λαου, άναπλάθοντας μέ άπεικονιστική δύναμη καί μέ ψυχική μέθεξη τις συνήθειες καί τά προβλήματά του καί άφήνοντας νά προκύψει άβίαστα ή κοινωνική - άνθρωπιστική διάσταση. Ή πολλαπλή άδυναμια καί ή άναπόφευκτη τελική έξουθένωση άστών καί κυρίως μικροαστών
άπασχόλησαν τόν Άγγελο Τερζάκη (1907-1979) στά πρώτα έργα του ( Ό ξεχασμένος (δ.), 1925* Φθινοπωρινή συμφωνία (δ.), 1929* Δεσμώτες (μ..), 1932* Ή παρακμή τών Σκληρών (μ.), 1933). Γενικότερα, άποφεύγοντας τήν εύκολη αισιοδοξία, έδωσε έμφαση στό συχνό φαινόμενο τής άποτυχίας καί τής συντριβής ή τουλάχιστον τών έσωτερικών άναστολών, προπαντός τών ευαίσθητων καί στοχαστικών άνθρώπων (Του έρωτα και του θανάτου (δ.), 1942* Ή στοργή (ν.), 1944* Δίχως θεό (μ.), 1951* Τό λυκόφως τών άνθρώπων (μ.), 1989), άλλά καί στήν άνθεκτικότητα τής άξιοπρέπειας (Ή μενεξεδένια πολιτεία (μ.), 1937), ένώ εξάλλου απέδωσε μέ βαθειά κατανόηση τήν έφηβική ονειροπόληση (Ταξίδι μέ τόν 'Έσπερο (μ.), 1946). Μέ μιάν άλλαγή θεματικής, που προκάλεσε καί μιά διαφοροποίηση του ψυχικου κλίματος, έδωσε καί ένα άρτιο ιστορικό μυθιστόρημα (Ή Πριγκηπέσσα Ίζαμπώ, 1945). Αξιοποίησε, έπίσης, ουσιαστικά καί άνεπιτήδευτα τήν έμπειρία του άπό τόν πόλεμο (5'Απρίλης (δ.), 1946). Πιστεύοντας βαθιά στον πολιτισμικό ρόλο τής πεζογραφίας, ό Γιώργος Θεοτοκάς (1905-1966) κάλυψε μέ περιγραφική ένάργεια καί ψυχογραφική όξύνοια μιά σειρά θεμάτων: τις ιδεολογικές άναζητήσεις καί τις συναισθηματικές κυμάνσεις τής μορφωμένης (καί ειδικά τής πανεπιστημιακής) νεολαίας τής έποχής του ('Αργώ (μ.), 1933* πλήρης μορφή: 1936), τήν πληθωρική καί τυχοδιωκτική δράση (Ευριπίδης Πεντοζάλης και άλλες ιστορίες (δ.), 1937), τόν εύαίσθητο ή τόν έντονο καί άπρόβλεπτο ψυχισμό Ωρες άργίας (δ.), 1931* Τό Δαιμόνιο (μ.), 1938), τή μετάβαση άπό τήν παιδική εύφρόσυνη άθωότητα στήν πρώτη συνειδησιακή ώριμότητα (Αεωνής (μ.), 1940), τήν έπίδραση του πολέμου στις συλλογικές συνθήκες καί στις άτομικές τύχες ( Ιερά οδός (μ.), 1950* έκτενώς συμπληρωμένη μορφή: 'Ασθενείς και οδοιπόροι, 1964), άλλά καί τό πρόβλημα του κενού άξιών, πού άπειλει τόν άνθρωπο τής προχωρημένης μεταπολεμικής έποχής (Οί Καμπάνες (μ.), 1970). Μέ άδιάπτωτη αφηγηματική ευχερεια, ο Μιχάλης Κοφαγάτσης (1908-1960) τόνισε τόν ρόλο του έρωτικου ένστικτου καί γενικότερα τής «τυφλής» βιολογικής ορμής σχεδόν σέ δλα τά έργα του (καί κυρίως στά: Ό συνταγματάρχης Αιάπκιν (μ.), 1933* Χίμαιρα, (μ.), 1936 (άναπτυγμένο [ Ή μεγάλη χίμαιρα]: 1953)· Γιούγκερμαν (μ.), 1938* Τά στερνά του Γιουγκερμαν (μ.), 1941* "Αμρι α Μουγκου (μ.), 1954), ένέταξε μιάν ιδιωτική περιπέτεια στό πλαίσιο τής έλληνικής Επανάστασης (τριλογία Ό κόσμος πού πεθαίνει (μ.): Ό Κοτζάμπάσης του Καστρόπυργου, 1944* Αϊμα χαμένο και κερδισμένο, 1947* Τά στερνά του Μίχαλου, 1949), ψυχογράφησε εκπροσώπους τής έλληνικής οικονομικής καί γενικότερα άστικής άνάπτυξης του Μεσοπολέμου (Όκίτρινος φάκελος (μ.), 1956), διοχετεύοντας τό ένδιαφέρον του καί σέ πλείστα άλλα θέματα (Τό συναξάρι τών άμαρτωλών (δ.), 1935* Ή λιτανεία τών άσεβών (δ.),
1940· Νυχτερινή ιστορία (δ.), 1943· Τό μεγάλο συναξάρι (δ.), 1951* Ό θάνατος κι ό Θόδωρος (μ.), 1954* Ή μεγάλη λιτανεία (δ.), 1955* Σέργιος και Βάκχος (μ.), 1959). Τόν Θανάση Πετσάλη-Διομήδη (1904-1995) άπασχόλησε άρχικά ή έξέλιξη καί ή παρακμή τής ζωής μεγαλοαστών (τριλογία Γερές και αδύναμες γενεές (μ.): Ό προορισμός τής Μαρίας Πάρνη, 1932* Τό σταυροδρόμι, 1934* Όάπόγονος, 1935). Οί συνειδησιακές διεργασίες πού του προκάλεσαν ό Πόλεμος και ή Κατοχή μετακίνησαν τό ένδιαφέρον του άπό έναν κυρίως άτομοκεντρικό κόσμο στήν δλη ιστορική περιπέτεια του νέου έλληνισμου, μέ άποτέλεσμα τή σύνθεση ιστορικών μυθιστορημάτων «κυκλικής» έποπτείας καί άναμφισβήτητης άναπλαστικής δύναμης (Ήκαμπάνα της Αγια-Τριάδας (μ.), 1949· Οι Μαυρόλυκοι (μ.), Α'-Β', 1947-1948· Ελληνικός 'Ορθρος (μ.), Α'Γ \ 1962, Δεκατρία χρόνια (μ.), 1964· Ή Κυρά τής Ύδρας (δ.), 1968· Ό κατακαημένος Τόπος (μ.), 1972). Πεζογράφος υψηλής παιδείας, δπως έξάλλου οί περισσότεροι .τής γενιάς του, ό Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986) άφορμήθηκε πνευματικά και άντλησε τά θέματά του τόσο άπό τόν έλληνικό δσο καί άπό τόν νεώτερο καί σύγχρονο δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό: άναζήτησε βαθύτερες ούσιαστικές διαστάσεις του λαϊκού-παραδοσιακού βίου καί τών άξιών του (Τό χρονικό μιας πολιτείας (μ.), 1938), άλλά καί του άναγεννησιακου άνθρωπισμου (Όθάνατος του Μέδικου (μ.), 1939), ιχνηλάτησε τήν πορεία άπό τόν ήθικά φιλελεύθερο κοινοτισμό καί τήν άγωνιστική πράξη στή δημοκρατική πολιτειακή οργάνωση (Παντέρμη Κρήτη (μ.), 1945* τριλογία Ό Κρητικός (μ.): Τό δέντρο, 1948· Ή πρώτη λευτεριά, 1949· Ή Πολιτεία, 1950) καί, σέ ένα έπόμενο έπίπεδο, προβληματίσθηκε έπάνω στήν «τεταμένη» σχέση, άλλά δχι καί άνέφικτη διαλεκτική σύνθεση, του παραδοσιακού μέ τή νεωτερικότητα (τριλογία «Οί δρόμοι τής δημιουργίας» (μ.): Ό ήλιος του θανάτου, 1959* Ή κεφαλή της Μέδουσας, 1963* Ό άρτος τών άγγέλων, 1966* βλ. άκόμη συναφώς: Ό άγγελος στό πηγάδι (μ.), 1970* καί τό άντιστασιακό κείμενο τής περιόδου τής δικτατορίας: Ήάντίστροφη μέτρηση (μ.), [πολυγραφημένο, 1969* έκτος έμπορίου έκδοση του συγγραφέα, 1974] 2 1982). Τό έργο τής Λιλίκας Νάκου (1905-1989) στάθηκε άξιοσημείωτο γιά τόν κοινωνικό ρεαλισμό του καί, ειδικότερα, γιά τήν κριτική τών έπαρχιακών προκαταλήψεων καί μικρονοιών (Οί παραστρατημένοι (μ.), 1935* Ή κόλαση τών παιδιών (δ.), 1944* Ή κυρία Ντορεμί (μ.), 1955· 'Ανθρώπινα πεπρωμένα (μ.), 1955· Γιά μιά καινούργια ζωή (μ.), i960* Οί οραματιστές της Ικαρίας (μ.), 1963). Τόν Γουλιέλμο Ν. Άμποτ (1906-2001) χαρακτηρίζει κυρίως ό ψυχογραφικα ισχυρός ρεαλισμός στό πρώτο καί γνωστότερο έργο του (Γη και νερό (μ.), 1936* Έπιδρομή (μ.), 1946 [άναθεωρημένο:] Συμεώνωφ, 1974· Δημήτριος Γαβριήλ (μ.), i960· Ιόλη (μ.), 1970· Έγώ ό νόμος (δ.), 1977). Ό Γιάννης Μπεράτης
(1904-1968), άφου άρχισε μέ ορισμένες έκφραστικά καί έρμηνευτικά ένδιαφέρουσες τομές κυρίως στον υποκειμενικό κόσμο τών ήρώων (Διασπορά (μ.), 1930* Αύτοτιμωρούμενος [μυθιστορηματική βιογραφία του Baudelaire], 1935), έδωσε μέ τό έργο Τό πλατύ ποτάμι (μ.), [πρώτο μέρος: 1946, πλήρες: 1965], τήν ουσιαστικότερη ίσως πεζογραφική θεώρηση του άλβανικου πολέμου, άναδεικνύοντας τόν άνεπιτήδευτο πατριωτισμό καί άποδίδοντας τό θέμα μέ λιτά δσο καί ισχυρά καλλιτεχνικά μέσα. Αξιόλογη και ή άναφορά στις έμπειρίες του άπό τήν έθνική άντισταση ( 'Οδοιπορικό του '43 (μ.), 1946). Αργότερα, κατά κάποιον τρόπο έπανήλθε στις πρώτες άναζητήσεις του (Στρόβιλος (μ.), 1961* 'Ένας σωσίας (μ.) [σωζόμενο άπόσπασμα], 2001). Καί ό Λουκής Ακρίτας (1909-1965), έπειτα άπό τά πρώτα έργα του (Νέος μέ καλάς συστάσεις (μ.), 1935* Ό κάμπος (μ.), 1936), μετουσίωσε τό θέμα του ίδιου πολέμου στήν άρτιότερη λογοτεχνική πράξη του ('Αρματωμένοι (μ.), 1947), δπου μέ ευαισθησία καί άφηγηματική ένάργεια αποτύπωσε τό ήθος του άγώνα. Δύο πεζογράφοι μακροχρόνιας παρουσίας στή λογοτεχνία μας, καί μέ έκτεταμένο και πολυειδές έργο, προσδιορίσθηκαν άρχικά άπό τό πνευματικό κλίμα τής δεκαετίας του '20, άλλά δέν μπορούν νά διαχωρισθούν έντελώς άπό τά γνωρίσματα τής («άκραιφνέστερης») γενιάς του '30, ένώ έξάλλου εξέφρασαν καί δψεις του προχωρημένου μεταπολεμικού κόσμου: Ό Πέτρος Χάρης (1902-1998), μέ έν μέρει συμβολιστικές προδιαθέσεις καί μέ δομική καί έκφραστική σαφήνεια, άναφέρθηκε σέ ένδιαφέρουσες πτυχές τής άτομικής και τής «τρέχουσας» κοινωνικής ζωής (Ήτελευταία νύχτα τής γής (δ.), 1924* Μακρινός κόσμος (δ.), 1944* Φώτα στό πέλαγος (δ.), 1958* Δρόμος 100 μέτρων (δ.), 1962* Όταν οι άγιοι κατεβαίνουν στή γή (δ.), 1965* Ή μεγάλη νύχτα (δ.), 1969· Ρεμβασμός στό χάρτη (δ.), 1982· Τά δέντρα (δ.), 1991* 'Ανεμοστρόβιλος (μ.), 1992), άλλά άργότερα άφιέρωσε καί στήν τραγωδία τών Δεκεμβριανών ενα έργο νηφάλιας «κατανόησης» τής ήθικής καί τών δύο παρατάξεων καί άνθρωπιστικής στάσης (Ημέρες οργής (μ.), 1978* τ.: Πολιτείες καί θάλασσες, 1955* κυρίως: Ή Κίνα εξω άπό τά τείχη, 1961* Δαλματικές ακτές, 1961* Βράχια, κουπιά xai όνειρα, 1962* Άπό τόν πανάρχαιο στον καινούριο κόσμο, 1970 [συγκεντρωτική έκδοση τών ώς τό έτος αύτό έκδεδομένων ταξιδιωτικών του]· Στά γαλάζια νερά. *Ελληνικές καί ξένες θάλασσες, 1974· Στον άφρό καί στά έλατα, 1988). Ό I. Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982), προπαντός στή μεταπολεμική πεζογραφία του, συνδύασε τήν κοινωνική καί ψυχογραφική εύαισθησία μέ τόν λυρικό τόνο (Χάνς καί άλλα πεζά (δ.), 1925* Χειρόγραφα τής μοναξιάς (δ.), 1942* Οι δυο κι' ή νύχτα (μ.), 1944* 'Αστροφεγγιά (μ.), 1945· Χαμοζωή (μ.), 1946* Αιχμάλωτοι (μ.), 1951* Τά εφτά κοιμισμένα παιδιά (μ.), 1956* Τό δαχτυλίδι μέ τά παραμύθια (δ.), 1957* Άνθρώ-
πινη δίψα (δ.), 1959* Φλαμίνγκος (δ.), 1963* Τό παραμύθι μιας ζωής - Μεβλανά ό εξαίσιος (μ.), 1965 [β' έκδοση μέ τίτλο: Μεβλανά ό εξαίσιος. Ή ιστορία μιας ζωής, 1982]· 'Ασφυξία (δ.), 1978). Αξιοσημείωτα νεωτερικό, άπό θεματική καί υφολογική άποψη, ένα ύστερογενές μακρό πεζογράφημα ('Αλληλογραφία (μ.), 1975* τ.: Μορφές τής έλληνικής γής, 1937* Ελληνικοί 'Ορίζοντες, 1940* Σκαραβαίος ό ιερός - ή Αίγυπτος, 1950* Ευρώπη. Δώδεκα κεφάλαια λυρικής γεωγραφίας, 1953* Πολιτείες τής \Ανατολής, 1954* Ό κόσμος τής Κίνας κι' ενα έπίμετρο: Μιά ματιά στή Ρωσία, 1961* Ή Κύπρος, ένα ταξίδι, 1962* Ή 'Αφρική άφυπνίζεται, 1963* Τό περιβόλι τής Παναγίας, 1984). Επίσης, πρέπει νά ένταχθει καί έδώ ό Κώστας Ουράνης (1890-1953) γιά τά άξιόλογα ταξιδιωτικά του (Sol y sombra [Ισπανία], 1934* Σινά, τό Θεοβάδιστον ορος, 1944· Γλαυκοί δρόμοι, 1947· Ταξίδια στήν Ελλάδα, 1949· 'Ιταλία, 1953· 'Από τόν 'Ατλαντικό στή Μαύρη Θάλασσα, 1957). Μέσα στή δεκαετία του '30 παρουσιάζουν τά πρώτα έργα τους ορισμένοι πεζογράφοι έπαρκών άφηγηματικών ικανοτήτων, που ώστόσο τά ειδοποιά γνωρίσματά τους δέν τούς συνδέουν μέ τις κύριες ιδιαιτερότητες τής «γενιάς» αύτής τής περιόδου: Ή Έ λ λ η Αλεξίου (1894-1988), άξιοποιώντας τήν πλούσια βιοτική εμπειρία της, διασταυρώνει τόν κοινωνικό ρεαλισμό μέ τήν έμφανή ψυχική συμμετοχή της στά προβλήματα τών άσθενών τάξεων καί τήν άπαρασάλευτη έμμονή της στά άντίστοιχα ήθικά αιτήματα (Σκληροί άγώνες γιά μικρή ζωή (δ.), 1931· Γ' Χριστιανικόν Παρθεναγωγεϊον (μ.), 1934· νΑνθρωποι (δ.), 1939· Αουμπεν (μ.), 1940· Παραπόταμοι (μ.), 1956· Μέ τή λύρα (μ.), 1958· 'Αναχωρήσεις καί μεταλλαγές (δ.), Α'-Γ', 1962· Υπέρ τών ζώντων (δ.), 1972· Δεσπόζουσα (μ.), 1972). ΉΤατιάνα Σταύρου (1899-1990), πού άναφέρεται κυρίως στή συναισθηματική ζωή καί στά προβλήματα τής γυναίκας μέσα στις παλαιότερες άστικές συνθήκες, διακρίνεται έπίσης άπό μιάν άνθρωπιστική εύαισθησία καί άπό τήν λυρικά ένισχυμένη έκφραση ('Εκείνοι πού έμειναν (δ.), 1933* Οί πρώτες ρίζες (μ.), 1936· Μυστικές πηγές (μ.), 1940* Τό καλοκαίρι πέρασε (δ.), 1943* Τό άλλο πρόσωπο του άνθρωπου (δ.), 1958). Ό Γιάννης Γ. Σφακιανάκης (1903-1987) άρχισε μέ τάσεις συμβολιστικής γραφής καί έσωτερισμου καί συνέχισε ρεαλιστικά, άλλά μέ προσφιλή καί τήν ονειρική διάσταση (Διηγήματα, 1932* Νύχτες χωρίς δημιουργία (δ.), 1936· Χώματα του νότου (μ.), 1950* [τριλογία (μ.):] Ό άφέντης τής Βαθέρνας, 1955· Τό καμίνι, 1959· Οί ένοχοι, i960· Ή χώρα μέ τούς άνέμους (δ.), 1970· Όδός μαρτύρων (δ.), 1975· Οί οδηγοί του Αιγαίου καί 7 άλλες νουβέλες, 1979). Τό διήγημα παραδοσιακού τύπου καλλιέργησε μέ έπιμέλεια έπι πολλά χρόνια ό Γεράσιμος Γρηγόρης (1907-1985), συγκεντρώνοντας τό
ένδιαφέρον του στον τρόπο ζωής καί στά προβλήματα του συνηθισμένου - καθημερινού άνθρώπου (Πορεία μέσα στή νύχτα (δ.), 1939* Ή Πολιτεία ξέσκεπη (δ.), 1958· Πέρα άπό τήν όχθη (δ.), 1963). Στό μεταξύ, μέ χώρο γένεσης κυριότατα τήν πνευματική Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου (καί σέ στενή σχέση μέ τό περιοδικό Μακεδόνικες Ημέρες), έμφανίζεται ένας καθαρός μοντερνισμός στήν έλληνική πεζογραφία, άξιοποιώντας γόνιμα τό πρόσφατο δυτικοευρωπαϊκό υπόδειγμα του «έσωτερικου μονολόγου», δπου περιορίζεται (κάποτε, σέ βαθμό σχεδόν άφανισμου) ή πλοκή, ή έξωτερική δράση καί ή σημασία του «άπτου» γεγονότος καί συχνά άνατρέπεται ή γραμμική διαδοχή τών (δσων) περιστατικών, γιά νά κυριαρχήσει ή άποσπασματική, παλίνδρομη καί μεταποιητική άντίληψη τών πραγμάτων καί, προπαντός, ή συνειρμική έκφραση τής ύποκειμενικής έντύπωσης, τής ψυχικής διάθεσης καί του διαλογισμού, καί γενικά ή «ροή τής συνείδησης». Ό Στέλιος Ξεφλούδας (1902-1984) εϊναι ό χρονολογικά πρώτος καί ίσως ό τυπικότερος έκπρόσωπος του είδους, μέ πεζογραφικές συνθέσεις δπου κυρίως μέσω του βλέμματος ένός άτομου υποδεικνύονται δυσδιάκριτες δψεις καί άποχρώσεις του έξωτερικου κόσμου καί σπουδάζεται ό έσωτερικός κόσμος τών άλλων. Σέ μεταγενέστερα έργα του τό γενικό θεματικό περίγραμμα είναι οίκειότερο στον άναγνώστη ή γίνεται σαφέστερο, άλλά διατηρείται σταθερά ό ίδιος τρόπος άφομοίωσης καί έκφρασής του (Τά τετράδια του Παύλου Φωτεινού (μ.), 1930* Εσωτερική συμφωνία (μ.), 1932* Εύα (μ.), 1934* Στό φως του λευκοϋ άγγέλο^(μ.), 1936* *Ανθρωποι του μύθου (μ.), 1944* 'Οδυσσέας χωρίς 'Ιθάκη (μ.), 1957* 'Εσύ, ό κύριος Χ κι ενας μικρός πρίγκηπας (μ.), i960* Ό δικτάτορας (μ.), 1964· 'Οδυσσέας (μ.), 1974 - ΌΔον Κιχώτης στόν Παράδεισο (μ.), 1975). Στόν 'Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο (1895-1981) υφίσταται κάπως περισσότερο τό (άποσπασματικό) συγκεκριμένο σέ επίπεδο σκηνικού, γιά νά ένταχθει δμως άμέσως στήν άτμόσφαιρα του άβέβαιου, παράδοξου καί ύποβλητικου, μέ μιάν ιδιαίτερα περιεκτική καί έντεχνη έκφραστική, δπου ή διαύγεια υπηρετεί τή διείσδυση στό άφανές καί τήν έκλογίκευση του άπροσδόκητου. Ή διάθεση του συγγραφέα άπέναντι στό θέμα του συνδυάζει τήν ήπια ειρωνεία μέ τή συμμετοχή καί τή συμπάθεια (Κεφάλια στή σειρά (δ.), 1934* Ή ήρωική περιπέτεια (δ.), 1938· Τό δάσος μέ τους πιθήκους (δ.), 1944* Ό πίθος τών Δαναΐδων (μ.), 1950* Ήσαλαμάντρα (μ.), 1957* Ή τυφλόμυγα (δ.), 1962* Επτά άστάθμητα διηγήματα, 1974* Επτά παράδοξα άφηγήματα, 1980). Μέ πλαίσιο κυρίως ένα ήρεμο καί μάλλον μελαγχολικό άστικό περιβάλλον, ό Γιώργος Δέλιος (1897-1980) παρακολουθεί πρόσωπα και καταστάσεις μέσα άπό μιά λυρικά στοχαστική γραφή άνθρωπιστικής προδιάθεσης καί πολιτισμένου τόνου.
Τόν είλκυσε άργότερα καί ό έξωτερικός-φυσικός χώρος, δπως καί τό ιστορικό πεδίο (μακεδονικός άγώνας) άπό τήν άποψη του βαθύτερου ψυχισμού τών δρώντων προσώπων (Οί άνθρωποι πού νοσταλγούν (μ.), 1934* Στά ΐχνη του άγνωστου Θεού (μ.), 1937* Μουσική δωματίου (δ.), 1947* Οικογένεια (μ.), 1957* Ό ήλιος και τ'αστέρια (μ.), 1965* Κασσανδρινή άκτή (δ.), 1967* Δοκιμασία (μ.), 1969). Ό Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993), άφου έξοικειώθηκε μέ τόν (λογοτεχνικό και, γενικότερα, τόν καλλιτεχνικό) μοντερνισμό, διαπίστωσε δτι ό έσωτερικός μονόλογος καί γενικά ή συνειρμική γραφή άποτελουσαν οργανικά πρόσφορο τρόπο έκφρασης καί άλλων πνευματικών προδιαθέσεων καί προτεραιοτήτων του, δπως ή «ύπερ-όρθολογική» ορθόδοξη οντολογία καί ή συναφής έμπειρική - «μυστική» έπικοινωνια μέ τούς άνθρώπους καί μέ τόν φυσικό κόσμο. "Εδωσε έτσι μιά πεζογραφία δπου κυριαρχεί ή μείξη του αισθητού μέ τό ύπεραισθητό, τής φυσικής διεργασίας μέ τή διερεύνηση πολιτισμικά «περιεκτικών» και ιδιαίτερα οικείων εξωτερικών χώρων, καί του λεπτομερειακού μέ τό καθολικά σημαντικό — μέ συχνή χρήση τής εύλογα ή άπροσδόκητα συσχετιστικής μετάβασης άπό τό έκάστοτε στοιχείο σέ ένα έπόμενο ([μέ τό ψευδώνυμο Σταυράκιος Κοσμάς:] Αντρέας Δημακούδης (μ.), 1935* Ό πεθαμένος και ή άνάσταση (μ.), 1944* Πραγματογνωσία (ν.), 1950* 'Αρχιτεκτονική τής σκόρπιας ζωής (μ.), 1963* Τό μυθιστόρημα τής Κυρίας "Ερσης (μ.), 1966· Μητέρα Θεσσαλονίκη (δ.), 1970* Προς έκκλησιασμό (δ.), 1970* Συνοδεία. Πεζογραφήματα 1936-1968, 1970* Άρχειον (μ.), 1974). Στά εύρύτερα δρια τής μοντερνιστικής πεζογραφίας αύτής τής περιόδου θά έπρεπε νά τοποθετηθούν οί περιπτώσεις τουλάχιστον δύο άκόμη άξιόλογων πεζογράφων «άνορθόδοξης» τεχνικής καί έκφραστικής: Ό Γιάννης Σκαρίμπας (1893/ 1897-1984) «συντόνισε» τήν κοινωνική κριτική καί τήν καταλυτική σάτιρα μέ τήν άναρχική έξάρθρωση τής σύνταξης καί του λεξιλογίου (Καϋμοι στό Γριπονήσι (δ.), 1930· Τό θειο τραγί (δ.), 1933* Μαριάμπας (μ.), 1935* Τό σόλο του Φίγκαρω (μ.), 1938* Τό Βατερλώ δυο γελοίων (μ.), 1959* Ή μαθητευομένη τών τακουνιών (νς.), i960* Τυφλοβδομάδα στή Χαλκίδα (δ.), 1973· Φυγή προς τά έμπρός (μ.), 1976* Τρεις άδειες καρέκλες (δ.) 1976). Ή Μέλπω Άξιώτη (1905-1973) στά προπολεμικά έργα της καλλιέργησε μιά γραφή ροής προφορικού τύπου καί ποιητικής έλλειπτικότητας (Δύσκολες νύχτες (μ.), 1938· Θελετε νά χορέψουμε Μαρία; (μ.), 1940* Εικοστός αιώνας (μ.), 1946* Τό σπίτι μου (μ.), 1965* ΉΚάδμω (μ.), 1972). Μέ τήν προϋπόθεση μιας μεγαλύτερης έλαστικότητας καί γιά τό ένδιαφέρον τών πολλαπλών έκδοχών του «ανορθόδοξου», υπενθυμίζουμε: τήν ιδιότυπη ποιητική - συμβολιστική πεζογραφία τής Ειρήνης τής Αθηναίας (± 1895-1955· πέρα άπό τό πρώιμο και παραδοσιακό Ή υιοθετημένη. Κοινωνικόν μυθιστόρημα, 1914, βλ.: 'Εποχές (δ.),
1934· Σιωπηλά (δ.), 1938· Τελευταία Άνοιξι (δ.), 1953)· καί τήν τάση οχι καθαυτό έσωτερισμου άλλά μονολογικής διαρκούς διαμαρτυρίας, που χαρακτηρίζει τά πρώτα ιδίως κείμενα του Άρκάδιου Λευκου, 1905-1983 (Κρίσις... (μ.), 1934· Κίτρινο και γαλάζιο (μ.), 1953· Δαίμονες και σταυροί (μ.), i960* Πίσω άπ'τόν ηλιο (μ.), 1968* Συλλογή άπό μαχαίρια (μ.), 1970* "Ομποε (μ.), 1972). Πρόβλημα άποτελεϊ ή ουσιαστική γραμματολογική τοποθέτηση τής όψιμης μυθιστοριογραφίας του Νίκου Καζαντζάκη (1883-1957), που ή άφηγηματική τεχνική του είναι καθαρά παραδοσιακή, ή έκφραστική του (στό έπίπεδο προπαντός του λεξιλογίου καί τών γραμματικών τύπων — όχι όμως καί τής σύνταξης) συναγωνίζεται τόν «άνημμένο» δημοτικισμό, οί βασικοί ήρωές του έκπροσωπουν «άρχετυπικούς» καί έξωηθογραφικούς άνθρώπινους χαρακτήρες πού ύπερβαίνουν τά κοινά μέτρα και ή ιδεολογία του συμπορεύεται μέ προβληματισμούς τής διεθνούς διανόησης πού, ένώ ή άφετηρία τους έντοπίζεται στις άρχές του εικοστού αιώνα, έκφράζουν ύπό εύρύτερες καί μεταλλασσόμενες μορφές καί τόν μεταπολεμικό άνθρωπο σέ σημαντικό βαθμό. *Ας έγγραφεΐ λοιπόν ή περίπτωσή του σέ ένα έν μέρει συμβατικό καί έν μέρει οργανικό «μεταξύ» (Βίος και πολιτεία του 1'Αλέξη Ζορμπά (μ.), 1946* Ό Καπετάν Μιχάλης (μ.), 1953* Ό Χριστός ξανασταυρώνεται (μ.), 1954* Ό τελευταίος πειρασμός (μ.), 1955· Όφτωχούλης του Θεοϋ (μ.), 1956* Toda-Raba (μ.) [γαλλικά: 1931 και 1934· ίσπαν. μετάφρ.: 1937* έλλην. μετάφρ. Γιάννη Μαγκλή], 1956* Ό Βραχόκηπος (μ.) [Le Jardin des Rochers· ίσπαν. μετάφρ.: 1941· έλλην. μετάφρ. Π. Πρεβελάκη], i960· Αναφορά στον Γκρέκο [μυθιστορηματική αυτοβιογραφία], 1961* Οί άδερφοφάδες (μ.), 1963). Δημιουργικός συνεχιστής τών προπολεμικών πεζογράφων καί άπό ορισμένες άπόψεις σύνδεσμος τους μέ τούς μεταπολεμικούς είναι ό Τάσος Αθανασιάδης (1913). Αφοσιώθηκε επιτυχημένα στήν εύρεία μυθιστοριογραφική σύνθεση άστικής, κυρίως, θεματικής και οπτικής και άπέδωσε μέ ένάργεια σημαντικές όψεις συλλογικου καί άτομικου βίου τής έλληνικής κοινωνίας, στή διαδρομή της άπό τις άρχές του εικοστού αιώνα έως τήν έποχή μας (Οί Πανθέοι (μ.), Α', 1948, Β', 1953, Γ , 1961· [β' έκδ.] Α'-Γι/Γ 2 ', 1967-1968· Ή αίθουσα του θρόνου (μ.), 1969* Οί φρουροί της Αχαΐας (μ.), Α'-Β', 1975· Οί τελευταίοι εγγονοί (μ.) Α'-Β', 1984* Τά παιδιά της Νιόβης (μ.), Α'-Β', 1988, Γ'-Δ', 1995* βλ. άκόμη τις μυθιστορηματικές βιογραφίες: Ταξίδι στή μοναξιά [Καποδίστριας], 1944· ΌΝτοστογιέβσκη άπό τό κάτεργο στό πάθος, 1955* Αλβέρτος Σβάϊτσερ, ο ποιητής της χριστιανικής δράσης, 1963* Ό γιος του ήλιου
[Ιουλιανός ό Παραβάτης], 1978* καί τις συλλογές διηγημάτων: Θαλασσινοί προσκυνητές, 1943* Άγια νεότητα, 1990* Μεσαιωνικό τρίπτυχο, 1998). Ό Άγγελος Βλάχος (1915-2003) άξιοποίησε στο πρώτο έργο του τήν έμπειρια του άλβανικου πολέμου καί στή συνέχεια στράφηκε σέ πολλές περιόδους καί περιστατικά τής δλης έλληνικής ιστορίας, έπικεντρώνοντας τήν προσοχή του πρώτιστα στή δράση καί στήν ψυχοσύνθεση τών κεντρικών ήρώων, σέ συνάρτηση δμως μέ τις γενικές συνθήκες καί τήν περιρρέουσα άτμόσφαιρα, καί μετατρέποντας έτσι τις πλούσιες γνώσεις του σέ έντεχνη μυθοπλασία (Τό μνήμα τής γρηας (μ.), 1945* Ό κύριος μου Αλκιβιάδης (μ.), 1954* *Ωρες ζωής (ν.), 1957* Οι τελευταίοι Γαληνότατοι (μ.), 1961* Ντάιμας ό τυχερός καί άλλες επτά ιστορίες (δ.), 1968* Ή 14η Νιζάν. Τιβερίου Καίσαρος άρχοντος (μ.), 1972· "Ενας Φιλέλλην γιά τό 1821 (μ.), 1972· Όδοιπόροι γιά τά Σούσα [Δέκα βιογραφίες Ελλήνων πού κατέφυγαν στούς Πέρσες], 1973* Ξέρξης. Χαρτιά προσωπικά (μ.), 1979* Ή διαλείπουσα ζωή του Δημήτρη Σπέρη (μ.), 1996· Βίος καί πολιτεία του Ανδρέα Ρουσάνου (μ.), 2000* βλ. καί τήν αύτοβιογραφική άναδρομή στά νεανικά του χρόνια: Πρωθύστερο, 1990). Κυρίως μέσα στή δεκαετία του '40 έμφανίζεται ένας άριθμός πεζογράφων μέ εύρύ φάσμα ένδιαφερόντων καί μέ τεχνικές δόμησης καί έκφραστικούς τρόπους πού κυμαίνονται άπό τόν παραδοσιακό τύπο εως τή ροπή προς τό οργανωτικά συνθετότερο σχήμα καί τόν στοχαστικότερο ή καί έσωστρεφή λόγο. « Ε πεξεργάζονται» τά ύποδείγματα πού παρέχει ή μεσοπολεμική πεζογραφία, προχωρώντας άρκετοί άπό αύτούς σέ αισθητή διαφοροποίηση τής νοοτροπίας καί τής γλώσσας. Ό Αντώνης Βουσβούνης (1918-1980) άπέδωσε εύστοχα μέ τό δεύτερο βιβλίο του τήν εύφρόσυνη καί έλπιδοφόρα έμπειρια τής έφηβείας, άλλά άργότερα καί τό αίσθημα κενού πού μπορεί νά δοκιμάσει ό ώριμος νέος μέσα σέ άνούσιους τρόπους άστικής ζωής, καί προχώρησε μέ λυρικου τόνου άναφορές καί σέ άλλες καταστάσεις (Γαλάζιες ώρες (μ.), 1939* Προμήνυμα 1943· Τό μεγάλο διάλειμμα (μ.), 1962· Ή έπιστροφή της 'Αλκής (μ.), 1978· Ή παλίρροια (μ.), 1978). Μέ ιδιαίτερη εύαισθησία καί δεξιοτεχνία ή Μαργαρίτα Λυμπεράκη (1919-2001) περιέγραψε καί ψυχογράφησε στο δεύτερο βιβλίο της τήν εφηβική έξέλιξη κοριτσιών καί στή συνέχεια διερεύνησε προβληματικές δψεις τών οικογενειακών καί άλλων άνθρώπινων σχέσεων (Τά δέντρα (μ.), 1945* Τά ψάθινα καπέλα (μ.), 1946· Ό άλλος Αλέξανδρος (μ.), 1950· Τό μυστήριο (μ.), 1976). ΉΜιμίκα Κρανάκη (1922) προσδιόρισε διεισδυτικά τή σύγκρουση του έρωτα μέ τήν άκαταλληλότητα τής χρονικής «στιγμής» καί, άργότερα, τήν περιπέτεια τών έκπατρισμένων άριστερών διανοουμένων καί τήν ψυχολογική σχέση τους μέ τόν έλλαδικό χώρο (Contre-temps
(μ.), 1947· Τσίρκο (νς.), 1950· Φιλέλληνες (μ.), 1992). Στό έργο τής Μόνας Μητροπούλου (1915-1999) κυριαρχουν οί εμπειρίες καί τα συναισθήματα τής νέας γυναίκας, άλλά καί ή ιδεολογική άνησυχία (Τό σπίτι μέ τόν κορυδαλλό (δ.), 1944· Άπασιονάτα (ν.), 1947 'Σας χαιρεταμε κυρία Ιστορία (μ.), 1982). Μέ γλαφυρό καί ευσύνοπτο λόγο, ό Άλκης Άγγελόγλου (1915-1990) έξέφρασε μια νοσταλγία τής έπαρχιακής ζωής, άναδεικνύοντας λυρικά άλλά καί πειστικά τόν ψυχικό κόσμο άνθρώπων του χώρου αύτου (Εαρινό (δ.), 1943* Αμαρτωλοί (ν.), 1944· Κυπαρισσόμηλα (δ.), 1948· Ρωμιοσύνη (μ.), 1952* Ταξίδι χωρίς χάρτες [οδοιπορικά καί λογοτεχνικά δοκίμια], 1961). Μέ άνάλογη διάθεση, ό Άστέρης Κοββατζής (1916-1983) έστρεψε τά κύρια ένδιαφέροντά του στόν ίδιο κοινωνικό χώρο, συνδυάζοντας τή ρεαλιστική θεώρηση μέ τήν ποιητική ατμόσφαιρα ('Επεισόδια (δ.), 1943· Πρώτη "Ανοιξη (ν.), 1944· Κάτω άπό τόν γαλάζιο ουρανό (δ.), 1946· Χωριάτες (μ.), 1951· Χαμένοι ταξιδιώτες (δ.), 1965). Ό Κώστας Χατζηαργύρης (1912-1963) αναφέρθηκε σε γραφικούς καί ματαιόδοξους τύπους άνθρώπων, διακρίνοντας τούς βαθύτερους κοινωνικοπολιτικούς καί ψυχολογικούς περιορισμούς πού προκαλούν αύτές τις συμπεριφορές (Μειδιάματα και άγωνίες (μ.), 1947* Ή παλιά αυλή (ν.), 1948* Οικογένεια Ζαρντή (μ.), 1950* Ό θρύλος του Κωνσταντή (μ.), 1951* Ό δρόμος προς τή δόξα (μ.), 1957· Ό τρόμος του υπαλλήλου (δ.), 1953). Ή Εύα Βλάμη (1914-1974) απέδωσε μέ λυρική διάθεση τήν καμπύλη τής άκμής και παρακμής ένός παραδοσιακού καί ιστορικά φορτισμένου τόπου και, γενικότερα, περιέβαλε μέ συμβολιστική άτμόσφαιρα παλαιότερες μορφές ζωής (Γαλαξείδι (μ.), 1947· Σκελετόβραχος (μ.), 1949· Τά όνειρα τής Άγγέλικας (μ.), 1958· Στόν άργαλειό του φεγγαριού (μ.), 1963). Ό Γιάννης Μαγκλής (1909) μίλησε μέ άνθρωπιστικό ρεαλισμό γιά τούς άνθρώπους κυρίως του έπικίνδυνου θαλασσινού μόχθου (Οί κολασμένοι τής θάλασσας, (δ.), 1940* Πορεία στό βούρκο (δ.), 1949* Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου (μ.), 1954* Δέν υπάρχουν άμαρτωλοί (δ.), 1956· Τ' άδέρφια μου οί άνθρωποι (μ.), 1958· Τό άνθρώπινο πάθος (δ.), 1961· Τά παιδιά του ήλιου και τής θάλασσας (δ.), 1963* Όάγέρας χτύπαγε τήν πόρτα μας (δ.), 1966· Ό άρχοντας (μ.), 1971* Οί σημαδεμένοι (δ.), 1973· Τά παιδιά του άρχοντα (μ.), 1979* Τό στοίχημα (νς.), 1982* Πάνθεια, ή καλλονή τής Ανατολής (νς.), 2005). Ό Μιχάλης Περάνθης (1917-1984) έπιδόθηκε μέ άγάπη, αίσθηση του άντικειμένου καί επαρκή άφηγηματική οικονομία, κυρίως στό ιστορικό μυθιστόρημα (Ήσκληρή βροχή (μ.), 1952* Σουλιώτες (μ.), 1957· Όδυσσέας 'Ανδρούτσος (μ.), 1974). Ό Πάνος Καραβίας (19071985) συνδυάζει τις άναφορές σέ στοιχεία του πραγματικού μέ τάσεις ονειρικής μεταμόρφωσής τους ( Ή νύχτα μέ τά πολύχρωμα φώτα (δ.), 1930* 'Απόπειρες γιά μιά χαμένη υπόθεση (δ.), 1944* *Ισκιος στόν ορίζοντα (μ.), 1962*
'Αστερισμοί (μ), 1971* Νύχτα έγκληματική μέ πράσινους καπνούς κρυσταλλωμένους στόν ορίζοντα (δ.), 1977* Οί τελευταίοι (μ.), 1978* Χρώμα άπό σμαράγδι (δ.), 1980). Ή Ιουλία Ίατρίδη (1914-1996) χαρακτηρίζεται άπό κοινωνική ευαισθησία καί άπό ενα καλλιεργημένο καί υποβλητικό ύφος (Τρία πρόσωπα (νς.), 1955* Καβαλάρης στόν άνεμο (μ.), 1958* Τά πέτρινα λιοντάρια (μ.), 1964· Διαταγή άνωθεν (δ.), 1971· Στις πέντε τήν αύγή (δ.), 1981). Μετά τήν παλαιότερη κοινωνιστική πεζογραφία, ό Μενέλαος Λουντέμης (1912-1977) άναφέρεται μέ άνανεωμένους τρόπους στά προβλήματα τών άσθενών τάξεων, παρακολουθώντας μέ στοργή καί άφηγηματική γλαφυρότητα τόν μόχθο καί τά όνειρα κυρίως νεαρών βιοπαλαιστών (Τά πλοϊα δέν άραξαν (δ.), 1938* Περιμένοντας τό ούράνιο τόξο (δ.), 1940* Γλυκοχάραμα (δ.), 1943* Αύτοι πού φέρανε τήν καταχνιά (δ.), 1946* Καληνύχτα ζωή (μ.), 1946* Συννεφιάζει ή ό Μεγάλος Δεκέμβρης [κυρίως, χρονικό], 1948* "Ενα παίδι μετράει τ' άστρα (μ.), 1956* Οί κερασιές θ' άνθίσουν και φέτος (μ.), 1956* Τότε που κυνηγουσα τους άνέμους (μ.), 1956* Όδός, 'Αβύσσου, άριθμός 0 (μ.), 1962* Τό ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα (μ.), 1963). Καί ό Ζήσης Σκάρος (19171997) διακρίνεται άπό μιάν άνάλογη, σταθερή ιδεολογική μέριμνα (Οί δυνατοί (ν.), 1938· Οί κλούβες (μ.), 1946* Τά γεράκια τής Πίνδου (ν.), 1953* Χαραυγή (δ.), 1957* 'Ανοιχτοί ούρανοί (μ.), 1958* Οί ρίζες του ποταμού (μ.): Α' Ραγιάδες καί κολήγοι, i960* Β' 'Αστοί καί έργάτες, 1966· Γ' 'Αντίσταση καί πόλεμος, 1979* Φωκίων. Σχέδιο γιά μυθιστόρημα, 1997). Τά κρισιμότατα καί τραυματικά -γεγονότα τής δλης δεκαετίας του '40 καί οί παρατεταμένες συνέπειές τους θά άποτελέσουν άμεση έμπειρική πηγή καί άντικείμενο προβληματισμού γιά τους περισσότερους άπό τους μείζονες πεζογράφους τής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, προκαλώντας οργανική τομή άπό άποψη περιεχομένου (άλλά καί μορφής) τών κειμένων. Στο έξής, καί έπί τριάντα περίπου χρόνια ή «πεζογραφία κοινωνικοπολιτικής συνείδησης» θά συστήσει ευρεία καί ευδιάκριτη περιοχή, καθοριστική μαζί μέ τήν άντίστοιχη ποίηση γιά τό γενικότερο σχήμα έξέλιξης τής νεοελληνικής λογοτεχνίας του εικοστού αιώνα. Ή ήθική-ιδεολογική στάση τών συγγραφέων άπέναντι στή διαδοχικά ή καί ταυτόχρονα τραγική, έλπιδοφόρα καί διαψευστική δεκαετία διαμορφώνει ένα φάσμα επαρκούς πλάτους καί άξιόλογου διαλεκτικού βάθους: άπό τήν εμμονή στήν υπεράσπιση τής θεμελιώδους ήθικής τής Αριστεράς (μέ βαθμιαία ταση άπόρριψης, δμως, του ήγετικου «άλαθήτου») έως τήν άρνητική άξιολόγηση κυρίως τών συγκεκριμένων ένεργειών του χώρου αυτου* καί άπό τή συνδυαστική κριτική τών σφαλμάτων τής έπαναστατικής παράταξης καί τών άντιδημοκρατικών συνθηκών του μετεμφυλιακου πολιτικού καί ευρύτερου κοινω-
νικου καθεστώτος έως τήν άναζήτηση προοπτικών άνθρωπιστικής σύνθεσης τής κοινωνικής δικαιοσύνης μέ τήν πολιτική δημοκρατία καί τις άτομικές έλευθερίες. Ή πολιτική καί κοινωνική θεματική δέν είναι, βέβαια, ή μόνη πού άπασχολεΐ τούς πρώτους μεταπολεμικούς πεζογράφους. Άλλά σχεδόν και κάθε άλλη καθορίζεται άπό τά δεδομένα καί τό κλίμα μιας γενικής πραγματικότητας συναφώς προσδιορισμένης καί έπηρεάζεται άπό μιά συνειδησιακή διεργασία έμμεσα σχετική. Ό Δημήτρης Χατζής (1913-1981), μέ ποσοτικά περιορισμένο άλλά καί ισχυρής λιτότητας έργο, άναφέρθηκε νωρίς στήν έθνική άντίσταση καί στά Δεκεμβριανά (Ήφωτιά (ν.), 1946), παρακολούθησε τή διάλυση του (υστέρου) παραδοσιακού νεοελληνικού βίου, άλλά καί τις έξωτερικές άντιξοότητες ή τά έσωτερικά άδιέξοδα άτόμων, μέ κείμενα πού συνιστουν μιάν έντονη άναλαμπή τής «κλασικής» διηγηματογραφίας (Τό τέλος της μικρής μας πόλης [Βουκουρέστι 1952] 2 1963· Ανυπεράσπιστοι (δ.), 1966* Σπουδές (δ.), 1976), καί απέδωσε μέ έναν υπόκωφα «ποιητικό» ρεαλισμό τό ψυχικό άδιέξοδο του "Ελληνα μετανάστη μέσα στις καταπιεστικές συνθήκες καί στήν ήθική σαθρότητα τής άναπτυγμένης και άπρόσωπης βιομηχανικής κοινωνίας (Τό διπλό βιβλίο (μ.), 1976). Ό Σωτήρης Πατατζής (1914-1991), άφου έδωσε μιά περιεκτική λογοτεχνική κατάθεση γιά τόν άντιφασιστικό άγώνα τής Κατοχής, προχώρησε στήν κριτική ψυχογράφηση του μικροαστισμου και έξεικόνισε ψευδαισθήσεις καί όνειρα άνθρώπων μέ περιορισμένες υποκειμενικές καί άντικειμενικές δυνατότητες (Ματωμένα χρόνια, (δ.), 1946* Μεθυσμένη πολιτεία (μ.), 1948* Νεράιδα του βυθου (δ.), 1952* Χαμένος παράδεισος (δ.), 1965* Πένθιμο εμβατήριο (μ.), 1978* Στό χάος (δ.), 1980). Εύρεία θεματική έξέλιξη παρουσιάζει τό πολιτικής καί ψυχολογικής φύσης περιεχόμενο του έργου του Νίκου Κάσδαγλη (1928), πού τόν άπασχόλησαν: ή άγριότητα τών έμφύλιων συγκρούσεων τής Κατοχής (μέ βάση τήν προσωπική έμπειρία καί άπό οπτική γωνία «κατ* άρχήν» άντιαριστερή τότε), ή βαναυσότητα τών συνθηκών τής στρατιωτικής θητείας, ό άντιδικτατορικός άγώνας καί ή καταπίεση του κουρδικου λαου — μέ πλούσιους πάντα συνδυασμούς συλλογικών καί άτομικών προβλημάτων (Σπιλιάδες (δ.), 1952* Τά δόντια της μυλόπετρας (μ.), 1955* Κεκαρμένοι (μ.), 1959· Έγώ ειμί Κύριος ό Θεός σου (μ.), 1961« Ή δίψα (μ.), 1970* Μυθολογία (δ.), 1977* ΉΜαρία περιηγείται τή Μητρόπολη τών νερών (μ.), 1982 [άναθεωρημένο: 1994]· Ήνευρή (μ.), 1985· Τό θολάμι (δ.), 1987· Ακοίμητο το αιμα των νεκρών (μ.), 1999). Ανάλογη ηταν και ή αντιμετώπιση της έμφύλιας σύγκρουσης άπό τόν Θ. Δ. Φραγκόπουλο, 1923-1998 (Τειχομαχία (μ.), 1954). Έντονα άρνητική άπέναντι στήν άριστερή νοοτροπία καί πρακτική ύπήρξε ή στάση του Ρόδη Ρούφου (1924-1972), πού έπειτα στράφηκε
στό θέμα του κυπριακού άγώνα καί σέ ορισμένα καταπτωτικά φαινόμενα που μπορεί νά παρουσιάσει ό έλληνισμός σέ περιόδους ξένης κυριαρχίας (τριλογία Τό χρονικό μιας σταυροφορίας (μ.): Ή ρίζα του μύθου, 1954* Πορεία στό σκοτάδι, 1955· Ή άλλ-η όχθη, 1958· Ή χάλκινη εποχή (μ.), i960· Οί Γραικύλοι (μ.), 1967). Ενδεικτική, έξάλλου, υπήρξε ή σαφής άντιδικτατορική στάση (ή καί δράση) καί τών τριών προηγούμενων συγγραφέων, δπως καί άρκετών άπό τούς έπόμενους, κατά τήν περίοδο 1967-1974. Ό Αλέξανδρος Κοτζιας (1926-1992) ύπέδειξε συνδυαστικά τις έκτροπές ή τούς ύστερικούς δογματισμούς του άριστερου κινήματος, άλλά καί τις έξαχρειωτικές καταστάσεις του μετεμφυλιακού καθεστώτος καί παρακράτους· καί, γενικότερα, έξέτασε ύπό ίστορικοπολιτικό καί ψυχογραφικό πρίσμα φαινόμενα φθοράς τής μεταπολεμικής έλληνικής κοινωνίας, υποδηλώνοντας μέσω άρνητικών ήρώων τό θετικό ζητούμενο καί άξιοποιώντας τό ύλικό του μέ τεχνικές συγχώνευσης τής ευθύτερης άφήγησης μέ συνειρμικούς και βαθμιαία πληροφοριακούς μονολόγους τών προσώπων (Πολιορκία (μ.), 1953 Μιά σκοτεινή υπόθεση (μ.), 1954· Ό Εωσφόρος (μ.), 1959· Ή άπόπειρα (μ.), 1964* Ό γενναίος Τηλέμαχος (μ.), 1972· Άντιποίησις αρχής (μ.), 1979· Φανταστική περιπέτεια (μ.), 1985* [άπό τις συνολικά έπτά νουβέλες πού θά συναπάρτιζαν τή σειρά «Τά παιδιά του Κρόνου»:] Ίαγουάρος, 1987· Ή μηχανή, 1989, Ό πυγμάχος, 1991· Τό σοκάκι, 1993). Ό Αντρέας Φραγκιας (1921-2002) έξεικόνισε τά άποτελέσματα τής δεκαετίας του '40 στή ζωή τών οικονομικά καί κοινωνικά άσθενών τάξεων καί τόν άγώνα τους γιά έπιβίωση καί διατήρηση τής άξιοπρέπειας, συγκεφαλαίωσε μέ άφαιρετικό ρεαλισμό τήν έξοντωτική άπανθρωπία τής Μακρονήσου, άλλά μελέτησε καί τόν έκμηδενισμό του «προσώπου» μέσα στή μεγαλούπολη τών προχωρημένων μεταπολεμικών χρόνων ("Ανθρωποι και σπίτια (μ.), 1955· Ή καγκελόπορτα (μ.), 1962· Λοιμός (μ.), 1972· Τό πλήθος (μ.), Α', 1985, Β', 1986). Ό Κώστας Κοτζιας (1921-1979), πιστός έμπρακτα καί θεωρητικά στις έπιλογές του έπίσημου άριστερου χώρου, μετέγραψε ύπό άνάλογη προδιάθεση τόν βίο ομάδων καί άτόμων σέ έκτενή έργα ( Ό καπνισμένος ούρανός (μ.), 1957· Γαλαρία Νο 7 (μ.), i960* Έπί έσχάτη προδοσία (μ.), 1964· Ό παράνομος (μ.), 1974). Ό Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924), στρατευμένος έπίσης στον άριστερό χώρο, παράλληλα μέ τις πολλές άλλες συγγραφικές άσχολίες του, έχει δώσει πεζογραφία άναφορας στή δεκαετία του '40, άλλά καί γενικότερης κοινωνικής θεματικής, καί καλλιέργησε τή μυθιστορηματική βιογραφία, θεμελιωμένη σέ ισχυρές γνώσεις ( Αρματωμένα χρόνια 1954· Μιά πρόσφατη Ιστορία (δ.), 1956" Νύχτες καί αύγές (μ..), Α' Ή πολιτεία, 1961, Β' Τά βουνά, 1963· Σκηνές άπό τό βίο τοΰ Μάξιμου του Γραικού 1976· Τά θαύματα έρχονται στήν ώρα τους (μ.), 1976* Τό ψωμί και τό
βιβλίο. ΌΓκόρκι (μ.), 1980· Περισσότερη έλευθερία. Ό Τσέχωφ (μ.), 1981* Ό μεγάλος άμαρτωλός. Ό Ντοστογιέφσκι και τά ιερά του τέρατα (μ.), 1984* Αύτά πού μένουν (μ.), 2000). Στήν περίπτωση του Ρένου Αποστολίδη (19242004) κυριαρχεί διαρκώς μιά πολυμέτωπη έπαναστατικότητα, πού έκδηλώνεται μέ τήν άπέχθεια ή τουλάχιστον τήν άδιαφορία καί γιά τις δύο παρατάξεις του Εμφυλίου, τή σπουδή του άνθρώπου ώς έρμαιου συνθηκών πού δέν έλέγχει, τήν άρνηση κάθε φανερής ή λανθάνουσας κοινωνικής συμβατικότητας, τήν άμφισβήτηση άκόμη καί τών (έπίσημα άναγνωρισμένων) «προοδευτικών» άξιών, καί βρίσκει τήν άρμόδια έκφρασή της σέ ένα νευρωδώς έκδηλωτικό άλλά κατά περιπτώσεις καί ύποβλητικό υφος (Πυραμίδα '67 (μ.), 1950* Ιστορίες άπό τις Νότιες 'Ακτές (δ.), 1959* Ό γρασαδόρος (ν.), i960* Τά χειρόγραφα του Max Tod (μ.), i960* Βορά στο θηρίο (δ.), 1963* Στή γέμιση του φεγγαριού (δ.), 1967· Ό Α2 (ν.), 1968· Ή άλλη ιστορία (μ.), 1972· Άνθύλη (μ.), 1973· Ή Δίνη (μ.), 1993· Ούλάν Μπατόρ (μ.), 1999). Ό Στρατής Τσίρκας (1911-1980), άφου θήτευσε πρώτα στο συντομότερο άφήγημα ('Αλλόκοτος άνθρωπος (δ.), 1944* Ό 'Απρίλης είναι πιο σκληρός (δ.), 1947* Ό ύπνος του θεριστή (δ.), 1954* Νουρεντιν Μπόμπα (ν. καί δ. [δηλ. ή ομώνυμη νουβέλα καί τέσσερα διηγήματα]), 1957* άργότερα: Στόν κάβο (δ.), 1966), έδωσε τό κεντρικό καί ισχυρά σύνθετο έργο του, δπου μέ «βαθύ» άλλά καί λειτουργικό φόντο τόν Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο καί μέ πολυδαίδαλη άφηγηματική διάρθρωση διερευνά τις ιδεολογικές έπιλογές καί άπορίες καί τόν έτερότροπο ψυχισμό προσώπων πού συναντώνται μέσα στο διεθνικό «πεδίο» τής Μέσης Ανατολής (τριλογία 'Ακυβέρνητες Πολιτείες (μ.): Ή Λέσχη, i960· 'Αριάγνη, 1962· Ή νυχτερίδα, 1965). Ή Διδώ Σωτηρίου (1909-2004) μετέπλασε στο πρώτο καί στο (ιδιαίτερα επιτυχές) δεύτερο έργο της μέ δραματική ένταση άλλά καί άνθρωπιστική νηφαλιότητα τήν έμπειρια τής Μικρασιατικής καταστροφής καί άργότερα άναφέρθηκε στή μετεμφυλιακή περιπέτεια τής άριστερής παράταξης, συνδυάζοντας τήν ιδεολογική σταθερότητα μέ τήν κριτική σκέψη (Οί νεκροί περιμένουν (μ.), 1959* Ματωμένα χώματα (μ.), 1962· 'Εντολή (μ.), 1976* Κατεδαφιζόμεθα, 1982). Παράλληλα ή λίγο άργότερα έμφανίζονται πεζογράφοι πού, είτε συμπληρωματικά μεταξύ τους είτε καί συνδυαστικά ό καθένας μέσα στο έργο του, εκφράζουν περιβάλλουσες συνθήκες, κοινωνικές έξελίξεις καί άτομικά πεπρωμένα, κοσμοαντιλήψεις καί νοοτροπίες, του πρώτου άλλά καί του προχωρημένου πιά μεταπολεμικού κόσμου, μέ εύλογες διαφοροποιήσεις τεχνικής καί ύφους. Έτσι, συντελείται διαρκώς ή διεύρυνση του τυπολογικοί} χάρτη τής πεζογραφίας, μέ τήν προσθήκη νέων τάσεων καί χαρακτηριστικών. Ή Γαλάτεια Σαράντη (1920) διεισδύει στόν έσωτερικο κοσμο ήρώων κατά κανόνα προηγ-
μένου πνευματικου έπιπέδου, ήθικής έγρήγορσης καί ευγενών συναισθηματικών διεργασιών, άποδίδοντας τις διακυμάνσεις τής βιοτικής πορείας τους καί τό γενικότερο κοινωνικό κλίμα που τους έπηρεάζει, δπως καί τό ειδικότερο που οί ίδιοι δημιουργούν (Τό βιβλίο τής Χαράς (δύο ν.), 1947* Πασχαλιές (μ.), 1949* Τό βιβλίο του Γιοχάνες και τής Μαρίας (ν.), 1952* Επιστροφή (μ.), 1953* Τό παλιό μας σπίτι (μ.), 1959* Χρώματα εμπιστοσύνης (δ.), 1962* Τά ορια (μ.), 1966· Νά θυμάσαι τή Βίλνα (δ.), 1972· Ρωγμές (μ.), 1979* Ελένη (δ.), 1982· Τά νερά του Εύριπου (μ.), 1988). ΉΤατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1920-2005) άνακαλεϊ προσωπικά βιώματα καί συλλογικές έμπειρίες του παρελθόντος, άντιμετωπίζει τό παρόν μέ γνώση καί μέ ένα αίσθημα άγω νιας, καί διακρίνεται άπό διαρθρωτική τεχνική καί γραφή πού έντάσσονται στή μοντερνιστική κατεύθυνση (Πλατεία Θησείου (ν.), 1947* Στό δρόμο τών άγγέλων (δ.), 1950· Κοπιώντες και πεφορτισμένοι (δ.), 1951* ''Αλλάζουμε; (μ.), 1957* Και ιδού ίππος χλωρός (μ.), 1963* Σπαράγματα (μ.), 1973* Χρονικό ένός έφιάλτη (μ.), 1986* Ή σκάλα τ' ούρανου (δ.), 1988* 'Από τήν άλλη όχθη του χρόνου (μ.), 1988* Τό άλώνι τής Εκάτης (δ.), 1993). Στις σύντομες άλλά περιεκτικές συνθέσεις του Επαμεινώνδα Χ. Γόνατα (1924) κυριαρχεί ή ύποβλητικά παράξενη θεματική, πού συναρτάται οργανικά μέ τήν καλλιέργεια ένός έλλειπτικου υφους έμφανώς ποιητικής άπόκλισης (Όταξιδιώτης (ν.), 1945* Ή κρύπτη (δ.), 1959· Τό βάραθρο (δ.), 1963· Οι άγελάδες (δ.), 1963· Ό φιλόξενος καρδινάλιος (ν.), 1986* Ή προετοιμασία (ν.), 1991). Στήν έντελώς διαφορετική περίπτωση του Μάρκου Λαζαρίδη (1911-1992), ό έξωτικός (άφρικανικός) χώρος καί ή άμεση σχετική έμπειρία τροφοδοτούν έναν περιγραφικό δυναμισμό κειμένων πού έκπροσωπουν τήν έπιβίωση του κάλου παραδοσιακού διηγήματος (ΌΣταυρός του Νότου (δ.), 1952· Ή τροπική ζάλη (δ.), 1954* Γαζέλα (δ.), 1961). Ό Νίκος Πολίτης (1918-1995), μέ παραδοσιακή μορφή στά δύο πρώτα έργα του καί μέ μοντερνιστική στά έπόμενα, έδωσε άντίστοιχα μιάν ισχυρή εικόνα άχαρων καταστάσεων τής έλληνικής έπαρχίας, άσφυκτικών συνθηκών τής πρωτεύουσας τών χρόνων τής δικτατορίας, άλλά καί άλλων διαβρωτικών πιέσεων πού άσκεϊ ή έποχή μας γενικότερα (Τής χήρας τό παράθυρο (δ.), 1958* Ταξιδιώτες σέ άγονη γραμμή (μ.), 1963· 'Εξωτερικός μονόλογος (μ.), 1965* Υπερθετικός άντίλογος (μ.), 1973· Τό κρανιοτρύπανο (δ.), 1975· "Αδεια όφθαλμοφορίας (μ.), 1986· Ύπό τόν μόδιον (μ.), 1999). Ό Τάκης Χατζηαναγνώστου (1923) καλλιεργεί μιά περιεκτική πεζογραφία λυρικών τόνων (Καμπάνες (δ.), 1954· Ζωή (μ), 1956· Φυγή (δ.), 1958· Παιδί μου (μ.), 1961· Τό χαμένο πουλί (δ.), 1963· 'Ένας πολίτης ελεεινής μορφής (μ.), 1975· "Ατομο (δ.), 1978· Ψαρόγιαννος (δ.), 1982« Ή λάμψη τών άστρων (μ.), 1983· Ένα νησί ταξιδεύει (μ.), 1988* Τό κοίλον του κύματος (μ.),
1996· !Απαγωγή (μ.), 1997). Ό Χρήστος Σαμουηλίδης (1927) αποδίδει μέ άφηγηματική ένάργεια σημαντικά θέματα άπό τήν ιστορία κυρίως του άνατολικου έλληνισμου (Καραμανίτες (μ.), 1965* Ακριτική γενιά. Στό φλεγόμενο Πόντο (μ.),1972* Μιθριδάτης ο Μέγας. Ό Έλληνοπέρσης βασιλιάς του Πόντου (μ.), 1998). Λιγότερο ή περισσότερο άργά άρχίζουν τήν άσχολία τους ορισμένοι συγγράφεις που δέν έπιδιώκουν τεχνοτροπικές καινοτομίες, άλλά άπό τήν άποψη του άντικειμένου κινούνται σέ ένδιαφέρουσες κατευθύνσεις. Ό Νίκος Αθανασιάδης (1904-1990) άφιέρωσε έπίμονη προσπάθεια στό πλατύ μυθιστόρημα, δπου τόν άπασχολουν βασικές —καί συχνά άντιθετικές μεταξύ τους— όψεις τής ζωής (Τό βιβλίο του νησιού μου (μ.), 1950* Πέρα άπό τό άνθρώπινο (μ.), 1956* Σταύρωση χωρίς άνάσταση (μ.), 1963* Τό γυμνό κορίτσι (μ.), 1964* Ψηλαφητός κόσμος (μ.), 1970* Θεός άρχαΐος (νς.), 1971* Θύελλα και γαλήνη (μ.), Α'-Β', 1975· Οι άετοι τών Δελφών (νς.), 1978· Ρίζες (δ.), 1988). Ό Πέτρος Γλέζος (1902-1996) άντιμετωπίζει μέ βαθειά συμπάθεια τόν μέσο σύγχρονο άνθρωπο τών άπραγματοποίητων φιλοδοξιών καί τής μοναξιάς (Φθινοπωρινή εξοχή (δ.), 1957* Ή πρώτη γνωριμιά (δ.), 1965* Τό σπίτι μέ τά περιστέρια (δ.), 1971· Τά θαμπά μάτια (δ.), 1977* Τά Απομνημονεύματα ενός κυρίου και άλλα διηγήματα, 1986). Μέ «άνθρώπινη» χάρη καί άφηγηματική δεξιοτεχνία ή Μαρία Ίορδανίδου (1897-1996) άξιοποίησε άναμνήσεις άπό τήν πλούσια βιοτική της έμπειρία (Αωξάντρα (μ.), 1963* Διακοπές στον Καύκασο (μ.), 1965* Σάν τά τρελά πουλιά (μ.), 1978* Στοΰ κύκλου τά γυρίσματα (μ.), 1979· Ή αυλή μας (μ.), 1981). Ό Διονύσιος Ρώμας (1906-1981) έπιδόθηκε σέ μιάν εύρύτατη προσπάθεια ιστορικού μυθιστορήματος (μέ τόν γενικό τίτλο Περίπλους (1570-1870), Α'-Γ, 1967-1981)). Γιά μιάν άπλώς ένδεικτική άναφορά στήν κυπριακή πεζογραφία, σημειώνουμε δύο περιπτώσεις: Ό διηγηματογράφος Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης (1904-1999) έξέφρασε μέσα άπό ώριμο κοινωνικό στοχασμό καί χυμώδη δημοτικό λόγο τις έθνικές περιπέτειες τής Μεγαλονήσου έως καί τήν τουρκική εισβολή (Οι βαμβακάδες (μ.), 1945* Διηγήματα άπό τή Μέση Ανατολή, 1949* Σκληροί καιροί (δ.), 1963· Ασάλευτοι καιροί (δ.), 1966* Ό καιρός τών Όλβιων (δ.), 1975· Ό καιρός της δοκιμασίας (δ.), 1978* συγκεντρωτική έκδοση: Ή τετραλογία τών καιρών, 1989). Ή 'Ήβη Μελεάγρου (1928), άφου άναφέρθηκε προηγουμένως καί σέ άλλα θέματα, άφιέρωσε στήν δλη κυπριακή τραγωδία έκτενή μυθιστορήματα, δπου παρακολουθεί μέ κριτική πολιτική συνείδηση τή συντριβή του δικαίου υπό τήν κυνική κυριαρχία τών «ύπέρτερων»
διεθνών δυνάμεων καί συμφερόντων (Πόλη ανώνυμη (δ.), 1963* 'Ανατολική Μεσόγειος (μ.), 1969· Συνομιλίες μέ τόν Τσέ (ν.), 1970* Προτελευταία έποχή (μ.), 1982). Ή βαθμιαία μετάβαση σέ μιά δεύτερη μεταπολεμική γενιά, μέ ύπαρκτή βέβαια τήν έξέλιξη άλλά χωρίς φαινόμενο ισχυρής τομής, έπιβάλλει άντίστοιχα προσοχή καί άποφυγή βίαιων γραμματολογικών σχηματοποιήσεων. Οί περισσότεροι άπό τούς προηγούμενους πεζογράφους συνεχίζουν μέ τά νεώτερα εργα τους νά συμμετέχουν πλήρως στον κύριο προσδιορισμό τών έπόμενων φάσεων καί οί έπόμενοι περιλαμβάνουν άμεσα στό σύνολο τών προτύπων τους καί τις «προτάσεις» τών συμπορευόμενων, κατά τι πρεσβύτερων ήλικιακά και ιδεολογικά-τεχνοτροπικά. Εξάλλου, μιά τάση πού άπό τή φύση της γίνεται κατ* άρχήν περισσότερο διακρίσιμη, δηλαδή ή άνανέωση τής κληροδοσίας του μεσοπολεμικού μοντερνισμού, άφενός άρχιζει καί αύτή μέ ορισμένους πρώτους μεταπολεμικούς καί* άφετέρου τέμνεται μέ μιά νεώτερη ροπή προς τόν κοινωνικό ή ψυχογραφικό ρεαλισμό: ό έσωτερικός μονόλογος, ύπό τήν εύρύτερη έννοια του δρου, συνδυάζεται είτε μέ άπτά στοιχεία του έξωτερικου, καί μάλιστα του κοινωνικοπολιτικού, γίγνεσθαι (πού συρρέουν τώρα μέ έναν τρόπο άγχώδους-άποσπασματικής άμεσότητας) είτε μέ έπίμονες καταδύσεις στήν άβεβαιότητα του ύποσυνειδήτου καί γενικά του περίπλοκου ψυχισμού. Όπωσδήποτε, ή χρήση τών νεωτερικών άφηγηματικών τρόπων γενικεύεται πιά στήν έλληνική πεζογραφία, χαρακτηρίζοντας σέ μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τούς περισσότερους συγγραφείς (άνάμεσά τους, και ορισμένοι πού είχαν άρχίσει μέ παραδοσιακότερα σχήματα). Θά λέγαμε, λοιπόν, δτι προπαντός ή δεκαετία του '60 ήταν γιά τήν πεζογραφία μιά περίοδος κατάλληλη γιά γόνιμες και γενικά προωθητικές «συναντήσεις» τών διαμορφωμένων και τών άρχόμενων τότε τάσεων τής εύρύτερης μεταπολεμικής περιόδου. Ή κοινή έπίταση τής δημιουργικότητας εύνοεΐται άπό τό γενικότερα άνακαινιστικό πολιτικό κλίμα τών πρώτων έτών. Ή δικτατορία του 1967 (παρά τήν άρχική άνάσχεση τών δημοσιεύσεων πού προκάλεσε) θά συντελέσει άρνητικά στή σύγκλιση και στήν πύκνωση τών άναζητήσεων. Άπό έξωτερικά ειδολογική άποψη, παρατηρείται κάποια ποσοστιαία υπεροχή καί ούσιαστική ένίσχυση του συντομότερου κειμένου (τυπικότερο διήγημα ή νεωτερικου τύπου «πεζογράφημα»), έπειτα άπό τήν, άμέσως μεταπολεμική, ποσοτικά καί κυρίως ποιοτικά έντονότερη παρουσία του μυθιστορήματος (πού, ώστόσο, κατά τόν δεύτερο χαρακτηρισμό καί σέ δ,τι άφορα τους σημαντικότερους έκπροσώπους του, δχι μόνο δέν έξασθενεΐ άλλά ένισχύεται και αύτό). Τό άκρως έπώδυνο πολιτικό παρελθόν, χωρίς νά άμβλύνεται ή αίσθηση καί ή έπιγνωση τών μακροπρόθεσμων συνεπειών του, άφομοιώνεται
πληρέστερα καί έποπτεύεται μέ συνθετότερες συνειδησιακές διεργασίες, ένώ ή περιπέτεια που «καραδοκούσε» στό τέλος τής δεκαετίας παρέχει νέο άντικείμενο καί ταυτόχρονα οδηγεί σέ διαφωτιστικούς άναδρομικούς καί εύρύτερους συσχετισμούς. 'Έτσι, ό γενικότερος ήθικός προβληματισμός έμπλουτίζεται, αντιμετωπίζοντας έξάλλου καί ορισμένα νεώτερα κοινωνικά φαινόμενα διεθνούς χαρακτήρα. Ή ήδη άνανεωμένη ψυχογραφική οπτική άναζητεϊ όχι μόνο τό «κεκρυμμένο» άλλά καί τό ένδιαφέρον καί κρίσιμο έμφανές. Τρεις πεζογράφοι, πού ή παρουσία τους γίνεται γρήγορα αισθητή, διερμηνεύουν χαρακτηριστικές άγωνίες του μεταπολεμικού άνθρώπου, πού άντιμετωπίζει άπειλητικές έξωτερικές δυνάμεις άλλα καί έσωτερικές άμηχανίες: Ό Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003) στρεφεται κυρίως προς το ανίσχυρο σύγχρονο άτομο, τό καταπιεζόμενο άπό «συστηματοποιημένες» συνθήκες άπανθρωπίας, καί έπιμένει μέ σταθερό υφος λογοτεχνικής διαμαρτυρίας στήν άποτροπή τής οριστικής υποταγής καί στήν άναζήτηση πυρήνων καί άντιστάσεων άνθρωπισμου (Ζητείται έλπίς (δ.), 1954· Σήμα κινδύνου (μ.), 1959* 'Αρνούμαι (δ.), 1961* Τό λάθος (μ.), 1965· Ή ζούγκλα (δ.), 1966· Τό διαβατήριο (δ.), 1973· Ή κόντρα (δ.), 1992· Έν ονόματι (μ.), 1998). Ό Σπύρος Πλασκοβίτης (1917-2000) ύποδεικνύει τις συνέπειες πού έπιφέρει στήν οντότητα του άνθρώπου ή αύτονομημένη οικονομική-τεχνολογική άνάπτυξη καί μελετά τήν πάλη άνάμεσα στή γενικότερη κοινωνικοπολιτική διαφθορά καί στις ήθικές καί συναισθηματικές άξιες συγκεκριμένων άτόμων (Ήθύελλα και τό φανάρι (δ.), 1955* Τό φράγμα (μ.), i960· Τό συρματόπλεγμα (δ.), 1974· Ή κυρία τής βιτρίνας (μ.), 1990· Τό πουκάμισο του καθηγητή (δ.), 1993* Ή ά"Κλη καρδιά (μ.), 1995). Μέ τόν Βασίλη Βασιλικό (1933) εισάγεται εύδιάκριτα στήν πεζογραφία μας ό τύπος του άπροσανατόλιστου καί άπροσάρμοστου νεαρού άτομου, ζωηρά έπαναστατικου άλλά καί άπροστάτευτα εύαίσθητου* καί, μέ μιά άδιάπτωτη συγγραφική συνέχεια (πού σέ ορισμένα κείμενα κυμαίνεται άνάμεσα στή λογοτεχνία καί στό χρονικό), καλύπτεται μιά εύρύτατη κλίμακα θεμάτων, άπό τις παθολογικές πολιτικές καταστάσεις έως τις άτομικές περιπτώσεις πού είτε ιδιάζουν ειτε άνταφοσωπεύουν γενικές έξελίξεις τής έλληνικής κοινωνίας (Ήδιήγηση του Ιάσονα (ν.), 1953* Θύματα ειρήνης (μ.), 1956* τριλογία (νς.), 1961: Τό φύλλο, Τό πηγάδι, Τ9 άγγέλιασμα' Μυθολογία της Αμερικής («οδοιπορικό»), 1964· Φωτογραφίες (μ.), 1964· Έκτος τών τειχών (μ.), 1966* Ζ (μ.) 1966· Γλαύκος Θρασάκης (μ.), 1975 [άναθεωρημένο: 1990]· Ό ιατροδικαστής (μ.), 1976* Οί ρεμπέτες και άλλα διηγήματα, 1977* τριλογία (μ.), 1979: Foco d1 Amor, To τελευταίο αντίο, Ό τρομερός μήνας Αύγουστος (13.8.78-30.9.78)' τριλογία (μ.): Τά καμάκια, 1978, Οί Λωτοφάγοι, 1981, Οί Προσωκρατικοί, 1985· Τό σφράτο (μ.), 1987' Ή άσπρη άρκούδα (μ.), 1987).
Ό Τηλέμαχος Άλαβέρας (1926) άνατέμνει μέ ρεαλιστική θεώρηση καί μοντερνιστική γραφή, νευρώδη καί προγραμματικά ανεπιτήδευτη, καταστάσεις ψυχικής άποστέγνωσης ή άπλώς χαρακτηριστικής ουδετερότητας σημερινών άτόμων, άλλά καί συμπαθείς ή ένδιαφέρουσες συμπεριφορές, άποδίδοντας υποβλητικά τό άρνητικό ή τό θετικότερο κοινωνικό κλίμα καί γενικά τόν χαρακτήρα τής έποχής (Τ άγρίμια του άλλου δάσους (δ.), 1952* Τό ρολόγι (μ.), 1957· Τό μισό του φεγγαριού (δ.), i960* •Οδοστρωτήρας (μ.), 1963* Άπ άφορμή (δ.), 1976* Γωνίες και όψεις (δ.), 1985* Ώς κυλιόμενος τάπης (δ.), 1998). "Εχοντας άρχίσει άπό νωρίς νά δημοσιεύει σέ περιοδικά, ό Γιώργος Κιτσόπουλος (1919-1996) συγκέντρωσε άργά σέ βιβλία έπιλογές παλαιότερων και νεώτερων κειμένων πού διαπερνούν μέ μοντερνιστικό (καί συνήθως ειρωνικό) βλέμμα και υφος τις κατ* άρχήν προσιτές έπιφάνειες καί άνοίγουν τόν διανοητικό καί ψυχικό ορίζοντα του άναγνώστη προς έλκυστικές κατευθύνσεις ( Εκλογή. 19 διηγήματα, 1968* Ή αυλαία τών θαυμάτων (μ.), 1986* Θεσσαλονίκη 1942 (δ.), 1987· Ήάποκαϋήλωση και άλλα διηγήματα, 1991). Άργά, έπίσης, ό Παύλος Παπασιώπης (1906-1977) έμφανίσθηκε μέ συνθέματα πού, άξιοποιώντας τήν παράδοση του έσωτερικου μονολόγου, διαπλέκουν τό βίωμα μέ τόν στοχασμό (Ήαίθουσα (δ.), 1962· Εκτροπή (δ.), 1972· [συγκεντρωτική έκδοση:] Τά διηγήματα, 1980). Ό Νίκος Καχτίτσης (19261970) παρουσιάζει τήν ιδιοτυπία του συνδυασμοί) τής διαυγους ρεαλιστικής γλώσσας μέ τόν έσωτερισμό μιας ονειρικής - «άλλόκοτης» θεματικής καί διαποτίζει μόνιμα τά γραπτά του μέ ένα έμφανές ή ύφέρπον άγχος (Ποιοι οί φίλοι (ν.), 1959· Ήόμορφάσχημη (ν.), i960* Τό ενύπνιο (ν.), i960* [τά τρία προηγούμενα: Έργα Νίκου Καχτίτση, 4, 1976]· Ό εξώστης (μ), 1964· Ό ήρωας της Γάνδης (μ.), 1967). Ό Τάκης Κουφόπουλος (1927) καλλιεργεί τόν έντονα άφαιρετικό λόγο, έπιδιώκοντας τήν πειραματική έπικοινωνία μέ τό άντικείμενο καί άπωθώντας κάθε τύπου άφηγηματική σύμβαση (Μικρές σύγχρονες Ιστορίες (δ.), 1959· Ή οδός (δ.), 1962· Εκδοχές (δ.), 1973· Άπόλογος (μ.), 1980). Ανάλογη έπιμονή, άλλά προς διαφορετική κατεύθυνση, διακρίνει τόν Γιώργο Χειμώνα (1938-2000), πού προεξέτεινε φυσιολογικά τά έπιστημονικά ένδιαφέροντά του σέ μιά πεζογραφία βυθοσκόπησης του υποσυνειδήτου καί άνασυρσης άρχετυπικών στοιχείων τής συμπεριφοράς καί τής γλώσσας τών άτόμων (Πεισίστρατος (ν.), i960* Ήέκδρομή (ν.), 1964· Μυθιστόρημα (ν.), 1966· Ό γιατρός Ίνεότης (ν.), 1971* Ό γάμος (ν.), 1974· Ό άδελφός (ν.), 1975· Οί χτίστες (ν.), 1979· Τά ταξίδια μου (ν.), 1984· Ό εχθρός του ποιητη (ν.), 1990· [συγκεντρωτική έκδοση: Πεζογραφήματα, 2004]). Εμφανής εϊναι ή σχέση τής Κωστούλας Μητροπούλου (1933-2004) μέ τήν κυριότερη μεταπολεμική έκφανση του μοντερνισμού, δηλαδή τό nouveau roman, καί σταθερό
τό ένδιαφέρον της γιά τήν χειραφέτηση του άτομου (καί ιδιαίτερα τής γυναίκας) άπό κάθε μορφή άνασχετικής καταπίεσης καί συμβατικότητας, θέμα που τό χειρίζεται μέ τήν τακτική τής ροής έμπειριών καί στοχασμών, χωρίς όμως νά λείπει ένας άναγκαΐος άφηγηματικός ιστός (Λεωφόρος χωρίς ορίζοντα (μ.), 1961* Πρόσωπα καί φιγούρες (δ.), 1962* Πολιτεία χωρίς ήρωες (δ.), 1964* Ό ένοχος (μ.), 1966* Αντίστροφη μέτρηση (μ.), 1970* Τό έγκλημα ή 450 ημέρες (μ.), 1972* Ή έκτέλεση (μ.), 1973* Τό χρονικόν τών τριών ήμερών (μ. [έξέγερση Πολυτεχνείου]), 1974* 4Ηλιοφάνεια 288 ώρες (μ.), 1974* Ζαάρ 19 (μ.), 1978* Ή ζωή μέ τούς άλλους (μ.), 1981* Αυτό τό θέατρο ηταν έκεινος (μ.), 1982· Τό βιβλιοπωλείο στήν Τσιμισκή (μ.), 1988). Ό Νίκος Μπακόλας (1927-1999) άξιοποιεΐ νεωτερικά δομικά σχήματα καί τή συνειρμική γραφή, γιά νά συμπυκνώσει ιστορικής βαρύτητας έξελίξεις τής έλληνικής κοινωνίας πού καλύπτουν ολόκληρο τόν εικοστό αιώνα (χρησιμοποιώντας κάποτε καί μυθολογικά ή άπώτερα ιστορικά παράλληλα) καί νά έπισημάνει μέσα άπό συγκεκριμένα γενεαλογικά πλέγματα προσωπικές ιδιαιτερότητες καί μεταβολές γενικότερων συνθηκών καί ήθικών άξιών (Μην κλαις άγαπημένη (ν.), 1958* Ό κήπος των πριγκηπων (μ.), 1966· 'Εμβατήρια (δ.), 1972· Ύπνος θάνατος (ν.), 1974· Μυθολογία (μ.), 1977· Ή μεγάλη πλατεία (μ.), 1987" Καταπάτηση (μ.), 1990· Ή κεφαλή (ν.), 1994· Τό ταξίδι πού πληγώνει (δ.), 1995· Ή ατέλειωτη γραφή τοΰ αίματος (μ.), 1996· Μπέσα γιά μπέσα ή ό άλλος Φώτης (μ.), 1998· Χρονιές άγιες καί άγριες. Τά πρώτα πεζά (δ.), 1999* Τό ταξίδι πού πληγώνει καί άλλα διηγήματα, 2000). Ό Γιώργος Ιωάννου (1927-1985), μέ έναν συγκρατημένα συνειρμικό λόγο, άνακαλύπτει τά βαθύτερα στρώματα καί τήν άξια του «καθημερινού», τονίζοντας περιστατικά πού άντιπροσωπεύουν γενικότερες καταστάσεις τής έλληνικής πραγματικότητας, συνδέει προσωπικά βιώματα μέ τά κοινωνικά δεδομένα καί τήν (νεώτερη κυρίως) ιστορία καί υποβάλλει αισθήματα άλληλοκατανόησης καί άλληλεγγύης (Γιά ενα φιλότιμο (δ.), 1964* Ή σαρκοφάγος (δ), 1971* Ή μόνη κληρονομιά (δ.), 1974* Τό δικό μας αίμα (δ.), 1978· Επιτάφιος θρήνος (δ.), 1980· Όμόνοια (ν.), 1980· Πολλαπλά κατάγματα (ν.), 1981* Καταπακτή (δ.), 1982). Ό ζωγράφος Κώστας Λαχάς (1936) θητεύει παράλληλα καί στήν πεζογραφία, μέ κείμενα μοντερνιστικής συνάρτησης φυσικου χώρου, ιστορικής-πολιτικής μνήμης καί έσωτερικών διεργασιών (Πεδίον οσφρήσεως (δ.), 1964* Μετείκασμα Μεταίσθημα (ν.), 1986* 'Ασκήσεις έπί άμμοδόχου (δ.), 1994). Προπαντός μέ τό πρώτο βιβλίο του, ό Κώστας Ταχτσής (1927-1988) απέδωσε αυθεντικά τήν έλληνική μικροαστική-λαϊκή νοοτροπία καί τις άντίστοιχες συμπεριφορές (Τό τρίτο στεφάνι (μ.), 1962· Τά ρέστα (δ.), 1972· Ή γιαγιά μου ή 'Αθήνα (δ. [χρονογραφικά]), 1979· Τό φοβερό βήμα (μ. [αύτοβιογραφικό]), 1989). Ό Παντελής Καλιότσος
(1925) στρέφεται κυρίως σέ ζοφερές όψεις τών άνθρώπινων ψυχικών διεργασιών και τών διαπροσωπικών σχέσεων καί τις προσδιορίζει μέ ενα άνάλογο άγχώδες καί αυχμηρό υφος (Όμεσαίος τοίχος (μ.), 1964* Οι ονειροπόλοι (μ.), 1965* [Ή τριλογία της Λεωφόρου (μ.):] Μάθημα δολοφονίας, 1972, Ή συμπεριφορά του κενού, 1973, Φανταστική παράγραφος 7, 1974* Δεκεμβριανή νύχτα - Εργάτες τής πίσσας (μ.), 1978* Τά γουρούνια (μ.), 1981* Τό συμπόσιο (μ.) 1985* Στρατιωτικές άσκήσεις (δ.), 1989* Διωγμός άπ' τήν κόλαση (ν.), 1991* Τόν αιώνα πού ξύπνησε ό πηλός (μ.), 1998). Σχετικά άργά (έπειτα άπό μιά θητεία στήν ποίηση), άλλά μέ έπιμονή στή συνέχεια, ό Αριστοτέλης Νικολαιδης (1922-1996) συνέθεσε κείμενα πού άναφέρονται στήν άπώλεια τής έπαναστατικής κοινωνικής δυνατότητας ή στή βαθμιαία άποδυνάμωση άτόμων καί στήν έκπτωσή τους σέ νοσηρές ψυχικές (καί παραπνευματικές) καταστάσεις (Οί συνυπάρχοντες (μ.), 1969* Ή εξαφάνιση (μ.), 1975* Ό κόσμος εϊναι άΧλος (δ.), 1978* Στήν κίτρινη ώρα (μ.), 1980* 'Ανθρώπων έξ άνθρώπων (δ.), 1982* 'Εξορκίζοντας θάνατο (μ.), 1985* Ό ιερός μαστός (μ.), 1987* Ό άνιχνευτής (μ.), 1989* Ό αιώνας τελειώνει στήν κόψη (μ.), 1997). Ή "Αλκή Ζέη (1925) συνδυάζει τήν εύστοχη συμβολή στή νεανική λογοτεχνία μέ έξίσου ώριμες συνθέσεις πού έκφράζουν μιάν άπογοήτευση άπό τήν ήθική τής «κατεστημένης» Αριστεράς, άλλά καί μιάν έμμονή στον (φύσει διαρκή) κοινωνικό άνθρωπισμό (Τό καπλάνι τής βιτρίνας (μ.), 1966* Ό μεγάλος περίπατος του Πέτρου (μ.), 1971* Ό θειος Πλάτων (μ.), 1975· Ή άρραβωνιαστικιά του 'Αχιλλέα (μ.), 1987). Ό Μάριος Χάκκας (1931-1972), άπό τή θέση μιας βιοτικής καρτερίας και πνευματικής ώριμότητας, κατέθεσε μέ καίριο λόγο μιά κοινωνική καί ψυχική μαρτυρία άνυποχώρητα έλεύθερου φρονήματος, άλλά καί στοργικού «άνοίγματος» προς τούς άλλους (Τυφεκιοφόρος του έχθροϋ (δ.), 1966· Όμπιντές και άλλες ιστορίες (δ.), 1970· Τό κοινόβιο (δ.), 1972· "Απαντα, 1978). Ό ποιητής Άρης Αλεξάνδρου (1922-1978) αιφνιδιάζει τήν πεζογραφία τό 1975: ένα άρτιο έργο μιας κατεξοχήν έλεύθερης και κριτικής συνείδησης τοΰ άριστεροΰ χώρου ιχνηλατεί τήν άναπόφευκτη πορεία άπό τήν αύτονόμηση τής γραφειοκρατικής κομματικής λογικής στό «κενό» πολιτικού σκοπού (Τό κιβώτιο (μ.), 1975). Ό Μένης Κουμανταρέας (1931) παρουσιάζει μακρά καί σταθερή έξέλιξη, εντασσοντας ολοένα όργανικότερα τήν άνάλυση τής άτομικότητας τών ήρωων στο πλαίσιο εύρύτερων κοινωνικοπολιτικών μεταλλαγών καί άποδίδοντας παντα αύθεντικά τήν άτμόσφαιρα τοΰ άστικοΰ βίου, μέ υφος διαυγές και υποβλητικό (Τά μηχανάκια (δ.), 1962· Τό άρμένισμα (δ.), 1967* Τά καημένα (δ.), 1972· Βιοτεχνία υαλικών (μ.), 1975· Ή κυρία Κούλα (ν.), 1978· Τό κουρείο (μ.), 1979* Σεραφείμ καί Χερουβείμ (δ.), 1981* Ό ωραίος λοχαγός (μ.), 1982*
Ή φανέλα μέ τό έννιά (μ.), 1986· Ή συμμορία τής άρπας (μ.), 1993* Ή μυρωδιά τους μέ κάνει νά κλαίω (δ.), 1996* Δυο φορές 'Έλληνας (μ.), 2001· Νώε (μ.), 2003). Μεταβαίνοντας βαθμιαία άπό τήν ονειρική στή ρεαλιστική σκηνοθεσία, ό Πέτρος Άμπατζόγλου (1931-2004) άσκεϊ κριτική στόν ευδαιμονισμό καί στήν κοινωνική καταπίεση, διά τής φυγής στόν κόσμο του φανταστικού, ή προβάλλει προβληματικές όψεις τών έρωτικών σχέσεων (Μέ τόν Μινώταυρο (δ.), 1962* Ισορροπία τρόμου (ν.), 1964* Θάνατος μισθωτού (μ.), 1971* Ή γέννηση του Σούπερμαν (ν.), 1972· Παραμύθια του Πέτρου (δ.), 1974· Προσωπική άποκάλυφη (δ.), 1978* Σημεία και τέρατα (ν.), 1981* Τί θέλει ή κυρία Φρίμαν (ν.), 1987* Παύλος και Ελένη (μ.), 1990· Μιά συνηθισμένη μέρα (μ.), 1992* Στή σιωπή του έρωτα (μ.), 1997* Ό πύργος τών αινιγμάτων (μ.), 1999). Μέ μόνιμη περιεκτική βραχυλογία καί μέ συχνή προσφυγή στόν τύπο τής προφορικής μαρτυρίας ή του γραπτού ντοκουμέντου, ό Θανάσης Βαλτινός (1932) έξεικόνισε τις ιδιοτυπίες τής παλαιότερης καί τής νεώτερης μετανάστευσης καί προσδιόρισε άντικειμενικά τήν τραγικότητα καί τις έκατέρωθεν άκρότητες τής έμφύλιας σύγκρουσης, δπως καί τό βάρος τών συνεπειών τής δεκαετίας του '40 στή μεταπολεμική περίοδο (Ήκάθοδος τών έννιά (ν.), [περιοδ. Εποχές, 1963], 1978* Συναξάρι ''Αντρέα Κορδοπάτη (μ.), Βιβλίο πρώτο: 'Αμερική, 1972 καί Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί - '22, 2000* Τρία ελληνικά μονόπρακτα (μ.), 1978· Μπλέ βαθύ σχεδόν μαύρο (ν.), 1985* Στοιχεία γιά τή δεκαετία του '60 (μ.), 1989* Φτερά μπεκάτσας (ν.), 1992* Θά βρείτε τά οστά μου υπό βροχήν (δ.), 1992· Όρθοκωστά (μ.), 1994* Ημερολόγιο 1836-2011 (μ.), 2001· Εθισμός στή νικοτίνη (δ.), 2003). Ό Χριστόφορος Μηλιώνης (1932) μιλάει μέ έναργή περιεκτικότητα γιά ένα φάσμα μή προνομιούχων έκπροσώπων τής μεταπολεμικής κοινωνίας, πού «φέρουν» τήν πλήρη ή τή μερική έμπειρια του παρελθόντος, συ να ντου ν τις έξελικτικές προεκτάσεις του καί τούς νέους περιορισμούς του παρόντος καί άναζητουν μέ δυσκολία κάποιες διεξόδους ποιοτικά έπαρκους βίου (Παραφωνία (δ.), 1961* Τό πουκάμισο του Κένταυρου (δ.), 1971* 'Ακροκεραύνια (νς.), 1976* Τά διηγήματα τής δοκιμασίας, 1978* Δυτική συνοικία (μ.), 1980* Καλαμάς κι \Αχέροντας (δ.), 1985· ΌΣιλβέστρος (μ.), 1987· Χειριστής άνελκυστήρος (δ.), 1993· Τά φαντάσματα του Γιόρκ (δ.), 1999* Τό Μοτέλ κομμωτής κομητών (ν.), 2005). Ό Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (1930) συνθέτει σύντομα κείμενα λεπτής τεχνουργίας, δπου προβάλλει μέ νοσταλγική διάθεση, ήρεμο χιούμορ καί άποκαλυπτική οξυδέρκεια μνήμες ή σύγχρονα περιστατικά, καταξιώνοντας τή σημασία τους ( •Οδοντόκρεμα μέ χλωροφύλλη (δ.), 1973* Θερμά θαλάσσια λουτρά (δ.), 1980· Ό γενικός άρχειοθέτης (δ.), 1989· Ροζαμούνθη (δ.), 1995· Όόβολός και άλλα διηγήματα, 2004). ΌΤόλης Καζαντζής (1938-1991)
άπέδωσε χαρακτηριστικές συνθήκες καί νοοτροπίες του σύγχρονου μικροαστικού καί του γενικότερου έλληνικου βίου, μέ λιτά άφηγηματικά μέσα καί μέ όξυδερκώς ειρωνικό βλέμμα (Ή κυρά-Λισάβετ (ν.), 1975* Ή παρέλαση (δ.), 1976* Ενηλικίωση (δ.), 1980* Οι πρωταγωνιστές (δ.), 1983* Μιά μέρα μέ τόν Σκαρίμπα (ν.), 1985* Καταστροφές (δ.), 1987* Ματαιότης ματαιοτήτων (δ.), 1994). Ό Πρόδρομος Μάρκογλου (1935), πού χρονικά προηγείται ή ποιητική άσχολία του, παρουσίασε μεστά κείμενα δπου κυρίως οί προσωπικές έμπειρίες του τών παιδικών καί νεανικών χρόνων άποδίδονται σέ οργανικό συσχετισμό μέ τις πολιτικοκοινωνικές συνθήκες καί τό κυρίαρχο ψυχικό κλίμα τής έποχής (Όχώρος τής Ιωάννας και ό χρόνος του Ιωάννη (ν.), 1980* Σταθερή άπώλεια (δ.), 1992* Σπαράγματα (ν.), 1997* Διέφυγε τό μοιραϊον (δ.), 2003). Ό Περικλής Σφυρίδης (1933), «κλασικά» καί περιεκτικά ρεαλιστής, άναφέρεται μέ εύθύβολο λόγο σέ ένδεικτικές σύγχρονες καταστάσεις, συμπεριλαμβάνοντας και κάποιους άπόηχους του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος ( Ή άφίσα (δ.), 1977* Χωρίς άντίκρισμα (δ.), 1980* Τό τίμημα (δ.), 1982* Κούφια λόγια (δ.), 1984* Τίμημα χωρίς άντίκρισμα (δ.), 1986* Μισθός άνθυπιάτρου (δ.), 1987· Άπό πρώτο χέρι (δ.), 1989* Χαράμι (δ.), 1992· Ψυχή μπλέ καί κόκκινη (μ.), 1996* Οι γάτες του χειμώνα καί άλλα διηγήματα, 1998* Μεταμόσχευση νεφρού (μ.), 2000* Εσωτερική υπόθεση (δ.), 2002). Έχοντας άρχίσει νωρίς μιά συγγραφική θητεία κυρίως μέ λογοτεχνικά πεζά στοχασμού, ό Φίλιππος Δρακονταειδής (1940) άνέπτυξε πολλαπλά θεματικά καί τεχνοτροπικά ένδιαφέροντα: άπό τήν άτομική τύχη εύδιάκριτων έκπροσώπων τής έλληνικής κοινωνίας έως ορισμένες προβληματικές πτυχές τής νεώτερης εύρωπαϊκής ιστορίας* καί άπό τούς παραδοσιακούς έως τούς έν μέρει πειραματικούς έκφραστικούς τρόπους (Τρίπτυχο (δ.), 1962* Σημειώματα 1956-1963· Σχόλια σχετικά μέ τήν περίπτωση (μ.), 1978* Προς Όφρύνιο (μ.), 1980* Στά ίχνη τής παράστασης (μ.), 1982· Τό άγαλμα (μ.), 1984* Τό σπίτι τής θείας (μ.), 1984* Ή διπλωματούχος του πιάνου (νς.), 1985* Χρόνια προϋπηρεσίας (μ.), 1988· Τό μήνυμα (μ.), 1990* Ή πρόσοψη (μ.), 1992* Συναισθηματικό ταξίδι (μ.), 1998· Τό ταξίδι (μ.), 2004). Παράλληλα καί σέ γόνιμη διακειμενική σχέση μέ τά άντικείμενα τής φιλολογικής άσχολίας του (Παπαδιαμάντης, Πεντζίκης, Σκαρίμπας), ό Νίκος Δ. Τριανταφυλλόπουλος (1933) συνθέτει κείμενα πού άνάγουν τό πραγματικό σέ υποβλητικά φαντασιακό (Τρία θαλασσινά ειδύλλια (δ.), 1985* Λιμενάρχης Εύριπου (δ.), 1993* Άνύπαρχτο λιμάνι (δ.), 1998). Ό Γιώργης Γιατρομανωλάκης (1940) μελέτησε ήθικές καί ψυχολογικές συμπεριφορές πού οφείλονται σέ συνθήκες υπανάπτυξης τής έλληνικής κοινωνίας (Λειμωνάριο (μ.), 1974* Ή άρραβωνιαστικιά (μ.), 1979* Ιστορία (μ.), 1982· Ανωφελές διήγημα (μ.), 1993* Βιβλίον καλούμενον Ερωτικόν
(μ..), 1995* Στήν κοιλάδα τών 'Αθηνών (μ.), 2000). Τά ένδιαφέροντα του Κώστα Άσημακόπουλου (1931) έντοπίζονται κυρίως στό ιστορικό μυθιστόρημα και διήγημα και στή μυθιστορηματική βιογραφία (Διψασμένοι (δ.), 1958* Προδοσίες (δ.), 1961* Ό βασιλιάς και τό άγαλμα (μ.), 1970* Ή γενιά τών αιχμαλώτων (μ.), 1971* Του Ίεροϋ Λόχου (δ.), 1978* Φόνος στή Σπάρτη (μ.), 1979* Ή Λλτάνα τής Πάργας (μ.), 1980* Τό δέντρο που χορεύει (μ.), 1983* Μετά φόβου Θεοϋ (μ.), 1985* Ό χορός του Όσμάν Τάκα (δ.), 1986* Οί βραδυνές καμπάνες (μ.), 1989* Τό πηγάδι μέ τ' άστρα (μ.), 1996* Στό ρέμα τών κορυδαλλών (μ.), 1999* Τά παιδιά (δ.), 2000* Ό χορός τών κληρονόμων (μ.), 2002). Τόν Κυριάκο Ντελόπουλο (1931) άπασχολεΐ ή ιστορία στή σχέση της μέ τό παρόν ( Ό "Ακης και οί άλλοι (μ.), 1983* Όδός \Αρχαίων Ελλήνων. Νεοελληνική Μυθ-Ιστορία (μ.), 1992* Ό *Ακης στά όπλα (μ.), 2002). Ό Τάσος Ρούσσος (1934) συνδυάζει τήν έναργή παράσταση τών έξωτερικών δεδομένων μέ τή στοχαστικότητα σέ δ,τι άφορα τήν ουσία τους (Τά χειρόγραφα του Μανουέλ Σαλίνας (ν.), 1987* Μιχαήλ και άλλα διηγήματα, 1989* Ό τελευταίος τής συντεχνίας (ν.), 1991* Λγγελόπετρα (ν.), 1992* Ό καιρός τής Λίζε (ν.), 1993* Φωτογραφία μέ πολύ κίτρινο και άλλα διηγήματα, 1994* Ή πηγή του τσακαλιού (ν.), 1995* Ό 'Οδυσσέας (μ.), 1996* Τό δέκατο τρίτο τοπίο (δ.), 1998* Ή άποστολή (μ.), 1999* Ό λόφος (μ.), 2001* Αυτός στό πέτρινο σπίτι (μ.), 2003). Ή Άθηνα Κακούρη (1928), έπειτα άπό μακρά και έπιτυχημένη θητεία στό άστυνομικό μυθιστόρημα, στράφηκε μέ οξυδέρκεια καί στήν άμεσότερη σπουδή κοινωνικών προβλημάτων (Πριμαρόλια (μ.), 1998* Ό χαρταετός (μ.), 2002* Θέκλη (μ.), 2005). Εξάλλου, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται τό φαινόμενο τής χρονικά καθυστερημένης άλλά άξιόλογης πεζογραφικής έμφάνισης προσώπων μέ προηγούμενη θητεία σέ διαφορετικούς συγγραφικούς (καί καλλιτεχνικούς) τομείς: ΉΛιλή Ζωγράφου (1922-1998), άφου άσχολήθηκε επί πολλά χρόνια κυρίως μέ τή δοκιμιακή μελέτη καί τή δημοσιογραφία, στράφηκε στόν άφηγηματικό λόγο μέ έργα δπου κυριαρχεί ή άντισυμβατική κοινωνική νοοτροπία, ή διαμαρτυρία καί ή φεμινιστική τάση ( Επάγγελμα πόρνη (ν.), 1978* Ή γυναίκα πού χάθηκε καβάλα στ' άλογο (ν.), 1982* ΉΣυβαρίτισσα (μ.), 1987* Νύχτωσε, άγάπη μου, εϊναι χθές (ν.), 1990* Παλαιοπώλης άναμνήσεων (ν.), 1991* Ή άγάπη άργησε μιά μέρα (μ.), 1994). "Επειτα άπό σημαντική θεατρογραφία, ό Παύλος Μάτεσις (1934) στράφηκε κυρίως στό μυθιστόρημα, έξεικονίζοντας εύστοχα καταστάσεις φθοράς τής κοινωνίας άλλά καί υγιείς άντιστάσεις της ('Αφροδίτη (ν.), 1986 [άναθεωρημένο: 1999]* Ή μητέρα του σκύλου (μ.), 1990* "Υλη δάσους (δ.), 1992* Ό παλαιός τών ήμερών (μ..), 1994· Πάντα καλά (μ..), 1998· Σκοτεινός οδηγός (μ·), 2002* Μύρτος (μ.), 2004). Έπίσης, μετά τήν έπιτυχημένα πρωτοπο-
ριακή θεατρική συγγραφή, ό Κώστας Μουρσελάς (1930) έδωσε πεζά έργα κοινωνικού καί ψυχογραφικού ρεαλισμού, που άποδίδουν πολύ χαρακτηριστικούς άνθρώπινους τύπους τής έποχής μας (Βαμμένα κόκκινα μαλλιά (μ.), 1989* Κλειστόν λόγω μελαγχολίας (μ.), 1999* Ό πόθος καίει τά σωθικά (μ.), 2005). Ό ζωγράφος Νίκος Χουλιαράς (1940) δημιουργεί ήρωες πού χαρακτηρίζονται άπό μιάν έλκυστικά ιδιόρρυθμη οπτική του κόσμου* ή διαποτίζει τά περιστατικά μέ μιά στοχαστική ποιητικότητα (ΌΛούσιας (μ.), 1979* Τό Μπακακόκ (δ.), 1981* Ζωή, τήν άλλη φορά (μ.), 1985* Τό άλλο μισό (δ.), 1987* Μιά ιστορία του μακρύ χειμώνα (ν.), 1990* Ή μέσα βροχή (δ.), 1991· Στο σπίτι του έχθρου μου (δ.), 1995* Μιά μέρα πριν - Δυο μέρες μετά (δ.), 1998* Τό έργαστήριο του ύπνου (μ.), 2001). Ή γενιά πού ή ήλικιακή ώρίμανσή της έμπίπτει στή δεκαετία του '70 προσθέτει πεζογράφους μέ αισθητά άνανεωμένους προσανατολισμούς καί τεχνικές καί μέ κοινό γνώρισμα τών ισχυρότερων ,άπό αύτούς τήν ήδη άξιόλογη πρώτη «κατάθεση» καί τήν σταθερά άνοδική πορεία. Παρατηρείται ικανότητα σοβαρής θεώρησης τόσο του παρόντος όσο καί του πρόσφατου ή του άπώτερου ιστορικού παρελθόντος: ή σύγχρονη έποχή άντιμετωπίζεται μέ έναν συνδυασμό άναγνώρισης τών προοδευτικών έξελίξεών της καί κριτικής τών εμφανών ή λανθανουσών άνεπαρκειών καί στρεβλώσεών της* καί ή ιστορία «σπουδάζεται» μέ θεματική εύρύτητα και νηφάλια διεισδυτικότητα (άναμφισβήτητα, έπαληθεύεται γιά μιάν άκόμη φορά ό εύεργετικός ρόλος τής «άπόστασης»). Ή άφηγηματική δόμηση άποβλέπει σέ ούσιαστικές προωθήσεις, άποφεύγοντας τρόπους εύκολου έντυπωσιασμου. Εξάλλου, τά κείμενα κατά κανόνα δέν χαρακτηρίζονται άπό έντονη άπόκλιση είτε προς τά δρώμενα καί τήν έξωστρέφεια είτε προς τόν στοχασμό καί τόν έσωτερισμό, άλλά άπό μιά τάση σύνθεσης, μέ φυσιολογική δοσολογία. Καί ή έκφραση διακρίνεται άπό τήν άφομοίωση καί τήν καλλιέργεια νέων γενικών δυνατοτήτων τής γλώσσας, χωρίς όμως άκριτη ύποταγή σέ «τυχαία» γνωρίσματα του κοινού ύφους καί στήν ισχνή γλωσσική καθημερινότητα, άλλά ούτε πιά καί στή σαγήνη του άνεξέλεγκτου πειραματισμού. Γίνεται φανερό ότι οί κύριοι έκπρόσωποι τής γενιάς αύτής έχουν θητεύσει παιδευτικά στόν άμιγέστερο πεζογραφικό μοντερνισμό, άλλά καί άντιλαμβάνονται ότι οί μέγιστες πράξεις του είχαν πιά συντελεσθεί πριν άπό αύτούς. Προκρίνουν μιά συνέχεια πού θά ένσωματώνει τώρα τήν έμπειρια τόσο του μοντέρνου όσο καί του ίσχυρου παραδοσιακού σέ άνανεωτικά «τρίτα» σχήματα. Σημειώνουμε ορισμένες άντιπροσωπευτικές περιπτώσεις: Ό Δημήτρης Νόλλας (1940), μέ λιτές καί πυκνές συνθέσεις υποδεικνύει συνθήκες άντιφατικότητας τής σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργώντας ήρωες πού δέν έλέγχουν τόν έξωτε-
ρικό καί τόν έσωτερικό βίο τους (Νεράιδα της Αθήνας (ν.), 1974* Πολυξένη (δ.), 1974· To τρυφερό δέρμα (δ.), 1982· Τά καλύτερα χρόνια (δ.), 1984* Τό πέμπτο γένος (ν.), 1988* 'Ονειρεύομαι τούς φίλους μου (δ.), 1990* Ό τύμβος κοντά στή θάλασσα (μ.), 1992* Ό άνθρωπος πού ξεχάστηκε (μ.), 1994* Τά θολά τζάμια (δ.), 1996* Φωτεινή μαγική (μ.), 2000* Άπό τή μία εικόνα στήν άλλη (μ.), 2003* Ό παλαιός έχθρός (δ.), 2004). Ό πρόωρα χαμένος Γιάννης Πάνου (1943-1998), παρά τήν όλιγογραφία του, διαμόρφωσε ιδιαίτερη φυσιογνωμία χάρη στήν οξυδερκή άντιμετώπιση του άντικειμένου του καί στον καίριο λόγο του (...άπό τό στόμα τής παλιάς Remington... (μ.), 1981* Ιστορία τών μεταμορφώσεων (μ.), 1998). Ή Μάρω Δούκα (1947), μέ διαυγή καί εύέλικτη έκφραστική, απέδωσε χαρακτηριστικές μεταβολές τής έλληνικής κοινωνίας, άπό τήν έποχή τής δικτατορίας έως μιά προχωρημένη μεταπολιτευτική περίοδο, παρακολουθώντας τή συμπεριφορά κυρίως νέων, πνευματικά καί πολιτικά προηγμένων άστών — ή «άνερχόμενων» μικροαστών* καί στή συνέχεια στράφηκε μέ ισχυρά άνανεωτικούς χειρισμούς στό ιστορικό μυθιστόρημα ( Ή πηγάδα (δ.), 1974* Που ναι τά φτερά; (ν.), 1975· Καρρέ φιξ (δ.), 1976* Ή άρχαία σκουριά (μ.), 1979* Ή πλωτή πόλη (μ.), 1983* Οί λεύκες άσάλευτες (μ.), 1987* Εις τόν πάτο της εικόνας (μ.), 1990* Ένας σκούφος άπό πορφύρα (μ.), 1995* Ουράνια μηχανική (μ.), 1999* Αθώοι και φταίχτες (μ.), 2004). Ό Αλέξης Πανσέληνος (1943) άναφέρεται μέ έπάρκεια γνώσης καί αίσθησης σέ διαφορετικές ιστορικές περιόδους καί έντάσσει σ* αύτές άτομικές τύχες καί ιδιαιτερότητες ήρώων, άποδίδοντας αύθεντικά τό εκάστοτε γενικότερο κλίμα καί παρέχοντας άνετη άφήγηση, βαθειάς έπεξεργασίας ( Ιστορίες μέ σκύλους (δ.), 1982· Ή μεγάλη πομπή (μ.), 1985* Βραδυές μπαλέτου (μ.), 1991* Ζαΐδα ή Ή καμήλα στά χιόνια (μ.), 1996* Ό κουτσός άγγελος (μ.), 2002* Τέσσερις ελληνικοί φόνοι (δ.), 2004). Ή Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη (1945), άφου έδωσε άξιόλογα συντομότερα πεζογραφήματα νεωτερικου τύπου, προχώρησε καί σέ μιάν ιδιαίτερα έντεχνη καί πειστική έπαναφορά τής «βατής» άφήγησης, μέ άντικείμενο κυρίως τή βιοτική περιπέτεια σύγχρονων λαϊκών άνθρώπων ή (προπολεμικών) μεγαλοαστών (Οί κατακόμβες (δ.), 1975* Έξάλλου ο Λένιν ητο πολύ καλής οικογενείας (δ.), 1982* Τά 92 συρτάρια (δ.), 1983* Τό ξένο σώμα (μ.), 1985· Ή γυναίκα της Άμμου (ν.), 1988* Ό δρόμος είναι ή χαρά (μ.), 1991· Σάν τό μετάξι (μ.), 1996* Μιά στιγμή στον Παράδεισο (μ.), 1999' Γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά (μ.), 2001* Κρυμμένες εικόνες (δ.), 2005). Μετά τήν ποίηση, ή Ρέα Γαλανάκη (1947) έπιδόθηκε σέ μιά σύνθετη άνανέωση του ιστορικού (καί του ιστορικού - κοινωνικού) μυθιστορήματος, μέ ένισχυμένη τήν ψυχογραφική διάσταση καί μέ καίρια - υποβλητική έκφραστική ('Ομόκεντρα διηγήματα, 1986* Ό βίος του Ισμαήλ Φερικ Πασα. Spina nel cuore
(μ..), 1989· Θά υπογράφω Λουΐ(μ\ 1993· Ελένη ή ο Κανένας (μ.), 1998* Ό αιώνας τών λαβυρίνθων (μ.), 2002* 'Ένα σχεδόν γαλάζιο χέρι (δ.), 2004). Καί καθώς οί πεζογράφοι αυτοί καί άλλοι τής γενιάς καί τής γενικής συγγραφικής νοοτροπίας τους συνεχίζουν τό εργο τους, προστίθεται ενας ολοένα διογκούμενος άριθμός νεώτερων, μέ βραδύτερη ή έντονότερη διαφοροποίηση έκφραστικών τάσεων καί άντικειμένων ένδιαφέροντος. Ωστόσο, ή σταθερή παρουσία καί έξελικτική πορεία τών πρώτων δέν ένθαρρύνει προς τό παρόν τή διάκριση μιας έπόμενης καθαυτό γραμματολογικής γενιάς, γιατί δέν μπορεί νά προβλεφθεί ό τυπολογικός συσχετισμός πού θά προκύψει άργότερα άπό τό συνολικό καί άσφαλέστερα έποπτεύσιμο άποτέλεσμα. Παρέχουμε, λοιπόν, μιάν ενιαία άντιπροσωπευτική άναγραφή προσώπων καί έργων (σχεδόν δύο ήλικιακών γενεών), σημειώνοντας ορισμένα χαρακτηριστικά περιεχομένου καί μορφής πού προσιδιάζουν κυρίως στον νεώτερο κύκλο — δπως: ύποχώρηση του κοινωνικοπολιτικού 'ένδιαφέροντος, πού είχε παρουσιάσει μιάν άκόμη έξαρση στήν πρώτη μεταδικτατορική περίοδο* παρακολούθηση τής συμπεριφοράς άμήχανων ή καί περιθωριακών νεαρών άτόμων* έξεικόνιση τών ρηχών καί σπασμωδικών έρωτικών ήθών* ελξη άπό τό άλλόκοτο καί τό «μαγικό»· εισαγωγή του οικονομικού μετανάστη στήν κοινωνική θεματική καί διάθεση κατανόησης τής «έτερότητας»· καί, κατ' έπέκταση, στροφή στή νεώτερη ιστορία του βαλκανικού χώρου καί σέ φαινόμενα προβληματικών ή ομαλότερων «συναντήσεων»· άλλά καί άπεριόριστα δυτικόστροφο άνοιγμα του γεωγραφικού καί κοινωνικού-πολιτισμικού ορίζοντα* ποσοτική κυριαρχία ή τουλάχιστον έντονότερη προβολή του μυθιστορήματος (συχνά πολυσέλιδου)· έπιστροφή στό συγκεκριμένο καί άμεσα ορατό περιεχόμενο καί στήν προσιτή άφήγηση· κατά κανόνα, άνετη χρήση τής γλώσσας και έπιμελημένο ύφος. Περιπτώσεις πεζογράφων: Νάσος Θεοφίλου, 1940-2004 (Ό Έρημόπολις (δ.), 1971* Καταδυομένη 'Αφροδίτη (δ.), 1978* Ιστορίες του Καζαμία (δ.), 1980* Μέ ταχύτητα ηλικίας (μ.), 1991· Τί θά γίνω δταν μεγαλώσω (δ.), 1999· Οί λατρευτοί αποθηκάριοι (μ.), 2003). — Μιχάλης Φακίνος, 1940 (Οί κωπηλάτες (δ.), 1983· Ό Ιωσήφ εξαφανίζεται (δ.), 1984· Βυζαντινή περίπολος (μ..), 1988" 'Εφημερεύων θίασος (μ.), 1990" Ώς φαίνεται, ή γιαγιά κοιμάται άκόμη (μ.), 1991* Ή έπικάλυφη δέν είναι σοκολάτα (ν.), 2002* 'Αμερικάνικη κραυγή (μ.), 2005). — Δημήτρης Πετσετίδης, 1940 (Δώδεκα στό δίφραγκο (δ.), 1986* Τό παιχνίδι (δ.), 1991· Επίλογος στά χιόνια (δ.), 1993* ΌΣαμπατές ζεϊ(8.), 1998' Τροπικός τοΰ Λέοντος (ν.), 2001). — Γιάννης Κιουρτσάκης, 1941 (Σάν μυθιστόρημα, 1995· Έμεΐς οί άλλοι (μ.), 2000). — Αντώνης Σουρούνης, 1942 (Οί συμπαίχτες (μ.), 1977* Μερόνυχτα Φραγκφούρτης (δ.), 1982* Τά τύμπανα
τής κοιλίας και του πολέμου (δ.), 1983* Οί πρώτοι πεθαίνουν τελευταίοι (μ.), 1985· Πάσχα στο χωριό (ν.), 1991· Ό Χορός τών Ρόδων (μ.), 1994· Γκάς ό γκάνγκστερ (μ.), 2000* Κυριακάτικες ιστορίες (δ.), 2002). — Νίκος Βασιλειάδης, 1942 (Αγάθος(μ\ 1989· "Αγημα τιμών (νΧ 1990* Ό συμβολαιογράφος (ν.), 1995). — Τάκης Σιμώτας, 1942 (Λοιπός οπλίτης (πεζά μέ συνοδευτικά ποιητικά), 1991* Όλάκκος (μ.), 1997). — Θανάσης Γεωργιάδης, 1943 ( Αλέξανδρος (ν.), 1996· Αλέξανδρος - Ό θειος γνόφος (νς.), 2001· Τό βιβλίο του Ιορδάνη Γαβρά (μ.), 2001* Οί εννέα ζωές της (μ.), 2002* Τά άπόκρυφα τής όδου γυναικών (μ.), 2003). — Δημήτρης Δημητριάδης, 1944 (Πεθαίνω σά χώρα (ν.), 1980* Ή άνθρωπωδία. Μιά άτελής χιλιετία (μ.), 2002). — Ευγενία Φακίνου, 1945 (Άστραδενή (μ.), 1982· Τό έβδομο ρούχο (μ.), 1983* Ή μεγάλη πράσινη (μ.), 1987* Γάτα μέ πέταλα (μ.), 1990* Ζάχαρη στήν άκρη (μ.), 1991* Ή Μερόπη ηταν τό πρόσχημα (μ.), 1994* Εκατό δρόμοι καί μία νύχτα (μ.), 1997* Τυφλόμυγα (μ.), 1999* Ποιος σκότωσε τόν Μόμπυ Ντίκ (μ.), 2001* Έρως, θέρος, πόλεμος (μ.), 2003). — Γιώργος Συμπάρδης, 1945 (Μέντιουμ (μ.), 1987· Ό άχρηστος Δημήτρης (μ.), 1998* Ή μέθοδος τής 'Ορλεάνης (μ.), 2005). — Τάσος Χατζητάτσης, 1945 ( Έντεκα σικελικοί εσπερινοί (δ.), 1997* Σάν σπασμένα φτερά (δ.), 2003). — Νένη Ευθυμιάδη, 1946 ( Έσύ κι έγώ μοιάζουμε λιγάκι (μ.), 1973* Ό κήπος μέ τά άγάλματα (μ.), 1975· Ή φωτοβολίδα (μ.), 1978* 'Αθόρυβες μέρες (μ.), 1983· Τό χρώμα του μέλλοντος (μ.), 1988* Τρυφερός θάνατος (μ.), 1990* Οί πολίτες τής σιωπής (μ.), 1993* Ή πόλη τών γλάρων (μ.), 1997* Έγώ καί ό Μαγγελάνος (μ.), 2005). — Μαργαρίτα Καραπάνου, 1946 (ΉΚασσάνδρα καί ό λύκος (μ.), 1976· Ό υπνοβάτης (μ.), 1985· Rien ne va plus (μ.), 1991· «Ναι» (μ.), 1999· Μαμά (μ.), 2004). — Μαρία Μήτσορα, 1946 ("Αννα, νά ενα άλλο (δ.), 1979· Σκόρπια δύναμη (μ.), 1982· Περίληψη του κόσμου (ν.), 1985' Ό ήλιος δύω (δ.), 1996). — Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, 1947 (Ιστορίες στο πρώτο πρόσωπο (δ.), 1969* Οί φωνές (δ.), 1975* Λνδρόγυς (ιδεολογικό ρομάντζο), 1980* Οί φωνές ή τό άπάτητο μονοπάτι τών μυστηρίων του φόνου (δ.), 1982* Τό τέλος του Χρυσου Φεγγαριού (μ.), 1988* Ιστορίες μιας έλάχιστης έποχής (δ.), 1991* Γυναίκες ή σκοτεινή υλη (μ.), 2004). — Διονύσης Χαριτόπουλος, 1947 (Δανεικιά γραβάτα (δ.), 1976* 525 Τάγμα Πεζικού (μ.), 1981· Τά παιδιά τής Χελιδόνας (μ.), 1983* Τή νύχτα πού έφυγε ό Μπούκοβι (δ.), 1989* Έναντίον του Marlboro (ν.), 1991* Ό άνεμος κουβάρι (μ.), 2005). — Γιάννης Ξανθούλης, 1947 (Ό μεγάλος θανατικός (μ.), 1981* Οικογένεια ΜπέςΒγές (μ.), 1982* Τό καλοκαίρι που χάθηκε στόν χειμώνα (μ.), 1984* Ό σόουμαν δέ θά ρθει άπόψε (μ.), 1985* Τό πεθαμένο λικέρ (μ.), 1987* Όχάρτινος Σεπτέμβρης τής καρδίας μας (μ.), 1989* Τό ροζ που δέν ξέχασα (μ.), 1991*
Ή εποχή τών καφέδων (μ.), 1992* Ή Δευτέρα τών αθώων (μ.), 1994* Τό τρένο μέ τις φράουλες (μ.), 1996* ...Ύστερα, ήρθαν oiμέλισσες (μ.), 1998* Ό Τούρκος στον κήπο (μ.), 2001* Τό τανγκό τών Χριστιουγέννων (μ.), 2004* Ό θείος Τάκης (μ.), 2005). —Νίκη Άναστασέα, 1947 (Αύτή ή άργή μέρα προχωρούσε (μ.), 1998). — Νίκος Θέμελης, 1947 ( Ή άναζήτηση (μ.), 1998* Ή άνατροπή (μ.), 2000* Ήάναλαμπή (μ.), 2003). — Δημοσθένης Κούρτοβικ, 1948 ( Τρεις χιλιάδες χιλιόμετρα (δ.), 1980* Ό τελευταίος σεισμός (μ.), 1985· Τό έλληνικό φθινόπωρο της Έβα-Αννίτα Μπένγκστον (μ.), 1987* Ή σκόνη του γαλαξία (μ.), 1991* Ή νοσταλγία τών δράκων (μ.), 2000). — Μάρω Βαμβουνάκη, 1948 (Ό Αρχάγγελος του καφενείου (δ.), 1978* Ό Κύκνος κι αυτός (μ.), 1979* Τό χρονικό μιας μοιχείας (μ.), 1981* Αύτή ή σκάλα δέν κατεβαίνει (δ.), 1982* Ντούλια (μ.), 1984* Χρόνια πολλά γλυκιά μου (μ.), 1985· Ό άντίπαλος έραστής (μ.), 1986* Ή μοναξιά είναι άπό χώμα (μ.), 1987* Ιστορίες μέ καλό^ τέλος (δ.), 1988* Οί παλιές άγάπες πάνε στον Παράδεισο (μ.), 1990* Τανγκό μες στον καθρέφτη (μ.), 1992* Με βελούδινα βήματα ό χρόνος (μ.), 1995* Τά ραντεβού μέ τή Σιμόνη (μ.), 1996* Ή κραταιά άγάπη (μ.), 1998· Τηλεφωνήματα και ένοχές (μ.), 1999* Τό τραγούδι της μάσκας (μ.), 2000* ΌΝτάνκαν γυρεύει τόν Θεό (μ.), 2001· Έρωτας: Τό γελοίο και τό δέος (μ.), 2002). — Τάσος Καλούτσας, 1948 (Τό κελεπούρι και άλλα διηγήματα, 1987* Τό κλάμπ και άλλα διηγήματα, 1990* Τό καινούριο άμάξι (δ.), 1995· Τό τραγούδι τών Σειρήνων. (Διηγήματα 1995-2000), 2000). — Άρης Μαραγκόπουλος, 1948 (Οί ώραϊες ήμέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου (μ.), 1998· Αγάπη, Κή ποι, Αχαριστία (μ.), 2002· Γλυκειά έπιστροφή 2003). — Τάσος Γουδέλης, 1949 ('Αρπακτικά, (δ.), 1990* Πρωινή έπισκεφη (δ.), 1993· Σκιές γυναικών (δ.), 1996· Ό ύπνος του "Αλφρεντ (δ.), 1999· Ή •γυναίκα πού μιλά (δ.), 2002). — Κλαίρη Μιτσοτάκη, 1949 (ΉΠριγκίπισσα Τίτο κι έγώ (ν.), 1990· Μετάλλια (δ.), 1993· Flora mirabilis (ν.), 1996). — Μαρία Ευσταθιάδη, 1949 (Παραβάτες. (Δεκατρία κείμενα), 1987· Τό άόρατο πού σέ κοιτά (δ.), 1993· Γάντια μέ χέρια (ν.), 1996· Σχεδόν... μελό (μ.), 2002· Ούτοπήματα (δ.), 2004). — Ανδρέας Μήτσου, 1950 (Ένα μηλο, ενα κυδώνι, ενα κλωνί βασιλικό (δ.), 1982· Ό φόβος της έκρηξης (δ.), 1987* Ιστορίες συμπτωματικού ρεαλισμού (δ.), 1990* Ό χαρτοπαίχτης εχει φοβηθεί (δ.), 1993· Τά άνίσχυρα ψεύδη του Όρέστη Χαλκιόπουλου (μ.), 1995· Γέλια (δ.), 1998· Σφήκες (δ.), 2001* Ό σκύλος της Μαρί (μ.), 2004). — Στέλλα Βογιατζόγλου, 1950 (Τό μαγγανοπήγαδο (ν.), 1980* Σκόνη κόλλησε στ αυτιά μας (μ.), 1983, 2 2003· Τό τσιφτετέλι (ν.), 1984· Ή συγκάτοικος (μ.), 1987' «Καί ό Φαίδων ήμουν έγώ!» (μ.), 1991· Ύστερα, εφυγες στ' άλήθεια (μ.), 1996· Περνώντας βιαστικά άνάμεσά τους (δ.), 2000* Καμμιά ιστορία δέν τε-
λειώνει; (μ.), 2005). — Ζυράννα Ζατέλη, 1951 (Περσινή αρραβωνιαστικιά (δ.), 1984* Στήν ερημιά μέ χάρι (δ.), 1986* Και μέ τό φως του λύκου έπανέρχονται (μ.), 1993* Μέ τό παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους ό θάνατος ήρθε τελευταίος (μ.), 2001). — Βασίλης Γκουρογιάννης, 1951 (Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων (δ.), 1990* Τό άσημόχορτο άνθίζει (μ.), 1992* Ό θίασος τών Αθηναίων (μ.), 1995· Βέβηλη πτήση (μ.), 2003). — Ιωάννα Καρυστιάνη, 1951 (Μικρά 'Αγγλία (μ.), 1997· Κουστούμι στό χώμα (μ.), 2000* Ό "Αγιος τής μοναξιας (μ.), 2003). — Δημήτρης Μίγγας, 1951 (7ων κεκοιμημένων (δ.), 1999* Σπάνια χιονίζει στά νησιά (μ.), 2001· Της Σαλονίκης μοναχά... (δ.), 2003). — Έρση Σωτηροπούλου, 1953 (Διακοπές χωρίς πτώμα (μ.), 1980* Εορταστικό τριήμερο στά Γιάννενα (ν.), 1982* Ή φάρσα (μ.), 1982· Μεξικό (ν.), 1988· Χοιροκάμηλος (δ.), 1992· Ό βασιλιάς του φλίπερ (δ.), 1998· Ζίγκ-ζάγκ στις νεραντζιές (μ.), 1999* Δαμάζοντας τό κτήνος (μ.), 2003· Αχτίδα στό σκοτάδι (δ.), 2005). — Απόστολος Κ. Δοξιάδης, 1953 (Βίος παράλληλος (ν.), 1985* Μακαβέστας (μ.), 1988· Ό θειος Πέτρος και ή Εικασία του Γκόλντμπαχ (μ.), 1992· Τά τρία άνθρωπάκια (μ.), 1997). — Βασίλης Τσιαμπούσης, 1953 ( Ή βέσπα και άλλα έπαρχιακά διηγήματα, 1988· Έκτος έδρας (μ.), 1993* Χερουβικά στά κεραμίδια (δ.), 1996· Γλυκιά Μπονόρα (δ.), 1996· Νά σ άγαπάει ή ζωή (δ.), 2004). — Γιώργος Σκαμπαρδώνης, 1953 (Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό (δ.), 1989· Ή ψίχα τής μεταλαβιάς (δ.), 1990* Ή στενωπός τών υφασμάτων (δ.), 1992* Πάλι κεντάει ό στρατηγός (δ.), 1996* Άκριανή λωρίδα (δ.), 1998* Γερνάω έπιτυχώς (μ.), 2000· Ουζερί «Τσιτσάνης» (μ.), 2001· Έπί ψύλλου κρεμάμενος (δ.), 2003). — Θωμάς Σκάσσης, 1953 (Συλλέκτης αποκομμάτων (δ.), 1968* Ό βαλσαμωμένος γάτος (ν.), 1988· Ελληνικό σταυρόλεξο (μ.), 2000* Τό ρολόι τής σκιάς (μ.) 2005). — Τάκης Θεοδωρόπουλος, 1954 ( Ό ψίθυρος τής Περσεφόνης (μ.), 1985· Νύχτες στήν Αρκαδία (ν.), 1987· Τό άδιανόητο τοπίο (μ.), 1991· Ή πτώση του Νάρκισσου (μ.), 1994* Ή δύναμη του σκοτεινού θεου (μ··), 1999* Τό μυθιστόρημα του Ξενοφώντα (μ.), 2004. — Χρήστος Χαρτοματσίδης, 1954 (Τό παλιό κτίριο (δ.), 1991* Κιθαρίστας σέ ταβέρνα (μ.), 1996· Φωτο-Veritas (δ.), 2000). — Σωτήρης Δημητρίου, 1955 (ΝτιάλιθΊμ, Χριστάκη (δ.), 1987· (Ένα παιδί άπ τή Θεσσαλονίκη (δ.), 1989· Ν' άκούω καλά τονομά σου (μ.), 1993* Ή φλέβα του λαιμού (δ.), 1998* Ήβραδυπορία του καλού (δ.), 2001· Τούς τά λέει ό Θεός (μ.), 2002). — Ευγένιος Άρανίτσης, 1955 ( Αφρική (μ.), 1988* Λεπτομέρειες γιά τό τέλος του κόσμου (μ.), 1993). — Θεόδωρος Γρηγοριάδης, 1956 (Κρυμμένοι άνθρωποι (μ.), 1990* Ό άρχαϊος φαλλός (δ.), 1991* Ό ναύτης (μ.), 1993* Ό χορευτής στον έλαιώνα (μ.), 1996· Τά νερά τής Χερσονήσου (μ.), 1998* Τό παρτάλι (μ.), 2001· Έξω
απ* τό σώμα (μ.), 2003* Αλούζα. Χίλιοι και ενας εραστές (μ.), 2005). — Μισέλ Φάις, 1957 (Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (μ.), 1994* Απ* τό ϊδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες (δ.), 1999* Aegypius monachus (ν.), 2001* To μέλι και ή στάχτη του Θεοϋ (μ.), 2002* Έλληνική άυπνία (μ.), 2004). — Σώτη Τρ ιανταφύλλου, 1957 (Σάββατο βράδυ στήν άκρη της πόλης (μ.), 1996* Αύριο, μιά άλλη χώρα (μ.), 1997* Ό υπόγειος ουρανός (μ.), 1998* Εργοστάσιο τών μολυβιών (μ.), 2000* Φτωχή Μάργκο (μ.), 2001* "Αλμπατρος (μ.), 2003* Ή φυγή (ν.), 2004* Συγχώρεση (ν.), 2005). — Άρης Σφακιανάκης, 1958 ('Όταν βρέχει και φοράς παπούτσια κόλετζ(δ.), 1981* Οί παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη (δ.), 1984* Ό τρόμος του κενού (μ.), 1990* Ή νόσος τών κινέζικων εστιατορίων (δ.), 1993* Δέν ήξερες... δέν ρώταγες (μ.), 1998* Μπέιμπι σίτινγκ (μ.), 2002). — Βασίλης Μπουτος, 1959 (Χειρονομίες ντροπής (μ.), 1986* Νυχτερινή άποστασία (ν.), 1988* Ό Ιωάννης Μαρία του φθινοπώρου (μ.), 1990* Γυναίκες στά πάρκα (δ.), 1992* Ή συκοφαντία του αίματος (μ.), 1997 [αναθεωρημένο: 2000]* Τά δάκρυα της βασίλισσας (μ.), 2000). — Βαγγέλης Ραπτόπουλος, 1959 (Κομματάκια (δ.), 1979* Διόδια (μ.), 1982* Τά τζιτζίκια (μ.), 1985 [καί τά τρία μαζί, μέ τόν τίτλο Ή γενιά μου, 2003]* Ή αυτοκρατορική μνήμη του αίματος. 1. Ποιος είμαι και άπό που ξεκίνησαν ολα (μ.), 1992* Όέργένης (ν.), 1993* Έμμονες ιδέες (μ.), 1995* Δούλα (μ.), 1997* Τό παιχνίδι (ν.), 1998* Βαθύς και λυπημένος δπως κι έσύ (μ.), 1999* Μαύρος γάμος (μ.), 2001* Ή έπινόηση της πραγματικότητας (μ.), 2003* Χάσαμε τόν Μπαμπά (μ.), 2005). — Πέτρος Τατσόπουλος, 1959 (Οί άνήλικοι (μ.), 1980* Τό παυσίπονο (μ.), 1982* Κινούμενα σχέδια (δ.), 1984* Ή καρδιά του κτήνους (μ.), 1987* Ή πρώτη εμφάνιση (μ.), 1994* Ανάλαφρες ιστορίες (δ.), 1995* Τιμής ένεκεν (μ.), 2004). — Φαίδων Ταμβακάκης, 1960 (Εύμορφία (ν.), 1982* Τά τοπία της Φιλομήλας (μ.), 1988* Ή ύστάτη και τέσσερις σπουδές (δ.), 1991* Οί ναυαγοί τής Πασιφάης (μ.), 1997). — Αγγέλα Καστρινάκη, 1961 (Φιλοξενούμενη (δ.), 1990* Εκδρομές μέ φίλες (δ.), 1993* Τά δρια της ζεστασιάς (δ.), 1999* Εκδοχές της Πηνελόπης (δ.), 2002). — Έλιάνα Χουρμουζιάδου, 1965 (Ήγειτονιά τών καλών κλεφτών (μ.), 1989* Ή ιδιαιτέρα (μ.), 1998* Απώλεια σοφίας (μ.), 2004). — Χρήστος Χωμενίδης, 1966 (Τό σοφό παιδί (μ.), 1993* Τό ΰφος τών περιστάσεων (μ.), 1995* Δέν θά σου κάνω τό χατίρι (δ.), 1997* Ή φωνή (μ.), 1998). — Άμάντα Μιχαλοπούλου, 1966 (Έξω ή ζωή είναι πολύχρωμη (δ.), 1994* Γιάντες (μ.), 1996* Όσες φορές άντέξεις (μ.), 1998* Παλιόκαιρος (μ.), 2001* Γιατί σκότωσα τήν καλύτερή μου φίλη (μ.), 2003* Θά ήθελα (δ.), 2005).
Βιβλιογραφία Απόστολου Σαχίνη, Ή σύγχρονη πεζογραφία μας. Τό μυθιστόρημα τής εφηβικής ηλικίας, Οι ταξιδιωτικές έντυπώσεις, Τό πολεμικό μυθιστόρημα. Τέταρτη έκδοση διορθωμένη. Βιβλιοπωλεΐον τής «Εστίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., Αθήνα [1983]. — Του ϊδιου, Νέοι πεζογράφοι. Είκοσι χρόνια νεοελληνικής πεζογραφίας: 1945-1965. Τρίτη έκδοση. Βιβλιοπωλεΐον τής « Ε στίας» I. Δ. Κολλάρου & Σίας Α.Ε., [Αθήνα 1984]. — Του ϊδιου, Πεζογράφοι του καιρού μας. Τρίτη έκδοση. Ινστιτούτο του Βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989. — Ανδρέα Καραντώνη, Πεζογράφοι και πεζογραφήματα τής γενιάς του '30. (Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη μέ νέα μελετήματα). Εκδόσεις Δημ. Παπαδήμα, Αθήνα 1977. — Κώστα Στεργιόπουλου, Περιδιαβάζοντας, τόμ. Γ' Άπό τή μεσοπολεμική στή μεταπολεμική πεζογραφία. Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1994. — Κ. Mitsakis, «Modern Greek Prose: The Generation of the '30s. An Attempt for a Definitive Evaluation», Balkan Studies, 17 (1976) 197-223 [Μυριβήλης, Βενέζης, Κόντογλου, Δούκας, Πολίτης, Θεοτοκάς]. — Κ. Μητσάκη, Νεοελληνική Πεζογραφία. Ή γενιά του '30, Αθήνα 1977 (Μεσαιωνικές και Νεοελληνικές Μελέτες, 3) [Μυριβήλης, Βενέζης, Κόντογλου, Δούκας, Πολίτης, Θεοτοκάς, Πρεβελάκης, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Τερζάκης, Καραγάτσης, Πετσάλης-Διομήδης, Γ. Άμποτ]. — Basil Laourdas, «Ideas and Ideals in Contemporary Greek Literature», Balkan Studies, 9 (1968) 155-166. — Βασίλειος Λαούρδας, Φιλολογικά Δοκίμια. Εισαγωγή καί έπιμέλεια Ντίνου Χριστιανόπουλου. Εκδόσεις Διαγωνίου, άρ. 27, Θεσσαλονίκη 1977 [Βενέζης, Βλαχογιάννης, Δέλτα, Θεοτοκάς, Καζαντζάκης, Καπετανάκης, Μπαστιάς, Ξενόπουλος, Παλαμάς, Πρεβελάκης, κ.ά.]. — Mario Vitti, «Due genarazioni di romanzieri Greci, 1920-1950», Annali délia Facoltà di Magistern delVUniversità di Palermo, 1970, σσ. 1-42. — Του ίδιου, Ή 'Γενιά του Τριάντα'. Ιδεολογία και μορφή. Νέα έκδοση επαυξημένη. «Ερμής», Αθήνα 2000). — Κ. Θ. Δημαρά, Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Άπό τις πρώτες ρίζες ώς τήν εποχή μας. "Ενατη έκδοση. Εκδόσεις «Γνώση», Αθήνα 2000, σσ. 614-620. — Τηλέμαχου Άλαβέρα, Διηγηματογράφοι της Θεσσαλονίκης. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 1, [Θεσσαλονίκη, 1970]. — Μ. Γ. Μερακλή, Ή σύγχρονη έλληνική λογοτεχνία (1945-1970). II. Πεζογραφία. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 5, [Θεσσαλονίκη 1972], και Του ίδιου, Λογοτεχνική κριτική, I. Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, Μελέτη 9, [Θεσσαλονίκη 1976]. — Λίνου Πολίτη, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Μορφωτικό "Ιδρυμα Έθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1978 ( 2 1979, μέ διορθώσεις, 3 1980). — Ή μεσοπολεμική πεζογραφία. Άπό τόν πρώτο ώς τόν δεύτερο
παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939). Τόμ. Α'. Εκδόσεις Σοκόλη, [Αθήνα 1993]. ( Ό τόμος αυτός άποτελεϊ τήν Εισαγωγή, σσ. 156, μέ «Παράρτημα: Μαρτυρίες γιά τήν πεζογραφία του μεσοπολέμου» (σσ. 171-406), ομότιτλης όκτάτομης Ανθολογίας τών Εκδόσεων Σοκόλη, τήν όποια έγραψε ό Παν. Μουλλας). — Ή μεταπολεμική πεζογραφία. Άπό τόν πόλεμο τοΰ '40 ώς τή δικτατορία τοΰ '67. Τόμ. Α'. Εκδόσεις Σοκόλη, [Αθήνα 1988]. (Καί ό τόμος αυτός άποτελεϊ τήν Εισαγωγή, σσ. 480, ομότιτλης όκτάτομης Ανθολογίας τών Εκδόσεων Σοκόλη, τήν όποια έγραψε ό κριτικός Άλέξ. Αργυρίου.) — Τόλη Καζαντζή, Ή πεζογραφία τής Θεσσαλονίκης 1912-1983. Μελετήματα 19661991. Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991. — Παραμυθία Θεσσαλονίκης. Ή πεζογραφία στή Θεσσαλονίκη άπό τό 1912 εως τό 1995, Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, 23, 24, 25 'Οκτωβρίου 1996, Πρακτικά. Επιμέλεια: Περικλής Σφυρίδης, Θεσσαλονίκη 1997. — Henri Tonnet, Études sur la nouvelle et le roman grecs modernes, Daedalus, Paris-Athènes [2002]. — Contemporary Greek Fiction in a United Europe. From Local History of the Global Individual. Edited by Peter Mackridge and Eleni Yannakakis. Legenda. European Humanities Research Centre, University of Oxford, 2004. Δοκιμιογραφία Ή άνάπτυξη τοΰ δοκιμίου άντιστοιχεΐ κατά κανόνα σέ μιά προηγμένη φάση πνευματικού πολιτισμού. Καί αύτό, γιατί άπό τή φύση του τό δοκίμιο άπαιτεΐ μιά προετοιμασία καί εναν ζωτικό χώρο, δπου έχουν ήδη διαμορφωθεί τά άλλα βασικά είδη του έντεχνου λόγου. Εξάλλου, τά έργα τής ποίησης και τής πεζογραφίας άποτελοΰν συχνά τό υλικό, έπάνω στό όποιο έργάζεται ό δοκιμιογράφος καί είναι αύτά πού του προσφέρουν τήν άφετηρία γιά θεωρητικές άναζητήσεις. Ή δοκιμιογραφία καλύπτει έ'να εύρύτατο πεδίο έκδηλώσεων μέ δυσκολοπροσδιόριστα έσωτερικά και έξωτερικά δρια. Άντλεϊ τά θέματά της άπό τή δημιουργική λογοτεχνία, άλλά καί άπό τήν περιοχή του φιλοσοφικού καί του κοινωνικού προβληματισμού, άπό τόν χώρο τής ιστορίας άλλά καί άπό τήν καθημερινή πραγματικότητα. Καί, άντίστοιχα, συγγενεύει άλλοτε μέ τή λογοτεχνική κριτική, άλλοτε μέ τή φιλοσοφική πραγματεία και άλλοτε μέ τήν ιστορική ή τήν κοινωνιολογική μελέτη. Ωστόσο, στή γνήσια καί ολοκληρωμένη μορφή του τό είδος δέν ταυτίζεται μέ καμία άπό τις παραπάνω συγγραφικές έκδηλώσεις. ''Οπως ήταν φυσικό, μέσα στά νεοελληνικά γράμματα τών τελευταίων δεκαετιών τό δοκίμιο άποτέλεσε πρόσφορο έδαφος γιά τή δημιουργία ποικίλων
πνευματικών άναζητήσεων, άλλά καί γιά τήν άσκηση τών δυνατοτήτων του νεοελληνικού λόγου σέ πιο άφηρημένες μορφές έκφρασης. Παρατηρούμε γενικά, καί μέ παραδειγματική μνεία ονομάτων, ότι τό νεοελληνικό δοκίμιο στήν αυστηρότερη μορφή του προέρχεται συνήθως άπό λογοτέχνες που βασικά θητεύουν σέ άλλες περιοχές του έντεχνου λόγου καί άπό στοχαστές καί λογίους μέ γενικότερη κατάρτιση καί πλούσιο θεωρητικό έξοπλισμό. Πολύ περιορισμένος όμως είναι ό άριθμός τών πνευματικών μας άνθρώπων πού μπορούν νά θεωρηθούν άποκλειστικά άφιερωμένοι στή δοκιμιογραφία. Σέ πολύ γενικές γραμμές, θά μπορούσαμε νά πούμε ότι: κατά ένα ποσοστό, ή νεοελληνική δοκιμιογραφία δέν έχει άκόμη κατορθώσει νά άποκτήσει ιδιαίτερη καί αύτοδύναμη προσωπικότητα, όποτε διακρίνονται σέ αύτήν κάποιες άναφομοίωτες ξενικές άπηχήσεις τόσο στήν τεχνική τής διαπραγμάτευσης τών θεμάτων όσο καί στο περιεχόμενο του προβληματισμού της· άντίθετα, στις ώριμες στιγμές της χαρακτηρίζεται άπό τή δημιουργική έπαφή μέ τά άντίστοιχα εύρωπαϊκά ρεύματα πού τελικά οδηγεί σέ πρωτότυπη προσωπική σύνθεση. Ό «καρτεσιανός»1 Γιώργος Θεοτοκάς (1906-1966), σε μια σειρά κείμενων υποδειγματικής διαύγειας, πήρε θέση άπέναντι σέ θεμελιώδη κοινωνικοπολιτικά καί αισθητικά ζητήματα καί προβληματίστηκε σχετικά μέ τήν πολιτισμική ιδιομορφία καί τήν ιστορική συνείδηση του Νέου Ελληνισμού, διατυπώνοντας προτάσεις έξαίρετης άνθρωπιστικής ποιότητας (έπειτα άπό τό γραμματολογικά θρυλικό Ελεύθερο πνεύμα [ψευδώνυμο: Όρέστης Διγενής], 1929, άκολούθησαν: Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα, 1932* Στο κατώφλι τών νέων καιρών, 1945* Δοκίμιο γιά τήν 'Αμερική, 1954* Προβλήματα του καιρού μας, 1956* Πνευματική πορεία, 1961* Ή'Ορθοδοξία στόν καιρό μας, 1975· Στοχασμοί και θέσεις, Α' 1925-1966, Β' 1950-1966, 1996· 'Αναζητώντας τή διαύγεια, 2005). — Μέ ένα έκτενές έργο στοχασμού, πού χαρακτηρίζεται άπό τή διαλεκτική έτοιμότητα καί τή ρηματική εύχέρεια, ό I. Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-1982) άναφέρθηκε σέ κρίσιμες όψεις τής έσωτερικής ζωής του άτομου άλλά καί τών ήθικοκοινωνικών συνθηκών τής εποχής μας, άρχίζοντας άπό τήν κυρίως λογοτεχνική - λυρική δοκιμιογραφία καί προχωρώντας προς τό κείμενο όπου επικρατεί τό θεωρητικό ύφος ( Όμιλίες τής γυμνής ψυχής, 1946* Ό στοχασμός και ο λόγος, 1954* Ό σύγχρονος άνθρωπος, 1966* Οί σκληροί καιροί, 1972· !Αντιλεγόμενα, 1974* 'Ερήμην τών *Ελλήνων, 1975* Ήσιωπή καί ό λόγος, 1975* Ή ήθική του συμφέροντος, 1979* Οί όρθιες ψυχές, 1980). Ή πλούσια καί σοβαρή καλλιέργεια του Τάκη Κ. Παπατσώνη (18951. Κ. Θ. Δημαρα, ΙΝΑ, σ. 617.
1976) θεμελιώνει καί μιαν άνάπτυξη σκέψεων πού συνδυάζουν τήν άφομοιωμένη γνώση μέ τόν λυρικό στοχασμό. Τόν διακρίνει ή τόλμη τής διείσδυσης στό άβέβαιο άλλά καί πολύτιμο βάθος τών θεμάτων, καθώς εϊναι προικισμένος μέ μιά λογικά διαυγή «ένορατικότητα». Ή συλλογή κειμένων Ό τετραπέρατος κόσμος, Α' (1966) και Β' (1976) αποτελεί μιάν ένδιαφέρουσα περιδιάβαση στον εύρωπαικό πνευματικό χώρο. Τό χριστιανικό πνεύμα του συγγραφέα εϊναι έντονότερο στά δοκίμια τοΰ τόμου "Οπου ήν κήπος (1972). Ό Άγγελος Τερζάκης (1907-1979) καλλιέργησε προπαντος το σύντομο κείμενο, δπου βρήκαν διέξοδο οί νηφάλιες και δοκιμαστικές άπαντήσεις του σέ πλείστα έρωτήματα ύπαρξιακής άπορίας, αισθητικού ένδιαφέροντος καί ήθικής άναζήτησης, σέ έναν λόγο πού έπιδιώκει τήν περιεκτική άλλά καί άνεπιτήδευτη έκθεση τών ζητημάτων καί χαρακτηρίζεται άπό μιά ροπή προς τό διαλογικό υφος (άπό τήν πολύτομη συγκεντρωτική έκδοση, σημειώνουμε ένδεικτικά: Προσανατολισμός στον αιώνα, 1963* Οί απόγονοι τοΰ Κάιν, 1972* Ποντοπόροι, 1975* Ένας μεταβαλλόμενος κόσμος, 1983* Γιά μιά δικαίωση τοΰ άνθρώπου, 1987* Κρίση κι ελεγχος τής έποχής μας, 1987* καί τό έκτενές συνθετικό δοκίμιο 'Αφιέρωμα στήν Τραγική Μούσα, 1970). — Στό δοκίμιο άφιέρωσε και ό Πέτρος Χάρης (1902-1998) ένα μέρος τών πλούσιων συγγραφικών δυνατοτήτων του, προσφέροντας κείμενα πού διερευνούν μέ εύαίσθητη στοχαστικότητα θέματα καθοριστικής σημασίας, δπως ή σχέση τής λογοτεχνικής πράξης μέ τά βιώματα καί τις ιδέες του συγγραφέα ή ή άνάγκη νά στηριχθεί ή ζωή του σύγχρονου άνθρώπου σέ άνανεωμένες ούσιαστικές άξιες, καί άρθρώνονται σέ έναν περιεκτικό καί άδρό λόγο (Κρίσιμη ώρα, 1944* Όταν ή ζωή γίνεται όνειρο, 1945* Υπάρχουν «θεοί»;, 1948* Μεταπολεμικός κόσμος, 1962· 'Αθώα και οργισμένα νιάτα, 1974* Ό άνθρωπος και ό ίσκιος του, 1982· Συνομιλίες μέ φίλους, Α'-Β', 1987* Παλιοί καί σημερινοί πνευματικοί άγώνες, 1991). — Ό Τάσος Αθανασιάδης (1913) σχημάτισε μέ πληρότητα διεισδυτικής εύαισθησίας και μέ έλκυστική σαφήνεια μορφής μιά σειρά κύκλων στοχασμού προπαντός επάνω σε ζητήματα τής μυθιστορηματικής τέχνης καί σέ κορυφαίους δημιουργούς του χώρου αύτου, δπου γίνεται διαρκώς έμφανής ή παρουσία και τής προσωπικής έμπειρίας του ώς πεζογράφου τών μακρών κοινωνικών καί ψυχογραφικών συνθέσεων ('Αναγνωρίσεις, 1965· Βεβαιότητες καί άμφιβολίες, 1980* Άπό τόν εαυτό μας στούς άλλους, 1993* Κυρίες καί Κύριοι σας ευχαριστώ, 2002). — Μέ παραγωγική εύχέρεια, ό Πάνος Καραβίας (1905-1985) άνέπτυξε έκτεταμένους στοχασμούς επάνω σε θέματα τής έλληνικής καί τής ξένης λογοτεχνίας καί σέ κρίσιμες έσωτερικές άνησυχίες τοΰ άνθρώπου (Ήδιπλή μορφή (Δελφοί - 'Ολυμπία), 1937* Πορεία χωρίς άστρα, 1958* Κώστας Ούράνης, 1958* Ό Παλαμας άντιποιητικός, i960* Θέσεις,
1963* Πάθος γραφής καί τά τοπία, 1970* Μεταμορφώσεις στη σύγχρονη τέχνη, 1970· ΌΓκρέκο, 1973· Θέσεις II, 1974· ΌΣολωμός καί ή άναγωγή στό ούράνιο, 1977* Όκτώ μορφές, 1979* νΙσκιος καί φώς, 1981). Ή έμπειρία του Όδυσσέα Ελύτη στό επίπεδο τής ποιητικής σύνθεσης γονιμοποίησε τή σκέψη του στό έπίπεδο μιας δοκιμιακής γραφής, πού άποκτα δμως πλήρη αύτοτέλεια, μέ γενικό γνώρισμα δχι τήν άφηρημένη διατύπωση του έμπειρικου άλλά, άντίστροφα, τήν αισθητοποίηση του θεωρητικού. Άπό θεματική άποψη, έξάλλου, δέν είναι τυχαία ή άναφορά ένός μέρους τών κειμένων αύτών στή ζωγραφική και γίνεται εντελώς φυσιολογική ή συμπαράταξη ή έν μέρει καί ή συναίρεσή τους μέ δσα άναφέρονται στή λογοτεχνία. Ή κυριότερη προσφορά τών βιβλίων 'Ανοιχτά χαρτιά (1974, 3 1987: οριστική) καί Έν λευκφ (1992) θά μπορούσαμε νά πούμε δτι συγκεφαλαιώνεται σέ δύο καίριες πράξεις στοχασμού: τήν υποστήριξη τής θέσης δτι ή λογοτεχνία δέν ύπομνηματίζει άλλά μεταβάλλει ύπαρκτικά τή ζωή του άνθρώπου· καί τήν ήρεμη δσο καί γενναία καταδίκη τής άντιπνευματικότητας, πού «καραδοκεί» γιά νά συρρικνώσει τις ποιοτικές δυνάμεις του. Σέ ειδικότερη κλίμακα, συμβολές δπως ή ύπόδειξη τής ποιητικής έπαναστατικότητας του Κάλβου ( « Ή άληθινή φυσιογνωμία καί ή λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», 1946) ή τής μεταμορφωτικής ποιητικότητας του Παπαδιαμάντη (Ή μαγεία του Παπαδιαμάντη, 1977) προάγουν ύλικά τήν έλληνική έρμηνευτική σκέψη. Ό Βασίλειος Ν. Τατάκης (1896-1986) διαμόρφωσε ένα μέρος του πλούσιου φιλοσοφικού έργου του στό σχήμα του γλαφυρου στοχαστικού κειμένου, πού δέν «περισπάται» άπό τις έξωτερικές ιστορικές και βιβλιογραφικές συναρτήσεις, άλλά τις άφομοιώνει ώστε νά ύπηρετουν τήν προτεραιότητα τής τελικής πρωτότυπης θέσης του συγγραφέα (κυρίως: Φιλοσοφία καί έπιστήμη, 1961* Φιλοσοφικά μελετήματα, 1972* Ή πορεία του άνθρώπου, 1973· Σκέψη καί ελευθερία, 1975* Ανησυχίες τής έποχής μας, 1988). — ΌΕύάγγελος Π. Παπανούτσος (1900-1982), παράλληλα μέ τις μείζονες φιλοσοφικές συνθέσεις του, πού τιμούν τήν έλληνική σκέψη του εικοστού αιώνα, διοχέτευσε τούς προβληματισμούς του καί στό εύσύνοπτο άρθρο - δοκίμιο ή στό φιλοσοφικό μάθημα, πού συνδυάζουν τή γενική τοποθέτηση του έκάστοτε ζητήματος μέ τήν προσωπική πρόταση, διατρέχοντας ένα «σύμπαν» πολιτισμικών άντικειμένων καί παρέχοντας ένα πρότυπο περιεκτικού καί σαφούς λόγου (βλ. τό μέρος τών κυρίως δοκιμιακών κειμένων πού περιλαμβάνεται στις συγκεντρωτικές έκδόσεις φιλοσοφικών πραγματειών καί μονογραφιών του: Φιλοσοφία καί Παιδεία, 1958· Φιλοσοφικά προβλήματα, 1964* καί Ό λόγος καί ό άνθρωπος, 1971 — καί τις συναγωγές: Εφήμερα, 1950* Επίκαιρα καί άνεπίκαιρα, 1962 [συσσωμάτωση τών δύο προηγούμενων σέ έναν τόμο: 1980]* Αγώνες καί άγωνία
γιά τήν παιδεία, 1965* Πρακτική φιλοσοφία, 1973* Ό νόμος και ή άρετή, 1974* Τό δίκαιο τής πυγμής, 1976* Ή παιδεία· το μεγάλο μας πρόβλημα, 1976* Ή κρίση του πολιτισμού μας, 1978* Οι δρόμοι της ζωής, 1979* Τά μέτρα τής έποχής μας, 1981). — Στον χώρο της δοκιμιογραφικής ιστορίας άνήκει ή Ιστορία τοΰ εύρωπαϊκοΰ πνεύματος του Παναγιώτη Κανελλόπουλου (1902-1986), πού τόσο στήν πρώτη μορφή της (Α' ['1941] - Β', 1947) οσο καί στήν εύρύτατα άναπτυγμένη δεύτερη (Α'-ΙΑ', [1966-] 1976-1988) άποτελεϊ μιά δημιουργική καί έργώδη συνθετική θεώρηση του άντικειμένου καί ένα άθλημα γιά τήν έλληνική βιβλιογραφία: εϊναι άξιοθαύμαστη ή άνεση μέ τήν οποία κινείται ό συγγραφέας μέσα στό δλο πεδίο του εύρωπαϊκοΰ πνευματικού γίγνεσθαι, παρακολουθώντας σφαιρικά τις έκδηλώσεις του, ένώ παράλληλα πρέπει νά ύπογραμμισθει ό έντονα προσωπικός χαρακτήρας τής σκέψης του, δπως αύτός άποτυπώνεται τόσο στις γενικές οσο και στις έπιμέρους παρατηρήσεις. Σημαν,τ&κές έπίσης εϊναι οί συνθέσεις Ό εικοστός αιώνας (1951), Ό Χριστιανισμός καί ή έποχή μας (1953); Μεταφυσικής προλεγόμενα (1956), Τό τέλος τοΰ Ζαρατούστρα (1956). Γιά τά πλείστα μικρότερα καί ένδιαφέροντα κείμενά του βλ. τήν έπιλογή Δοκίμια καί άλλα κείμενα σαράντα πέντε έτών (1935-1980), 1980, καί τή συγκεντρωτική έκδοση Τά Δοκίμια. Φιλοσοφικά, θρησκευτικά, έπιστημονικά, ιστορικά, λογοτεχνικά, πολιτικά καί άλλα δοκίμια καί άρθρα, τόμ. Α'-Ε' (2002). — Ή έξαρχής ροπή του Κωνσταντίνου Δ. Τσάτσου (1899-1988) προς τήν έποπτική σκέψη τόν οδήγησε στούς χώρους της φιλοσοφίας τοΰ δικαίου καί τής πολιτικής θεωρίας, άλλά και στά έπίπεδα τοΰ ύλικοΰ προβληματισμού έπάνω στήν άνθρώπινη ήθική και πνευματική πράξη, μέ αισθητή πάντα τή σοβαρή πρωτοτυπία τών θέσεων και τήν ένάργεια τοΰ λόγου. «Είδικότητά μου εϊναι ή γενικότητα»1, γράφει στήν ύστερη περίοδο της ζωής του, προσδιορίζοντας ώς σημαντικότερο τελικό ζητούμενο τής γνώσης τή συνάρτηση τών μερικών δεδομένων καί τήν ένοποιητική θεώρηση τοΰ άντικειμένου. Οί προτάσεις του αύτής τής κλίμακας συγκεντρώνονται π.χ. στά βιβλία Δοκίμια αισθητικής καί παιδείας (1960), Αισθητικά δοκίμια (1961), Θεωρία της τέχνης (1978), Ή ζωή σέ άπόσταση (1985), Πριν άπό τό ξεκίνημα (1988)· καί προπαντός (άπό τήν άποψη τοΰ ιδιάζοντος ύφους καί τής δομής τοΰ κειμένου) στή σειρά Αφορισμοί καί Διαλογισμοί, Α'-Δ' (1965-1972) 2 . —
1. 'Αφορισμοί καί Διαλογισμοί, Γ ' , 1 9 6 9 , σ . 9 7 . 2. Οί παραπάνω στοχαστές καλλιέργησαν καί τό «είδος» του διαλόγου ιδεών. Βλ. Β. Ν. Τατάκη, Στη χώρα τών στοχασμών ( 1 9 3 6 , 2 1 9 8 5 ) · Ε. Π. Παπανούτσου, Πολιτεία καί δικαιοσύνη (1976)· Π. Κανελλόπουλου, Πέντε αθηναϊκοί διάλογοι (51 εως 529 μετά Χριστόν\ 1956· Κ. Τσάτσου, Διάλογοι σέ μοναστήρι (1974).
Ή περίπτωση του Δημητρίου Α. Καπετανάκη (1912-1944) άποτέλεσε φωτεινό μετέωρο καί οδυνηρή άπώλεια γιά τά νεοελληνικά γράμματα — καί δχι μόνο γιά αυτά. Τό μικρό καί ποιοτικά έξαίρετο δοκιμιογραφικό έργο του μαρτυρεί μιά πορεία άφομοιώσεων καί όλοένα έντεινόμενης πρωτοτυπίας, άπό τόν γερμανικό νεορομαντισμό εως τήν κατάκτηση μιας βαθύτερα ούμανιστικής βιοθεωριας καί αισθητικής. Ή έγκατάστασή του στο Cambridge (1939) σήμανε καί μιάν άπροσδόκητα οργανική ένταξη στόν νέο πνευματικό χώρο, μέ τήν έπιτυχή σύνθεση ποιημάτων καί δοκιμίων στά άγγλικά, πού δημιουργούσαν βάσιμες έλπιδες γιά μιά σπουδαία συνέχεια, άλλά καί άρτιώνουν σήμερα τήν υπόσταση του σημαντικού έργου πού πρόλαβε νά προσφέρει («Άπό τόν άγώνα του ψυχικώς μόνου», ΑΦΘΕ, 5, 1934, 171-212· «Μυθολογία του Ωραίου», δ.π., 8, 1937, 64-105· «Έρως καί Χρόνος» [Liebe und Zeit, Heidelberg 1936], δ.π., 9, 1938, 433-467 καί 10, 1939, 25-27· «Ρεμπώ. Μύθος καί μίτος γιά τήν κόλαση τής ποίησής του», δ.π., 8, 1937, 309-337* Δοκίμια, 1963 [άποτελεΐται άπό τό δεύτερο καί τό τρίτο άπό τά προηγούμενα]). — Σέ μιά σειρά δοκιμίων του ό Ντίμης Άποστολόπουλος (1909-1962) καταθέτει τις πνευματικές άνησυχίες ένός άνθρώπου μέ καθαρά ιδεαλιστική άντίληψη τής ζωής καί μέ άναμφισβήτητη ψυχική εύγένεια (βλ. τόν συγκεντρωτικό τόμο Φιλοσοφία και Τέχνη, Αθήνα 1976). — Άπό τό έργο του Κωνσταντίνου Δ. Γεωργούλη (1894-1968), πού άνήκει στήν περιοχή τής φιλοσοφικής μελέτης καί τής κλασικής φιλολογίας, μέ ειδικότερη πάντα άπόκλιση προς τήν έρμηνευτική, μνημονεύουμε ορισμένα δοκίμια αισθητικής καί θεωρίας τής λογοτεχνίας (στο βιβλίο του Αισθητικά και φιλοσοφικά μελετήματα 1964, έχουν περιληφθεί: «Τά αισθητικά άντικείμενα», σσ. 118-128* « Ό συμβολισμός καί ό καθαρός ποιητικός λόγος», σσ. 109-117* « Ή αισθητική έρμηνεία», σσ. 2144* και « Ή έπιστήμη τής λογοτεχνίας», σσ. 45-76* σημειώνουμε έπίσης: «Διδάσκαλος καί παιδευτής του Γένους [Άχ. Τζάρτζανος]», NE, 40 (1946) 902917* καί « Ό έθνισμός του Βλαχογιάννη», NE, 44, τευχ. 515, Αφιέρωμα στόν Βλαχογιάννη, Χριστούγεννα 1948, 17-31). — Ό Κωνσταντίνος I. Δεσποτόπουλος (1913) προσέφερε πρωτότυπες συμβολές σέ θέματα φιλοσοφίας του δικαίου, ήθικοπολιτικής θεωρίας, άλλά καί αισθητικής (Φιλολογικά, 1964, 2 1981* Δοκίμια, 1986* Φήμη άπόντων, 1995* 'Από τό Βήμα τής \Ακαδημίας 'Αθηνών, 1996* Περι προσώπων και θεσμών, 2001* Φιλοσοφία και θεωρία του πολιτισμού, 2002* 'Αναπολήσεις, 2005* κ.ά.). — Ό Γιώργος I. Μουρέλος (1912-1994) έξέτασε πολλά ζητήματα γενικής αισθητικής καί βασικές δψεις τής λογοτεχνικής δημιουργίας (Θέματα αισθητικής καί φιλοσοφίας τής τέχνης. Οί βιολογικές, οί ψυχολογικές καί οί κοινωνικές βάσεις τών καλών τεχνών. Τόμ. Α' [ 1 1970]-Β / , 1985* Αισθητικό Τρίπτυχο. Τοπολογία του βάθους, 1988
[ 2 1996]). — Ό Βασίλης Βιτσαξής (1920) άφιερώνει διεξοδικό στοχασμό σέ θέματα δπως ή φύση τής ποιητικής δημιουργίας, τό θρησκευτικό φαινόμενο καί οί υπαρξιακές άνησυχίες (Πλάτων καί Ούπανισάντ, 1977* Ό στοχασμός καί ή πίστη, 1991* Άναφορά στήν ποίηση, 1997* Ό Μύθος. Σημείο άναφοράς τής υπαρξιακής άναζήτησης, 2002). — Ό στοχασμός του Εύαγγέλου Ν. Μόσχου (1925) προσδιορίζεται άπό τό ενδιαφέρον κυρίως γιά τή λογοτεχνία καί άπό τήν εύγενή ροπή προς μιά λυρική μεταφυσική ('Ελευθερία καί γλώσσα, 1975* Τάσος Αθανασιάδης..., 1976* Αποτιμήσεις, 1978* Μύρο καί δάκρυ, 1988* Θέματα καί μορφές, 1989* Ή μεταφυσική άγωνία στον Παλαμά, 1993* Πέτρος Χάρης, 1995* Παλαμικές σπουδές, 2002). Ό Ζήσιμος Λορεντζάτος (1915-2004), άφου άπέκτησε μιάν εύρύτατη καί σοβαρή λογοτεχνική παιδεία, προχώρησε σέ βιοθεωρητικούς προβληματισμούς καί ψυχικές άναζητήσεις πού δέν μπρρουσαν νά ικανοποιηθούν μέσα άπό τό «αύτόνομο» αισθητικό γεγονός, άλλά εύρισκαν τήν άπάντησή τους στήν ύπαρκτική θεμελίωση τής άνθρώπινης ζωής πού προσφέρει ή 'Ορθοδοξία. Τό άποτέλεσμα είναι μιά ένδιαφέρουσα καί δημιουργική σύνθεση άναγωγής του άνθρωπισμου τής τέχνης σέ μιά μείζονα οντολογική πνευματικότητα, στό έπίπεδο τής όποιας δέν άπορρίπτεται ή αισθητική άλλά νοηματοδοτειται έξαρχής, ώστε νά μπορεί νά διαδραματίσει έναν ρόλο δχι άπλής συναισθηματικής τέρψης καί νοητικής άσκησης, άλλά μεταμορφωτικής περιαγωγής τής ψυχής (Δοκίμιο I, 1947* Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Πενήντα χρόνια άπό τό θάνατο του, 1961· Το χαμένο κέντρο, 1961* Γιά τό Σολωμό, τή λύρα τή δίκαιη, 1974* Μικρά άναλυτικά στον Καβάφη, 1977* Παλίμψηστο του Όμήρου, 1978* Οί Ρωμιές, 1979* Στου τιμονιού τό αυλάκι, 1983* Τό τετράδιο του Μακρυγιάννη, 1984· "Οσοι ξεκινούν..., 1985· Δίπτυχο, 1986* Άπό τήν Πίζα στήν Αθήνα. Ή περίπτωση Πάουντ, 1987· Ό Καρυωτάκης, 1988 1 · Διόσκουροι. 1 Γιώργος Σαραντάρης 2 Δημήτρης Καπετανάκης, 1997· Τρία κείμενα, 2000' Δοκίμιο II (Κάλβος), 2002). Καί μέ άφορμή αύτήν τήν κυρίαρχη διάσταση στό έργο του Λορεντζάτου, μνημονεύουμε έδώ μιά σειρά στοχαστών κυρίως τής δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, πού άντιπροσωπεύουν μιάν ούσιαστική έπανεύρεση του μηνύματος τής 'Ορθοδοξίας, πέρα άπό τήν ιστορική καθήλωση του χριστιανικού πνεύματος στό διανοητικό «γράμμα», στον τυπικό ήθικό κώδικα καί στη
1. Τό δοκιμιογραφικό έργο του συγγραφέα (τής περιόδου 1 9 4 7 - 1 9 9 2 ) τώρα στή συγκεντρωτική έκδοση: Ζήσιμος Λορεντζάτος, Μελέτες, τόμ. Α'-Β', Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1994.
συναισθηματική αυτάρκεια: Χρήστος Γιανναράς, 1935 (άπό τά συστηματικά έργα του σημειώνουμε: Τό Πρόσωπο καί ό Έρως, 1976* καί άπό τις συναγωγές κειμένων: Πείνα καί δίψα, 1961* Ή κρίση της προφητείας, 1964, καί σέ άναπτυγμένη μορφή στο: Τίμιοι με την 'Ορθοδοξία, 1968* Τό προνόμιο τής απελπισίας, 1973* Κεφάλαια πολιτικής Θεολογίας, 1976* Ή νεοελληνική ταυτότητα, 1978* Κριτικές παρεμβάσεις, 1983, 2 1987* Τό κενό στήν τρέχουσα πολιτική, 1989, κ,ά.π. · βλ. καί τό έρμηνευτικό δοκίμιο: Σχόλιο στο «ΎΑσμα \Ασμάτων», 1990), Παντελής Β. Πάσχος, 1933 ('Από τήν 'Αγωνία στήν κατάνυξη, 1965* Ή δρόσος του πνεύματος, 1972* Θυσία αίνέσεως, 1978* Φώτης Κόντογλου. 25 χρόνια άπό τήν κοίμησή του, 1990* Κόντογλου. Εισαγωγή στή Λογοτεχνία του μ' ενα Επίμετρο -άνθολόγιο κειμένων του, 1991* Παπαδιαμάντης. Μνήμη δικαίου μετ9 έγκωμίων, 1991, κ.ά.), Κώστας Τσιρόπουλος, 1930 (Λόγος περι τών παθών, 1963* 5Αγωνιώδης θητεία, 1964* Αυτοψία τής έποχής, 1966* Δοκίμια Εύθύνης, 1969* Οι προλαλήσαντες, 1979* Πολιτισμός του σώματος, 1981* Μουσική, 1982* Τό σημείο τής στίξης, 1984* Παιδεία έλευθερίας, 1985* 'Αλφάβητο, 1987* Τελικά κείμενα. Β' Κανονισμός Βίου, 1992* Σημειώσεις γενικής δοκιμής, 1993* Ή υπόθεση του 'Ανθρώπου. 'Αποτίμηση του Εικοστού Αιώνα, 1995* Άνάμεσα σέ δύο αιώνες. Δοκίμια κρίσιμων καιρών, 2002* Τά δοκίμια τών Ελλήνων, 2002* Ή μόνωση ώς συνομιλία, 2003), Στέλιος Ράμφος, 1939 (Τόπος ύπερουράνιος, 1975* Ή παλι νωδία του Παπαδιαμάντη, 1976* Ή πολιτεία του Νέου Θεολόγου. Προϊστορία και άγωνία του Νέου *Ελληνισμού, 1981* Ή γλώσσα και ή παράδοση, 1984* Ίλαρόν φώς του κόσμου, 1990* Φιλοσοφία ποιητική. Πλατωνικά ζητήματα, 1991· Μίμησις έναντίον μορφής. 'Εξήγησις εις τό «Περι ποιητικής» του Αριστοτέλους, Α'-Β', 1992-1993* Πελεκάνοι έρημικοί. Ξενάγησις στο «Γεροντικόν», 1994* Μυθολογία του βλέμματος, 1995* Ό καημός του ένός, 2000* Ή μεταφυσική του κάλλους, 2003* κ.ά.). Τά πολλαπλά ένδιαφέροντα του Παύλου Ζάννα (1929-1989) αντιπροσωπεύονται άπό τά στέρεα καί περιεκτικά δοκίμια πού άφιέρωσε σέ ζητήματα του κινηματογράφου καί τής μυθιστορηματικής τέχνης (δπως καί τής σχέσης τους), μέ ιδιαίτερα προσφιλές καί κατεξοχήν «έμπρακτα» έπιλεγμένο άντικείμενο μέσα άπό τήν τελευταία τό έργο του Proust (Ιστορία και τέχνη στόν «Ίβάν τόν Τρομερό» του Άϊζενστάιν, 1977 [= 'Εποχές, τευχ. 12 (Απρ. 1964), σσ. 33-45, καί τευχ. 13 (Μάιος 1964), σσ. 45-56]* Πετροκαλαμήθρες. Δοκίμια καί άλλα 1960-1989, 1990* (σέ συνεργασία μέ τόν Παν. Μουλλά) Οί μεταμορφώσεις του αφηγητή, 1984 (Ε.Ι.Ε. - Τετράδια έργασίας, άρ. 7)* άς μνημονευθεί έδώ δτι καί ή έκδοτική έπιμέλεια, άπό τόν συγγραφέα,
του 'Αρχείου τής Πηνελόπης Σ. Δέλτα (τόμ. A'-Ç', 1979-1991) 1 έφερε στήν έπιφάνεια ένα ωραίο υλικό, ιστορικά καί «άνθρώπινα» ένδιαφέρον). Καί γιά μιάν έντελώς ένδεικτική συμπλήρωση τής άναφορας, θά σημειώναμε τις περιπτώσεις: του άξιόλογου στοχαστή Γιάννη Μ. Καλιόρη (1939), πού μέ τό ιδιαίτερα περιεκτικό βιβλίο του Παρεμβάσεις (1981) καί μέ πολλά άλλα έπίσης ένδιαφέροντα κείμενα, όπως τό Ή κοινωνία τής όρθοπεταλιας (2004), συνθέτει έναν κριτικό προβληματισμό έπάνω σέ καίρια πολιτισμικά ζητήματα· του συστηματικού μελετητή τής ιστορίας τής φιλοσοφίας καί πρωτότυπου διανοητή Παναγιώτη Κονδύλη (1943-1998), πού διαλέγεται άνετα μέ τήν παραδοσιακή καί τή σύγχρονη σκέψη, καταλήγοντας σέ προσωπικές προτάσεις έπάνω σέ θέματα ριζικής σημασίας (άπό τά δοκιμιακά κείμενά του βλ. κυρίως: Ή παρακμή του αστικού πολιτισμού. 'Από τή μοντέρνα στή μεταμοντέρνα έποχή κι άπό τόν φιλελευθερισμό στή μαζική δημοκρατία, 1991· 'Ισχύς και άπόφαση. Ή διαμόρφωση τών κοσμοεικόνων και τό πρόβλημα τών αξιών, 1991* Πλανητική πολιτική μετά τόν4 Ψυχρό Πόλεμο, 1992* Ήήδονή, ή ισχύς, ή ουτοπία, 1992, κ.ά.π.)· του κριτικού γνώστη τής φιλοσοφίας Κωστή Παπαγιώργη (1947), καθώς μέ τήν άρωγή αύτής τής έμπειρίας του καλλιεργεί τόν δοκιμιακό λόγο, άφιερώνοντας μέσα σέ ένα πλαίσιο εύρύτερων ένδιαφερόντων συνθετικές μελέτες καί στήν ερμηνεία τής λογοτεχνίας ( Ό νομοθέτης πού αυτοκτονεί Τό πλατωνικό κράτος, 1980, 4 1995: μέ τόν τίτλο Σωκράτης. Ό νομοθέτης πού αυτοκτονεί (μιά πολιτική άνάγνωση του πλατωνικού έργου)· Ή οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγγερ, 1983· Περί μέθης, 1987, 2 1990· Σιαμαία και έτεροθαλή, 1988, 2 1990· Ντοστογιέφσκι, 2 1990· Ζώντες και τεθνεώτες, 1991* 'Αλέξανδρος 'Αδαμαντίου 'Εμμανουήλ, 1997· Τά καπάκια. Βαρνακιώτης, Καραϊσκάκης, 'Ανδρούτσος, 2003* Τά γελαστά ζώα, 2004· 'Εμμανουήλ Ξάνθος, ό Φιλικός, 2005* κ.ά.π), καί του Ευγένιου Άρανίτση (1955), πού στοχάζεται διεξοδικά καί ύπό μετανεωτερικό πρίσμα έπάνω κυρίως σέ λογοτεχνικά θέματα (Τό Σύμπλεγμα του Κάιν. Δοκίμια, 1980* Σε ποιόν άνήκει ή Κέρκυρα, 1999* κ.ά.). "Ισως άνταποκρίνεται στά πράγματα μία πρόταση γιά τήν άκόλουθη ιστορική «καμπύλη»: ή νεοελληνική δοκιμιογραφία, έπειτα άπό μιά άξιοσημειωτη καλλιέργεια άπό τούς έκπροσώπους τής εύρύτερης γενιάς του '30, παρουσίασε κάποια κάμψη κατά τις πρώτες μεταπολεμικές περιόδους καί έμφανίζει μεσα στις τελευταίες δεκαετίες μιάν εύοίωνη τάση άνανέωσης.
1. Ό τόμος Ε' ( 1 9 8 3 ) άποτελεΐται άπό τό ήμιτελές έργο τής Π. Σ. Δέλτα, Τό Γκρέμισμα. Ιστορικό μυθιστόρημα. Επιμέλεια: Μαριάννα Σπανάκη, Εισαγωγή: Π. Α. Ζάννας.
Βιβλιογραφία Πέτρου Σ. Σπανδωνίδη, Τό θέμα τής κριτικής. Δοκίμιο. Οι σύγχρονοι κριτικοί μας. Μελέτη. Θεσσαλονίκη 1959. — Του ίδιου, Ή κριτική σκέψη στή σύγχρονη Ελλάδα, Θεσσαλονίκη 1963. — Νικόλαος Κ. Πετρόπουλος, «Τό δοκίμιο ώς λογοτεχνικό είδος. Α'. Τό πρόβλημα του ορισμού. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα καί άνάπτυξη στή δυτική Ευρώπη», NE, 143 (1998) 680-695, «Β'. Ή περίοδος προετοιμασίας τής νεοελληνικής δοκιμιογραφίας (συμβατικό δριο: συγγράφεις γεννημένοι πριν άπό τό 1900)», ΕΕΦΣΠΑ, 32 (1998-2000) 297-329, «Γ'. Ή περίοδος άνθήσεως της νεοελληνικής δοκιμιογραφίας - λογοτεχνική γενεά τοΰ 1930 καί έπίγονοι: προσδοκίες καί (;) πραγματοποίηση», αύτόθι, 33 (2000-2001) 363-405.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΦΙΛΟΛΟΠΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ KAI TA ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ
Σέ μιά σειρά πολλαπλών αίτιων, που ή άνάλυσή τους δέν θά μας άπασχολήσει έδώ, οφείλεται τό γεγονός δτι τά κείμενα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας άργησαν νά άποτελέσουν άντικείμενο συστηματικής έπιστημονικής μελέτης καί άποκλειστικών έρευνητικών φροντίδων. Αργά, δηλαδή, καί έπειτα άπό πολλές ένδιάμεσες φάσεις και επίπονες διαδικασίες, άρχισαν νά έμφανίζονται οί μελετητές που έστρεψαν τό ένδιαφέρον τους στή μελέτη τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, έχοντας αποσ&φηνίσει στή.συνείδησή τους τή λογοτεχνία αύτή ώς τό συγκεκριμένο καί κύριο άντικείμενο τών έπιστημονικών τους άπασχολήσεων1. "Ετσι, παρά τή σημαντική οπωσδήποτε προεργασία, πού κληροδότησαν στή σημερινή ερευνά οί τελευταίες δεκαετίες τοΰ 19ου αιώνα καί οί πρώτες τοΰ 20οΰ, προεργασία πού συχνότατα οφείλεται σέ έπιστήμονες μέ διαφορετικό κύριο λειτούργημα, μπορούμε νά ποΰμε δτι μόνο γύρω στις άρχές τής τέταρτης δεκαετίας τοΰ είκοστοΰ αιώνα άρχιζει νά διαμορφώνεται οριστικά ό τύπος τοΰ ειδικού νεοελληνιστή. Άπό τήν έποχή έκείνη εως σήμερα έχουν περάσει περισσότερα άπό έξήντα χρόνια. Στό διάστημα αύτό πολλά θέματα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας άπασχόλησαν τούς μελετητές της μέ καρποφόρα άποτελέσματα, μεθοδολογικά προβλήματα συζητήθηκαν μέ προσοχή καί έπιμονή, πολλαπλασιάστηκαν οί σοβαρές έρευνητικές έργασίες καί, άκόμη, ήρθε στή δημοσιότητα μιά συνθετική ιστορική επισκόπηση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, πού άντικατέστησε δλες τις προηγούμενες άπόπειρες καί έξακολουθεΐ νά κατέχει περίοπτη θέση μέσα στή νεοελληνική φιλολογία: ή Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας τοΰ Κ. θ. Δημαρα ( 9 2000). Παράλληλα, διαθέτουμε σήμερα καί τις πιο «έπίσημες ένδείξεις», πού πιστοποιούν τό συνεχώς αύξανόμενο ένδιαφέρον γιά τήν έδραίωση τής επιστήμης αύτής: πολλαπλασιασμός τών σχετικών πανεπιστημιακών «θέσεων» καί ίδρυση ειδικών έρευνητικών κέντρων, φαινόμενα μέ παράλληλη άνάπτυξη στήν Ελλάδα καί στό έξωτερικό, έκδοση σημαντικών περιοδικών δημοσιευμάτων, καθιέρωση συνεδρίων, κλπ. 'Ολοκληρώθηκαν δηλαδή, θεωρητικά τουλάχι1. Βλ. σχετικά καί Μέρος Α', Κεφ. Α'.
στον, οί προϋποθέσεις καί τέθηκαν οί μεθοδολογικές βάσεις γιά τή συγκρότηση τής νεοελληνικής φιλολογικής έπιστήμης, πού αύτή τή στιγμή έχει μπροστά της άπέραντο πεδίο έρευνητικής καί συνθετικής έργασίας1.
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΕΣ
ΤΑΣΕΙΣ
ΚΑΙ
ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ
Μία κατεύθυνση δημιουργικής φιλολογικής συνείδησης μπορούμε νά πούμε δτι άφετηρία της έχει τό κριτικό έργο του Κωστή Παλαμά. Ή προσεκτική μελέτη τών κριτικών του κειμένων άποκαλύπτει πραγματικά δτι ό Παλαμάς είχε προδρομικά κατανοήσει τή σημασία τής συστηματικής γραμματολογικής έρευνας καί τής ιστορικής τοποθέτησης τών έργων τής νεοελληνικής λογοτεχνίας (βλ. τώρα κυρίως "Απαντα, τόμ. 2, Μπίρης, [Αθήνα 1963]). Ή κατεύθυνση πού έγκαινιάζει ό Παλαμάς συνεχίζεται κατά κάποιον τρόπο μέσα στις φιλολογικές έργασίες του Νίκου Βέη (Bees) [1883-1958] πού άναφέρονται σέ νεοελληνικά θέματα, δπου δμως ό ίστοριοδιφικός φόρτος καταπνίγει κάποτε τήν κριτική θεώρηση άλλά καί συσκοτίζει τήν ιστορική προοπτική. Δημιουργική άξιοποίηση τών διδαγμάτων του Παλαμά γίνεται άπό τόν Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937), πού παράλληλα μέ τις σημαντικές έργασίες του στον χώρο τής κλασικής άλλά καί τής βυζαντινής φιλολογίας άσχολήθηκε μέ μεθοδολογικά προβλήματα σχετικά μέ τή μελέτη καί τήν έκδοση τών νεοελληνικών κειμένων καί έδωσε λαμπρή έρμηνευτική μελέτη του Αωδεκάλογου του Γύφτου του Παλαμά (βλ. τόν μεταθανάτιο συγκεντρωτικό τόμο τών μελετημάτων του Μελέται και "Αρθρα, Αθήναι 1956 [καί β' έκδοση, φωτομηχανική: Αθήνα 1982], σσ. 436-515). Ή πολύπλευρη προσωπικότητα του Συκουτρή συνένωνε γιά πρώτη φορά μέ τόση συνέπεια καί στερεότητα τήν άκριβολογία τής γερμανικής έπιστήμης, τή λιτότητα του κλασικού πνεύματος καί τή νεοελληνική εύαισθησία. Ό Συκουτρής, μέ τις έμβριθεΐς έρευνές του έπάνω σέ θέματα τής έπιστήμης του, προσπαθούσε διαρκώς νά έπεκτείνει μέ φαντασία καί έπινοητικότητα τά δριά της. νΕτσι, τά φιλολογικά του δοκίμια περιέχουν καί αισθητικές κρίσεις ή τεκμηριώσεις άπό τόν χώρο τής δημιουργικής καλλιτεχνίας, γεγονός πού μας έπιτρέπει νά συμπεριλάβουμε τόν Συκουτρή άνάμεσα στούς έπιφανέστερους λογοτεχνικούς κριτικούς μας. Παράλληλα, κείμενά του δπως ή «Εισαγωγή» στό Περί Ποιητικής έργο του Αριστοτέλους (έκδοση Ακαδημίας Αθηνών, 1937) ή τά στοχαστικά δοκίμιά του «Φιλολογία καί Ζωή» (1931) καί «Φιλοσοφία τής Ζωής» (1937), τόν καθιστούν έναν πρώτης τάξεως θεωρητικό. Ό τραγικός του 1. Βλ. σχετικά και Μέρος Α', Κεφ. Α'.
θάνατος (αυτοκτονία), που τόσο σπαρακτικά θρήνησαν ό Παλαμάς και ό Σικελιανός, έπέφερε μιάν άπό τις μεγαλύτερες άπώλειες στήν πανεπιστημιακή κριτική του τόπου μας. Μέ τόν Συκουτρή, ή κριτική, όπως καλλιεργείται στά πανεπιστημιακά ιδρύματα, θά είχε άναμφίβολα μια θετικότερη κατεύθυνση. Εξάλλου, ή μεθοδολογική αύστηρότητα πού εισηγήθηκε ό Συκουτρής έκφράζεται στή συνέχεια μέ τις έργασίες τών Νικολάου Β. Τωμαδάκη, Εμμανουήλ Γ. Κριαρα καί Λέανδρου I. Βρανούση. Ανάλογη έπιδίωξη τής έπιστημονικότητας κυριαρχεί στό έργο τών Γεωργίου Θ. Ζώρα καί Μανούσου I. Μανούσακα, μέ έμφαση στό βιογραφικό καί ιστορικό ένδιαφέρον σχετικά μέ τά νεοελληνικά λογοτεχνικά θέματα. "Ολα τα παραπάνω ονόματα άντιπροσωπεύουν ταυτόχρονα καί μιά δεύτερη ιδιαίτερη τάση μέσα στή νεοελληνική φιλολογία: τήν τάση δηλαδή του έπάλληλου ένδιαφέροντος τόσο γιά τά νεοελληνικά όσο καί γιά τά βυζαντινολογικά ζητήματα. Καί αύτό είναι φυσικό, άν άναλογισθουμε τή στενή σχέση τών κειμένων τής πρώιμης νεοελληνικής περιόδου μέ τή βυζαντινή γραμματεία. Μία άλλη κατεύθυνση φιλολογικής συνείδησης έγκαινιάζεται μέσα στό γενικότερο πνεύμα τής λεγόμενης γενιάς του '30. Έμμεση άλλά άποφασιστική μπορεί νά θεωρηθεί εδώ ή συμβολή τής κριτικής σκέψης του Γιώργου Σεφέρη στή διαμόρφωση ένός τρόπου φιλολογικής άντιμετώπισης τών νεοελληνικών κειμένων πού άντιπροσωπεύεται, μέ διαφοροποιήσεις οπωσδήποτε, άπό τούς Κ. Θ. Δημαρά, στήν περίπτωση του όποιου διασταυρώνονται οργανικά οί κριτικές καί έπιστημονικές ικανότητες, Λίνο Πολίτη, "Αλκή Αγγέλου καί Γ. Π. Σαββίδη. Τέλος, τήν τάση συνδυασμοί) τής «φιλολογικής» καί τής «λογοτεχνικής» κριτικής (βλ. παρακάτω), ή μάλλον τήν τάση νά παραμερισθεί άπό μιά πιο σύνθετη καί ένιαία μέθοδο μελέτης ή οπωσδήποτε συμβατική αύτή διάκριση, παρατηρούμε στις τελευταίες ιδίως έργασίες του Απόστολου Σαχίνη (βλ. παρακάτω: Φιλόλογοι νεοελληνιστές). Βιβλιογραφία Ε. Κριαρά, « Ή ιστορική μέθοδος στή μελέτη της λογοτεχνίας», NE, 44 (1948) 859 (= Του ίδιου, Γλωσσοφιλολογικά, σσ. 35-36), Του ίδιου, « Ή Φιλολογική γενιά του 30 στόν τομέα τών νεοελληνικών γραμμάτων», Εποχές, τευχ. 9 (Ίαν. 1964), σσ. 11-16 (= Του ϊδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', 31-36), Ιωάννου Καλιτσουνάκη, «Ήάναβίωσις τών κλασσικών σπουδών έν Ελλάδι άπό τής άπελευθερώσεως καί έντευθεν», ΕΕΦΣΠΑ, 8 (1957-1958), 325-450. γιά ορισμένα πρόσωπα πού συνδέονται μέ τις άπαρχές τής νεοελληνικής φιλολογικής έπιστήμης (βλ. καί παρακάτω: Φιλόλογοι νεοελληνιστές), καί
Λ. I. Βρανούση, «Νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές», Κριτικά Φύλλα, 1 (1971) 39-51 (και σέ αυτοτελή έκδοση, Αθήνα 1971). Ώς καθοριστικό κείμενο θά πρέπει νά συμπεριληφθεί έδώ και ό κυρίως «Πρόλογος τής Ιστορίας τής νεοελληνικής λογοτεχνίας» του Κ. Θ. Δημαρα 02000, σσ. θ'-ιζ').
ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ
Κριτικοί
της
ΚΡΙΤΙΚΟΙ
ΦΙΛΟΛΟΓΟΙ
ΤΗΣ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΣΤΕΣ
λογοτεχνίας
Ή κριτική τής λογοτεχνίας στή νεώτερη Ελλάδα, άκολουθώντας τό γενικό σχήμα έξέλιξης τής άσχολίας αυτής στον δλο ευρωπαϊκό χώρο, άρχιζει μέ τή διατύπωση «κανόνων» τής τέχνης τοΰ λόγου και, κυρίως «μορφολογικών» αισθητικών οριοθετήσεων καί έπιμέρους κρίσεων, γιά νά διαμορφωθεί βαθμιαία σέ έναν έσωτερικά εύρύτερο καί βαθύτερο καί, έξωτερικά, σαφέστερα περιγεγραμμένο τρόπο μελέτης καί άξιολόγησης τών λογοτεχνικών κειμένων. Οί έκπρόσωποι τοΰ Νεοελληνικού Διαφωτισμού, μέ ένα οπωσδήποτε περιορισμένο ένδιαφέρον γιά τά καθαυτό ζητήματα τής λογοτεχνίας, συνδέονται μέ τήν κριτική άπό τήν άποψη προπαντός τών προβληματισμών τους έπάνω στό οργανικά παράπλευρο γλωσσικό ζήτημα (τονίζεται, πάντως, δτι ή κριτική θά διαπλέκεται μέ τό γλωσσικό έως καί τήν κυρίως έποχή τοΰ Παλαμα). Άμεση γίνεται ή συμβολή τών Επτανησίων, πού θά έκδηλώσουν γνήσια αισθητικά ένδιαφέροντα μέ κριτικά δοκίμια άξιόλογης θεωρητικής θεμελίωσης, ύψηλής εύαισθησίας καί διεισδυτικών παρατηρήσεων (Σολωμός —μέ τήν ποιητική συνείδηση πού έκφράζει ό Διάλογος καί μέ τούς άλλους σημαντικούς στοχασμούς—, Ιάκωβος Πολυλάς, Σπυρίδων Ζαμπέλιος, Γεώργιος Καλοσγοΰρος, Εμμανουήλ Στάης* καί ούσιαστικά οί έπτανησιοτραφεις Γεώργιος Ζαλοκώστας καί Νικόλαος Κονεμένος). Στον άθηναϊκό χώρο, μέσα άπό τό πλαίσιο διεργασιών δπως οί ποιητικοί διαγωνισμοί, πού άναδεικνύουν τήν κριτική σκέψη π.χ. τών λογίων Κωνσταντίνου Άσωπίου καί Στεφάνου Κουμανούδη ή προκαλούν τή διαμάχη Βλάχου - Ροίδη, μαρτυροΰνται έπίσης δυνατότητες έξέλιξης προς τόν μεθοδικότερο καί αύτοτελή κριτικό λόγο. Τήν πρώτη αύτή συστηματοποίηση θά έπιτύχει ή γενιά τοΰ 1880, μέ κορυφαίο τόν Παλαμα, πού συνιστά καί μόνος του ένα άπό τά σημαντικότερα έως σήμερα κεφάλαια τής ιστορίας τής νεοελληνικής κριτικής, καί μέ ιδιαίτερα άξιόλογους έως έπαρκεΐς έκπροσώπους, δπως οί Γιάννης Ψυχάρης, Γρηγόριος Ξενόπουλος, Παύλος Νιρβάνας, Κώσταντϊνος Χατζόπουλος, Γιάννης Καμπύσης καί Μιχαήλ Μητσάκης.
Ή άναλυτική καί άντιπροσωπευτική άναφορά στους νεώτερους κριτικούς, πού άκολουθει έδώ, δέν ύποδηλώνει άξιολογική προτεραιότητα άλλά καθορίζεται άπό «ειδολογικά» καί ιστορικά κριτήρια: προπαντός, τήν ολοένα ένισχυόμενη αύτοδυναμία και ιδιαιτερότητα τών κριτικών έργασιών και τή συμπόρευση τής κριτικής μέ τήν κυρίως άνάπτυξη τής νεοελληνικής φιλολογίας. Ό Φώτος Πολίτης (1890-1934), πού ένδιαφέρθηκε ζωηρά γιά ορισμένα καίρια πολιτισμικά προβλήματα του νεοελληνικού παρόντος καί στάθηκε μιά έξαιρετικά δημιουργική προσωπικότητα γιά τό θέατρο ώς σκηνοθέτης καί ώς κριτικός, διαμόρφωσε γενικότερα μιά «κριτική φυσιογνωμία» πού σημαδεύει άφετηριακά τόν μεσοπόλεμο καί πρέπει νά έχει μιάν άνάλογη θέση στήν έπισκόπησή μας, μολονότι δέν άσχολήθηκε τακτικά μέ τήν παρακολούθηση καί αξιολόγηση τής λογοτεχνίας. Τόν χαρακτηρίζει ή κυκλική συνείδηση του «διανοουμένου» καί τό ένιαιο ποιοτικό γνώρισμα τής σκέψης του είναι ό ίδανιστικός μοραλισμός. Σύμφωνα μέ αύτόν, άναγνωρίζει τή λογοτεχνία πού μπορεί νά προσφέρει πλήρεις καί θετικές άξίες ζωής·καί,άρνειται έκείνην πού κατά τήν κρίση του παραμένει καθηλωμένη στον άτομικισμό καί στον αίσθητισμό, έξειδικεύοντας πάντως τις θέσεις του σέ οξυδερκείς παρατηρήσεις πού βασίζονται σέ μιάν αισθητική παιδεία υψηλής ποιότητας — άρετές πού διατηρούν τή σημασία τους καθεαυτές, άνεξάρτητα άπό τό δτι πολλές τελικές άποτιμήσεις του δέν μπορούν εύκολα νά γίνουν άποδεκτές. Πρέπει άκόμη νά προσέξουμε δτι ή άπέχθειά του γιά τήν παθητική μίμηση τών ξένων ρευμάτων δέν προκύπτει άπό μιά φιλαρέσκεια «έλληνοκεντρισμου», άλλά άπό τόν άσύγκριτα σοβαρότερο προβληματισμό πού συνοδεύει δλους τούς μείζονες νεοέλληνες δημιουργούς: τήν άναζήτηση πραγματικά «διεξοδικών» τρόπων μέ τούς όποιους θά μπορούσε νά συνδυαστεί ή άφομοίωση τής δυτικής παιδείας μέ μιά γενική άξιοποίηση τής έλληνικής παράδοσης. Ό στοχασμός του διοχετεύθηκε σέ έναν εύρύτατο άριθμό άρθρων, πού τό έξωτερικό-τυπολογικό γνώρισμά τους είναι συχνά ή δημοσιογραφική άμεσότητα καί τό μόνιμο καί ούσιαστικό ό περιεκτικός δοκιμιακός λόγος. Διαθέταμε παλαιότερα μιά πρώτη έπιλεκτική συναγωγή (πού τήν έπιμελήθηκε ό Λίνος Πολίτης): Φώτου Πολίτη, Εκλογή άπό τό εργο του. Είκοσι χρόνια κριτικής, Α'Β', 1938· καί τώρα μιάν εύρύτερη: Φώτου Πολίτη, Επιλογή κριτικών άρθρων. Φιλολογική έπιμέλεια Νίκου Πολίτη, Α'-Δ', 1983-1991· Γ': «Τά λογοτεχνικά»· ούσιαστικά, δμως, ενδιαφέρει καί τή νεοελληνική φιλολογία τό σύνολο του έργου του. — Ό Τέλλος Άγρας είναι ό μεσοπολεμικός κριτικός πού διακρίνεται γιά τήν ισχυρή συγχώνευση τής άξιολογικής σκέψης μέ τήν τεκμηριωμένη διερεύνηση τών κειμένων, προσφέροντας στέρεες συνθέσεις δπου ή έπιμέρους ευστοχία συναντάται μέ τήν ώριμότητα τών γενικών συλλήψεων. "Ετσι, τό πολλαπλά άξιόλογο έργο του θά μπορούσε νά θεωρηθεί καί ώς μερική πρόταση διε-
ξόδου άπό τό καταρχήν εύλογο και, άπό ενα σημείο καί πέρα, άγονο διπολικό σχήμα «λογοτεχνικής» καί «φιλολογικής» κριτικής. Ό λόγος του είναι άνεπιτήδευτος καί έπιδιώκει τήν άπευθείας άναφορά στο ουσιώδες, τάση πού σέ συνδυασμό μέ τή γονιμότητα του στοχασμού του έχει ώς άποτέλεσμα τή συγκρότηση ένός μεστού κειμένου, όπου ή σοφή άπλότητα δέν συνεπάγεται τή γρήγορη έξάντληση τής χρησιμότητας, άλλά καλεϊ τόν άναγνώστη σέ διαδοχικές έπιστροφές καί έκμεταλλεύσεις. *Αν καί ή όξυδέρκειά του είναι έμφανής τόσο στις έκτενέστερες έργασίες όσο καί στά μικρότερα άρθρα του, έπισημαίνουμε ιδιαίτερα τις πρώτες, καί προπαντός άνάμεσα σ' αύτές τις συμβολές του στή σπουδή του Παλαμα, του Καβάφη καί του Καρυωτάκη καί τά σημαντικά μελετήματα «Πώς βλέπουμε σήμερα τόν Παπαδιαμάντη» (ΑΕΜ, 2, 1936, 6ΟΙ 21) καί « Ή συμβολιστική πεζογραφία καί τό Φθινόπωρο του Κ. Χατζόπουλου» (NE, 17, 1935, 510-518 καί 566-574)· (ό Κώστας Στεργιόπουλος έχει προχωρήσει μέ ιδιαίτερη προσοχή καί στοργή τήν άρκετά δύσκολη έργασία τής συγκεντρωτικής έκδοσης* έως τώρα: Κριτικά, Α'-Δ', 1980-1995). — Ή σχέση του Κώστα Βάρναλη μέ τήν κριτική προσδιορίστηκε έντονα άπό τό βιβλίο του Ό Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925), μαρξιστική άπάντηση στήν ιδεαλιστική σύλληψη του Σολωμού, όπως αύτή προτεινόταν άπό τόν Γιάννη Αποστολάκη (Ήποίηση στή ζωή μας, 1923). Οι άντιθετικοί πόλοι τής διαμάχης αποδείχτηκαν στή συνέχεια συμπληρωματικά χρήσιμοι γιά μιά σύνθετη καί ωριμότερη κατανόηση του ποιητή. Ή όλη συμβολή του είναι, βέβαια, πολύ εύρύτερη καί χαρακτηρίζεται άπό μιάν άξιόλογη έσωτερική ισορροπία: ό δυναμικός καί κάπως πρωτόγονος ρεαλισμός του δέν όδηγει σέ ισοπεδωτικές άπλουστεύσεις, άλλά διασταυρώνεται μέ ένα σοβαρό καλλιτεχνικό αισθητήριο, πού του έπιτρέπει νά κατανοεί ότι ή λογοτεχνία δέν κρίνεται άπό τό άφηρημένο σχέδιο τών προθέσεών της, άλλά άπό τή δημιουργικότητά της. Μιά άνάλογα ισχυρή έμπειρια χαρακτηρίζει τις παρατηρήσεις του σέ ζητήματα μορφολογίας καί τεχνικής (Σολωμικά, 1957 [όπου περιλαμβάνεται καί ή παραπάνω μελέτη, μέ ορισμένες περικοπές]· Αισθητικά - Κριτικά, Α'-Β', 1958* ένδιαφέρουν, έξάλλου, γιά τις προϋποθέσεις καί τόν γενικότερο προσανατολισμό τής κριτικής σκέψης του, τά βιβλία: Ζωντανοί άνθρωποι, 1939 [καί στόν τόμο *Ανθρωποι: Ζωντανοί - Αληθινοί (1958), μαζί μέ άλλα κείμενα], καί Φιλολογικά άπομνημονεύματα, 1980). — Τό εργο του Κλέωνος Β. Παράσχου (1896-1964) στηρίζεται σέ μιά πλούσια αισθητική καλλιέργεια καί έκφράζει τήν ούσιαστική έξοικείωση του συγγραφέα προπαντός μέ τήν ποίηση, τή δυνατότητά του νά πραγματοποιεί σοβαρές άναφορές καί στήν πεζογραφία καί τό γόνιμο θεωρητικό ένδιαφέρον του γιά τή φύση τής λογοτεχνικής πράξης. Οί λυρικές προδιαθέσεις πού χαρακτηρίζουν τή δική του ιδιοσυγκρασία διαποτίζουν τήν οξυδερκή κριτική σκέψη του,
διαμορφώνοντας άποτελέσματα δπου ό υποκειμενισμός δέν άποδυναμώνει άλλά ενισχύει τήν έγκυρότητα του κριτικού στοχασμού και ή άξιολογική ένταση διασταυρώνεται οργανικά μέ τήν ψυχογραφική εύαισθησία καί τήν έρμηνευτική εμβάθυνση. Θαύμαζε άπεριόριστα τό σπουδαιότατο άνθρώπινο έπιτευγμα πού συνιστά ή λογοτεχνία καί τήν άντιλαμβανόταν ώς προσωπική του υπόθεση ζωής. Καί τήν άδυναμια του να δράσει ό ίδιος άποτελεσματικά στήν περιοχή ένός καθαρά λογοτεχνικού είδους τήν άντιστάθμισε, έν μέρει, μέ έναν δοκιμιακό λόγο πού μαρτυρεί δημιουργική καί προηγμένη κατανόηση τών κειμένων ( "Ιων Δραγούμης, 1936* Δέκα "Ελληνες λυρικοί, 1937* Μορφές και Ιδέες, 1939* [καί (Κύκλος νέος), 1956]· Κύκλοι, 1939· Εμμανουήλ Ροΐδης, Α', 1942 - Β', 1951· Ή καλλιτεχνική δημιουργία, 1944· *Ελληνες λυρικοί, 1953). — Τό όλο έργο του "Αλκή Θρύλου ("Ελένης Νεγρεπόντη-Ούράνη, 1896-1971) μαρτυρεί κριτική όξύνοια, παρά τήν κατά περιπτώσεις έμφάνιση ορισμένων άνισων ή άκραίων θέσεων, καί προπαντός διακρίνεται άπό άνεξαρτησία καί εύθύτητα. Ή συγγραφέας άσχολήθηκε μέ τήν τακτική θεατρική κριτική, άφήνοντας ένα τεράστιο υλικό άρθρων καί σημειωμάτων πού ένδιαφέρουν πιά καί άπό ιστορική άποψη, καί σχολίασε σέ πολλά κριτικά δοκίμια, μέ τόν «κλασικό» καί γνήσιο ζήλο του φιλοπεριεργου άναγνώστη πού άναζητει διαρκώς τή νέα έμπειρια, μιά σειρά θεμάτων τής νεοελληνικής πεζογραφίας καί γενικότερων ζητημάτων τής λογοτεχνικής δημιουργίας (Κωστής Παλαμάς, 1924· Στοχασμοί γιά τό δημοτικό τραγούδι, 1928· 'Αφορμές, Α', 1961· Συζητήσεις μέ τόν εαυτό μου, 1961· Μορφές τής έλληνικής πεζογραφίας, Α'-Γ', 1962-1963* Μορφές και θέματα του θεάτρου, Α'-Β', 1961* βλ. καί τή συγκεντρωτική έκδοση: Τό *Ελληνικό Θέατρο, Α'-ΙΒ' (1927-1971), 1977-1981). — Σοβαρή εϊναι καί ή κριτική συμβολή του Θεμιστοκλή Άθανασιάδη-Νόβα (1894-1961), πού διέθετε πλούσια εύρωπαϊκή παιδεία, άσχολήθηκε κυρίως μέ τό θέατρο καί μέ τήν ύψηλής πνευματικής τάξης δημοσιογραφία, άλλά έδωσε καί ώριμα κριτικά δοκίμια γιά νεοέλληνες ποιητές καί πεζογράφους («Διονύσιος Σολωμός. Ηθική μεγαλοφυία», «Κωστής Παλαμάς. Ποιητής έλέω Θεου», «Μιλτιάδης Μαλακάσης. Ό πρώτος μετά τόν ένα», «Ψυχάρης. Ό ένοπλος προφήτης του δημοτικισμού», «Παπαδιαμάντης. Τό Πάσχα τής λογοτεχνίας μας»: αύτοτελή δοκίμια δημοσιευμένα κατά τήν περίοδο 1937-1961, πού μαζί μέ άλλα συγκεντρώθηκαν στόν μεταθανάτιο τόμο "Ηρωες, 1969* 'Αθηναϊκή δραματουργία, 1956* Θεατρικά μελετήματα, 1963* 'Ανάλεκτα, 1965* Προσωπογραφίες [ξένοι συγγραφείς], 1966). Εξελιγμένες κριτικές προθέσεις ύλοποιουν τά κείμενα του Πέτρου Σ. Σπανδωνίδη (1890-1964), πού άνάγονται στό έπίπεδο τής συνθετικής δοκιμιογράφος. Διακρίθηκε γιά τήν αυθεντική σύλληψη τών έπιδιώξεων καί τής ριζικά
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΈς ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΈς ΣΠΟΥΔΕΣ
καθοριστικής σημασίας του μοντέρνου, για τήν έξαρση του μετα-ορθολογικοΰ «πνευματικού» χαρακτήρα τής νεωτερικής ποίησης καί τή διατύπωση τοΰ αιτήματος μιας «ούσιαστικής» έλληνικής ποίησης πού θα ύπερβεΐ τή βαθιά ριζωμένη μορφολατρία — άλλά και για τήν ισχυρή θεωρητική άντιληψη τοΰ έργου τής κριτικής. Ή έμφανής άνεξαρτησία καί ό δυναμισμός τής σκέψης του άποκαλύπτονται μέσα άπό ένα ύψηλό και δημιουργικό κριτικό υφος. Διέθετε μιάν εύρύτητα οριζόντων, πού δχι μόνο δέν έξαντλειται στήν πλούσια ένημέρωση άλλά καθορίζεται περισσότερο άπό τήν πρωτοτυπία τών ιδεών (Ήπεζογραφία τών νέων, 1932* Τό κλασσικό και τό ρομαντικό, 1938* Διονύσιος Σολωμός, 1947* 'Επιστήμη και λογοτεχνική κριτική, 1947* Τό κλέφτικο τραγούδι και ή αρχαϊκή τέχνη, 1952* Ή νεώτερη ποίηση στήν Ελλάδα, 1955* Μορφές άγωνίας, 1958* Τό θέμα τής κριτικής. Δοκίμιο — Οί σύγχρονοι κριτικοί μας. Μελέτη, 1959* 'Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ό θεατής τής γης, i960* Ή σύγχρονη ποιητική γενεά, 1962* Ή μάχη γιά τήν ούσία, 1962* Ή κριτική σκέψη στή σύγχρονη Ελλάδα, 1963* Ή Τραγωδία· και τό τραγικό στήν τέχνη, στό πνεύμα, στή ζωή, 1964). — Ό Αιμίλιος Χουρμούζιος (1904-1973) κατείχε μιάν έκτεταμένη γενική παιδεία καί μιά καλή γνώση τής νεοελληνικής καί τής ξένης λογοτεχνίας, έφόδια πού τόν έξυπηρέτησαν και στή μακροχρόνια άσχολία του μέ τήν κριτική τοΰ βιβλίου καί τής θεατρικής πράξης. Ανέλαβε μιά προσπάθεια ιδιαίτερα άναλυτικής μελέτης τοΰ Παλαμα (ΌΠαλαμας και ή έποχή του, Α'-Γ', 1944-1960), άφιέρωσε ένα ένδιαφέρον βιβλίο στον Κ. Θεοτόκη (Κωνστ. Θεοτόκης — ό εισηγητής του κοινωνιστικου μυθιστορήματος στήν Ελλάδα, 1946) καί διατύπωσε σέ έναν μεγάλο άριθμό έκτενών δοκιμίων ή μικρότερων άρθρων πλούσιες καί γόνιμες παρατηρήσεις σέ ειδικά και γενικότερα ζητήματα τής λογοτεχνίας, συσχετίζοντας τά αισθητικά φαινόμενα μέ τήν εύρύτερη έξέλιξη τών ιδεών καί μέ τις άνησυχίες τοΰ σύγχρονου άνθρώπου (μεταθανάτιες συγκεντρωτικές έκδόσεις: Νίκος Καζαντζάκης, 1977* Όάφηγηματικός λόγος, 1979* Παλιά και νέα ποίηση (θεωρία ποίησης), 1980* ένδεικτικό τής άσχολίας του μέ τό θέατρο, τό βιβλίο Εύγένιος Ο'Νήλ - ενας είκονοκλάστης του θεάτρου, 1945* προβλήματα τής λογοτεχνικής δημιουργίας θίγονται καί στά «πολιτικά» δοκίμιά του (μέ τή στενότερη ή εύρύτερη έννοια τοΰ δρου): Ή δοκιμασία του πνεύματος, 1950* Ή περιπέτεια μιας γενιάς, 1976* Στράτευση κι έλευθερία, 1977). — ΌΤίμος Μαλάνος (1897-1984) συνέδεσε τό ονομά του προπαντός μέ τή μελέτη τής καβαφικής ποίησης καί μέ μιάν έρμηνευτική έπιμονή κατεξοχήν στούς υποκειμενικούς - έρωτικούς δρους τής γένεσης και τής τελικής διαμόρφωσής της, δοκίμασε μιάν έξέταση τής ποίησης τοΰ Σεφέρη μέ κεντρική έμφαση στις έλιοτικές άπηχήσεις της, άλλά άσχολήθηκε καί μέ άλλα θέματα συνεισφέροντας ένδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Ή έντονη έξαρση, κάθε
φορά, ένός άπό τούς προσδιοριστικούς παράγοντες του λογοτεχνικού άντικειμένου έπιφέρει μιάν άνισότητα στό έργο του, χωρίς ωστόσο τό τελευταίο νά χάνει τή σημασία του σέ βαθμό πού νά προκαλείται πλήρης άμηχανια του νεώτερου μελετητή. Πρόκειται γιά κριτικό πού τό αισθητήριο του διέθετε ορισμένες άπό τις «κλασικές» δυνάμεις σύλληψης ούσιωδών γνωρισμάτων (μέ μειωμένη τή δυνατότητα συνεξέτασης δλων τών βασικών διαστάσεων του φαινομένου πού τόν άπασχολουσε), οπότε καί οί μεταγενέστερες μελέτες μπορούν νά άξιοποιήσουν τις προτάσεις του άνάλογα: κάνοντας «κριτική» χρήση ένός (άξιοσημείωτα προδρομικού) έργου, μέ έξουδετέρωση τών ύπερβολών του καί ώριμη έκμετάλλευση τών ισχυρότερων στοιχείων του (Ό ποιητής Κ. Π. Καβάφης, 1933· Περί Καβάφη, 1935* Ή μυθολογία τής καβαφικής πολιτείας, 1943* Καβάφης - Έλιοτ (Είναι πράγματι παράλληλοι;), 1953* Ό ποιητής Κ. Π. Καβάφης. Ό άνθρωπος καί τό εργο του, 1957, 3 1978· (βλ. καί Μανόλη Γιαλουράκη, Ό Καβάφης του κεφαλαίου «Τ». Συνομιλίες μέ τόν Τίμο Μαλάνο, 1959)· Καβάφης, 2, 1963· Καβάφής, 3, 1978· Ό Καβάφης άπαραμόρφωτος, 1981· Ένας Ήγησιακός, 1938 [μελέτη γιά τόν Κ. Γ. Καρυωτάκη]· Κ. Βάρναλης. Εκλογή άπό τό εργο του. Μέ εισαγωγή —, 1944· Παπαδιαμάντης. Εκλογή άπό τό εργο του. Μέ εισαγωγή —, 1944* Ή ποίηση του Σεφέρη, 1951, 2 1955· Δειγματολόγιο, 1962* Βάρναλης. Αυγέρης. Καρυωτάκης, 1983· Ή δύναμη τών αισθητικών συγκινήσεων καί άλλα κριτικά, 1984). — Ό Πέτρος Χάρης (1902-1998), προπαντός μέ τά έκτενή κριτικά κείμενα πού συγκροτούν τή σειρά Έλληνες πεζογράφοι (Α'-Η', 1953-1993), μελέτησε καί άξιολόγησε έναν εύρύτατο κύκλο έργων, άναζητώντας τήν ιδιαιτερότητα κάθε συγκεκριμένου πεζογραφήματος καί τά γενικά γνωρίσματα πού προσδιορίζουν καί άρτιώνουν τήν προσωπικότητα του έκάστοτε συγγραφέα. Μέ μιάν αισθητή δύναμη προσήλωσης του κριτικού του βλέμματος στό άντικείμενο καί νηφάλιας άφομοίωσής του, άπομακρύνεται άπό τις δικές του βιωματικές συνθήκες καί τεχνοτροπικές ροπές ώς δημιουργικού πεζογράφου καί ιχνηλατεί τό κρινόμενο έργο, έκθέτοντας μέ ώριμη εύχέρεια καί μέ σαφήνεια ειδικές παρατηρήσεις καί γενικά συμπεράσματα. Περιεκτικά δμως εϊναι καί τά συντομότερα δοκίμια καί άρθρα συγκεφαλαιωτικού χαρακτηρισμού συγγραφέων ή κριτικής θεώρησης συγκεκριμένων βιβλίων (Μικρή πινακοθήκη, [Α'], 1963 - Β', 1975* Σαράντα χρόνια κριτικής έλληνικου πεζού λόγου, Α' (1928-1949), 1981 - Β1 (19501956), 1985). Τά μεστά κριτικά κείμενα που αφιερωσε ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971) στή διερεύνηση καίριων γενικών ζητημάτων τής λογοτεχνίας ή συγκεκριμένων έργων τόν καθιστούν, τουλάχιστον άπό τήν άποψη τής συμβολής του στον καθορισμό τής φύσης τής ποιητικής λειτουργίας καί τών άποτελεσμάτων της, τόν
σημαντικότερο ίσως κριτικό τής γενιάς του '30. Μέ τους τρεις τελικά τόμους τών Δοκιμών ([11944]· Α'-Β', 1974, Γ', 1992) σχηματίζεται μιά διαχρονική σύνθεση, όπου ό έξελισσόμενος στοχασμός του ποιητή κατευθύνεται προς τούς έξής κυρίως στόχους: υπόδειξη τής ιδιαιτερότητας του ποιητικού φαινομένου γενικά καί, ειδικότερα, τής νεωτερικής τροπής του* αιτιολογημένη έπιλογή καί έπιμονα προσεκτική σπουδή κορυφαίων ή τουλάχιστον έντονα εύδιάκριτων έργων τής νεοελληνικής γραμματείας, σέ σχεδόν μόνιμη συνάρτηση μέ ένα ευρύτερο ένδιαφέρον γιά τις δημιουργικές δυνατότητες τής έλληνικής γλώσσας· προσωπική προσέγγιση κορυφαίων έργων καί δημιουργών τής ξένης λογοτεχνίας (ή καί τέχνης γενικότερα)· άπάντηση σέ έρωτήματα ήθικοπολιτικής τάξης, μέ τήν πνευματικότητα ένός έπίμονα μή «πολιτικολόγου» καί σοβαρότατα πολιτικού ποιητή. Ή έπιφύλαξή του άπέναντι στήν τυπική θεωρητική άφαίρεση καί ή έπιλογή μιας έμπειρικής διερευνητικής μεθόδου καί έκφραστικής προκαλούν, τελικά, χάρη στή σταθερή οξυδέρκεια καί άντισυμβατικότητα τών άναζητήσεών του, μιάν άνανεωμένη ένισχυση τής θεωρητικής σκέψης. — Ό Αντρέας Καραντώνης (1910-1982) συνέλαβε τή θεμελιώδη άλλαγή πού πραγματοποιούσε ή νεωτερική ποίηση του μεσοπολέμου καί άνανέωσε τόν νεοελληνικό κριτικό λόγο μέ τό βιβλίο του Ό ποιητής Γιώργος Σεφέρης (1931) καί μέ τις μελέτες του γιά τή σύγχρονη ποίηση γενικά, άλλά καί γιά σημαντικούς πεζογράφους τής γενιάς του '30. Διατηρώντας μιάν ιδιαίτερα ύψηλή καί συγγραφικά γόνιμη έκτίμηση γιά τόν Παλαμά (Εισαγωγή στο παλαμικό έργο, 1929* Γύρω στόν Παλαμα, Α', 1932, 2 1959 - Β', 1971* [τελική συναγωγή:] Κωστής Παλαμας (Άπό τή ζωή και τό έργο του\ 1980), συνέχισε μέ ένα μακρότατο καί άφειδώς κατανεμημένο άπό άποψη άντικειμένων και, προπαντός, οργανωτικής μορφής έργο, όπου έξέχουν μεγάλες ένότητες εύστροφης, διεισδυτικής καί σύνθετης σκέψης, πού άξιοποιουν τή χειμαρρώδη εύστομία του συγγραφέα ώς άρετή εύαίσθητης συνοδοιπορίας μέ τή δημιουργικότητα τών μελετώμενων κειμένων (Εισαγωγή στή νεώτερη ποίηση, 1958* Φυσιογνωμίες, Α', 1959 - Β', i960* Πεζογράφοι και πεζογραφήματα τής γενιάς του '30, 1962* Γύρω άπό τή σύγχρονη έλληνική ποίηση, 1962* Προβολές, Α', 1965* Άπό τόν Σολωμό ώς τόν Μυριβήληι, 1969* Προσωπικό μέ τήν ποίηση του Δ. 17. Παπαδίτσα. Αναφορές στόν υπερρεαλισμό, 1976 Ή ποίηση μας μετά τόν Σεφέρη, 1976* Ποιητικά, 1977* 24 σύγχρονοι πεζογράφοι, 1978* Γιά τόν 'Οδυσσέα Ελύτη, 1980* Κριτικά, 1981). — Τό πολυδιάστατο καί πολύτομο κριτικό έργο του I. Μ. Παναγιωτόπουλου (1901-1982) παρουσιάζει ιδιαίτερο ένδιαφέρον άπό τήν άποψη τόσο του περιεχομένου όσο καί τής μεθοδολογικής ύφής. "Οπως δήλωνε καί ό ίδιος, άσκησε τή «λογοτεχνική» κριτική* ωστόσο, είναι αισθητή στά κείμενά του ή παράλληλη παρουσία του γέρου φιλολογικού οπλισμού καί τής εύρείας πνευματικής
ένημέρωσης, μέ άποτέλεσμα του δλου αύτου συνδυασμοί) μιάν έντονα ένεργητική μελέτη τών κειμένων που τόν άπασχολοΰν. Συλλαμβάνει τήν άτμόσφαιρα τής έποχής τών έργων, άναζητεϊ τήν ψυχολογική ιδιοσυστασία και τή γενική αισθητική κλίση που οδηγούν τόν ποιητή ή τόν πεζογράφο στή συγκεκριμένη τελική δημιουργία καί διαλέγεται μέ τά κείμενα μέ μιάν έναλλαγή «συμπαθητικής» μέθεξης καί έποπτικής άπόστασης. Τό μεγαλύτερο μέρος τής κριτικής έργασίας του συγκεντρώνεται στούς έξι τόμους τής σειράς Τά πρόσωπα και τά κείμενα (1943-1956), πού περιλαμβάνουν δύο άξιοσημείωτες συμβολές συνθετικής σπουδής καί άξιολόγησης ποιητών (Κωστής Παλαμας, 1944* Κ. Π. Καβάφης, 1946) καί πολυάριθμες κριτικές μονογραφίες γιά πρόσωπα καί γιά ευρύτερα ζητήματα τής νεοελληνικής γραμματείας (δπου καί ορισμένες ένδιαφέρουσες άναφορές στήν ξένη λογοτεχνία). Ή σχετική άσχολία του συμπληρώνεται μέ τό βιβλίο Τά γράμματα και ή τέχνη (1967). — Ό Μάρκος Αύγέρης (1884-1973), πού ένδιαφέρθηκε σοβαρά καί γιά τήν ξένη λογοτεχνία καί μέ τήν άξιόλογη ευρύτερη κατάρτισή. του, προβληματίστηκε καί έπάνω σέ θεωρητικά ζητήματα, είναι ένας άλλος σημαντικός έκπρόσωπος τής μαρξιστικής κριτικής στήν Ελλάδα, συνομήλικος του Βάρναλη, μέ χρονικά έπόμενη δμως τήν έμφάνιση τοΰ κύριου έργου του. "Εχει συνθέσει στοχαστικές και αύτοδύναμες μελέτες προπαντός γιά κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές άπό τόν Σολωμό ώς τόν Σεφέρη, μέ διεισδυτικές παρατηρήσεις σχετικά μέ τούς κοινωνικούς και συνειδησιακούς δρους πού συμβάλλουν στή διαμόρφωση τής λογοτεχνίας καί μέ ένδιαφέρουσες έρμηνευτικές έπιμέρους προτάσεις άλλά καί γενικεύσεις. Σέ ορισμένες περιπτώσεις, ή άπολυτοποίηση τών θεωρητικών άρχών πού καθοδηγούσαν τή σκέψη του είχε ώς άποτέλεσμα νά τοΰ διαφεύγει έρμηνευτικά καί άξιολογικά ή ούσία τοΰ λογοτεχνικού θέματος πού τόν άπασχολοΰσε. Άλλά άξίζει, παράλληλα, νά τονίσουμε δτι ένα ήθος εύθύτητας καί τόλμης τοΰ αύθεντικοΰ πνευματικού άνθρώπου διατρέχει καί συνέχει τό δλο έργο του (ή συγκέντρωση τών κειμένων του σέ τόμους, άλλά καί ή ιδια ή βασική άσχολία του μέ τήν κριτική, άρχισαν άρκετά άργά: Ό "Ελιοτ ποιητής τοΰ δυτικοΰ κόσμου, 1951* Ό Σικελιανός, 1953· Κριτικά, Αισθητικά, Ιδεολογικά, 1959* Ζητήματα τής λογοτεχνίας μας, 1964· "Απαντα. Αισθητικά - Κριτικά, Θεωρητικά - Κριτικά, Ιδεολογικά ζητήματα τέχνης, Α', 1964 - Β', 1965* Έλληνες λογοτέχνες, 1966, 2 1971, 4 1982* Εισαγωγή στήν έλληνική ποίηση και πεζογραφία, 1966* Ξένοι λογοτέχνες, 4 1972· Θεωρήματα, 1972). — Ό Βάσος Βαρίκας (1913-1971), άφοΰ πραγματοποίησε ορισμένες νεανικές άλλά άρκετά ισχυρές συνθετικές άπόπειρες, δπου τό ένδιαφέρον γιά τήν κοινωνική διάσταση τών έργων συνδυάζεται μέ τήν ψυχογραφική διερεύνηση καί τήν άξιολόγηση τών αισθητικών λύσεων, έξελίχθηκε σέ τυπικό καί άξιόλογο έκπρόσωπο τής τακτικής κριτικής. Πολλά στοι-
χεΐα ωριμότητας άξιοποιουνται σ' αυτήν τήν έπόμενη φάση του έργου του: άντιλαμβάνεται τίς διαφορές που διακρίνουν τή μεταπολεμική άπό τή μεσοπολεμική λογοτεχνία, διαθέτει ένα άξιοσημειωτο αισθητήριο στήν έκτιμηση του κατά πόσο οί προθέσεις τών συγγραφέων υλοποιούνται σέ άνάλογο άποτέλεσμα καί διασπείρει πλούσιες καί εύστοχες έπιμέρους παρατηρήσεις, μέσα σέ μιά «καθημερινή» έργασια δημοσιογραφικής ροής καί ζωηρότητας, άλλά όχι χαλαρή πνευματικά (Όποιητής Κώστας Βάρναλης, 1936' Κ. Γ. Καρυωτάκης (Τό δράμα μιας γενιάς), 1938 [συσσωμάτωση τών δύο προηγούμενων σέ έναν τόμο: 1978]· Ή μεταπολεμική μας λογοτεχνία (Σχέδιο γιά μελέτη), 1939, 2 1979· Συγγραφείς και κείμενα, Α' (1961-1965), 1975, Β' (1966-1968), 1980, Γ (1969-1971), 1987, [ΔΙ (1955-1959), 2003, καί [ΕΙ (1945-1956), 2004). — Μέ εμφανή άγάπη γιά τή λογοτεχνία, ό Γιάννης Χατζινης (19001975) άφιέρωσε άβίαστα τίς δυνάμεις του τόσο στό εύρύτερο δοκίμιο χαρακτηρισμού όσο καί στήν τακτική κριτική. Τόν διακρίνει μιά στοργική προσπάθεια κατανόησης τών άνησυχιών καί τής ιδιαιτερότητας κάθε συγγραφέα, σχολιάζει τό λογοτεχνικό βίωμα μέ μιά διάθεση συμμετοχής σ' αύτό, άλλά καί άνάγεται σέ γενικότερα έρωτήματα μέ άφορμή τά έναύσματα πού του παρέχουν τά έργα καί οί δημιουργοί (Στοχασμοί καί σημειώματα, 1936* Πρόσωπα καί ψυχές, 1939* Τρεις σταθμοί (Ψυχάρης, Παπαδιαμάντης, Παλαμάς), 1943, 21956* 'Ελληνικά κείμενα, 1955* 31970* Ή τέχνη εϊναι δύσκολη, 1962* Προτιμήσεις, 1963* Όλογοτέχνης καί ή σκιά του, 1968* Τό δώρο τής ζωής, 1972* Ό επιούσιος άρτος, 1973). — Ό Παντελής Πρεβελάκης (1909-1986) δέν έπιδίωξε τή διαρκή ένασχόληση μέ τήν κριτική τής λογοτεχνίας. Άλλά άπό τό έντονο ένδιαφέρον του γιά τό έργο και, γενικότερα, τήν πνευματική φυσιογνωμία ορισμένων κορυφαίων σύγχρονών του δημιουργών (Καζαντζάκη, Σικελιανού καί Ρίτσου), μέ τούς όποιους τόν συνέδεε μιά ύποδειγματικά «διαλογική» προσωπική σχέση, προήλθε μιά ιδιαίτερα σημαντική σειρά συνθέσεων ερμηνευτικής κριτικής. Ή ύψηλή παιδεία, ό στοχασμός πού άφομοιώνει τήν ιστορική τεκμηρίωση ώστε αυτή νά ύπηρετεϊ τήν ούσιαστική έμβάθυνση στά έργα καί νά τροφοδοτεί τή δυναμική πνευματικότητα του μελετητή, καί ό στέρεος δοκιμιακός λόγος προσδιορίζουν τή συμβολή αύτήν {Όποιητής καί τό ποίημα της 'Οδύσσειας, 1958* « Ό Καζαντζάκης. Σχεδίασμα έσωτερικής βιογραφίας», στόν τόμο: Τετρακόσια γράμματα του Καζαντζάκη στόν Πρεβελάκη, 1965, σσ. θ'-πς'· « Ή 'Οδύσσεια του Καζαντζάκη», ΠΑΑ, 58, 1983, 4-41* "Αγγελος Σικελιανός (τρία κεφάλαια βιογραφίας κ ' ένας πρόλογος), 1985* Ό ποιητής Γιάννης Ρίτσος. Συνολική θεώρηση του έργου του, 1981). Τά ιδια γνωρίσματα άποτυπώνονται καί σέ ένα σύνολο μικρότερων κειμένων πού, κυρίως, συγκροτουν ένα διαφωτιστικό αύτοσχόλιο του συγγραφέα (Δείχτες πορείας, 1985).
Μέ ιδιαίτερη στοχαστικότητα, ό Γιώργος Θέμελης (1900-1976) καλλιέργησε τήν ερμηνευτική κριτική σέ κατά κανόνα έκτενή δοκίμια, ένώ διατύπωσε καί ούσιαστικές προτάσεις σέ ζητήματα θεωρίας τής λογοτεχνίας. Επιδιώκει έπίμονα τή διεισδυτική θεώρηση τών έργων καί ένδιαφέρεται γιά τή δυνατότητα τής λογοτεχνίας νά άποκαλύπτει τούς έσωτερικούς ορίζοντες του άνθρώπου καί νά μεταμορφώνει τά πράγματα, τά βιώματα καί τις ήθικές άγωνίες σέ πνευματικά σύμβολα πού συνθέτουν πιά έναν νέο κόσμο άξιών. Πρόκειται γιά κριτική σκέψη πού συνδυάζει διαρκώς τις ειδικές άναφορές στά κείμενα μέ τις εύσύνοπτες καί ούσιαστικές γενικεύσεις καί διατυπώνεται σέ άνετο καί σοβαρό υφος, πού δηλώνει καί αύτό τή χαρακτηριστική άνεξαρτησία του προβληματισμού ( Ό «Ύμνος εις τήν Έλευθερίαν», 1948* Ό Παπαδιαμάντης και ο κόσμος του, 1961* Ή νεώτερη ποιησή μας, Α', 1963 - Β', 1967* Ήέσχάτη κρίσις, 1964* Ή ποίηση του Καβάφη. Διαστάσεις και δρια (Δοκιμή γιά μιά βαθύτερη ερμηνεία), 1970* Ό Σολωμός άνάμεσά μας (''Αναζήτηση τής άληθινής άνθρώπινης φύσης), 1971*'Ποίηση και πεζογραφία. Δοκιμή γιά μιά βαθύτερη διάκριση τών ορίων, 1972* Ένας μονόλογος γιά τήν ποίηση. Πορεία προσανατολισμού προς τό Άγαλμα, 1975* σημειώνουμε, άκόμη, ένα άπό τά καλύτερα έως σήμερα βοηθήματα γιά τή μέση έκπαίδευση: Ή διδασκαλία τών νέων έλληνικών. Τό πρόβλημα τής ερμηνείας, Α' 01933), 1973 - Β', 1969, πού ούσιαστικά άνήκει στό ίδιο σημαντικό έπίπεδο μέ τά προηγούμενα έργα καί παρέχει πρόσθετα (καί πρώιμα γιά τήν έλληνική βιβλιογραφία) δείγματα καλής «έπικεντρωμένης» άνάγνωσης). — Ή συμβολή του Δημήτρη Νικολαρείζη (19081981) είναι ποσοτικά περιορισμένη άλλά ποιοτικά άξιόλογη, καθώς ή ώριμη σκέψη του καταλήγει σέ ούσιαστικές παρατηρήσεις γύρω σέ μείζονα γενικά ζητήματα τής λογοτεχνίας, άποφεύγοντας τήν άοριστία ή τήν κοινοτοπία, καί σέ περιεκτικά σχόλια έπάνω σέ ειδικότερα θέματα καί συγκεκριμένα έργα (Δοκίμια κριτικής, 1962, 2 1983). — Στά κριτικά κείμενα του Άρη Δικταίου (1919-1983), πού άσχολήθηκε όχι μόνο μέ τήν έλληνική άλλά καί μέ τήν ξένη λογοτεχνία, παρατηρείται μιά διαφοροποίηση άπό ορισμένες αισθητικές κατευθύνσεις καί προτιμήσεις τής γενιάς του '30 καί ένας προβληματισμός τόσο έπάνω στις νέες έξελίξεις δσο καί έπάνω σέ ορισμένες διαχρονικές άνησυχίες τής λογοτεχνίας. Ενδιαφέρθηκε καί γιά παλαιότερους νεοέλληνες λογοτέχνες, ένώ κατά κανόνα τόν άπασχολουν τό «άνθρωπογνωστικό» βάθος καί ή ούσιαστική ποιητικότητα τών έργων καί λιγότερο οι έξωτερικές - μορφολογικές ιδιότητες τους (Έφτά άνθρώπινα σχήματα, 1961* Θεωρία ποιήσεως, 1962· Ανοιχτοί λογαριασμοί μέ τό χρόνο, 1963* Αναζητητές προσώπου, 1963* Ναπολέων Ααπαθιώτης. Ή ζωή καί τό εργο του, 1984). Ό Αλέξανδρος Αργυρίου (1921) διαθέτει μιά πλήρη γνώση προπαντός τής
νεώτερης ποίησης καί πεζογραφίας, άπό τόν μοντερνισμό του μεσοπολέμου έως τις μέρες μας, καί έχει μιλήσει έγκαιρα γιά πολλά συγκεκριμένα έργα καί συνολικά φαινόμενα αυτής τής περιόδου, συμβάλλοντας άμεσα στήν κριτική καί έρμηνευτική προσέγγισή τους καί παρέχοντας ευρύτερες γραμματολογικές συσσωματώσεις καί συνθέσεις (Γιώργος Σεφέρης. Διάγραμμα εισαγωγής στήν ποίησή του άπό τόν 'Αλέξ. 'Αργυρίου και έπιλογή ποιημάτων του άπό τους Άλέξ. 'Αργυρίου και Γ Π. Σαββίδη, Αθήνα, Ανάτυπο άπό τήν Καινούρια 'Εποχή, Χειμώνας 1957, σσ. 93-143* Ή έλληνική ποίηση. 'Ανθολογία - Γραμματολογία, Εκδόσεις Σοκόλη: Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, 1979, καί Ή πρώτη μεταπολεμική γενιά, 1982* Διαδοχικές άναγνώσεις Ελλήνων υπερρεαλιστών, 1983* 'Αναψηλαφήσεις σέ δύσκολους καιρούς, 1986* Δεκαεπτά κείμενα γιά τόν Γ. Σεφέρη, 1986* Ή μεταπολεμική πεζογραφία. 'Από τόν πόλεμο του '40 ώς τή δικτατορία του '67, τόμ. Α' [Εισαγωγή τής όκτάτομης (1988) 'Ανθολογίας (συλλογικου έργου άπό τόν Β' τόμο κ.έ.) τών έκδόσεων Σοκόλη]* Κείμενα περι κειμένων, 1995* Όριακά και μεταβατικά έργα Ελλήνων πεζογράφων, 1996* 'Ανοιχτοί σχολιασμοί στήν ποίηση του 'Οδυσσέα 'Ελύτη, 1998* Ιστορία τής έλληνικής λογοτεχνίας καί ή πρόσληψή της, Α'-Δ', 2001-2004* Μανόλης 'Αναγνωστάκης. Νοούμενα καί υπονοούμενα τής ποίησής του, 2004). — Ό Δημήτρης Ραυτόπουλος (1924), πού άσχολήθηκε κυρίως μέ τή μελέτη τής πεζογραφίας, στάθηκε ένας άπό τούς έπαρκέστερους έκπροσώπους τής μεταπολεμικής άριστερής κριτικής, μέ θέσεις πού ή άναμφισβήτητα σαφής ιδεολογική κατεύθυνσή τους κατά κανόνα δέν προκαλεί άγονες δογματικές παγιώσεις, μέ κατανόηση τών άναγκών τής λογοτεχνικής πράξης καί μέ πλούσια άναπτυγμένο καί διεισδυτικό προβληματισμό (Οί ιδέες καί τά έργα, 1965* Τέχνη καί έξουσία, 1985* Κρίσιμη λογοτεχνία, 1986* Σημεία στίξεως, 1987* "Αρης 'Αλεξάνδρου, ό έξόριστος, 1996). — Ό Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005), μέ σχετικά λίγα άλλά πυκνά κείμενα πού άναφέρονται ειτε σέ επιμέρους έργα είτε σέ γενικότερα ζητήματα τής σχέσης μεταξύ κοινωνικών συνθηκών καί αισθητικής περιοχής, εισήγαγε έγκαιρα στόν χώρο τής έλληνικής κριτικής προτάσεις πού καλλιεργούν τήν άπαιτούμενη διαλεκτική ώριμότητα στή μελέτη τής λογοτεχνίας, ώς κατεξοχήν σύνθετου φαινομένου του «έποικοδομήματος», καί αξιολόγησε τό λογοτεχνικό έργο σύμφωνα μέ τις άπαιτήσεις πού άπορρέουν άπό τήν ϊδια τήν έξαιρετική σοβαρότητα αύτής τής άνθρώπινης δημιουργικής πράξης ( Υπέρ καί κατά, 1965* 'Αντιδογματικά, 1978* Τά συμπληρωματικά, 1985). — Ό Αλέξανδρος Κοτζιας (1926-1992) άξιοποίησε στήν κριτική άσχολία του την έμπειρια του ώς δημιουργικού πεζογράφου καί κατέθεσε εύστοχες παρατηρήσεις σέ ζητήματα άφηγηματικής τεχνικής καί συγκρότησης του έσωτερικου κόσμου ένός πεζογραφήματος, έπιμένοντας όχι τόσο σέ τυπικούς κανόνες δομής
οσο στήν ουσιαστική - «λογική» άλληλουχία του κειμένου, που έπιτρέπει να άναδεικνύονται πειστικά τά κοινωνικά καί ψυχολογικά φαινόμενα που άπασχολοΰν τους συγγραφείς (Μεταπολεμικοί πεζογράφοι, 1982* ''Αφηγηματικά, 1984* Δοκιμιακά και άλλα, 1986* Τά αθηναϊκά διηγήματα [του Παπαδιαμάντη] και δύο δοκίμια γιά τό χρόνο, 1992). — Κυρίως ή κριτική, μέ ώριμες έρμηνευτικές τομές καί άξιολογικές θέσεις, άντιπροσωπεύει τήν ποικίλη δραστηριότητα του Κώστα Κουλουφάκου (1924-1994), ένώ έξάλλου υπήρξε ιδιαίτερα θετική καί έπίπονη ή συμμετοχή του στή διεύθυνση τής Επιθεώρησης Τέχνης (Κείμενα και άναλύσεις, Α'-Β', 1966* καί πολλά άλλα άρθρα καί σημειώματα, πού θά ήταν εύκταία ή συγκεντρωτική έκδοσή τους). Τά πλούσια φιλολογικά καί ιστορικά ένδιαφέροντα του Τάσου Λιγνάδη (1926-1989) άπέδωσαν έναν μεγάλο άριθμό δημοσιευμάτων, άπό τά όποια μας ένδιαφέρουν έδώ κυρίως τά βιβλία Τό «"Αξιον έστι» του Όδυσσέα 'Ελύτη. Εισαγωγή, σχολιασμός, άνάλυση, 1971 ( 5 1980 μέ προσθήκη, 8 1985)· Διπλή έπίσκεφη σέ μιά ηλικία και σ' εναν ποιητή. Ένα βιβλίο γιά τόν Νίκο Γχάτσο, 1983* Ό Χουρμούζης. Ιστορία και θέατρο, 1986* Τό μυστήριο, τό κάλλος και ή ιθαγένεια του τοπίου. Δοκίμια γιά τή νεώτερη και σύγχρονη λογοτεχνία, [μεταθανάτιος τόμος], 1996. Ό Τάσος Κόρφης (1929-1994) άναφέρεται μέ χρήσιμες καί εύαίσθητες έργασίες προπαντός στό σχετικά παραμερισμένο κεφάλαιο τών ποιητών τής πρώτης μεσοπολεμικής περιόδου, μέ μιάν ιδιαίτερη δεκτικότητα στήν κατανόηση τοΰ πνευματικού κλίματος τής έποχής καί μέ προσεκτικές έπισημάνσεις τών διακριτικών στοιχείων πού χαρακτηρίζουν μιά λογοτεχνία, έλάσσονα ισως, αν κριθεί σέ μιά γενική και αύξημένα άπαιτητική κλίμακα, άλλά μέ πλείστα έπιμέρους γνωρίσματα αύθεντικοΰ λυρισμοΰ καί γενικά λεπτής καί «οξείας» δημιουργικότητας (Ρώμος Φιλύρας, 1974· Νίκος Καββαδίας, 1978, 2 1991· Καταθέσεις όψεως, 1982* Ναπολέων Ααπαθιώτης, 1985* Ματιές στή λογοτεχνία του μεσοπολέμου, 1991). — Μέ νηφαλιότητα πού ύποστηρίζεται άπό μιά αισθητική οξυδέρκεια, ό Σπύρος Τσακνιας (1929-1999) διερευνά τόν ιστό τοΰ λογοτεχνικού έργου, διαθέτοντας άφομοιωμένη γραμματολογική γνώση καί πραγματοποιώντας γόνιμους καί διαφωτιστικούς συσχετισμούς τών έσωτερικών στοιχείων καί ιδιαιτεροτήτων τοΰ κειμένου ή περιεκτικούς γενικούς χαρακτηρισμούς, μέ άποτέλεσμα νά διαφωτίζεται έποπτικά ή λειτουργία τής λογοτεχνίας (Δακτυλικά άποτυπώματα, 1983* Έτερώνυμα, 1987* Έπί τά ίχνη, 1990· Πρόσωπα καί μάσκες, 2000). — Ό Ανδρέας Μπελεζίνης (1929), έξοικειωμένος καί μέ τις νεώτερες τάσεις τής κριτικής, άναζητεΐ τό ούσιώδες διαφοροποιητικό γνώρισμα πού χαρακτηρίζει τό έκάστοτε θέμα πού μελετά καί διατυπώνει ένδιαφέρουσες καί πρωτότυπες παρατηρήσεις μέ μιά συλλογιστική έμβάθυνση στό άντικείμενο καί μέ άνανέωση τής κριτικής ορολογίας ( Ή «Νεολιθική νυ-
χτωδία στήν Κρονστάνδη του Νίκου Καρούζου. Κριτική ανάγνωση, 1987* Ευσημοι και άσημοι λόγοι. Κριτικά μελετήματα, 1988* Κριτικό τρίπτυχο, 1991). — Μεθοδικά άσχολειται μέ τήν κριτική μελέτη ό Γιώργος Άράγης (1936), άποφεύγοντας τις «έντυπωσιολογικές» άντιδράσεις και έπιδιώκοντας τήν κατά τό δυνατόν άντικειμενική άνατομία του θέματος, τήν κατάταξη του ύλικου σέ κατηγορίες καί γενικά τήν οριοθέτηση τών διαφορετικών μεταξύ τους φαινομένων, μέ άναζήτηση τής κατάλληλης γιά κάθε περίπτωση έννοιολογίας καί μέ προσεκτική προσέγγιση τών ούσιαστικών γνωρισμάτων του λογοτεχνικού κειμένου ή τής γενικής τεχνοτροπίας του μελετώμενου συγγραφέα (Ζητήματα λογοτεχνικής κριτικής, [Α'] 1980, 2 1982, Β', 1988, καί Γ', 2003· Γιώργος Ιωάννου (Στοιχεία προσωπογραφίας), 1988* 'Ασκήσεις κριτικής, 1990* Προσεγγίσεις, 1997* Τάσεις στή νεότερη διηγηματογραφία μας, 1997* 'Αστική εμπειρία και άστική ιθαγένεια τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, 2001). — Ό Κώστας Γεωργουσόπουλος (1937), πού θητεύει κυρίως στήν κριτική καί στήν ιστορία του θεάτρου, έδωσε καί δοκίμια περιεκτικών παρατηρήσεων γιά ποιητές καί πεζογράφους (Κλειδιά και κώδικες θεάτρου. I 'Αρχαίο δράμα, 1982, καί II Ελληνικό Θέατρο, 1984* Τά μετά τό θέατρο. Δοκίμια, 1985* καί ιδίως Θίασος Ποικιλιών, 1993). Μετά τό 1974, καί μέ άργούς ρυθμούς, θά άρχίσει νά πυκνώνει ή «σύνθεση» του τομέα καί θά άνανεωθουν περαιτέρω τά χαρακτηριστικά του. Ό Αλέξης Ζήρας (1945), ένας άπό τούς δραστήριους νέους κριτικούς, έξετάζει σέ πολλά άρθρα καί μελετήματα θέματα τής σύγχρονης έλληνικής λογοτεχνίας, άλλά καί τό έργο κορυφαίων ξένων πεζογράφων καί ποιητών του αιώνα μας, έχοντας πάντα νά προτείνει κάποιες ένδιαφέρουσες άπόψεις πέρα άπό τό γνωστό ή κοινά παραδεκτό ('Ανατομία έποχής. Πέντε δοκίμια κοινωνικού προβληματισμού, 1973* Θεωρία μορφών, 1978* Προσεγγίσεις στή νεώτερη ποίηση, 1965-1980. Διαπιστώσεις - τάσεις - διαφοροποιήσεις, 1980* Γενεαλογικά γιά τήν ποίηση και τους ποιητές του '70, 1989* Όρισμοί και συσχετίσεις στή νεώτερη ποίηση, 1980-1990, 1992* Ήκυπριακή ποίηση. Θεματικές, γλωσσικές, υφολογικές διαστρωματώσεις, 1997* Ή πεζογραφία του Περικλή Σφυρίδη. Αυτοβιογραφικός λόγος και μυθοπλασία, 2000* 'Από τή γλώσσα της οργής στήν τραυματική γλώσσα. Ποιητές και ποιητικές μετά τό '70, 2001* 'Από τό προσωπικό στό οντολογικό. Μεταβολές τής ποιητικής δράσης του Τάκη Καρβέλη, 2002* "Ενας Γραικός στά ξένα. 'Αναγνώσεις άλλων λογοτεχνιών, 2003). Τό έργο τής νεώτερης αύτής γενιάς συνεχίζεται, καθώς μάλιστα ορισμένες σοβαρές καθημερινές καί έβδομαδιαϊες έφημερίδες (παράλληλα, βέβαια, μέ τά περιοδικά) παραχωρούν τά τελευταία χρόνια ειδικό καί άνετότερο χώρο στήν τακτική κριτική καί εύνοουν τήν άνάκαμψή της (μέ έκτενέστερα κείμενα). Σημειώνουμε ορισμέ-
να μόνο παραδείγματα άπό έναν άξιόλογο καί διευρυνόμενο κύκλο: Ό Άρης Μπερλής (1944) μελετά κυρίως τή νεωτερική ποίηση, προσδιορίζοντας μέ προσεκτικές παρατηρήσεις τήν ιδιαιτερότητα τών έργων (5 (+2) δοκίμια για τόν Ελύτη, 1992* Κριτικά δοκίμια, 2001* κ.ά.). — Ό Δημοσθένης Κούρτοβικ (1948) συνδυάζει τήν τεχνοτροπική μέ τήν ιδεολογική διερεύνηση ( Ημεδαπή εξορία. Κριτικές και δοκίμια, 1991* "Ελληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός, 1995, 2 1999· Δοκίμια στις καθυστερήσεις του ήμιχρόνου, 1999· Ή θέα πέρα άπό τόν άκάλυπτο. Κριτικές καί δοκίμια 1992-2002, 2002, κ.ά.). — Ό Άναστάσης Βιστωνίτης (1952) άσχολεΐται μέ τά έλληνικά κείμενα άλλά άνατρέχει, παράλληλα, καί σέ σημαντικούς σταθμούς τής ξένης λογοτεχνίας (Ήκρίση καί ή καταστολή,, 1986* Οί σημαίες του άναχρονισμοΰ καί άλλα δοκίμια, 2003, κ.ά.). — Ή Μάρη Θεοδοσοπούλου (1954) διακρίνεται καί γιά τή συσχετιστική παρακολούθηση τών έργων του ίδιου συγγραφέα ( Εποχικά. Κείμενα γιά νεότερους πεζογράφους, 1999* Μετ' έρωτος καί στοργής. Κείμενα γιά τόν Παπαδιαμάντη, 2001). — Ή Ελισάβετ Κοτζιά (1954) έξελίσσεται, προχωρώντας άπό τόν συντομότερο στον εύρύτερο κριτικό σχολιασμό (σέ συνεργασία μέ τόν Βαγγέλη Χατζηβασιλείου: Σύγχρονοι "Ελληνες πεζογράφοι, 1974-1990. Ανθολόγηση, 1994). — Ό Παντελής Μπουκάλας (1957) στήν κριτική του παρέχει καί μιάν εύρύτερη κοινωνικοθεωρητική υποστήριξη (Ενδεχομένως. Στάσεις στήν έλληνική καί ξένη τέχνη του λόγου, 1996· Υποθέσεις, 2001). — Ό Βαγγέλης Χατζηβασιλείου (1959) έπιμένει έξίσου στήν άνάλυση καί στις εύθέως άξιολογικές κρίσεις (Μίλτος Σαχτούρης. Ή παράκαμψη του υπερρεαλισμού, 1992* Όδόσημα. Στοιχεία προσανατολισμού στό τοπίο τής λογοτεχνίας, 1999).
Φιλόλογοι
νεοελληνιστές
Ώς προδρομικές μορφές τής νεοελληνικής φιλολογικής έπιστήμης μπορούν νά χαρακτηρισθούν ορισμένοι λόγιοι του περασμένου αιώνα, οί όποιοι έγραψαν χρήσιμα γραμματολογικά έργα (βλ. παρακάτω, Μέρος Τρίτο, Κεφ. Β') καί τοποθετούνται στήν άφετηρία τών νεοελληνικών φιλολογικών σπουδών. Οί λόγιοι αύτοί είναι ό Γεώργιος Ζαβίρας (1744-1804), ό Ανδρέας Παπαδόπουλος Βρετός (1800-1876), ό Παναγιώτης Άραβαντινός (1809-1870), ό Ανδρόνικος Δημητρακόπουλος (1825-1872), ό Ματθαίος Παρανίκας (1832-1912), ιδιαίτερα ό Κωνσταντίνος Σάθας (1842-1914), πού διακρίθηκε καί ώς έκδοτης κειμένων CΧρονικόν Γαλαξειδίου, 1865· Κρητικόν Θέατρον, 1879, κ.ά.), ό Λ. Α. Βροκίνης (1850-1911), κ.ά.π. Μέ τούς "Ελληνες λογίους τής Διασποράς
άσχολήθηκε ό Ανδρέας Μουστοξύδης (1785-1860), ό όποιος καταχώρισε τις σχετικές μέ αύτούς μελέτες του στο περιοδικό του 'Ελληνομνήμων, φυλλάδια 112 (1843-1853). Μνημονεύονται έπίσης οί λόγιοι πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι Κωνσταντίνος Άσώπιος (1785-1872), μαθητής του Αθανασίου Ψαλίδα καί καθηγητής στήν Ιόνιο Ακαδημία καί στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συγγραφέας του προδρομικού έργου τής νεοελληνικής κριτικής Τά Σούτσεια (1853), Χριστόφορος Φιλητας (1787-1867), άπό τούς πρώτους μελετητές του Έρωτοκρίτου, Στέφανος Κουμανούδης (1818-1899), ποιητής ό ϊδιος (τό 1851 τύπωσε τό εκτενές ποίημα Στράτης Καλοπίχειρος, σέ ιαμβικά τριμετρα), ό όποιος μας ένδιαφέρει έπίσης γιά τήν κριτική συμβολή του στούς ποιητικούς διαγωνισμούς, καθώς καί γιά τά έργα του Συναγωγή λέξεων αθησαύριστων έν τοις έλληνικοις λεξικοϊς (1883) καί Συναγωγή νέων λέξεων υπό τών λογίων πλασθεισών άπό τής Αλώσεως μέχρι τών καθ9 ήμάς χρόνων (1900, 2 1980), καί Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907), συγγραφέας του βιβλίου Ψευδαττικισμοΰ έλεγχος (1884), πού διακρίθηκε καί ώς δραματικός ποιητής. Στήν ίδια άφετηρία βρίσκονται καί οί παλαιότεροι φιλόλογοι - πανεπιστημιακοί διδάσκαλοι Δημήτριος I. Μαυροφρύδης (1828-1866) καί Αντώνιος Ν. Γιάνναρης ή Γιανναράκης (1852-1909), πού δίδαξαν έλληνική λογοτεχνία καί γλώσσα, ό πρώτος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καί ό δεύτερος στο Πανεπιστήμιο St. Andrews τής Σκωτίας. Ό Μαυροφρύδης, στήν Εκλογή μνημείων τής νεωτέρας έλληνικής γλώσσης (τόμ. Α', 1866), έξέδωσε τά Προδρομικά ποιήματα καί άλλα κείμενα τής ύστεροβυζαντινής περιόδου (Σπανέα, Πόλεμο τής Τρωάδος, Βυζαντινά ίπτποτικά μυθιστορήματα, κ.ά.), ένώ ό Γιάνναρης μας έδωσε τήν πρώτη έπιστημονική έργασία γιά τόν Έρωτόκριτο (Περι Έρωτοκρίτου και του ποιητοΰ αύτοΰ. Ιστορική και κριτική και γλωσσική μελέτη μετά γλωσσάριου, 1889)1. Από τούς παλαιότερους έρευνητές ένδιαφέρθηκαν γιά τή μελέτη κειμένων τής νεοελληνικής λογοτεχνίας καί ορισμένοι εκπρόσωποι άλλων έπιστημονικών κλάδων. "Ετσι, ό Σάββας Ίωαννίδης (1831-1909), ό Αντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905), ό Παύλος Καρολίδης (1849-1930), ό Ανδρέας Σκιάς (18611922), ό Ιωάννης Βογιατζίδης (1877-1961), ό Δημήτριος Πασχάλης (18641944), ό Φαίδων I. Κουκουλές (1881-1956), ό Αντώνιος Χατζής (18831953), άσχολήθηκαν μέ τό άκριτικό έπος ή δημοσίευσαν άλλες σημαντικές φιλολογικές μελέτες2. Μέ τόν Στέφανο Σαχλίκη καί τόν Θεόδωρο Πρόδρομο 1. Γιά τούς δύο παραπάνω φιλολόγους βλ. Ν. Β. Τωμαδάκη, Κλεις της Βυζαντινής Φιλολογίας, ήτοι Εισαγωγή εις τήν Βυζαντινήν Φιλολογιαν, τόμ.. Α', έκδοσις τετάρτη, Ε κ δόσεις Π. Πουρναρα, θεσσαλονίκη 1993, σσ. 1 0 9 - 1 1 0 καί 86, άντίστοιχα. 2. Αναφέρω τό μνημειώδες έργο του Φ. I. Κουκουλέ Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός (6 τόμοι, 1948-1956), διότι ένδιαφέρει έξαιρετικά τόν νεοελληνιστή καί τόν γλωσσολόγο.
άσχολήθηκε ό Συνόδης Δ. Παπαδημητρίου (;-1922), καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τής Όδησσοΰ. Άπό τά εργα του γλωσσολόγου Γεωργίου Ν. Χατζιδάκι (1848-1941), τόν νεοελληνιστή ένδιαφέρουν ή Einleitung in die neugriechische Grammatik («Εισαγωγή στή νεοελληνική γραμματική»), Leipzig 1892, τά Άκαδημεικά αναγνώσματα (2 τόμοι, 1902-1904, 2 1924-1931), ιδίως τά Μεσαιωνικά και νέα ελληνικά (2 τόμοι, 1906-1907), οί έργασίες του γιά τόν Έμμ. Γεωργιλλα (1893) καί τά Προδρομικά ποιήματα (1897). Ό Χατζιδάκις έδειξε τήν άδιάσπαστη ένότητα τής έλληνικής γλώσσας (άρχαίας, μεσαιωνικής, νεώτερης) καί έθεσε πρώτος τις θεωρητικές βάσεις γιά τήν έπιστημονική μελέτη τής νεοελληνικής1. Έδώ μνημονεύεται καί ό μαθητής τοΰ Χατζιδάκι Αχιλλέας Τζάρτζανος (1873-1946), συγγραφέας τοΰ μεθοδικοΰ καί πολύτιμου γιά τόν νεοελληνιστή έργου Νεοελληνική Σύνταξις (1928, 2 1946-1953) καί τής Γραμματικής τής Νέας Έλληνικής Γλώσσης (1930, 2 1954). Έξάλλου ό ιστορικός Σπυρίδων, Π. Λάμπρος (1851-1919) έδωσε τή γνωστή έκδοση Collection de romans grées en langue vulgaiçe (1880) καί μελέτησε τό έργο τών ποιητών Ρήγα, Βηλαρα, Χριστοπούλου, Ζαλοκώστα καί Κρυστάλλη. Ιδιαίτερα μνημονεύεται τό δνομα τοΰ γλωσσολόγου νεοελληνιστή Γιάννη Ψυχάρη (1854-1929), πού ένδιαφέρθηκε γιά τή γλώσσα τών κειμένων τής δημώδους γραμματείας (Σπανέα, κ.ά.) καί έδωσε φιλολογικές μελέτες γιά έργα τής κρητικής λογοτεχνίας ( Ή Θυσία του 'Αβραάμ) καί γιά νεοέλληνες λογοτέχνες (Σολωμό, Παλαμα, κ.ά.)2. Αναφέρω έπίσης τόν άρχαιολόγο Στέφανο Ξανθουδίδη (1864-1928), ό όποιος δημοσίευσε φιλολογικές έργασίες γιά τό άκριτικό έπος καί γιά τούς Σαχλίκη, Άχέλη, Μπουνιαλή κλπ., έδωσε πολύ άξιόλογες γιά τήν έποχή του κριτικές έκδόσεις έργων τής άκμής τής κρητικής λογοτεχνίας ( Έρωτοκρίτου, 1915, Φορτουνάτου, 1922, Έρωφίλης, 1928) και έτοίμαζε τήν κριτική έκδοση τοΰ Ροδολίνου· τούς κλασικούς φιλολόγους Σίμο Μενάρδο (1872-1933), πού δίδαξε νεοελληνική γλώσσα και λογοτεχνία στήν 'Οξφόρδη καί δημοσίευσε, στό 1. Βλ. Γ. Μπαμπινιώτη, «Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις ( 1 8 4 8 - 1 9 4 1 ) . Ή συμβολή του στήν άποκατάσταση της γλωσσικής μας ταυτότητας καί στήν έπιστημονική σπουδή της έλληνικής γλώσσας», 'Αριάδνη, 1 ( 1 9 8 3 ) 2 9 4 - 3 0 7 (=Του Ιδιου, !Ελληνική γλώσσα. Παρελθόν - Παρόν -Μέλλον. Μελετήματα, διαλέξεις και άρθρα 1977-1993, Gutenberg, Αθήνα 1 9 9 4 [Γλωσσολογική Βιβλιοθήκη, 2], σσ. 55-75). 2. Πολλές έργασίες του Ψυχάρη πού ένδιαφέρουν τή νεοελληνική φιλολογία άναδημοσιεύτηκαν στούς τόμους Études de philologie néo-grecque, Paris 1892, καί Quelques travaux de linguistique, de philologie et de littérature hellénique, 1884-1928, Paris 1930. Γιά τή νεοελληνική γλώσσα βλ. τό δίτομο έργο του Essais de grammaire historique néo-grecque, Paris 1 8 8 6 - 1 8 8 9 .
288
ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΈς ΣΠΟΥΔΕΣ
περιοδικό Poetry Review, 18-19 (1927-1928), μελέτη γιά τούς έκπροσώπους της1, καί Ιωάννη Καλιτσουνάκη (1878-1966), πού δίδαξε βυζαντινή καί νεοελληνική φιλολογία στό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου (1949 κ.έ.), δημοσίευσε μελέτη γιά τόν λόγιο Ματθαίο Δεβαρή (1914) καί ένδιαφέρθηκε γιά τά κείμενα τής μεσαιωνικής γραμματείας (μελέτησε τά Προδρομικά ποιήματα, 1923, καί έξέδωσε τό Περι ξενιτείας ποίημα, 1930) 2 . Παρατηρήσεις σέ μεσαιωνικά κείμενα δημοσίευσε καί ό Αντώνιος Σιγάλας (1890-1981) 3 . "Οπως σημειώσαμε ήδη (Ειδικότερες τάσεις καί έκπρόσωποι), ένας άπό τούς σημαντικότερους προδρόμους τής νεοελληνικής φιλολογικής έπιστήμης είναι ό Κωστής Παλαμάς (1859-1943). Αναφερθήκαμε έπίσης στις κυριότερες τάσεις πού χαρακτηρίζουν τήν έπιστήμη αύτή μέσα στά χρόνια πού άριθμεϊ έως σήμερα καί τονίσαμε τόν προδρομικό ρόλο του Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937). Έδώ μπορούμε νά άναφερθουμε λεπτομερέστερα στούς πιο πρόσφατους καί στούς σημερινούς έκπροσώπους τής φιλολογικής κριτικής. Τά χαρακτηριστικά μιας συγκροτημένης φιλολογικής συνείδησης διακρίνουμε στό έργο του Ηλία Π. Βουτιερίδη (1874-1942), πού, κοντά σέ μιά χρήσιμη άκόμη Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας (2 τόμοι, 1924-1927), έδωσε καί άξιόλογες μελέτες σέ έπιμέρους θέματα τής λογοτεχνίας μας. Ή θέση τής Ιστορίας του μέσα στήν άργή διαδικασία διαμόρφωσης τής νεοελληνικής φιλολογίας εϊναι σοβαρή: άποτέλεσε τό πρώτο άρτιο έργο έπειτα άπό τις υποκειμενικά περιορισμένες σχετικές άπόπειρες τών Φαναριωτών του 19ου αιώνα καί τις οπωσδήποτε άντικειμενικότερες άλλά έπίσης άνεπαρκεϊς τών ξένων βυζαντινολόγων καί νεοελληνιστών — καί στάθηκε ή ικανοποιητικότερη άπό τις νεώτερες συνθέσεις έως τήν έμφάνιση τής «πρότασης» Δημαρά. Πρόκειται γιά άξιοσημείωτη περίπτωση «άνθρώπου τών γραμμάτων», πού μέσα άπό μιά συνάντηση λογοτεχνικών, δημοσιογραφικών καί ίστοριογνωστικών άσχολιών οδηγήθηκε βαθμιαία στήν κατάκτηση μιας εύρείας λογιότητας. — Μέ μιά μακροχρόνια καί πλουσιότατη δράση, ό Νίκος Α. Βέης (1883-1958) γεφυρώνει τή χορεία τών μεσαιωνολόγων καί πρώιμων νεοελληνιστών του υστέρου 19ου αιώνα μέ τούς έκπροσώπους τής ώριμης περιόδου τής νεοελληνικής φιλολογίας (χρήσιμος νεαρός άλληλογράφος του Legrand καί πολύτιμος δάσκαλος νεοελ1. Ό Μενάρδος άσχολήθηκε και μέ τούς Έμμ. Ροΐδη ( 1 9 1 8 ) καί Άριστ. Βαλαωρίτη (1927). Κατάλογο δημοσιευμάτων του Σίμου Μενάρδου (καταρτισμένον άπό τόν Ίω. Συκουτρή) βλ. στήν *Αθηνα, 45 ( 1 9 3 3 ) 318-330. 2. Βιβλιογραφία του Ίω. Καλιτσουνάκη βλ. στά Κρητικά Χρονικά, 7 ( 1 9 5 3 ) 21-35. 3. Βιβλιογραφία βλ. στου Μ. Κ. Χατζηγιακουμή, Τά μεσαιωνικά δημώδη κείμενα, σσ. 26-27 καί passim.
ληνιστών καί τής μεταπολεμικής γενιάς). Ή πολυσχιδής βυζαντινολογική συμβολή του συνδυάστηκε μέ έναν σημαντικό άριθμό δημοσιευμάτων πού άναφέρονται σέ θέματα άπό τήν πρωτονεοελληνική γραμματεία έως τόν Παλαμά και τούς συγχρόνους του καί πού ό μεθοδολογικός προσανατολισμός καί ή συγκρότησή τους μαρτυρουν τήν προσπάθεια του συγγραφέα νά μεταφέρει κυρίως τήν γερμανικού τύπου άναλυτική καί τεκμηριωμένη έρευνα άπό τά μεσαιωνικά καί στά νέα έλληνικά («Παρατηρήσεις εις τό Συναξάριον τών ευγενικών γυναικών και τιμιωτάτων αρχοντισσών», Έπετηρις Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», 9, 1906, 133-143* «Τό χειρόγραφον του Χρονικού του Γαλαξειδίου καί νέαι αύτου άναγνώσεις», ΠΑΑ, 19, 1944, 347-356* «Τά μαλώματα βουνών στά νεοελληνικά γράμματα κι' ό Βερολιναΐος πάπυρος 284», NE, 35, 1944, 50-56, 242-244 καί 355-341* «Τό 1Απάνθισμα Φυσικής (<Διά τούς άγχίνους και φιλομαθείς Έλληνας" του Ρήγα Βελεστινλή-Φεραίου καί ό βαρώνος von Langenfeld», Πραγματεϊαι τής 'Ακαδημίας 'Αθηνών, τόμ. 23/1, 1957, 1-10* «Κάλβου έργα κάί ήμέραι έν Ελβετία», Πραγματεϊαι τής 'Ακαδημίας 'Αθηνών, τόμ. 23/2, 1958, 1-24* «Καλβικά μελετήματα», NE, 42, 1947, 12241230,1315-1321,1379-1385 καί 1450-1459* « Ή καταγωγή τών στίχων του Σολωμού "'Απ' τά κόκκαλα βγαλμένη τών Ελλήνων τά ιερά"», NE, 27, 1940, 336-344* «Γύρω στο σολωμικό έπίγραμμα τών Ψαρών», NE, 38, 1945, 1086-1095* «Έμμετρα κείμενα Στ. Α. Κουμανούδη», ΑΘΑΓΘ, 14, 1947-48, 305-347* «Ρωμανός ό Μελωδός καί Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», NE, 30, 1941, —'Αφιέρωμα στόν Παπαδιαμάντη— 29-33* «Αί Δάφναι του Παύλου Νιρβάνα. Κρίσεις περί αύτών καί ό Κωνσταντινος-Καισάριος Δαπόντες», NE, 23,1938, 367-375* «Παλαμικά (1895-1903)», NE, 34,1943 — Αφιέρωμα στόν Παλαμά—, 27-112* «Βιογραφικά-Ερμηνευτικά [στόν Μαλακάση]», NE, 33, 1943, 647-669 καί 819* «Γρυπαρικά. Αναμνήσεις, άναγνώσματα, έρευναι», NE, 32, 1942, 604-620* βλ. καί 747-749) 1 . Στις έργασίες του Βέη εϊναι έμφανές τό πάθος γιά τήν προβολή τής πραγματολογικής λεπτομέρειας καί κυριαρχεί γενικότερα ένας συσσωρευτικός καί σύμμεικτος ίστορισμός, ένώ άπουσιάζει άπό αύτές ή καθαυτό σύνθεση. Αλλά τά δύο πρώτα γνωρίσματα δέν συνιστουν μειονέκτημα, άν κριθούν μέσα στά πλαίσια μιας εποχής όπου ήταν άναγκαία ή στροφή τών νεοελληνικών σπουδών στήν τεκμηρίωση καί στήν άκριβή περιγραφή καί αν συνεκτιμηθούν μέ τήν ιστοριογνωστική πρωτοτυπία πού χαρακτηρίζει τό όλο συγγραφικό έργο του. Γιατί καλ1. Μία βαθμιαία συγκεντρωτική έκδοση τών μελετών του Βέη κατά θεματικές ένότητες δχι μόνο θά διευκόλυνε τή χρήση τους άλλα καί, κατεξοχήν στήν περίπτωση του, θα έκανε έναργέστερη τήν εικόνα τής συμβολής του.
λιέργησε προδρομικά τήν πάντα άπαραίτητη άναλυτική θεώρηση του άντικειμένου, προσέφερε ή κατέγραψε πολύτιμο ύλικό στον χώρο κυρίως τών μεσαιωνικών σπουδών (έργο πού λειτούργησε εύεργετικά ώς παράδειγμα γιά τή νεοελληνική φιλολογία) καί ένίσχυσε δλους τούς τομείς τών άσχολιών του μέ αναρίθμητες έρευνητικές παρατηρήσεις. Επιμένοντας, έξάλλου, στήν ένότητα βυζαντινών καί νεοελληνικών σπουδών, μέ σαφή άπόκλιση τοΰ προσωπικού ένδιαφέροντός του προς τό πρώτο σκέλος άλλά χωρίς τάσεις περιορισμού τοΰ δεύτερου (δπως μαρτυρεί έμμεσα καί τό έργο τών νεοελληνιστών μαθητών του), συνέβαλε στή διαμόρφωση μιας δημιουργικής άντίληψης τής σχέσης τών τομέων αύτών. Ό πρώτος καθηγητής τής νεοελληνικής φιλολογίας στή Φιλοσοφική Σχολή τοΰ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης1 Γιάννης Μ. Αποστολάκης (1886-1947) ένδιαφέρει άπό πολλές ούσιαστικές άπόψεις τήν ιστορία τής έπιστήμης αύτής — καί καταρχήν γιατί ό προσδιορισμός τοΰ περιεχομένου τής σχετικής έδρας και ή έπιλογή τοΰ συγκεκριμένου προσώπου έγκαινιάζουν τήν ακαδημαϊκή άναγνώριση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας ώς αύτοτελοΰς άντικειμένου σπουδών. 'Οπωσδήποτε, οί δύο άντιθετικά οριακές κριτικές θέσεις του, δηλαδή ή άποκλειστική έξαρση τοΰ Σολωμού και τοΰ δημοτικού τραγουδιοΰ καί ή διαγραφή τοΰ Παλαμα, δέν άνταποκρίνονται στήν πραγματικότητα τών πνευματικών μας άξιών καί δέν βοηθοΰν στή διαμόρφωση άντικειμενικών κριτηρίων, δσο αύτό θά ήταν δυνατό στό αισθητικό έπίπεδο. Παράλληλα, ώστόσο, έχουμε μιά σπάνια περίπτωση άφοσίωσης στήν ιδέα τής ποίησης άπό άνθρωπο πού δέν άσκοΰσε ό ίδιος τήν ποιητική τέχνη και μιά ήθική συνείδηση πού άντιστάθηκε δικαιολογημένα σέ πολλά άρνητικά φαινόμενα τής νεοελληνικής πραγματικότητας. Ένώ ή προσεκτική μελέτη τοΰ συγγραφικού έργου του άποκαλύπτει τις διαστάσεις μιας σημαντικής συμβολής. Παρά τις άκραϊες άξιολογικές άπόψεις καί τήν έντονότατα ίδανιστική προδιάθεσή του, ή ικανότητα διεισδυτικής κατανόησης τής ποίησης και ό σύνθετος στοχασμός του τοΰ έπέτρεψαν νά προσφέρει μιά σειρά ιδιαίτερα άξιόλογων μελετών, πού κατέχουν πάντα σημαντική θέση μέσα στή βιβλιογραφία τών άντιστοιχων θεμάτων. Καί μολονότι λείπει άπό αύτές τό παραδοσιακό ίστορικοφιλολογικό περίγραμμα —πού τό άποστρεφόταν ώς άπλό σχολαστικισμό—, ή έσωτερική τεκμηρίωση τής σκέψης του, μέ τήν άναφορά στή λογική τών ίδιων τών λογοτεχνικών κειμένων, παρέχει στις προτάσεις του έναν γνήσια καί πρωτοποριακά έπιστημονικό χαρακτήρα. Σημειώνουμε πρώτα 1. Βλ. γενικότερα Π. Σ. Πίστα, « Ή νεοελληνική φιλολογία στό Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Μία άκόμη "σχολή θεσσαλονίκης";)», Τό Δέντρο, Περ. Γ', τευχ. 17-18 (Δεκ. '85 Ίαν. '86) Αφιέρωμα: Λόγος και ποιητική για τή σύγχρονη Θεσσαλονίκη, σσ. 23-27.
τή συγκρότηση μιας ρωμαλέας ποιητικής θεωρίας, πού πραγματοποιείται κυρίως σέ ένα έκτενές τμήμα του βιβλίου του Ήποίηση στή ζωή μας 01923, 2 1958* κεφ. Α': «Εισαγωγή», σσ. 7-21, καί Β': « Ή Συλλογή», σσ. 22-80) καί ολοκληρώνεται μέ τόν διάχυτο σέ δλα τά έργα του σχετικό προβληματισμό. Οί έπιρροές του γερμανικού ιδεαλισμού καί του άγγλικου ρομαντισμού άπορροφώνται δημιουργικά σέ ένα κείμενο πού διακρίνεται άνάμεσα στις αισθητά λίγες άνάλογες έλληνικές συνθέσεις τής έποχής του. Ή συστηματική μελέτη του Σολωμού (Ήποίηση στή ζωή μας, δ.π., σσ. 81-272, καί Τά τραγούδια μας, 1934, 2 1967, σσ. 5-290* βλ. καί, άντιθετικά, στό ίδιο: «Κάλβος», σσ. 291365, καί 3Αριστοτέλης Βαλαωρίτης. Αισθητική μελέτη, 1936) υποδεικνύει πλείστες δψεις τής καθαυτό ποιητικότητας του έργου του καί παρέχει ένα οργανικό σχήμα τής έξέλιξης του ποιητή άπό τή μορφολογική έπάρκεια στή βαθύτερα πνευματική μετάπλαση τών βιωμάτων του καί στήν άναγωγή τών ιδεών του σέ μιά σύνθεση πού ένοποιεί τό αισθητικό μέ τό ήθικό. Πρόκειται γιά εύρύτατη καί σοβαρή πρόταση άνάγνωσης ένός σπουδαίου ποιητή, μέ θέσεις πού καταφανώς μαρτυρούν τήν ικανότητα μέθεξης στον κόσμο τών κειμένων καί άνοίγουν ορίζοντες έρμηνευτικου διαλόγου. Ή άσχολία του Αποστολάκη μέ τό δημοτικό τραγούδι καινοτομεί έπίσης στήν περιοχή αύτήν, μέ τήν έφαρμογή μιας γόνιμης μεθόδου πού συνδέει τά αισθητικά κριτήρια μέ τήν έπιστημονική αύστηρότητα. Άπό τούς μεταγενέστερους νεοελληνιστές, μάλιστα, ίσως οί περισσότεροι δέχονται δτι, άπό τήν άποψη τής τεκμηρίωσης καί τής μεθοδολογικής συνοχής, οί έργασίες του του δεύτερου αύτου κύκλου εϊναι ισχυρότερες άπό τις σολωμικές. Ή άπολυτοποίηση τών άρετών του λαϊκού ποιητικού λόγου δέν έμποδίζει τόν συγγραφέα νά συλλάβει πραγματικές ιδιαιτερότητές του καί νά κρίνει σύμφωνα μέ αύτές τήν εγκυρότητα του κειμένου πού παρέχουν οί σχετικές συλλογές, προχωρώντας μέσα άπό τήν κριτική στήν έκθεση πλούσιων πορισμάτων πού άφορουν στήν δλη ποιητική τών τραγουδιών (Τά δημοτικά τραγούδια. Μέρος Α' Οί Συλλογές, 1929· «Τό τραγούδι τής Άγιά-Σοφιάς», ΕΕΦΣΠΘ, 5, 1940, 3-15 [άνάτυπο: 1939]· Ή συλλογή του Αραβαντινοϋ (Τό κλέφτικο τραγούδιΧ 1941· Τό κλέφτικο τραγούδι. Τό πνεύμα κ*ή τέχνη του, 1950* καί, άντιθετικά: ΌΚρυστάλλης και τό δημοτικό τραγούδι, 1937). Τό έργο του Αποστολάκη υπηρετεί τήν ούσιαστική μελέτη τής ποίησης, συμβάλλει άμεσα καί έμμεσα στήν ώρίμανση τής έλληνικής φιλολογικής σκέψης καί γίνεται δραστικότερο, στον βαθμό πού άφομοιώνεται κριτικά άπό τούς έπόμενους μελετητές τών ίδιων άντικειμένων. Καί μία Ιδιαίτερη εύεργετική συνέπειά του εϊναι δτι ύπενθυμίζει διαρκώς στήν πανεπιστημιακή φιλολογία τις σοβαρές υποχρεώσεις της άπέναντι στή λογοτεχνία. — Σχετικά πρώιμη άντίληψη τής σημασίας τών φιλολογικών έρευνών στον εύρύτερο χώρο τής νεοελληνικής παιδείας άντιπροσω-
πεύουν οί μελέτες του Φάνη Μίχαλόπουλου (1895-1960), που επιτυχημενα αντιμετώπισε θέματα άπό τήν έλληνική λογιοσύνη τής τουρκοκρατίας (Τά Γιάννενα κι ή νεοελληνική άναγέννηση (1648-1820), 1930). Μία Βιογραφία του Σολωμού, πού δημοσίευσε ό Μιχαλόπουλος κατά τόν έπόμενο χρόνο (1931), δέν κρίθηκε εύνοϊκά άπό τούς ειδικούς. — Ένας άλλος λόγιος, ό Πέτρος Π. Καλονάρος (1895-1959), άσχολήθηκε περισσότερο μέ έκδοτικές έργασίες (τό 1940 εξέδωσε τό Χρονικόν του Μορέως καί τό 1941 τό έπος Βασίλειος Διγενής Ακρίτας). Ή έξαιρετικά προηγμένη έπιστημονική συνείδηση του Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937) του έπέτρεψε νά συνδυάσει τό κύριο έργο του ώς κλασικού φιλολόγου μέ ένα καρποφόρο ένδιαφέρον γιά τό άντικείμενο καί τήν πορεία τής νεοελληνικής φιλολογίας. Ή εύρύτητα τών οριζόντων του γίνεται φανερή ήδη στις διεξοδικές καί συνεκτικές προτάσεις του γιά τίς άναγκαΐες έργασίες ύποδομής («Ή βιβλιογραφία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας», Ιόνιος 1Ανθολογία, 7, 1933, 84-87, 133-136, καί 8, 1934, 57-58 = Μελέται και νΑρθρα, 1956, 2 1982, σσ. 319-328, «Κριτικαί έκδόσεις νεοελληνικών λογοτεχνημάτων», NE, 18, 1935, 990-1000 = δ.π., σσ. 420-435). Τή γενικότερη μεθοδολογία τής νεοελληνικής φιλολογίας ένδιαφέρουν οί παρατηρήσεις του στό ζήτημα τής διδακτικής τών νεοελληνικών κειμένων καί ή συστηματική καί ιστορική θεώρηση τών διαστάσεων του όλου γραμματολογικού έργου («Ή διδασκαλία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας», NE, 11,1932, 398-403 καί 460-468 = δ.π., σσ. 240256, «Γραμματολογία», ΜΕΕ, 8, 1929, 675γ-686α = δ.π., σσ. 128-171). Στόν χώρο τής έρμηνείας, μία συμβολή διεισδυτικοί) στοχασμού παρέχεται μέ τό μελέτημα «Ό Δωδεκάλογος του Γύφτου του Κ. Παλαμά. Δύο διαλέξεις» (Τά Νέα Γράμματα, 2,1936, 464-574 = δ.π., σσ. 436-515), πού παραμένει ή συνθετικότερη σπουδή του κειμένου αύτου καί αϊρει στήν πράξη τή γνωστή περιοριστική διάκριση «φιλολογικής» καί «λογοτεχνικής» κριτικής. Ή άνετη, τέλος, καί λογικά άναγκαία άναγωγή τής σκέψης του στό θεωρητικό έπίπεδο έκφράζεται κατεξοχήν μέ τό λαμπρό κείμενο του «Φιλολογία καί Ζωή» (ΑΦΘΕ, 2, 1930-1931, 399-444 = δ.π., σσ. 210-239), μιάν άπό τίς δυναμικότερες έλληνικές συμβολές στή γενική θεωρία τής φιλολογίας, όπου μέ διαλεκτική ώριμότητα ορίζονται στόχοι πού κρίνουν τίς δυνατότητες όχι μόνο τής έποχής του συγγραφέα άλλά καί τής δικής μας. Ή έπίγνωση τής άπεριόριστης προοπτικής τής έπιστημονικής έργασίας καί ό συνδυασμός τής αύστηρότητας μέ τόν γόνιμο ένθουσιασμό οδήγησαν τόν Συκουτρή σέ μιάν υποδειγματικά ολοκληρωμένη άντίληψη του φιλολογικού έργου, στήν έμπρακτη άπόδειξη τής δημιουργικότητας του τελευταίου καί σέ μιάν άνανεωμένη σύλληψη του παιδευτικοί) αποτελέσματος του. Οί άντιστάσεις πού συνάντησε στό άκαδημαϊκό περιβάλλον του
πιστοποιούν γενικότερες πνευματικές και ήθικές άνεπάρκειες τής νεοελληνικής κοινωνίας, ένώ ή άμεση διεθνής άναγνώριση καί ή ισχυρότατη έπιβίωση του έργου του συνιστούν άπό τήν έποχή του έως σήμερα ένθαρρυντικά κίνητρα γιά τήν έκάστοτε νέα γενιά τών έπιστημόνων. Αρχίζοντας τό έργο του μέσα σέ άκαδημαικά πλεονεκτικές συνθήκες, ό Γεώργιος Θ. Ζώρας (1908-1982) άφιέρωσε τήν πλούσια κατάρτιση καί τή μεθοδικότητά του σέ μιάν εύρύτατη άσχολία μέ τά παλαιότερα νεοελληνικά κείμενα και μέ τήν έπτανησιακή λογοτεχνία. Καθηγητής τής νεοελληνικής γλώσσας καί λογοτεχνίας στό Πανεπιστήμιο τής Ρώμης (1931-1940 καί 1956-1979) και τής μεσαιωνικής και νεώτερης έλληνικής φιλολογίας στό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1942-1968), συνθέτει πρώιμα στά ιταλικά μιάν έπισκόπηση τής νεοελληνικής ποίησης άπό τό δημοτικό τραγούδι και τά πρώτα κρητικά κείμενα έως τούς μεταπαλαμικούς, σέ πέντε τεύχη (Lezioni di lingua e letteratura neo~ greca, 1934-1938), πού προσδιορίζουν και τό διάγραμμα τών ένδιαφερόντων πού θά άναπτυχθουν συστηματικά στή συνέχεια. Σημειώνουμε τή μακρά σειρά τών έκδοτικών έργασιών, πού κατά κανόνα παρουσιάζουν νέες παραλλαγές τών κειμένων και συνοδεύονται άπό ύπεύθυνες εισαγωγές (Ό Πουλλολόγος, 1956 και i960* Μαρίνου Φαλιέρου, Ρίμα παρηγορητική, 1956, και Ιστορία και δνειρον, 1961* Τζάνε Βεντράμου, Ιστορία φιλαργυρίας μετά τής περηφανίας, 1956* ΌΠωρικολόγος, 1958· Ιστορία τοΰ Πτωχολέοντος, 1959* Πένθος θανάτου, ζωής μάταιον και προς Θεόν επιστροφή, 1970* βλ. καί τήν άνθολόγηση Βυζαντινή ποίησις [1000-16ος αι.], «ΒΒ» άριθ. 1, 1956) και τις έρευνητικές μελέτες του σέ θέματα τής ίδιας περιόδου (Μελετήματα περί τάς πηγάς τής «Θυσίας τοΰ Αβραάμ», 1945* Ή ξενιτεία έν τή έλληνική ποιήσει, 1953* Θέματα μεσαιωνικής και νεοελληνικής φιλολογίας, 1977). Ιδιαίτερα σημαντική στάθηκε ή προσφορά του στή φιλολογική καί ιστορική πλαισίωση τοΰ έργου τοΰ Κάλβου, μέ διαφωτιστικές έρευνες καί έπιμελημένες έκδόσεις, πού συνδυάστηκαν δημιουργικά μέ ανάλογες έπιδόσεις κυρίως Ιταλών νεοελληνιστών καί έδωσαν διεθνείς διαστάσεις στό έπιστημονικό ένδιαφέρον γιά τόν ποιητή (Andrea Calbo, Opere italiane: Teramene, Le Danaidi e scritti minori, 1938* Ανδρέου Κάλβου, Πολεμικαι διατριβαί. ("Αγνωστα δοκίμια τοΰ ποιητοΰ τών «Ωδών»), 1957* 'Ανδρέας Κάλβος. Βιογραφία - Έργογραφία - Πρώτες κριτικές - Αι Ώδαί, i960* Κάλβου: 'Ωδαί' μετά της πρώτης γαλλικής μεταφράσεως ύπό St. Julien και Pauthier de Censay, 1962· Νέα καλβικά, 1970). Άλλά οί πολύ εύρύτερες έρευνες του στον τομέα τής πνευματικής ιστορίας τών Έπτανήσων (παράλληλα μέ συγκεντρωτικές παρουσιάσεις προσώπων και άνθολογήσεις κειμένων: Ποίησις xai πεζογραφία τής Επτανήσου, «ΒΒ» άριθ. 14, 1953) άποθησαυρίζονται προπαντός στούς έξι ογκώδεις τόμους τών Επτανησιακών μελετημάτων (1959-
1980), δπου παρέχονται άπαντήσεις σέ γραμματολογικά έρωτήματα, έξετάζονται ένδιαφέρουσες σχέσεις προσώπων καί άποσαφηνίζονται ίστορικοκοινωνικά δεδομένα πού ένδιαφέρουν τις συνθήκες τής λογοτεχνικής δημιουργίας. Ή ένασχόληση του συγγραφέα καί μέ γενικότερα θέματα ιστορίας του βυζαντινοί) καί του νεώτερου ελληνισμού βρήκε τή μορφή της σέ άρκετές έργασίες πού μελετούν ή έκδίδουν κείμενα ιδεολογικού χαρακτήρα καί άρχειακά έγγραφα1. Ό Ζώρας ένδιαφέρθηκε ιδιαίτερα γιά τή σαφήνεια στήν έκθεση τών δεδομένων κάθε λογοτεχνικής περιόδου καί γιά τήν κάλυψη τών γνωστικών κενών μέ τήν προσφορά νέου ύλικου κειμένων καί συμπληρωματικών μαρτυριών. Ήέπιστημονική καί ή γενικότερη μετριοπάθεια, ή άθόρυβη σοβαρή έργασία καί ή καλλιεργημένη συνείδηση του πανεπιστημιακού άποτυπώθηκαν αισθητά σέ δλα τά δημοσιεύματά του. — Ό καθηγητής τής βυζαντινής φιλολογίας Νικόλαος Β. Τωμαδάκης (1907-1993) δημοσίευσε άπό τά πολύ νεανικά του χρόνια ποικίλες γλωσσοφιλολογικές καί γραμματολογικές δοκιμές, συμμετέχοντας στή διαμόρφωση του κλίματος μέσα στό όποιο γίνονταν συνειδητά τά έπιστημονικά desiderata τών νεοελληνικών σπουδών. Άπό τή διεξοδική άσχολία του μέ τόν Σολωμό προέκυψε καί ή πρώτη διδακτορική διατριβή σέ θέμα τής νεώτερης έλληνικής λογοτεχνίας ( Εκδόσεις καί χειρόγραφα του ποιητοϋ Διονυσίου Σολωμού, 1935). 'Ένα σχέδιο «κριτικής έκδοσης» του ποιητή, πού προκάλεσε τότε πολλές συζητήσεις, τελικά δέν πραγματοποιήθηκε, άλλά άναζωπύρωσε τό ένδιαφέρον γιά τις σολωμικές έρευνες καί οί προβληματισμοί πού προκάλεσε στούς ομοτέχνους του συγγραφέα καί στον ίδιο τροφοδότησαν άμεσα ή έμμεσα τή μεταγενέστερη βιβλιογραφία. Ή τελευταία έκτενής έργασία του στον χώρο αύτόν (Διονύσιος Σολωμός [Εισαγωγή καί έλληνικό έργο του ποιητή], «ΒΒ» άριθ. 15, 1954) περιέχει καί μιάν άναλυτική έρμηνευτική πρόταση, άξιοσημείωτα προσωπική. Στό μεταξύ, μέ πολυδύναμη έρευνητική έφεση καί έξαιρετική έργατικότητα, ό συγγραφέας στράφηκε στήν κυρίως βυζαντινή γραμματεία καί σέ θέματα τών περιόδων μετά τήν Άλωση, δπου προέχουν οί μεταβυζαντινοί χαρακτήρες (Σύλλαβος βυζαντινών μελετών και κειμένων, 1961* Κλείς της βυζαντινής φιλολογίας, 41993* Ή βυζαντινή ύμνογραφία και ποίησις, 31965* Βυζαντινή επιστολογραφία, 3 1969-1970 (τά τρία τελευταία έργα συγκροτουν τήν Είσαγωγήν εις τήν βυζαντινήν φιλολογίαν, κοινόν υπότιτλο τών τόμ. Α'-Γ')* 1. Ai προ καί μετά την Άλωσιν διαμορφωθεΐσαι ίδεολογικαϊ καί πολιτικαί κατευθύνσεις, 1953* Γεώργιος ο Τραπεζούντιος και αί προς έλληνοτουρκικήν συνεννόησιν προσπάθειαι αύτοΰ (Ή «Περί τής τών Χριστιανών πίστεως» ανέκδοτος πραγματείαΧ 1954* Έγγραφα του Αρχείου του Βατικανού περι της \Ελληνικής Επαναστάσεως, Α' 1820-1826, 1979, Β' 1827-1828, 1986, Γ 1 8 2 9 - 1 8 3 0 , 2005· Έγγραφα του Αρχείου Χάγης περί της Έλληνικής Επαναστάσεως, 1991.
Μεταβυζαντινά φιλολογικά, 1965* Miscellanea Byzantina-Neohellenica, 1972). Ένώ άσχολήθηκε παράλληλα καί άδιάπτωτα μέ ζητήματα έκκλησιαστικής ιστορίας ιδίως τής Κρήτης, άλλά καί πολιτικής ιστορίας του νησιού, μέ τους λογίους τής Τουρκοκρατίας, μέ τόν έλληνισμό τής Διασποράς, μέ τις ήθικές καί πνευματικές συνιστώσες του Αγώνα τής Ανεξαρτησίας καί μέ τά πεπραγμένα καί τις προοπτικές τών έπιστημονικών τομέων που τόν ένδιέφεραν, άφιερώνοντας στά πεδία αυτά πλείστες εκτεταμένες πραγματείες, έκδοτικές συμβολές καί μικρότερα μελετήματα καί άρθρα — χωρίς νά άποσυνδεθεΐ άπό τή νεοελληνική φιλολογία. Συνεισέφερε παρατηρήσεις στήν ιδια τήν πορεία τής έπιστήμης αυτής και στή σχέση της μέ τήν έξωακαδημαϊκή κριτική, στόν Βηλαρά, στόν Κάλβο, στόν Παπαδιαμάντη, στόν Κονδυλάκη καί στόν Παλαμά (Νεοελληνικά, Α', 1953, Β', 1983, καί Γ , 1992* !Απανθίσματα. Γραμματολογικά και βιογραφικά της νέας έλληνικής λογοτεχνίας, 1962). ΌΤωμαδάκης, συνεχίζοντας τήν παράδοση τών χαλκέντερων «ίστορικοφιλολόγων», άφοσιώθηκε στήν έρευνα, στή συγγραφή καί στή διδασκαλία μέ άσκητική φιλοπονία άλλά καί περιπαθή προσωπική σύνδεση μέ τό άντικείμενο* και έδωσε ένα έπιβλητικό «πολυκεντρικό» εργο, του τύπου πού σήμερα σπανίζει. Ένώ δηλαδή υπάρχει ή άναγκαία έπιστημονική εξέλιξη, παρατηρούμε ότι αύτή δέν καταλήγει όσο θά έπρεπε συχνά σέ νέα σύνολα ισοδύναμου «έκτοπίσματος». Προσωπικότητα πολλαπλής παιδείας καί μέ ισχυρή ροπή προς τόν συνδυασμό τής έρευνας μέ τόν θεωρητικό στοχασμό, ό Κ. θ. Δημαράς (1904-1992) θά διαγράψει άπό τις άρχές τής δεκαετίας του '30 ώς τις μέρες μας μιάν έπιστημονική τροχιά πού θά άποβει καθοριστική γιά τήν όλη έξέλιξη τής νεοελληνικής φιλολογίας. Μέ μιά «καθαρά» έπιστημονική συνείδηση καί μέ ένα έργο σπάνιου ποιοτικού διαμετρήματος, πού παρείχαν στή δράση του ένδογενή πληρότητα καί, ούσιαστικά, τόν τοποθετούν «ύπεράνω σταδιοδρομίας», συνιστά ένα άπό τά σπουδαιότερα σημεία άναφοράς όχι μόνο τής φιλολογίας άλλά καί τής συνολικής έπιστήμης στή νεώτερη Ελλάδα. Ή πρώτη περίοδος τής συμβολής του καλύπτεται κυρίως άπό πρωτότυπες συνεισφορές στήν κριτική, στή θεωρία τής λογοτεχνίας καί στήν ιστορία τής κριτικής, μέ έγκαιρη άξιοποίηση καί μιας συγκριτικής οπτικής πού έντάσσει τή νεοελληνική λογοτεχνία στά οργανικά εύρωπαϊκά της πλαίσια («Μερικές πηγές τής καβαφικής τέχνης», Ό Κύκλος, 2, 1932, 69-86 = Κ. Θ. Δημαράς, Περι Καβάφη, 23-48, « Ή "ήθοποιία" του Καβάφη», NE, 14, 1933, 764-767 1 = Περι Καβάφη, 59-66, Έπτά κεφάλαια γιά την ποίηση, 1935 = Τά Νέα Γράμματα, 1, 1935, 273-285 καί 367-383, καί 1. Βλ. καί « Ή τεχνική τής έμπνευσης στά ποιήματα του Καβάφη. Έ ν α δοκίμιο έρμηνείας», Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 13 (1956) 97-102 (= Του ίδιου, Περι Καβάφη, 127-139).
εμπλουτισμένη μορφή: Δοκίμιο γιά την ποίηση, 1943 — 2 1990, «μέ ένα σχόλιο του 1990»—, «Δημοτικισμός καί κριτική. Δοκίμιο συνθέσεως», NE, 26, 1939, 1498-1511). Ή άσχολία αύτή θα έπιστεγαστεΐ μέ μιά προβληματισμένη μελέτη γιά τόν Παλαμα, πού τά κεφάλαιά της έξετάζουν όψεις του θεμελιώδους δυαδισμου τής παλαμικής ποιητικής (Κωστής Παλαμάς. Ή πορεία του προς τήν τέχνη, 1947, 2 1989). Αντιλαμβάνεται ωστόσο κατά τήν ίδια περίοδο τήν άνάγκη όχι μόνο τής συστηματικής έμβάθυνσης στά λογοτεχνικά κείμενα, άλλά καί τής διεύρυνσης του άντικειμένου του τομέα του, ώστε νά συλληφθεί έποπτικά τό πολυεδρικό φαινόμενο τής νεοελληνικής «παιδείας». Προχωρεί έτσι στήν «έσωτερική» άνακάλυψη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, μέ προσωπικές άναγνώσεις και έρευνες, οί όποιες στή συνέχεια πολλαπλασιάζουν καί προπαντός διαφοροποιούν ποιοτικά τις έως τότε περιορισμένες καί συνήθως ούδέτερες γνώσεις τής έρευνας στόν χώρο αύτόν. Τό πρώτο μείζον άποτέλεσμα όλων αύτών τών διευρύνσεων καί άναθεωρήσεων έρχεται τό 1948-1949 μέ τήν Ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας — έργο πού έκτοτε συνοδεύει τις περισσότερες γενικές καί ειδικές άναζητήσεις τής νεοελληνικής φιλολογίας, ώς σημείο συμβουλευτικής καί διαλογικής άναφοράς. Καί ίσως τό γνώρισμά του, πού κυρίως καλεί προς τή διαρκή οικείωση, εϊναι ή έκφραστική του ιδιαιτερότητα: τό continuum τής νεοελληνικής λογοτεχνίας «άπό τις πρώτες ρίζες ώς τήν εποχή μας» άποδίδεται μέ άπεικονιστικό βάθος χάρη σέ μιά συναίρεση έπιστημονικου καί άφηγηματικου λόγου, πού άνασυνθέτει τό άντικείμενο τήν ιδια στιγμή πού τό προάγει καί έρευνητικά. Πρόκειται γιά ένα κατεξοχήν συνειδητό σχήμα έρμηνείας τής έξέλιξης τών νεοελληνικών γραμμάτων, μέ εύέλικτους συσχετισμούς του μερικού προς τό ολικό καί τών κορυφώσεων προς τις μέσες τάσεις, μέ έμφαση σέ περιόδους και ζητήματα πού ή σημασία τους προκρίνεται καί μέ άποτιμήσεις πού εϊτε ένισχύουν μέ νέα έπιχειρήματα τήν κατάφαση του καθιερωμένου, ειτε καί, σέ κάποιες σοβαρές περιπτώσεις, τό άμφισβητουν ή τό περιστέλλουν. Τό βιβλίο άφομοιώνει ύποδειγματικά τήν έως τότε φιλολογική παράδοση καί ταυτόχρονα τήν προάγει δυναμικά — γνώρισμα δημιουργικής έγκυρότητας. Άλλά τό σημαντικότερο, ίσως, άπό τή γενική άποψη τής φιλολογικής θεωρίας καί πρακτικής, εϊναι ότι ό συνδυασμός τής ιστορικής μέ τήν άξιολογική σκέψη του συγγραφέα φθάνει σέ ένα πολύ προωθημένο όριο άπόδοσης. Τό συγκεκριμένο άποτέλεσμα, χωρίς βέβαια νά δεσμεύει τούς μεταγενέστερους προβληματισμούς του Δημαρά έπάνω στο ίδιο ζήτημα, συνιστά τήν άρτιότερη, σέ μείζονα κλίμακα, έμπρακτη άπάντησή του στο πρόβλημα τής συνδιαλλαγής του άντικειμενικου μέ τό ύποκειμενικό κατά τήν ιστορική θεώρηση τής λογοτεχνίας. Ή συνθετική αύτή έκθεση «άναλύεται» μεταπολεμικά σέ νέες μεθοδευμένες σειρές έρευνών έπάνω σέ φαινόμενα παιδείας κυρίως του 18ου καί του 19ου
αιώνα, πού συγκεφαλαιώνονται στά άντιθετικά άλλά καί σέ πλείστα σημεία τους διασταυρούμενα ρεύματα τοΰ Διαφωτισμοΰ καί τοΰ Ρομαντισμοΰ (οί βασικές συμβολές συγκεντρωμένες στούς τόμους: Φροντίσματα, Α', 1962* La Grèce au temps des Lumières, 1969* Νεοελληνικός Διαφωτισμός, 1977* 'Ελληνικός Ρωμαντισμός, 1982* Ιστορικά Φροντίσματα, Α' Ό Διαφωτισμός και τό κορύφωμά του, 1992* Σύμμικτα, Γ': Περί Καβάφη, 1992* Σύμμικτα, Α': 9Από την παιδεία στη λογοτεχνία, 2000). Στις έργασίες αύτές ή ιστορική κατανόηση της νέας έλληνικής παιδείας ένισχύεται μέ τις «διαδοχικές προσεγγίσεις» τών θεμάτων καί ή πορεία της ιχνηλατειται μέσα άπό τήν έπισήμανση τών μέγιστων «πυκνώσεων», πού καθιστοΰν ένα φαινόμενο άντιπροσωπευτικό, καί τών πρώιμων άντιδράσεων πού έτοιμάζουν τή διαδοχή του, τών άνακαινιστικών τάσεων καί τών «άνασχέσεών» τους, τής μερικής έπιτυχιας τοΰ έπαναστατικοΰ άλλά καί τής «άκίνδυνης» άπορρόφησής του μέσα στό παραδεδομένο, μέ τή διαδικασία τών «τελεσφόρων συγκερασμών». Εύλογα, ή ιστορία τής παιδείας έχει έπεκταθει στήν «ιστοριά'τών ιδεών», πού άν^ανακλα άμεσότερα τήν δλη κοινωνική έξέλιξη. Στήν ιδια φάση έντοπίζεται καί μία περαιτέρω τροπή τών ένδιαφερόντων τοΰ Δημαρα, δηλαδή ή βαθμιαία μετακίνησή του άπό τή μελέτη τής εντονότερα προσωπικής πνευματικής δημιουργίας στήν άνίχνευση τών πηγών πού τεκμηριώνουν τις συλλογικές τάσεις καί έκφράζουν τούς «μέσους δρους» καί στήν έξέταση τών θεσμικών φορέων, τών ύλικών μέσων καί τών τεχνικών διαδικασιών τής παιδείας (χαρακτηριστικό κατευθυντήριο κείμενο: Γιά μιά εθνική άπογραφή, 1963). Μέσα στον πρόσφορο χώρο τοΰ «Κέντρου Νεοελληνικών Ε ρευνών» (τοΰ Ε.Ι.Ε.) προωθούνται έργασίες προς τις κατευθύνσεις αύτές, μέ βασική, άλλά οχι άποκλειστική, μορφή συμβολής τήν καταγραφή τοΰ νεοελληνικού έντύπου. Τό σημαντικότερο εϊναι δτι οί ποσοτικές έρευνες παράγουν ποιοτικά συμπεράσματα, ένώ δ,τι άρχισε μέ τήν κριτική καί τήν ιστορία τής λογοτεχνίας συνεχίζεται τώρα μέ τήν «ιστορία τών συνειδήσεων». Μέσα στήν τελευταία εικοσαετία άπασχόλησε π.χ. έντατικά τόν συγγραφέα ή προσωπικότητα, ή ιδεολογική στάση καί τό έργο ένός κορυφαίου έπώνυμου τής νεοελληνικής παιδείας, τοΰ Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου (1815-1891), γιά τή μέγιστη άπόδοσή του σέ έναν άμφίδρομο ρόλο: σύλληψη καί έκφραση τοΰ συλλογικοΰ έθνικοΰ αιτήματος καί έπιρροή στήν περαιτέρω διαμόρφωση τής έθνικής νοοτροπίας (Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, 1986). "Ετσι, ή σταδιακή άπομάκρυνση τοΰ Δημαρα άπό τή λογοτεχνία ώς «ύλη» ένδιαφέροντος δέν άποσυνδέει άπό αύτήν τις θεωρητικές καί μεθοδολογικές εισηγήσεις του, πού μποροΰν άπό πολλές άπόψεις νά άξιοποιηθοΰν γιά τήν κατανόηση π.χ. τής σχέσης τοΰ δημιουργού μέ τήν έποχή του, τοΰ άτομικοΰ μέ τό γενικό, τοΰ ρηξικέλευθου μέ τό καθιερωμένο. Μέ τόν Κ. Θ. Δημαρα, ή συμβατική διάκριση (παλαιότερα στήν έλλη-
νική έπιστήμη: σχεδόν ή διχοτομία) φιλολογικών και ιστορικών σπουδών μετατρέπεται σέ διαλεκτική σύνθεση. Ή δημιουργική πορεία του Λίνου Πολίτη (1906-1982) ώς νεοελληνιστή έχει τήν άφετηρία της σέ μιά συνάντηση θετικών προϋποθέσεων: άμεσο οικογενειακό περιβάλλον μέ ύψηλότατο δείκτη εύαισθησίας άπέναντι στή νεοελληνική πνευματική παράδοση άλλά καί στο πνευματικό παρόν του τόπου (Ν. Γ. Πολίτης, Φώτος Πολίτης, Γ. Ν. Πολίτης)· προσωπική ιδιοσυγκρασία όπου διασταυρωνόταν ή έπιστημονικότητα μέ τήν έπαρκή αίσθηση του καλλιτεχνικού φαινομένου* σπουδές κλασικής άρχαιολογιας καί κλασικής καί βυζαντινής φιλολογίας (στά δικά του νεανικά χρόνια ή άκαδημαϊκή ύπόσταση τής κυρίως νεοελληνικής φιλολογίας ήταν άκόμη άσθενέστατη), πού ώφέλησαν ώστόσο τή μεθοδολογική καί τήν αισθητική διάσταση τών μεταγενέστερων άσχολιών του* καί σοβαρή φιλολογική σχέση μέ λογοτέχνες καί κριτικούς τής γενιάς του '30, όπου καί ό ίδιος άνήκε. Αρχικό «τεχνικό» μέσο σύνδεσης τών φιλολογικών του κλίσεων μέ τά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα, σέ έρευνητικό καί συγγραφικό επίπεδο πιά, στάθηκε ή πάντα προσφιλής του παλαιογραφία, πού τόν οδήγησε στή μελέτη τών χειρογράφων του Σολωμού, γιά νά προχωρήσει στή συνέχεια σέ μιά πολύπλευρη έκδοτική διευθέτηση καί σπουδή του σολωμικού έργου (ΉΓυναίκα τής Ζάκυνθος [sic], 1944* Διονυσίου Σολωμού, "Απαντα. Α' Ποιήματα, 1948, Β' Πεζά και ιταλικά, 1955* Β'-Παράρτημα Ιταλικά [μετάφραση όλων τών ιταλικών κειμένων σέ συνεργασία μέ τόν Γ. Ν. Πολίτη καί Λεξιλόγιο τών έλληνικών κειμένων], 1960, Γ' 1Αλληλογραφία, 1991* Γύρω στο Σολωμό, 1958, β' έκδοση έμπλουτισμένη, 1984). Στο κέντρο τής άσχολίας αυτής τοποθετείται ή ποιητική πράξη του Σολωμού, ένώ ή γνώση τών βιογραφικών δέν αύτονομεΐται άλλά ύπηρετεϊ τή φιλολογική κατανόηση. Ή έκδοση, έξάλλου, τών Αυτογράφων Έργων του ποιητή (1964) έξασφάλισε νέο καί στερεότατο έδαφος στήν περαιτέρω έρευνα. Ή κρητική λογοτεχνία εϊναι τό άλλο κεφάλαιο τής νεοελληνικής γραμματείας όπου ή συστηματική παρέμβαση του Πολίτη έθεσε τήν παραδοσιακή φιλολογική μέθοδο στήν υπηρεσία τής άνάδειξης τών κειμένων πρώτιστα ώς λογοτεχνικών δημιουργημάτων. Τά σημαντικά επιμέρους μελετήματά του πλαισιώνουν τή βασική του έργασία, πού εϊναι ή έκδοση του Κατζούρμπου του Γεωργίου Χορτάτση (1965- μέ πλούσια εισαγωγή). Άκόμη, οί άνιχνεύσεις του στήν περιοχή τής πρωιμότατης νεοελληνικής γραμματείας βρίσκουν μιάν ιδιαίτερα ώριμη έκφραση στή μελέτη «L' épopée byzantine de Digénis Akritas. Problèmes de la tradition du texte et des rapports avec les chansons akritiques» (Atti del Convegno Internazionale sul tema: La poesia epica e la sua formazione, Accademia Nazionale dei Lincei, Roma 1970, σσ. 551-581). Ένώ μία άπό τις τελευταίες του έργασίες: «Νεώτερες
άπόψεις γιά τή γέννηση καί τή δομή του δεκαπεντασύλλαβου» (ΠΑΑ, 56, 1981, 207-228) δίνει καί ιστορική προοπτική στήν έμπειρότατη άσχολία του μέ ζητήματα τής νεοελληνικής μετρικής (Μετρικά, 1972). Ή πανεπιστημιακή διδασκαλία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας (1948-1969) διεύρυνε τήν έποπτεία του Πολίτη στον χώρο του άντικειμένου του καί προπαντός στήν «παράδοση του νεοελληνικού λυρισμού» (Ποιητική άνθολογία, τόμοι 7, 1964-1967, τόμοι 8, 2 1975-1977), χωρίς νά παραμεληθεί ή πεζογραφία, προκάλεσε άξιόλογες προφορικές καί γραπτές παρατηρήσεις στό έρμηνευτικό έπίπεδο, διαμόρφωσε σοβαρό κύκλο μαθητών καί εύνόησε τήν προαγωγή τής νεοελληνικής φιλολογίας σέ ίδιοπρόσωπο έπιστημονικό τομέα. Τά Θέματα της λογοτεχνίας μας (τόμ. Α', 1947* τόμ. Α'-Β', 1976) στήν πρώτη έκδοσή τους συμπίπτουν μέ τήν άρχή αύτής τής θητείας, ένώ ή περιεκτική καί έναργής Ιστορία τής νέας έλληνικής λογοτεχνίας (1978) - Α History of Modern Greek Literature (1973) τήν έπιστεγάζει. Στό τελευταίο έργο κατανέμεται εύστοχα ή γραμματολογική μέριμνα καί ή κατάφαση του σημαντικού, άπό τά πρώτο'νεοελληνικά κείμενα, πού ή παρουσίασή τους άνανεώνεται έγκυρα, έως τά άντιπροσωπευτικότερα έργα περίπου τών δύο πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Κατεξοχήν μέ τόν Πολίτη, καθιερώνεται στά πλαίσια του έλληνικου Πανεπιστημίου ή νεοελληνική λογοτεχνία ώς σοβαρότατο, καί κρίσιμο γιά τήν δλη παιδευτική πορεία του τόπου, άντικείμενο μελέτης· καί δικαιώνονται προδρομικές σχετικές προσπάθειες, διαφορετικού μεταξύ τους θεωρητικού προσανατολισμού άλλά στραμμένες προς τόν ίδιο τελικό στόχο (κυρίως του Γ. Αποστολάκη, του I. Συκουτρή καί του Ν. Βέη), πού είχαν βρει ψυχρή ή καί άπροκάλυπτα άρνητική ύποδοχή τουλάχιστον άπό τήν κυρίαρχη άκαδημαϊκή νοοτροπία. Επιτυγχάνεται, δηλαδή, σέ εύρύτερη κλίμακα, ή πρώτη άποφασιστική υπέρβαση τής έπιστημονίζουσας δυσκαμψίας καί προσληπτικής άδράνειας, πού χαρακτήριζαν τή συμπεριφορά τής κατεστημένης πανεπιστημιακής λογιοσύνης άπέναντι στή λογοτεχνία καί, γενικότερα, στή σύγχρονη πνευματική μας ζωή (στάση πού τηρούσαν ήμισυνειδητά άκόμη καί ορισμένοι σημαντικοί στον τομέα τους έπιστήμονες). Χωρίς νά παραμερίζονται οί γλωσσικές καί ίστορικοφιλολογικές έπιστασίες παλαιότερων φιλολόγων έπάνω στά νεοελληνικά κείμενα, άποσαφηνίζεται ή καθαυτό λογοτεχνία ώς κεντρικό άντικείμενο του νεοελληνιστή. Χωρίς έπίσης νά άγνοειται ή προσφορά τής σοβαρής έξωακαδημαϊκής κριτικής, εισάγεται μία γόνιμη πιά αύστηρότητα, πού άποβλέπει στή στερεότητα τής φιλολογικής πράξης, μεθοδεύεται ή κατάστρωση άξιόπιστων κειμένων καί ή γλωσσική καί πραγματολογική πλαισίωσή τους καί καλλιεργείται ή έρμηνευτικά προσανατολισμένη μορφολογία. Ό Πολίτης άποφεύγει τόσο τόν αισθητικό δσο καί τόν ιστορικό υποκειμενισμό* του γίνεται προσφιλές τό σύνολο τής λογοτεχνικής γραμματείας μας, άλλά καί ένδιαφέρε-
ται για τή δίκαιη έξαρση τών κορυφαίων έργων και προσωπικοτήτων. Αυτή ή συνειδητοποίηση τής άξιας τής νεοελληνικής λογοτεχνίας άναπτύχθηκε μέσα στό πρόσφορο πνευματικό κλίμα του δημοτικισμού, ένώ ή έμπρακτη συμμετοχή του συγγραφέα σέ μιά προχωρημένη φάση του κινήματος συνέβαλε και στήν περαιτέρω ώρίμανση του τελευταίου. Λογοτεχνία, νοοτροπία του έκπαιδευτικου δημοτικισμού καί άνανεωτική καλλιτεχνική κίνηση του τόπου προσδιόριζαν γιά τόν Πολίτη τήν κυρίως ευρωπαϊκή διάσταση του σύγχρονου έλληνισμου. — Μέ τρεις μορφές έπιστημονικής συμβολής (γραμματολογικές, έκδοτικές και γλωσσικές έργασίες) ό Εμμανουήλ Γ. Κριαράς (1906) κινήθηκε έξίσου υπεύθυνα άπό τήν υστεροβυζαντινή έως τή νεώτερη έλληνική λογοτεχνία. Στά κείμενα, έξάλλου, άπό τό έπος του Διγενή ώς τόν Έρωτόκριτο, καί ιδιαίτερα σ' εκείνα τής περιόδου 1200-1600, ό συγγραφέας διακρίνει διττά χαρακτηριστικά καί πιστεύει ότι οί όροι «πρωτονεοελληνική» καί «ύστερομεσαιωνική» γραμματεία ισχύουν έναλλακτικά γιά τή φάση αύτή («Τά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής τελευταίας περιόδου τής μεσαιωνικής έλληνικής γραμματείας», NE, 70, 1961, 1418-1427 (= Του ίδιου, Μεσαιωνικά Μελετήματα, Α', 563-572)). Μία τεκμηριωμένη καί χρήσιμη συνολική θεώρηση του Σολωμού (Διονύσιος Σολωμός. Ό βίος - Τό έργο, 1957, 2 1970) καί ένας τόμος μέ έρευνητικά μελετήματα πού διαφωτίζουν τήν έξέλιξη του Ψυχάρη (Ψυχάρης, 1959, 2 1981, «μέ πρόσθετα μελετήματα καί άρθρα») άντιπροσωπεύουν τήν προσεκτική έργασία του σέ θέματα ιστορίας τών νεοελληνικών γραμμάτων, ένώ ή σχέση του μέ τή συγκριτική φιλολογία έκφράζεται ώς έναν βαθμό καί μέ τίς προσφιλείς του άνιχνεύσεις πηγών καί έπιδράσεων (Μελετήματα περί τάς πηγάς του «Έρωτοκρίτου», 1938· «Der Roman Imperios und Margarona und das Dekameron als Quellen des Jakob Trivolis», Probleme der neugriechischen Literatur, III, 62-92 (= Μεσαιωνικά Μελετήματα, A', 528-558)· «Ιταλικές έπιδράσεις σέ παλιότερα έλληνικά κείμενα», Εποχές, τευχ. 4, Αύγ. 1963, σσ. 9-22 (= Μεσαιωνικά Μελετήματα, Β', 17-30)· στόν τομέα αύτόν μπορεί νά προστεθεί καί ή μελέτη του « Ή Παιδαγωγία του Μοισιόδακος καί ή σχέση της μέ τό παιδαγωγικό σύγγραμμα του Locke», BNJ, 17, 1939-1943, 135-153 (= Του ίδιου, Γλωσσοφιλολογικά, 8-27)). Στήν περιοχή τής γενικότερης πνευματικής ιστορίας εντάσσονται καί τά άναλυτικά μελετήματά του πού έξετάζουν τή δράση κορυφαίων έκπροσώπων του μεταψυχαρικου δημοτικισμού καί τίς μεταξύ τους σχέσεις (Πρόσωπα και θέματα άπό τήν ιστορία του δημοτικισμού, Α', 1986, κ.ά.). Χρησιμότατη εϊναι καί ή «Συμβολή» του «στό χρονολόγιο του δημοτικισμού» (1536-2004), ή όποια καταλαμβάνει τίς σελίδες 321-419 του βιβλίου του 'Ανιχνεύσεις. Γλωσσικά και φιλολογικά μελετήματα (2004). Μέ τήν έκδοση τής Πανώριας του Γ. Χορτάτση (1940, 2 1975), τών ποιητικών έργων του Πέτρου
Κατσαΐτη (Κατσαιτης. Ιφιγένεια - Θυέστης - Κλαθμός Πελοποννήσου, 1950), τών Βυζαντινών ιπποτικών μυθιστορημάτων (1955), καί του Άνακαλήματος της Κωνσταντινόπολης (1956, 2 1965) συνέβαλε αισθητά στήν άνανέωση του έπιστημονικοΰ ένδιαφέροντος για τήν παλαιότερη γραμματεία μας άλλά καί στή γνωριμία του ευρύτερου μορφωμένου κοινού μέ αύτήν, ένώ πολλές εϊναι οί διορθωτικές συνεισφορές του καί σέ άλλα κείμενα τών άντίστοιχων περιόδων. Οί έμπεριστατωμένες εισαγωγές, τά διαφωτιστικά σχόλια και τά πλούσια γλωσσάρια πολλαπλασιάζουν τό άποτέλεσμα τής έκδοτικής έργασίας. Ή βαθειά έξοικείωσή του μέ τή γλώσσα τών κειμένων άπέφερε πολλαπλές συμβολές σέ σημασιολογικά καί άλλα θέματα του τρίτου βασικού τομέα τών άσχολιών του, δπου κυριαρχεί τό πολύτιμο καί έκτενέστατο Λεξικό της μεσαιωνικής έλληνικής δημώδους γραμματείας (τόμ. Α'-ΙΔ', 1969-1997): â(v) εως παραθήκηΥ, πού συντάσσεται καί έκδίδεται έπί δεκαετίες μέ ύποδειγματικά σταθερό ρυθμό και μέ τή βοήθεια έπιτελείου έγκριτων συνεργατών. Τόσο ό χαρακτήρας τού έργου αύτου, ώς λεξικού γραμματείας, οσο καί οί επιμέρους λοιπές έργασίες τοΰ συγγραφέα μαρτυροΰν δτι τά γλωσσικά του ένδιαφέροντα δέν αύτονομοΰνται, άλλά έντάσσονται σταθερά στή γραμματολογική προοπτική (π.χ.: «Diglossie des derniers siècles de Byzance: Naissance de la littérature néo-hellénique», Thirteenth International Congress of Byzantine Studies, Oxford 1966, London 1967, σσ. 283-299). Μας έδωσε άκόμη ένα ύπεύθυνο καί πολύ χρήσιμο Νέο έλληνικό λεξικό τής σύγχρονης δημοτικής γλώσσας (1995). Ή συγκέντρωση τοΰ μεγαλύτερου μέρους τών έως τό 1988 μελετημάτων του γιά τή βυζαντινή καί τήν πρωτονεοελληνική γραμματεία, σέ δύο ογκώδεις τόμους (Μεσαιωνικά Μελετήματα. Γραμματεία και Γλώσσα, Α'-Β', 1988), κάνει εύχερέστερη τήν άξιοποίησή τους και ώραια έποπτεύσιμη τήν εικόνα τής θαυμαστής θητείας του στή σπουδή τών γραμμάτων, ένώ τά μελετήματα τοΰ έπίσης ογκώδους τόμου Γλωσσοφιλολογικά. Ύστερο Βυζάντιο - Νέος Ελληνισμός (2000) καί τοΰ τόμου Ερευνητικά (2005) κατανέμονται καί έμπίπτουν στον γραμματολογικό και στούς άλλους άπό τούς παραπάνω τομείς τών ένδιαφερόντων τοΰ συγγραφέα. Ό Κριαρας άνήκει στήν κατηγορία τών άκαταπόνητων μελετητών, πού άφοσιώνονται σέ μακρόπνοα καί στέρεα έργα. Εμφανίστηκε σέ μιάν έποχή κρίσιμη γιά τή διαμόρφωση τής νεοελληνικής φιλολογίας καί μερίμνησε, μέ τά πολλά γνωστικά του έφόδια, γιά τήν έδραίωση τής έπιστημονικής συνείδησης στον χώρο αύτόν. 1. Ό τόμος ΙΓ': Βιβλιογραφία και Ευρετήρια τών δώδεκα τόμων (Θεσσαλονίκη, 1994). Κυκλοφόρησε καί Επιτομή τοΰ Λεξικού τής Μεσαιωνικής 'Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669 του Εμμανουήλ Κριαρα, τόμ. Α', Α'-Κ', καί τόμ. Β', Λ-Παραθήκη, Θεσσαλονίκη 2 0 0 1 - 2 0 0 3 [Υπουργείο Εθνικής Παιδείας καί Θρησκευμάτων, Κέντρο Ε λ ληνικής Γλώσσας].
Καί εϊναι χαρακτηριστικό δτι τό χρονικό εύρος του δλου άντικειμένου που τόν άπασχόλησε δέν τόν έμπόδισε νά έπιμείνει στήν άνάγκη τής προαγωγής τών νεοελληνικών σπουδών σέ άνεξάρτητο κλάδο. Ή συγγραφική παραγωγή του διακρίνεται άπό τή μεθοδικότητα καί τήν έκφραστική διαύγεια, ένώ γνώρισμα τών ιστορικών του άποτιμήσεων γιά έργα καί πρόσωπα εϊναι δτι άποφεύγουν έπίμονα τις ύποκειμενικές άκρότητες. Ή νηφαλιότητα αύτή συνυπάρχει μέ τόν θερμότατο έπιστημονικό του ζήλο, πού προάγει τις μεσαιωνικές καί νεοελληνικές σπουδές στή συνείδηση τών μαθητών του καί γενικά τών ομοτέχνων του. Στή χορεία τών νεοελληνιστών πρέπει νά συγκαταλέγει καί ή περίπτωση του εκλεκτού γνώστη τών γραμμάτων μας Γιώργου Κ. Κατσίμπαλη (18991978), γιά τόν σοβαρό καί ιδιότυπο ρόλο πού διαδραμάτισε τόσο στή σπουδή τής νεώτερης έλληνικής λογοτεχνίας γενικά δσο καί στήν προώθηση ειδικά τών έγχειρημάτων τής γενιάς του '30, πού οί έκπρόσωποί της τόν άναγνώριζαν μέ εύγνωμοσύνη καί συμπάθεια ώς πολύτιμο σύμβουλο, πρωτοκάθεδρο συνομιλητή καί τεχνικό ύποστηρικτή. Έχοντας έγκαιρα συνειδητοποιήσει μέ ένα γνήσια έπιστημονικό αισθητήριο τή σημασία τής βιβλιογραφικής ύποδομής γιά τή μελέτη καί τήν εύρύτερη άξιοποίηση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας, συγκρότησε μιά μακρά σειρά βιβλιογραφικών προσώπων (έργογραφία νεοελλήνων ποιητών καί πεζογράφων καί σχετικές μελέτες, άλλά καί έλληνική βιβλιογραφία ξένων λογοτεχνών)1, παρέχοντας άποτελεσματική ώθηση στήν έξέλιξη τής νεοελληνικής φιλολογίας καί προετοιμάζοντας τήν άνάπτυξη τής συγκριτολογικής παραμέτρου της. Παράλληλα, ό κεντρικός ρόλος του στήν ίδρυση καί στήν πορεία τών περιοδικών Τά Νέα Γράμματα (1935) καί 'Αγγλοελληνική Επιθεώρηση (1945), ή έπιμέλεια τών Απάντων του Παλαμά (τόμ. 1-16, 1962-1969), ή ύπόδειξη καί ένθάρρυνση πλείστων άλλων έκδοτικών προσπαθειών καί ή καθημερινή άναστροφή μέ λογοτέχνες καί κριτικούς τής γενιάς του καί νεώτερους, πού προσλάμβαναν τις διαρκείς δημιουργικές υποδείξεις καί παροτρύνσεις του γιά τή συνέχιση του έργου τους, στάθηκαν δραστηριότητες πού ένίσχυαν ένα μακροχρόνιο γραμματολογικό γίγνεσθαι, δπου μάλιστα ό ένθουσιώδης παραινέτης2 γεφύρωνε άδιάπτωτα τήν άγάπη του γιά τήν παλαμική κληρονομιά μέ τό 1. Βλ. Δημήτρη Δασκαλόπουλου, «Βιβλιογραφία Γ. Κ. Κατσίμπαλη», NE, 108 (1980), [τευχ. 1278: Αφιέρωμα στον Γ. Κ. Κατσίμπαλη], 1 4 8 4 - 1 5 4 8 = Του ίδιου, Γ. Κ Κατσίμπαλης. Βιβλιογραφία και 12 κριτικά κείμενα, Έλληνικό Λογοτεχνικό καί Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1980, σσ. 11-81 (καί κυρίως σσ. 1 4 8 7 - 1 5 0 3 καί 20-36, άντιστοιχα). 2. Γιά τή συνύπαρξη του αυθορμητισμού καί τής μεθοδικότητας στή δράση του Κατσίμπαλη βλ. τόν χαρακτηρισμό του άπό τόν Απόστολο Σαχίνη, « Ή προσωπικότητα του Γιώργου Κατσίμπαλη (ό βιβλιογράφος καί ό έμπνευστής)», NE, δ.π., σσ. 1 3 7 9 - 1 3 8 0 — καί γενικά τις συνεργασίες του σημαντικού αύτου άφιερώματος.
γόνιμο ένδιαφέρον του γιά τις άναζητήσεις τής νεωτερικής ποίησης. Μάλλον κανένας άλλος νεοέλληνας λόγιος μέ τόσο λίγη συνθετική συγγραφή1 δέν έδρασε τόσο ευεργετικά γιά τήν καταξίωση τής δημιουργίας τών άλλων. — Ό Γιώργος Βαλέτας (1907-1989) έξυπηρέτησε τή μελέτη και τήν ευρύτερη διάδοση τής νεοελληνικής λογοτεχνίας μέ τήν καταρχήν άξιέπαινη πράξη τής χρηστικής έκδοσης τών Απάντων ένός μεγάλου άριθμου λογοτεχνών (Γρυπάρη, 'Εφταλιώτη, Καμπύση, Καρκαβίτσα, Κονεμένου, Κοραή, Κρυστάλλη, Μαλακάση, Μαρκορά, Νιρβάνα, Παπαδιαμάντη, Πασαγιάννη, Πολέμη, Πολυλά, Πορφύρα, Σουρή, Τερτσέτη, Χριστόπουλου), πλαισιώνοντας τό ύλικό μέ εισαγωγές καί σημειώσεις. Τό έργο αύτό δέν ικανοποιεί πάντοτε στόν άναγκαΐο βαθμό άπό φιλολογική άποψη, άλλά πρέπει οπωσδήποτε νά άναγνωρισθεΐ ό τεράστιος μόχθος καί ή άγάπη του μελετητή γιά τό άντικείμενό του. Ό ζήλος του αύτός τόν οδήγησε καί στή σύνθεση τής διεξοδικής καί, τουλάχιστον γιά τήν έποχή της, άξιόλογης μελέτης Παπαδιαμάντης. Ή ζωή - τό εργο - ή εποχή του (1940, 2 1955), σέ πολλές άλλες μελέτες πούσυχ^ά άποτελουν τήν πρώτη προσπάθεια έρευνητικής προσέγγισης τών άντίστοιχων θεμάτων, καί στή συγκρότηση γενικά χρήσιμων έργασιών ύποδομής καί πλαισίωσης τής νεοελληνικής φιλολογίας (Αιολική βιβλιογραφία 1566-1939, 1939* φιλολογικές έκδόσεις του Χρονικού Γαλαξειδίου του Εύθ. Πενταγιώτη, 1944, καί τής Έλληνικής Νομαρχίας, 1948-1949· !Ανθολογία τής δημοτικής πεζογραφίας, Α'-Γ, 1947-1949· 'Ανθολογία του ελληνικού διηγήματος, 1969). Μέσα στο πολυεδρικό έπιστημονικό έργο του Βασιλείου Λαούρδα (19121971) ορισμένα κείμενα καί ζητήματα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας καί κριτικής έγιναν άντικείμενό ούσιαστικου φιλολογικού στοχασμού, όπου ή άπήχηση τής γόνιμης μαθητείας του συγγραφέα στόν Παλαμά, στόν Αποστολάκη καί στόν Συκουτρή συνδυάζεται μέ μιά τόλμη προσωπικών θέσεων καί μέ τήν εύχέρεια συνθετικής σύλληψης καί έρμηνείας τών φαινομένων. Ή συνολική και πρωτότυπη ένασχόλησή του μέ κείμενα καί ιδεολογικές τάσεις τής άρχαίας, τής βυζαντινής καί τής νεοελληνικής γραμματείας διαμόρφωσε ένα ένδιαφέρον πα1. Αξίζει ωστόσο νά σημειωθούν τά σχετικά μικρά κείμενα του (βλ. Δημ. Δασκαλόπουλου, δ.π., σσ. 1486 = 19 καί 1 5 1 5 - 1 5 1 8 = 48-51* άναδημοσίευση παραδείγματος: « Ό Παλαμας καί τό γλωσσικό (Πρόλογος)», NE, δ.π., σσ. 1461-1471), όπου προστίθενται καί οι πρόλογοι τών Βιβλιογραφιών (άναδημοσίευση παραδειγμάτων: NE, δ.π., σσ. 1476-1483), καί προπαντός νά προγραμματισθεί μία συγκεντρωτική έκδοσή τους. Εξάλλου, άπο τή σημαντική άλληλογραφία του Κατσίμπαλη ό Γ. Π. Σαββίδης έτοίμαζε τήν έκδοση του σεφερικου τμήματος (προδημοσίευση μιας ένότητας: «Άπό τήν άνέκδοτη άλληλογραφία Γ. Κ. Κατσίμπαλη - Γιώργου Σεφέρη. Παρουσίαση καί σημειώσεις — » , NE, δ.π., σσ. 13541378), ένώ πρέπει νά προωθηθεί καί ή έπεξεργασία του δποιου άλλου ύλικου.
ράδειγμα συνειδητής «έλληνολογίας» διαλεκτικά έπωφελές σέ σχέση μέ τόν άναγκαιο άλλά καί συχνά περιοριστικό έπιμερισμό τών φιλολογικών σπουδών. (Οί κυριότερες έργασίες του σέ νεοελληνικά θέματα συγκεντρώθηκαν στόν τόμο Φιλολογικά δοκίμια. Επιμέλεια καί εισαγωγή Ντίνος Χριστιανόπουλος, 1977* βλ. κυρίως τά κριτικά άρθρα γιά έργα τών Καζαντζάκη, Βενέζη καί Θεοτοκά, 1-68, τίς τρεις διαδοχικές θεωρήσεις του έργου του Πρεβελάκη, 77-101, καί τά συνθετικά δοκίμια «Διά τραχείας τής άναβάσεως καί άνάντους...» (Δημήτριος Καπετανάκης), 111-124, « Ό ποιητής καί ό έρμηνευτής» (Γιάννης Αποστολάκης), 125-157, « Ή φιλολογία ώς "αιρεσις βίου"» (Ιωάννης Συκουτρής), 158184, « Ή Πηνελόπη Δέλτα καί ή Μακεδονία», 185-215, « Ή έποχή τής Τρισεύγενης», 220-229, καί « Ή Ζάκυνθος μέσα άπό τό έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου», 230-243.) — Ό Γιώργος Γ. Άλισανδράτος (1915-2004) άσχολήθηκε έρευνητικά σέ διεξοδικές φιλολογικές καί ιστορικές έργασίες μέ θέματα κυρίως τής έπτανησιακής γραμματείας καί τής ευρύτερης πνευματικής καί ιδεολογικής κίνησης του χώρου αύτου, άλλά καί μέ άλλα ζητήματα τής νεοελληνικής φιλολογίας καί γλώσσας, όπως καί τής ιστορίας τής νεοελληνικής κριτικής, άξιοποιώντας μιά μέθοδο άναλυτικής έκθεσης, πλούσιας τεκμηρίωσης καί προσεκτικών εκτιμήσεων, πού άποκαλύπτει πολλές ένδιαφέρουσες όψεις κάθε άντικειμένου («Λασκαράτος καί Ροίδης», NE, τόμ. 70, 1961, τευχ. 827 — 1 Αφιέρωμα στόν 5Ανδρέα Λασκαράτο—, Χριστούγεννα 1961, σσ. 35-101* «Οί πολιτικές σάτιρες του 1830 στήν Κέφαλονιά καί ό Παναγιώτης Βεργωτής», Ό Ερανιστής, 8, 1970 —Τόμος Δ.Σ. Γκίνη—, σσ. 243-259 καί 345* « Ό "Αμανές" του Μικέλη "Αβλιχου (Βαλαωρίτης, Άβλιχος, Πανάς, Κονεμένος, Παλαμάς)», ΚΦΧ, 1, 1976, 1-50* «Οί "Θερμοπύλες" του Καβάφη. Ερμηνευτικά σημειώματα», Παρνασσός, 24, 1982, 509-536* ΌΚοσμάς ό Αιτωλός στήν Κεφαλονιά και τή Ζάκυνθο (1777). 5Ανέκδοτη έπιστολή ένός άκροατή του. Μελέτη ιστορική και φιλολογική, 1982 —ΚΦΧ, 4, 1982, 1-88—* «Οί συμπτώσεις στή λογοτεχνία καί ή "Άρνηση" του Σεφέρη», Άντίχαρη, σσ. 2543* «Πώς εϊδε ό Παλαμάς τούς Επτανήσιους ποιητές», Εκηβόλος, τευχ. 14 ("Ανοιξη 1986) —Κωστής Παλαμάς. 0Ενα 'Αφιέρωμα—, σσ. 1177-1253* Σολωμικά Μελετήματα, Πορεία, 2004). Στόν έκδοτικό τομέα ό Άλισανδράτος παρουσίασε τό έργο Ιδού ό άνθρωπος του Ανδρέα Λασκαράτου, 1970 [Εισαγωγή: σσ. 9-32: « Ό Λασκαράτος καί οί Χαραχτηρες του»] καί μάς έδωσε άρτιες φιλολογικές έκδόσεις τών Ποιημάτων του Λορέντζου Μαβίλη, 1990 [Εισαγωγή: σσ. 9-39], 'Ανεκδότων γραμμάτων του Ν. Κονεμένου στόν 'Ανδρέα Λασκαράτο, 1996, καί τών Κριτικών κειμένων του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου, 1999 [Εισαγωγή: σσ. 11-138]. Μέ τόν Απόστολο Σαχίνη (1918-1997) προχωρεί σέ μιά νέα φάση ή μεθο-
δική μελέτη τής νεοελληνικής πεζογραφίας και ένισχύεται ή άκαδημαική κάλυψη του άντικειμένου αύτου. Ή παρακολούθηση του έργου νεώτερων συγγραφέων άπέφερε μιά μακρά σειρά κριτικών παρουσιάσεων καί μικρών μονογραφιών, πού διερευνούν τόν χαρακτήρα καί άξιολογουν τό άποτέλεσμα τών έπιδόσεων, καί στή συνέχεια συσσωματώνονται σέ τόμους πού διαφωτίζουν εύρύτερα τήν έξέλιξη τών προσώπων καί τις γενικότερες Ιδιομορφίες τών περιόδων ('Αναζητήσεις τής μεσοπολεμικής πεζογραφίας, 1945* Ή πεζογραφία τής Κατοχής, 1948* Ή σύγχρονη πεζογραφία μας, 1951* Νέοι πεζογράφοι, 1965* Πεζογράφοι του καιρού μας, 1967* Μεσοπολεμικοί καί μεταπολεμικοί πεζογράφοι, 1979* Τό άφηγηματικό εργο του Πετσάλη-Διομήδη, 1992). Ή μελέτη μεγάλων περιόδων ή ειδολογικών περιοχών τής πεζογραφίας καί ή συνολική έξέταση τής παραγωγής σημαντικών παλαιότερων πεζογράφων διαμορφώνουν τόν κύκλο τών κατεξοχήν συστηματικών πραγματειών του συγγραφέα, δπου ή κριτική άνάλυση των κειμένων συνδυάζεται μέ τόν έντονο ιστορικό συσχετισμό τους καί τή συγκριτική~ένταξή τους στά εύρωπαϊκά τους πλαίσια. Μέ τά βιβλία Τό ιστορικό μυθιστόρημα (1957) καί Τό νεοελληνικό μυθιστόρημα (1958) τά άντιστοιχα άντικείμενα βρίσκουν έμπεριστατωμένη θεώρηση, ένώ έπιχειρειται μία νηφάλια άξιολογική τοποθέτηση τών έργων, πού άποφεύγει τις θετικές ή άρνητικές άπολυτοποιήσεις καί άναζητεϊ υπεύθυνα μιάν ιεράρχηση του ύλικου. Έξάλλου, οί Παλαιότεροι πεζογράφοι (1973) συγκροτούνται άπό οργανωμένες μονογραφίες πού έξετάζουν τό δλο έργο τών συγγραφέων άπό τήν πρώτη τους έμφάνιση ώς τή σημερινή τους θέση μέσα στήν ιστορία τής νεοελληνικής γραμματείας, ένώ τό έρευνητικό καί κριτικό βιβλίο Θεωρία καί άγνωστη ιστορία του μυθιστορήματος στήν 'Ελλάδα, 1760-1870 (1992) άναφέρεται διεξοδικά σέ σημαντικές δψεις του θέματος. Ή έκτενέστατη μελέτη Ή πεζογραφία του αίσθητισμοϋ (1981) διερευνά τήν ξένη καί τήν έλληνική άφηγηματική έκδήλωση αύτής τής κατεύθυνσης, μέ άναλύσεις πού άνανεώνουν τή γνώση ένός ιδιότυπου κεφαλαίου τής εύρωπαικής πεζογραφίας καί οδηγούνται σέ μιά προσεκτική άποτίμηση τών ποιοτικών όρίων του. Αύτές οί έκτεταμένες γνώσεις του συγγραφέα έπάνω στά ρεύματα καί στούς σταθμούς τής δλης δυτικής πεζογραφίας του έπέτρεψαν νά προσφέρει καί περιεκτικές έκτιμήσεις τεχνοτροπικών τάσεων ή θεματικών κύκλων του ξένου μυθιστορήματος (Τό nouveau roman καί τό σύγχρονο μυθιστόρημα, 1972, «Μυθιστορηματικές προφητείες» [1984], «Τό μυθιστόρημα του μοναχικού άνθρώπου» [1987], « Ή πεζογραφία τών άνθρώπινων σχέσεων» [1988]· τά τρία τελευταία, στό βιβλίο του Προσεγγίσεις (δοκίμια κριτικής), 1989, σσ. 79-112, 9-78 καί 113-131, άντιστοιχα). Τό ένδιαφέρον του γιά τήν ιστορία καί τή θεωρία τής κριτικής έκφράζεται καί μέ έναν άριθμό σχετικών μελετημάτων καί άρθρων (βλ. π.χ. «Δύο κριτικοί τής γενιάς
τοΰ 1880 [Ξενόπουλος - Νιρβάνας]», ΕΕΦΣΠΘ, 14,1975, 39-55· Ό Παλαμάς καί ή κριτική, 1994* « Ή λογοτεχνική κριτική του Φώτου Πολίτη», ΠΑΑ, 69, 1994, 73-88), άλλά καί μέ τις άναλυτικές έπισκοπήσεις τής κριτικής τύχης τών συγγραφέων, πού συχνά προτάσσει στήν έξέταση του έργου τους. Μέ τήν ιστορία τής κριτικής σχετίζεται έν μέρει καί τό βιβλίο του Συμβολή στήν ιστορία τής «Πανδώρας» καί τών παλιών περιοδικών (1964), πού άποτελεϊ μιάν άπό τις πρώτες έκτενεΐς έπιστημονικές έρευνες στον εύρύτερο σχετικό τομέα. Ή ύποδομή, τέλος, του κύριου έργου τοΰ συγγραφέα γίνεται έμφανέστερη καί οί άσχολίες του συμπληρώνονται μέ τούς έννέα τόμους τών Τετραδίων κριτικής (1978-1996), πού σταχυολογούν ύλη άπό τό κριτικό του σημειωματάριο («ήμερολόγιο διαβασμάτων»), καί μέ ορισμένες ούσιαστικές καί κριτικά άνετες άναφορές στόν ποιητικό λόγο (Γύρο στό Κρητικό Θέατρο, 1980, [καί μέ εύρύτερο τώρα περιεχόμενο:] Μελέτες γιά τήν κρητική λογοτεχνία, 1995* Ένας έπικός ύμνος του Ελληνισμού. «Ή Φλογέρα του Βασιλιά» του Παλαμα, 1993 [ 1 1984]). Αρχίζοντας τό έργο του σέ μιάν έποχή δπου στις σχέσεις πανεπιστημιακής φιλολογίας καί «έλεύθερης» κριτικής κυριαρχούσε ένα κλίμα άμοιβαίας άμφισβήτησης ή τουλάχιστον κοινής άμηχανίας, ό Σαχίνης συνδύασε τόν αξιολογικό στοχασμό μέ τήν έρευνητική γνώση και πρότεινε μέ τήν πολύτομη συγγραφική πράξη του μιάν ένιαία άντίληψη τής μελέτης τής λογοτεχνίας (άξιοποιώντας ώφέλιμα τό άγγλοσαξονικό πρότυπο τοΰ scholar-critic). — Ό Λέανδρος I. Βρανούσης (1921-1993) έκπροσωπεϊ εύδιάκριτα τή συμβολή τής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς τών νεοελληνιστών στήν πραγματολογιική έρευνα τής λόγιας έκδήλωσης τοΰ έλληνισμοΰ κατά τήν Τουρκοκρατία. Συνεχίζοντας οργανικά άλλά καί άνανεώνοντας τή σχετική παράδοση πού εϊχε διαμορφωθεί άπό τόν Σάθα ώς τόν Βέη και άξιοποιώντας μια σχέση περαιτέρω μαθητείας καί συνεργασίας μέ τή φιλολογική γενιά τοΰ '30, έξαρχής δέν περιορίζεται στήν προσφορά πρωτογενούς έρευνητικοΰ ύλικοΰ, άλλά τήν συνδυάζει μέ τή σύνθεση τεκμηριωμένων πραγματειών καί μέ διαρκείς έξακριβώσεις στοιχείων καί σχέσεων. Ή μακρά θητεία του ώς συντάκτη καί ώς διευθυντή στό «Κέντρο Έρεύνης τοΰ Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού» τής Ακαδημίας Αθηνών άξιοποίησε μιά προδιάθεση πολυσχιδών ίστορικοφιλολογικών ενδιαφερόντων. "Ετσι, προώθησε πολύ σημαντικά τή σπουδή τοΰ έργου τοΰ Ρήγα καί άλλων «προδρόμων» (Ρήγας. Έρευνα, συναγωγή και μελέτη, 1953* Rigas un patriot grec din Principate, Bucureçti 1980* 'Αθανάσιος Ψαλίδας, ό διδάσκαλος του Γένους (1767-1832), 1952· Οί Πρόδρομοι, 1955* «Κείμενα καί χειρόγραφα τοΰ Βηλαρα και τοΰ Ψαλίδα», NE, 94,1973, 51-86), έρεύνησε τή διάδοση τών φαναριώτικων τραγουδιών μέ συγκριτικές άνιχνεύσεις μέσα στόν δλο βαλκανικό χώρο («Les chansons phanariotes. Poésie et musique sur les bords du Bos-
phore et sur les rives du Danube»: Ανακοίνωση στο Συμπόσιο « Ή έποχή τών Φαναριωτών» που οργάνωσε τό ΙΜΧΑ. στή Θεσσαλονίκη, 21-25 Όκτ. 1970) καί έπεκτάθηκε στά κείμενα που έκφράζουν τις ιδεολογικές ζυμώσεις τής έποχής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού («Άγνωστα πατριωτικά φυλλάδια καί άνέκδοτα κείμενα τής έποχής του Ρήγα καί του Κοραή. Ή φιλογαλλική καί ή άντιγαλλική προπαγάνδα (...)», ΕΜΑ, 15-16, 1965-66, 125-326* «Θούρια καί προκηρύξεις του Εικοσιένα σ' ένα χειρόγραφο του Ελληνικού Ινστιτούτου Βενετίας», Θησαυρίσματα, 4,1967,177-189) καί τήν πολιτική σκέψη του κόσμου τών Φαναριωτών («"Πολιτικά Σοφίσματα". Άνέκδοτον έργον του Αθανασίου Χριστοπούλου», ΕΜΑ, 10, 1960, 1-162), μέ άναγωγή τής έρευνας έως τήν έλληνική συμβολή (16ος αί.) στή γένεση παλαιότερων μορφών τής σλαβορουμανικής ήθικοδιδακτικής καί άγιολογικής γραμματείας («Les "Conseils" attribués au prince Neagoe (1512-1521) et le manuscrit autographe de leur auteur grec», Actes du Ile Congrès International des Études du Sud-Est Européen(Athènes, 7-13 mai 1970), tome,IV, Athènes 1978, σσ. 377-383). Ασχολήθηκε έξίσου διεξοδικά μέ κείμενα πού άντιπροσωπεύουν εύρύτερες όψεις τής ύστεροβυζαντινής καί μεταβυζαντινής λογιοσύνης (Χρονικά τής μεσαιωνικής και τουρκοκρατούμενης Ηπείρου, τόμ. Α' Εκδόσεις και χειρόγραφα, 1962), άλλά καί έξέτασε τή διάδοση τών έλληνικών χειρογράφων και έντύπων κατά τήν Τουρκοκρατία («L'hellénisme postbyzantin et l'Europe. Manuscrits, livres, imprimeries et maisons d'édition»: Ανακοίνωση στο XVI. Internationaler Byzantinistenkongress, Βιέννη, 4-9 Όκτ. 1981) 1 , τή συμβολή του έλληνικου βιβλίου στήν πνευματική άναγέννηση τών βαλκανικών χωρών («Le livre grec dans la renaissance du Sud-Est européen (XVe-XVHIe siècles)»: Ανακοίνωση-διάλεξη στο Πανεπιστήμιο του Ιασίου (13 Ίουλ. 1975) στά πλαίσια ένός Colloque τής Association Internationale d'Études du Sud-Est Européen, Suceave-Ia§i, 1975), καί τόν πρώιμο νεοελληνικό Τύπο (Έφημερίς. Ή άρχαιοτέρα έλληνική έφημερίδα πού έχει διασωθή. Βιέννη 1791-1797. Έκδοτες: Οί άδελφοί Μαρκίδες Πούλιου. Ανασυγκρότηση τής σειράς σέ φωτοτυπική έπανέκδοση. Ερευνητική, συλλεκτική καί έκδοτική φροντίδα, Προλεγόμενα, Σημειώσεις κ.τλ. Λ. Βρανούση. Τόμ. Α' 1791, Β' 1792, Γ 1793, Δ' 1794, Ε' 1797-Προλεγόμενα, C 1797. Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρεύνης του Μεσαιωνικού καί Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1995). Από τό παρα-
1. Τό γαλλικό κείμενο της άνακοίνωσης αυτής δημοσιεύτηκε αύτοτελώς ([Athènes] 1981) καί άκόμη στά Akten του παραπάνω Συνεδρίου (τόμ. Π/1 = JÖB, 3 2 / 1 , Wien 1982, σσ. 393-480). Τό ϊδιο κείμενο, σέ άγγλική μετάφραση, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Modern Greek Studies Yearbook, 2 (1986), 1-71.
πάνω Κέντρο κυκλοφόρησε καί ό Ζ' τόμος (2000), μέ Πρόλογο του Κώστα Λάππα, μέ πλούσια Ευρετήρια πού συνέταξαν οί σημερινοί έρευνητές του Κέντρου, καί μέ Γλωσσάριο τών τόμων τής 'Εφημερίδος πού τό έτοιμασε ό Γιώργος Παπαδημητρίου, παλαιός συντάκτης καί συνεργάτης τοΰ Βρανούση. Ένώ ή πορεία τών έρευνών του τόν οδήγησε καί σέ υλικά μνημεία τοΰ πολιτισμού καί στόν συσχετισμό τους μέ τά ιστορικά κείμενα («Ιστορικά καί τοπογραφικά τοΰ μεσαιωνικού κάστρου τών Ιωαννίνων», Χαριστηριον εις Άναστάσιον Κ. Όρλάνδον, τόμ. Δ', έν Αθήναις 1967, σσ. 439-515* συμπληρωμένο άνάτυπο, Αθήνα 1968). Μέ τούς κεντρικούς άξονες τής νεοελληνικής φιλολογίας συνδέει τόν Βρανούση και ή μακροχρόνια άσχολία του μέ τά κείμενα τοΰ Ιωάννη Βηλαρα, καθώς πραγματοποίησε συστηματική εκκαθάριση τοΰ έδάφους καί έπειτα άπό έπιμέρους δημοσιεύματα είχε προχωρήσει πολύ στήν έπεξεργασια μιας συνολικής νέας έκδοσης. Ή ένότητα τών ένδιαφερόντων αύτών προκύπτει πρώτα άπό τήν ένότητα τοΰ ίδιου τοΰ πολιτισμικού γίγνεσθαι («έπιστήμη τών νεοελληνικών πραγμάτων», θά έλεγε έδώ ό Κ. Θ. Δημαρας) καί στή συνέχεια άπό τις άπειρες ορατές καί λανθάνουσες ειδικές συνάφειες. Προκειμένου μάλιστα γιά τή νεοελληνική γραμματεία, πρέπει νά σημειωθεί δτι ό Βρανούσης κατανόησε τόσο τήν άνάγκη έρμηνευτικής μελέτης τής κυρίως λογοτεχνίας (δπως δείχνει καί τό σημαντικό κείμενο του Νεοελληνικές φιλολογικές σπουδές, 1971* άνατύπωση άπό τά Κριτικά Φύλλα, 1, 1971, 39-51) οσο καί τό γεγονός δτι κατά τούς αιώνες τής Τουρκοκρατίας λειτουργούσε, στή θέση τής σημερινής άνάγνωσης τής «καθαρής» λογοτεχνίας, ή έπαφή μέ ένα σύνολο πολυειδοΰς γραπτοΰ και προφορικού λόγου καί επομένως δτι ή νεοελληνική φιλολογία πρέπει νά προσαρμόζει τήν οπτική της σέ ένα διαχρονικά μεταλλασσόμενο άντικείμενο, χωρίς νά δεσμεύεται άπό τά παγιωμένα διακριτικά τής νεώτερης λογοτεχνικότητας. "Όλη αύτή ή γραμματεία πρέπει νά άντιμετωπίζεται οχι μόνο ώς πηγή ιστορικών πληροφοριών καί ώς άντικείμενο κειμενοδιφικής έρευνας, άλλά καί ώς «άτυπη» εύρύτερη λογοτεχνία πού άπαιτει έξιδιασμένη ιστορική - αισθητική προσέγγιση, ώστε νά συλληφθεί σέ δλες τις δψεις της ή πνευματική φυσιογνωμία τοΰ νέου έλληνισμοΰ. Έξάλλου, ό διαφοροποιούμενος ιδεολογικός χαρακτήρας τών φαινομένων δλης αύτής τής μακρότατης περιόδου γίνεται κατανοητός άλλοτε μέσα στήν προοπτική τοΰ «Byzance après Byzance» (Ν. Jorga), άλλοτε μέσα στήν άντίστροφή της, τοΰ άρχόμενου καί τοΰ προχωρημένου Νεοελληνικού Διαφωτισμοΰ — ένώ για τά πολλά «ένδιάμεσα» καί μεικτά φαινόμενα τά έρμηνευτικά κριτήρια εύλογα συνδυάζονται. Μία διφυία έπιστημονικών έπιδόσεων, μέ κοινό ύπόστρωμα τό «ολικό» κρητολογικό ένδιαφέρον καί μέ σπάνια ισοδυναμία σέ ύψηλής ποιότητας άποτελέσματα, χαρακτηρίζει τό έργο τοΰ Στυλιανοΰ Αλεξίου (1921). Παράλληλα μέ
μιά μεγάλη σειρά άρχαιολογικών έρευνών στον χώρο κυρίως του μινωικού πολιτισμού, άσχολήθηκε διεξοδικά μέ τήν κρητική λογοτεχνία, επεκτείνοντας στή συνέχεια «έκατέρωθεν» τις μελέτες του στό άκριτικό έπος και στον Σολωμό. Ή αυστηρή φιλολογική μέθοδος και ή όξεία αίσθηση του κρητικού λογοτεχνικού και κοινού ιδιώματος θεμελιώνουν τις άρτιες έκδόσεις κειμένων καί ή ευχέρεια τής ιστορικής - έρμηνευτικής σκέψης του συγγραφέα υπηρετεί τήν κατανόηση του δλου πολιτισμικού χαρακτήρα τής έποχής δπου έκδηλώθηκε ή κρητική πνευματική άκμή (Κρητική 'Ανθολογία, ΙΕ'-ΙΖ'αιώνας, '1954, 2 1969· Ή Βοσκοπούλα, 1963* Μπεργαδή, Απόκοπος, 1965* Έρωτόκριτος, 1980* Έρωφίλη, Ζήνων, Τά Ιντερμέδια τής «Έρωφίλης» καί Ό Κρητικός Πόλεμος —σέ συνεργασία μέ τή Μάρθα Άποσκίτη—, 1988, 1991, 1992 καί 1995· « Ό χαρακτήρ του Έρωτοκρίτου», Κρ. Χρ., 6, 1952, 351-422* « Ή κρητική λογοτεχνία καί ή έποχή της», Κρ. Χρ., 8, 1954, 76-108, καί αύτοτελώς, 1995, άπό τις Εκδόσεις Στιγμή, μέ βελτιώσεις- «Τό Κάστρο τής Κρήτης καί ή ζωή του στον IÇ' καί ΙΖ' αιώνα», Κρ. Χρ19, 1965, 146-178, καί αύτοτελώς: Ήράκλειον, [1965]· Ήκρητική λογοτεχνία κατά τή βενετοκρατία, Κρήτη 1990· Κρητικά φιλολογικά, 1999). Ή ύποδειγματική έπίσης έκδοση του Διγενή Ακριτη (Έσκοριάλ), έπειτα άπό συστηματική προεργασία, τοποθετεί τόν συγγραφέα άνάμεσα στούς άρμοδιότερους μελετητές καί αύτής τής περιοχής τής νεοελληνικής γραμματείας ( Ακριτικά, 1979· Βασίλειος Διγενής Ακριτης (κατά τό χειρόγραφο του Έσκοριάλ) και τό άσμα του Αρμούρη, 1985· Δημώδη βυζαντινά, 1997). Τρίτος σταθμός τών έκδοτικών έγχειρημάτων του εϊναι ή υπεύθυνη προσπάθεια συνθετικής έκδοσης τών ολοκληρωμένων μονάδων καί τών άρτιότερων ένοτήτων του σολωμικού έργου, ώστε νά άναδεικνύεται ή ποιητικότητα καί γενικά ή δημιουργικότητά του στον βαθμό πού άντικειμενικά έπιτρέπουν τά δεδομένα καί προφανώς ύποδεικνύει ή βούληση του ποιητή· τά κείμενα πλαισιώνονται μέ διεξοδικές έπιμέρους εισαγωγές, σχετικές δχι μόνο μέ τό κυρίως έκδοτικό ζήτημα άλλά καί μέ τό γραμματολογικό καί τό έρμηνευτικό (Διονυσίου Σολωμού, Ποιήματα και Πεζά. Επιμέλεια - Εισαγωγές—, 1994). — Ό M. I. Μανούσακας (1914-2003), πού τό μεγαλύτερο μέρος του έργου του εϊναι ιστορικό καί στηρίζεται σέ έκτεταμένες άρχειακές έρευνες, άφιερωσε καί άρκετές έργασίες κυρίως στήν κρητική λογοτεχνία, έμπλουτίζοντας τις γνώσεις μας γιά τήν πρώιμη φάση της μέ τήν άνακάλυψη του άγνωστου ώς τό 1954 ποιητή Λεονάρδου Ντελλαπόρτα (τά Ποιήματα του όποιου ήδη εξέδωσε κριτικά), παρουσιάζοντας μιάν εύσύνοπτη καί πλήρως ένημερωμένη ώς τήν εποχή της ιστορική έκθεση τής λογοτεχνίας αύτής καί προωθώντας τή μελετη άλλων συναφών προβλημάτων («Ζητήματα του Κρητικού Θεάτρου», Κρ. Χρ-> 1, 1947, 47-73· «Ανέκδοτα ιντερμέδια του Κρητικού Θεάτρου», Κρ. Χρ.> 1,
1947, 525-580· «Les romans byzantins de chevalerie et l'état présent des études les concernant», RÉB, 10, 1952, 70-83* Κριτική βιβλιογραφία του «Κρητικού Θεάτρου», 21964* 'Ηκρητική λογοτεχνία κατά τήν εποχή τής Βενετοκρατίας, 1965* «Τά τρία τελευταία ιντερμέδια του "Κρητικού Θεάτρου"», Πεπραγμένα του Ç' Διεθνούς Κρητολογικοϋ Συνεδρίου, Β', 1991, 317-342* κ.ά.). Μνημονεύεται έπίσης έδώ ή κριτική έκδοση τής συλλογής έπιστολών του Φραγκίσκου Σκούφου (Ό Γραμματοφόρος, 1998), τήν όποια πραγματοποίησε ό Μανούσακας μέ τή συνεργασία του Μιχ. Λασσιθιωτάκη. Πρόκειται γιά τεκμηριωμένη έκδοση —μέ εισαγωγή, έκτενή ιστορικά και φιλολογικά Σχόλια, Γλωσσάριο καί Εύρετήρια— 152 έπιστολών άνθολογημένων άπό τόν Σκούφο (1644-1697). Αξίζει άκόμη νά προστεθεί ότι στο δημοσίευμα αύτό γίνεται καί μιά «συνοπτική άναδρομή στούς νεοέλληνες έπιστολογράφους άπό τόν 15ο αιώνα ώς τόν Σκούφο καί άποτίμηση τής λογοτεχνικής άξιας του έργου καί τής θέσης του στή νεοελληνική λογοτεχνία». Τελευταία έκδοτική συμβολή του Μ. I. Μανούσακα (μέ συνεκδότη τόν Β. Πουχνερ): 5Ανέκδοτα στιχουργήματα του θρησκευτικού θεάτρου του ΙΖ' αιώνα (2000) — έργα τών ορθοδόξων Χίων κληρικών Μιχαήλ Βεστάρχη, Γρηγορίου Κονταράτου καί Γαβριήλ Προσοψά. — Τήν παράδοση τής διονυχιστικής έρευνας στήν ίδια περιοχή συνέχισε καί ό βυζαντινολόγος Ν. Μ. Παναγιωτάκης (1935-1997), συμβάλλοντας σημαντικά στή σπουδή προσωπογραφικών καί πραγματολογικών ζητημάτων ( Ό ποιητής του «Έρωτοκρίτου» και άλλα βενετοκρητικά μελετήματα, 1989* Κρητικό Θέατρο, 1998* Κρητική 1'Αναγέννηση, 2002). Στόν έκδοτικό τομέα, ό ίδιος μελετητής άσχολήθηκε μέ τό κείμενο τής πρώτης έκδοσης (1509) του Άπόχοπου (1991), έξέδωσε κριτικά τό στιχούργημα του 16ου αιώνα Ό Φαλλίδος (1993), ένώ ή Παλαιά και Νέα Διαθήκη έκδόθηκε μετά τόν θάνατο του (2004). Ό Παναγιωτάκης έτοίμαζε καί κριτική έκδοση τών ποιημάτων του Σαχλίκη. Ό ίδιος άναφέρεται έδώ καί ώς συνεκδότης (μαζί μέ τόν Β. Πουχνερ) τής έπίσης μεταθανάτιας έκδοσης (1999) του θρησκευτικού δράματος του 18ου αιώνα Ήτραγέδια του Άγιου Δημητρίου. Ό Φαίδων Κ. Μπουμπουλίδης (1923) άσχολήθηκε μέ τήν κρητική καί ιδιαίτερα μέ τήν έπτανησιακή λογοτεχνία, παρουσιάζοντας γραμματολογικά μελετήματα καί χρήσιμες βιβλιογραφικές καταγραφές. Στόν όλο χώρο τής νεοελληνικής λογοτεχνίας άναφέρονται οί βιβλιογραφικές έπισκοπήσεις του καί πολλές άνθολογήσεις κειμένων (Τό πρότυπον του «Ζήνωνος», 1955* Ή Συμφορά τής Κρήτης του Μανόλη Σκλάβου, 1955* Νέαι έρευναι περί τους Ζακυνθίους ποιητάς και πεζογράφους, 1959* «Αϊ υπό τών Επτανησίων νεοελληνικαί μεταφράσεις κλασσικών συγγραφέων», ΕΕΦΣΠΑ, 14,1963-1964, 492-540* Νεοελληνικά μελετήματα, Α'-Β', 1978* Συμβολή εις τήν έπτανησιακήν βιβλιογρα-
φίαν. Περιοδικά και εφημερίδες Ζακύνθου 1853-1952, 1956* Βιβλιογραφία νεοελληνικής φιλολογίας [8 τεύχη: 1966-1978], 1969-1981* Προσολωμικοί, Α'Ε \ 1966-1997* Κείμενα νεοελληνικής δραματουργίας, Α'-Β', [1969-1974]* ν Έμμετρες παρωδίες, 1977* 'Ανέκδοτα ποιητικά κείμενα του Μαρίνου Σιγούρου, 2004). — Ή Γλυκερία Πρωτοπαπά-Μπουμπουλίδου (1926) μελέτησε ζητήματα του έπτανησιακου θεάτρου, μέ μία άπό τίς πρώτες έπιστημονικές μονογραφίες στόν χώρο αύτό ν καί μέ άλλες έρευνες, καί ενδιαφέρθηκε έπίσης γιά τήν ποίηση του άθηναικου ρομαντισμού καί γιά τή νεώτερη πεζογραφία, συνδυάζοντας τή γραμματολογική έργασία μέ τή φιλολογική έκδοση ή τήν άνθολόγηση (Τό θέατρον έν Ζακύνθω άπό του ΙΖ' μέχρι του Ιθ' αιώνος (Έπί τγ\ βάσει ανεκδότων κειμένων), 1958* Αντωνίου Μάτεσι, *Έργα, 1968* Σαβόγιας Ρούσμελης, 1971* «Γεώργιος Καλοσγουρος», Έπετηρις Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών, 5, 1987-1988, 256-320* Γεώργιος Παράσχος, 1977* Πεζογραφικά κείμενα του πολέμου και τής κατοχής, 1974). — Ό Εύάγγελος Α. Σκουβαράς (1921-1983) παρουσίασε έργα ιδιαίτερης έρευνητικής φιλοπονίας, τά όποια στηρίζονται κυριότατα σέ άνέκδοτο ύλικό καί άναφέρονται καί στήν εύρύτερη λόγια κίνηση κατά τήν έποχή τής Τουρκοκρατίας ή σέ ένδιαφέροντα έπιμέρους γραμματειακά θέματα (Τό ύμνογραφικό έργο του 'Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του 'Αλέξανδρου Μωραϊτίδη (μέ άνέκδοτα φιλολογικά και μουσικά κείμεναΧ i960* 'Ιωάννης Πρίγκος (Ή έλληνική παροικία του "Αμστερνταμ - Ή Σχολή και ή Βιβλιοθήκη τής Ζαγοράς\ 1964* 'Ανέκδοτα άντικοραϊκά κείμενα, 1965 (άνατύπωση άπό τόν τόμο: νΈρανος είς Άδαμάντιον Κοραήν, 1965)* Στηλιτευτικά κείμενα του ΙΗ' αιώνος (Κατά τών Άναβαπτιστών), 1967 (προδημοσίευση άπό τό BNJ, 20, 1970, 50-227)* Όλυμπιώτισσα (Περιγραφή και ιστορία τής Μονής - Ή Βιβλιοθήκη και τά χειρόγραφα - Κατάλογος χειρογράφων - 'Ακολουθία - Άναγραφαί και Χρονικά - "Έγγραφα), 1967). Μέ έντονο ένδιαφέρον γιά τόν Διαφωτισμό καί γενικότερα γιά τήν πνευματική κίνηση κατά τήν προχωρημένη Τουρκοκρατία, ό Άλκης Αγγέλου (19172001) έπιδόθηκε σέ έρευνες πού, πέρα άπό τά παραδοσιακά όρια τής περιγραφικής γνώσης, προσδιορίζουν κυρίως τόν ποιοτικό χαρακτήρα τών λόγιων ρευμάτων, τίς διασταυρώσεις τους καί τίς έξελικτικές μεταλλαγές τους. Τό βιβλίο του Πλάτωνος Τύχαι (Ήλόγια παράδοση στήν Τουρκοκρατία) (1963) χαρακτηρίζεται άπό τήν οργανική συνάρτηση τών ιστορικών δεδομένων καί τήν πολλαπλή έρμηνεία τους. Γενικά στις έργασίες του τόν άπασχολουν ιδιαίτερα οί συγκρούσεις τών άνακαινιστικών νοοτροπιών του νέου έλληνισμου μέ τίς συντηρητικές, οί έπαφές τής νεοελληνικής σκέψης μέ τή δυτική, οί κορυφαίες άλλά καί οί μικρότερου διαμετρήματος προσωπικότητες, έφόσον διαδραματίζουν έναν προδρομικό ή άντιπροσωπευτικό ρόλο, καί τά κείμενα πού συνιστουν είτε τήν
άμεσότερα λογοτεχνική είτε τήν ευρύτερα πνευματική και ιδεολογικά καθοριστική έκδήλωση μιας ύπό διαμόρφωση κοινωνίας (Παναγιώτης Κοδρικας, Εφημερίδες, 1963* Τών Φώτων. "Οψεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, [Α'] και Β', 1988 καί 1999* Μελέτη τής κοινής έλληνικής διαλέκτου, 1998). Επανεκδίδοντας σημαντικά κείμενα, τά συνοδεύει μέ περιεκτικές εισαγωγές πού διερευνούν κυρίως τις καθοριστικές γιά αύτά συνθήκες τής έποχής τους, τούς στόχους τών συγγραφέων καί τά ιδεολογικά καί τεχνοτροπικά μέσα πού χρησιμοποιήθηκαν γιά τήν έπίτευξή τους (Αδαμάντιος Κοραής, ΌΠαπατρέχας, 1970* Ψυχάρης, Τό ταξίδι μου, 1971* Νικόλαος Δραγούμης, ΊστορικαΙ Αναμνήσεις, Α'-Β', 1973* Ίώσηπος Μοισιόδαξ, 'Απολογία, 1976* Γρηγόριος Παλαιολόγος, Ό Ζωγράφος καί Ό Πολυπαθής, 1989). Στή μελέτη τής νεοελληνικής γραμματείας τού ύστερου 19ου αιώνα καί στήν έκτίμηση του γενικότερου στοχασμού τής περιόδου αύτής συμβάλλει ιδιαίτερα ή έκδοση τών Απάντων τού Ροίδη (Α'Έ', 1978) καί τού Βικέλα (Α'-Η', 1997). Αναγνωρίζοντας εμφατικά τή σημασία τών τεκμηρίων, ό συγγραφέας μερίμνησε γιά τήν έγκυρη παρουσίαση άνέκδοτων ή έλάχιστα γνωστών κειμένων. Ανανεώνοντας δμως καί τά έρωτήματα πού θέτει στά κείμενα ή έρευνα, προχωρεί σέ εύσύνοπτες φιλολογικές συνθέσεις πού προσεγγίζουν τά άντικείμενά τους άπό πολλές άπόψεις και συμβάλλουν στήν κριτική σύλληψη τών πραγματοποιήσεων καί τών προβλημάτων τής νεοελληνικής παιδείας. — Ή μέριμνα τού Γ. Π. Σαββίδη (1929-1995) γιά τή φιλολογικά έγκυρη προσέγγιση κορυφαίων Ελλήνων ποιητών του 20ού αιώνα άπέδωσε μιά προγραμματισμένη σειρά έργασιών ύποδομής καί μελέτης (οί πρώτες συναιρούν γόνιμα τήν έπιστημονική τεχνική μέ τήν κριτική σκέψη). Έτσι, ή στοχαστική έκκαθάριση του έδάφους τών καβαφικών σπουδών, μέ τήν έκδοτική κωδικοποίηση τών 154 ποιημάτων καί τήν ομαλή - συνοδευτική συμπλήρωσή τους μέ τά «άνέκδοτα» καί τά «άποκηρυγμένα», ή συστηματική διερεύνηση τής έκδοτικής πρακτικής και τακτικής του ίδιου τοΰ Καβάφη, πού άποβαίνει έρμηνευτικά ένδιαφέρουσα γιά τό έργο του, καί ή άνίχνευση καθοριστικών στοιχείων καί τρόπων τής ποιητικής του θεωρίας και πράξης, προώθησαν αποφασιστικά τήν έρευνα (Ποιήματα, Α' (1896-1918), Β' (1919-1933), 1963 [και: «Νέα έκδοση»: 1991]· 'Ανέκδοτα Ποιήματα 1882-1923, 1968· Άποκηρυγμένα Ποιήματα και Μεταφράσεις (1886-1898), 1983* Οι καβαφικές έκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και σχόλιο, 1966* Μικρά καβαφικά, Α', 1985, Β', 1987). Ανάλογη άνανέωση τής μελέτης τοΰ Καρυωτάκη έπιφέρουν καί ένθαρρύνουν οί σχετικές έργασίες ("Απαντα τά ευρισκόμενα, ΑΙ, 1965, Β', 1966· Ποιήματα και Πεζά, 1972* Τά Πεζά, 1989· Στά χνάρια του Καρυωτάκη, 1989), πού συγκροτούνται μέ γνώμονα τό καθαυτό λογοτεχνικό ένδιαφέρον τοΰ άντικειμένου καί ένσωματώνουν τά διαφωτιστικά βιογραφικά δεδομέ-
να στή φιλολογική προοπτική. Ή έξοικείωση του συγγραφέα μέ τό έργο, τή νοοτροπία καί τήν έκδοτική βούληση του Σεφέρη άποκρυστάλλωσε ένα έκδοτικό σχήμα του ποιητικού, του κριτικού καί του άφηγηματικου έργου του τελευταίου καί ύποστήριξε τή σπουδή γενικών καί ειδικότερων όψεων τής δημιουργικής φυσιογνωμίας του (Ποιήματα [άπό τήν 8η έκδοση (1972) καί έξής]· Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β', 1976· Δοκιμές, Α' (1936-1947), Β' (1948-1971), 1974· Ό Καβάφης του Σεφέρη, 1984* Έξι νύχτες στήν Ακρόπολη, 1974* Μιά περιδιάβαση. Σχόλια στό «...Κύπρον, οΰ μ9 έθέσπισεν...», 1962* βλ. καί τά σεφερικά στις συναγωγές φιλολογικών άρθρων Πάνω νερά, 1973, Έφήμερον σπέρμα, 1978, Φύλλα - Φτερά. Δοκιμές και Δοκιμασίες 1989-1993,1995* 'Εδώδιμα άποικιακά. Ελάσσονα και άνέκδοτα κείμενα και ποιητικές μεταφράσεις 1945-1995, 2000· Λυχνοστάτες γιά τόν Σικελιανό, 2003). Ένώ ή έκδοση τών Απάντων του Σικελιανού (15 τόμοι: βλ. έδώ παρακάτω, Μέρος Γ', Κεφ. Δ', Άπαντα Νεοελλήνων Συγγραφέων: Σ ι κ ε λ ι α ν ό ς Άγγελος) συμβάλλει στή μεθοδικότερη γραμματολογική γεφύρωση τής γενιάς του '30 μέ τήν παλαμική. Ιδιάζον γνώρισμα τών μελετημάτων του Σαββίδη είναι ή εύέλικτη συνάρθρωση του προσωπικού φιλολογικού λόγου μέ τόν λόγο τών κειμένων πού κάθε φορά τόν άπασχολουν, δηλαδή μία σύνθεση πού παρέχει στό άντικείμενο πεδίο άνάπτυξης καί αύτοκαθορισμου, χωρίς νά άδρανεϊ ό μελετητής άλλά καί χωρίς νά προκαταλαμβάνεται άπό αύτόν ό άναγνώστης. Καί ή μέθοδος αύτή γίνεται άποδοτικότερη, καθώς συνοδεύεται άπό τήν άποφυγή του περιττού βιβλιογραφικού φόρτου καί προπαντός άπό τήν εύχέρεια διάκρισης άνάμεσα στή σημαντική καί στήν έπουσιώδη λεπτομέρεια — ιεράρχηση πού έλειψε άρκετά συχνά καί άπό τήν παραδοσιακή άλλά καί άπό τή νεωτερική φιλολογία. Οί κριτικές μελέτες του Κώστα Στεργιόπουλου (1926) καλύπτουν πολλά θέματα τής μεσοπολεμικής ποίησης καί στηρίζονται σέ μιάν έκτεταμένη γνώση τών κειμένων, πού συνδυάζεται μέ τή νηφάλια άξιολόγησή τους. Καρπός τής άσχολίας του μέ τόν Τέλλο Άγρα είναι προπαντός μιάν συνθετική μονογραφία του γιά τόν ποιητή καί τήν έποχή του ( Ό Τέλλος "Αγρας και τό πνεύμα τής παρακμής, 1962) καί ή προσεκτική συγκεντρωτική έκδοση του κριτικού του έργου (έως τώρα: Κριτικά, Α-Δ', 1980-1995)· ένώ ή συμβολή του στή μελέτη του Καρυωτάκη εϊναι μία πρώτη έκτενής έρευνα τών λογοτεχνικών άπηχήσεων πού μαρτυρεί τό έργο του (Οί έπιδράσεις στό εργο του Καρυωτάκη, 1972). Ή έρμηνευτική καί κριτική παρακολούθηση τής μετάβασης άπό τήν παραδοσιακή στή νεωτερική ποίηση, κυρίως έδώ μέσα άπό τόν δρόμο του άνανεωμένου συμβολισμού, πραγματοποιείται μέ τή μελέτη του έργου πέντε άντιπροσωπευτικών ποιητών (Από τόν συμβολισμό στή «νέα ποίηση», 1967). Τή γενικότερη μετεξέλιξη τής παραδοσιακής ποίησης έξετάζει ό συγγραφέας σέ μιά έργα-
σία γραμματολογικής μελέτης καί άνθολόγησης (Ή ανανεωμένη παράδοση, 1980). Καθώς έπίσης στράφηκε κατά καιρούς μέ μικρότερα πρωτότυπα μελετήματα σέ ποιητές άπό τόν Κάλβο ώς τόν Παπατσώνη καί σέ άλλους παλαιότερους καί νεώτερους ποιητές ή πεζογράφους (Περιδιαβάζοντας, Α'-ΣΤ', 19822004), ένώ έξαρχής άσχολήθηκε σέ πολλά κριτικά άρθρα του καί μέ σύγχρονα έργα, ό συγγραφέας διαμόρφωσε ένα έντονο συνολικό ένδιαφέρον γιά τή λογοτεχνία του 19ου καί κυρίως του 20ου αιώνα. — Ό Καριοφίλης Μητσάκης (1932), πού άσχολήθηκε συστηματικά καί μέ τή βυζαντινή ύμνογραφία, άφιέρωσε πολλές έργασίες στόν όλο χώρο τής νεοελληνικής λογοτεχνίας άπό τά πρωτονεοελληνικά κείμενα έως τήν πεζογραφία τής γενιάς του *30. Ήάσχολία του μέ τή δημώδη γραμματεία τών υστεροβυζαντινών χρόνων άντιπροσωπεύεται άπό ειδικότερες πραγματείες καί έκδόσεις καί άπό μιά γενικότερη εισαγωγική επισκόπηση (Προβλήματα σχετικά μέ τό κείμενο, τις πηγές και τή χρονολόγηση τής Άχύληίδας, 1963* Εισαγωγή στή νέα έλληνική λογοτεχνία, Α', 1973). Τό κύριο σώμα τών γραμματολογικών μελετών του συγκεντρώνεται στούς τόμους: Πορεία μέσα στο χρόνο, 1982* Τό έμφυχουν ύδωρ, 1983* Σημεία άναφοράς, 1987, κ.ά. Βλ. έπίσης τή μονογραφία του Νεοελληνική πεζογραφία. I Ή Γενιά του '30, 1977. Στις έργασίες αύτές ένδιαφέρεται γιά τή σχέση τών συγκεκριμένων έργων μέ τή λογοτεχνική παράδοση, γιά τόν τρόπο οργάνωσης τής θεματικής τών συγγραφέων καί γιά τήν έξέλιξή τους. Έδωσε έπίσης ορισμένες ένδιαφέρουσες άνθολογήσεις ( Ό πετραρχισμός στήν Ελλάδα. 'Ανθολογία ελληνικού σονέτου, 1973* Νεοελληνική μουσική και ποίηση, 1979). — Ή καταρτιση της Ελένης Κακουλίδη-Πάνου (1932) στην περιοχή της ευρυτερης νεοελληνικής γραμματείας άπό τόν 15ο έως τόν 18ο αιώνα προκάλεσε περιεκτικές συνεισφορές. Άσχολήθηκε μέ τή θρησκευτική άλφαβητική άκροστιχίδα (Νεοελληνικά θρησκευτικά άλφαβητάρια, 1964), άποσαφηνίζοντας πολλά ζητήματα τής χειρόγραφης παράδοσης καί τής διάδοσης τών κειμένων καί προσφέροντας δείγματά τους κριτικά άποκαταστημένα. Μέ μιά σειρά μελετών προώθησε τήν έρευνα στόν χώρο κυρίως τών δημωδών πεζών κειμένων τής Τουρκοκρατίας, άλλά καί τής δραστηριότητας τών βιβλιογράφων καί τών βιβλιογραφικών έργαστηρίων τής υστεροβυζαντινής περιόδου (Συμβολές, 1982). Στήν πρώτη άπό τις δύο προηγούμενες κατευθύνσεις άνήκει καί ή έκτενής γραμματολογική καί έκδοτική έργασία της πού άναφέρεται στόν λόγιο ιερέα του IÇ'-IZ' αιώνα Ιωάννη Μορεζήνο («Ό Ιωάννης Μορεζήνος καί τό έργο του», Κρ. Χρ., 22, 1970, 7-78 καί 389-506) καί άναδεικνύει μιάν άκόμη πτυχή του πρώιμου νεοελληνικού πεζού λόγου, όπως καί οί έκδόσεις πού έπιμελήθηκε: νΑνθος τών Χαρίτων - Φιόρ δέ Βερτου. Ή κυπριακή παραλλαγή. Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ελένη Κακουλίδη-Πάνου, Κομνηνή Δ. Πηδώνια. Λευκωσία 1994 [Δημοσιεύ-
ματα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών, XVI]· Ίωαννίκιος Καρτάνος, Παλαιά τε και Νέα Διαθήκη. [Βενετία 1536]. Φιλολογική Επιμέλεια Ελένης Κακουλίδη-Πάνου. Γλωσσικό Επίμετρο Ελένης Καραντζόλα. Κέντρο Έλληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη [2000]. Ή άσχολία του κλασικού φιλολόγου Δ. Ν. Μαρωνίτη (1929) καί μέ τά νεοελληνικά κείμενα άνανέωσε τή σπουδή πολλών βασικών θεμάτων του νεωτερικου καί του ευρύτερου ποιητικού χώρου, μέ πρωτότυπα μελετήματα πού κινούνται κατεξοχήν στό έπιπεδο τής έρμηνευτικής φιλολογίας. Ή κατανόηση καί ή κριτικά γόνιμη κατάφαση τού έργου τού Ελύτη άξιοποιουνται σέ συνεκτικά δοκίμια, πού διαφωτίζουν τόσο τή συνολική ιδιαιτερότητα οσο καί τήν έξέλιξη τού ποιητή ("Οροι του λυρισμοΰ τοΰ Όδυσσέα Ελύτη, 1980). Οί έπίμονες άνιχνεύσεις στό σεφερικό έδαφος —δηλαδή σέ ένα άντικείμενο πού φαίνεται νά άνταποκρίνεται περισσότερο άπό κάθε άλλο στό φάσμα τών ένδιαφερόντων καί τών έρωτημάτων τού συγγραφέα— άναλύουν καί άνασυνθέτουν τά στρώματα μιας δραματικής ποιητικής, πού ή τελική προσφορά της στόν άναγνώστη είναι ένα ισχυρό ένιαϊο έρεισμα καλλιτεχνικής καί βιοτικής ώριμότητας ( Ή ποίηση τοΰ Γιώργου Σεφέρη, 1984). Εξοικειωμένος μέ τις προϋποθέσεις καί τόν χαρακτήρα τών ποιητικών κορυφώσεων, ό συγγραφέας χρησιμοποίησε τήν έμπειρία του αύτήν στή διερεύνηση τών καταβολών καί στήν εκτίμηση τής αύτοδυναμίας άξιόλογων ποιητών τής πρώτης μεταπολεμικής γενιάς (Ποιητική και πολιτική ήθική. Πρώτη μεταπολεμική γενιά. 'Αλεξάνδρου - 'Αναγνωστάκης - Πατρίκιος, 1976* Μίλτος Σαχτούρης, 1980* βλ. καί γιά τόν Σινόπουλο, στό έπόμενο βιβλίο του, σσ. 171-217). Ό κύκλος τών άναζητήσεων διευρύνεται μέ συμβολές πού σχολιάζουν έξαρχής ή έπισημαίνουν γιά πρώτη φορά συγκεκριμένες κατακτήσεις καί όψεις τής ποίησης τού Σολωμού, τού Καβάφη, του Ρίτσου, τού Ε μ πειρίκου, τού Εγγονόπουλου καί τού Αναγνωστάκη, καί μέ άλλες πού έξετάζουν τήν ιδιομορφία μερικών νεώτερων πεζογράφων (Πίσω Μπρος, 1986* Ή πεζογραφία τοΰ Γιώργου Χειμώνα, 1986* Διαλέξεις, 1992). Ή πρακτική τών μελετών αύτών καθώς και ορισμένα συνεπόμενα θεωρητικά κείμενα, πού άναφέρονται στούς στόχους καί στή διαδικασία τής φιλολογικής μεθόδου, καθορίζουν ένα έργο δπου ή συνθετική ικανότητα έπιτρέπει στήν ούσιαστική έρευνα και στήν κριτική σκέψη νά έκφράζονται άδιάσπαστα, σέ έναν πυκνό άλλά καί διαυγή λόγο. — Ό Γιάννης Δάλλας (1924), άφου έδωσε άρκετά γραπτά σοβαρής δοκιμιογραφικής κριτικής ('Εποπτείες, 1954* Υπερβατική συντεχνία, 1958), άξιοποίησε τή διεισδυτική άναγνωστική του εύχέρεια σέ συστηματικότερες πραγματείες, πού έξετάζουν σημαντικά ποιητικά έργα καί άνάγονται άπό τήν έρμηνεία τών κειμένων στή θεώρηση τής γενικότερης ποιητικής τους. Ή διεξοδική άσχολία του μέ τόν Καβάφη άποκάλυψε σημαντικές διαστάσεις τής
ιστορικής συνείδησης του ποιητή και τής ιδεολογικής υποδομής του έργου του, υποδεικνύοντας δμως και τόν τρόπο μετασχηματισμού τών στοιχείων αύτών σέ ποιητικές πράξεις (Καβάφης και ιστορία, 1974* Ό Καβάφης και ή δεύτερη σοφιστική, 1984* Ό ελληνισμός και ή θεολογία στον Καβάφη, 1986). Ή κατανόηση τής λειτουργίας καί τών ειδοποιών γνωρισμάτων τόσο τής παραδοσιακής δσο καί τής νεωτερικής ποίησης γίνεται έμφανής καί στις περιεκτικές μελέτες του γιά τόν Βάρναλη καί τόν Σαχτούρη ( Ή δημιουργική δεκαετία στήν ποίηση του Κώστα Βάρναλη, 1988* Εισαγωγή στήν ποιητική του Μίλτου Σαχτούρη, 1979), ένώ οι έργασίες του γιά τόν Κάλβο, τόν Σολωμό καί τόν Θεοτόκη καλλιεργούν μιάν άναλυτική καί διεισδυτική έρμηνευτική μέθοδο ( Ή ποιητική του 'Ανδρέα Κάλβου. Ή πνευματική συγκρότηση και ή τεχνική τών «Ωδών», 1994* Ό κλασικισμός του 'Ανδρέα Κάλβου. Ή άρχαία βάση και ή ύπέρβασή της, 1999* Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Κριτική σπουδή μιας πεζογραφικής πορείας, 2001* Σκαπτή υλη άπό τά σολωμικά μεταλλεία, 2002). Ό κριτικός λόγος του συγγραφέα χαρακτηρίζεται άπό τήν ισχυρή καί εύστοχη συγχώνευση τών πορισμάτων μιας έπίμονης «έσωτερικής» έρευνας στά κείμενα πού τόν άπασχολουν. — Μέ συνδυασμένη καί ιδιαίτερα γόνιμη μαθητεία στον Πολίτη καί στον Δημαρά, ό Παναγιώτης Μουλλάς (1935) άσχολήθηκε άρχικά μέ τήν κριτική κυρίως τής σύγχρονης πεζογραφίας, συνεισφέροντας τεκμηριωμένες πρωτότυπες παρατηρήσεις (βλ. τώρα τήν έπιλογή Γιά τή μεταπολεμική μας πεζογραφία, 1989), μέ ζητήματα τής νεώτερης λογοτεχνίας μας γενικότερα (Παλίμψηστα καί μή. Κριτικά δοκίμια, 1992* Ρήξεις και συνέχειες - Μελέτες γιά τόν 19ο αιώνα, 1993* Ή δέκατη μούσα. Μελέτες γιά τήν κριτική, 2001), άλλά καί μέ τή βιβλιογραφική καί τήν εύρύτερη ίστορικοφιλολογική έρευνα (Βιβλιογραφία έλληνικών συμμείκτων, 1962). Τά ένδιαφέροντά του έξελίσσονται καί συντίθενται σέ μελέτες δπου ή ιστορική έξέταση τών φαινομένων τής νεοελληνικής λογοτεχνίας καί τών πολιτισμικών της πλαισίων ένισχύεται άπό τήν έρμηνευτική καί κριτική άντιμετώπιση τών κειμένων — καί άντίστροφα. Προέχει στό έπίπεδο αύτό ή διεξοδική έργασία του πού διερευνά τις προϋποθέσεις, τά πλαίσια καί τόν έσωτερικό χαρακτήρα τών πανεπιστημιακών ποιητικών διαγωνισμών (Les concours poétiques de Γ Université d'Athènes 1851-1877,1976) καί συνιστά μιάν άπό τις άρτιότερες συμβολές στήν ιστορία τών θεσμικών καί ιδεολογικών συνθηκών τής νεοελληνικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Ή σύνθεση ιστορίας καί κριτικής εύνόησε έπίσης τή συγκρότηση στέρεων άλλά καί αισθητά «προσωπικών» μελετημάτων γιά κορυφαίους παλαιότερους πεζογράφους. Πρόκειται γιά μία συνεξέταση τών ψυχολογικών καί ιδεολογικών προϋποθέσεων του έργου του Παπαδιαμάντη (Α. Παπαδιαμάντης Αύτοβιογραφούμενος, 1974) καί γιά μία περιεκτική νέα θεώρηση του Βιζυηνού (Γ. Μ. Βιζυηνού, Νεοελληνικά διη-
γήρατα, 1980). Έξαλλου, μέ άφετηρία μιά σειρά νεανικών γραμμάτων του Φώτου Πολίτη, προέκυψε μια εύέλικτη πραγματεία, που άξιοποιεΐ τό υλικό γιά τήν κατανόηση τής κίνησης τών ιδεών και άνάγεται στήν έξέταση εύρύτερων ζητημάτων του έπιστολικου κειμένου (Όλόγος της απουσίας. Δοκίμιο για τήν επιστολογραφία με σαράντα άνέκδοτα γράμματα του Φώτου Πολίτη (19081910), 1992). Γενικά, άποφεύγοντας τις άνεπάρκειες είτε τής νεοσχολαστικής μορφολογίας είτε τής πληροφοριακής γνώσης που δέν φθάνει στήν κατανόηση τής λογοτεχνικότητας τών έργων, ό συγγραφέας προωθεί τήν ένιαία καί ερμηνευτικά άποτελεσματική φιλολογία. — Ή ιστορικοκοινωνική διάσταση κυριαρχεί στις έκτεταμένες συμβολές του Γιώργου Βελουδη (1935). "Επειτα άπό τις πραγματολογικά πλούσιες έργασίες του γιά τή γραπτή καί προφορική νεοελληνική παράδοση γιά τόν Μ. Αλέξανδρο (Der neugriechische Alexander. Tradition in Bewahrung und Wandel, 1968) καί γιά τά έλληνικά τυπογραφεία τής Βενετίας καί τό έλληνικό βιβλίο κατά τήν περίοδο τής Τουρκοκρατίας (Das griechische Druck- und Verlagshaus «Glikis» in Venedig (1670-1854). Das griechische Buch zur Zeit der Türkenherrschaft, 1974) 1 , άσχολήθηκε μέ πολλές όψεις του έργου του Ρίτσου (Γιάννης Ρίτσος. Προβλήματα μελέτης του έργου του, 1982* Προσεγγίσεις στο έργο του Γιάννη Ρίτσου, 1984) καί μέ άλλα ζητήματα τής νεοελληνικής λογοτεχνίας ('Αναφορές, 1983* Μονά-ζυγά, 1992· Τό γράμμα και τό πνεύμα, 2004). Ένώ τά έξαρχής συγκριτικά ένδιαφέροντά του άντιπροσωπεύονται ιδιαίτερα άπό τή μελέτη τών σχέσεων του Σολωμού μέ τούς Γερμανούς ρομαντικούς ποιητές (Διονύσιος Σολωμός. Ρομαντική ποίηση και ποιητική. Οί γερμανικές πηγές, 1989) 2 καί άπό μία μεθοδική δίτομη πραγματεία, πού συγκεντρώνει τά άποτελέσματα τών έρευνών του γιά τήν όλη πρόσληψη τής γερμανικής παιδείας μέσα στόν χώρο τής νεοελληνικής γραμματείας καί πνευματικής ζωής γενικότερα (Germanograecia. Deutsche Einflüsse auf die neugriechische Literatur (1750-1944), 1983). Τά μελετήματα πού συγ-
1. Καί στά έλληνικά: Γιώργος Βελουδη ς, Τό ελληνικό τυπογραφείο τών Γλυκήδων στη Βενετία (1670-1854). Συμβολή στή μελέτη του ελληνικού βιβλίου κατά τήν εποχή της Τουρκοκρατίας, Χ. Μπούρας, [Αθήνα 1987]. 2. Κριτικά, φιλολογικά-έκδοτικά καί έρμηνειππκά μελετήματά του άναφερόμενα στον Σολωμό καί στο έργο του συγκέντρωσε ό Βελουδής στο βιβλίο του Κριτικά στο Σολωμο, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 2000, ένώ στόν έκδοτικό τομέα του σολωμικού έργου σημειώνεται ή συμβολή του: Διονυσίου Σολωμού «Στοχασμοί» στους «*Ελεόθερους Πολιορκισμένους». Ιταλικό κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια. Εκδόσεις Περίπλους, [Άθηνα 1997]. Τελευταία συμβολή του Βελουδή στή μελέτη του σολωμικού έργου: Ό Σολωμός τών *Ελλήνων. Εθνική ποίηση και ιδεολογία: μια πολιτική ανάγνωση. Εκδόσεις Πατάκη, [Αθήνα 2004].
κεντρώνονται στό βιβλίο του Ψηφίδες γιά μιά θεωρία τής λογοτεχνίας (1992) έχουν ώς στόχο τους «τή θεωρία τής λογοτεχνίας και τής έπιστήμης της, τής γραμματολογίας» (σ. 11). Έδωσε έπίσης μιά διεξοδική παρουσίαση τών νεώτερων τάσεων τής θεωρίας τής λογοτεχνίας καί τών συναφών τρόπων μελέτης τών κειμένων (Γραμματολογία. Θεωρία λογοτεχνίας, 1994, 3 2002, βελτιωμένη, άπό τίς έκδόσεις Πατάκη)1. — Ό ποιητής καί φιλόλογος Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931) άφιερώνει ένα μέρος τών δραστηριοτήτων του στήν κριτική μελέτη κυρίως ποιητών του 20ου αιώνα καί στή διονυχιστική καί μεθοδική έρευνα καί βιβλιογράφηση λογοτεχνικών βιβλίων, περιοδικών καί άλλων έκδοτικών τεκμηρίων, που άντιπροσωπεύουν τήν πνευματική κίνηση τής Θεσσαλονίκης άλλά καί γενικότερα τής Μακεδονίας άπό τα μέσα του 19ου αιώνα έως τήν έποχή μας (Δοκίμια, 1965, καί νέα έκδοση, έμπλουτισμένη, 1999* Αποθήκη Α', 1978* Λογοτεχνικά βιβλία και περιοδικά πού τυπώθηκαν στή Θεσσαλονίκη (1850-1950), 1980* Ελληνικές εκδόσεις στή Θεσσαλονίκη έπι τουρκοκρατίας (1850-1912Χ 1980, 2 1997, συμπληρωμένη, καί μέ τόν τίτλο Λογοτεχνικές έκδόσεις Θεσσαλονίκης Ή ποίηση στή Θεσσαλονίκη άπό τό 1913 ώς τό 1940, 1986* Εκατό χρόνια λογοτεχνικού περιοδικού στή Θεσσαλονίκη (1889-1989Χ 1986* Μέ τέχνη και μέ πάθος. Δοκίμια, 1988* Συμπληρώνοντας κενά. Σολωμός - Καβάφης - Καββαδίας - Δούκας - Λαούρδας. Φιλολογικές Μελέτες, 1988* Λογοτεχνικά περιοδικά Θεσσαλονίκης (1889-1954Χ Εισαγωγή - βιβλιογραφία - καταγραφή - προσωπογραφία, 1995* Λογοτεχνικές έκδόσεις μακεδονικών πόλεων πλήν Θεσσαλονίκης 1879-1950, 1998* Ελληνικές έκδόσεις μακεδονικών πόλεων πλήν Θεσσαλονίκης έπι Τουρκοκρατίας, 2000* 5Ανθολογία Μακεδόνων ποιψών, 1860-1913, 2001* Μελέτες γιά τόν Σολωμό, 2001* Ή ποίηση στή Θεσσαλονίκη κατά τούς τελευταίους χρόνους τής Τουρκοκρατίας (1860 -1912), 2003, μέ «Μικρή άνθολογία» ποιημάτων τών ποιητών πού έντάσσονται στήν περίοδο αύτή). Ό Μ. Γ. Μερακλής (1932), παράλληλα μέ τό σημαντικό λαογραφικό έργο του, παρουσιάζει μιά μακροχρόνια καί πλούσια θητεία στή μελέτη τής νεώτερης καί τής σύγχρονης έλληνικής ποίησης καί πεζογραφίας, άσκώντας μορφές συγ1. Σημειώνουμε καί τή μελέτη του Βελουδή, «Jacob Philipp Fallmerayer und die Entstehung des neugriechischen Historismus», Südostforschungen, 29 ( 1 9 7 0 ) 43-90 — και σέ έλληνική μετάφραση μέ προσθήκες: Ό Jacob Philipp Fallmerayer και ή γένεση του ελληνικού ίστορισμοΰ, Ε.Μ.ΝΈ.-ΜΝΗΜΩΝ, [Αθήνα] 1 9 8 2 [Θεωρία καί Μελέτες Ιστορίας, 5]—, οπού έξετάζεται ή άπήχηση «του έργου καί τής θεωρίας του Fallmerayer κ' ή έπίδρασή τους πάνω στή γένεση καί τήν άνάπτυξη του νεοελληνικού ίστορισμου, τής νεοελληνικής λαογραφίας, γλωσσολογίας καί λογοτεχνίας καί τής νεοελληνικής "έθνικής" ιδεολογίας γενικότερα άπ' τά 1 8 4 0 περίπου ώς τίς μέρες μας» (σ. 81).
γραφής που κυμαίνονται άπό τό βραχύ άξιολογικό κείμενο έως τό δοκίμιο και τήν κριτική μονογραφία, μέ αισθητή τήν ύποδομή μιας άρτιας φιλολογικής παιδείας. Έπειτα άπό ορισμένα νεανικά έργα άξιοσημείωτου προβληματισμού ( Ή ποίηση μας, ο διχασμός, τό μεταίχμιο, 1959' Ή μοναξιά και ή ποίηση, 1961), κινήθηκε στόν έπιμέρους έρμηνευτικό δπως καί στόν εύρύτερο γραμματολογικό χώρο μέ άναλυτικές παρατηρήσεις και εύρύτερες έπισκοπήσεις (Ανδρέα Κάλβου, Ώδαί (1-20). Ερμηνευτική έκδοση, 1965, 2 1976· Σύγχρονη έλληνική λογοτεχνία, 1945-1980. Μέρος πρώτο: Ποίηση, 1987 1 · Ή σύγχρονη έλληνική λογοτεχνία (1945-1970). II Πεζογραφία, 1972* Ρομαντικοί - Έποχή του Παλαμά - Μεταπαλαμικοί, 1977: άνθολόγηση μέ γραμματολογικές πλαισιώσεις· Δεκαπέντε ερμηνευτικές δοκιμές στόν Όδυσσέα Ελύτη, 1984· Πέντε λαογραφικά δοκίμια γιά τή γλώσσα και τήν ποίηση, 1985), συνεχίζοντας έπι άρκετά χρόνια καί τήν τακτική κριτική (Λογοτεχνική κριτική, I, 1976), και συνέθεσε εύρύτερα μελετήματα (Τέσσερα δοκίμια γιά τόν Καβάφη, 1985* Προσεγγίσεις στήν έλληνική πεζογραφία (Ό άστικός 4χώρος), 1986) 2 . Τό 2002 έδωσε στή δημοσιότητα καί μιάν άνθολογία τού συνόλου του ποιητικού έργου τοΰ Γιώργου Σαραντάρη, μέ ούσιαστικές εισαγωγικές παρατηρήσεις γιά τό έργο αύτό. Τόν Μερακλή άπασχολεΐ σέ πολλές άπό τις έργασίες αύτές ό μετασχηματισμός τής κοινωνικής έμπειρίας και συνείδησης τών δημιουργών σέ αισθητική πράξη3. Ή περιεκτική σκέψη τοΰ συγγραφέα συνδυάζεται μέ τή συνειδητή προσπάθεια άποφυγής κάθε ίχνους έξεζητημένου ύφους καί καταλήγει στή διατύπωση πρωτότυπων και ούσιαστικών παρατηρήσεων. — Μία άπό τις πρώτες διδακτορικές διατριβές στό δημοτικό τραγούδι (La femme dans la chanson populaire grecque, 1. Ευρεία άνάπτυξη καί συμπλήρωση της πρώτης μορφής: Ή σύγχρονη έλληνική λογοτεχνία (1945-1970),! Ποίηση, Εκδόσεις Κωνσταντινίδη, θεσσαλονίκη 1972. 2. Βλ. καί: «Ξαναδιαβάζοντας τό Ζορμπά ( Ή φιλοσοφική ήθογραφία του Καζαντζάκη)», Θεώρηση τοΰ Νίκου Καζαντζάκη (ΤΈ3), 1977, σσ. 61-66« « Ή Τέταρτη διάσταση του Γιάννη Ρίτσου. Μιά πρώτη προσέγγιση», ''Αφιέρωμα στόν Γιάννη Ρίτσο, Κέδρος, 1981, σσ. 517-544' «Παραλογοτεχνία», Μνήμη Γεωργίου Θ. Ζώρα, 1984, σσ. 567-587* « Ή λαογραφία καί ή έθνογραφία της πεζογραφίας του Φώτη Κόντογλου», Μνημονάριον τοΰ Φωτη Κόντογλου (ΤΈ. 23), 1985, σσ. 40-59* « Ή ποιητική κοινή τών χρόνων του Ανδρέα Κάλβου», Άέναον Σήμα του Ανδρέου Κάλβου ( Τ Μ , 24), 1986, σσ. 72-85* «Μέρες του Κωστή Παλαμά (1859-1919)», Έκηβόλος, τευχ. 14 (Άνοιξη 1986), Κωστής Παλαμας. Ένα Αφιέρωμα, σσ. 1409-1451· « Ή ουσιώδης αισθητική τών έπιστολών καί ή άλληλογραφία του Θεοτοκά μέ τό Σεφέρη», Όδοιπορία τοΰ Γιώργου Θεοτοκά (ΤΈ., 26), 1986, σσ. 49-55. 3. Ό συγγραφέας εισηγήθηκε καί τήν άξιόλογη διατριβή του Έπαμ. Γ. Μπαλούμη, Ή λειτουργία του λαογραφικού στοιχείου στό εργο τοΰ Ά. Καρκαβίτσα (1984), πού θα μπορούσαμε νά πούμε δτι άποτελεϊ ε να δείγμα κοινωνιολογίας της λογοτεχνίας.
1950) συνέθεσε ή Map (α Δ. Μιράσγεζη (1925)· μικρό μέρος του ύλικου τής διατριβής ένσωματώθηκε άργότερα στό βιβλίο της Έρευνα στή δημοτική μας ποίηση. Α' Ό γάμος (1965). Ή Μιράσγεζη έργάστηκε γιά τή διαμόρφωση μιας διδακτικής τής νεοελληνικής λογοτεχνίας στό πλαίσιο τής σχολικής πράξης (καρπόν αύτής τής προσπάθειας άποτελεΐ ιδίως τό βιβλίο της Ποίηση και διδασκαλία, 1978, καί τό ογκώδες δίτομο έργο της: Νεοελληνική Λογοτεχνία, 1978-1982). — Ό Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος (1933) έδειξε μιάν ύποδειγματική καί καρποφόρα άφοσίωση προπαντός στό έργο του Παπαδιαμάντη, καταρτίζοντας μιά πολύ σοβαρή κριτική έκδοση καί συνθέτοντας μελετήματα κειμενολογικής ύποδομής καί έρμηνευτικής θεώρησης του συγγραφέα — ένώ ή λεπταισθησία του εϊναι έμφανής καί στις άλλες έργασίες του. Σέ ορισμένες περιπτώσεις, τά τελευταία χρόνια, συναιρεί μέ ιδιαίτερη δεξιοτεχνία τή φιλολογική μέ τή λογοτεχνική γραφή, γιά νά ύπομνήσει συμβολικά κάποιες όψεις του άντικειμένου πού μελετά (Δαιμόνιο μεσημβρινό. Έντεκα κείμενα γιά τόν Παπαδιαμάντη, 1978* 1Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Είκοσι κείμενα γιά τή ζωή και τό εργο του, Πρόλογος - έπιμέλεια —, 1979* Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, *Απαντα, Α'-Ε'. Κριτική έκδοση —, 1981-1988, καί ''Αλληλογραφία, Φιλολογική έπιμέλεια —, 1992· Τό δίχτυ και τό μέλι, 1983* Μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου. Φιλολογικά στον Παπαδιαμάντη, 1986, καί Είκοσιπεντάχρονος πλους. Φιλολογικά στον Παπαδιαμάντη Β\ 2004* Τό βαθύ πηγάδι ή έκρήξεις συναφών φωτοβολίδων, 1989 [«εϊδος μεικτό» κατά τόν συγγραφέα]· Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Τά διηγήματα, Α'-Γ'. Φιλολογική έπιμέλεια —, 1990-1993· Γράμματα Σεφέρη-Αορεντζάτου (1948-1968λ Επιμελήθηκε —, 1990· Αλεξανδρινέ μ' άέρα, 1991· σημειώνεται, έπίσης, γιά τήν άφομοιωμένη φιλολογικότητά του τό βιβλίο: «Περίτριμμ' άγοράς θεσσαλονίκιον». Κείμενα παιδιόφραστα περι του παιζω-γράφου Ν. Γ. Πεντζίκη, 1993). — Ό Γιάννης Παπακώστας (1939) άσχολειται μεθοδικά σέ έκτενεΐς έργασίες μέ όψεις καί ζητήματα τής πεζογραφίας του ύστερου δέκατου ένατου αιώνα καί μέ τήν ιστορία του δημοτικιστικου κινήματος ( Ή ζωή και τό εργο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, 1980* Τό περιοδικό «Εστία» και τό διήγημα, 1982· Ό Φώτης Φωτιάδης και τό «Αδερφάτο τής Εθνικής Γλώσσας». Ή Αλληλογραφία, 1985. Άπό τό 1995 ό Παπακώστας έχει τήν έπιμέλεια τής έκδοσης τών Απάντων του Γεωργίου Δροσίνη (βλ. παρακάτω, Μέρος Γ', Κεφ. Δ', Άπαντα νεοελλήνων συγγραφέων: Δ ρ ο σ ί ν η ς Γεώργιος). Τήν παράδοση τών σολωμιστών τής γενιάς του '30 άνανέωσε ό Μανόλης Κ. Χατζηγιακουμής (1940) μέ προβληματισμένες έρευνες, προχωρώντας καί στά πρώιμα νεοελληνικά κείμενα μέ γόνιμες μεθοδολογικές προτάσεις (Νεοελληνικαι πηγαι του Σολωμού, 1968* Σύγχρονα σολωμικά προβλήματα, 1969· Κω-
στή Παλαμα, Διονύσιος Σολωμός. Επιμέλεια —, 1970 [Εισαγωγή, σσ. 5-32: « Ό Παλαμας κριτικός του Σολωμού»]· Τά μεσαιωνικά δημώδη κείμενα. Συμβολή στή μελέτη και στήν εκδοσή τους. Α', 1977). — Ό Παναγιώτης Σ. Πίστας (1939) προήγαγε τή μελέτη του έργου του Ρήγα Βελεστινλή μέ ιστορικοφιλολογικές άνιχνεύσεις άλλά καί μέ «έσωτερικές» διερευνήσεις τής ιδεολογίας του συγγραφέα, στράφηκε στή συνέχεια στις νεωτερικές ποσοτικές προσεγγίσεις τών ποιητικών κειμένων, ένώ παράλληλα διατηρεί καί τήν έπαφή μέ τή γραμματολογία καί τήν έρμηνεία ( « Ή πατρότητα τών στιχουργημάτων του "Σχολείου τών ντελικάτων έραστών"», Ελληνικά, 20, 1967, 393-412* «Τά τραγούδια του "Εγκολπίου" του Ρήγα», αύτόθι, 22, 1969, 183-206* Ρήγα, Σχολειον τών ντελικάτων έραστών. Επιμέλεια —, 1971 [Εισαγωγή, σσ. ιε'ος': «Τό νεανικό έργο ένός έθνομάρτυρα»]1* «Γιάννης Βλαχογιάννης. Τριάντα χρόνια άπό τόν θάνατο του», Διαγώνιος, τόμ. 4, τευχ. 12, 1975, 248-257* «Προβλήματα έκτίμησης του λεξιλογικού πλούτου τών ποιητικών κειμένων», Αφιέρωμα στον'κοίθηγητή Αίνο Πολίτη^ 1979, σσ. 403-425* «Νίκος Μπακόλας. Παρουσίαση-Ανθολόγηση», Ή μεταπολεμική πεζογραφία, Εκδόσεις Σοκόλη, τόμ. ζ ' , 1988, σσ. 56-109* «Μιά άγνωστη (ή μάλλον λανθάνουσα) μελέτη γιά τόν Κάλβο», Αντί, τευχ. 510 (18 Δεκ. 1992), σσ. 38-41· Ανδρέα Κάλβου, Μικρές ώδές και άλλα ποιήματα, Επιμέλεια —, 2002). — Ή Ελένη Παχίνη-Τσαντσάνογλου (1936-1995) προώθησε καθοριστικά τις σολωμικές σπουδές, συνάγοντας μέσα άπό τά Αυτόγραφα Έργα πολύτιμα στοιχεία, πού τήν οδήγησαν στήν άποκάλυψη άγνωστων συνθετικών προθέσεων του Σολωμού, στή μελέτη τής διαδικασίας γένεσης του έργου του καί στή συγκρότηση άναλυτικών έκδόσεων, πού μέ τή διάρθρωση καί τήν έρμηνευτική μελέτη του ύλικου άνανεώνουν τήν άνάγνωση του ποιητή (Μιά λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού. Τό αυτόγραφο τετράδιο Ζακύνθου άρ. 11,*1978,1982* « Ή ταυτότητα τής 'Φεγγαρο ντυμένης' στον "Κρητικό" του Σολωμού: τό όραμα του ποιητή καί τό όραμα του ζωγράφου», Μνήμη Λίνου Πολίτη, 1988, σσ. 167195* Διονυσίου Σολωμού, Ή Γυναίκα τής Ζάκυθος. 'Όραμα του Διονυσίου ίερομονάχου, έγκατοίκου εις ξωκλήσι Ζακύνθου. Εισαγωγή, άναλυτική έκδοση, σημειώσεις - σχόλια, 1991* [συνοπτικότερη έκδοση μέ τόν ίδιο τίτλο] Εισαγωγή, κείμενο, γλωσσάρι, 1993* άπό τις άλλες έργασίες της σημειώνουμε: Αθανασίου Χριστοπούλου, Λυρικά. Επιμέλεια —, 1970 [Εισαγωγή, σσ. 7-32]). — Αεί . Στή νέα «παρουσίαση» του έργου (Βουλής τών 'Ελλήνων, Ρήγα Βελεστινλή
Άπαντα
τα Σωζόμενα, τόμ. Α', Εισαγωγή - Επιμέλεια - Σχόλια: Παναγιώτης Σ. Πίστας, Αθήνα 2001), ό επιμελητής προχώρησε «... διορθώνοντας καί συμπληρώνοντας δσα κατά τή γνώμη» του «έπρεπε (στήν έκδοση) καί ήταν δυνατόν άπό μέρους» του «(στήν εισαγωγή) νά διορθωθούν καί νά συμπληρωθούν» (σ. 17).
πτουργημένες υφολογικές διερευνήσεις, χρήσιμες καταγραφές καί υποψιασμένες έρμηνευτικές παρατηρήσεις συνεισέφερε ό Ξενοφών Α. Κοκόλης (1939), μέ μιά μακροχρόνια άφοσίωση στή μελέτη προπαντός του νεωτερικου ποιητικού λόγου (Πίνακας λέξεων του Γιώργου Σεφέρη, *1970, 1975* «Λέξεις άπαξ»: στοιχεία ύφους. Θεωρητική έξέταση - Καταγραφή στά «Ποιήματα» του Γ. Σεφέρη, 1975* Πίνακας λέξεων τών 154 ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, 1976* Δώδεκα ποιητές. Θεσσαλονίκη 1930-1960, 1979· Σεφερικά, I, 1982· Γιά τό «"Αξιον 'Εστί» του Ελύτη. Μιά οριστικά μισοτελειωμένη άνάγνωση, 1984* Ποιητική πράξη και σύμπραξη (Σεφερικά, 2), 1985* Σεφερικά μιας εικοσαετίας, 1993* Ή ομοιοκαταληξία. Τύποι και λειτουργικές διαστάσεις, 1993* Ή ποίηση του Μανόλη 'Αναγνωστάκη, 2001* Ό μεταφραστής Σεφέρης. Λρνητική κριτική, 2001· νΑνθρωποι και μή: Τά δρια τής φαντασίας στό Σκαρίμπα, 2004). — Σέ έκτεταμένα πεδία κινείται ό Γιώργος Κεχαγιόγλου (1947), μέ διεξοδικές έρευνες όπου ή παραδοσιακή φιλολογική έμπειρια διασταυρώνεται μέ σύγχρονα μεθοδολογικά σχήματα, πού άξιοποιουν τά άναλυτικά μέσα προπαντός τής άφηγηματολογικής προσέγγισης (Κριτική έκδοση τής Ιστορίας Πτωχολέοντος. Θέματα υστεροβυζαντινής και μεταβυζαντινής λογοτεχνίας, 1978* «Προτάσεις γιά τόν "Πόρφυρα" του Σολωμού», Λφιέρωμα στόν καθηγητή Αίνο Πολίτη, 1979, σσ. 153-184* «Ζητήματα ρητορικής, λογικής καί θεματικής δομής στόν 'Απόκοπο του Μπεργαδή», Άντίχαρη, σσ. 239-256* «Όέρωτας στά χιόνια» του 'Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μιά άνάγνωση, 1984* «Είς τήν όδόν τών Φιλελλήνων» του 'Ανδρέα 'Εμπειρίκου. Μιά άνάγνωση, 1984* 'Ανδρέας 'Εμπειρίκος «Αι Λέξεις». Μορφολογία του μύθου, 1987* «Modern Greek Orientalism. I: The literary responses to the Arab world; A preliminary sketch», MGSY, 3, 1987, 75-97* Τά Παραμύθια τής Χαλιμάς. Α' Άραβικόν Μυθολογικόν, Α'-Β'. Επιμέλεια —, 1988* Γεώργιος Βουστρώνιος, Διήγησις Κρονίκας Κύπρου. Κριτική έκδοση, Εισαγωγή, Σχόλια, Γλωσσάρι, Πίνακες καί Επίμετρο —, 1997* «'Απολλώνιος τής Τύρου»: Ύστερομεσαιωνικές και νεότερες ελληνικές μορφές. Κριτική έκδοση, μέ Εισαγωγές, Σχόλια, Πίνακες λέξεων - Γλωσσάρια καί Ε πίμετρα, 2004) 1 . Ό σκηνοθέτης καί φιλόλογος Σπύρος Α. Εύαγγελάτος (1940) μετέτρεψε τίς δυσχέρειες του «δυσί κυρίοις δουλεύει ν» σέ γόνιμο δυαδισμό, ξεκινώντας άπό χώρους πού, άκριβώς, προσφέρονται γιά αύτό, καί πραγματοποιώντας μέ οξυδέρκεια καί ζήλο δυναμικές έρευνες («Χρονολόγηση, τόπος συγγραφής του Ζήνωνος καί έρευνα γιά τόν ποιητή του», Θησαυρίσματα, 5, 1968, 177-203*
Ιστορία του θεάτρου έν Κεφαλληνία 1600-1900, 1970* «Χρονολόγηση του Έρωτοκρίτου (Ό "terminus post quem" γιά τή συγγραφή του έργου)», Ελληνικά, 33, 1981, 98-127* Προς τήν άλήθεια γιά τόν Βιτσέντζο Κορνάρο. Ποιος ήταν ό ποιητής του «Έρωτοκρίτου»;, 1985* Πέτρου Κατσαΐτη, Ιφιγένεια [έν Ληξουρίω]. Επιμέλεια—, 1995 [Εισαγωγή, σσ. 9*-47*]). — Ό Ερατοσθένης Γ. Καψωμένος (1938) έφαρμόζει συστηματικά στή μελέτη τής νεοελληνικής ποίησης τις μεθόδους τής δομικής καί τής σημειολογικής άνάλυσης, συνθέτοντας έκτενεΐς έργασίες όπου οί «μορφολογικές» διαστάσεις τών κειμένων συναντούν τις ίστορικοκοινωνικές καί τις ψυχολογικές (Ήσυντακτική δομή τής ποιητικής γλώσσας του Σεφέρη. Υφολογική μελέτη, 1975* Τό σύγχρονο κρητικό ιστορικό τραγούδι. Ή δομή και ή ιδεολογία του, 1979* «"Τά Παράθυρα". Σημειολογική διερεύνηση του καβαφικού άδιεξόδου», Αντίχαρη, σσ. 227-237* «Καλή 9ναι ή μαύρη πέτρα σου». Ερμηνευτικά κλειδιά στό Σολωμό, 1992, Αφηγηματολογία. Θεωρία καί μέθοδοι άνάλυσης τής άφηγηματικής πεζογραφίας, [2002]* 'Αναζητώντας τό χαμένο ςύρωπαϊκό πολιτισμό. Α' Νεοελληνική ποίηση καί πολιτισμική παράδοση, [2003]). — Ό Νάσος Βαγενάς (1945) καλλιεργεί μέ συνθετικά μελετήματα τήν έρμηνευτική τής ποίησης καί τή θεωρία τής λογοτεχνίας καί τής κριτικής, άφομοιώνοντας ένεργητικά τούς σύγχρονους σχετικούς προβληματισμούς μέσα σέ προτάσεις πού χαρακτηρίζονται άπό αύτοδυναμία καί πρωτοτυπία ( Ό ποιητής καί ό χορευτής. Μιά εξέταση τής ποιητικής καί τής ποίησης του Σεφέρη, 1979* Γιά έναν ορισμό του μοντέρνου στήν ποίηση, 1984* Ή έσθήτα τής θεάς. Σημειώσεις γιά τήν ποίηση καί τήν κριτική, 1988* Ποίηση καί μετάφραση, 1989* Ή ειρωνική γλώσσα. Κριτικές μελέτες γιά τή νεοελληνική γραμματεία, 1994* Σημειώσεις άπό τό τέλος του αιώνα, 1999* Μεταμοντερνισμός καί λογοτεχνία, 2002* Ή παραμόρφωση του Καρυωτάκη, 2005). — Ό Αλέξης Πολίτης (1945) άσχολεΐται μέ τό δημοτικό τραγούδι καί μέ τις ιδεολογικές συνθήκες πού προσδιόρισαν τό ένδιαφερον τών λογίων γιά αύτό, καθώς καί μέ ζητήματα τής εύρύτερης ιστορίας τών Ιδεών (Τό δημοτικό τραγούδι. Κλέφτικα. Επιμέλεια —, 1970 [Εισαγωγή, σσ. ια'-ξγ']* «Κοραής καί Φοριέλ», Ό Ερανιστής, 11, 1974 [Νεοελληνικός Διαφωτισμός. ''Αφιέρωμα στον Κ. Θ. Δημαρά], 264-295* Ήάνακάλυψη τών έλληνικών δημοτικών τραγουδιών, 1984* Νέα Ιστορία 9Αθέσθη Κυθηρέου. Μέ εισαγωγή καί έπιμέλεια —, 1983* Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες καί Νοοτροπίες στήν Ελλάδα του 1830-1880, 1993* Claude Fauriel, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Α' Ή έκδοση του 1824-1825, 2η έκδοση, Β' Ανέκδοτα κείμενα, Αναλυτικά κριτικά υπομνήματα, Παράρτημα καί έπίμετρα. Εκδοτική έπιμέλεια —, 1999* Εγχειρίδιο του νεοελληνιστή, 2002). — Ή Μαριάννα Δήτσα (1946) μελέτησε τή συμβολή του Legrand στις νεοελληνικές σπουδές (La contribution
d'Émile Legrand aux études néohelléniques en France, [Paris 1974]), καθώς καί θέματα λογοτεχνίας καί ιστορίας τών ιδεών, κυρίως του 19 ο υ αιώνα (Νεολογία καί κριτική στον 19° αιώνα, 1988* Δημητρίου Βικέλα, Λουκής Λάρας. Επιμέλεια —, 1991 [Εισαγωγή, σσ. 27*-133*]· Στο διάμεσο του κλασικισμού και ρομαντισμού, 2001). — Ή ίδιαίτερ α διεξοδική ένασχόληση τής Diana Haas (1948) μέ τόν Καβάφη διαφώτισε καίρια στοιχεία τής πολιτισμικής υποδομής του έργου του, άλλά καί παραμέτρους του ϊδιου του ποιητικού άποτελέσματος* καί ή άνάλογη μεθοδικότητα χαρακτηρίζει καί τις άλλες έργασίες της (σέ συνεργασία μέ τόν Μιχάλη Πιερή: Βιβλιογραφικός οδηγός στά 154 ποιήματα του Καβάφη, 1984* Le problème réligieux dans Γ œuvre de Cavajy. Les années de Formation (1882-1905), 1996). — Ό Μιχάλης Πιερής (1952) μελέτησε καθοριστικά δυαδικά σχήματα τής ποίησης του Καβάφη, άφιέρωσε έρευνες καί έκδοτικές έργασίες σέ έκπροσώπους τής γενιάς του '30 καί σέ μεταπολεμικούς ποιητές καί έξέτασε θέματα τής κυπριακής λογοτεχνίας (Κ. Π. Καβάφης: *Εφοδος στο σκοτάδι (ή εξελικτική πορεία), 1982* 'Αδαμαντίου Διαμαντή καί Γιώργου Σεφέρη, Άλληλογραφία 1953-1971, 1985* σέ συνεργασία μέ τόν Γ. Π. Σαββίδη: Σημαίες στόν ήλιο. Ό «Αεωνής» του 1940 μέ τό ημερολόγιο έργασίας του «Λεωνή» καί τά διηγήματα τής «Παιδικής ηλικίας». Φιλολογική έκδοση —, 1985* Χώρος, Φώς καί Λόγος. Ή διαλεκτική του «μέσα»«έξω» στήν ποίηση του Καβάφη, 1992* Ό χώρος καί τά χρόνια του Τάκη Σινόπουλου, 1917-1981. Σχεδίασμα βιο-εργογραφίας, 1988* Ό ποιητής - χρονικογράφος. Μεταμορφώσεις του άφηγητή στόν «Νεκρόδειπνο» του Τάκη Σινόπουλου, 1988· Άπό τό μερτικόν τής Κύπρου (1979-1990), 1991· κ.α.π.). — Ή Τζίνα Πολίτη (1930), παράλληλα μέ τις έργασίες σέ θέματα τής άγγλικής λογοτεχνίας, δημοσίευσε καί ένδιαφέροντα μελετήματα γιά νεοέλληνες ποιητές καί πεζογράφους (Συνομιλώντας μέ τά κείμενα, 1996* Ή άνεξακρίβωτη σκηνή, 2001). Τεκμηριωμένες έρευνητικές καί έρμηνευτικές συμβολές προσφέρει ό Στέφανος Διαλησμάς (1941) στή μελέτη τής παλαιότερης άλλά καί τής νεώτερης ποίησης (Εισαγωγή στήν ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, 1981* «Τό ποίημα "Coaliers" του Νίκου Καββαδία* καί ένα βιβλιογραφικό έπιμετρο», Παρουσία, 2, 1984, 319-327* « Ή άρχαιογνωσία του Κάλβου καί ή Έλληνική Ανθολογία», ΕΕΦΣΠΑ, 28, 1979-1985, 503-522* « Ό Δωδεκάλογος του Γύφτου καί ένα άθησαύριστο ποίημα του Νιρβάνα. (Προτάσεις γιά χρονολόγηση)», Έκηβόλος, τευχ. 14 ('Άνοιξη 1986), Κωστής Παλαμάς. 'Ένα Αφιέρωμα, σσ. 12551266* Ανδρέας Κάλβος, Ώδαί. Φιλολογική έπιμέλεια —, 1988 [Εισαγωγή: σσ. 7-46]). — Αναλυτικές έρευνητικές καί θεωρητικές έργασίες μέ συγκριτικό προσανατολισμό πραγματοποιεί ή Ελένη Πολίτου-Μαρμαρινου (1941), συνθέ-
τοντας διεξοδικές παρατηρήσεις (ΌΚωστής Παλαμας καί ό γαλλικός παρνασσισμός. Συγκριτική φιλολογική μελέτη, 1976* Ή Συγκριτική Φιλολογία. Χώρος, σκοπός και μέθοδοι ερευνάς, 1981* «Ποίηση καί γλώσσα», Μνήμη Γεωργίου Κουρμούλη, 1982, σσ. 211-241* «Ό Καβάφης καί ό γαλλικός παρνασσισμός», Παρουσία, 2 (1984) 71-81 = Πρακτικά Τρίτου Συμποσίου Ποίησης, 1984, σσ. 315-346* Ή στίξη τών «Ωδών» του 'Ανδρέα Κάλβου. «Ό Ωκεανός», 1992* «Ό Κ. Παλαμάς θεωρητικός τής ποίησης», Συγκριση/Comparaison, 4, 1992, 33-52* Λάμπρου Πορφύρα, Γά Ποιήματα (1894-1932). Φιλολογική έπιμέλεια —, 1993 [Εισαγωγή: σσ. 13-107]). — Ό Κ. Γ. Κασίνης (1943) έργάστηκε έπίμοχθα κυρίως στον παλαμικό χώρο μέ συμβολές ύποδομής καί μελέτης (Βιβλιογραφία Κωστή Παλαμά (1911-1925), 1973* Κωστή Παλαμά, 'Αλληλογραφία. Α'-Δ'. Είσαγωγή - φιλολογική έπιμέλεια - σημειώσεις —, 1975-1986* Ή έλληνική λογοτεχνική παράδοση στή «Φλογέρα του Βασιλιά», f1980* Κωστής Παλαμάς, Ή Φλογέρα του Βασιλιά, Φιλολογική έπιμέλεια —, «ΠροΧογικά»: σσ. 7-26, 1989). Άργότερα ό Κασίνης στράφηκε καί προς άλλα άντικείμενα έρευνας καί συγγραφής: Διασταυρώσεις (Μελέτες γιά τόν 19ο καί τόν 20ό αιώνα), 1998* Ή ρητορική τών «Διδαχών» του Μηνιάτη, 1999* Παρωδική Μικρογραφία Μυθιστορημάτων του Μ. Χουρμούζη (έπανέκδοση του έργου, χρονολόγιο του συγγραφέα καί τής έποχής του, πλούσια είσαγωγή: σσ. 53-215, καί γενικότερη φιλολογική έπιμέλεια), 1999* Οίκονόμειος μεταφραστικός άγών (μέ πλούσια, έπίσης, είσαγωγή: σσ. 9-123, καί Επίμετρο κειμένων: σσ. 125-707), 2003* Όνολογικές μεταμορφώσεις. Πρόσωπα καί προσωπεία τής έλληνικής σάτιρας, 2004. — Ό Βαγγέλης Αθανασόπουλος (1946) παρέχει έκτεταμένες ερμηνευτικές συμβολές, μέ τήν άξιοποίηση θεωρητικών βάσεων ( Ή θεωρία καί ή πράξη τής άφηγηματικής πεζογραφίας του Φώτη Κόντογλου, 1985* Ή ιεροτελεστία τής 'Επανάστασης. Χρονικές σχέσεις καί χρονική υπέρβαση στις 'Ωδές του Κάλβου, 1986* Ό λογοτέχνης ώς πρότυπο δημιουργικής δράσης (Θ. Πετσάλης-Διομήδης: πώς ενας συγγραφέας συγκρότησε τό πρόσωπο καί τό εργο του), 1990* Οί μύθοι τής ζωής καί του έργου του Γ. Βιζυηνού, 1992* Ή πολιτική διάσταση τής «μυθικής μεθόδου»: Στράτης Μυριβήλης - Στρατής Τσίρκας, 1992* Δημήτριος Βικέλας, «Λουκής Λάρας» καί «Διηγήματα». Φιλολογική έπιμέλεια —, 2000 [Είσαγωγή: σσ. 7114]· Δημοσθένης Βουτυράς, Διηγήματα. Φιλολογική έπιμέλεια—, 2001 [Εισαγωγή: σσ. 7-30]* Ν. Έπισκοπόπουλος, Διηγήματα. Φιλολογική έπιμέλεια—, 2002 [Εισαγωγή: σσ. 9-143]· Οί μάσκες του ρεαλισμού. 'Εκδοχές του νεοελληνικού άφηγηματικου λόγου, Α'-Β', 2003). — Ή Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου (1946) μελέτησε τήν έπιδραση τών δημοτικών τραγουδιών στή γλώσσα καί στήν ποίηση του Κωστή Παλαμά (L'influence des chants populaires sur la
langue et sur la poésie de Palamas, Paris 1972), στό έργο του οποίου έπανήλθε καί μέ άλλα δημοσιεύματά της (βλ. τά βιβλία της: Φιλολογικές διαδρομές. Άπό τόν Παλαμα στό Βρεττάκο, 1990, σσ. 11-135, καί Φιλολογικές διαδρομές, Β', 1998, σσ. 15-34). — Ό Φώτης Άρ. Δημητρακόπουλος (1949) έπιδίδεται μέ διαρκή ζήλο σέ πλούσιες γραμματολογικές καί έκδοτικές έργασίες ( Ό νεοελληνισμός στή λογοτεχνία. 19ος-20ός αι., 1985* Γιώργος Σεφέρης, Τό βυσσινί τετράδιο. Παρουσίαση - σχόλια - σημειώσεις—, 1987* Γιώργος Σεφέρης καί Αντρέας Καραντώνης, ''Αλληλογραφία 1931-1960. Φιλολογική έπιμέλεια—, 1988 [Είσαγωγή: σσ. 15-46]· Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, [Τό Λάβαρον]. Ανέκδοτες παπαδιαμαντικές σελίδες άπό τό Αρχείο Απόστολου Γ. Παπαδιαμάντη. Έκδοση κειμένων, σχόλια και περιγραφή του Αρχείου—, 1 1989, 1993* Γιά τόν Σεφέρη και γιά τήν Κύπρο, 1992* Γιώργος Σεφέρης - Κύπρος Χρυσάνθης και «Οί γάτες τ9 άη Νικόλα». Φιλολογική έπιμέλεια —, 1995* Εργόχειρα έρωτος. Υστεροβυζαντινά - δημώδη - μεταβυζαντινά κείμενα και μελέτες, 2000* Σεφέρης, Κύπρος, έπιστολογραφικά και άλλα, 2000* βλ. καί παρακάτω, δημοσιεύματα πού έκπονήθηκαν μέ τή συνεργασία του Γ. Α. Χριστοδούλου). — Ή Έρασμία-Λουΐζα Σταυροπούλου (1949) συνδυάζει τή γραμματολογική σύνθεση μέ τή βιβλιογραφική προσφορά (Βιβλιογραφία μεταφράσεων νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1986* Παναγιώτης Πανάς (1832-1896). Ένας ριζοσπάστης ρομαντικός, 1987* Κωσταντΐνος Χατζόπουλος, Τά Διηγήματα. Φιλολογική έπιμέλεια —, 1989 [Εισαγωγή: σσ. 9-52]· Προτάσεις άνάγνωσης γιά τήν πεζογραφία μιάς έποχής, 2001* Γιάννη Μπεράτη, Ένας σωσίας. Εισαγωγή - Φιλολογική Επιμέλεια —, 2001). 'Υπενθυμίζουμε, έπίσης, έδώ ότι ό Κ. Θ. Δημαράς ένέπνευσε, προπαντός στον κύκλο τών μαθητών καί συνεργατών του του «Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών» (Ε.Ι.Ε.) καί του «Όμίλου Μελέτης του Έλληνικου Διαφωτισμού», ένδιαφέροντα πού στρέφονται στήν άπογραφική διερεύνηση τών λόγιων νεοελληνικών πραγμάτων, στήν έκδοση κειμένων - μαρτυριών καί στή βαθμιαία συγκρότηση τής εύρύτερης πολιτισμικής καί κοινωνικής ιστορίας του νέου έλληνισμου1 — διαδικασία πού πλαισιώνει οργανικά καί ώφέλιμα τή μελέτη τής κυρίως λογοτεχνίας, όπως καί άλλους τομείς. Γιατί σ' αύτήν τήν όλικότητα τής «νεοελλη1. «Σέ χρόνια κρίσιμα ή έπιστήμη μας έδειξε ροπή προς τήν μεγαλοστομία καί τις γενικότητες, σέ βαθμό ό όποιος έζημίωσε τήν άσφάλεια τών πορισμάτων της. Ή γενιά μας καί οί νεώτεροι μας, οδηγημένοι όλοι άπό τό παράδειγμα τών διδασκάλων μας, έπροσπαθήσαμε και προσπαθούμε, χωρίς ποτέ νά έγκαταλείπουμε τις συνολικές συλλήψεις, χωρίς τις όποιες ή έπιστήμη γίνεται κάτι σάν ληξιαρχείο ή υποθηκοφυλακείο, νά τις θεμελιώνουμε πάντοτε στερεά έπάνω στήν άνάλυση» (Κ. Θ. Δημαρας, [«Πρόλογος»], Έρανος εις 'Αδαμάντων Κοραήν, 1965, σ. ς').
νικής έπιστήμης» άπέβλεπαν εξαρχής τό γενικό σχέδιο έργασίας και οί έπιμέρους μεθοδεύσεις αύτών τών συλλογικών έπιστημονικών σωμάτων, δπου οί συνεργατικές άναζητήσεις συνδυάζονται άπρόσκοπτα μέ τόν προσωπικό προβληματισμό. Μνημονεύουμε, λοιπόν, μιάν άντιπροσωπευτική σειρά έρευνητών αύτου του τύπου, έπιλέγοντας ένδεικτικά άπό τίς πολλές έργασίες τους ορισμένα λήμματα πού συνδέονται άμεσότερα μέ τή λογοτεχνική γραμματεία ή γενικά μέ τήν πνευματική κίνηση. Ή Αικατερίνη Κουμαριανου (1916) εξετάζει μεθοδικά τόσο τά μεμονωμένα κείμενα, πού έκφράζουν τίς έπιδιώξεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, δσο καί τίς εύρύτερες έκδοτικές δραστηριότητες πού προετοίμασαν καί υποστήριξαν τήν έλληνική Έπανάσταση. («Ό "Μισοπόνηρος" [του Νεόφ. Δούκα]», *Ερανος είς Άδαμάντιον Κοραήν, 1965, σσ. 193-208* «Ανθίμου Γαζή, "Λεξικόν Έλληνικόν". Ή ιστορία μιάς λεξικογραφικής προσπάθειας», Ό Ερανιστής, 2, 1964, 163-186* «"Λόγιος Ερμής"». Κοσμοπολιτισμός καί έθνικός χαρακτήρας», Εποχές, τευχ. 18, Όκτ. 1964, 24-2,8* Αλληλογραφία Δανιήλ Φιλιππίδη - Barbié du Bocage - Άνθιμου Γαζή (1794-1814). Έκδοση - Σχόλια —, 1966* Δανιήλ Φιλιππίδης - Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία Νεωτερική περί τής Ελλάδος. Επιμέλεια —, '1970, 1988 [Εισαγωγή, σσ. 9-36]* Ό Τύπος στόν Αγώνα, Α'-Γ', 1971 [Εισαγωγή: σσ. ε'-π']* (σέ συνεργασία μέ τή Λούκια Δρούλια) Τό έλληνικό βιβλίο, 1986). — Προπαντός οι κοραϊκές άλλά καί άλλες έρευνες προωθούνται άπό τόν Έμμ. Ν. Φραγκίσκο (1934), μέ έμπερίστατες ίστορικοφιλολογικές μελέτες, βιβλιογραφικές συναγωγές καί έκδοτικές άποκαταστάσεις, πού άποκαλύπτουν γενικότερα τή δράση τής νεοελληνικής λογιοσύνης ( « Ή φιλία Κοραή - Villoison καί τά προβλήματά της», Ό Ερανιστής, 1, 1963, 65-85 καί 191-210* « Ό σολωμικός Ύμνος καί τό λυρικό δράμα Hellas του Ρ. Β. Shelley (1822)», Ό Ερανιστής, 11, 1974 [Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αφιέρωμα στόν Κ. Θ. Δημαρά], 527-567* Τά έλληνικά προεπαναστατικά περιοδικά. Ευρετήρια. Β' «Ερμής ό Λόγιος» 1811-1821, 1976* «Πρώιμα σχεδιάσματα του Κοραή γιά μιά "Γραμματική τής γραικικής"», Διήμερο Κοραή, 1984, σσ. 70-82* «Κοραή, Όμήρου Ίλιάς. Α' Εκδοτικά - Χρονολογικά», Ό Ερανιστής, 19, 1993, 334-336)* (σέ συνεργασία μέ τόν διάκονο Χρυσόστομο Φλωρεντή): Πατμιακή Βιβλιοθήκη. Κατάλογος τών έντύπων (ΐ5ος-19ος αι.). Εισαγωγή, περιγραφή τών έντύπων, παραρτήματα, ευρετήρια. Α' 1479-1800, 1993, Β' 1801-1890, 1995 καί Γ 1891-1900, 1996* (σέ συνεργασία μέ τόν Δημήτρη Γ. Άποστολόπουλο): Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Βιβλιογραφία 1945-1995, 1998). — Άπό τό κυρίως λόγιο έως τό γενικό ιστορικό πεδίο κινείται μέ αίσθηση τής όλης πολιτισμικής ένότητας ή Λουκία Δρούλια (1931), υποδεικνύοντας τή συνάντηση του ιστορικού γεγονό-
τος μέ τις προσωπικές συνειδήσεις (Σχεδίασμα Ηπειρωτικής Βιβλιογραφίας. Αυτοτελή δημοσιεύματα, 19641· «Γύρω στις πρώτες σολωμικές έκδόσεις καί μεταφράσεις», Μνημόσυνο Σοφίας 'Αντωνιάδη, 1974, σσ. 380-401* Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de VIndependance grecque (18211833). Répertoire bibliographique, 1974' Sens et portée du philhellénisme, 1974* «Λογιοσύνη καί βιβλιοφιλία: Ό Δημήτριος Μόστρας καί ή βιβλιοθήκη του», Τετράδια Εργασίας, τευχ. 9, 1987, 227-304* Αλεξάνδρου Σούτσου, Ό εξόριστος του 1831. Κωμικοτραγικόν ιστόρημα. Φιλολογική έπιμέλεια—, 1994 [Εισαγωγή: σσ. 7-59]). — Ό Φίλιππος Η. Ήλιού (1931-2004) συνδυάζει στο έργο του τήν έμπειρη καί έκτεταμένη βιβλιογραφική έρευνα μέ τή διεισδυτική ιστορική έξέταση ιδεολογικών φαινομένων καί μέ έκδοτικές έργασίες πού στηρίζονται στήν ούσιαστική σύλληψη του άντικειμένου («Ανέκδοτα καί ξεχασμένα γράμματα άπό τήν άλληλογραφία του Κοραή», "Ερανος εις 'Αδαμάντιον Κοραήν, 1965, σσ. 53-139* Προσθήκες στήν Έλληνική Βιβλιογραφία. Α' Τά βιβλιογραφικά κατάλοιπα του É. Legrand και του Η. Pernot (1515-1799), 1973* Δημήτρης Γληνός, 'Άπαντα, Α' (1898-1910), Β' (1910-1914). Ε κ δοτική φροντίδα, εισαγωγή, σημειώσεις —, 1983 [σημαντική καί ή Εισαγωγή («Εισαγωγικό σημείωμα»): σσ. ια'-λη']* Έλληνική Βιβλιογραφία 1800-1863. Προσθήκες - Συμπληρώσεις, 1983 (Τετράδια Εργασίας, τευχ. 4)* Ιδεολογικές χρήσεις του κοραϊσμου στόν 20ό αιώνα, 2003, 1 1984* Έλληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία - Φυλλάδια, Α' 1801-1818, 1997). — Τήν Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου (1942) άπασχολει συστηματικά ή πρόσληψη τής δυτικής φιλοσοφικής σκέψης άπό τήν άναγεννώμενη νεοελληνική παιδεία καί ή γενικότερη πορεία του στοχασμού στήν Ελλάδα άπό τόν 18ο έως τόν 20ό αιώνα («Traductions en grec moderne d'ouvrages philosophiques (1760-1821)», Revue des Études Sud-Est Européennes, 10, 1972, 363-372* «Ήάπήχηση του έργου του Ρουσσώ στόν νεοελληνικό Διαφωτισμό», Ό Ερανιστής, 11, 1974 [Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Αφιέρωμα στόν Κ. Θ. Δημαρά], 197-216* Ό Βενιαμίν Λέσβιος και ή ευρωπαϊκή σκέψη του 18ου αιώνα, 1983, [ 2 2003: (διδακτορική διατριβή) διασκευασμένη καί εμπλουτισμένη]* «Ό Αδαμάντιος Κοραής καί ή σκέψη τών Ιδεολόγων», Πρακτικά Συνεδρίου «Κοραής και Χίος», τόμ. Β', 1985, σσ. 31-46* Βενιαμίν Λέσβιος, Στοιχεία Ηθικής. Εισαγωγή - Σχόλια - Κριτικό ύπόμνημα —, 1994* Η φιλοσοφική σκέψη στήν Ελλάδα άπό τό 1828 ώς τό 1922. Ανθολογία κειμένων μέ εισαγωγή καί σχόλια. Τόμ. Α' Ευρωπαϊκές έπιδράσεις και προσπάθειες γιά μιά έθνική φιλοσοφία, 1828-1875, καί τόμ. Β' Ή φιλοσοφία μεταξύ έπιστήμης και θρησκείας, 18761. Εμπλουτισμένη έκδοση (σέ συνεργασία μέ τή Βούλα Κόντη): Ηπειρωτική Βιβλιογραφία 1571-1980. α' Αυτοτελή δημοσιεύματα, 1984.
1922, 1995-1998· Les intellectuels grecs à la recherche de Byzance (18601912), 2001* Νεοελληνικός ηθικός και πολιτικός στοχασμός. Άπό τόν Διαφωτισμό στον Ρομαντισμό, 2003). — Ή Δήμητρα Σκ. Πικραμένου (1946) ένδιαφέρεται για τις βιβλιογραφικές κωδικοποιήσεις άλλά καί γιά τή λογοτεχνική άξιοποίηση τής νεοελληνικής ιστορίας άπό τούς πεζογράφους τής γενιάς του '30, συνυφαίνοντας μέσα άπό έναν άκόμη δρόμο τήν έργασία του Κ.Ν.Ε. μέ τή μελέτη τής καθαυτό λογοτεχνίας: (σέ συνεργασία μέ τήν Ιωάννα Ζαμπάφτη), Έλληνική Βιβλιογραφία Δ. Γκίνη - Β. Μέξα (1800-1863). Πίνακες έκδοτων καί τόπων εκδόσεως, 1971* Βιβλιοθήκη Άμίλκα Σ. Αλιβιζάτου. Κατάλογος, 1973* Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης. Ή «πνευματική όδοιπορία» του καί «Οί Μαυρόλυκοι» (1923-1948), 1986). — Ό Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (1948) προχωρεί άπό τις άρχειακές έρευνες στήν ένδελεχή διερεύνηση προσωπογραφικών θεμάτων καί γενικότερων φαινομένων παιδείας («Προσθήκες στήν Ελληνική Βιβλιογραφία (1536-1799)», Θησαυρίσματα, 14, 1977, 127156* « Ή δυσπιστία "στό έντυπο βιβλίο καί ή παράλληλη χρήση του χειρογράφου», Τό βιβλίο στις προβιομηχανικές κοινωνίες, 1982, σσ. 283-293* «Άβιβλιογράφητα μονόφυλλα (1825-1863) τών Γενικών Αρχείων του Κράτους. Συναγωγή πρώτη», Τετράδια Εργασίας, τευχ. 10, 1988, 11-52* « Ή βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Αθηνών (19ος αιώνας)», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου «Πανεπιστήμιο: ιδεολογία καί παιδεία. Ιστορική διάσταση καί προοπτικές», 1989, σσ. 113-119* Ή σχολική βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Ή Βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου, 1833-1935,1995). — Τις έπαφές του νεοελληνικού θεάτρου μέ τό δυτικό έξετάζει άναλυτικά καί συνθετικά ή Άννα Ταμπάκη (1956), έπεκτείνοντας τήν έρευνά της στή γενικότερη έξέλιξη τών αισθητικών τάσεων («L'impact de la pensée et de l'œuvre de Victor Hugo en Grèce», Folia Neohellenica, 7, 1985-86, 160-177, και στό: Le rayonnement internationale de Victor Hugo. Actes du Symposium de ΓAssociation International de Littérature Comparée. Xlème Congrès International, vol. 1,1989, σσ. 183-196* Ό Μολιέρος στή φαναριώτικη παιδεία. Τρεις χειρόγραφες μεταφράσεις, 1988 (Τετράδια Εργασίας, τευχ. 14)* « Ή μετάβαση άπό τό Διαφωτισμό στό Ρομαντισμό στον έλληνικό 19ο αιώνα: ή περίπτωση του Ιωάννη καί του Σπυρίδωνα Ζαμπέλιου», ΔΙΕΕ, 30, 1987 [= 1989], 31-46 (καί στά Πρακτικά του Έ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου, τόμ. 4, 1991, σσ. 199-211)* «Les dominantes idéologiques et esthétiques du théâtre grec des Lumières. Réflexions sur sa formation et sur son public», Revue des Études Sud-Est Européennes, 29, 1991, 39-50* Ή νεοελληνική δραματουργία καί οί δυτικές της επιδράσεις (ΐ8ος-19ος αι.). Μιά συγκριτική προσέγγιση, 1993, 2 20 00* Περί νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ρεύματα ιδεών καί δίαυλοι έπικοινωνίας μέ τή δυτική σκέψη,
2004* κ.ά.π.). Στόν εκδοτικό τομέα ή Ταμπάκη παρουσίασε τό έργο του Ρήγα Νέος Άνάχαρσις (στή σειρά: Βουλής τών Ελλήνων, Ρήγα Βελεστινλή eΆπαντα τά Σωζόμενα, τόμ. Δ', Εισαγωγή - Επιμέλεια - Σχόλια —, Αθήνα 2000). — Τήν ιστορία τής ευρύτερης πνευματικής κίνησης ένδιαφέρουν οί έργασίες του Δημήτρη Γ. Άποστολόπουλου (1941), πού άσχολεΐται μέ τό δίκαιο καί τούς θεσμούς τής περιόδου τής τουρκοκρατίας καί κατ' έπέκταση μέ τίς κοινωνικές άντιλήψεις τής έποχής (Τό Μέγα Νόμιμον. Συμβολή στήν έρευνα του μεταβυζαντινού δημοσίου δικαίου, 1978* Ή έμφάνιση τής Σχολής του Φυσικοϋ Δικαίου στήν «τουρκοκρατούμενη» έλληνική κοινωνία, τόμ. Α' Ή άνάγκη μιας νέας ιδεολογίας, 1980, τόμ. Β' Ή πρώτη μ ετακένωση, 1983* Ή Γαλλική Έπανάσταση στήν τουρκοκρατούμενη έλληνική κοινωνία. Αντιδράσεις στά 1798, 1989* Ανάγλυφα μιας τέχνης νομικής. Βυζαντινό δίκα